Η ελαφρυντική περίσταση του άρθρ.84 παρ. 2 περ. α του νέου Π.Κ. (σύννομη ζωή), Κων/νου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, μέλους Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε.
/in Επιστημονικά Άρθρα /by adminΗ ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α του νέου Ποινικού Κώδικα (σύννομη ζωή) – Ο όρος ΄΄σύννομη΄΄ περιλαμβάνει αξιολογικά στοιχεία, που σημαίνει ότι μόνο το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για την κατάφαση του εν λόγω ελαφρυντικού
Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, Μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 περ. α του προϊσχύσαντος ποινικού κώδικα, ως ελαφρυντική περίσταση, που επαγόταν τη μείωση της ποινής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΠΚ, εθεωρείτο το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο, που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Το λευκό ποινικό μητρώο δεν επαγόταν, καθ΄ εαυτό, τη συνδρομή της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως (βλ. μεταξύ άλλων ΑΠ 57/2017), αλλά απαιτείτο η ύπαρξη έτι περαιτέρω περιστάσεων, στο μέτρο των δυνατοτήτων του κάθε δράστη, που να θεμελιώνουν κατά τρόπο θετικό τη συνδρομή της προαναφερόμενης προϋπόθεσης ώστε να καταφαθεί η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση. Αλλά ούτε και το ΄΄μη λευκό ποινικό μητρώο΄΄ στην περίπτωση ελαφρού πλημμελήματος θα μπορούσε να άγει σε κρίση περί μη συνδρομής του εν λόγω ελαφρυντικού. Αυτό ακριβώς προβλέπει, πλέον, ρητά ο νομοθέτης στη διάταξη του νέου άρθρου 84 παρ.2 περ. α του νέου Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, κατά τη νέα διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 περ.α ΠΚ ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται ΄΄το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα΄΄. Ορίζεται δηλαδή, πλέον, ρητά ότι η καταδίκη για ελαφρό πλημμέλημα και το μη λευκό εξ αυτού του λόγου ποινικό μητρώο δεν αποκλείει την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού.
Ο νομοθέτης, όμως, και στη νέα διάταξη και προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης χρησιμοποιεί επίσης έναν, τρόπο τινά, αξιολογικό όρο ήτοι αυτό της σύννομης ζωής. Κατά την άποψη μου η εκ νέου διατύπωση της διατάξεως ως προς το σημείο αυτό δεν μπορεί να μεταβάλλει τη μέχρι σήμερα νομολογιακή ερμηνευτική προσέγγιση της εν λόγω διατάξεως. Η χρήση, δε, του όρου ΄΄σύννομη΄΄ έρχεται ουσιαστικά όχι για να υπονοήσει ότι η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση καταφάσκεται ακόμη και με την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου καθ΄ εαυτού, αλλά για να περιλάβει μια γενικότερη διατύπωση αίροντας τυχόν ανισότητες, που θα μπορούσαν να εμφανισθούν κατά την ποινική αντιμετώπιση των δραστών. Για παράδειγμα ο δράστης ενός εγκλήματος, που βρίσκεται σε μία καλή οικονομική κατάσταση θα μπορούσε να αναπτύξει πιο εύκολα θετική δράση για το κοινωνικό σύνολο ή στην επαγγελματική και εν γένει ατομική και επαγγελματική του ζωή και επομένως θα είχε θεωρητικά και τη δυνατότητα να του αναγνωρισθεί το εν λόγω ελαφρυντικό σε σχέση με έναν άνεργο δράστη ενός εγκλήματος, ο οποίος λόγω έλλειψης οικονομικών δυνατοτήτων δεν θα μπορούσε να έχει την αντίστοιχη δυνατότητα πλην από το να διάγει μια σύννομη ζωή, μια ζωή δηλαδή που καταδεικνύει με θετικές ενέργειες στο μέτρο των δυνατοτήτων του καθενός το σεβασμό απέναντι στα έννομα αγαθά. Επομένως, με τη νέα διάταξη και με τη χρήση του όρου σύννομη, σκοπό του νομοθέτη αποτελεί η άρση τυχόν ανισοτήτων, που θα μπορούσαν να προκύψουν κατά την κατάγνωση της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως, χωρίς, όμως, ωστόσο, αυτό να σημαίνει ότι υπό τη νέα διάταξη αρκεί η ύπαρξη και μόνο λευκού ποινικού μητρώου για την κατάφαση του εν λόγω ελαφρυντικού. Αν ο νομοθέτης επεδίωκε τούτο θα το είχε ορίσει ρητά. Σημειωτέον ότι η άνω προσέγγιση δεν συνιστά αναλογική διορθωτική ερμηνεία σε βάρος του κατηγορουμένου αλλά ερμηνεία στο πλαίσιο της γραμματικής διατύπωσης της ανωτέρω διατάξεως.
Αντίθετη εκδοχή (ότι δηλαδή μόνο το λευκό ποινικό μητρώο αρκεί για την κατάφαση του εν λόγω ελαφρυντικού): α) θα ήταν αντίθετη με τη φύση των ελαφρυντικών περιστάσεων, οι οποίες δεν λαμβάνονται απλώς υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής αλλά μεταβάλουν ουσιωδώς προς το επιεικέστερο τα όρια της απειλούμενης στο νόμο ποινής, που σημαίνει ότι πρόκειται περί περιστάσεων εξαιτίας των οποίων η ποινική αντιμετώπιση του δράστη ενός εγκλήματος και η απαξία της όλης στάσης του απέναντι στα έννομα αγαθά αποκτά άλλα χαρακτηριστικά και β) αν γινόταν δεκτή μια τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση (περί κατάφασης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 περ. α του νέου ΠΚ με τη νέα διατύπωση υπό την ύπαρξη και μόνο λευκού ποινικού μητρώου) τότε θα οδηγούμασταν αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι ο ποινικός νομοθέτης θέλησε να αντιμετωπίζονται επιεικώς όσοι εγκληματούν για πρώτη φορά (!!!), παραδοχή βέβαια η οποία δεν ξέρω αν θα μπορούσε να έχει βάσιμο έρεισμα στο δόγμα του ποινικού δικαίου.
