Η ελαφρυντική περίσταση του άρθρ.84 παρ. 2 περ. α του νέου Π.Κ. (σύννομη ζωή), Κων/νου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, μέλους Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε.

Η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2  περ. α του νέου Ποινικού Κώδικα (σύννομη ζωή) – Ο όρος ΄΄σύννομη΄΄ περιλαμβάνει αξιολογικά στοιχεία, που σημαίνει ότι μόνο το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για την κατάφαση του εν λόγω ελαφρυντικού

 

Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, Μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 περ. α του προϊσχύσαντος ποινικού κώδικα, ως ελαφρυντική περίσταση, που επαγόταν τη μείωση της ποινής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΠΚ, εθεωρείτο το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο, που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Το λευκό ποινικό μητρώο δεν επαγόταν, καθ΄ εαυτό, τη συνδρομή της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως (βλ. μεταξύ άλλων ΑΠ 57/2017), αλλά απαιτείτο η ύπαρξη έτι περαιτέρω περιστάσεων, στο μέτρο των δυνατοτήτων του κάθε δράστη, που να θεμελιώνουν κατά τρόπο θετικό τη συνδρομή της προαναφερόμενης προϋπόθεσης ώστε να καταφαθεί η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση. Αλλά ούτε και το ΄΄μη λευκό ποινικό μητρώο΄΄ στην περίπτωση ελαφρού πλημμελήματος θα μπορούσε να άγει σε κρίση περί μη συνδρομής του εν λόγω ελαφρυντικού. Αυτό ακριβώς προβλέπει, πλέον, ρητά ο νομοθέτης στη διάταξη του νέου άρθρου 84 παρ.2 περ. α του νέου Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, κατά τη νέα διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 περ.α ΠΚ ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται ΄΄το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα΄΄. Ορίζεται δηλαδή, πλέον, ρητά ότι η καταδίκη για ελαφρό πλημμέλημα και το μη λευκό εξ αυτού του λόγου ποινικό μητρώο δεν αποκλείει την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού. 

Ο νομοθέτης, όμως, και στη νέα διάταξη και προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης χρησιμοποιεί επίσης έναν, τρόπο τινά, αξιολογικό όρο ήτοι αυτό της σύννομης ζωής. Κατά την άποψη μου η εκ νέου διατύπωση της διατάξεως ως προς το σημείο αυτό δεν μπορεί να μεταβάλλει τη μέχρι σήμερα νομολογιακή ερμηνευτική προσέγγιση της εν λόγω διατάξεως. Η χρήση, δε, του όρου ΄΄σύννομη΄΄ έρχεται ουσιαστικά όχι για να υπονοήσει ότι η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση καταφάσκεται ακόμη και με την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου καθ΄ εαυτού, αλλά για να περιλάβει μια γενικότερη διατύπωση αίροντας τυχόν ανισότητες, που θα μπορούσαν να εμφανισθούν κατά την ποινική αντιμετώπιση των δραστών. Για παράδειγμα ο δράστης ενός εγκλήματος, που βρίσκεται σε μία καλή οικονομική κατάσταση θα μπορούσε να αναπτύξει πιο εύκολα θετική δράση για το κοινωνικό σύνολο ή στην επαγγελματική και εν γένει ατομική και επαγγελματική του ζωή και επομένως θα είχε θεωρητικά και τη δυνατότητα να του αναγνωρισθεί το εν λόγω ελαφρυντικό σε σχέση με έναν άνεργο δράστη ενός εγκλήματος, ο οποίος λόγω έλλειψης οικονομικών δυνατοτήτων δεν θα μπορούσε να έχει την αντίστοιχη δυνατότητα πλην από το να διάγει μια σύννομη ζωή, μια ζωή δηλαδή που καταδεικνύει με θετικές ενέργειες στο μέτρο των δυνατοτήτων του καθενός το σεβασμό απέναντι στα έννομα αγαθά. Επομένως, με τη νέα διάταξη και με τη χρήση του όρου σύννομη, σκοπό του νομοθέτη αποτελεί η άρση τυχόν ανισοτήτων, που θα μπορούσαν να προκύψουν κατά την κατάγνωση της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως, χωρίς, όμως, ωστόσο, αυτό να σημαίνει ότι υπό τη νέα διάταξη αρκεί η ύπαρξη και μόνο λευκού ποινικού μητρώου για την κατάφαση του εν λόγω ελαφρυντικού. Αν ο νομοθέτης επεδίωκε τούτο θα το είχε ορίσει ρητά. Σημειωτέον ότι η άνω προσέγγιση δεν συνιστά αναλογική διορθωτική ερμηνεία σε βάρος του κατηγορουμένου αλλά ερμηνεία στο πλαίσιο της γραμματικής διατύπωσης της ανωτέρω διατάξεως. 

Αντίθετη εκδοχή (ότι δηλαδή μόνο το λευκό ποινικό μητρώο αρκεί για την κατάφαση του εν λόγω ελαφρυντικού): α) θα ήταν αντίθετη με τη φύση των ελαφρυντικών περιστάσεων, οι οποίες δεν λαμβάνονται απλώς υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής αλλά μεταβάλουν ουσιωδώς προς το επιεικέστερο τα όρια της απειλούμενης στο νόμο ποινής, που σημαίνει ότι πρόκειται περί περιστάσεων εξαιτίας των οποίων η ποινική αντιμετώπιση του δράστη ενός εγκλήματος και η απαξία της όλης στάσης του απέναντι στα έννομα αγαθά αποκτά άλλα χαρακτηριστικά και β) αν γινόταν δεκτή μια τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση (περί κατάφασης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 περ. α του νέου ΠΚ με τη νέα διατύπωση υπό την ύπαρξη και μόνο λευκού ποινικού μητρώου) τότε θα οδηγούμασταν αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι ο ποινικός νομοθέτης θέλησε να αντιμετωπίζονται επιεικώς όσοι εγκληματούν για πρώτη φορά (!!!), παραδοχή βέβαια η οποία δεν ξέρω αν θα μπορούσε να έχει βάσιμο έρεισμα στο δόγμα του ποινικού δικαίου.   

Σε κάθε περίπτωση, η ίδια η νομολογία θεωρώ ότι θα διαμορφώσει το πλαίσιο της ερμηνευτικής προσέγγισης της νέας διάταξης όπως και όλων των νέων διατάξεων του νέου Ποινικού Κώδικα.

 

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ 

 

ΠΟΙΝΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ Ή ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ; ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΒΕΡΓΩΝΗ,ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΕΦΕΤΩΝ, Β΄ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ Ε.Δ.Ε.

Από την 1η Ιουλίου 2019 έχουν  τεθεί σε ισχύ οι νέοι Κώδικες, Ποινικός και Ποινικής Δικονομίας, μετά από 70 περίπου χρόνια εφαρμογής των προηγούμενων Κωδίκων, που ίσχυαν από το 1951.  Η έναρξη ισχύος τους πραγματοποιήθηκε με σωρεία διαμαχών και κριτικών, σχετικά με τις άμεσες επιπτώσεις εφαρμογής τους. Οι διαμάχες αυτές εστιάζονται σε θέματα που απασχολούν έντονα την κοινή γνώμη (κατάδικοι για τρομοκρατία π.χ.), βάζοντας την κριτική κάτω από το πρίσμα της συγκυρίας, παραμερίζοντας την οπτική της ιστορίας. Εστιάζοντας στην οπτική αυτή θα πρέπει να προχωρήσουμε σε δύο παρατηρήσεις, μία στο πεδίο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου και μία σε αυτό του δικονομικού δικαίου.

Ο Ποινικός Κώδικας, στο ειδικό του μέρος, με την πρόβλεψη των ποινών για κάθε έγκλημα, είναι μια αξιολόγηση των ποινικά προστατευόμενων έννομων αγαθών και αντιστοίχως των εγκλημάτων. Η τιμώρηση δηλαδή ενός εγκλήματος με χαμηλή ποινή φυλάκισης ή με κάθειρξη, οφείλεται στην αξιολόγηση τόσο του έννομου αγαθού που προστατεύεται ποινικά όσο και της βλάβης που επιφέρει ή του κινδύνου που δημιουργεί. Η αφαίρεση ανθρώπινης ζωής ως βλάβη αξιολογείται πολύ υψηλά με αποτέλεσμα η προβλεπόμενη ποινή να είναι ισόβια ή κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών ενώ η βλάβη της τιμής που επιφέρει η εξύβριση αξιολογείται χαμηλά και τιμωρείται με φυλάκιση από δέκα ημέρες έως έξι μήνες. Η αξιολόγηση αυτή, διεπόμενη πάντα από την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, δεν είναι αυστηρά επιστημονική, αλλά κυρίως κοινωνική απόφαση, δηλαδή εν τέλει πολιτική επιλογή. Η αξιολόγηση όμως για να παράξει τα επιδιωκόμενα κοινωνικά αποτελέσματα και να διαμορφώσει την ανάλογη συλλογική συνείδηση είναι αναγκαίο να λειτουργήσει σε βάθος χρόνου. Στο κοινοβουλευτικό μας σύστημα υπάρχει η ευχέρεια της αλλαγής αυτής της αξιολόγησης. Σημαντικότερο παράδειγμα το άρθρο 189 ΠΚ, που τιμωρεί τις βιαιοπραγίες σε μαζικές εκδηλώσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας. Το 2014 η προβλεπόμενη ποινή έφτανε μέχρι την κάθειρξη, και το 2015, μετά την αλλαγή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, περιορίστηκε σε φυλάκιση μέχρι 6 μηνών. 

