ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ.

Της Βαρβάρας Πάπαρη,Εφέτη,μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ

Η αιτιολογία  των δικαστικών  αποφάσεων προβλέπεται  από το Σύνταγμα (αρ.93  παρ.3 Σ) , την Ευρωπαϊκή  Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (αρ. 6 ΕΣΔΑ) και τις κατ’ ιδίαν διατάξεις των δικονομικών νομοθεσιών ως conditio sine qua non για τη θεμελίωση και έκδοση των δικαστικών  αποφάσεων. Χρειάστηκαν αγώνες και αιώνες για να σφυρηλατηθεί η αρχή τη αιτιολογίας και αποτελεί κατάκτηση. Πρωτοεμφανίστηκε το 1844 στο τότε ελληνικό σύνταγμα και έκτοτε σε όλα τα ελληνικά συντάγματα, με κάποιες διαφοροποιήσεις ως προς τη χρήση των όρων αιτιολογημένη και ειδικά αιτιολογημένη. Σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος, κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να περιέχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και να απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.  Ο συντακτικός νομοθέτης, θέλησε προφανώς να λάβει πρόνοια ώστε η δικαστική απόφαση να μην είναι αποτέλεσμα δικαστικής αυθαιρεσίας, αλλά προϊόν συλλογισμού του δικαστή σε σχέση με τα στοιχεία της δικογραφίας και τις διατάξεις του νόμου.Η αυθαιρεσία,η αυταρχικότητα και ο δεσποτισµός είναι αντίθετα µε την αρχή της αιτιολογίας. Είναι γι’ αυτό το λόγο που η αρχή έχει ενσωµατωθεί στη θεµελιώδη νοµοθεσία όλων ανεξαίρετα των πολιτισµένων δηµοκρατικών κοινωνιών. Την αιτιολόγηση δεν την  κατονοµάζει ρητά, αλλά είναι καθολικά δεκτό ότι την επιβάλλει και το άρθρο 6 της ΕΣ∆Α, «…ώστε να µην φαίνεται ότι αυθαιρετεί ή ότι δικάζει κατά διαίσθηση…»  (Σατλάνη “Εισαγωγή στο δίκαιο της διεθνούς προστασίας των  ανθρωπίνων δικαιωµάτων”, εκδ. 2003, σελ.365-370, Καστανά–Κτιστάκι  “Επισκόπηση της Νοµολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωµάτων του Ανθρώπου 1977-1998”,εκδ. 2000, σελ.84 &85, Σισιλιάνου  “Ευρωπαϊκή Σύµβαση ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου”,εκδ. 2013, σελ.239-241).Πέραν αυτών,μία νομικά και λογικά δομημένη απόφαση εξοπλίζει το δικαστή έναντι του νομικού κόσμου, της κοινωνίας και της ίδιας του της συνείδησης. Ο δικανικός συλλογισμός και η ειδική-ορισμένη αιτιολογία αποτελούν την ραχοκοκαλιά της αντικειμενικότητας και της ανεξαρτησίας του δικαστή.Επομένως, οι αιτιολογημένες αποφάσεις συμβάλουν στην εμπέδωση της Δικαιοσύνης και του Κράτους Δικαίου, κορυφαίων προσταγμάτων που καθορίζουν τη δράση όλων των εξουσιών ενός κράτους (βλ. Δεσποτοπούλου, Φιλοσοφία Δικαίου, 1954 σελ. 232).Εξάλλου, η δημοκρατική νομιμοποίηση,με την οποία είναι περιβεβλημένοι οι δικαστές βάσει του Συντάγματος, αναφαίνεται ακριβώς στην υποχρέωση τους να αιτιολογούν τις κρίσεις τους δημοσίως, ώστε να υπάρχει διαφάνεια ως προς τη διαδικασία παραγωγής της απόφασης, αλλά και ως προς τη γνωστική διαδικασία που θεμελιώνει το διατακτικό της απόφασης. Αλλιώς ο δικαστής απλώς μονολογεί και ενδεχομένως να αυθαιρετεί. Μόνο με τη παράθεση σε αυτήν επιχειρημάτων μπορεί η δικαστική απόφαση να υποβληθεί στη βάσανο του ελέγχου της ορθότητας της.Γι’αυτό η  αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων αποτελεί µία από τις πιο αξιόπιστες εγγυήσεις υπέρ των υποκείµενων στην εξουσία των δικαστηρίων ατόµων (Κωνσταντίνου Γεωργόπουλου “Ελληνικό Συνταγµατικόν Δίκαιον”, Τεύχος Α΄,εκδ. 1969, σελ. 320-321,του ιδίου “Επίτομο Συνταγματικό Δίκαιο”,εκδ.2001,σελ.396-399). Επιπλέον, η αναδυόμενη εκ των αιτιολογιών διαλεκτική, ακόμα και όταν έχουμε συγκρούσεις ή διχογνωμίες, συμβάλλει στον εκσυγχρονισμό της επιστήμης και των θεσμών.

Στον αντίποδα του άρθρου 93 παρ. 3 βρίσκεται το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και  στο οποίο περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του προσφεύγοντα στη δικαιοσύνη, όπως η υπόθεσή του δικασθεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, ούτως ώστε να μην καταντήσει η δικαστική απόφαση κενό γράμμα,είναι δε γνωστό ότι η χώρα μας έχει καταδικασθεί επανειλημμένα από το ΕΔΔΑ για καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης. Επομένως,δεν μπορούμε να παραβλέπουμε πως η έντονη ανάγκη απόδειξης και τεκμηρίωσης συχνά συνδέεται μεν στη χώρα μας με το υψηλό επίπεδο των δικαστικών λειτουργών, αλλά δυστυχώς και με την επιβράδυνση της απονομής δικαιοσύνης, γνωστής και ως «συστημικής κακοδικίας». Η ανάγκη της επισταμένης τεκμηρίωσης φαίνεται να τροχοπεδεί την ταχύτητα και την ευελιξία του δικαστή να διαχειριστεί τον τεράστιο όγκο των υποθέσεων,οι οποίες,αξίζει να σημειωθεί,ότι είναι περισσότερο περίπλοκες απ’ότι παλιότερα,  και ως προς το νομικό και ως προς το πραγματικό τους μέρος.Γι’αυτό και δεν μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά,ότι οι παλαιότεροι αιτιολογούντες δικαστές γράφανε λιγότερα και οι νεότεροι γράφουν περισσότερα,πλατειάζοντας αδικαιολόγητα,όπως λένε ορισμένοι.Βέβαια, υπάρχουν και περιπτώσεις που οι δικαστικές αποφάσεις, ιδιαίτερα των πολιτικών δικαστηρίων, αναλίσκονται σε απέραντους συλλογισμούς, με αποτέλεσμα να δίνεται η εικόνα σε έναν τρίτο παρατηρητή, ότι ο δικαστής δεν αιτιολογεί την απόφασή του, αλλά «απολογείται» τρόπον τινά στον ηττημένο διάδικο για την απόφαση που εξέδωσε.

Η μεθοδολογία της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης που ακολουθείται στη χώρα μας είναι η μέθοδος της υπαγωγής.Συγκρίνοντας τη μέθοδο αυτή με μεθόδους δικανικού συλλογισμού που ακολουθούνται σε άλλες χώρες, όπως πχ στη Γερμανία, παρατηρούμε ότι ο Έλληνας δικαστής είναι περισσότερο φλύαρος σε σχέση με τους αλλοδαπούς συναδέλφους του, χωρίς να έχει τεθεί ζήτημα ασυμβατότητας μιας τέτοιας απόφασης των συναδέλφων της αλλοδαπής, ως προς τη δομή και το περιεχόμενό της,με αρχές που ισχύουν επί θεμάτων δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Θα πρέπει,όμως, να παραδεχτούμε, ότι είναι πολύπλευρο το πρόβλημα της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης στη χώρα μας, για το οποίο οι μειωμένες απαιτήσεις δικανικής τεκμηρίωσης δεν είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσουν απαραίτητα σε λύση,ενόψει του ότι  για τη διόγκωση της δικαστικής ύλης ευθύνονται κυρίως άλλοι παράγοντες,όπως πχ η δυσλειτουργικότητα της Δημόσιας Διοίκησης.

Θεωρώ ότι η αιτιολόγηση των αποφάσεων, τουλάχιστον ως προς την ελάσσονα πρόταση,δε θα μπορούσε να παρακαμφθεί. Ωστόσο, η αιτιολόγηση με πλήρη ανάπτυξη σκεπτικού για τη μείζονα πρόταση, πράγματι θα μπορούσε να περιοριστεί στην αναφορά των διατάξεων και της ερμηνείας που έχει επικρατήσει ή υιοθετείται από τον δικαστή.Εξάλλου, για υποθέσεις με ομοιότητα πραγματικών περιστατικών η αιτιολογία έχει τυποποιηθεί στο βαθμό που οι νομικές και κοινωνικές βάσεις δεν αναθεωρήθηκαν.  Μάλιστα στις  ΑΠ 1689/2006 και ΑΠ 1426/2006, διατυπώνεται η άποψη ότι η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, «διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης [άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος] δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο». Ο δε κοινός νομοθέτης «στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης» [άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ]. Ως «αιτιολογίες» όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει [άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.]», βλ.παλαιότερα,ΑΠ 387/2004, ΑΠ 354/2004, 349/1995), που δέχονται,επίσης, ότι δεν θεμελιώνεται αναιρετικός λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης, αν δεν υπάρχει στην απόφαση καθόλου μείζων πρόταση, δηλαδή νομικές σκέψεις στις αιτιολογίες της, εφόσον κατά τα λοιπά δεν θεωρούνται ανεπαρκείς οι παραδοχές της, με άλλα λόγια, εφόσον οι παραδοχές συμφωνούν με τον, μη αναφερόμενο αλλά εννοούμενο ως διέποντα την ένδικη σχέση, κανόνα δικαίου. Η θεωρία, αμέσως ή εμμέσως, συμφωνεί με αυτή την ερμηνεία (βλ. Γ. Μητσόπουλου, Η έλλειψη «παντελώς αιτιολογιών» της αποφάσεως ως λόγος αναιρέσεως και ο δικονομικός συλλογισμός, ΝοΒ 55.2281,Σινανιώτης η αναίρεση,195 και εκεί παραπομπές, κατά τον οποίο η συνοπτική διατύπωση των αιτιολογιών αν θεμελιώνει το διατακτικό της απόφασης,μπορεί να θεωρηθεί επαρκής).Σημειώνεται ότι πρόσφατα η ΟλΑΠ 8/2018 (βλ.και ΑΠ 602/2018) δέχτηκε ότι «έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006)».Τέλος, στις υποθέσεις των ασφαλιστικών μέτρων ,ο νομοθέτης,χωρίς την  συνταγματική κάλυψη, αρκείται  σε συνοπτική αιτιολογία (άρθρo 691 παρ.3 του ΚΠολΔ),ενώ συνοπτική αιτιολογία προέβλεπε και το ήδη καταργημένο άρθρο 756 του ΚΠολΔ στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας.  

Στο πλαίσιο της συζήτησης για την αναθεώρηση του Συντάγματος,όσον αφορά στο χώρο της Δικαιοσύνης,προτάθηκε από τα πολιτικά κόμματα,τα οποία έχουν και τη σχετική πρωτοβουλία,μεταξύ των άλλων,να αναθεωρηθούν οι διατάξεις του Συντάγματος οι σχετικές με τους όρους απονομής της  (ρυθμίσεις για την επιτάχυνση),στις οποίες εντάσσεται και το άρθρο 93 παρ.3 για την αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων.Στο πλαίσιο αυτό, διατυπώθηκαν από το ΔΣ της Ένωσής μας δύο βασικές προτάσεις,οι οποίες και τέθηκαν σε ψηφοφορία στη ετήσια Τακτική Γενική μας Συνέλευση,ήτοι η πρόταση να διατηρηθεί η διάταξη του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος ως έχει,η οποία συγκέντρωσε 224 ψήφους (ποσοστό 51,3%) και η πρόταση «Να προστεθεί στο τέλος η φράση :  «ως νόμος ορίζει. Η χρήση νέων τεχνολογιών στην οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων κατά την εκτέλεση του δικαιοδοτικού έργου είναι δυνατή, εφόσον δεν προσκρούει στην έννοια της δίκαιης δίκης»,η οποία συγκέντρωσε 212 ψήφους (ποσοστό 48,6%).Το αποτέλεσμα αυτό δείχνει ότι υπάρχει διχογνωμία στους συναδέλφους για το εάν η αναθεώρηση της σχετικής διάταξης,θα λύσει ή θα δημιουργήσει προβλήματα. Πάντως,όπως προειπώθηκε,είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι   η καθυστέρηση απονομής της πολιτικής δικαιοσύνης,οφείλεται και στην ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων.Επομένως,ενόψει του ότι  η ταχεία δίκη είναι ατομικό δικαίωμα του πολίτη έναντι του Κράτους και όχι δικαίωμα /προνόμιο του Κράτους έναντι των πολιτών,προβάλλει επιτακτική η ανάγκη εκσυγχρονισμού και εξορθολογισμού του συστήματος απονομής δικαιοσύνης για την επιτάχυνσή της ,που είναι και το ζητούμενο. Είναι,όμως, απαραίτητο να αναθεωρηθεί η σχετική διάταξη, έστω και αν το κανονιστικό της βεληνεκές θα είναι από πρακτικής άποψης περιορισμένο, υπό την έννοια ότι θα αποτελεί μια πανηγυρική διακήρυξη της ήδη ισχύουσας νομολογίας, ώστε να αποφευχθεί η καθυστέρηση στην πολιτική δίκη;  Ή μήπως θα πρέπει,χωρίς συνταγματική αναθεώρηση, να καθοριστούν οι αναγκαίες και επαρκείς προϋποθέσεις της αιτιολογίας ,μεταξύ των οποίων και η δέουσα έκτασή της,στα πλαίσια του ευρωπαϊκού και διεθνούς περιβάλλοντος,λαμβανομένων υπόψη και των ιδιαιτεροτήτων της χώρας μας;

 

Βαρβάρα Πάπαρη,Εφέτης,μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ.