Σε κάθε περίπτωση, η ίδια η νομολογία θεωρώ ότι θα διαμορφώσει το πλαίσιο της ερμηνευτικής προσέγγισης της νέας διάταξης όπως και όλων των νέων διατάξεων του νέου Ποινικού Κώδικα.
Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ
ΠΟΙΝΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ Ή ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ; ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΒΕΡΓΩΝΗ,ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΕΦΕΤΩΝ, Β΄ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ Ε.Δ.Ε.
/in Επιστημονικά Άρθρα /by adminΑπό την 1η Ιουλίου 2019 έχουν τεθεί σε ισχύ οι νέοι Κώδικες, Ποινικός και Ποινικής Δικονομίας, μετά από 70 περίπου χρόνια εφαρμογής των προηγούμενων Κωδίκων, που ίσχυαν από το 1951. Η έναρξη ισχύος τους πραγματοποιήθηκε με σωρεία διαμαχών και κριτικών, σχετικά με τις άμεσες επιπτώσεις εφαρμογής τους. Οι διαμάχες αυτές εστιάζονται σε θέματα που απασχολούν έντονα την κοινή γνώμη (κατάδικοι για τρομοκρατία π.χ.), βάζοντας την κριτική κάτω από το πρίσμα της συγκυρίας, παραμερίζοντας την οπτική της ιστορίας. Εστιάζοντας στην οπτική αυτή θα πρέπει να προχωρήσουμε σε δύο παρατηρήσεις, μία στο πεδίο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου και μία σε αυτό του δικονομικού δικαίου.
Ο Ποινικός Κώδικας, στο ειδικό του μέρος, με την πρόβλεψη των ποινών για κάθε έγκλημα, είναι μια αξιολόγηση των ποινικά προστατευόμενων έννομων αγαθών και αντιστοίχως των εγκλημάτων. Η τιμώρηση δηλαδή ενός εγκλήματος με χαμηλή ποινή φυλάκισης ή με κάθειρξη, οφείλεται στην αξιολόγηση τόσο του έννομου αγαθού που προστατεύεται ποινικά όσο και της βλάβης που επιφέρει ή του κινδύνου που δημιουργεί. Η αφαίρεση ανθρώπινης ζωής ως βλάβη αξιολογείται πολύ υψηλά με αποτέλεσμα η προβλεπόμενη ποινή να είναι ισόβια ή κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών ενώ η βλάβη της τιμής που επιφέρει η εξύβριση αξιολογείται χαμηλά και τιμωρείται με φυλάκιση από δέκα ημέρες έως έξι μήνες. Η αξιολόγηση αυτή, διεπόμενη πάντα από την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, δεν είναι αυστηρά επιστημονική, αλλά κυρίως κοινωνική απόφαση, δηλαδή εν τέλει πολιτική επιλογή. Η αξιολόγηση όμως για να παράξει τα επιδιωκόμενα κοινωνικά αποτελέσματα και να διαμορφώσει την ανάλογη συλλογική συνείδηση είναι αναγκαίο να λειτουργήσει σε βάθος χρόνου. Στο κοινοβουλευτικό μας σύστημα υπάρχει η ευχέρεια της αλλαγής αυτής της αξιολόγησης. Σημαντικότερο παράδειγμα το άρθρο 189 ΠΚ, που τιμωρεί τις βιαιοπραγίες σε μαζικές εκδηλώσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας. Το 2014 η προβλεπόμενη ποινή έφτανε μέχρι την κάθειρξη, και το 2015, μετά την αλλαγή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, περιορίστηκε σε φυλάκιση μέχρι 6 μηνών.
Μοναδικός τρόπος για την διασφάλιση της απαραίτητης μακροημέρευσης των ποινικών ρυθμίσεων, είναι η ευρεία συναίνεση στην νομοθέτησή τους. Και τέτοια συναίνεση δεν υπήρξε κατά την εσπευσμένη ψήφιση του νέου Ποινικού Κώδικα, αντίθετα επελέγη η ψήφισή του μεσούσης ουσιαστικά της προεκλογικής περιόδου και με την μισή Βουλή απούσα. Το γεγονός αυτό μας οδηγεί σε μια δυσοίωνη πρόβλεψη για την ουσιαστική κοινωνική λειτουργία. Ας ελπίσουμε ότι για τις όποιες αναγκαίες αλλαγές, θα επιδιωχθεί μια ευρύτατη συναίνεση, που θα διασφαλίσει την μακροημέρευση.
Το πεδίο του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί κυρίως μέσω του δικονομικού συστήματος είναι δυνατή η αντιμετώπιση της καθυστέρησης στην απονομή της Ποινικής Δικαιοσύνης και η ποθούμενη δραματική μείωση του χρόνου περάτωσης των ποινικών υποθέσεων. Είχα τονίσει και παλαιότερα ότι ο βασικός λόγος της καθυστέρησης είναι ο υπερβολικός αριθμός δικαστικών λειτουργών, Δικαστών και Εισαγγελέων, που απαιτείται για την οριστική περαίωση των δυσχερών ποινικών υποθέσεων, που ανέρχεται σε 40 με 50. Μάλιστα το πρόβλημα της καθυστέρησης αντιμετωπίστηκε σε όλες τις χώρες με το ίδιο δικονομικό σύστημα με το ελληνικό, με την προώθηση μεταρρυθμίσεων που μείωσαν τον αριθμό αυτό σε 1 με 3 δικαστικούς λειτουργούς. Η πρόθεση για περισσότερους δικαστικούς λειτουργού υλοποιήθηκε και με τον αμφιλεγόμενο τρόπο της Πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που αυξάνει τις θέσεις των δικαστικών λειτουργών, λόγω των αναγκών που δημιουργεί ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας!