Μοναδικός τρόπος για την διασφάλιση της απαραίτητης μακροημέρευσης των ποινικών ρυθμίσεων, είναι η ευρεία συναίνεση στην νομοθέτησή τους. Και τέτοια συναίνεση δεν υπήρξε κατά την εσπευσμένη ψήφιση του νέου Ποινικού Κώδικα, αντίθετα επελέγη η ψήφισή του μεσούσης ουσιαστικά της προεκλογικής περιόδου και με την μισή Βουλή απούσα. Το γεγονός αυτό μας οδηγεί σε μια δυσοίωνη πρόβλεψη για την ουσιαστική κοινωνική λειτουργία. Ας ελπίσουμε ότι για τις όποιες αναγκαίες αλλαγές, θα επιδιωχθεί μια ευρύτατη συναίνεση, που θα διασφαλίσει την μακροημέρευση.

Το πεδίο του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί κυρίως μέσω του δικονομικού συστήματος είναι δυνατή η αντιμετώπιση της καθυστέρησης στην απονομή της Ποινικής Δικαιοσύνης και η ποθούμενη δραματική μείωση του χρόνου περάτωσης των ποινικών υποθέσεων. Είχα τονίσει και παλαιότερα ότι ο βασικός λόγος της καθυστέρησης είναι ο υπερβολικός αριθμός δικαστικών λειτουργών, Δικαστών και Εισαγγελέων, που απαιτείται για την οριστική περαίωση των δυσχερών ποινικών υποθέσεων, που ανέρχεται σε 40 με 50. Μάλιστα το πρόβλημα της καθυστέρησης αντιμετωπίστηκε σε όλες τις χώρες με το ίδιο δικονομικό σύστημα με το ελληνικό, με την προώθηση μεταρρυθμίσεων που μείωσαν τον αριθμό αυτό σε 1 με 3 δικαστικούς λειτουργούς. Η πρόθεση για περισσότερους δικαστικούς λειτουργού υλοποιήθηκε και με τον αμφιλεγόμενο τρόπο της Πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που αυξάνει τις θέσεις των δικαστικών λειτουργών, λόγω των αναγκών που δημιουργεί ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας!

Με τον νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αυξάνεται ο αριθμός των δικαστικών λειτουργών που απαιτούνται για την εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων εντυπωσιακά. Και αυτό γίνεται αφ’ ενός με την κατάργηση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων ως ουσιαστικού Δικαστηρίου, και την εκδίκαση αυτών από Τριμελές, και αφ’ ετέρου με τη  αύξηση της αρμοδιότητας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Παράλληλα οι νέοι θεσμοί περάτωσης της ποινικής διαδικασίας χωρίς παραπομπή των υποθέσεων σε Δικαστήριο, δεν είναι υποχρεωτική για τον αρμόδιο Εισαγγελέα, με αποτέλεσμα να επαφίεται η εφαρμογή τους, στην πρωτοβουλία του κάθε εισαγγελικού λειτουργού. Τέλος δεν αντιμετωπίστηκε καθόλου το πρόβλημα του περιορισμού των αποτελεσμάτων των ενδίκων μέσων, με την αξιοποίηση της πλούσιας νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. 

Για να μην οδηγηθεί λοιπόν η κοινωνία σε μια ακόμη χαμένη ευκαιρία για ουσιαστική μεταρρύθμιση με ευεργετικά αποτελέσματα, θα πρέπει σταδιακά και με σοβαρή μελέτη, να προωθηθούν οι αναγκαίες αλλαγές στα ήδη ισχύοντα νομοθετήματα, ώστε η μεταρρύθμιση να είναι πραγματική.        

Σημειώσεις για τον νέο Ποινικό Κώδικα, Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, Εκπροσώπου Τύπου της ΕΔΕ

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

Ιδεολογική επιβολή μιας κυρίαρχης αντίληψης, Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ, Εφέτη- Προέδρου της ΕΔΕ

        Με αφορμή άρθρο που δημοσίευσα πριν λίγες ημέρες με τίτλο «οι άδειες των κρατουμένων και κατά πόσο απαιτείται η ιδεολογική τους μεταστροφή» μου ασκήθηκε έντονη κριτική για το χρονικά ανεπίκαιρο της δημοσίευσης και τον ενδεχόμενο επηρεασμό των δικαστικών λειτουργών, που θα κρίνουν επί της ουσίας για την άδεια του κρατουμένου Δ. Κουφοντίνα. Σκοπός της παρέμβασής μου ήταν αφενός να γίνει αντιληπτό το βάρος της ιδεολογικής επιβολής της κρατούσας άποψης και πως σταδιακά μετουσιώνεται σε αδιαμφισβήτητη δικαιοπολιτική θέση. Κατά δεύτερο να συμφωνήσουμε ότι ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα δεν γίνεται επιλεκτικά ούτε αποκλείονται a priori οι καταδικασθέντες για συγκεκριμένα αδικήματα, πρακτική που θα οδηγούσε στη δυνητική ευχέρεια του Κράτους να διευρύνει κατά βούληση τον κατάλογο τέτοιων αδικημάτων.

     Για κάποιον που ξέρει να διαβάζει και δεν παρερμηνεύει σκόπιμα τα όσα έγραψα γίνεται κατανοητό, ότι στην τελευταία παράγραφο του κειμένου υποστηρίζω ακριβώς το δικαίωμα του δικαστή και του εισαγγελέα να οδηγείται στην απόφασή του χωρίς κανέναν επηρεασμό ούτε από το φόβο άσκησης πειθαρχικού ελέγχου ούτε από την πιθανότητα αναίρεσης της απόφασης ή του βουλεύματος.  Σε όλες τις ομιλίες μου και τις τοποθετήσεις μου αλλά και έμπρακτα με ανακοινώσεις της Ένωσης τα τελευταία τρία χρόνια υπερασπίζομαι σταθερά το συνταγματικό δικαίωμα των συναδέλφων μου ελεύθερα να διατυπώνουν τη γνώμη τους. Όλοι γνωρίζουν ότι στα δύσκολα χρόνια δεν δείλιασα να διατυπώνω με σθένος τις θέσεις μου απέναντι και στην φυσική και στην πολιτική ηγεσία της Δικαιοσύνης, χωρίς να μετράω το κόστος αλλά έχοντας μοναδικό γνώμονα τη συνείδησή μου και αυτό που θεωρώ συμφέρον για τον θεσμό που υπηρετώ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πριν τη δημοσίευση του άρθρου ανέμενα την έκδοση του αμετάκλητου βουλεύματος του Αρείου Πάγου, θεωρώντας ότι ολοκληρώθηκε νομικά η διαδικασία.  Με ποιόν τρόπο εξάλλου θα μπορούσε ο Πρόεδρος της Ένωσης να επηρεάσει τους συναδέλφους του σε ένα επιστημονικό θέμα, αφού ούτε πειθαρχικό έλεγχο ασκεί, ούτε κρίνει επί της υπηρεσιακής τους εξέλιξης; Εκτός εάν ως επηρεασμός νοείται η ισχύς των επιχειρημάτων σε έναν επιστημονικό διάλογο και ο φόβος κλονισμού μιας αντίληψης εδραιωμένης εδώ και μερικά χρόνια. Η κατάθεση μιας επιστημονικά αντίθετης άποψης σε γενικό και αφηρημένο επίπεδο εννοιών (πχ της βίας, της μεταμέλειας) ακόμα και επ’ αφορμή μιας δικαστικής απόφασης –χωρίς φυσικά να παίρνει θέση στα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά με τα οποία ασχολείται η δικαστική απόφαση- δεν μπορεί να τρομάζει κανέναν. Το διαλεκτικό δίπολο θέσης- αντίθεσης οδηγεί στη σύνθεση σε νέα βάση και οπλίζει με περισσότερα επιχειρήματα τον δικαστή και τον επιστήμονα ώστε να θεμελιώσει σε πιο στέρεες βάσεις τη σκέψη του. Για ποιόν λόγο ως προσπάθεια επηρεασμού νοείται η έκφραση της δικής μου άποψης και όχι της απόλυτα σεβαστής αλλά αντίθετης γνώμης του συναδέλφου κ. Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, Αντιπροέδρου της Ένωσης, η οποία δημοσιεύτηκε ακριβώς την επομένη ημέρα του δικού μου άρθρου και έλαβε σαφώς θέση επί της ουσίας; Η Ευρωβουλευτής κ. Ελίζα Βόζενμπεργκ, με πολύ ευπρεπή τρόπο, έκανε κριτική στο άρθρο μου, στην ηλεκτρονική σελίδα newpost.gr, αρχικά για το ανεπίκαιρο της δημοσίευσης διότι εκκρεμούσε το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου. Θέλω να θυμίσω στο σημείο αυτό τις αντιδράσεις του πολιτικού κόσμου όταν το Συμβούλιο Φυλακών με τη συμμετοχή Εισαγγελικού λειτουργού, χορήγησε για πρώτη φορά άδεια στον κρατούμενο Δ. Κουφοντίνα. Εξέχοντες πολιτικοί παράγοντες δήλωναν ότι «είναι αδιανόητη οποιαδήποτε άδεια στον Κουφοντίνα», ότι «άνθρωποι όπως ο Κουφοντίνας δεν θα πρέπει να βγαίνουν από τη φυλακή» και η κ. Βόζενμπεργκ ότι «αμετανόητος δολοφόνος δε νοείται εκτός φυλακής κανένας». Σε μια από τις επόμενες άδειες του ίδιου κρατουμένου θέση έλαβε τόσο η Τουρκική όσο και η Αμερικανική Πρεσβεία (!) θεωρώντας την χορήγηση άδειας «επαίσχυντη αδικία στις οικογένειες των θυμάτων». Οι ομοβροντίες αυτές των δηλώσεων κατά του Συμβουλίου των Φυλακών συνοδεύτηκαν από την άσκηση πειθαρχικών διώξεων σε βάρος των εισαγγελικών λειτουργών που συμμετείχαν σ’ αυτά. Μέσα σ’ αυτό λοιπόν το ιδανικό κλίμα της απόλυτης ελευθερίας και της ανεμπόδιστης διατύπωσης γνώμης, χαρακτηρίστηκε η κατάθεση της δικής μου αντίθετης άποψης ως ανεπίκαιρη έκφραση θέσεων σε εκκρεμή υπόθεση!