 

 

 

 

 

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ Ε.Δ.Ε., ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΣΕΒΑΣΤΙΔΗ ΣΤΗ Γ.Σ. ΤΗΣ 15ης ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2018.

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

ΘΕΣΕΙΣ ΟΜΑΔΑΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΣΤΕΝΙΩΤΗ, ΚΩΝ/ΝΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΔΗ & ΓΡΗΓΟΡΗ ΚΟΜΠΟΛΙΤΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ – ΘΕΣΕΙΣ ΟΜΑΔΑΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΤΕΘΕΝ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

 

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Κων/τίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ                      Αθήνα, 12-12-2018

Ενόψει της επερχόμενης Γενικής Συνέλευσης της Ένωσής μας και της ψηφοφορίας, που θα διεξαχθεί, με έντυπο ερωτηματολόγιο, στο οποίο θα εκφράσουμε τις απόψεις μας για τα ζητήματα της Συνταγματικής Αναθεώρησης όσον αφορά το Τμήμα Ε’ του ισχύοντος Συντάγματος για τη Δικαστική Εξουσία σας ενημερώνουμε για τις θέσεις μας.  

Ωστόσο, πρέπει να ξεκινήσουμε με κάποιες παραδοχές, που θα πρέπει να αποτελέσουν και τα κριτήρια, με τα οποία θα εκφέρει ο καθένας από εμάς την άποψή του:

Α) Η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι η κορυφαία νομική και πολιτική διαδικασία.

Β) Η μινιμαλιστική προσέγγιση της Αναθεώρησης υποδηλώνει άρνηση ν’ αρθούν διαπιστωμένες παθογένειες.

Γ) Η κανονιστική επάρκεια ή ανεπάρκεια του ισχύοντος Συντάγματος δεν πρέπει να κριθεί με κριτήρια συγκυριακά ( οικονομικής –  δημοσιονομικής κρίσης).

Δ) Η αναγκαιότητα Αναθεώρησης μίας διάταξης του Συντάγματος σχετικής με τη Δικαιοσύνη, όπως και κάθε συνταγματικής διάταξης, κρίνεται θεσμικά και όχι με βάση τα πρόσωπα, που υπηρετούν τους θεσμούς.

1) ΟΡΙΣΜΟΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Με βάση τις ισχύουσες διατάξεις οι  προαγωγές στις θέσεις Προέδρου, Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου και λοιπών Ανωτάτων Δικαστηρίων ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως ο νόμος ορίζει. Το ίδιο, δε, ισχύει και για την προαγωγή στη θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τη διαφορά ότι η επιλογή γίνεται μεταξύ των μελών του Αρείου Πάγου και των Αντεισαγγελέων του, όπως νόμος ορίζει (άρθρο 90 παρ.5 Συντάγματος). Η εν λόγω συνταγματική διάταξη έχει τεθεί στο επίκεντρο κριτικής εδώ και δεκαετίες. Ενδεχόμενη συνταγματική αναθεώρηση της εν λόγω διάταξης οφείλει να λάβει αναγκαίως υπόψη της αφενός μεν τη θεμελιώδη αρχή του πολιτεύματος μας σύμφωνα με την οποία όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, αφετέρου, δε, τη θεμελιώδη, επίσης, αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

Πρότασή μας αποτελεί η προεπιλογή των υποψηφίων προσώπων, με διεξαγωγή ψηφοφορίας, από Εκλεκτορικό Σώμα Δικαστικών και Εισαγγελικών  Λειτουργών όλων των βαθμών και η τελική επιλογή μέσω Κοινοβουλευτικής Διαδικασίας.

2) ΟΡΙΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ    

Θεωρούμε ότι τα ισχύοντα όρια πρέπει να παραμείνουν αμετάβλητα ως προς τους αριθμητικούς συσχετισμούς (65-67). Να υπενθυμίσουμε, καταρχήν, ότι η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου πρόσφατα έκρινε περί της μη αναγκαιότητας αύξησης των ορίων αποχώρησης από την υπηρεσία.  Σε κάθε περίπτωση, εάν αυτά τα όρια αυξηθούν (είναι αυτονόητο ότι κριτήριο για μια ενδεχόμενη αύξηση δεν μπορεί να αποτελεί η μείωση των συντάξιμων αποδοχών), η αύξηση αυτή πρέπει για λόγους υπηρεσιακής ευρυθμίας να τηρεί την ίδια σημερινή αριθμητική αναλογία, δηλαδή αν άλλαζε το 65-67 θα μπορούσε να γίνει ή 66-68 ή 67-69 δεδομένου ότι το υπηρεσιακό καθεστώς των Δικαστών έχει δομηθεί πάνω στην διαφορά των δύο ετών αποχώρησης από την υπηρεσία. Η πρόταση, δε, για προαιρετική παραμονή  στο Δικαστικό Σώμα ως το 70ο έτος της ηλικίας, μεταβάλλει τους Δικαστικούς Λειτουργούς από άμεσα Όργανα του Κράτους σε απλούς εργαζόμενους, που επιζητούν την παραμονή τους στην υπηρεσία για οικονομικούς λόγους.

3) ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΚΛΠ.   

Η απαγόρευση συμμετοχής συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών σε δημόσιες θέσεις για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά την αποχώρηση τους από την ενεργό υπηρεσία (π.χ. 2 ή 3 ετών), διατυπωμένη με γενικό τρόπο έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και την αρχή της οικονομικής ελευθερίας.

Το συγκεκριμένο ζήτημα, ανεξαρτήτως της ουσίας του θέματος, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του Συντάγματος, αλλά αποτελεί ζήτημα ρύθμισης, που ανήκει στον κοινό νομοθέτη για τους ακόλουθους λόγους (σε κάθε περίπτωση ενδεχόμενη νομοθετική απαγόρευση δεν μπορεί να είναι απόλυτη π.χ. σε αιρετές θέσεις):   

Η άνω απαγόρευση και μάλιστα για πρόσωπα, που αποχωρούν από την ενεργό υπηρεσία συνιστά περιορισμό του συνταγματικού δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Μία τυχόν νομοθετική ρύθμιση θα μπορεί κατά περιεχόμενο να ελεγχθεί ενόψει της σχετικής συνταγματικής διάταξης του άρθρου 5 αλλά και της αρχής της ισότητας (άρθρο 4 Συντάγματος). Η πρόβλεψη, όμως, μιας τέτοιας απαγόρευσης στο ίδιο το Σύνταγμα και μάλιστα για πρόσωπα, που δεν φέρουν την ιδιότητα του εν ενεργεία δικαστικού λειτουργού και δεδομένου ότι δεν νοείται στο Σύνταγμα η ύπαρξη αντισυνταγματικών διατάξεων θα συνιστούσε, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της, άτεγκτο και ανέλεγκτο περιορισμό και σε θεσμικό επίπεδο θα ήταν παντελώς αναιτιολόγητη αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη του ότι ασυμβίβαστα (λ.χ. σε σχέση με άσκηση επαγγέλματος) δεν υπάρχουν ούτε σε εν ενεργεία άμεσα όργανα του Κράτους (με εξαίρεση βέβαια τους Δικαστικούς Λειτουργούς). Πέραν αυτού η άνω απαγόρευση ως πρόταση και δεδομένου ότι αναφέρεται σε πρόσωπα που αποχωρούν από την ενεργό υπηρεσία δογματικά δεν θα ενέπιπτε καν στο ρυθμιστικό πεδίο του Συντάγματος. Στο πεδίο αυτό υπάγονται: η οργάνωση της εξουσίας, η σχέση εξουσίας και κοινωνίας, η θέση του ατόμου μέσα στο πολιτειακό σύνολο και η σχέση της έννομης τάξης της συγκεκριμένης πολιτείας με τη διεθνή έννομη τάξη (πρβλ. Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, τόμος Α΄, Θεωρητικό Θεμέλιο, σελ. 23). Το να υποστηρίζει, μάλιστα, κανείς να θεσπισθεί η ανωτέρω απόλυτη απαγόρευση σε συνταγματικό επίπεδο π.χ. επί τριετία μετά την αποχώρηση (και να αίρεται επομένως η απαγόρευση αυτή στα 70 χρόνια) και συγχρόνως να ζητά να παραμείνουν αμετάβλητα τα όρια αποχώρησης από την υπηρεσία με ανώτατο όριο το 67 επικαλούμενος βιολογικής φύσεως κριτήρια είναι αντιφατικό, διότι από τη μία δέχεται ότι βιολογικοί λόγοι επιβάλουν την αποχώρηση ενός Δικαστή από την ενεργό υπηρεσία στα 67 του χρόνια και από την άλλη ότι μπορεί ένας συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του π.χ. ως Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής ή ως άμεσο όργανο του Κράτους κλπ. μετά τα 70 του χρόνια. Σημειωτέον, ότι η δικαιολογητική βάση της όποιας επιλογής σε ότι αφορά τα όρια ηλικίας πρέπει να είναι θεσμικά συναπτόμενη με την άσκηση κοινωνικών δικαιωμάτων.

Περαιτέρω, θεωρούμε ότι βασική μας επιδίωξη θα πρέπει να είναι, μέσα από την Συνταγματική Αναθεώρηση, να ενισχυθεί η διάκριση των εξουσιών και η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των Δικαστικών Λειτουργών, να αναβαθμισθεί ο θεσμικός μας ρόλος, να αποτρέψουμε τη θέσπιση  διατάξεων που υπαλληλοποιούν τους Δικαστικούς Λειτουργούς (π.χ. συνταγματική πρόβλεψη δικαιώματος απεργίας, διακοπής συνεδριάσεων, αύξηση ορίου αποχώρησης από την υπηρεσία για οικονομικούς και μόνο λόγους κλπ.) και δεν τους αντιμετωπίζουν ισότιμα με τους λειτουργούς των άλλων δύο εξουσιών, όπως και διατάξεις που περιορίζουν την ανάπτυξη της προσωπικότητας των Δικαστικών Λειτουργών και αντιβαίνουν στην αρχή της ισότητας και της οικονομικής ελευθερίας.

Τέλος, είναι αυτονόητο ότι η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση δεν σταματάει εδώ και ότι θα συνεχισθεί, καθότι η αναθεωρητική διαδικασία αποτελεί σύνθετη πολιτειακή διαδικασία, όπως αυτή καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 110 του Συντάγματος.

Η Ομάδα μας θα προτείνει σε όλα τα θέματα πάντοτε λύσεις, οι οποίες εν προκειμένω και σε σχέση με τη Συνταγματική Αναθεώρηση θα πρέπει αφενός μεν να τελούν σε δογματική ακολουθία με το ρυθμιστικό πεδίο του Συντάγματος, αφετέρου, δε, να υπαγορεύονται από αντικειμενικούς λόγους.

Ειδικώς επί του ερωτηματολογίου ψηφίζουμε ως ακολούθως:

1) Τρόπος επιλογής ηγεσίας της Δικαιοσύνης: Ψηφίζουμε την πρόταση Β΄: Προεπιλογή από Εκλεκτορικό Σώμα Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών όλων των βαθμών και εν συνεχεία επιλογή με Κοινοβουλευτική Διαδικασία

2) Όρια συνταξιοδότησης: Ψηφίζουμε πρόταση Α΄: Καμία αλλαγή στα υφιστάμενα όρια (βλ. και τις επισημάνσεις που εκθέσαμε, επικουρικώς ανωτέρω)

3) Απαγόρευση συμμετοχής συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών σε άλλες θέσεις επί 2ετία μετά την αποχώρηση: Ψηφίζουμε πρόταση Γ: Αποτελεί ζήτημα του κοινού νομοθέτη

4) Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δικαστικής αποφάσεως: Ψηφίζουμε πρόταση Β΄: να προστεθεί στο τέλος της υφιστάμενης συνταγματικής διατάξεως η φράση ΄΄ως νόμος ορίζει΄΄

5) Επιτρεπτό της απεργίας και στους δικαστικούς λειτουργούς: Ψηφίζουμε πρόταση Β΄: Δεν συμφωνώ

6) Κατάργηση του Μισθοδικείου – αρμοδιότητα επίλυσης των διαφορών από το Α.Ε.Δ.: Ψηφίζουμε πρόταση Α΄:  Συμφωνώ

7) Κατάργηση του διάχυτου Συνταγματικού ελέγχου των νόμων: Ψηφίζουμε πρόταση Β΄: Δεν συμφωνώ

8) Εισαγωγή ηλεκτρονικών τεχνολογιών κλπ.: Ψηφίζουμε πρόταση Α΄: αποτελούν ζήτημα ρύθμισης από τον κοινό νομοθέτη

9) Έκφραση γνώμης από τους Δικηγορικούς Συλλόγους ενώπιον του Α.Δ.Σ. για την υπηρεσιακή κατάσταση των Δικαστικών Λειτουργών: Ψηφίζουμε Δεν συμφωνώ

10) Κατάργηση της παρέμβασης του Υπουργού Δικαιοσύνης στις προαγωγές και στα πειθαρχικά των δικαστικών λειτουργών: Ψηφίζουμε Συμφωνώ

11) Κατάργηση της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης: Το ζήτημα δεν έχει τύχει διεξοδικής συζήτησης και δεν έπρεπε κατά την άποψη μας να τεθεί, προς το παρόν, στο ερωτηματολόγιο

Να σημειώσουμε τέλος αυτό που ήδη από καιρό έχουμε επισημάνει και αυτό θα αποτελούσε και πραγματική Συνταγματική τομή:

Η Κατάρτιση του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων στα ζητήματα Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών από τη Δικαστική Εξουσία. Ότι συνιστά για τη Βουλή ο Κανονισμός, που ψηφίζεται από την Ολομέλεια αυτής (αρθρ. 65 παρ.1 Συντάγματος) και ρυθμίζει τα σχετικά με τη λειτουργία της, συνιστά και ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών για την εσωτερική λειτουργία της Δικαστικής Εξουσίας. Στο πλαίσιο της θεμελιώδους αρχής της διάκρισης των εξουσιών και της ισοτιμίας αυτών τον κυρίαρχο λόγο για την κατάρτιση αυτού στα θεμελιώδη ζητήματα της Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών πρέπει να έχει η Δικαστική Εξουσία.   