Με τον νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αυξάνεται ο αριθμός των δικαστικών λειτουργών που απαιτούνται για την εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων εντυπωσιακά. Και αυτό γίνεται αφ’ ενός με την κατάργηση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων ως ουσιαστικού Δικαστηρίου, και την εκδίκαση αυτών από Τριμελές, και αφ’ ετέρου με τη αύξηση της αρμοδιότητας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Παράλληλα οι νέοι θεσμοί περάτωσης της ποινικής διαδικασίας χωρίς παραπομπή των υποθέσεων σε Δικαστήριο, δεν είναι υποχρεωτική για τον αρμόδιο Εισαγγελέα, με αποτέλεσμα να επαφίεται η εφαρμογή τους, στην πρωτοβουλία του κάθε εισαγγελικού λειτουργού. Τέλος δεν αντιμετωπίστηκε καθόλου το πρόβλημα του περιορισμού των αποτελεσμάτων των ενδίκων μέσων, με την αξιοποίηση της πλούσιας νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Για να μην οδηγηθεί λοιπόν η κοινωνία σε μια ακόμη χαμένη ευκαιρία για ουσιαστική μεταρρύθμιση με ευεργετικά αποτελέσματα, θα πρέπει σταδιακά και με σοβαρή μελέτη, να προωθηθούν οι αναγκαίες αλλαγές στα ήδη ισχύοντα νομοθετήματα, ώστε η μεταρρύθμιση να είναι πραγματική.
Σημειώσεις για τον νέο Ποινικό Κώδικα, Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, Εκπροσώπου Τύπου της ΕΔΕ
/in Επιστημονικά Άρθρα /by adminΙδεολογική επιβολή μιας κυρίαρχης αντίληψης, Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ, Εφέτη- Προέδρου της ΕΔΕ
/in Επιστημονικά Άρθρα /by adminΜε αφορμή άρθρο που δημοσίευσα πριν λίγες ημέρες με τίτλο «οι άδειες των κρατουμένων και κατά πόσο απαιτείται η ιδεολογική τους μεταστροφή» μου ασκήθηκε έντονη κριτική για το χρονικά ανεπίκαιρο της δημοσίευσης και τον ενδεχόμενο επηρεασμό των δικαστικών λειτουργών, που θα κρίνουν επί της ουσίας για την άδεια του κρατουμένου Δ. Κουφοντίνα. Σκοπός της παρέμβασής μου ήταν αφενός να γίνει αντιληπτό το βάρος της ιδεολογικής επιβολής της κρατούσας άποψης και πως σταδιακά μετουσιώνεται σε αδιαμφισβήτητη δικαιοπολιτική θέση. Κατά δεύτερο να συμφωνήσουμε ότι ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα δεν γίνεται επιλεκτικά ούτε αποκλείονται a priori οι καταδικασθέντες για συγκεκριμένα αδικήματα, πρακτική που θα οδηγούσε στη δυνητική ευχέρεια του Κράτους να διευρύνει κατά βούληση τον κατάλογο τέτοιων αδικημάτων.
Για κάποιον που ξέρει να διαβάζει και δεν παρερμηνεύει σκόπιμα τα όσα έγραψα γίνεται κατανοητό, ότι στην τελευταία παράγραφο του κειμένου υποστηρίζω ακριβώς το δικαίωμα του δικαστή και του εισαγγελέα να οδηγείται στην απόφασή του χωρίς κανέναν επηρεασμό ούτε από το φόβο άσκησης πειθαρχικού ελέγχου ούτε από την πιθανότητα αναίρεσης της απόφασης ή του βουλεύματος. Σε όλες τις ομιλίες μου και τις τοποθετήσεις μου αλλά και έμπρακτα με ανακοινώσεις της Ένωσης τα τελευταία τρία χρόνια υπερασπίζομαι σταθερά το συνταγματικό δικαίωμα των συναδέλφων μου ελεύθερα να διατυπώνουν τη γνώμη τους. Όλοι γνωρίζουν ότι στα δύσκολα χρόνια δεν δείλιασα να διατυπώνω με σθένος τις θέσεις μου απέναντι και στην φυσική και στην πολιτική ηγεσία της Δικαιοσύνης, χωρίς να μετράω το κόστος αλλά έχοντας μοναδικό γνώμονα τη συνείδησή μου και αυτό που θεωρώ συμφέρον για τον θεσμό που υπηρετώ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πριν τη δημοσίευση του άρθρου ανέμενα την έκδοση του αμετάκλητου βουλεύματος του Αρείου Πάγου, θεωρώντας ότι ολοκληρώθηκε νομικά η διαδικασία. Με ποιόν τρόπο εξάλλου θα μπορούσε ο Πρόεδρος της Ένωσης να επηρεάσει τους συναδέλφους του σε ένα επιστημονικό θέμα, αφού ούτε πειθαρχικό έλεγχο ασκεί, ούτε κρίνει επί της υπηρεσιακής τους εξέλιξης; Εκτός εάν ως επηρεασμός νοείται η ισχύς των επιχειρημάτων σε έναν επιστημονικό διάλογο και ο φόβος κλονισμού μιας αντίληψης εδραιωμένης εδώ και μερικά χρόνια. Η κατάθεση μιας επιστημονικά αντίθετης άποψης σε γενικό και αφηρημένο επίπεδο εννοιών (πχ της βίας, της μεταμέλειας) ακόμα και επ’ αφορμή μιας δικαστικής απόφασης –χωρίς φυσικά να παίρνει θέση στα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά με τα οποία ασχολείται η δικαστική απόφαση- δεν μπορεί να τρομάζει κανέναν. Το διαλεκτικό δίπολο θέσης- αντίθεσης οδηγεί στη σύνθεση σε νέα βάση και οπλίζει με περισσότερα επιχειρήματα τον δικαστή και τον επιστήμονα ώστε να θεμελιώσει σε πιο στέρεες βάσεις τη σκέψη του. Για ποιόν λόγο ως προσπάθεια επηρεασμού νοείται η έκφραση της δικής μου άποψης και όχι της απόλυτα σεβαστής αλλά αντίθετης γνώμης του συναδέλφου κ. Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, Αντιπροέδρου της Ένωσης, η οποία δημοσιεύτηκε ακριβώς την επομένη ημέρα του δικού μου άρθρου και έλαβε σαφώς θέση επί της ουσίας; Η Ευρωβουλευτής κ. Ελίζα Βόζενμπεργκ, με πολύ ευπρεπή τρόπο, έκανε κριτική στο άρθρο μου, στην ηλεκτρονική σελίδα newpost.gr, αρχικά για το ανεπίκαιρο της δημοσίευσης διότι εκκρεμούσε το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου. Θέλω να θυμίσω στο σημείο αυτό τις αντιδράσεις του πολιτικού κόσμου όταν το Συμβούλιο Φυλακών με τη συμμετοχή Εισαγγελικού λειτουργού, χορήγησε για πρώτη φορά άδεια στον κρατούμενο Δ. Κουφοντίνα. Εξέχοντες πολιτικοί παράγοντες δήλωναν ότι «είναι αδιανόητη οποιαδήποτε άδεια στον Κουφοντίνα», ότι «άνθρωποι όπως ο Κουφοντίνας δεν θα πρέπει να βγαίνουν από τη φυλακή» και η κ. Βόζενμπεργκ ότι «αμετανόητος δολοφόνος δε νοείται εκτός φυλακής κανένας». Σε μια από τις επόμενες άδειες του ίδιου κρατουμένου θέση έλαβε τόσο η Τουρκική όσο και η Αμερικανική Πρεσβεία (!) θεωρώντας την χορήγηση άδειας «επαίσχυντη αδικία στις οικογένειες των θυμάτων». Οι ομοβροντίες αυτές των δηλώσεων κατά του Συμβουλίου των Φυλακών συνοδεύτηκαν από την άσκηση πειθαρχικών διώξεων σε βάρος των εισαγγελικών λειτουργών που συμμετείχαν σ’ αυτά. Μέσα σ’ αυτό λοιπόν το ιδανικό κλίμα της απόλυτης ελευθερίας και της ανεμπόδιστης διατύπωσης γνώμης, χαρακτηρίστηκε η κατάθεση της δικής μου αντίθετης άποψης ως ανεπίκαιρη έκφραση θέσεων σε εκκρεμή υπόθεση!
Έχω την απόλυτη πεποίθηση ότι αυτό που ενόχλησε δεν είναι το χρονικό σημείο δημοσίευσης του άρθρου αλλά το περιεχόμενο αυτού. Επικρατεί εδώ και χρόνια μια τάση εκφοβισμού πάνω σε συγκεκριμένα θέματα, τα οποία θεωρούνται απαγορευμένα προς συζήτηση και επομένως κάθε αντίθετη τοποθέτηση προβάλλεται περίπου ως ανοσιούργημα. Επιχειρείται με πολύ φανερό και άκομψο τρόπο η επιβολή της μίας και μοναδικής αλήθειας την οποία επιθυμούν ορισμένοι να επιβάλουν, διαμορφώνοντας συνειδητά αντιλήψεις, από τις οποίες στο μέλλον δύσκολα θα μπορεί κανείς να ξεφύγει. Για τον ρόλο που παίζουν συγκεκριμένα ΜΜΕ εκφράζοντας σταθερά τις ίδιες φοβικές για τα δικαιώματα των κρατουμένων απόψεις, ας μιλήσει καλύτερα αντί για μένα ο σπουδαίος καθηγητής του Ποινικού Δικαίου, Ιωάννης Μανωλεδάκης (Τρομοκρατία και νομοκρατία, Ποινική Δικαιοσύνη 1/2003, 65 επ), η απουσία του οποίου έχει δημιουργήσει ένα δυσαναπλήρωτο κενό στο χώρο της επιστήμης: «Καλλιεργείται από ορισμένα ΜΜΕ και συγκεκριμένους δημοσιογράφους η εντύπωση πως όποιος σήμερα υπερασπίζεται το κράτος δικαίου, την αρχή της νομιμότητας και της δίκαιης δίκης, είναι σύμμαχος (εκούσιος ή, έστω, ακούσιος) της τρομοκρατίας, «ρίχνει νερό στο μύλο της» και θα πρέπει να αλλάξει στάση….Το δυσάρεστο και επικίνδυνο σήμερα είναι ότι ακόμα και νομικοί και συνταγματολόγοι (!) – κάνοντας και υποκριτική αυτοκριτική – προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις εκτροπές από τη νομιμότητα για χάρη της αποτελεσματικής πάταξης της τρομοκρατίας, ισχυριζόμενοι (άμεσα ή έμμεσα) ότι πρέπει να αλλάξουν οι αρχές που χαρακτηρίζουν το κράτος δικαίου της εποχής μας, ενόψει του φαινομένου της τρομοκρατίας και κατηγορώντας όσους υπερασπίζονται αυτές τις αρχές ως υποστηρικτές επιστημονικά άγονων και ξεπερασμένων θέσεων…Και πάλι από ορισμένα ΜΜΕ και συγκεκριμένους δημοσιογράφους παρακάμπτεται επιμελώς το αυτονόητο σε μία δημοκρατική πολιτεία αίτημα για ευλαβική τήρηση των αρχών της νομιμότητας και της δίκαιης δίκης στην αντιμετώπιση του οποιουδήποτε εγκλήματος, όσο βαρύ κι αν είναι αυτό, ενώ τονίζονται μονομερώς οι κίνδυνοι που δημιουργούνται για την κοινωνία και τον κάθε άνθρωπο από την οργανωμένη εγκληματικότητα και ιδίως από την τρομοκρατία. Έτσι αφήνουν να καλλιεργείται η εντύπωση ότι οποιοδήποτε μέτρο για την αντιμετώπιση των εγκληματιών και ιδίως των τρομοκρατών είναι δικαιολογημένο και νομιμοποιημένο στη συνείδηση του λαού».