      Έχω την απόλυτη πεποίθηση ότι αυτό που ενόχλησε δεν είναι το χρονικό σημείο δημοσίευσης του άρθρου αλλά το περιεχόμενο αυτού. Επικρατεί εδώ και χρόνια μια τάση εκφοβισμού πάνω σε συγκεκριμένα θέματα, τα οποία θεωρούνται απαγορευμένα προς συζήτηση και επομένως κάθε αντίθετη τοποθέτηση προβάλλεται περίπου ως ανοσιούργημα. Επιχειρείται με πολύ φανερό και άκομψο τρόπο η επιβολή της μίας και μοναδικής αλήθειας την οποία επιθυμούν ορισμένοι να επιβάλουν, διαμορφώνοντας συνειδητά αντιλήψεις, από τις οποίες στο μέλλον δύσκολα θα μπορεί κανείς να ξεφύγει. Για τον ρόλο που παίζουν συγκεκριμένα ΜΜΕ εκφράζοντας σταθερά τις ίδιες φοβικές για τα δικαιώματα των κρατουμένων απόψεις, ας μιλήσει καλύτερα αντί για μένα ο σπουδαίος καθηγητής του Ποινικού Δικαίου, Ιωάννης Μανωλεδάκης (Τρομοκρατία και νομοκρατία, Ποινική Δικαιοσύνη 1/2003, 65 επ), η απουσία του οποίου έχει δημιουργήσει ένα δυσαναπλήρωτο κενό στο χώρο της επιστήμης: «Καλλιεργείται από ορισμένα ΜΜΕ και συγκεκριμένους δημοσιογράφους η εντύπωση πως όποιος σήμερα υπερασπίζεται το κράτος δικαίου, την αρχή της νομιμότητας και της δίκαιης δίκης, είναι σύμμαχος (εκούσιος ή, έστω, ακούσιος) της τρομοκρατίας, «ρίχνει νερό στο μύλο της» και θα πρέπει να αλλάξει στάση….Το δυσάρεστο και επικίνδυνο σήμερα είναι ότι ακόμα και νομικοί και συνταγματολόγοι (!) – κάνοντας και υποκριτική αυτοκριτική – προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις εκτροπές από τη νομιμότητα για χάρη της αποτελεσματικής πάταξης της τρομοκρατίας, ισχυριζόμενοι (άμεσα ή έμμεσα) ότι πρέπει να αλλάξουν οι αρχές που χαρακτηρίζουν το κράτος δικαίου της εποχής μας, ενόψει του φαινομένου της τρομοκρατίας και κατηγορώντας όσους υπερασπίζονται αυτές τις αρχές ως υποστηρικτές επιστημονικά άγονων και ξεπερασμένων θέσεων…Και πάλι από ορισμένα ΜΜΕ και συγκεκριμένους δημοσιογράφους παρακάμπτεται επιμελώς το αυτονόητο σε μία δημοκρατική πολιτεία αίτημα για ευλαβική τήρηση των αρχών της νομιμότητας και της δίκαιης δίκης στην αντιμετώπιση του οποιουδήποτε εγκλήματος, όσο βαρύ κι αν είναι αυτό, ενώ τονίζονται μονομερώς οι κίνδυνοι που δημιουργούνται για την κοινωνία και τον κάθε άνθρωπο από την οργανωμένη εγκληματικότητα και ιδίως από την τρομοκρατία. Έτσι αφήνουν να καλλιεργείται η εντύπωση ότι οποιοδήποτε μέτρο για την αντιμετώπιση των εγκληματιών και ιδίως των τρομοκρατών είναι δικαιολογημένο και νομιμοποιημένο στη συνείδηση του λαού».

      Μετά την άσκηση κριτικής στην απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε αμετάκλητα υπέρ του δικαιώματος άδειας των πολυισοβιτών, μετά την σφοδρή επίθεση των παραπάνω Μέσων Ενημέρωσης εναντίον μου προσωπικά καθώς και των απόψεων που διατύπωσα και χωρίς να σχολιαστεί από κανέναν η άσκηση πειθαρχικού ελέγχου στους εισαγγελείς που ελεύθερα έκριναν ως μέλη του συμβουλίου φυλακών υπέρ της χορήγησης άδειας στον κρατούμενο,  γίνεται φανερό ότι η αντίθετη άποψη όχι μόνο δεν γίνεται σεβαστή αλλά οφείλει να συντριβεί για να μην βρεθεί κάποιος στο μέλλον να την υποστηρίξει. Να μην ξεχνάμε ότι οι αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες και η τρομοϋστερία έχουν καταλήξει σε χειρότερες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από όσες τέλεσαν οι εγκληματίες (Ν. Κιάος, Η δημοκρατία, το πρώτο μέλημα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, Ελευθεροτυπία 3/1/2002) και επομένως στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να υπερισχύσει η προστασία και η υπεράσπιση της ελευθερίας αυτών που διαφωνούν και όχι αυτών που συντάσσονται. Ακόμα λοιπόν κι αν ο κόσμος εύλογα τρομοκρατείται και μερικοί παραιτούνται οικειοθελώς από τις εγγυήσεις των ελευθεριών χάριν ασφαλείας (Ν. Αλιβιζάτος, Αγωνίες για παραβιάσεις ελευθεριών, Νέα 19-11-2001), ούτε ο νομοθέτης επιτρέπεται να τρομοκρατείται και να θεσπίζει δρακόντειους νόμους ούτε η Δημοκρατία πρέπει να μπαίνει σε διλλήματα επιστροφής στη βαρβαρότητα (Γ. Πανούσης, Πρόλογος σε Δ. Μπελαντή, Αναζητώντας τον εσωτερικό εχθρό).  

     Γνωρίζω ότι η άποψή μου ενδεχομένως δεν εκφράζει την πλειοψηφία των συναδέλφων μου και άρα ως εντελώς προσωπική την καταθέτω. Σημειώνω επίσης το αυτονόητο ηθικό καθήκον μου να είμαι ο πρώτος που θα υπερασπιστώ κάθε συνάδελφο οποιαδήποτε απόφαση κι’ αν λάβει. Ο εύκολος δρόμος θα ήταν αβασάνιστα να δεχτεί ο πολίτης, στα πλαίσια της κοινωνικής και επαγγελματικής του ζωής, τα κελεύσματα των καιρών. Θυμίζω τα πάντα επίκαιρα λόγια του Κάλβου «Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία».

Η Δημοκρατία, οι εχθροί της και ολίγα νομικά, Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, Εφέτη, Α΄Αντιπροέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Η Δημοκρατία,  οι εχθροί της και ολίγα νομικά

 

Η Δημοκρατία είναι το καλύτερο πολίτευμα είπαν κάποιοι σοφοί . Κάποιοι άλλοι είπαν ότι είναι το δικαιότερο και μερικοί προχώρησαν περισσότερο και είπαν ότι είναι τόσο σπουδαίο ώστε να μπορεί να αντέξει και τους εχθρούς του.