 

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

ΘΕΣΕΙΣ ΟΜΑΔΑΣ Ν. ΣΑΛΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

          Νίκος Σαλάτας,Γενικός Γραμματέας της ΕΔΕ

          Ευστάθιος Βεργώνης,Β΄Αντιπρόεδρος της ΕΔΕ

          Ακριβή Ερμίδου,Υπεύθυνη Οικονομικών της ΕΔΕ

          Βαρβάρα Πάπαρη,μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

 

             Aγαπητοί συνάδελφοι

Με απόφαση, κατά πλειοψηφία (8-7), του ΔΣ της Ένωσής μας, κατά τη συνεδρίαση της 29/11/2018, ορίστηκε να τεθεί υπόψη σας στην επικείμενη Τακτική Γενική Συνέλευσή μας, συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να διαμορφωθεί η θέση της Ένωσης μας για τις συνταγματικές αλλαγές που αφορούν θέματα δικαιοσύνης.

Η από τώρα οριστική διαμόρφωση των θέσεών μας επί των συνταγματικών αλλαγών, χωρίς να προηγηθούν : ανταλλαγή απόψεων με τις λοιπές Δικαστικές Ενώσεις,γνωμοδοτήσεις των Ολομελειών των Ανωτάτων Δικαστηρίων, όπως συνηθίζεται σ΄ αυτές τις περιπτώσεις,επιστημονικός διάλογος,ιδίως απόψεις Δικηγορικών Συλλόγων,Πανεπιστημιακών κλπ.,κατά την άποψή μας,είναι πρόωρη και  αποκλείει την εν συνεχεία συνδιαλλαγή της Ένωσης μας κατά την Αναθεωρητική Βουλή(επόμενη Βουλή) με τους αρμόδιους φορείς επί των υπό συζήτηση θεμάτων.

Είναι αυτονόητο ότι η μαζική συμμετοχή σας στη Γενική μας Συνέλευση, υπό τις παραπάνω συνθήκες, είναι περισσότερο από κάθε άλλη φορά αναγκαία και σας καλούμε, αφού σταθμίσετε όλες τις απόψεις και θέσεις που θα προταθούν, να αποφασίσετε χωρίς προκαταλήψεις και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης.

                                      Με συναδελφικούς χαιρετισμούς

                                                                          

 

ΘΕΣΕΙΣ ΧΡΗΣΤΟΥ ΝΑΣΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

Θέσεις του Χρήστου Νάστα, Προέδρου Εφετών, τακτικού μέλους του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.

                                                                 9-12-2018

Αγαπητοί συνάδελφοι , σας παραθέτω τις θέσεις μου  για την επικείμενη αναθεώρηση άρθρων του Συντάγματος,  τα οποία αφορούν τη Δικαστική Εξουσία  και έχουν συμπεριληφθεί στο ερωτηματολόγιο που  καλείστε να απαντήσετε με μυστική ψηφοφορία στη Γενική Συνέλευση, στις 15-12-2018:

1) Τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης (άρθρο 90 παρ.5 του Συντάγματος)

 Η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης να γίνεται σε δύο στάδια.

Σε πρώτο στάδιο, εκτιμώ αναγκαία την προεπιλογή με μυστική ψηφοφορία  από το σύνολο των ανωτάτων δικαστών του οικείου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, οι Πρόεδροι των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Χώρας θα πρέπει να επιλέγονται μεταξύ των αντιπροέδρων του οικείου Δικαστηρίου, με θητεία στη θέση αυτή τουλάχιστον ένα έτος. Οι Αντιπρόεδροι των  Ανωτάτων Δικαστηρίων θα πρέπει να επιλέγονται μεταξύ των αρχαιοτέρων δικαστών του οικείου Δικαστηρίου από αριθμό δικαστών τετραπλάσιο του αριθμού των θέσεων που είναι κενές. Η δεσμευτική προεπιλογή των υποψηφίων από τους ανώτατους Δικαστές ενισχύει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών  λειτουργών έναντι των λοιπών λειτουργιών του Κράτους.

Σε δεύτερο στάδιο, η επιλογή μπορεί να γίνεται από τη Βουλή των Ελλήνων με απόλυτη πλειοψηφία  ως ακολούθως : α) για την κενή θέση του Προέδρου, από έναν εκ των τριών πρώτων προεπιλεγμένων Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου και β) για τις κενές θέσεις των Αντιπροέδρων, από διπλάσιο αριθμό Αρεοπαγιτών από τους προεπιλεγμένους από το Σώμα του εν λόγω Δικαστηρίου.  Τα ίδια να ισχύουν και για τη θέση του Εισαγγελέα του ΑΠ.

Δεν θεωρώ σωστό η προεπιλογή να γίνεται από το σύνολο του δικαστικού σώματος. Όχι γιατί οι συνάδελφοι δεν είναι άξιοι να το πράξουν, αλλά διότι είναι πρακτικά δύσκολο κάθε χρόνο να καλούνται όλοι οι δικαστές της χώρας να ψηφίζουν προεπιλεκτικά τον Πρόεδρο ή τον Εισαγγελέα ή τους Αντιπροέδρους του οικείου ανωτάτου Δικαστηρίου. Το πρόβλημα καθίσταται εμφανέστερο και εντονότερο, εάν αναλογιστεί κανείς ότι κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους, κάποιος από τους υπηρετούντες στον Άρειο Πάγο συναδέλφους μπορεί να παραιτηθεί, οπότε θα πρέπει το δικαστικό σώμα να καλείται εκτάκτως   για δεύτερη ή ενδεχομένως και για τρίτη φορά εντός του ιδίου έτους για να επιλέξει το πρόσωπο που θα καλύψει την κενή θέση. Φρονώ λοιπόν ότι αρκεί η προεπιλογή να γίνεται από τους ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς και όχι από το σύνολο του δικαστικού σώματος.    

2) Αύξηση ορίου συνταξιοδότησης στο 70ο  έτος (άρθρο 88 παρ.5)

  Το όριο συνταξιοδότησης εκτιμώ ότι θα πρέπει να είναι ενιαίο για  όλους τους Δικαστές στο 67ο έτος, με προαιρετική αύξηση στο 70ο έτος, υπό τον διττό όρο αφενός της κλιμακωτής εφαρμογής του μέτρου τα τρία πρώτα χρόνια και αφετέρου, σε περίπτωση αποχώρησης πριν από το 70ο έτος, να μην θίγονται τα ώριμα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα. Η εξασφάλιση των ανώτατων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο όριο των 67 ετών για όλους τους δικαστικούς λειτουργούς κατοχυρώνει το δικαίωμα όλων των συναδέλφων να αποχωρήσουν ευπρεπώς από την υπηρεσία τους, έχοντας προσφέρει έως και 40 έτη αδιάλειπτου εργασιακού βίου, χωρίς να υποστούν μια ταπεινωτική μείωση της συντάξεώς τους. Από την άλλη μεριά, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι το προσδόκιμο όριο ζωής έχει ανέβει και κάποιοι συνάδελφοι έχουν και τη σωματική ρώμη και τις πνευματικές αντοχές να ανταπεξέλθουν στο επίπονο έργο της θεραπείας της Δικαιοσύνης. Για τους ανθρώπους αυτούς που έχουν τη διάθεση να συνεχίσουν να προσφέρουν  με συνέπεια στο χώρο μας, θεωρώ ότι θα πρέπει να τους δίνεται η δυνατότητα να εξακολουθήσουν να προσφέρουν το δικαστικό τους έργο. Η εκμετάλλευση της τεράστιας εμπειρίας τους μέχρι και τρία επιπλέον έτη μόνο οφέλη μπορεί να έχει τόσο για το Κράτος, όσο και για τη συνέχεια της νομολογίας μας.

3) Απαγόρευση συμμετοχής συνταξιούχων δικαστικών σε άλλες θέσεις επί 2ετία μετά την αποχώρηση(άρθρο 89).

Ο Δικαστικός Λειτουργός, για να αποσείσει κάθε υπόνοια μεροληψίας που μπορεί να εμφιλοχωρήσει σε τμήμα της κοινωνίας μας, θα πρέπει, τουλάχιστον επί μια 2ετία μετά την αποχώρησή του από το δικαστικό Σώμα, να μη μπορεί να φέρει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 56 παρ. 3 του Συντάγματος ιδιότητες, ούτε να δύναται να καταλάβει θέση σε Ανεξάρτητες Αρχές που δεν προβλέπονται από το Σύνταγμα (να έχει όμως τη δυνατότητα συμμετοχής στις προβλεπόμενες από το Σύνταγμα Ανεξάρτητες Αρχές).  Ο περιορισμός αυτός προστατεύει το κύρος του δικαστικού λειτουργού ως ατομική οντότητα, αλλά και τον ίδιο το θεσμό της Δικαιοσύνης.

4) Κατάργηση Μισθοδικείου. Αρμοδιότητα επίλυσης διαφορών από το Α.Ε.Δ.

Το Μισθοδικείο πρέπει να καταργηθεί.  Η ύπαρξή του με αντικείμενο την επίλυση των μισθολογικών μας διαφορών και μόνο, δίνει στην κοινωνία ένα λάθος σήμα ιδιοτελούς προσπάθειας διατήρησης των κεκτημένων και περαιτέρω συνιστά αμφισβήτηση της αμεροληψίας των Δικαστών. Οι μισθολογικές μας διαφορές μπορούν κάλλιστα να επιλύονται αξιόπιστα από το Α.Ε.Δ., όπως όλες οι υπόλοιπες διαφορές των πολιτών.

5) Κατάργηση του διάχυτου Συνταγματικού ελέγχου των νόμων .

Ο συνταγματικός έλεγχος των νόμων θα πρέπει να είναι διάχυτος, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα. Δεν θα πρέπει να στερηθεί από τον κάθε Δικαστή το δικαίωμα  να κρίνει αν μία διάταξη νόμου είναι σύμφωνη με τις επιταγές του Συντάγματος ή του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Η επεξεργασία της συνταγματικότητας των νόμων, αρχικά από τους πρώτους βαθμούς της δικαιοσύνης, έχει αποδειχθεί ότι προάγει το διάλογο, εμπλουτίζει τη νομολογιακή φαρέτρα και καθιστά το επίμαχο ζήτημα ώριμο, τόσο νομικά, όσο και κοινωνικά, ώστε σε μεταγενέστερο χρόνο το ζήτημα να κριθεί ουσιαστικά και αυθεντικά από το ανώτατο δικαστήριο. Η ύπαρξη Συνταγματικού Δικαστηρίου θεωρώ ότι ενδεχομένως μπορεί προσφέρει μια αμεσότερη επίλυση των συνταγματικών ζητημάτων, όμως τούτο γίνεται σ΄ένα στενό νομικό πλαίσιο, χωρίς να αφουγκραζόμαστε επαρκώς τον παλμό της κοινωνίας, που καθημερινά αναδεικνύει νέες εκφάνσεις των προβλημάτων. Άλλο ζήτημα είναι  η πιλοτική δίκη που εφαρμόζεται ήδη με επιτυχία στο ΣτΕ και θα μπορούσε να εφαρμοσθεί και στον ΑΠ .

6) Ρύθμιση για την επιτάχυνση. Εισαγωγή ηλεκτρονικών τεχνολογιών. Κατά προτεραιότητα εκδίκαση των υποθέσεων.  Δυνατότητα εκδίκασης απευθείας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό να εκδικάζονται οι υποθέσεις από πολυμελή σύνθεση.

Όλα τα ανωτέρω  δεν αποτελούν θέματα συνταγματικής αναθεώρησης και πρέπει να ρυθμίζονται από τον κοινό νομοθέτη.

7) Έκφραση γνώμης από τους Δικηγορικούς Συλλόγους ενώπιον του Α.Δ.Σ. για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών.