Μετά την άσκηση κριτικής στην απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε αμετάκλητα υπέρ του δικαιώματος άδειας των πολυισοβιτών, μετά την σφοδρή επίθεση των παραπάνω Μέσων Ενημέρωσης εναντίον μου προσωπικά καθώς και των απόψεων που διατύπωσα και χωρίς να σχολιαστεί από κανέναν η άσκηση πειθαρχικού ελέγχου στους εισαγγελείς που ελεύθερα έκριναν ως μέλη του συμβουλίου φυλακών υπέρ της χορήγησης άδειας στον κρατούμενο, γίνεται φανερό ότι η αντίθετη άποψη όχι μόνο δεν γίνεται σεβαστή αλλά οφείλει να συντριβεί για να μην βρεθεί κάποιος στο μέλλον να την υποστηρίξει. Να μην ξεχνάμε ότι οι αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες και η τρομοϋστερία έχουν καταλήξει σε χειρότερες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από όσες τέλεσαν οι εγκληματίες (Ν. Κιάος, Η δημοκρατία, το πρώτο μέλημα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, Ελευθεροτυπία 3/1/2002) και επομένως στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να υπερισχύσει η προστασία και η υπεράσπιση της ελευθερίας αυτών που διαφωνούν και όχι αυτών που συντάσσονται. Ακόμα λοιπόν κι αν ο κόσμος εύλογα τρομοκρατείται και μερικοί παραιτούνται οικειοθελώς από τις εγγυήσεις των ελευθεριών χάριν ασφαλείας (Ν. Αλιβιζάτος, Αγωνίες για παραβιάσεις ελευθεριών, Νέα 19-11-2001), ούτε ο νομοθέτης επιτρέπεται να τρομοκρατείται και να θεσπίζει δρακόντειους νόμους ούτε η Δημοκρατία πρέπει να μπαίνει σε διλλήματα επιστροφής στη βαρβαρότητα (Γ. Πανούσης, Πρόλογος σε Δ. Μπελαντή, Αναζητώντας τον εσωτερικό εχθρό).
Γνωρίζω ότι η άποψή μου ενδεχομένως δεν εκφράζει την πλειοψηφία των συναδέλφων μου και άρα ως εντελώς προσωπική την καταθέτω. Σημειώνω επίσης το αυτονόητο ηθικό καθήκον μου να είμαι ο πρώτος που θα υπερασπιστώ κάθε συνάδελφο οποιαδήποτε απόφαση κι’ αν λάβει. Ο εύκολος δρόμος θα ήταν αβασάνιστα να δεχτεί ο πολίτης, στα πλαίσια της κοινωνικής και επαγγελματικής του ζωής, τα κελεύσματα των καιρών. Θυμίζω τα πάντα επίκαιρα λόγια του Κάλβου «Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία».
Η Δημοκρατία, οι εχθροί της και ολίγα νομικά, Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, Εφέτη, Α΄Αντιπροέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων
/in Επιστημονικά Άρθρα /by adminΗ Δημοκρατία, οι εχθροί της και ολίγα νομικά
Η Δημοκρατία είναι το καλύτερο πολίτευμα είπαν κάποιοι σοφοί . Κάποιοι άλλοι είπαν ότι είναι το δικαιότερο και μερικοί προχώρησαν περισσότερο και είπαν ότι είναι τόσο σπουδαίο ώστε να μπορεί να αντέξει και τους εχθρούς του.
Με αφορμή άρθρο του συναδέλφου και φίλου Χριστόφορου Σεβαστίδη για την κατ’ ουσίαν κρίση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου σε βούλευμα, που απέρριψε αίτημα χορήγησης άδειας καταδικασθέντος για τρομοκρατική δράση, κρατούμενου, που δεν έχει εκτίσει ακόμα την ποινή του , κάνω τις εξής σκέψεις:
Η νομική συζήτηση για την τρομοκρατία στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης γίνεται πάντα κάτω από τη στάθμιση δύο ουσιωδών παραγόντων που το Κράτος Δικαίου έχει οριοθετήσει ως κρίσιμα μεγέθη : Ο πρώτος είναι πότε η ιδεολογία μετουσιώνεται σε αδίκημα, ο δεύτερος είναι η γενική και ειδική πρόληψη στην οποία στοχεύει η τιμώρηση των αδικημάτων.
Ας δούμε λοιπόν με το βασικό εργαλείο του νομικού, την απλή λογική σε συνδυασμό με τα διδάγματα του νομικού μας πολιτισμού, αυτούς τους παράγοντες, παραμένοντας σταθεροί στην άποψη ότι η Δημοκρατία αντέχει κάθε ιδεολογική προσέγγιση της πολιτικής και πολιτειακής οργάνωσης του Κράτους, όσο απειλητική και να είναι και μάλιστα οποιασδήποτε απόχρωσης. Διότι είναι μεθοδολογικό σφάλμα να δούμε την ιδεολογία ως κίνδυνο. Έστω και αν ο φορέας της επιθυμεί να δολοφονήσει την Δημοκρατία.
Η αξιολόγηση της ουσιαστικής κρίσης του δικαστή με προβληματίζει στο πλαίσιο ενός ανοικτού διαλόγου νομικών, όταν μεθοδολογικά δεν περιλαμβάνει τουλάχιστον ως επιφύλαξη την άγνοια του περιεχομένου του φακέλου. Ο φυσικός δικαστής έχει ένα προνόμιο έναντι όλων ημών και γι αυτό θα πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί όταν αποφασίζουμε να αξιολογήσουμε την επί της ουσίας κρίση του: εκείνος έχει συστηματική πρόσβαση στο συνολικό περιεχόμενο της δικογραφίας, εμείς όχι. Το επιχείρημα “και οι κρίνοντες κρίνονται” στο επίπεδο της αξιολόγησης της ουσίας της υπόθεσης από νομικούς δεν είναι επαρκής δικαιολογία. Ιδίως σε εκκρεμούσα υπόθεση. Ιδίως όταν κατέχουμε θέση ευθύνης. Ιδίως όταν όλοι μας εντός του δικαστικού σώματος έχουμε σαν γνώμονα την υπαγωγή στην αρχή της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και στην εσωτερική εκδοχή της, που και πολύτιμη είναι και πρέπει να φυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού.
Συνεπώς η αξιολόγηση της ουσιαστικής κρίσης του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου δεν με αφορά και δεν αποτελεί αντικείμενο αυτης της παρέμβασης.