Με αφορμή άρθρο του συναδέλφου και φίλου Χριστόφορου Σεβαστίδη για την κατ’ ουσίαν κρίση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου σε βούλευμα, που απέρριψε αίτημα χορήγησης άδειας καταδικασθέντος για τρομοκρατική  δράση, κρατούμενου, που δεν έχει εκτίσει ακόμα την ποινή του , κάνω τις εξής σκέψεις:

Η νομική συζήτηση για την τρομοκρατία στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης γίνεται πάντα κάτω από τη στάθμιση δύο ουσιωδών παραγόντων που το Κράτος Δικαίου έχει οριοθετήσει ως κρίσιμα μεγέθη :  Ο πρώτος είναι πότε η ιδεολογία μετουσιώνεται σε αδίκημα, ο  δεύτερος είναι η γενική και ειδική πρόληψη στην οποία στοχεύει η τιμώρηση των αδικημάτων.

Ας δούμε λοιπόν με το βασικό εργαλείο του νομικού, την απλή λογική σε συνδυασμό με τα διδάγματα του νομικού μας πολιτισμού, αυτούς τους παράγοντες, παραμένοντας σταθεροί στην άποψη ότι  η Δημοκρατία αντέχει κάθε ιδεολογική προσέγγιση της πολιτικής και πολιτειακής οργάνωσης του Κράτους, όσο απειλητική και να είναι και μάλιστα οποιασδήποτε απόχρωσης.  Διότι είναι μεθοδολογικό σφάλμα να δούμε την ιδεολογία ως κίνδυνο. Έστω και αν ο φορέας της επιθυμεί να δολοφονήσει την Δημοκρατία.

Η αξιολόγηση της ουσιαστικής κρίσης του δικαστή με προβληματίζει στο πλαίσιο ενός ανοικτού διαλόγου νομικών, όταν μεθοδολογικά δεν περιλαμβάνει τουλάχιστον ως επιφύλαξη την άγνοια του περιεχομένου του φακέλου. Ο φυσικός δικαστής έχει ένα προνόμιο έναντι όλων ημών και γι αυτό θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί όταν αποφασίζουμε να αξιολογήσουμε την επί της ουσίας κρίση του: εκείνος έχει συστηματική πρόσβαση στο συνολικό περιεχόμενο της δικογραφίας, εμείς όχι. Το επιχείρημα “και οι κρίνοντες κρίνονται” στο επίπεδο της αξιολόγησης της ουσίας της υπόθεσης από νομικούς δεν είναι επαρκής δικαιολογία. Ιδίως σε εκκρεμούσα υπόθεση. Ιδίως όταν κατέχουμε θέση ευθύνης. Ιδίως όταν όλοι μας εντός του δικαστικού σώματος έχουμε σαν γνώμονα την υπαγωγή στην αρχή της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και στην εσωτερική εκδοχή της, που και πολύτιμη είναι και πρέπει να φυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού.

Συνεπώς η αξιολόγηση της ουσιαστικής κρίσης του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου δεν με αφορά και δεν αποτελεί αντικείμενο αυτης της παρέμβασης.

Περαιτέρω, μια αρχική παραδοχή είναι ότι αναγκαίο στοιχείο της κοινωνικής ζωής σε μια δημοκρατία είναι η νομιμότητα . Η τήρηση των κανόνων και η υπαγωγή όλων σε αυτούς . Θα τελείωνα πολύ εύκολα την παρέμβαση αυτή παραθέτοντας αποσπάσματα από τον Κρίτωνα και την Απολογία του Σωκράτη. Αυτή την άσκηση δημοκρατίας και δικαίου δεν θέλω να την στερήσω από τον φιλότιμο αναγνωστη αυτής της θέσης.

Ας μιλήσουμε λοιπόν δικαιοπολιτικά για το Νόμο και το τι προβλέπει :   

Το Συμβούλιο Φυλακών δεν είναι δικαστήριο, είναι διοικητικό όργανο  αρα οι κρίσεις του δεν μπορούν να συγκρίνονται με δικαστικές αποφάσεις γιατι δεν έχει τα απαιτούμενα εχέγγυα με κυριότερο την συγκρότηση αποκλειστικά από δικαστές (βλ. και ΟλΣτΕ 2011/2003). Συνεπώς θεσμικά πρόκειται για ανόμοιους σχηματισμούς, επιπλέον δε είναι  τμήμα του  σωφρονιστικού συστήματος της Χώρας, που στο σύνολο του λειτουργικά δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του νομοθέτη. Απτή απόδειξη ο αριθμός των ανθρωποκτονιών και άλλων αδικημάτων που τελούνται εντός φυλακής.

Το άρθρο 55 του Σωφρονιστικού κώδικα θέτει μεταξύ άλλων τυπικών προϋποθέσεων  και τις εξής : στην παράγραφο 3 να εκτιμήσει το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ότι δεν υπάρχει κίνδυνος τελέσεως από τον κρατούμενο, κατά την διάρκεια της άδειας, νέων εγκλημάτων και στην παράγραφο 4 να εκτιμήσει ότι συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν την προσδοκία ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγής του και ότι ο κρατούμενος δεν θα κάνει κακή χρήση της άδειας του.  Δηλαδή , ο νομοθέτης και όχι το Δικαστικό Συμβούλιο απαιτεί από τον κρατούμενο να έχει σωφρονιστεί, έτσι ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων ούτε κίνδυνος να διαφύγει ή να κάνει κακή χρήση της άδειας του. Συνεπώς, ο Νομοθέτης ζητά από τον Δικαστή να διαπιστώσει με την επι της ουσίας κρίση του, αν η απαίτηση του για την πλήρωση της ειδικής πρόληψης της ποινής  έχει επικυριαρχίσει στην προσωπικότητα του δράστη   έτσι ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος υποτροπής. Ο νομοθέτης ζητά αποχή από νέες πράξεις. Ο Δικαστής υπερασπιζόμενος το Κράτος Δικαίου δεν ζητά δήλωση φρονημάτων, ζητά απάντηση στο ερώτημα αν ο κρατούμενος με την όλη του στάση και συμπεριφορά παρέχει εγγυήσεις σωφρονισμού. Το κοινωνικό σύνολο που εβλήθη από την εγκληματική συμπεριφορά του δράστη δεν ζητά αστυνόμευση της σκέψης αλλά απαιτεί να έχει επιτευχθεί η ειδική πρόληψη. Για να μην κινδυνεύσει ξανά κανείς από τον ίδιο δράστη.  Η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του κρατούμενου δεν περιορίζεται από το νόμο με κάποιο μέτρο, όπως πχ την παραβατική συμπεριφορά του στις τυχόν άδειες που έλαβε, αλλά εκτιμάται ολιστικά από κάθε τι που σχετίζεται με την πιθανότητα τέλεσης νέων πράξεων , ή την κακή χρήση της άδειας του. Κατά λογική ακολουθία πολύ περισσότερο διεισδυτική πρέπει να είναι η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του κρατούμενου, όταν με την ad hoc πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου αναγνωρίζεται ότι δικαίωμα στην άδεια έχει και ο πολυισοβίτης.

Ο θεσμός των αδειών κρατουμένων, εξαιρετικά χρήσιμος για την εύρυθμη λειτουργία και απόδοση ενός σωφρονιστικού συστήματος, έχει στόχο την σταδιακή επανένταξη των καταδίκων στην κοινωνία. Έχει στόχο να αποκατασταθεί το κλίμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στο σύνολο και στο μέρος, επειδή στο παρελθόν το δεύτερο έδρασε εις βάρος του πρώτου. Εδώ πάλι παρεμβαίνει ο ρόλος του Δικαστή για να διαπιστώσει τον βαθμό της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης και το πως και πόσο έχει συντελέσει σε αυτήν ο κρατούμενος.

Σύμφωνα με την άποψη που διατυπώθηκε στο άρθρο η επιβληθείσα ποινή σε έναν καταδικασθέντα εξαντλεί τις αξιώσεις της Πολιτείας. Αυτή η θέση είναι ορθή μόνον υπό την προϋπόθεση ότι έχει εκτιθεί ολοκληρωτικά η ποινή. Τυπολογικά τότε εξαντλείται η αξίωση της Πολιτείας. Άλλη εκδοχή δεν μπορεί να υπάρχει γιατί ο Νόμος δεν το επιτρέπει. Η απαγγελία της ποινής από το δικαστήριο δεν είναι μόνον λέξη είναι και ενέργεια που πρέπει να εκτελεστεί. Συνεπής στην θέση αυτή ο νομοθέτης θέτει αυστηρές προϋποθέσεις όταν εξαιρετικά χορηγεί στον κρατούμενο το δικαίωμα της ολιγοήμερης αδείας , ή ακόμα και της υπό όρους απόλυσης. Σε διαφορετική περίπτωση τα εν λόγω δικαιώματα θα δίδοντο άνευ όρων , με προφανή συνέπεια την ματαίωση του στόχου της ποινικής τιμωρίας. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό την εγκληματολογική παρατήρηση ότι  κρατούμενοι τελούν αδικήματα στις άδειες τους αλλά και κατευθύνουν τρίτους μέσα από τη φυλακή με παροτρύνσεις ή εντολές στην τέλεση αδικημάτων.  