Η θεσμοθέτηση «γνωμοδότησης» από τους Δικηγορικούς Συλλόγους για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών θεωρώ ότι αποτελεί σοβαρό πλήγμα της δικαστικής ανεξαρτησίας και τροχοπέδη στην ορθή αξιολόγηση του δικαστικού έργου από το Α.Δ.Σ. Όταν κάθε φορά ένας στους δυο διαδίκους δικαιώνεται στην κρίση ενός δικαστή, διερωτώμαι με ποιο εχέγγυο αμεροληψίας, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο θα εισακούσει τον αμφισβητούντα το κύρος και την εντιμότητα ενός δικαστή δικηγορικό σύλλογο, στον οποίο ο ηττηθείς διάδικος ή συνήγορος μπορεί να έχει άμεση επιρροή; Από την άλλη μεριά, τυχόν επισημοποίηση μιας τέτοιας τακτικής, δε μπορεί να αποκλείσει από κάποιους δικαστές, στο πλαίσιο της υπηρεσιακής αυτοπροστασίας τους, να υιοθετήσουν μια ελαστική συμπεριφορά προς τους δικονομικούς κανόνες, η οποία προοδευτικά μπορεί να διαβρώσει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Είναι, εξάλλου, τοις πάσι γνωστό ότι τόσο οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, όσο και ατομικά οι δικηγόροι, αλλά και οι πολίτες, συχνά καταφεύγουν στους Επιθεωρητές Δικαστές της οικείας δικαστικής περιφέρειας, για να εκφράσουν τα παράπονά τους ή ενδεχομένως και την ευαρέσκειά τους προς κάποιους συναδέλφους μας. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, με τη μακρόχρονη εμπειρία του, είναι σε θέση να διυλίζει τις πληροφορίες αυτές, να τις διασταυρώνει και να κρίνει αξιόπιστα για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών. Εάν θεωρούμε ότι η επιθεώρηση των δικαστικών λειτουργών δεν λειτουργεί επαρκώς, λόγω ενδεχομένως υπερβολικού φόρτου εργασίας των Επιθεωρητών Δικαστών, θα πρέπει τη λύση να την αναζητήσουμε εκ των έσω και όχι να επαφιέμεθα στη διαβλητή γνώμη τρίτων.

8)  Κατάργηση  της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης (άρθρο  96 παρ 4,5)

Σήμερα τα στρατιωτικά δικαστήρια είναι ανεξάρτητα δικαστήρια που λειτουργούν με τις εγγυήσεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ και ασφαλώς δεν έχουν καμία σχέση με αυτά που λειτουργούσαν σε ανώμαλες περιόδους της ιστορίας μας.

Η αναγκαιότητα της ύπαρξής τους βασίζεται α) σε ιστορικούς λόγους, αλλά και σε λόγους εξειδίκευσης για τις ιδιάζουσες υποθέσεις των ενόπλων δυνάμεων, β) στο γεγονός ότι είναι τα μόνα ειδικά ποινικά δικαστήρια στη χώρα, η εμπειρία των οποίων θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από την πολιτεία για ενδεχόμενη, στο μέλλον, αυτονόμηση της ποινικής από την αστική δικαιοσύνη  και γ) στην ελάφρυνση των Κοινών ποινικών δικαστηρίων από χιλιάδες ποινικές υποθέσεις, που άλλως θα υπάγονταν σ’ αυτά και θα απαιτείτο πρόσθετη υλικοτεχνική, γραμματειακή και κτιριακή υποδομή.

9) Κατάργηση της παρέμβασης του Υπουργού Δικαιοσύνης , Διαφάνειας  και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις προαγωγές και τα πειθαρχικά των δικαστών με παραπομπή της υπόθεσης στην ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λειτουργών (άρθρα 90 παρ. 3 και 91 παρ. 1 και 3 Συντ.).

Η άσκηση πειθαρχικού ελέγχου εκ μέρους του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας  και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και το δικαίωμα του ιδίου , όταν διαφωνεί με την κρίση Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου , σχετικά με την προαγωγή, τοποθέτηση μετάθεση, απόσπαση και μετάταξη δικαστικού λειτουργού, να παραπέμπει το ζήτημα στην Ολομέλεια του οικείου Ανωτάτου Δικαστηρίου, επιβάλλεται να καταργηθούν για λόγους ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Η ανάμιξη  του Υπουργού Δικαιοσύνης στη διαδικασία υπηρεσιακής εξέλιξης των δικαστικών λειτουργών, δημιουργεί ρήγμα στη θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των εξουσιών, διευκολύνει τον έλεγχο της δικαστικής από την εκτελεστική εξουσία και προκαλεί την εντύπωση προσωπικής αντιπαράθεσης του Υπουργού με τον κρινόμενο δικαστικό λειτουργό ή ενδεχομένως και συγκάλυψής του από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα του Αρείου Πάγου. Ο επανέλεγχος των αποφάσεων του ΑΔΣ σχετικά με την υπηρεσιακή εξέλιξη των δικαστικών λειτουργών μπορεί να επιτευχθεί με την αναγνώριση δικαιώματος παραπομπής του υπηρεσιακού ζητήματος στην Ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου από τον Πρόεδρό του και την ταυτόχρονη κατάργηση του δικαιώματος του Υπουργού της Δικαιοσύνης.

Τέλος σχετικά με τη διαδικασία διαμόρφωσης της πρότασης της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων επί των θεμάτων της συνταγματικής αναθεώρησης κατά το σκέλος που αφορούν τη Δικαιοσύνη , οφείλω να σας ενημερώσω ότι στην τελευταία  Συνεδρίαση του ΔΣ   αρχικά ψήφισα , όπως και άλλα μέλη του ΔΣ, η απόφαση να ληφθεί από το ΔΣ, θεωρώντας ότι υπάρχει επαρκής νομιμοποιητική βάση προς τούτο και καθένας μας θα μπορούσε να διαμορφώσει μια άποψη κοντά στη βούληση της πλειοψηφίας των συναδέλφων με προσωπικές επαφές που θα επεδίωκε μαζί τους. Η θέση αυτή απορρίφθηκε με οριακή πλειοψηφία οκτώ ψήφων έναντι επτά. Στη συνέχεια ακολούθησε ψηφοφορία, για να επιλεγεί το μέσο μέσω του οποίου θα καλείτο να εκφραστεί το δικαστικό σώμα, και συγκεκριμένα ανάμεσα στην Ηλεκτρονική Ψηφοφορία και στην ΓΣ. Εγώ προσχώρησα στη δεύτερη άποψη με το σκεπτικό ότι : α) η ψηφοφορία στη Γενική Συνέλευση έχει τη δυνατότητα να είναι περισσότερο αντιπροσωπευτική από την ηλεκτρονική ψηφοφορία και  β) αρκετοί μεν συνάδελφοι δεν κάνουν χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, ενώ έχω επιφυλάξεις και για τη διασφάλιση της μυστικότητας της ψηφοφορίας. Στη Γενική Συνέλευση οι συνάδελφοι θα μπορέσουν να ψηφίσουν εύκολα και κυρίως μυστικά, αφού προηγουμένως ακουστούν οι θέσεις των μελών του ΔΣ και όσων άλλων συναδέλφων θελήσουν να πάρουν το λόγο, για να εκφράσουν τις απόψεις τους. Εξάλλου,  ηλεκτρονική ψηφοφορία δεν προβλέπεται από το Καταστατικό της Ένωσης.

Συνάδελφοι, για να είναι επιτυχημένη η προσπάθεια καταγραφής των απόψεων του δικαστικού σώματος και κατά το δυνατόν αντιπροσωπευτικότερη η θέση που θα προκύψει στα προαναφερόμενα κρίσιμα για την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος και την προσωπική μας ανέλιξης ζητήματα, κρίνω αναγκαία την παρουσία σας στην επερχόμενη Γενική Συνέλευση και παρακαλώ για την ουσιαστική σας συμβολή σ΄ αυτή, έχοντας κατά νου ότι το διακύβευμα υπερβαίνει τις προσωπικές μας επιδιώξεις και φιλοδοξίες και θα καθορίσει σημαντικά την πορεία και των επόμενων γενεών δικαστών.    

Με συναδελφικούς χαιρετισμούς 

Χρήστος Νάστας

Πρόεδρος Εφετών

 

Οι θέσεις μας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση

Αθήνα, 5 Δεκεμβρίου 2018

Οι θέσεις μας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση

Α. Η Σημασία Συνταγματικής Αναθεώρησης και η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων

Η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι μια από τις σημαντικότερες στιγμές μιας Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Εκτός της νομικής σημασίας της και των συνεπειών που προκαλεί στην λειτουργία του πολιτεύματος το περιεχόμενο της Αναθεώρησης , καθίσταται καίρια η παραδοχή ότι σε μια έννομη τάξη που κοιτάζει στο παρελθόν ασκώντας δημιουργική κριτική είναι απαραίτητο η κατεύθυνση στο μέλλον να είναι προϊόν όχι μόνον της συναίνεσης, που απαιτούν οι πλειοψηφίες του Συντάγματος , αλλά και της σύνεσης που πρέπει να σχηματοποιεί το αποτέλεσμα.

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων βρίσκεται τώρα στη στιγμή της επεξεργασίας των προτάσεων που θα προβάλει στην εκκινηθείσα διαδικασία . Φύσει και θέσει η Ένωση,  ανταποκρινόμενη στο ρόλο πού το ίδιο το Σύνταγμα της αποδίδει, οφείλει να διατυπώσει με παρρησία και υπευθυνότητα απόψεις που θα διακρίνονται για τον ρεαλισμό, την αποτελεσματικότητα και την αντοχή τους στο χρόνο. Σε αυτήν τη διαδικασία δεν χωρεί ακτιβισμός , ή η λογική του εκκρεμούς , όπου από το ένα άκρο μιας προβληματικής κατάστασης καταλήγουμε στο άλλο άκρο μιας εξωπραγματικής λύσης.

Β. Επι της διαδικασίας της διαμόρφωσης της πρότασης της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Β1. Ερώτημα και θέση μας

Τέθηκε σε ψηφοφορία στο ΔΣ  η επιλογή ανάμεσα σε δύο θέσεις : α) Απόφαση του ΔΣ β) Ηλεκτρονική Διαδικασία /Γενική Συνέλευση. Στην ψηφοφορία υποστηρίξαμε την θέση ότι την απόφαση έπρεπε να πάρει το ΔΣ διότι η ΕΔΕ λειτουργεί με το σύστημα της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και για το λόγο αυτό η  νομιμοποίηση των μελών του ΔΣ είναι επαρκής, δεδομένου ότι οι  σύμβουλοι που εξελέγησαν έλαβαν εκατοντάδες ψήφους. Η διαδικασία μέσω του ΔΣ ενέχει και την ευχέρεια της ευελιξίας στην τοποθέτηση σε επιμέρους θέματα που θα προκύψουν σε κάθε φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας. Επιπλέον , όπως ποτέ στο παρελθόν έτσι και τώρα δεν θα διστάσουμε να πάρουμε θέση στα δύσκολα θέματα και να έχουμε ακέραια την ευθύνη γι αυτές.

Β2. Κριτική των άλλων θέσεων

Εκφράσαμε την άποψη ότι η ηλεκτρονική ψηφοφορία δεν προβλέπεται στο καταστατικό (μάλιστα στην ΓΣ που αποφάσισε την τροποποίηση του απορρίφθηκε μια συγγενής πρόταση για ψηφοφορία εξ αποστάσεως στο ΔΣ) και εκ των πραγμάτων αποκλείει μη εξοικειωμένους με την διαδικασία δικαστές και εισαγγελείς , πραγματικότητα την οποία δεν μπορούμε να μην λάβουμε υπόψη μας . Επίσης για την ΓΣ εκφράσαμε την άποψη ότι για μια τόσο σοβαρή διαδικασία δεν είναι αντιπροσωπευτική του δικαστικου σώματος η απόφαση που λαμβάνει στο τέλος της ημέρας διψήφιος αριθμός παρισταμένων και με απαρτία που έχει σχηματιστεί πολλές ώρες νωρίτερα. Οι λόγοι αυτοί επισημαίνουν τον υψηλό κίνδυνο να μην χαρακτηρίζεται ως αντιπροσωπευτικό επί της ουσίας , αλλά μόνον ως προς τον τύπο, το αποτέλεσμα μιας τόσο καθοριστικής διαδικασίας.  Επιπλέον το επιχείρημα ότι οι διαδικασίες της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας και της ΓΣ είναι περισσότερο αντιπροσωπευτικές καταρρίπτεται από το γεγονός ότι τα μέλη θα κληθούν να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν με τις απόψεις του ΔΣ και όχι να συμμετάσχουν σε ένα διαδραστικό διάλογο μιας άμεσης δημοκρατικής διαδικασίας , καθιστώντας μάλιστα την άποψη μας ανελαστική.

Η θέση αυτή απερρίφθη με οκτώ ψήφους κατά και επτά υπέρ. Στην ψηφοφορία που ακολούθησε αναμεσα στην Ηλεκτρονική Ψηφοφορία και στην ΓΣ προσχωρήσαμε στην άποψη υπερ της ΓΣ με το σκεπτικό ότι έχει τη δυνατότητα να είναι περισσότερο αντιπροσωπευτική από την ηλεκτρονική ψηφοφορία.  

 

Γ. Επι του περιεχομένου της Συνατγματικής Αναθεώρησης για την Δικαιοσύνη και της διαμόρφωσης της θέσης της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Με δεδομένη πλέον την αρμοδιότητα της ΓΣ να λάβει αποφάσεις επί του περιεχομένου της Αναθεώρησης θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο ρόλος της προτείνουσας Βουλής στην διαδικασία δεν περιορίζεται μόνον στην καταγραφή των διατάξεων που πρέπει να αναθεωρηθούν , αλλά επιπλέον πρέπει να δώσει στην Αναθεωρητική Βουλή την κατεύθυνση της Αναθεώρησης . Χρήσιμη για τον προβληματισμό στην διαδικασία και την αρμοδιότητα των δύο βουλών είναι η υπ αρ. 11/2003 απόφαση του ΑΕΔ . Για το λόγο αυτό θα ζητήσουμε από τη ΓΣ να εξουσιοδοτήσει το ΔΣ για τη περαιτέρω υποστήριξη των θέσεων ενώπιον της Αναθεωρητικής Βουλής.