Περαιτέρω, μια αρχική παραδοχή είναι ότι αναγκαίο στοιχείο της κοινωνικής ζωής σε μια δημοκρατία είναι η νομιμότητα . Η τήρηση των κανόνων και η υπαγωγή όλων σε αυτούς . Θα τελείωνα πολύ εύκολα την παρέμβαση αυτή παραθέτοντας αποσπάσματα από τον Κρίτωνα και την Απολογία του Σωκράτη. Αυτή την άσκηση δημοκρατίας και δικαίου δεν θέλω να την στερήσω από τον φιλότιμο αναγνωστη αυτής της θέσης.
Ας μιλήσουμε λοιπόν δικαιοπολιτικά για το Νόμο και το τι προβλέπει :
Το Συμβούλιο Φυλακών δεν είναι δικαστήριο, είναι διοικητικό όργανο αρα οι κρίσεις του δεν μπορούν να συγκρίνονται με δικαστικές αποφάσεις γιατι δεν έχει τα απαιτούμενα εχέγγυα με κυριότερο την συγκρότηση αποκλειστικά από δικαστές (βλ. και ΟλΣτΕ 2011/2003). Συνεπώς θεσμικά πρόκειται για ανόμοιους σχηματισμούς, επιπλέον δε είναι τμήμα του σωφρονιστικού συστήματος της Χώρας, που στο σύνολο του λειτουργικά δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του νομοθέτη. Απτή απόδειξη ο αριθμός των ανθρωποκτονιών και άλλων αδικημάτων που τελούνται εντός φυλακής.
Το άρθρο 55 του Σωφρονιστικού κώδικα θέτει μεταξύ άλλων τυπικών προϋποθέσεων και τις εξής : στην παράγραφο 3 να εκτιμήσει το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ότι δεν υπάρχει κίνδυνος τελέσεως από τον κρατούμενο, κατά την διάρκεια της άδειας, νέων εγκλημάτων και στην παράγραφο 4 να εκτιμήσει ότι συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν την προσδοκία ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγής του και ότι ο κρατούμενος δεν θα κάνει κακή χρήση της άδειας του. Δηλαδή , ο νομοθέτης και όχι το Δικαστικό Συμβούλιο απαιτεί από τον κρατούμενο να έχει σωφρονιστεί, έτσι ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων ούτε κίνδυνος να διαφύγει ή να κάνει κακή χρήση της άδειας του. Συνεπώς, ο Νομοθέτης ζητά από τον Δικαστή να διαπιστώσει με την επι της ουσίας κρίση του, αν η απαίτηση του για την πλήρωση της ειδικής πρόληψης της ποινής έχει επικυριαρχίσει στην προσωπικότητα του δράστη έτσι ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος υποτροπής. Ο νομοθέτης ζητά αποχή από νέες πράξεις. Ο Δικαστής υπερασπιζόμενος το Κράτος Δικαίου δεν ζητά δήλωση φρονημάτων, ζητά απάντηση στο ερώτημα αν ο κρατούμενος με την όλη του στάση και συμπεριφορά παρέχει εγγυήσεις σωφρονισμού. Το κοινωνικό σύνολο που εβλήθη από την εγκληματική συμπεριφορά του δράστη δεν ζητά αστυνόμευση της σκέψης αλλά απαιτεί να έχει επιτευχθεί η ειδική πρόληψη. Για να μην κινδυνεύσει ξανά κανείς από τον ίδιο δράστη. Η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του κρατούμενου δεν περιορίζεται από το νόμο με κάποιο μέτρο, όπως πχ την παραβατική συμπεριφορά του στις τυχόν άδειες που έλαβε, αλλά εκτιμάται ολιστικά από κάθε τι που σχετίζεται με την πιθανότητα τέλεσης νέων πράξεων , ή την κακή χρήση της άδειας του. Κατά λογική ακολουθία πολύ περισσότερο διεισδυτική πρέπει να είναι η αξιολόγηση της συμπεριφοράς του κρατούμενου, όταν με την ad hoc πρόσφατη νομολογία του Αρείου Πάγου αναγνωρίζεται ότι δικαίωμα στην άδεια έχει και ο πολυισοβίτης.
Ο θεσμός των αδειών κρατουμένων, εξαιρετικά χρήσιμος για την εύρυθμη λειτουργία και απόδοση ενός σωφρονιστικού συστήματος, έχει στόχο την σταδιακή επανένταξη των καταδίκων στην κοινωνία. Έχει στόχο να αποκατασταθεί το κλίμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στο σύνολο και στο μέρος, επειδή στο παρελθόν το δεύτερο έδρασε εις βάρος του πρώτου. Εδώ πάλι παρεμβαίνει ο ρόλος του Δικαστή για να διαπιστώσει τον βαθμό της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης και το πως και πόσο έχει συντελέσει σε αυτήν ο κρατούμενος.
Σύμφωνα με την άποψη που διατυπώθηκε στο άρθρο η επιβληθείσα ποινή σε έναν καταδικασθέντα εξαντλεί τις αξιώσεις της Πολιτείας. Αυτή η θέση είναι ορθή μόνον υπό την προϋπόθεση ότι έχει εκτιθεί ολοκληρωτικά η ποινή. Τυπολογικά τότε εξαντλείται η αξίωση της Πολιτείας. Άλλη εκδοχή δεν μπορεί να υπάρχει γιατί ο Νόμος δεν το επιτρέπει. Η απαγγελία της ποινής από το δικαστήριο δεν είναι μόνον λέξη είναι και ενέργεια που πρέπει να εκτελεστεί. Συνεπής στην θέση αυτή ο νομοθέτης θέτει αυστηρές προϋποθέσεις όταν εξαιρετικά χορηγεί στον κρατούμενο το δικαίωμα της ολιγοήμερης αδείας , ή ακόμα και της υπό όρους απόλυσης. Σε διαφορετική περίπτωση τα εν λόγω δικαιώματα θα δίδοντο άνευ όρων , με προφανή συνέπεια την ματαίωση του στόχου της ποινικής τιμωρίας. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό την εγκληματολογική παρατήρηση ότι κρατούμενοι τελούν αδικήματα στις άδειες τους αλλά και κατευθύνουν τρίτους μέσα από τη φυλακή με παροτρύνσεις ή εντολές στην τέλεση αδικημάτων.