Τέλος, η νομολογιακή ταυτοποίηση υποθέσεων προϋποθέτει όχι μόνον την κατά το συντάκτη του σχολιαζόμενου άρθρου ταύτιση των προσώπων των δραστών ως δολοφόνων της Δημοκρατίας (κυριολεκτικά και μεταφορικά) αλλά επιπλέον την ομοιότητα των πραγματικών περιστατικών και την αναγωγή τους στους ίδιους κανόνες δικαίου και όχι σε διαφορετικούς (διατάξεις υφ όρον απόλυσης λόγω ανήκεστης βλάβης – διατάξεις χορήγησης άδειας σε κρατούμενο).    

Η Δημοκρατία σε αυτή τη Χώρα δεν κινδυνεύει από κάποιον εγκληματία. Μπορεί να κινδυνεύσει μόνον από εμάς τους πολίτες αν την αφήσουμε απροστάτευτη σε νοοτροπίες που τρέφουν την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα. Και επειδή είναι μέσα στις αναμενόμενες αστοχίες της κοινωνικής μας οργάνωσης το ότι το θύμα μιας προηγούμενης παράνομης πράξης δεν είχε την ευκαιρία να προστατευθεί επαρκώς, ας αφήσουμε το  φυσικό δικαστή να κρίνει αν πρέπει να παράσχει την απαιτούμενη προστασία σε κάθε τυχόν επόμενο.

 

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος

Εφέτης

Α΄Αντιπρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Οι άδειες των κρατουμένων και κατά πόσο απαιτείται η ιδεολογική τους μεταστροφή, Άρθρο του Προέδρου της ΕΔΕ κ. Χριστόφορου Σεβαστίδη

Χριστόφορου Σεβαστίδη,

ΔΝ- Εφέτη,

Προέδρου της  Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

Έξι συμβούλια φυλακών –στα οποία συμμετέχει ένας εισαγγελικός λειτουργός, ένας κοινωνικός λειτουργός και ο διευθυντής του καταστήματος κράτησης- ομόφωνα δέχτηκαν στο παρελθόν ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και χορήγησαν άδειες στον κρατούμενο Δ. Κουφοντίνα. Το Νοέμβριο του 2017 και τον Φεβρουάριο του 2018 ζητήθηκε από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου ο πειθαρχικός έλεγχος των εισαγγελέων, που συμμετείχαν στα συμβούλια αυτά.  Τον Φεβρουάριο του 2019 για πρώτη φορά δημιουργήθηκε διχογνωμία στο συμβούλιο φυλακών για το ίδιο αίτημα του ίδιου κρατουμένου και η υπόθεση εισήχθη προς κρίση στο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου, το οποίο με το υπ’ αριθμό 37/2009 βούλευμα απέρριψε την χορήγηση άδειας. Με το ίδιο σκεπτικό απορρίφθηκε πριν λίγες εβδομάδες όμοιο αίτημα από το ίδιο δικαστικό συμβούλιο με το υπ’ αριθμό 93/2019 βούλευμα. Η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αυτή τη φορά άσκησε αναίρεση κατά του βουλεύματος για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Πέρα από το ακατανόητο της πειθαρχικής δίωξης δικαστικών λειτουργών για την ελεύθερη δικαιοδοτική τους κρίση – βασικό θεμέλιο της δικαστικής ανεξαρτησίας- είναι βέβαιο ότι δημιουργήθηκε σύγχυση για τον ορθό νομικό τρόπο αντιμετώπισης τέτοιων υποθέσεων. Με το υπ’ αριθμό 1001/2019 βούλευμά του ο Άρειος Πάγος έλυσε το νομικό θέμα που ανέκυψε και δέχτηκε το δικαίωμα άδειας από τις φυλακές και για τους πολυισοβίτες.

Πέρα από το παραπάνω νομικό ζήτημα το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου είχε και μια επάλληλη σκέψη απόρριψης της αίτησης χορήγησης άδειας. Στις προϋποθέσεις χορήγησής της περιλαμβάνεται η εκτίμηση ότι δεν συντρέχει κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων κατά τη διάρκεια της άδειας καθώς και η προσδοκία ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγής και ότι ο κρατούμενος δεν θα κάνει κακή χρήση της άδειάς του. Ορθά δέχεται το βούλευμα ότι στην έννοια του σωφρονισμού δεν περιλαμβάνεται η ιδεολογική μεταστροφή του καταδικασθέντος. Εγώ θα συμπλήρωνα ότι δεν χρειάζεται ούτε η μεταμέλειά του για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε. Πρόκειται για στοιχείο που κρίθηκε κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβληθείσα ποινή εξαντλεί τις αξιώσεις της Πολιτείας έχοντας προσμετρήσει το είδος των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν και την προσωπικότητα του δράστη. Τα Δικαστήρια δεν έχουν ρόλο πολιτικού – ιδεολογικού καθοδηγητή και δεν ζητούν δηλώσεις μετανοίας και αποκήρυξης ιδεών που αποκλίνουν από τις κρατούσες αντιλήψεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αποφυλάκιση του δικτάτορα Παττακού το 1990 «λόγω ανηκέστου βλάβης της υγείας» με την υποχρέωση να παρουσιάζεται ανά 15θήμερο στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής του. Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε αμετανόητος υπεραμυνόμενος των εγκλημάτων της Χούντας. Δεν αμφισβητήθηκε τότε από κανέναν το δικαίωμα του εγκλείστου να αποφυλακιστεί για ανθρωπιστικούς λόγους και κανένας δεν ζήτησε από τον δικτάτορα να αποκηρύξει τις απόψεις του. Κυκλοφορούσε ελεύθερος ακόμα και γύρω από το Πολυτεχνείο χωρίς να θεωρηθεί πρόκληση και ασέβεια στους νεκρούς του 1973! Συνέχιζε να έχει επαφές με κύκλους και πολιτικά κόμματα που ήταν και είναι θιασώτες της δικτατορίας, χωρίς αυτό το γεγονός να θεωρηθεί επιβαρυντικό για την υφ’ όρον απόλυσή του. Και σωστά!

Θα πρέπει επίσης να γίνεται μια διάκριση μεταξύ των ιδεολογικών αρχών του κρατουμένου που υποστηρίζουν το αναγκαίο της ένοπλης δράσης για την κοινωνική αλλαγή και της έμπρακτης συμπεριφοράς του κατά το διάστημα που έκανε χρήση της άδειάς του. Αυτό που ενδιαφέρει το Δικαστήριο είναι το δεύτερο. Πως συμπεριφέρθηκε ο κρατούμενος τις προηγούμενες φορές που έλαβε άδεια. Εάν ήταν ή όχι συνεπής με τις υποχρεώσεις που του επιβάλει ο νόμος. Εάν η συμπεριφορά του κατά το χρόνο που βρίσκονταν σε άδεια δημιουργεί βάσιμα υποψίες ότι ετοιμάζεται να τελέσει νέα εγκλήματα ή εκδηλώνει έμπρακτα την πρόθεσή του να μην επιστρέψει στο κατάστημα κράτησης.   Η ιδεολογικοπολιτική και φιλοσοφική συζήτηση για τον ρόλο της βίας στην ιστορία είναι πολύ παλιά και δεν λύνεται με δικαστικές αποφάσεις. Το σημερινό αστικό – κοινοβουλευτικό πολίτευμα εδραιώθηκε στην Ευρώπη μετά την Γαλλική Επανάσταση του 1789 και την βίαιη σύγκρουση με τους φεουδαρχικούς θεσμούς και την Βασιλεία. Η ανθρώπινη ιστορία είναι μια ιστορία συγκρούσεων, πολέμων και συνεχών βίαιων αλλαγών σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Εκφεύγει ωστόσο της αρμοδιότητάς του Δικαστηρίου ή του Συμβουλίου Φυλακών κάθε ενασχόληση με τέτοια ζητήματα. Στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο υπάρχουν νόμιμα πολιτικά κόμματα, πολλά από τα οποία κυβερνούν ή συγκυβερνούν και τα οποία ανοιχτά υποστηρίζουν δικτατορίες που επιβλήθηκαν και τα φοβερά εγκλήματα που αυτές διέπραξαν. Όσο τα πολιτικά αυτά κόμματα δεν λειτουργούν και τα ίδια ως εγκληματική οργάνωση και δεν συμμετέχουν σε διάπραξη εγκλημάτων, λειτουργούν επιτρεπτά μέσα στη Δημοκρατία. Η δυνατότητα αυτή που δεν αμφισβητείται σε οργανωμένα πολιτικά κόμματα ασφαλώς και είναι ανεκτή με την αναγνώριση αντίστοιχου δικαιώματος σε έναν πολίτη. Ο αντίλογος που θα μπορούσε εδώ να υπάρξει είναι ότι ο κατάδικος για τρομοκρατία έχει προχωρήσει ήδη στην πράξη και δεν έμεινε στο στάδιο της θεωρίας ή της φανερής ιδεολογικής υποστήριξης της ένοπλης βίας. Ωστόσο για τις πράξεις που τέλεσε έχει ήδη καταδικαστεί και τιμωρείται. Αυτό που μένει πλέον είναι ο χώρος των ιδεών του.