Επί των άρθρων του Συντάγματος προς Αναθεώρηση προτείναμε τα ακόλουθα  :

Γ1. Επιλογή ηγεσίας Ανωτάτων Δικαστηρίων (άρθρο 90 παρ.5 του Συντάγματος)   

Γ.1.α Περιεχόμενο ρύθμισης

Οι Πρόεδροι, οι Αντιπρόεδροι των Ανωτάτων Δικαστηρίων και ο Εισαγγελέας του ΑΠ επιλέγονται από Ειδικό Συμβούλιο της Βουλής το οποίο συγκροτείται από τους αρχηγούς των κομμάτων ή τους νόμιμους αναπληρωτές τους και συνεδριάζει υποχρεωτικά εντός του επόμενου από την κένωση της θέσης μήνα. Υποψήφιοι για την επιλογή σε κάθε θέση είναι οι τρεις υποδεικνυόμενοι με μυστική ψηφοφορία από την οικεία ολομέλεια δικαστές και εισαγγελείς. Για την επιλογή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υποψήφιοι μπορεί να είναι αντιπρόεδροι, αρεοπαγίτες και τουλάχιστον ένας εκ των αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου ως νόμος ορίζει.  Το Ειδικό Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα. Σε περίπτωση μη επίτευξης ομοφωνίας η επιλογή για κάθε θέση γίνεται με την διευρυμένη πλειοψηφία του άρθρου 101Α που ισχύει στην συνδιάσκεψη των Προέδρων της Βουλής. Η διαδικασία τελεί υπό την εγγύηση του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Γ.1.β. Αιτιολογία θέσης

Με την ρύθμιση αυτή επιχειρείται η διακοπή της παρέμβασης της Εκτελεστικής Λειτουργίας στην Δικαστική. Οι επικεφαλείς των Ανωτάτων Δικαστηρίων απολαμβάνουν της δημοκρατικής νομιμοποίησης με την επιλογή τους από ένα κορυφαίο (λόγω της σύνθεσης του) όργανο της Νομοθετικής Λειτουργίας με το εγγυητικό ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας και την πρόθεση ο κανόνας να είναι η ομόφωνη επιλογή και εξαίρεση η υψηλή πλειοψηφία . Η δεσμευτική προεπιλογή των υποψηφίων από την οικεία ολομέλεια του Δικαστηρίου ενισχύει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών όχι μόνον έναντι των λοιπών λειτουργιών ,αλλά και εσωτερικά.  

Γ.1.γ. Κριτική σε άλλες απόψεις

  • Διαδικασία επιλογής υποψηφίων κατόπιν ψηφοφορίας  του συνόλου του δικαστικού σώματος : Η θέση αυτή ,αν και φέρει τον μανδύα της δημοκρατικής νομιμοποίησης, ουσιαστικά οδηγεί το δικαστικό σώμα στην περιπέτεια ενός διαρκούς εκλογικού αγώνα που θα διεξάγεται κάθε χρόνο λόγω των κενών που προκαλούνται με τις αποχωρήσεις λόγω ορίου ηλικίας. Επιπλέον, δημιουργεί σύγχυση κριτηρίων επιλογής , δεδομένου ότι η έννοια της δημοφιλίας και της καταλληλότητας διαφέρουν ουσιωδώς. Άλλωστε η υπηρεσιακή αρχαιότητα των υποψηφίων εκ των πραγμάτων δίνει ένα τακτικό πλεονέκτημα για κρίση υπο ασφαλέστερες προϋποθέσεις μεταξύ των ομοίων υπηρεσιακά. Θυμίζουμε , ότι διαχρονικά το βασικό επιχείρημα του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων και της εκλογής των μελών του Συμβουλίου Διεύθυνσης από την οικεία Ολομέλεια ήταν η καλύτερη γνώση της αξίας και των ικανοτήτων από τους υπηρεσιακά σύγχρονους. Τέλος, στη σχέση εκλογέα-εκλεγόμενου και στις ομαδοποιήσεις που εκ των πραγμάτων σε μια τέτοια έκταση εκλογής θα σχηματισθούν, υπάρχει ο κίνδυνος να επιδρά η άσκηση των καθηκόντων επιθεώρησης και πειθαρχικών διαδικασιών, γεγονός που δρα εις βάρος της διαφάνειας και της εσωτερικής προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας.Συνεπώς το κριτήριο για το ποια  διαδικασία επιλογής προτείνει το δικαστικό σώμα πρέπει να είναι και ο περιορισμός των ανωτέρω κινδύνων στο μικρότερο δυνατό βαθμό.
  • Η επιλογή από την Βουλή επιστρέφει ουσιαστικά το δικαίωμα επιλογής στην Κυβέρνηση ,δεδομένου ότι η πλειοψηφία των βουλευτών έχει δεσμευτεί με την δεδηλωμένη υπέρ αυτής.

Γ.2. Αύξηση του ορίου ηλικίας αποχώρησης από το Σώμα (άρθρο 88 παρ.5)

Γ.2.α Περιεχόμενο ρύθμισης

Οι δικαστικοί λειτουργοί έως και το βαθμό του εφέτη ή του αντεισαγγελέα εφετών και τους αντίστοιχους με αυτούς βαθμούς ,αποχωρούν από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους και όλοι όσοι έχουν βαθμούς ανώτερους από αυτούς ή τους αντίστοιχους με αυτούς, αποχωρούν από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους, δικαιούμενοι τις ανώτατες συντάξιμες αποδοχές ως νόμος ορίζει . Κατ΄εξαίρεση και μόνον όσοι επιθυμούν μπορούν να παραμείνουν μέχρι δύο και τρία επιπλέον έτη αντίστοιχα στην υπηρεσία , η δε οργανική τους θέση σε αυτήν την περίπτωση λογίζεται ως κενή προς πλήρωση.   

Γ.2.β. Αιτιολογία θέσης

Η προτεινόμενη ρύθμιση στηρίζεται στις εξής παραδοχές : α) το προσδόκιμο όριο ζωής έχει ανέβει με συνέπεια να παρέχονται επαρκή εχέγγυα ανταπόκρισης σωματικά και νοητικά στα καθήκοντά τους αυτοί που το επιθυμούν, β) η εθελοντική παραμονή δίνει την ευκαιρία στην αξιοποίησης της εμπειρίας δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών για περισσότερο χρόνο , γ) η εξασφάλιση των ανώτατων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο όριο των 65 και 67 ετών κατοχυρώνει το δικαίωμα για  αποχώρηση χωρίς εκπτώσεις , δ) η θεώρηση ως κενής της οργανικής θέσης του δικαστικού και εισαγγελικού λειτουργού που προαιρετικά παραμένει στην υπηρεσία εξασφαλίζει την υπηρεσιακή εξέλιξη των λοιπών , προκαλεί δε εμμέσως αυτόματη αύξηση των οργανικών θέσεων στα δικαστηρια που υπηρετούν οι ασκούντες το δικαίωμα.    

Γ.2.γ. Κριτική σε άλλες απόψεις

  • Η αντιμετώπιση των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών από το Σύνταγμα και τους νόμους δεν μπορεί να γίνεται με όρους που αντιστοιχούν σε κοινό εργαζόμενο ,αλλά μόνον σε εκπρόσωπο μίας εκ των τριών Λειτουργιών του Κράτους. Συνεπώς δεν είναι συνεπής με την όλη στάση μας διαχρονικά η σύγκριση με άλλες ομάδες εργαζομένων και η άντληση επιχειρημάτων από αυτήν.
  • Η προαιρετική παραμονή μέχρι το ανώτατο όριο ηλικίας δεν συνιστά  παραίτηση από δικαίωμα και δη  το συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
  • Η ελεύθερη βούληση για την άσκηση δικαιώματος δεν πρέπει να παρεμποδίζεται εφόσον δεν προσκρούει σε δικαίωμα άλλου

Γ.3. Απαγόρευση κατάληψης θέσης μετά την απαγόρευση (άρθρο 89)

Γ.3.α Περιεχόμενο ρύθμισης

Για μία τριετία μετά την αποχώρηση από την υπηρεσία του δικαστικού και εισαγγελικού λειτουργού να μην επιτρέπεται ο με οποιονδήποτε τρόπο ορισμός του  σε θέση έμμεσου οργάνου του Κράτους αμειβόμενη αμέσως ή εμμέσως από τον κρατικό προϋπολογισμό, με εξαίρεση τις Ανεξάρτητες Αρχές που προβλέπονται από το Σύνταγμα.

Γ.3.β. Αιτιολογία θέσης

Από τον συνδυασμό των προτάσεων αναθεώρησης των άρθρων 88 παρ.5 και 89 που προαναφέρθηκαν και προκειμένου να επιτευχθεί η άρση οποιασδήποτε υπόνοιας για την σχέση ανάμεσα στην εκτελεστική και την δικαστική λειτουργία ,προτείνεται ο ανωτέρω περιορισμός , οποίος ουσιαστικά προστατεύει το κύρος του δικαστή. Η απαγόρευση ισχύει για κάθε θέση έμμεσου οργάνου της διοίκησης , μετακλητού υπαλλήλου , διοικητή οργανισμού , ή εταιρίας που ελέγχεται από το δημόσιο , δημάρχου ή περιφερειάρχη και η αμοιβή για την παροχή εργασίας (ανεξάρτητα αν ο δικαστής έχει παραιτηθεί από αυτή) καλύπτεται με οποιοδήποτε τρόπο από τον κρατικό προϋπολογισμό. Από την ρύθμιση εξαιρούνται οι θέσεις των άμεσων οργάνων του κράτους διότι αφενός μεν για την θέση βουλευτή ή ευρωβουλευτή  προέχει η λαϊκή νομιμοποίηση και  δεν μπορεί να περιοριστεί το συνταγματικό δικαίωμα του εκλέγεσθαι , αφετέρου δε, η θέση υπουργού και μέλους ανεξάρτητης συνταγματικής αρχής προβλέπεται άμεσα από το Σύνταγμα και υπόκειται στη λαϊκή νομιμοποίηση της εκτελεστικής εξουσίας, συνάδει δε με το πνεύμα της ρύθμισης του άρθρου 37 παρ.3 για την ανάθεση στον Πρόεδρο του ΣτΕ του ΑΠ ή του ΕΣ των καθηκόντων του Πρωθυπουργού για τον σχηματισμο κυβέρνησης.

Γ.3.γ. Κριτική σε άλλες απόψεις

  • Η συλληβδην απαγόρευση δημιουργεί μια ατιμωτική παραδοχή : Ότι όλοι οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί είναι  εν δυνάμει ύποπτοι για σχέσεις διαφθοράς και ως εκ τούτου πρέπει προληπτικά να ληφθούν κατασταλτικά μέτρα
  • Η συλλήβδην απαγόρευση επειδη ερείδεται ουσιαστικά στην αποτροπή του κινδύνου της διαφθοράς μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες απαγορεύσεις ακόμα και στην άσκηση δικηγορίας ή και άλλων δράσεων ιδιωτικού δικαίου μετά την αποχώρηση από το δικαστικό σώμα .
  • Τα ιστορικά παραδείγματα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν από τους προτείνοντες την απόλυτη απαγόρευση δεν μπορούν να αναμετρηθούν με την αναγκαιότητα πολλές φορές που προκύπτει στην κοινωνία να αξιοποιηθούν δικαστές σε θέσεις που θα διασφαλίζουν με την ακεραιότητα τους την λειτουργία της Δημοκρατίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ομόφωνη επιλογή από την Βουλή του τ.Προέδρου του Αρείου Πάγου κ. Κουτρουμάνου ως Προέδρου του ΕΣΡ.   

 

Γ.4. Επιτάχυνση απονομής της Δικαιοσύνης (άρθρο 93 παρ.3)

Γ.4.α Περιεχόμενο ρύθμισης

Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση, ως νόμος ορίζει. Τα ανώτατα δικαστήρια μπορούν να εκδικάζουν σε πλήρη ολομέλεια σημαντικές κατηγορίες υποθέσεων ως νόμος ορίζει. Η χρήση νέων τεχνολογιών στην οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων κατά την εκτέλεση του δικαιοδοτικού έργου είναι δυνατή ,εφόσον δεν προσκρούει στην έννοια της δίκαιης δίκης.

Γ.4.β. Αιτιολογία θέσης

Η ρύθμιση έχει σκοπό να διευκολύνει την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης παρέχοντας την δυνατότητα στο νομοθέτη να περιορίσει υπό τους όρους που διέπουν στο σύνολο της την έννομη τάξη την έκταση της αιτιολογίας μιας δικαστικής απόφασης. Η μέχρι σήμερα δικονομική διαχείριση τέτοιων μέτρων , χωρίς την  συνταγματική κάλυψη, έχει αποδώσει αποτελέσματα και βάσιμη προσδοκία για επιτυχία του μέτρου σε ευρύτερη κλίμακα υπο προυποθέσεις. Η αναγκαιότητα της θεσμοθέτησης της δίκης πιλότου στα ανώτατα δικαστήρια μπορεί να οδηγήσει στην σύντμηση του χρόνου εκρεμοδικίας δεδομένου ότι δεν θα ασκούνται περιττά ένδικα μέσα. Τέλος η εισαγωγή νέων τεχνολογιών μπορεί να διευκολύνει τον σκοπό της διαχείρισης των δικονομικών χρόνων αποτελεσματικά σύμφωνα και με την διεθνή εμπειρία.