Τέλος, η νομολογιακή ταυτοποίηση υποθέσεων προϋποθέτει όχι μόνον την κατά το συντάκτη του σχολιαζόμενου άρθρου ταύτιση των προσώπων των δραστών ως δολοφόνων της Δημοκρατίας (κυριολεκτικά και μεταφορικά) αλλά επιπλέον την ομοιότητα των πραγματικών περιστατικών και την αναγωγή τους στους ίδιους κανόνες δικαίου και όχι σε διαφορετικούς (διατάξεις υφ όρον απόλυσης λόγω ανήκεστης βλάβης – διατάξεις χορήγησης άδειας σε κρατούμενο).
Η Δημοκρατία σε αυτή τη Χώρα δεν κινδυνεύει από κάποιον εγκληματία. Μπορεί να κινδυνεύσει μόνον από εμάς τους πολίτες αν την αφήσουμε απροστάτευτη σε νοοτροπίες που τρέφουν την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα. Και επειδή είναι μέσα στις αναμενόμενες αστοχίες της κοινωνικής μας οργάνωσης το ότι το θύμα μιας προηγούμενης παράνομης πράξης δεν είχε την ευκαιρία να προστατευθεί επαρκώς, ας αφήσουμε το φυσικό δικαστή να κρίνει αν πρέπει να παράσχει την απαιτούμενη προστασία σε κάθε τυχόν επόμενο.
Παναγιώτης Λυμπερόπουλος
Εφέτης
Α΄Αντιπρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων
Οι άδειες των κρατουμένων και κατά πόσο απαιτείται η ιδεολογική τους μεταστροφή, Άρθρο του Προέδρου της ΕΔΕ κ. Χριστόφορου Σεβαστίδη
/in Επιστημονικά Άρθρα /by adminΧριστόφορου Σεβαστίδη,
ΔΝ- Εφέτη,
Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.
Έξι συμβούλια φυλακών –στα οποία συμμετέχει ένας εισαγγελικός λειτουργός, ένας κοινωνικός λειτουργός και ο διευθυντής του καταστήματος κράτησης- ομόφωνα δέχτηκαν στο παρελθόν ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και χορήγησαν άδειες στον κρατούμενο Δ. Κουφοντίνα. Το Νοέμβριο του 2017 και τον Φεβρουάριο του 2018 ζητήθηκε από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου ο πειθαρχικός έλεγχος των εισαγγελέων, που συμμετείχαν στα συμβούλια αυτά. Τον Φεβρουάριο του 2019 για πρώτη φορά δημιουργήθηκε διχογνωμία στο συμβούλιο φυλακών για το ίδιο αίτημα του ίδιου κρατουμένου και η υπόθεση εισήχθη προς κρίση στο Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου, το οποίο με το υπ’ αριθμό 37/2009 βούλευμα απέρριψε την χορήγηση άδειας. Με το ίδιο σκεπτικό απορρίφθηκε πριν λίγες εβδομάδες όμοιο αίτημα από το ίδιο δικαστικό συμβούλιο με το υπ’ αριθμό 93/2019 βούλευμα. Η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αυτή τη φορά άσκησε αναίρεση κατά του βουλεύματος για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Πέρα από το ακατανόητο της πειθαρχικής δίωξης δικαστικών λειτουργών για την ελεύθερη δικαιοδοτική τους κρίση – βασικό θεμέλιο της δικαστικής ανεξαρτησίας- είναι βέβαιο ότι δημιουργήθηκε σύγχυση για τον ορθό νομικό τρόπο αντιμετώπισης τέτοιων υποθέσεων. Με το υπ’ αριθμό 1001/2019 βούλευμά του ο Άρειος Πάγος έλυσε το νομικό θέμα που ανέκυψε και δέχτηκε το δικαίωμα άδειας από τις φυλακές και για τους πολυισοβίτες.
Πέρα από το παραπάνω νομικό ζήτημα το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου είχε και μια επάλληλη σκέψη απόρριψης της αίτησης χορήγησης άδειας. Στις προϋποθέσεις χορήγησής της περιλαμβάνεται η εκτίμηση ότι δεν συντρέχει κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων κατά τη διάρκεια της άδειας καθώς και η προσδοκία ότι δεν υπάρχει κίνδυνος φυγής και ότι ο κρατούμενος δεν θα κάνει κακή χρήση της άδειάς του. Ορθά δέχεται το βούλευμα ότι στην έννοια του σωφρονισμού δεν περιλαμβάνεται η ιδεολογική μεταστροφή του καταδικασθέντος. Εγώ θα συμπλήρωνα ότι δεν χρειάζεται ούτε η μεταμέλειά του για τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε. Πρόκειται για στοιχείο που κρίθηκε κατά την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβληθείσα ποινή εξαντλεί τις αξιώσεις της Πολιτείας έχοντας προσμετρήσει το είδος των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν και την προσωπικότητα του δράστη. Τα Δικαστήρια δεν έχουν ρόλο πολιτικού – ιδεολογικού καθοδηγητή και δεν ζητούν δηλώσεις μετανοίας και αποκήρυξης ιδεών που αποκλίνουν από τις κρατούσες αντιλήψεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αποφυλάκιση του δικτάτορα Παττακού το 1990 «λόγω ανηκέστου βλάβης της υγείας» με την υποχρέωση να παρουσιάζεται ανά 15θήμερο στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής του. Μέχρι το τέλος της ζωής του παρέμεινε αμετανόητος υπεραμυνόμενος των εγκλημάτων της Χούντας. Δεν αμφισβητήθηκε τότε από κανέναν το δικαίωμα του εγκλείστου να αποφυλακιστεί για ανθρωπιστικούς λόγους και κανένας δεν ζήτησε από τον δικτάτορα να αποκηρύξει τις απόψεις του. Κυκλοφορούσε ελεύθερος ακόμα και γύρω από το Πολυτεχνείο χωρίς να θεωρηθεί πρόκληση και ασέβεια στους νεκρούς του 1973! Συνέχιζε να έχει επαφές με κύκλους και πολιτικά κόμματα που ήταν και είναι θιασώτες της δικτατορίας, χωρίς αυτό το γεγονός να θεωρηθεί επιβαρυντικό για την υφ’ όρον απόλυσή του. Και σωστά!