Το να ζητείται από έναν κρατούμενο να αποκηρύξει τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις –όποιες κι’ αν είναι αυτές, όσο αποκρουστική κι’ αν είναι η ατομική βία σε επίπεδο ηθικό, όσο προβοκατόρικα και υπονομευτικά κι’ αν λειτουργεί σε επίπεδο διεκδίκησης κοινωνικών δικαιωμάτων- και να συμμορφωθεί με το αξιακό σύστημα που επικρατεί, θα οδηγούσε πολλές φορές είτε σε μια υποκριτική και κατ’ επίφαση δήλωση μετάνοιας, μη επαληθεύσιμη αφού εδράζεται αποκλειστικά στην ενδιάθετη βούληση του δηλούντος, είτε σε ρητή άρνηση συμμόρφωσης. Και στις δύο αντικειμενικά όμοιες περιπτώσεις οι θεωρητικές πιθανότητες «κινδύνου» για την κοινωνία είναι οι ίδιες. Στην πρώτη περίπτωση αμβλύνεται το υποκειμενικό αίσθημα φόβου ενώ στη δεύτερη οξύνεται. Πρόκειται όμως για κριτήριο αρκετά επισφαλές και καθόλου χρήσιμο στην αξιολόγηση.

Ίδια ή παρεμφερή διλήμματα αξιολόγησης της προσωπικότητας ενός κρατουμένου καλούνται συχνά να αντιμετωπίσουν δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί.  Οδηγός στη λήψη απόφασης δεν μπορεί να είναι ούτε ο φόβος άσκησης πειθαρχικού ελέγχου ούτε η πιθανότητα αναίρεσης της απόφασης ή του βουλεύματος, αλλά μόνο το ελεύθερο φρόνημα και ο ορθός και απόλυτα τεκμηριωμένος νομικός συλλογισμός.

 

Παρατηρήσεις στα σχέδια του νέου ΠΚ και του νέου ΚΠΔ, Παν.Λυμπερόπουλου και Δημ. Φούκα

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

Παρατηρήσεις και σχόλια στο σχέδιο νόμου του ΠΚ και ΚΠΔ Ν.Σαλάτα, Ευστ. Βεργώνη, Α.Ερμίδου, Β.Πάπαρη

Αποθήκευση αρχείου (DOCX, Unknown)

Συνέντευξη του Προέδρου της ΕΔΕ κ. Χριστόφορου Σεβαστίδη στον Real FM – 09/04/2019

Θέσεις επί των σχεδίων του ΠΚ και ΚΠΔ, Μαργ. Στενιώτη, Κων/νου Βουλγαρίδη, Γρ. Κομπολίτη

 

ΘΕΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ  ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ   

                     Μαργαρίτας Στενιώτη, Εφέτη,

                     Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών

                     Γρηγόρη Κομπολίτη, Ειρηνοδίκη

 

Η αναγκαιότητα επανεξέτασης του ποινικού μας συστήματος και εκσυγχρονισμού αυτού είχε τονισθεί επανειλημμένα απ’ όλο το  νομικό κόσμο, δεδομένου ότι η θέση σε ισχύ των βασικών νομοθετήματων ανάγεται σε χρόνο, που οι οικονομικοκοινωνικές συνθήκες της χώρας μας ήταν διαφορετικές. Επομένως, η διαμόρφωση ενός κανονιστικού πλαισίου που να στοχεύει στον εκσυγχρονισμό του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης ήταν επιβεβλημένη.

Οι θέσεις μας, που θα εκτεθούν κατωτέρω, πρέπει να σημειώσουμε, ότι δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν πλήρεις, λόγω του περιορισμένου χρόνου διαβούλευσης των σχεδίων των εν λόγω Κωδίκων. Αντίθετα διακρίνονται για τον αποσπασματικό τους χαρακτήρα κατά τη διατύπωση προτάσεων,  αντιρρήσεων και διορθώσεων.

 

Γενικές παρατηρήσεις

Μέσα στα σχέδια και των δύο Κωδίκων διαφαίνεται η αλλαγή  της φιλοσοφικής προσέγγισης του ποινικού συστήματος της χώρας μας, η προσπάθεια να συμβαδίσει η χώρα μας με τις σύγχρονες τάσεις και να ανταποκριθεί στις διεθνείς και ευρωπαϊκές  δεσμεύσεις για τον εξορθολογισμό της απονομής της ποινικής Δικαιοσύνης από άποψη κόστους και χρόνου και η αντιμετώπιση του υπερπληθυσμού των σωφρονιστικών καταστημάτων. Συγκεκριμένα παρατηρείται:

Α. Εισαγωγή των βασικών αρχών της Αποκαταστατικής – Επανορθωτικής Δικαιοσύνης, δηλαδή ενός ποινικού συστήματος,  που σκοπό έχει τη συμφιλίωση των αντίδικων πλευρών μέσα από θεσμοθετημένες νομικές διαδικασίες και παράλληλα τη συμφιλίωση του δράστη με την κοινωνία π.χ με την πρόβλεψη  ως κύριας ποινής της επιβολής κοινωφελούς εργασίας, που συμβάλλει στη μη περιθωριοποίηση του δράστη.

Β. Εισαγωγή εναλλακτικών διαδικασιών επίλυσης της διαφοράς ως  μέσου εξορθολογισμού της ποινικής διαδικασίας.

Γ . Εξορθολογισμός των ποινών, που βρίσκεται σε σύμπνοια με την ελληνική νομική παράδοση και την επιεική νοοτροπία, που διαπνέει την τελευταία.  

Ωστόσο, επειδή πρόκειται για μία ριζική μεταρρύθμιση οφείλουμε να κάνουμε δύο επισημάνσεις ως προς τα σχέδια, κυρίως δε του Ποινικού Κώδικα και αυτές είναι: η μη αντιμετώπιση του φαινομένου ποινικοποίησης των αστικών διαφορών, που επιβαρύνει ιδιαίτερα τα ποινικά Δικαστήρια και η μη ενσωμάτωση τουλάχιστον μέρους του μεγάλου αριθμού των ειδικών ποινικών νόμων στον Ποινικό Κώδικα με κατηγοριοποίηση αδικημάτων.      

Τοποθέτηση επί του σχεδίου του Ποινικού Κώδικα.

Θετικά αξιολογείται:  