Γ.4.γ. Κριτική σε άλλες απόψεις

  • Ο περιορισμός της αιτιολογίας δεν συνιστά κατάργηση της αλλά ρύθμιση
  • Ο περιορισμός της αιτιολογίας από το νομοθέτη δεν μπορεί να αγνοήσει άλλες υπερκείμενες της διάταξης αυτής συνταγματικές ρυθμίσεις για την δίκαιη δίκη και την λειτουργία του κράτους δικαίου


Γ.5. Λοιπές προτάσεις προς αναθεώρηση  

Γ.5.1. Προτάσεις προς απαραδοχή

  • Κατάργηση μισθοδικείου και την εγκατάσταση της αρμοδιότητας στο ΑΕΔ
  • Διατήρηση διάχυτου συνταγματικού ελέγχου

Γ.5.2. Προτάσεις προς απόρριψη

  • Αναμόρφωση πειθαρχικής διαδικασίας
  • Συμμετοχή δικηγορικών συλλόγων στην λήψη αποφάσεων ΑΔΣ

Δ. Πρόσκληση για συμμετοχή

Η Τακτική Γενική Συνέλευση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στις 15 Δεκεμβρίου 2018 έχει να διαχειριστεί κάτι πολύ σημαντικό : την παρουσίαση της εικόνας του ΔΙκαστικού Σώματος και της απονομής της Δικαιοσύνης στην Χώρα για τα επόμενα πολλά χρόνια. Μια τόσο σοβαρή υπόθεση δεν μπορεί να αφεθεί στη βούληση των λίγων που θα παραμένουν στην διαδικασία μέχρι το τέλος. Αν συμβεί αυτό οι λίγοι που εκπροσωπούν μόνον τον εαυτό τους αυτόματα θα εκπροσωπήσουν όλους εμάς στην δημόσια διαβούλευση που θα ακολουθήσει. Επειδή στο παρελθόν η σιωπηλή πλειοψηφία κάποιες φορές απείχε και μετά βρισκόταν μπροστα σε τετελεσμένα, σας ζητούμε να έρθετε όλοι στη γενική συνέλευση και να υποστηρίξετε αυτό που πιστεύετε. Η συμμετοχή σας είναι αυτή που θα δείξει τη συνέχεια σε όλους μας.

 

 

                               Παναγιώτης Λυμπερόπουλος                                 Δημήτρης Φούκας

                                               Εφέτης                                               Πρόεδρος Πρωτοδικών

                             Α΄Αντιπρόεδρος της ΕΔΕ                                Αν.Γεν.Γραμματέας της ΕΔΕ

 

Οι Θέσεις μας για την Συνταγματική Αναθεώρηση – Γιατί καταθέσαμε πρόταση για διεξαγωγή ηλεκτρονικής ψηφοφορίας

Χριστόφορου Σεβαστίδη, Προέδρου Ε.Δ.Ε.

Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Εκπροσώπου Τύπου Ε.Δ.Ε.

Παντελή Μποροδήμου, Αναπληρωτή Ταμία Ε.Δ.Ε.

 

Με το άνοιγμα της διαδικασίας της Συνταγματικής Αναθεώρησης από τη Βουλή μπαίνουμε σε μια κρίσιμη περίοδο, σε μια φάση ιστορικής ευθύνης που θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την πορεία της Χώρας. Η συμβολή και η θέση των Δικαστικών Ενώσεων σε κομβικής σημασίας διατάξεις για τη Δικαιοσύνη αποκτούν ιδιαίτερη αξία, όταν μάλιστα συνδυαστούν με την πολυετή εμπειρία που αποκτήθηκε από την μέχρι σήμερα εφαρμογή του Συντάγματος. Η φετινή τακτική Γενική Συνέλευση της Ένωσής μας συμπίπτει χρονικά με τις ιστορικές αυτές εξελίξεις. Οι αλλαγές που προτείνονται από τα πολιτικά κόμματα έχουν τη δυναμική να αλλάξουν είτε προς μια θετική είτε προς μια αρνητική κατεύθυνση το θεσμό που υπηρετούμε και να δεσμεύσουν πολλές μελλοντικές γενιές δικαστών και εισαγγελέων. Οι διατάξεις του Συντάγματος που τέθηκαν από τα πολιτικά κόμματα προς αναθεώρηση είναι πολλές, εισάγουν ριζικές θεσμικές αλλαγές στη Δικαιοσύνη και μεταβάλουν την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών.  Οι διαφοροποιήσεις και οι αντίθετες οπτικές μέσα από τις οποίες μπορούν να ιδωθούν πολλές προτάσεις είναι απόλυτα λογικό να υπάρξουν και θα ήταν λάθος να δοθεί σ’ αυτές οποιαδήποτε άλλη διάσταση και ερμηνεία. Τα μέλη του ΔΣ ανταποκρινόμενα στο ρόλο τους θα τοποθετηθούν και θα πάρουν θέση σε κάθε ζήτημα ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης, η οποία τελικά θα κρίνει με τρόπο αποφασιστικό την στάση της Ένωσης.

Κρίσιμο διακύβευμα είναι η μαζική συμμετοχή όλων των συναδέλφων στη Γενική Συνέλευση στις 15 Δεκεμβρίου 2018!

Διαδικαστικά

Στο ΔΣ  της 29ης Νοεμβρίου 2018 ζητήσαμε την διεξαγωγή ηλεκτρονικής ψηφοφορίας μεταξύ όλων των συναδέλφων- μελών μας, με τις εγγυήσεις της μυστικότητας και του αδιάβλητου της διαδικασίας, ώστε να αποτυπωθεί η καθολική βούληση του Δικαστικού Σώματος σε κορυφαία ζητήματα συνταγματικής αναθεώρησης που αφορούν την Δικαστική εξουσία, τα οποία θα δεσμεύουν το Δικαστικό Σώμα για δεκαετίες και για τα οποία υπάρχουν διαφορετικές και πολλές φορές διαμετρικά αντίθετες εκτιμήσεις. Προτείναμε ταυτόχρονα να γίνει ψηφοφορία και με κάλπες ώστε να μπορούν να συμμετέχουν και οι συνάδελφοι που δεν είναι εξοικειωμένοι με τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών. Η πρότασή μας αυτή απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία. Στη συνέχεια ζητήσαμε εναλλακτικά την παραπομπή των θεμάτων στην επικείμενη Γενική Συνέλευση ώστε να διασφαλιστεί η συμμετοχή όσο το δυνατό μεγαλύτερου αριθμού συναδέλφων, πρόταση που έγινε κατά πλειοψηφία δεκτή. Απορρίψαμε την πρόταση που κατατέθηκε για λήψη απόφασης σε επίπεδο Διοικητικού Συμβουλίου. Θεωρούμε ότι στην αλλαγή του Καταστατικού Χάρτη της Χώρας δικαιούται να τοποθετηθεί και να εκφράσει τη γνώμη του το σύνολο του Δικαστικού Σώματος, η δε νομιμοποίηση του ΔΣ καθίσταται προβληματική, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ισχυρή μειοψηφία σε επί μέρους θέματα και εντός αυτού.

Επί της ουσίας προβληματισμοί

Στην συζήτηση που ακολούθησε στο ΔΣ καταλήξαμε σε κοινές θέσεις επί πολλών προτάσεων των πολιτικών κομμάτων. Κρίναμε για παράδειγμα ότι είναι απαράδεκτη η κατάργηση του διάχυτου συνταγματικού ελέγχου των νόμων, η συμμετοχή δικηγορικών συλλόγων στο Α.Δ.Σ. για θέματα που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών, συμφωνήσαμε με την ανάγκη κατάργησης του Μισθοδικείου, ενώ δεχτήκαμε ότι πολλές προτάσεις δεν μπορεί να αποτελούν αντικείμενο συνταγματικής αναθεώρησης και μπορούν να ρυθμιστούν από τον κοινό νομοθέτη (ρυθμίσεις για την επιτάχυνση, εισαγωγή ηλεκτρονικών τεχνολογιών, κατά προτεραιότητα εκδίκαση υποθέσεων, εκδίκαση εφέσεων μόνο από τα πολυμελή δικαστήρια). Διάσταση απόψεων υπήρξε σε τρία κομβικής σημασίας ζητήματα: Τα όρια ηλικίας αποχώρησης των δικαστικών από την υπηρεσία τους, τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και την απαγόρευση συμμετοχής δικαστικών λειτουργών σε δημόσιες θέσεις για ένα συγκεκριμένο διάστημα μετά την αποχώρησή τους. Ποιες απόψεις εκφράσαμε:

Όρια ηλικίας

Το άρθρο 88 παρ. 5 του Συντάγματος ισχύει από το 1975 και ορίζει το 65ο έτος ως ανώτατο όριο αποχώρησης για τους δικαστικούς λειτουργούς μέχρι τον βαθμό του Εφέτη και το 67ο έτος για τις ανώτερες βαθμίδες. Κατατέθηκε πρόταση από την αξιωματική αντιπολίτευση στα πλαίσια της συνταγματικής αναθεώρησης για αύξηση των ορίων ηλικίας αποχώρησης των δικαστών από την υπηρεσία τους στο 70ο έτος. Η πρόταση αυτή δεν μας ξάφνιασε καθώς ετοιμάζεται από καιρό όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Με όρους εύηχους και δελεαστικούς όπως η «ενεργός γήρανση του πληθυσμού» και η δήθεν αξιοποίηση των δυνατοτήτων των ηλικιωμένων ανθρώπων για συμμετοχή, ψυχική ισορροπία, βελτίωση της ποιότητας ζωής, συγκαλύπτονται τα πραγματικά κίνητρα για κατάργηση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων και του δικαιώματος σύνταξης των απόμαχων της ζωής και ο εξαναγκασμός τους να εργάζονται μέχρι τον βιολογικό τους θάνατο. Μετά τις νέες αλλαγές στο ασφαλιστικό νομοσχέδιο οι συντάξεις των συναδέλφων υπέστησαν βίαιες περικοπές. Αντιλαμβανόμαστε όλοι τι σημαίνει αυτή η απότομη μετάβαση από την εργασιακή περίοδο στο συνταξιοδοτικό στάδιο. Οι δυσκολίες να ανταποκριθεί κανείς στις υποχρεώσεις του (ατομικές και οικογενειακές) και να καλύψει τις ανάγκες του είναι  αδιαμφισβήτητες. Οι συνταξιούχοι συνάδελφοι καλούνται να αγωνιστούν για να καλυτερέψουν τις συνθήκες της ζωής τους, να βελτιώσουν τις συντάξεις τους από τη νέα θέση στην οποία βρίσκονται, μέσα από την συνδικαλιστική τους οργάνωση, την Ένωση των Συνταξιούχων Δικαστικών Λειτουργών, πάντα με την αμέριστη συμπαράσταση της Ένωσής μας. Κατανοούμε πλήρως την αγωνία των συναδέλφων που βρίσκονται στη δύση της σταδιοδρομίας τους. Έχουμε γίνει δέκτες αιτημάτων για παράταση του ορίου αποχώρησης και άρα για αύξηση του εργασιακού βίου. Το δίλημμα στο οποίο πολλοί βρίσκονται είναι να συναινέσουν στην αύξηση του ορίου ηλικίας αποχώρησης ή να βγουν στη σύνταξη και να μην μπορούν να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Η λύση όμως δεν βρίσκεται έτσι. Δεν μπορούμε να αποδεχτούμε τέτοιου είδους διλήμματα και να παραιτηθούμε από ένα βασικό κοινωνικό δικαίωμα, όπως το δικαίωμα της σύνταξης, δεχόμενοι αυτοβούλως να εργαζόμαστε μέχρι τον βιολογικό μας θάνατο. Αυτή είναι και η επιδίωξη όσων απεργάζονται την πλήρη διάλυση των εργασιακών και ασφαλιστικών μας δικαιωμάτων. Το προβάλουν δήθεν ως δικαίωμά μας αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα τέχνασμα για να καταργήσουν τις συντάξεις, για τις οποίες έχουμε καταβάλει τις εισφορές που μας αναλογούσαν. Και όχι μόνο αυτό. Τυχόν αύξηση του ορίου ηλικίας των δικαστικών λειτουργών είναι πολύ πιθανόν να συμπαρασύρει στο μέλλον και την αύξηση του ορίου ηλικίας των άλλων εργαζομένων. Εμείς είμαστε ο προπομπός. Πρόκειται ολοφάνερα για μια κοινωνική οπισθοδρόμηση. Στο Σύνταγμα του 1911 προβλέπονταν ότι οι Ανώτατοι Δικαστές αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία όταν συμπληρώσουν το 75ο έτος ενώ το κατώτατο όριο αποχώρησης ορίζονταν στο 65ο έτος. Στο Σύνταγμα του 1925 προβλέπονταν υποχρεωτική αποχώρηση των Αρεοπαγιτών και των Προέδρων και Εισαγγελέων Εφετών στο 75ο έτος της ηλικίας τους. Στο Σύνταγμα του 1927 μειώθηκε το ανώτατο όριο αποχώρησης για τα μέλη του Αρείου Πάγου και τους Προέδρους Εφετών στο 70ο έτος της ηλικίας τους και για τους υπόλοιπους στο 67ο.  Στο Σύνταγμα του 1948 και στη συνέχεια του 1952 διατηρήθηκε το 70ο έτος για τους ανώτατους Δικαστές και μειώθηκε στο 65ο έτος για τους υπόλοιπους. Τα ίδια όρια διατήρησε και το χουντικό ψευτο-Σύνταγμα του 1968. Και φτάνουμε στο ισχύον Σύνταγμα που χαμηλώνει ακόμα παραπάνω τα ανώτατα ηλικιακά όρια αποχώρησης. Το συμπέρασμα που εύκολα προκύπτει είναι ότι τα όρια αυτά από το 1911 μέχρι σήμερα τείνουν διαρκώς να μειώνονται και είναι η πρώτη φορά που συζητούμε μετά από έναν αιώνα για αύξηση αυτών των ορίων. Η σταδιακή μείωση του ανώτατου ορίου ηλικίας αποχώρησης συμβαδίζει με την κοινωνική πρόοδο, με μια σειρά κοινωνικών κατακτήσεων βγαλμένων μέσα από αγώνες. Θεωρούμε συνεπώς μεγάλη ήττα και οπισθοδρόμηση την οποιαδήποτε συζήτηση για επάνοδο στο καθεστώς που ίσχυε το 1927 ! Με δεδομένο τον προσδόκιμο μέσο όρο ζωής στην Ελλάδα, μια τέτοια αλλαγή θα ισοδυναμούσε με ουσιαστική κατάργηση του δικαιώματος σύνταξης για τους δικαστικούς λειτουργούς.

Τέτοιου είδους αλλαγές σε συνταγματικό επίπεδο φαλκιδεύουν όχι μόνο τα δικαιώματα των υπηρετούντων σήμερα συναδέλφων αλλά και των επόμενων γενεών. Γιατί είναι κρίσιμη παράμετρος η υποθήκευση του εργασιακού μέλλοντος της νέας γενιάς νομικών, πολλοί από τους οποίους έχουν εξαιρετικά επιστημονικά προσόντα και ηθικό ανάστημα, καταδικασμένοι ωστόσο σε υποχρεωτική ανεργία, μέχρι να δημιουργηθούν ανάλογες θέσεις εργασίας. Διαρρηγνύει την οφειλόμενη αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών μια πεισματική άποψη διατήρησης και μη εγκατάλειψης δημόσιου αξιώματος.  Μια τέτοια πρόταση δεν λαμβάνει εξάλλου υπόψη της τις σωματικές και ψυχικές ανθρώπινες αντοχές που είναι φυσιολογικό να φθίνουν και μάλιστα σε κατηγορία εργαζομένων που επί δεκαετίες τελεί ιδιαίτερα ψυχοφθόρα πνευματική εργασία. Ποιες εγγυήσεις ορθοκρισίας και πνευματικής διαύγειας παρέχονται από υπερήλικες δικαστές και εισαγγελείς που θα αποτελούν την πλειοψηφία στα Ανώτατα Δικαστήρια; Οι περιπτώσεις ανθρώπων που διατηρούν ακμαίες τις πνευματικές λειτουργίες ακόμα και μετά τα 70 χρόνια σαφώς υφίστανται, αλλά θεωρούμε ότι αποτελούν την εξαίρεση από τον γενικό κανόνα που επιβάλει η φύση.

Καθαυτή η θέσπιση υποχρεωτικού χρόνου αποχώρησης από την Υπηρεσία στο άρθρο 88 του Συντάγματος υποδηλώνει τη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη να προσδιορίζει το πέρας της άσκησης των καθηκόντων του Δικαστή μεταξύ άλλων και ως τμήμα του πλέγματος προστασίας της προσωπικής του ανεξαρτησίας. Στην επιλογή αυτή, που στον αντίποδά της κείται η άσκηση των καθηκόντων του δικαστή ως το θάνατό του μπορεί κανείς να διαγνώσει μια εξισορροπιστική διάθεση. Ειδικότερα στο άρθρο 88 Σ, καθορίζονται οι μορφές λήξης του δικαστικού λειτουργήματος, ειδικότερα δε στην παράγραφο 4 προσδιορίζονται περιοριστικά οι λόγοι παύσης αυτού με τρόπο τέτοιο, ώστε να μην είναι δυνατή θεσμικά η υποχρέωσή του σε αποχώρηση για αιτίες άλλες από τις συνταγματικά καθορισμένες. Η ύπαρξη αυτού του ισχυρού και ειδικού πλέγματος προστασίας της προσωπικής ανεξαρτησίας του δικαστή, που τον ισχυροποιεί θεσμικά, κατά το συνταγματικό νομοθέτη αντιρροπείται επιτυχημένα από τον συνταγματικό προσδιορισμό στην επόμενη παράγραφο του πεπερασμένου χαρακτήρα του, δηλαδή μέσω της θέσπισης χρονικού ορίου υποχρεωτικής αποχώρησης. Ο συνταγματικός νομοθέτης δείχνει έτσι να κατανοεί την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου τόσο στην όψη του καθήκοντος (η άσκηση του οποίου πρέπει να προστατεύεται ισχυρά), όσο και στην όψη της εξουσίας (η άσκηση της οποίας δεν πρέπει να διαρκεί για πάντα). Απαλλάσσοντας υποχρεωτικά τον δικαστή από τα καθήκοντά του με την παρέλευση του ορίου ηλικίας το Σύνταγμα παίρνει σαφή θέση εναντίον της κυριολεκτικώς ισόβιας άσκησης της εξουσίας από κάθε φορέα της, συσχετίζει άμεσα την επίδραση του χρόνου με το παραγόμενο δικαιοδοτικό έργο και διατηρεί σταθερή χρονικά τη διαδικασία ανανέωσης των δικαστικών γενεών και της μεταξύ τους επικοινωνίας και δυναμικής. Η διάκριση αυτή είναι θεμιτή και ανάλογη της βαρύνουσας αξίας της δικαστικής εξουσίας στη συνταγματική τάξη, έχει δε λειτουργήσει επιτυχημένα. Η εμπειρία των 44 πιο επιτυχημένων ετών της ελληνικής δικαστικής Ιστορίας, ακουμπάει και σε αυτή τη ρύθμιση, προκαλώντας εύλογη απορία σε όποιον αναμενόμενα συνδέει την ύπαρξη ανάγκης αλλαγής με την αποτυχία αυτού που καλείται προς αντικατάσταση. Άραγε τι αναμένεται να βελτιώσει η αύξηση του ορίου αποχώρησης ώστε να δικαιολογεί αναθεώρηση του Καταστατικού Χάρτη της χώρας; Η αδυναμία ανεύρεσης ικανοποιητικής απάντησης εντός των ορίων της δικαστικής λειτουργίας, μας παραπέμπει μοιραία στα πλαίσια του εκτός Δικαιοσύνης κοινωνικού ανταγωνισμού και των ιδεολογικών συσχετισμών, που διαμορφώνονται, τα οποία και στο παρελθόν μεν έχουν αποτυπωθεί σε συνταγματικά κείμενα, όχι όμως με επιτυχία.           

Το αίτημα για αύξηση του 65ου έτους στο 67ο προβαλλόμενο ως λύση για την διαφορετική αντιμετώπιση μεταξύ δικαστικών λειτουργών θα ανοίξει την πόρτα σε μια ευρύτερη συζήτηση για αύξηση των ορίων ηλικίας, με τα ίδια επιζήμια αποτελέσματα. Η πρόταση για προαιρετική αύξηση ορίων ηλικίας ευθέως οδηγεί στην υποχρεωτική αύξησή τους. Η ηλικία αποχώρησης του δικαστή από την υπηρεσία του είναι και σήμερα προαιρετική. Η πρόωρη όμως αποχώρηση ισοδυναμεί με μείωση των συντάξιμων αποδοχών και για το λόγο αυτό δεν γίνεται χρήση της. Είναι βέβαιο ότι οποιαδήποτε αύξηση των ορίων ηλικίας θα έχει υποχρεωτική μορφή και όχι προαιρετική.

Προτείνουμε λοιπόν να μην γίνει καμία απολύτως αλλαγή στα υφιστάμενα όρια ηλικίας που θέτει το Σύνταγμα.

Τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης

Έχουν ωριμάσει πια οι συνθήκες για να μην αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της εκτελεστικής εξουσίας η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Κοινό αίτημα πολλών πολιτικών κομμάτων, των Δικαστικών Ενώσεων αλλά και της GRECO, της επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της διαφθοράς είναι να συμμετέχουν οι ίδιοι οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί στην διαδικασία μιας προεπιλογής των υποψηφίων Προέδρων, Αντιπροέδρων Ανωτάτων Δικαστηρίων και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Οι δικαστές και εισαγγελείς δικαιούνται να έχουν λόγο στην επιλογή της φυσικής ηγεσίας τους, γνωρίζοντας καλύτερα την αξιοσύνη, τα επιστημονικά προσόντα, την διαδρομή του κάθε υποψηφίου συναδέλφου τους. Η προεπιλογή των υποψηφίων θα πρέπει να γίνεται με μυστική ψηφοφορία από το σύνολο του δικαστικού σώματος. Αντίθετα η ανάθεση αυτής της ευθύνης μόνο στην Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα οδηγήσει σε ομαδοποιήσεις, πολυδιασπάσεις και διαχωρισμούς και θα επιφέρει πλήγματα στην αναγκαία ενότητά του. Η προεπιλογή που θα κάνουμε για τη θέση του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορεί να γίνει μεταξύ όλων των υποψηφίων Αντιπροέδρων, η προεπιλογή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μεταξύ των Αντιπροέδρων και των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου και η προεπιλογή των Αντιπροέδρων μεταξύ των Αρεοπαγιτών. Αντίστοιχες διατάξεις θα ισχύουν και για τα άλλα δύο ανώτατα δικαστήρια. Σε ένα δεύτερο στάδιο να ακολουθεί η τελική επιλογή από τη Βουλή, η οποία θα δίνει και την απαιτούμενη λαϊκή νομιμοποίηση στην ηγεσία της Δικαιοσύνης.

Απαγόρευση κατάληψης θέσεων σε συνταξιούχους ή παραιτηθέντες δικαστικούς λειτουργούς επί 2ετία μετά την αποχώρηση

Η εισαγωγή της θέσης που πρώτοι καταθέσαμε από το 2014 μας ικανοποιεί απόλυτα, πολύ περισσότερο διότι έρχεται στο ανώτατο επίπεδο της συνταγματικής ρύθμισης.  Βέβαια η προτεινόμενη διάταξη περιορίζει την απαγόρευση συμμετοχής συνταξιούχων δικαστικών αποκλειστικά και μόνο σε θέσεις πολιτικές ή στην Κυβέρνηση. Και στο σημείο αυτό η GRECO θεώρησε αναγκαία την θέσπιση μιας διάταξης περιορισμού των δραστηριοτήτων ενός δικαστικού μετά την συνταξιοδότησή του. Η άποψή μας είναι πολύ ευρύτερη από αυτήν που εισάγεται προς συζήτηση στη Βουλή και η οποία δεν μπορεί παρά να καλύψει ελάχιστες περιπτώσεις. Η εμπειρία μέχρι σήμερα έχει δείξει ότι η συμμετοχή δικαστικών σε πολιτικές θέσεις ή στην Κυβέρνηση ήταν σπάνια, ενώ αντίθετα συνηθισμένο φαινόμενο είναι ο διορισμός σε θέσεις Προέδρων Ανεξαρτήτων Αρχών. Επιδιωκόμενος σκοπός πρέπει να είναι η διάλυση οποιασδήποτε υποψίας περί συγκοινωνούντων δοχείων μεταξύ των τριών εξουσιών και αυτός ο σκοπός επιτυγχάνεται με τον πλήρη αποκλεισμό από την κατάληψη οποιασδήποτε δημόσιας θέσης, συμπεριλαμβανομένων όλων των Ανεξαρτήτων Αρχών.

Απαγόρευση παρέμβασης του Υπουργού της Δικαιοσύνης στην υπηρεσιακή εξέλιξη και στον πειθαρχικό έλεγχο των Δικαστικών Λειτουργών (άρθρα 90 παρ. 3 και 91 παρ. 1 και 3 Συντ.).

Το άρθρο 90 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος προβλέπει το δικαίωμα του Υπουργού της Δικαιοσύνης να ασκεί ουσιαστικά ένδικο μέσο κατά της απόφασης του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου (ΑΔΣ) που αφορά στην υπηρεσιακή εξέλιξη δικαστικού λειτουργού, ενώ το άρθρο 91 στις παρ. 1 και 3 προβλέπει το δικαίωμα του Υπουργού της Δικαιοσύνης να ασκεί (άλλοτε αποκλειστικά και άλλοτε παράλληλα με το αρμόδιο δικαστικό όργανο) την πειθαρχική αγωγή κατά των δικαστικών λειτουργών. Η ανάμιξη εκπροσώπου της εκτελεστικής εξουσίας στη διαδικασία υπηρεσιακής εξέλιξης των δικαστικών λειτουργών, προσλαμβάνοντας μιας μορφής ιδιότητα διαδίκου, έστω και αν δεν είναι άμεση και αποφασιστικής σημασίας, αφού πάντοτε αποφαίνεται το αρμόδιο δικαστικό όργανο (ΑΔΣ), δημιουργεί την εντύπωση προσωπικής αντιπαράθεσης του υπουργού με τον κρινόμενο δικαστικό λειτουργό και παράλληλα εμφανίζεται ως εξαιρετικός περιορισμός της λειτουργικής ανεξαρτησίας του δικαστή. Ο αναμφίβολα θεμιτός σκοπός του Συντάγματος για επανέλεγχο των αποφάσεων του ΑΔΣ σχετικά με την υπηρεσιακή εξέλιξη των δικαστικών λειτουργών, στον οποίο προφανώς αποβλέπει η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος, μπορεί να επιτευχθεί με την αναγνώριση αντίστοιχου δικαιώματος παραπομπής του ζητήματος στην ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου από τον πρόεδρό του και την ταυτόχρονη κατάργηση του δικαιώματος του υπουργού της δικαιοσύνης. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους κρίνεται επιβεβλημένη η κατάργηση του δικαιώματος του Υπουργού της Δικαιοσύνης να εγείρει πειθαρχική αγωγή κατά δικαστικών λειτουργών. Η πρόταση αυτή, μάλιστα, αφορά τόσο τους ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, όπου η αρμοδιότητα του υπουργού της δικαιοσύνης είναι σήμερα αποκλειστική, όσο και τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς, όπου η παρέμβαση του υπουργού εμφανίζεται να είναι συμπληρωματική. Η τροποποίηση αυτή, εξάλλου, είναι αναγκαία και για την μεταρρύθμιση σε επίπεδο κοινού νομοθέτη προς την κατεύθυνση της κατάργησης κάθε δικαιώματος παρέμβασης της εκτελεστικής εξουσίας σε ζητήματα πειθαρχικού ελέγχου δικαστικών λειτουργών, όπως π.χ. του δικαιώματος άσκησης έφεσης κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων.