Θα πρέπει επίσης να γίνεται μια διάκριση μεταξύ των ιδεολογικών αρχών του κρατουμένου που υποστηρίζουν το αναγκαίο της ένοπλης δράσης για την κοινωνική αλλαγή και της έμπρακτης συμπεριφοράς του κατά το διάστημα που έκανε χρήση της άδειάς του. Αυτό που ενδιαφέρει το Δικαστήριο είναι το δεύτερο. Πως συμπεριφέρθηκε ο κρατούμενος τις προηγούμενες φορές που έλαβε άδεια. Εάν ήταν ή όχι συνεπής με τις υποχρεώσεις που του επιβάλει ο νόμος. Εάν η συμπεριφορά του κατά το χρόνο που βρίσκονταν σε άδεια δημιουργεί βάσιμα υποψίες ότι ετοιμάζεται να τελέσει νέα εγκλήματα ή εκδηλώνει έμπρακτα την πρόθεσή του να μην επιστρέψει στο κατάστημα κράτησης. Η ιδεολογικοπολιτική και φιλοσοφική συζήτηση για τον ρόλο της βίας στην ιστορία είναι πολύ παλιά και δεν λύνεται με δικαστικές αποφάσεις. Το σημερινό αστικό – κοινοβουλευτικό πολίτευμα εδραιώθηκε στην Ευρώπη μετά την Γαλλική Επανάσταση του 1789 και την βίαιη σύγκρουση με τους φεουδαρχικούς θεσμούς και την Βασιλεία. Η ανθρώπινη ιστορία είναι μια ιστορία συγκρούσεων, πολέμων και συνεχών βίαιων αλλαγών σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Εκφεύγει ωστόσο της αρμοδιότητάς του Δικαστηρίου ή του Συμβουλίου Φυλακών κάθε ενασχόληση με τέτοια ζητήματα. Στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο υπάρχουν νόμιμα πολιτικά κόμματα, πολλά από τα οποία κυβερνούν ή συγκυβερνούν και τα οποία ανοιχτά υποστηρίζουν δικτατορίες που επιβλήθηκαν και τα φοβερά εγκλήματα που αυτές διέπραξαν. Όσο τα πολιτικά αυτά κόμματα δεν λειτουργούν και τα ίδια ως εγκληματική οργάνωση και δεν συμμετέχουν σε διάπραξη εγκλημάτων, λειτουργούν επιτρεπτά μέσα στη Δημοκρατία. Η δυνατότητα αυτή που δεν αμφισβητείται σε οργανωμένα πολιτικά κόμματα ασφαλώς και είναι ανεκτή με την αναγνώριση αντίστοιχου δικαιώματος σε έναν πολίτη. Ο αντίλογος που θα μπορούσε εδώ να υπάρξει είναι ότι ο κατάδικος για τρομοκρατία έχει προχωρήσει ήδη στην πράξη και δεν έμεινε στο στάδιο της θεωρίας ή της φανερής ιδεολογικής υποστήριξης της ένοπλης βίας. Ωστόσο για τις πράξεις που τέλεσε έχει ήδη καταδικαστεί και τιμωρείται. Αυτό που μένει πλέον είναι ο χώρος των ιδεών του.
Το να ζητείται από έναν κρατούμενο να αποκηρύξει τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις –όποιες κι’ αν είναι αυτές, όσο αποκρουστική κι’ αν είναι η ατομική βία σε επίπεδο ηθικό, όσο προβοκατόρικα και υπονομευτικά κι’ αν λειτουργεί σε επίπεδο διεκδίκησης κοινωνικών δικαιωμάτων- και να συμμορφωθεί με το αξιακό σύστημα που επικρατεί, θα οδηγούσε πολλές φορές είτε σε μια υποκριτική και κατ’ επίφαση δήλωση μετάνοιας, μη επαληθεύσιμη αφού εδράζεται αποκλειστικά στην ενδιάθετη βούληση του δηλούντος, είτε σε ρητή άρνηση συμμόρφωσης. Και στις δύο αντικειμενικά όμοιες περιπτώσεις οι θεωρητικές πιθανότητες «κινδύνου» για την κοινωνία είναι οι ίδιες. Στην πρώτη περίπτωση αμβλύνεται το υποκειμενικό αίσθημα φόβου ενώ στη δεύτερη οξύνεται. Πρόκειται όμως για κριτήριο αρκετά επισφαλές και καθόλου χρήσιμο στην αξιολόγηση.
Ίδια ή παρεμφερή διλήμματα αξιολόγησης της προσωπικότητας ενός κρατουμένου καλούνται συχνά να αντιμετωπίσουν δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί. Οδηγός στη λήψη απόφασης δεν μπορεί να είναι ούτε ο φόβος άσκησης πειθαρχικού ελέγχου ούτε η πιθανότητα αναίρεσης της απόφασης ή του βουλεύματος, αλλά μόνο το ελεύθερο φρόνημα και ο ορθός και απόλυτα τεκμηριωμένος νομικός συλλογισμός.
Παρατηρήσεις στα σχέδια του νέου ΠΚ και του νέου ΚΠΔ, Παν.Λυμπερόπουλου και Δημ. Φούκα
/in Επιστημονικά Άρθρα /by adminΠαρατηρήσεις και σχόλια στο σχέδιο νόμου του ΠΚ και ΚΠΔ Ν.Σαλάτα, Ευστ. Βεργώνη, Α.Ερμίδου, Β.Πάπαρη
/in Επιστημονικά Άρθρα /by adminΣυνέντευξη του Προέδρου της ΕΔΕ κ. Χριστόφορου Σεβαστίδη στον Real FM – 09/04/2019
/in Επιστημονικά Άρθρα /by adminΕνημέρωση
Επικοινωνία
Πρωτοδικείο Αθηνών Πρώην Σχολή Ευελπίδων, Κτίριο 6 Γραφείο 210
Τ.Κ.: 113 62
Τηλ.: 213 215 6114 - Fax. 210 8841529
Εmail endikeis@otenet.gr