  1. η διεύρυνση της έννοιας των «οικείων» (άρθρο 13 περ. β σχΠΚ)
  2. η δυνητικά ευνοϊκότερη αντιμετώπιση του δράστη εγκλήματος που τελείται με παράλειψη (άρθρο 15 παρ. 2 σχΠΚ)
  3. ο καθορισμός χρόνου τέλεσης της πράξης μόνο του χρόνου κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει (άρθρο 17 σχΠΚ)
  4. ο πληρέστερος ορισμός της συναυτουργίας (άρθρο 45 σχΠΚ)   
  5. η εισαγωγή του θεσμού της κοινωφελούς εργασίας, ως κύριας ποινής, που θα  εκτελείται σε δημόσιες υπηρεσίες, ΟΤΑ κλπ. (άρθρο 55 σχΠΚ). Με την παρατήρηση, όμως, της ανυπαρξίας ελεγκτικών μηχανισμών εκτέλεσης της ποινής.
  6. η κατάργηση της αυτοδίκαιης αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων και των αποτελεσμάτων αυτής και η πρόβλεψη μόνο παρεπόμενων ποινών αποστέρησης θέσεων και αξιωμάτων, απαγόρευσης άσκησης επαγγέλματος, δήμευσης περιουσιακών στοιχείων κλπ.  (άρθρο 59 σχΠΚ)
  7. το πλήρες νομοθετικό πλαίσιο της δήμευσης περιουσιακών στοιχείων, ως παρεπόμενης ποινής (άρθρο 68 σχΠΚ)  
  8. η κατάργηση της μετατροπής της ποινής σε χρήμα στα πλημμελήματα (άρθρο 82 σχΠΚ),
  9. ο επανακαθορισμός  της ελαφρυντικής περίστασης «του προτέρου εντίμου βίου» με την εισαγωγή του όρου «σύννομη ζωή» (άρθρο 84 σχΠΚ)      
  10. η αναμόρφωση του κεφαλαίου των ποινών με τον εξορθολογισμό αυτών, δεδομένου ότι τα «ελαφρά» πλημμελήματα τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης έως τρία έτη, οι οποίες αναστέλλονται με όρους ή δίχως, πλην εξαιρέσεων υποτροπής, ενώ τα «βαριά» πλημμελήματα, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης από τρία έως πέντε έτη, ποινή η οποία και θα εκτίεται (θετική η πραγματική έκτιση σχΠΚ 99). Ως προς τα κακουργήματα προβλέπεται ποινή από 5 έως 15 έτη κάθειρξης, δηλαδή μείωση του ανώτατου ορίου κάθειρξης (σχΠΚ52). Ωστόσο, πρέπει η μείωση του ανώτατου ορίου να αντιμετωπισθεί συνδυαστικά με το άρθρο 105Β σχΠΚ, που προβλέπει την υφ’ όρον απόλυση, δεδομένου ότι ο χρόνος  πραγματικής έκτισης της ποινής στα κακουργήματα μειώνεται υπερβολικά και δυσανάλογα με την απαξία των εν λόγω πράξεων.  
  11. η πρόβλεψη δεκαπενταετούς παραγραφής των κακουργημάτων, πλην  της ειδικής εικοσαετούς παραγραφής για τα αδικήματα, που ο νόμος προβλέπει ποινή ισόβιας κάθειρξης, διότι ή αρχή του Κράτους Δικαίου επιβάλλει την ταχεία εκκαθάριση των δικαστικών υποθέσεων (άρθρο 111 σχΠΚ)
  12. η ποινική αντιμετώπιση δραστών νεαρής ηλικίας, 18 έως και 25 ετών,  ως και οι ανήλικοι (άρθρο 133 σχΠΚ)
  13. η αντικατάσταση της πράξης της αντίστασης από την ευρύτερη πράξη υπό τον τίτλο «βία κατά υπαλλήλων και δικαστικών προσώπων»  (άρθρο 167 σχΠΚ)
  14. η πρόβλεψη της άδικης πράξης της αθέμιτης επιρροής σε δικαστικό λειτουργό ή διαιτητή ή ένορκο για πράξεις που ανάγονται στα καθήκοντα τους (άρθρο 167Α σχΠΚ).
  15. η κατάργηση του άρθρου  195 του ισχύοντος ΠΚ περί κατάρτισης ένοπλης ομάδας, ως παρωχημένης διάταξης και άνευ εφαρμογής
  16. η κατάργηση του άρθρου 247 του ισχύοντος ΠΚ περί του αξιόποινου χαρακτήρα  της απεργίας των δημοσίων υπαλλήλων, η οποία είχε περιπέσει σε αχρησία και ήταν αναχρονιστική
  17. η κατάργηση του αναχρονιστικού  ν. 1608/50, σύμφωνα με τον οποίο περιουσιακά εγκλήματα επέσυραν ποινές μεγαλύτερες απ’ αυτά κατά της ανθρώπινης ζωής (άρθρο 462 σχΠΚ)

 

Αρνητικά αξιολογείται:

 

  1. η κατάργηση της απρόσφορης απόπειρας ( άρθρο 43 ΠΚ), διότι αν και αμφιλεγόμενη έννοια του Ποινικού Δικαίου, δεν παύει να στοιχειοθετείται με δράση στρεφόμενη κατά ορισμένου έννομου αγαθού
  2. η εξομοίωση της άμεσης με την απλή συνέργεια (σχΠΚ 47)
  3. η πρόβλεψη ως ελαφρυντικής περίπτωσης και της μη εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου (σχΠΚ 84 παρ. 3)
  4.  η ανάθεση της εποπτείας για την τήρηση των υποχρεώσεων του υπό όρο απολυομένου  και σε εταιρεία προστασίας αποφυλακιζομένων (άρθρο 106 παρ. 3 σχΠΚ). Απαιτείται διευκρίνιση ως προς την νομική της μορφή.      
  5. Η κατάργηση του άρθρου 81 Α, ήτοι του ειδικού πλαισίου ποινών για το έγκλημα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά και η λήψη μόνο υπόψη του ρατσιστικού κινήτρου κατά την επιμέτρηση της ποινής  (άρθρο 79 παρ. 5 σχΠΚ)
  6.  η πρόβλεψη ως ανώτατο όριο της συνολικής ποινής φυλάκισης επί αληθινής κατ’ ιδέαν συρροής στην ανθρωποκτονία από αμέλεια τα πέντε (5) έτη (σχΠΚ 94 παρ. 2) από δέκα (10), που προβλέπει ο ισχύον ΠΚ.
  7. Ειδικά για την εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187 σχΠΚ)

Α. Διευρύνεται η έννοια της εγκληματικής οργάνωσης, δεδομένου ότι για τη στοιχειοθέτηση αυτής προβλέπεται η διάπραξη όλων των κακουργημάτων, με απάλειψη της απαρίθμησης κακουργημάτων της ισχύουσας διάταξης.

Β. Στο ισχύον άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα η συγκρότηση ή ένταξη σε εγκληματική οργάνωση τιμωρείται με κάθειρξη 5 έως 10 ετών και η διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης τιμωρείται με πλαίσιο ποινής 10 – 20 έτη. Στην προτεινόμενη διάταξη το πλαίσιο ποινής για την πράξη της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης μειώνεται από 5 – 10 έτη κάθειρξης και  στην παρ. 2 του άρθρου 187 σχΠΚ η διεύθυνση προβλέπεται ως επιβαρυντική περίσταση, με συνέπεια το ανώτατο όριο ποινής να καθορίζεται σε κάθειρξη 15 ετών, που είναι και το ανώτατο όριο της πρόσκαιρης κάθειρξης. Ωστόσο, επειδή ο διευθύνων την εγκληματική οργάνωση έχει ξεχωριστό, σημαντικό, και καθοδηγητικό ρόλο θα πρέπει η απαξία της πράξης του  ν’ αντιμετωπισθεί αυτοτελώς με την πρόβλεψη ποινής κάθειρξης 10 – 15 ετών.

  1. Η διαζευκτική πρόβλεψη της ποινής πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον 10 ετών στην ανθρωποκτονία εκ προθέσεως (άρθρο  299 παρ. 1 σχΠΚ).
  2. Βιασμός (άρθρο 336 σχΠΚ) – Εξαναγκασμός σε γενετήσια πράξη (άρθρο 343 σχΠΚ)

Το νέο άρθρο 336 σχΠΚ προβλέπει αυστηρότερες προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος  Το ανωτέρω άρθρο καθώς και το άρθρο 343 του σχΠΚ (εξαναγκασμός σε γενετήσια πράξη) θέτουν ως προϋπόθεση εφαρμογής τους την κατάργηση της βούλησης του θύματος ή τον περιορισμό της, κατά την τέλεση των ως άνω πράξεων ενώ ορθό θα ήταν να εισαχθεί ως προϋπόθεση η «έλλειψη ελεύθερης συναίνεσης του θύματος». Η δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων (π.χ. γυμνών φωτογραφιών, προσωπικών στιγμών μέσω διαδικτύου κλπ.) με σκοπό τον εξαναγκασμό σε γενετήσια πράξη  και εν τέλει ο εξαναγκασμός σε τέτοια, φαινόμενο το οποίο έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις και εμπίπτει στο πεδίο ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 343 παρ. 2 σχΠΚ αντιμετωπίζεται με άκρα επιείκεια και δυσανάλογα με την απαξία της πράξης αυτής.

  1. η κατ’ έγκληση δίωξη της κλοπής (άρθρα 381 παρ. 1 σχΠΚ). Η πρόβλεψη αυτή γεννά πολλά προβλήματα, π.χ. στην περίπτωση που καταλαμβάνεται ο δράστης από αστυνομικά όργανα να αφαιρεί ξένα πράγματα π.χ. οικίας και απουσιάζει ο παθών.  Η μόνη νόμιμη ενέργεια των αστυνομικών οργάνων είναι η προσαγωγή του δράστη στο αστυνομικό τμήμα, η αναζήτηση και ανεύρεση του παθόντος άμεσα, η κλήση του, ώστε να προσέλθει στο επιληφθέν αστυνομικό τμήμα και κατόπιν η υποβολή σχετικής έγκλησης. Προτείνεται η μη τροποποίηση της παραπάνω διάταξης και επίσης να παραμείνει κακουργηματικής μορφής η πράξη της κλοπής ή ληστείας κατ’ επάγγελμα (άρθρο 374 παρ. 1 σχΠΚ).
  2. Η αυθαίρετη τροποποίηση των προβλεπόμενων ποινών σε ειδικούς ποινικούς νόμους (σχΠΚ 463), π.χ. όπου απειλείται κάθειρξη έως δέκα ετών, αυτή μετατρέπεται σε φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή, δίχως να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, η βαρύτητα κλπ. κάθε εγκλήματος.    
  3. Ειδικά για την κατάργηση των πταισμάτων. Το σχΠΚ διακρίνει τα  ποινικά αδικήματα σε κακουργήματα και πλημμελήματα και συνεπώς  καταργεί δια παραλείψεως τα πταίσματα, είτε αυτά προβλέπονται στον ισχύοντα ΠΚ είτε σε ειδικούς ποινικούς νόμους (Κ.Ο.Κ., Αστυνομικές διατάξεις κλπ.). Η συλλήβδην κατάργηση των πταισμάτων προκαλεί προβληματισμό,  και ναι μεν τα σοβαρά μετατρέπονται σε πλημμελήματα τα υπόλοιπα δε θα τιμωρούνται ως διοικητικές παραβάσεις με πρόστιμα. Συνέπεια της τελευταίας αυτής μετατροπής είναι οι αντιρρήσεις κατά της επιβολής των προστίμων να  εισάγονται προς εκδίκαση στα Διοικητικά Δικαστήρια, που σημαίνει επιπρόσθετο κόστος για τον πολίτη, δεδομένου ότι ενώπιον του πταισματοδικείου ο κατηγορούμενος, κατά κανόνα, εμφανίζεται δίχως συνήγορο υπεράσπισης. Οι αντιρρήσεις αυτές δεν δύνανται να εκδικάζονται από τα πταισματοδικεία, όπως σχετική άποψη διατυπώθηκε, διότι από την επιβολή διοικητικού προστίμου αναφύεται Διοικητικού Δικαίου διαφορά. Η κατάργηση δε αυτή των πταισμάτων δεν λαμβάνει υπόψη την κοινωνική πραγματικότητα και το γεγονός ότι η πρόβλεψη πταισματικών παραβάσεων και η απειλούμενες ποινές συμβάλλουν στη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης, της δημόσιας ασφάλειας και της δημόσιας υγείας, σκοπός, ο οποίος δεν επιτυγχάνεται με τις διοικητικές κυρώσεις. Συνεπώς, απαιτείται επανεξέταση της κατάργησης αυτών.