Για την αναγνώριση του δικαιώματος συλλογικής διαμαρτυρίας

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση που έγινε για κατάργηση της διάταξης του άρθρου 23παρ.2 του Συντάγματος περί  απαγόρευσης της κάθε μορφής απεργίας από τους δικαστικούς λειτουργούς. Η θέση αυτή, που αντιμετωπίζει την απαγόρευση αυτή ως αδικαιολόγητο περιορισμό του δικαιώματος απεργίας σε μία συγκεκριμένη μερίδα εργαζομένων, θα διεπόταν από συνέπεια και συνοχή στα πλαίσια διαφορετικού συστήματος κοινωνικής οργάνωσης, όμως εν προκειμένω παραγνωρίζει συγκεκριμένες θεσμικές ιδιαιτερότητες που διέπουν τη δικαστική εξουσία στα πλαίσια του ισχύοντος Συντάγματος. Οι δικαστικοί λειτουργοί – σε αντίθεση με τους δημοσίους υπαλλήλους ή τους λοιπούς πολίτες του Κράτους και σαφώς σε αντίθεση με όσους υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας, που δεν δικαιολογείται να περιλαμβάνονται στην ίδια διάταξη – αποτελούν ισόβια όργανα του Κράτους που απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, με τη θέσπιση ενός πλέγματος κανόνων προστασίας του λειτουργήματός τους, που είναι θεσμικά ισχυρότερο από σχεδόν οποιουδήποτε άλλου εργαζομένου. Ταυτόχρονα, αποτελώντας βασικό πυλώνα της Πολιτείας, διαχειρίζονται σημαντικό τμήμα της άσκησης κρατικής εξουσίας και μέσω των δικαστικών αποφάσεων παρεμβαίνουν πολλαπλά στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Αντίστοιχα το δικαίωμα της απεργίας κατά την ιστορική του διαδρομή υπήρξε το μοναδικό μέσο πίεσης των εργαζομένων έναντι των εργοδοτών, με σκοπό την εξασφάλιση καλύτερων συνθηκών εργασίας και αποδοχών. Στην περίπτωση όμως των δικαστικών λειτουργών, παρόλο που οι τελευταίοι αμείβονται με βάση το κρατικό προϋπολογισμό, εργοδότης τους δεν είναι ούτε η κυβέρνηση, ούτε το κοινοβούλιο, αφού με αυτούς συναποτελούν το Κράτος, στις τρεις διακριτές λειτουργίες του. Επομένως το δικαίωμα αυτό, που κατακτήθηκε με πολύ κόπο από τους εργαζόμενους, δεν βρίσκει εφαρμογή σε κανένα από τους φορείς των τριών κρατικών λειτουργιών, αφού θα τείνει να δημιουργήσει σύγχυση μεταξύ του φορέα της άσκησής του και του καθ΄ ου η άσκηση φορέα. Η απεργία λοιπόν είναι και πρέπει να παραμείνει απαγορευμένη για τους φορείς άσκησης κρατικής εξουσίας. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι το δικαστικό σώμα δια των συνταγματικά κατοχυρωμένων νομίμων ενώσεών του στερείται οποιασδήποτε δυνατότητας να αντιδρά συλλογικά, όταν αδικείται από την αυθαιρεσία των άλλων κρατικών λειτουργιών και δεν μπορεί να κάνει χρήση άλλων μέσων συλλογικής διεκδίκησης. Άλλωστε είναι πρόσφατη η εμπειρία του δικαστικού σώματος στην επιτυχημένη αξιοποίηση νέων μέσων διαμαρτυρίας, όπως υπήρξε η συντονισμένη και καθολική διακοπή συνεδριάσεων, η οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί απεργία. Είναι γνωστό σε όλους μας ότι η διαδικασία στο ακροατήριο αποτελεί ένα μικρό κλάσμα του δικαστικού εργασιακού χρόνου, ενώ η άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος περιλαμβάνει πολύ περισσότερα καθήκοντα από αυτά που συνέχονται με τη συνεδρίαση αντίθετα με τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στους οποίους η εργασία τους είναι συνδυασμένη με συγκεκριμένο ωράριο. Οι συμπυκνωμένες στο έργο του Δικαστή ιδιότητες του εργαζόμενου και του λειτουργού είναι μία πραγματικότητα, που πρέπει να γίνεται σεβαστή. Ταυτόχρονα οι ίδιοι οι δικαστές αξιοποιούν εδώ και χρόνια με ιδιαίτερη φειδώ και περίσκεψη τα μέσα διαμαρτυρίας τους περιφρουρώντας έτσι την αξία τους και απαντώντας με υπευθυνότητα σε καλοπροαίρετους και μη επικριτές της συλλογικής τους δράσης. Ακολούθως ενόψει της ανάγκης διατήρησης της απαγόρευσης της απεργίας από τους δικαστικούς λειτουργούς αλλά και της αποσαφήνισης της ειδικού χαρακτήρα των καθηκόντων τους, επιδοκιμαστέα θα ήταν η εισαγωγή στο άρθρο 23παρ.2 διάταξης ή ερμηνευτικής δήλωσης του αναθεωρητικού νομοθέτη με περιεχόμενο : «Η διακοπή συνεδριάσεων των Δικαστηρίων ως μορφή συλλογικής διαμαρτυρίας των δικαστικών λειτουργών δεν συνιστά απεργία».

Το δικαίωμα ακρόασης στη δίκη του απολυμένου από τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 αρεοπαγίτη Αντωνίου Φλώρου στο Συμβούλιο της Επικρατείας

Αποθήκευση αρχείου (DOCX, Unknown)

Δικαιοπολιτικές κατευθύνσεις στον Ποινικό Κώδικα. Η περίπτωση του άρθρου 110Α του ΠΚ

Αποθήκευση αρχείου (PDF, Unknown)

Ταχεία απονομή δικαιοσύνης αλλά με ανθρώπινες συνθήκες εργασίας

Ταχεία απονομή δικαιοσύνης αλλά με ανθρώπινες συνθήκες εργασίας

Του Χριστόφορου Σεβαστίδη,

Δ.Ν. – Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Κάθε φορά που ξεκινάει ένα δικαστικό έτος και γίνεται μια καταγραφή των χρόνιων προβλημάτων στο χώρο της Δικαιοσύνης πρώτο στη λίστα εγγράφεται αυτό της μεγάλης καθυστέρησης στην εκδίκαση των υποθέσεων. Στις δυσμενείς επιπτώσεις από την καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης συνήθως καταγράφονται η απώλεια εμπιστοσύνης των πολιτών στο δικαστικό σύστημα, ο κίνδυνος αυτοδικίας και τώρα τελευταία η αποθάρρυνση των επιχειρήσεων να επενδύσουν στην χώρα μας. Οι προσπάθειες δεκάδων Υπουργών Δικαιοσύνης μέχρι σήμερα να  αντιμετωπίσουν το πρόβλημα απέτυχαν προφανώς όχι λόγω αδυναμίας αντίληψής του και των αιτιών που το δημιουργούν αλλά περισσότερο λόγω υιοθέτησης μεθόδων εκ προοιμίου ατελέσφορων. Μία άλλη παράμετρος που λειτουργεί αντίρροπα στις προσπάθειες που έγιναν είναι η τακτική που ακολουθούν διαχρονικά οι κυβερνήσεις να μην συμμορφώνονται σε αποφάσεις Ανωτάτων Δικαστηρίων επί υποθέσεων που αφορούν μεγάλες κατηγορίες πολιτών και να τους αναγκάζουν να προσφεύγουν εξ αρχής στον δικαστικό μηχανισμό για ζητήματα που νομικά έχουν αμετάκλητα κριθεί.

Με τις αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας στα τέλη του 2015 επιχειρήθηκε, ως μνημονιακό προαπαιτούμενο, μία τομή στην κατεύθυνση του άμεσου προσδιορισμού των (αστικών) υποθέσεων χωρίς κανένα όριο και χωρίς τον υπολογισμό των αντοχών του συστήματος. Στην ίδια λογική κινούνται κι’ άλλα νομοθετήματα, όπως ο επαναπροσδιορισμός των υποθέσεων των υπερχρεωμένων νοικοκυριών στα Ειρηνοδικεία. Σα να οφείλονταν η καθυστέρηση του δικαιοδοτικού έργου στην ραθυμία των δικαστικών λειτουργών, προβλέπεται πλέον ο προσδιορισμός των υποθέσεων μέσα σε αποκλειστικές προθεσμίες από την κατάθεση των αγωγών ανεξάρτητα από τον όγκο δουλειάς που έχει επιφορτιστεί ο κάθε δικαστής. Η αποτυχία τέτοιων μέτρων είναι εξ αρχής προδιαγεγραμμένη στο βαθμό που δεν λαμβάνουν υπόψη το πεπερασμένο των ανθρώπινων δυνατοτήτων.

Η απειλή του πειθαρχικού ελέγχου για καθυστερήσεις στην έκδοση αποφάσεων δεν μπορεί να επιταχύνει ακόμα περισσότερο την ήδη εντατικοποιημένη εργασία, μπορεί όμως να ασκήσει τεράστια ψυχολογική πίεση στον δικαστή. Είναι μία παράμετρος σημαντική για την οποία ποτέ μέχρι σήμερα δεν έγινε ιδιαίτερη αναφορά ούτε εκτιμήθηκαν σοβαρά οι επιπτώσεις που έχει στο απονεμόμενο έργο. Η μεγάλη πίεση που ασκείται για ταχεία έκδοση αποφάσεων οδηγεί αναπόφευκτα σε μια μηχανιστική αναπαραγωγή της «κρατούσας άποψης» και στερεί τον εφαρμοστή του δικαίου από τη δυνατότητα επιστημονικής έρευνας, αμφισβήτησης και επανατοποθέτησης σε πολλά δύσκολα νομικά ζητήματα.  Μπορεί να τίθεται ως μοναδική επιδίωξη η σύντμηση του χρόνου έκδοσης των αποφάσεων χωρίς να ενδιαφέρει η ποιότητα του έργου ή η αλλοτρίωση που επέρχεται στον δικαστή με τον αντιανθρωπιστικό χαρακτήρα της παραγωγής δικαστικού έργου; Η «μαζική παραγωγή» δικαστικών αποφάσεων και η κυρίαρχη τεχνοκρατική αντίληψη που επιζητά μονοδιάστατους επιστήμονες, που δεν έχουν χρόνο ούτε υποχρέωση να αγγίζουν πτυχές άλλων επιστημών, τεχνών και να γίνονται φορείς των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων, πρέπει να μας προβληματίζουν και να μας ανησυχούν.

Δεύτερη λανθασμένη απόπειρα επίλυσης του προβλήματος επιχειρήθηκε με τον πρόσφατο ν. 4512/2018 που εισήγαγε την υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση. Παρά τις σφοδρές αντιρρήσεις της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας, της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, παρά την επισήμανση του κινδύνου εμπορευματοποίησης της Δικαιοσύνης με την υποχρεωτική προσφυγή των πολιτών σε ιδιωτικά κέντρα, το Υπουργείο Δικαιοσύνης πίστεψε ότι βρήκε την πιο αποτελεσματική λύση. Η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθμό 34/2018 απόφασή της έκρινε αντισυνταγματικές τις ρυθμίσεις του παραπάνω νόμου και έτσι η λύση του προβλήματος παραμένει και πάλι ζητούμενο.  Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων έχει καταθέσει από τον Σεπτέμβριο του 2017 ολοκληρωμένη μελέτη – πρόταση για την αναμόρφωση της δικαστικής μεσολάβησης και αναμένει πρόσκληση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης για μια επί της ουσίας συζήτηση, συμβάλλοντας με τις δυνάμεις της στην προσπάθεια αποφόρτισης των πινακίων, ταχύτερης εκδίκασης των υποθέσεων, με τρόπο που σέβεται το Σύνταγμα και στη δημιουργία ανθρώπινων συνθηκών εργασίας για τους δικαστικούς λειτουργούς.

Εύχομαι καλό δικαστικό έτος και καλή επιτυχία στη λειτουργία της νέας ηλεκτρονικής σελίδας σας.

1η δημοσίευση – www.dikastiko.gr