  

Τοποθέτηση επί του σχεδίου του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Θετικά αξιολογούνται:

 

  1. οι νέοι θεσμοί της ποινικής συνδιαλλαγής (άρθρα 301, 302 σχΚΠΔ), της ποινικής διαπραγμάτευσης (άρθρο 303 σχΚΠΔ) και της ποινικής διαταγής (άρθρο 409 σχΚΠΔ), οι οποίοι θα συμβάλλουν στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και στην επιτάχυνση της απονομής της ποινικής Δικαιοσύνης, με την προϋπόθεση, όμως, ότι θα υπάρξουν οι απαιτούμενες υποδομές, το απαιτούμενο ανθρώπινο δυναμικό και η εκπαίδευση αυτού. Οι θεσμοί της ποινικής διαπραγμάτευσης και της ποινικής συνδιαλλαγής εναρμονίζονται με τις, αγγλοσαξωνικής προέλευσης, θεσμοθετημένες νομικές διαδικασίες, που στοχεύουν στη συμφιλίωση, είναι ενσωματωμένες και λειτουργούν εντός του επίσημου ποινικού συστήματος απονομής της δικαιοσύνης και ο ρόλος του διαμεσολαβητή ανατίθεται στους εισαγγελείς. Ειδικά, ο θεσμός της ποινικής συνδιαλλαγής, κατά τον οποίο ο Εισαγγελέας θα μπορεί να προτείνει ποινή στον κατηγορούμενο πριν την άσκηση ποινικής δίωξης με δεδομένη την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας ανταποκρίνεται στη διεθνή άποψη της θεωρίας της επικοινωνίας με το δράστη, ώστε αυτός ν’ αποδεχθεί την τιμωρία και το νόημα μεταμέλειας που αυτή περικλείει.

Όσον αφορά την ποινική διαταγή, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μεταφορά της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής των αστικών διαφορών και ανακοπής κατ’ αυτής στην ποινική διαδικασία. Θεσμός γνωστός στις Ευρωπαϊκές χώρες και ιδίως στη Γερμανία, που θεωρείται και επιτυχημένος.  Αποσκοπεί στην αποσυμφόρηση των Δικαστηρίων, δίχως να θίγεται το δικαίωμα ακρόασης και υπεράσπισης των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και συνακόλουθα να παραβιάζεται το Σύνταγμα και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι ο καταδικασθείς μπορεί να υποβάλλει αντιρρήσεις και να επακολουθήσει  ακροαματική διαδικασία στο ποινικό δικαστήριο.

  1. Η πρόβλεψη, στον Κώδικα πλέον, Εισαγγελέων Ειδικών Καθηκόντων  και δη του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος (άρθρο 33 σχΚΠΔ) και του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς (άρθρο 35 σχΚΠΔ), θεσμοί ήδη επιτυχημένοι, η αποτελεσματικότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, όπως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η αναγκαιότητα  ύπαρξης εξειδικευμένων εισαγγελικών λειτουργών για τα ως άνω πολύπλοκα εγκλήματα.
  2. η κατάργηση του παραβόλου υποβολής έγκλησης (άρθρο 51 σχΚΠΔ)
  3. η τροποποίηση των διατάξεων για την πολιτική αγωγή και η  πρόβλεψη παράστασης του δικαιούμενου αποζημίωση κλπ. κατά τον Αστικό Κώδικα ενώπιον ποινικού δικαστηρίου για υποστήριξη της κατηγορίας (άρθρα 63 επ. σχΚΠΔ)     
  4. οι διατάξεις οι σχετικές με την κύρια ανάκριση (άρθρα 246 επ.  σχΚΠΔ)

Αρνητικά αξιολογείται:

 

  1. η κατάργηση των πταισματοδικείων ως δικαστηρίων που ασκούν και ποινική δικαιοδοσία (άρθρο 1 σχΠΚ), δεδομένου ότι θα υφίστανται ως οργανικές μονάδες, προκειμένου οι πταισματοδίκες (και ειρηνοδίκες) να ενεργούν προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση, κατά το άρθρο 31 σχΚΠΔ.
  2. η τροποποίηση της αρμοδιότητας των Μονομελών και Τριμελών Πλημμελειοδικείων, με επιβάρυνση και πάλι των Τριμελών Πλημμελειοδικείων (άρθρα 112,115 σχΚΠΔ)
  3. Ο περιορισμός της αρμοδιότητας του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων μόνο στην ποινική συνδιαλλαγή και διαπραγμάτευση (άρθρο 110 σχΚΠΔ). Η τροποποίηση αυτή παραγνωρίζει την αποτελεσματική λειτουργία των ανωτέρω Δικαστηρίων έως σήμερα και τη συμβολή τους στην  επιτάχυνση της εκδίκασης των ποινικών υποθέσεων, που υπάγονταν στην αρμοδιότητά τους με την έκδοση ποιοτικών αποφάσεων επ’ αυτών καθώς και το γεγονός συγκρότησης αυτών από έμπειρους Δικαστές με υπηρεσία άνω των 20 ετών.       

Μία γενική παρατήρηση. Στο σχέδιο του εν λόγω Κώδικα διαφαίνεται η δυσπιστία απέναντι σε Δικαστήρια συγκροτούμενα από ένα Δικαστή, ανεξαρτήτως βαθμού και αντίθετα η εμπιστοσύνη στις πολυμελείς συνθέσεις, οι οποίες, όπως είναι γνωστό, λόγω του τεράστιου εργασιακού φόρτου των Δικαστών (και Εισαγγελέων) των πολλαπλών καθηκόντων και υπηρεσιών που εκτελούν, είναι δυσλειτουργικές (π.χ. στην περίπτωση των δικών με μεγάλη διάρκεια και πολλές διακοπές συνεδριάσεων, που στα Εφετεία αποτελούν τον κανόνα). Η Επιτροπή, φρονούμε, θα έπρεπε, λαμβάνοντας υπόψη στατιστικά στοιχεία (ποσότητας – ποιότητας) να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση της ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων των μονομελών Δικαστηρίων.  

  1. η μη πρόβλεψη για το ποιες αποφάσεις πρέπει να καθαρογράφονται (άρθρο 142 σχΚΠΔ). Η καθαρογραφή όλων δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τις υπάρχουσες υποδομές και το προσωπικό που υπηρετεί στα Δικαστήρια.
  2. η πρόβλεψη φωνοληψίας της διαδικασίας απ’ όλους τους παράγοντες της δίκης σε κάθε περίπτωση και όταν ακόμη δεν τηρούνται με φωνοληψία τα επίσημα πρακτικά της δίκης (άρθρο 143 παρ. 3 και 6 σχΚΠΔ)    
  3. η ρύθμιση περί ορισμού εισηγητή δικαστή στην εκδίκαση κακουργημάτων (άρθρο 333 παρ. 1 σχΚΠΔ). Η ρύθμιση δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό, αντίθετα δυσχεραίνει το ήδη επιβαρυμένο έργο των Δικαστών.   

Τέλος, πρέπει ν’ αναφέρουμε και να μας προβληματίσει το φαινόμενο ατιμωρησίας που θα παρατηρηθεί, με την εφαρμογή του νέου Ποινικού Κώδικα, δεδομένου ότι, κατ’ εφαρμογή της βασικής αρχής του ευμενέστερου για τον κατηγορούμενο νόμου στις εκκρεμείς υποθέσεις, χιλιάδες εξ αυτών θα υποπέσουν σε παραγραφή.  

                             

                     Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης

                     Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών

                     Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης