ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ: ΠΟΙΝΕΣ – ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΠΟΙΝΗΣ- ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΟΙΝΗΣ-ΣΥΡΡΟΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ – ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, Χρήστος Νάστας, Πρόεδρος Εφετών

ΗΜΕΡΙΔΑ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΤΡΙΚΑΛΩΝ
11-9-2019
ΕΙΣΗΓΗΣΗ
ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ: ΠΟΙΝΕΣ – ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΠΟΙΝΗΣ- ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΟΙΝΗΣ- ΣΥΡΡΟΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ – ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Εισηγητής

Χρήστος Νάστας , Πρόεδρος Εφετών , Ποινικός Δικαστής αποκλειστικής απασχόλησης , τακτικό μέλος του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

Με τον νέο ΠΟΙΝΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ που κυρώθηκε με τον ν. 4619/ 2019 και ισχύει από 1ης Ιουλίου 2019 , το σύστημα ποινών αναμορφώνεται πλήρως: Ειδικότερα 1. Στις κύριες ποινές που γνωρίζαμε, (τις στερητικές της ελευθερίας ποινές, όπως η κάθειρξη, η φυλάκιση και ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, και τις χρηματικές) προστίθεται η προσφορά κοινωφελούς εργασία. (Η προσφορά κοινωφελούς εργασία., ως ποινή δεν είναι άγνωστη στο Δίκαιο μας . Προβλέπεται στο άρθρο 82 παρ. 5 του προϋσχύσαντος Κώδικα , όχι όμως ως κύρια ποινή που την προβλέπει ο ΠΚ που ισχύει σήμερα). Τα όρια των στερητικών της ελευθερίας ποινών παραμένουν τα ίδια για τη φυλάκιση (άρθρο 53 ΠΚ) από 10 ημέρες έως 5 χρόνια , αλλά μειώνεται το ανώτατο όριο της πρόσκαιρης κάθειρξης σε 15 έτη ( άρθρο 52 ΠΚ). Η ποινή της ισόβιας κάθειρξης προβλέπεται , εναλλακτικά, με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών , μόνο για τα εγκλήματα που προσβάλουν τα σημαντικότερα έννομα αγαθά , όπως η εσχάτη προδοσία( άρθρο 134 ΠΚ), η επιβολή της ακεραιότητας της χώρας ( άρθρο 138 ΠΚ) και η ανθρωποκτονία με πρόθεση ( 299 ΠΚ). Επίσης όπου σε ειδικούς ποινικούς νόμους απειλείται μόνο ποινή ισόβιας κάθειρξης προστίθεται διαζευκτικά και η πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών( άρθρο 463 ΠΚ , μεταβατικές διατάξεις) και με την από 27 Ιουνίου 2019 ΠΡΑΞΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΈΝΟΥ, αλλά και με το άρθρο 95 του νόμου 4623/2019 με το άρθρο δεύτερο παρ. 2 περ. ιγ΄ προστέθηκε τρίτο εδάφιο , όπου σε ειδικούς ποινικούς νόμους απειλείται πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε ετών, επιβάλλεται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών.
Η παροχή κοινωφελούς εργασίας δεν μπορεί να έχει διάρκεια ανώτερη των 720 ωρών , ούτε να είναι κατώτερη των 100 ωρών , εκτός αν ορίζεται διαφορετικά ( άρθρο 55 ΠΚ).
Η χρηματική ποινή προσδιορίζεται σε ημερήσιες μονάδες( άρθρο 57 ΠΚ) . Εδώ άλλαξε ριζικά ο τρόπος προσδιορισμού των χρηματικών ποινών, για τον υπολογισμό των οποίων ως μονάδα μέτρησης ορίζεται η ημερήσια μονάδα. Ανώτερο όριο ορίζονται οι 360 μονάδες , δηλαδή αντίστοιχες με τη διάρκεια ενός έτους , υπολογιζόμενης της διάρκειας κάθε μήνα σε 30 ημέρες. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικές διατάξεις , η χρηματική ποινή δεν μπορεί να είναι ανώτερη : α) από 90 ημερήσιες μονάδες , όταν απειλείται ως μόνη κύρια ποινή και αφορά μικρής απαξίας πλημμελήματα, β) από 180 ημερήσιες μονάδες , όπου απειλείται διαζευκτικά με τη στερητική της ελευθερίας ποινή και αφορά μεσαίας βαρύτητας πλημμελήματα και γ) από 360 ημερήσιες μονάδες, όπου απειλείται αθροιστικά με ποινή στερητικής της ελευθερίας και αφορά βαριά πλημμελήματα και κακουργήματα. Το ύψος κάθε ημερήσιας μονάδας δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 1 ευρώ ούτε ανώτερο από 100 ευρώ.
Ως προς τις παρεπόμενες ποινές , που προβλέπονται στα άρθρα 59 και 60 του ΠΚ , καταργείται η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ως απαρχαιωμένος θεσμός. Ουσιαστικά αντικαθίσταται από την αποστέρηση θέσεων και αξιωμάτων, η οποία επιβάλλεται καταρχήν μόνο για κακουργήματα και μόνον εφόσον η πράξη συνιστά βαριά παράβαση των καθηκόντων του{ Ωστόσο με βάση ειδικές διατάξεις αποστέρηση της δημόσιας θέσης του αξιώματος προβλέπεται και για πλημμελήματα, όπως το άρθρο 263 ΠΚ προβλέπει την παρεπόμενη αυτή ποινή για τα εγκλήματα των άρθρων 235( δωροληψία υπαλλήλων), 237 (δωροληψία δικαστή) και 243(νόθευση δικαστικού εγγράφου)}.
Τώρα στην επιμέτρηση της ποινής. Δεν υπάρχει πλέον ενότητα που αναφέρεται στην υποτροπή και ιδιαίτερη μεταχείριση των καθ΄ έξη εγκληματιών . Αυτή διαγράφηκε. Στο άρθρο 79 περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης όλων των ποινών. Ορίζεται αρχικά ότι με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται από τον Δικαστή η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του δράστη γι΄ αυτή , ενώ , όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση , το Δικαστήριο δεν οφείλει απλώς να σταθμίσει τα στοιχεία του εγκλήματος που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου , αλλά πρέπει επιπλέον να συνεκτιμήσει τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους( άρθρο 13 β΄ΠΚ). Στη δεύτερη παράγραφο αναφέρονται τα στοιχεία που πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη για να εκτιμήσει τη βαρύτητα του εγκλήματος , ενώ στην τρίτη παράγραφο περιγράφονται τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη για να εκτιμήσει την ενοχή του δράστη. Στην τέταρτη παράγραφο του άρθρου μνημονεύονται όροι που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου κατά την επιμέτρηση της ποινής, ενώ στην πέμπτη παράγραφο του ιδίου άρθρου μνημονεύονται όροι που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου κατά την επιμέτρηση της ποινής. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙ ΕΝΤΎΠΩΣΗ είναι η έβδομη παράγραφος του άρθρου 79, στην οποία ορίζεται ότι η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγουμένων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία . Αληθινά αναρωτιέμαι , χρειαζόταν αυτή η παράγραφος , όταν τούτο προβλέπεται ρητά από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος; Για να πούμε τα πράγματα ως έχουν: Η σύνταξη ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένου σκεπτικού για την επιμέτρηση της ποινής είναι πρακτικά ανέφικτη τις περισσότερες φορές , μάλιστα δε όταν ο κατηγορούμενος ερημοδικεί. Επειδή μάλλον είναι αβέβαιη και ίσως δεν συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες η ερμηνευτική αδρανοποίηση της νέας διάταξης του άρθρου 79 παρ. 7 ΠΚ , τα ενδεχόμενα είναι δύο : είτε η παράλογη επιβάρυνση των ήδη βεβαρημένων δικαστών και η σύνταξη νέων σκεπτικών , τα οποία στην πραγματικότητα θα ισορροπούν μεταξύ αφενός του φτωχού αποδεικτικού υλικού και αφετέρου γενικόλογων και τυποποιημένων επαναλαμβανόμενων φράσεων, προκειμένου να βρίσκονται στο αναιρετικό απυρόβλητο , είτε η επιβολή της ελάχιστης δυνατής ποινής με την γενναιόδωρη χρήση και των διατάξεων για τις ελαφρυντικές περιστάσεις , προκειμένου να μην υπάρχει , κατά το δυνατόν , ουσιαστικός λόγος προσβολής της απόφασης περί επιβολής ποινής. Η θέσπισης της διάταξης αυτής, όπως έχει γράψει σε άρθρο του ο συνάδελφος, Γεώργιος Πλαγάκος, Πρόεδρος Πρωτοδικών, το οποίο είναι δημοσιευμένο στο dikastis.gr αλλά και σε άλλες ιστοσελίδες, αναδεικνύει ότι η βούληση για λεπτομερή ρύθμιση των πάντων οδηγεί σε υπερβολή και δυσλειτουργία, διότι η σώρευση λεπτομερών ρυθμίσεων και υποχρεώσεων για κάθε επιμέρους ζήτημα εντέλει δεν οδηγεί απαραίτητα στην απονομή δικαιοσύνης υψηλής ποιότητας , αλλά παρεμβάλλει περισσότερα προσκόμματα στη λειτουργία της δικαιοσύνης , προσφέρει αφορμή για ακόμη περισσότερες δίκες και οδηγεί στην επιβράδυνσή της.
Στη συνέχεια στο άρθρο 80 προσδιορίζεται ο τρόπος επιμέτρησης και απότισης της χρηματικής ποινής , ο οποίος, όπως αναφέρεται και στην Αιτιολογική Έκθεση , οργανώθηκε στο πρότυπο του Ελβετικού Ποινικού Κώδικα. Με βάση τη νέα αυτή διάταξη, το δικαστήριο επιβάλλοντας χρηματική ποινή , οφείλει να ορίσει τόσο τον αριθμό των ημερήσιων μονάδων , όσο και το ύψος κάθε μονάδας. Για τον προσδιορισμό των ημερήσιων μονάδων , το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ΜΟΝΟ τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του δράστη γι΄ αυτή. Αντίθετα σε ότι αφορά το ύψος της κάθε ημερήσιας μονάδας , το Δικαστήριο το καθορίζει με βάση την προσωπική και οικονομική κατάσταση του υπαιτίου, λαμβάνοντας υπόψη ειδικότερα τα καθαρά έσοδα που αποκτά κατά την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε μέρα, άλλα τυχόν εισοδήματα και εν γένει την περιουσία του, καθώς και τις οικογενειακές του υποχρεώσεις. Άλλες υποχρεώσεις του μπορούν να συνυπολογισθούν από το Δικαστήριο. Η απλή αναφορά ότι το δικαστήριο έχει λάβει υπόψη του , κατά την επιμέτρηση της ποινής , την οικονομική κατάσταση του υπαιτίου, κατά την άποψη των μελών της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής , δεν είναι επαρκής. Κατά την άποψή μου , εάν στην απόφαση αναφέρεται ότι το δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής, έλαβε υπόψη την οικονομική κατάσταση του υπαιτίου , αυτό είναι αρκετό, αφού σε αυτή περιλαμβάνονται τα έσοδα από την εργασία, άλλα εισοδήματα και γενικά η περιουσία του υπαιτίου , δεν χρειάζεται κάτι άλλο παραπάνω ( δεν θα γίνεται ανάλυση πόσες ημέρες εργάζεται το μήνα , ποιο είναι το ημερομίσθιο κλπ). Αυτό, εξάλλου έχει δεχθεί και η νομολογία κατά την μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική (άρθρο 82 παρ. 2 ΠΚ , όπως αυτό ίσχυε πριν από την κύρωση του νέου ΠΚ). Στο νέο αυτό άρθρο και συγκεκριμένα στην παράγραφο 4 λαμβάνεται ειδική πρόνοια για τα άτομα που αδυνατούν να καταβάλουν αμέσως το σύνολο της χρηματικής ποινής ή που η καταβολή της θα συνεπαγόταν την αδυναμία καταβολής της αποζημίωσης στο θύμα. Προηγείται της έκτισης της ποινής η καταβολή της αποζημίωσης στον παθόντα. Το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή καθορίζει προθεσμία, όχι μεγαλύτερη από 3 χρόνια, ώστε ο καταδικασθείς να καταβάλει σε δόσεις την ποινή του. Ειδική πρόνοια λαμβάνεται επίσης στην 5η παράγραφο του άρθρου για την περίπτωση που η αδυναμία καταβολής των δόσεων της χρηματικής ποινής οφείλεται σε ουσιώδη αλλαγή των όρων της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης του δράστη μετά την επιμέτρηση της ποινής . Στην περίπτωση αυτή ο καταδικασθείς μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση διεύρυνση της προθεσμίας καταβολής της χρηματικής ποινής , η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τα 5 χρόνια, μείωση του ύψους της ημερήσιας μονάδας ή αντικατάσταση της χρηματικής ποινής από την προσφορά κοινωφελούς εργασίας, στο μέτρο που ορίζει το δικαστήριο. Τα αιτήματα μπορεί να υποβάλλονται σωρευτικά ή διαζευκτικά, μπορούν όμως να υποβληθούν μία μόνο φορά. Από το συνδυασμό των παρ. 4 και 5 του ιδίου άρθρου προκύπτει ότι ο καθορισμός των δόσεων μπορεί να γίνει μόνο με την απόφαση που επιβάλλεται χρηματική ποινή. Ωστόσο , αυτό θα συμβαίνει μόνο όταν ο κατηγορούμενος είναι παρών. Δεν πρέπει να αποκλειστεί το δικαίωμα να ζητήσει με μεταγενέστερη αίτησή του την χορήγηση της προθεσμίας της παρ. 4 ( δηλαδή μέχρι 3 χρόνια). Ζήτημα αν μπορεί να επιβληθεί εξαρχής η παροχή κοινωφελούς εργασίας αντί για χρηματική ποινή σε περίπτωση που διαπιστωθεί αδυναμία καταβολής της χρηματικής ποινής , έστω και σε δόσεις και μάλιστα ακόμη και εκεί που η χρηματική ποινή δεν απειλείται σωρευτικά ή διαζευκτικά με την παροχή κοινωφελούς εργασίας. Στην 6η παράγραφο του άρθρου σημειώνεται ότι μαζί με τη χρηματική ποινή , το δικαστήριο ορίζει ποινή στερητική της ελευθερίας , η οποία θα πρέπει να εκτιθεί , εάν ο καταδικασθείς δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. η διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των ημερήσιων μονάδων της χρηματικής ποινής. Η εκτέλεση αυτής της στερητικής της ελευθερίας ποινή, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 80 ΠΚ, δεν μπορεί να ανασταλεί. Και σωστά δεν μπορεί ν ανασταλεί , διότι κανένας καταδικασθείς δεν θα συναινέσει στη βεβαίωση και πληρωμή της χρηματικής ποινής στη ΔΟΥ, αλλά θα επιδίωκε τη μετατροπή της σε φυλάκιση και εν συνεχεία την αναστολή της με το 99 ΠΚ προκειμένου να μην την εκτίσει.

Σχετικά τώρα με την επιμέτρηση της παροχής κοινωφελούς εργασίας( άρθρο 81 ΠΚ) που προβλέπεται κατ΄ αρχήν ως κύρια ποινή ( άρθρο 50 ) αλλά και ως υποκατάσταση ή κατά μετατροπή της χρηματικής ποινής ( άρθρα 80παρ. 4, 104Α και 105Α ΠΚ), η εκτέλεση της οποίας προς το παρόν έχει ανασταλεί με το άρθρο 98 του Ν. 4623/2019, ελλείψει δομών στις Δημόσιες Υπηρεσίες , στους ΟΤΑ και στα μη κερδοσκοπικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Κατά την επιμέτρηση της ποινής της παροχής κοινωφελούς εργασίας και η ηλικία , η κατάσταση της υγείας του υπαιτίου , καθώς και οι επαγγελματικές και οικογενειακές του υποχρεώσεις. Στην απόφαση ορίζεται η μέγιστη διάρκεια παροχής της κοινωφελούς εργασίας, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 24 μήνες. Προσδιορίζονται επίσης οι δομές στις οποίες μπορεί να προσφέρεται η κοινωφελής εργασία. Στην απόφαση καθορίζεται και η φυλάκιση ή η χρηματική ποινή που θα πρέπει να εκτίσει ο καταδικασθείς , αν δεν εκτελέσει με συνέπεια την κοινωφελή εργασία. Οι 4 ώρες κοινωφελούς εργασίας αντιστοιχούν προς μία ημέρα φυλάκισης ή μία ημερήσια μονάδα χρηματικής ποινής . Η αντιστοιχία αυτή των ωρών κοινωφελούς εργασίας προς τη χρηματική ποινή ή την ποινή φυλάκισης καθορίζεται κατά τρόπο δεσμευτικό για το δικαστήριο. ΑΝ η εργασία παρέχεται από εκείνον που καταδικάσθηκε ελλιπώς ή πλημμελώς με δική του υπαιτιότητα, ο Εισαγγελέας εκτέλεσης της ποινής έχει στη διάθεσή του περισσότερες επιλογές. Οι επιλογές αυτές αναφέρονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 81 ΠΚ.

Στο άρθρο 82 ΠΚ περιλαμβάνεται η διάταξη του άρθρου 87 ΠΚ , όπως ίσχυε πριν από τον νέο Κώδικα, όπου προσδιορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της προσωρινής κράτησης σε περίπτωση επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής. Ο χρόνος της προσωρινής κράτησης και ο χρόνος κράτησης από τη σύλληψη ως την προσωρινή κράτηση αφαιρούνται από την επιβληθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή. Η ίδια αυτή ρύθμιση επεκτείνεται και για τον υπολογισμό του χρόνου παραμονής σε θεραπευτικές μονάδες για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης κατά τον ΚΠοινΔ (άρθρο 200 παρ. 3 εδ. γ΄ ) . Σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων που συνεκδικάζονται, από τη συνολική ποινή που επιβλήθηκε αφαιρείται ο χρόνος κράτησης , η οποία διατάχθηκε για οποιαδήποτε από αυτά , ακόμη και όταν η απόφαση κήρυξε τον καταδικασθέντα αθώο για το έγκλημα για το οποίο είχε κρατηθεί, καθώς και για αυτά που συνεκδικάσθηκαν, ο κράτησης αφαιρείται από άλλες ποινές , εφόσον επιβάλλονται για εγκλήματα που διαπράχθηκαν πριν από την κράτηση για την οποία δεν επακολούθησε καταδικαστική απόφαση. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις , όπου ο χρόνος στέρησης της ελευθερίας αφαιρείται από οποιαδήποτε άλλη ποινή , δεν υπάρχει δικαίωμα του κρατηθέντος για αποζημίωση κατά τα άρθρα 535 ΚΠοινΔ. Επίσης όταν επιβάλλεται μόνο χρηματική ποινή για το έγκλημα που ο καταδικασθείς είχε κρατηθεί, αφαιρούνται από την ποινή οι ημερήσιες μονάδες που αντιστοιχούν στον χρόνο κράτησης.

ΜΕΙΩΣΗ της ΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΟΙΝΗΣ(άρθρο 83 ΠΚ)

Στο άρθρο αυτό προσδιορίζονται τα μειωμένα πλαίσια των κύριων ποινών. Προβλέπεται ειδικότερα ότι όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιο της καθορίζεται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως οκτώ έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως έξι έτη, δ) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία.
Περαιτέρω στο άρθρο 84 γίνεται αναφορά των ελαφρυντικών περιστάσεων. 1ον Ως προς την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου ( άρθρο 84 παρ. 2 α΄) η νέα διατύπωση απαιτεί ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα <<σύννομα>>( αντί του <<έντιμα>> που προέβλεπε η προισχύσασα διάταξη) με την πρόσθετη μάλιστα διευκρίνιση ότι μόνη η προηγούμενη καταδίκη του υπαιτίου για ελαφρό πλημμέλημα δεν αποκλείεται το σύννομο του πρότερου έντιμου βίου του. Η διατύπωση αυτή διευρύνει υπερβολικά τη δυνατότητα αναγνώρισης της σπουδαιότητας αυτής από τις ελαφρυντικές περιστάσεις. Όπως αναφέρεται και στην Εισηγητική έκθεση , στο κράτος δικαίου ο πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει , όπως ο ίδιος κρίνει , εφόσον δεν παραβιάζει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου. Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικασθεί για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα ( άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β΄) << απαραβίαστη>> προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή. Το δικαστήριο δικαιούται να ελέγξει ΜΟΝΟ της περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξης. Κριτήριο επομένως για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, το δε λευκό ποινικό μητρώο δεν είναι το μόνο αποδεικτικό στοιχείο για την κατάφαση της περίστασης αυτής, ο δε δικαστής μπορεί να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 ΚΠΔ (που αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα και στο βάρος απόδειξης. [[ παρ.2. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής.]]

Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη αυτή (84 παρ.2α) του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας διάταξης, που όριζε ότι η υπό στοιχείο α’ ελαφρυντική περίσταση συνίσταται στο “ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή”, αφού με τη νέα διάταξη διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της “νόμιμης” ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου της “έντιμης” ζωής, που απαιτούνταν από την προϊσχύσασα διάταξη και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το Σύνταγμα “απαραβίαστη” προηγούμενη ατομική και οικογενειακή ζωή του υπαιτίου(ΑΠ 1466/2019)
Κατά μία άλλην άποψη , την οποία υποστηρίζει ο καθηγητής, Αριστοτέλης Χαραλαμπάκης , ορθότερο θα ήταν μία ρύθμιση που θα είχε ως αφετηρία και τεκμήριο(μαχητό) σύννομου βίου την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου με την επιφύλαξη να μην προκύπτουν από την μέχρι την πράξη συμπεριφορά του υπαιτίου περιστατικά που ακόμη και αν δεν συνιστούν αξιόποινη πράξη , καταδεικνύουν μία ιδιαίτερη επιλήψιμη και αντικοινωνική στάση ζωής αυτού.
2ον Ως προς τις ελαφρυντικές περιστάσεις παρ. β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης, παρ.γ) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη, και δ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, δεν έχουμε κάποια αλλαγή . Ό,τι ίσχυε , ισχύει και σήμερα.
3ον Εκεί που έχουμε διαφοροποίηση είναι η περ. 5 της παραγράφου 2 , που ορίζει ότι : το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η καλή συμπεριφορά του καταδικασθέντος για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του αξιολογείται ελαφρυντικά ακόμα και κατά την κράτησή του. Το ελαφρυντικό αυτό το είχε δεχθεί η νομολογία και με τον προϊσχύσαντα Ποινικό Κώδικα. Δεν μπορεί πλέον σήμερα που προβλέπεται και στον νόμο, να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως στον ευρισκόμενο στη φυλακή κρατούμενο, από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατείται και ότι εξ αυτής της καταστάσεώς του, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτίωση της συμπεριφοράς του, η οποία (βελτίωση), κατά το διάστημα της κρατήσεώς του, προδήλως εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά. Η καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του κρατούμενου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του. Η ύπαρξη καλής διαγωγής, η έλλειψη πειθαρχικής καταδίκης, η εργασία και γενικά η τυπική και συνήθης συμμόρφωση του καταδίκου στο εξαναγκαστικό ρυθμιστικό πλαίσιο των σωφρονιστικών καταστημάτων αξιολογούνται και αξιοποιούνται, καταρχήν, για την παροχή των ευεργετημάτων, που προβλέπει ρητά και ειδικά ο νόμος (συνυπολογισμός χρόνου εργασίας κατά την έκτιση της ποινής, λήψη αδειών κλπ.), στην απόλαυση των οποίων προδήλως και ευλόγως αποσκοπεί κάθε κρατούμενος, και δεν αρκούν για τη χορήγηση του σχετικού ελαφρυντικού. Όμως, ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού θέσπισης της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη (και όχι μόνο την ελεύθερη) διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξεως, δεν μπορεί να αποκλειστεί η συνδρομή όρων χορήγησης του σχετικού ελαφρυντικού και υπό σχετικά μακρόχρονο καθεστώς κράτησης, που προβλέπεται πλέον ρητά στο άνω άρθρο 84 παρ. 2 ε΄, στις εξαιρετικές και διακριτές εκείνες περιπτώσεις που η στάση και συμπεριφορά του υπαιτίου υπερβαίνει κατά πολύ τη συνήθη στάση και συμπεριφορά συμμόρφωσης του μέσου κρατούμενου για την εξασφάλιση των προβλεπόμενων σωφρονιστικών ευεργετημάτων και αντανακλά, με διαπιστωμένη βεβαιότητα, την ειλικρινή ψυχοβουλητική μεταστροφή αυτού, τη σταθερή εναρμόνισή του προς τις επιταγές της έννομης τάξης και την ουσιαστική σωφρονιστική βελτίωση της προσωπικότητάς του( ΑΠ 909/2016 ΝΟΜΟΣ).

Επίσης μια άλλη περίπτωση που αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση είναι η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και προβλέπεται το πρώτον στην παράγραφο 3 του άρθρου 84 ΠΚ . Η προσθήκη αυτή αποτελεί συνέχεια της ρύθμισης που είχε πρωτοεισαχθεί με την παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν. 4239/2014, σύμφωνα με την οποία ΄΄ κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου . Στη δικαστική απόφαση γίνεται ρητή μνεία με συνοπτική αιτιολογία ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατά τα άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, γεγονός το οποίο μπορεί να συνιστά, εν όλω ή εν μέρει, δίκαιη ικανοποίηση για την καθυστέρηση της ποινικής διαδικασίας ΄΄. Η διαφορά ως προς την νέα ρύθμιση είναι ότι αρχικά η εύλογη υπέρβαση της διαδικασίας είχε ενταχθεί στο άρθρο 79, δηλαδή στους κανόνες της επιμέτρησης της ποινής , ενώ τώρα πλέον συγκαταλέγεται στις ελαφρυντικές περιστάσεις. Κατά τη γνώμη μου το ελαφρυντικό αυτό δεν έχει σχέση με την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, αλλά με την μη δυνατότητα της πολιτείας να εκδικάζονται οι υποθέσεις σε εύλογο χρόνο. Το ζήτημα φαίνεται να μην είναι και τόσο απλό και πιθανότατα θα αποτελέσει άλλο ένα χτύπημα στο μαλακό υπογάστριο της Δικαιοσύνης και της ικανότητας της στον καταλογισμό και στην τιμωρία πράξεων που επηρεάζουν την κοινωνία, όπως οι υποθέσεις διαφθοράς με πολύ μεγάλο οικονομικό και ηθικό-κοινωνικό αντίκτυπο. Εφόσον η περίπτωση αυτή αποτελεί πλέον ελαφρυντική περίσταση που υποχρεωτικά, αν γίνει δεκτός ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, οδηγεί σε μείωση της ποινής, πρέπει το Δικαστήριο , όταν αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης να συνεκτιμήσει ιδίως: α) την καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για τη διάρκεια της οποίας διατυπώνεται παράπονο ότι υπερέβη την εύλογη διάρκεια, β) την πολυπλοκότητα των τιθέμενων πραγματικών και νομικών ζητημάτων, γ) τη στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα. Τα κριτήρια αυτά προβλέπονται ρητά στο άρθρο 5 του ν. 4239/2014.
Επαναλαμβάνω ότι κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης εύλογου χρόνου διάρκειας της δίκης ως λόγος μείωσης της ποινής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος αλλά συνεκτιμώνται και τα προαναφερόμενα , δηλαδή η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο.
Όταν λοιπόν ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, γίνει δεκτός κατ΄ ουσία από το δικαστήριο, ή το δικαστήριο, σε περίπτωση απουσίας του κατηγορουμένου, αυτεπαγγέλτως θετικά διαπιστώσει τη συνδρομή τέτοιας περίπτωσης, τότε κατά την επιμέτρηση της ποινής θα γίνει αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 79 του ΠΚ αλλά και στη διάταξη του άρθρου 7 παρ.3 του Ν.4239/2014. Στην περίπτωση όμως που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζητήσει την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 3 του ΠΚ και το δικαστήριο απορρίψει αυτόν τον αυτοτελή ισχυρισμό , ως ουσία αβάσιμο, τότε στην επιμέτρηση της ποινής δεν γίνεται αναφορά στη διάταξη του άρθρου 7 παρ.3 του Ν.4239/2014, παρά μόνο στις διατάξεις του άρθρου 79 του ΠΚ , για το λόγο ότι η επίκληση αυτής της διάταξης αντιφάσκει με την προηγηθείσα απόφαση του Δικαστηρίου που έχει απορρίψει το αίτημα του κατηγορουμένου για αναγνώριση του σχετικού ελαφρυντικού.] Το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει αρνητικά, ότι δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή, όταν, μάλιστα, δεν έχει υποβληθεί συναφής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο, δοθέντος και του ότι αυτός (κατηγορούμενος) διατηρεί το δικαίωμα να προσφύγει συναφώς στα αρμόδια όργανα, για τη δίκαιη ικανοποίησή του λόγω της καθυστέρησης της ποινικής διαδικασίας(ΑΠ 1191/2019).

Η ελαφρυντική αυτή περίσταση πρέπει να προβλέπεται μόνο στο άρθρο 79 ΠΚ, όπως πριν από την ισχύ του νέου ΠΚ, έτσι ώστε να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, ακόμη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, πάντα όμως μέσα στο αρχικά όρια της ποινής, ανεξάρτητα αν το προτείνει ή όχι ο κατηγορούμενος. Με τη ρύθμιση αυτή η νομοθεσία μας δεν έρχεται σε αντίθεση προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ και ο κατηγορούμενος μετά την καταδίκη του δεν θα έχει λόγο να προσφύγει στα αρμόδια όργανα του άρθρου 2 του ν. 4239/2014, για τη δίκαιη ικανοποίησή του λόγω της καθυστέρησης της ποινικής διαδικασίας, αφού το σχετικό αίτημά του θα έχει γίνει δεκτό και θα του έχει επιβληθεί μικρότερη ποινή ή θα έχει απορριφθεί για το λόγο ότι δεν συντρέχει στην περίπτωσή του υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ιδίου.
Περαιτέρω στο άρθρο 85 ΠΚ που αφορά τη συρροή λόγων μείωσης της ποινής , προβλέπεται μείωση του κατώτατου ορίου , μετά την πρώτη μείωση κατά το άρθρο 83 ΠΚ. Η συνδρομή περισσοτέρων λόγων μείωσης της ποινής ή ενός ή περισσοτέρων λόγων μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις , πρέπει να αποτυπώνεται στην απειλούμενη από το έγκλημα ποινή. Το ανώτατο όριο της μειωμένης ποινής παραμένει αμετάβλητο , μειώνεται ουσιωδώς όμως το κατώτερο όριο. Έτσι το κατώτερο όριο της στερητικής της ελευθερίας ποινής των 5 ετών μειώνεται στα 3 έτη, τα 2 έτη φυλάκισης μειώνεται σε 1 έτος και το 1 έτος σε 6 μήνες και η μειωμένη ποινή φυλάκισης σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική. Η νομολογία μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ΠΚ, τηρούσε αρνητική στάση ως προς τη δυνατότητα διπλής μείωσης της ποινής, με μόνη εξαίρεση την υπ΄αριθμ. 12/2018 απόφαση του ΜΟΕ Ιωαννίνων. Δεχόταν όμως προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής ότι θα λάβει υπόψη του μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων.
Επίσης οι προαναφερόμενες μειωμένες ποινές επιβάλλονται και όταν, πέραν της συνδρομής ενός λόγου μείωσης της ποινής ή ελαφρυντικής περίστασης , ο κατηγορούμενος έχει ομολογήσει την ενοχή του πριν από το τέλος της προδικασίας , συμβάλλοντας έτσι στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης . Η τελευταία αυτή περίπτωση αποτελεί εξειδίκευση των υποπεριπτώσεων γ΄και δ΄ του άρθρου 79 παρ. 4 του ΠΚ , όπου στα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου κατά την επιμέτρηση της ποινής περιλαμβάνονται και ότι αυτός έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει καθώς επίσης και ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος.
Με τη διάταξη αυτή επιχειρείται να δοθεί ένα κίνητρο στον κατηγορούμενο να αποδεχθεί έγκαιρα την ενοχή του, ώστε να ολοκληρωθεί ταχύτερα η ποινική διαδικασία. Μόνη όμως η ομολογία δεν είναι αρκετή. Θα πρέπει με την ομολογία του να έχει << συμβάλει>> στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης. Αν αντίθετα υπάρχουν ήδη επαρκή για την καταδίκη του στοιχεία , η ομολογία καθαυτήν δεν επηρεάζει την ποινή.

ΣΥΡΡΟΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ( άρθρο 94 ΠΚ)
Στο άρθρο αυτό διατηρείται η διάκριση μεταξύ πραγματικής και κατ΄ιδέα συρροή εγκλημάτων . Στην περίπτωση της αληθινής πραγματικής συρροής επέρχονται οι εξής σημαντικές αλλαγές: 1ον μειώνεται η συνολική εκτιτέα ποινή για τα κακουργήματα σε 20 έτη (από 25 που ήταν υπό τον προισχύσαντα ΠΚ) και για τα πλημμελήματα σε 8 έτη (από 10 που ήταν υπό τον προισχύσαντα ΠΚ), 2ον δεν προβλέπεται ελάχιστο όριο προσαύξησης και 3ον η μέγιστη επαύξηση της ποινής είναι μέχρι το ½ της συντρέχουσας ( αντί για τα 3/4 του αθροίσματος των συντρεχουσών ποινών ). Καταργήθηκε η πρόβλεψη για αθροιστική έκτιση ποινής των εγκλημάτων( κακουργημάτων ή με δόλο τελούμενων πλημμελημάτων) που έχουν διαπραχθεί από κρατούμενους κατά άλλων κρατουμένων ή υπαλλήλων καταστημάτων κράτησης ή κατά τη διάρκεια της αδείας( παρ. 4 του προισχύσαντος ΠΚ) . Επίσης καταργήθηκε η ειδική πρόβλεψη της παρ. 2 εδ. β΄του προισχύσαντος ΠΚ, σχετικά με το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που έδινε τη δυνατότητα επιβολής συνολικής ποινή με βάση την παρ.1 του άρθρου 94 ΠΚ.
Στη συνολική ποινή σε περίπτωση συρροής ποινών σε χρήμα ( άρθρο 96) , αυτή δεν μπορεί να ξεπεράσει το ½ του αθροίσματος των υπολοίπων χρηματικών ποινών (αντί για τα 3/4 του αθροίσματος των συντρεχουσών ποινών ). Ως ποινή βάσης λαμβάνεται υπόψιν εκείνη που είναι η μεγαλύτερη εκτιμώμενη σε ευρώ, ως αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού των ημερήσιων μονάδων επί το ύψος της αξίας έκαστης. Η οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος εκτιμάται στον τρόπο επαύξησης κατά το άρθρο 96παρ.1 ΠΚ. Ως προς τον προσδιορισμό της επαύξησης της ποινής βάσης ο νόμος διαχωρίζει ανάμεσα στην περίπτωση της πραγματικής και της κατ΄ ιδέα συρροής:
i) Στην περίπτωση που περισσότερα εγκλήματα τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις (αληθινή πραγματική συρροή) η βαρύτερη χρηματική ποινή επαυξάνεται ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος όχι όμως περισσότερο από το μισό του αθροίσματος των λοιπών συντρεχουσών (96παρ.1 ΠΚ).
Παράδειγμα: Συνάντηση τριών χρηματικών ποινών: 5.000 ευρώ + 1800 + 90 ευρώ. Ποινή βάσης τα 5.000 ευρώ και η επαύξηση από τις συντρέχουσες ύψους ως το όριο του ½ του αθροίσματος τους(1800+90), δηλαδή 1890:2= 945 ευρώ. Επομένως ΣΧΠ μπορεί να ανέλθει από τα 5.001 ευρώ έως τα 5.945 ευρώ, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος.

ii) Στην περίπτωση που περισσότερα εγκλήματα τελέστηκαν με μία πράξη (αληθινή κατ΄ ιδέα συρροή) το άρθρο 96παρ.2 ΠΚ με ρητή παραπομπή στα οριζόμενα στο άρθρο 94παρ.2 ΠΚ, ορίζει ότι η επαύξηση γίνεται ελεύθερα, όχι όμως πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής. Εδώ ανακύπτει ερμηνευτικό ζήτημα για το ποιο είναι το ανώτατο όριο της χρηματικής ποινής. Από τη συνδυαστική εκτίμηση των άρθρων 57 και 80παρ.1 ΠΚ, συνάγεται ότι κατά κανόνα το ανώτατο όριο προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο των ημερήσιων μονάδων, επί το ανώτατο όριο του προβλεπόμενου ύψους, ήτοι 360 μονάδες Χ 100 ευρώ έκαστη μονάδα. Επομένως κατά κανόνα το ανώτατο όριο της ΧΠ ανέρχεται στο ποσό των 36.000 ευρώ. Κατ΄ εξαίρεση, στις περιπτώσεις των κακουργημάτων, όπου επιβάλλεται σωρευτικά με την κάθειρξη και χρηματική ποινή έως 1000 ημερήσιες μονάδες, το ανώτατο όριο του είδους της ποινής ανέρχεται στις 1000 μονάδες Χ 100 ευρώ έκαστη= 100.000 ευρώ, όταν η χρηματική ποινή αυτή είναι η ποινή βάση για το σχηματισμό της συνολικής ποινής. Αναγκαίο η ελεύθερη επαύξηση να μην υπερβαίνει το ύψος ΧΠ που θα προέκυπτε σε περίπτωση πραγματικής συρροής.
Παράδειγμα: Συνάντηση τριών χρηματικών ποινών 28.800 + 18.000 + 9.000 ευρώ. Ποινή βάση τα 28.800 ευρώ και επαύξηση ελεύθερα από τις λοιπές των 18.000 ευρώ και 9.000 ευρώ αντίστοιχα, έως τις 36.000 ευρώ (αφού το ½ του αθροίσματος των συντρεχουσών 27.000:2 =13.500 ευρώ, που υπερβαίνει το ανώτατο όριο του είδους της ποινής).

Περαιτέρω η περίπτωση του σχηματισμού συνολικής ποινής μεταξύ χρηματικών ποινών του νέου ΠΚ, όταν αυτές συναντώνται με χρηματικές ποινές ειδικών ποινικών νόμων, ήδη έχει αμφισβητηθεί έντονα, στη λογική ότι πρόκειται για χρηματικές ποινές που διέπονται από εντελώς διαφορετικά συστήματα. Μάλιστα, είναι ακριβές ότι ενόψει της έλλειψης ημερήσιων μονάδων, στην περίπτωση των ειδικών ποινικών νόμων, αλλά και των χρηματικών ποινών του παλαιού ΠΚ, δε φαίνεται δυνατή de lege lata η τροπή της χρηματικής ποινής σε στερητική της ελευθερίας, όπως προβλέπει πλέον το άρθρο 80 παρ.6 ΠΚ. Αντίστοιχο πρόβλημα διαφαίνεται ενόψει της κατ΄ ιδέα τέλεσης εγκλημάτων, αφού δεν μπορεί να εφαρμοστεί ο κανόνας της ελεύθερης επαύξησης της ποινής βάσης μέχρι το ανώτατο όριο του είδους της ποινής (άρθρο 96παρ.2 και 94παρ.2 ΠΚ), καθώς στους ειδικούς ποινικούς νόμους υφίστανται διατάξεις με χρηματικές ποινές που συχνά υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια του νέου ΠΚ. (π.χ. ιδιαίτερα διακεκριμένα εγκλήματα ναρκωτικών που η ΧΠ φτάνει το ένα εκατομμύριο).Παρά τους προβληματισμούς, όμως και με άξονα την ανάγκη να αντιμετωπισθούν και πρακτικά, τα ανακύπτοντα ζητήματα σχηματισμού συνολικής ποινής, θα πρέπει σε περίπτωση συνάντησης χρηματικών ποινών διαφορετικής προέλευσης να ισχύσουν οι ίδιοι ως άνω κανόνες. Έτσι ως ποινή βάσης θα τεθεί η αριθμητικά μεγαλύτερη σε ευρώ, προσαυξανόμενη κατά το άρθρο 96 ΠΚ, από τα ποσά των συντρεχουσών, έστω και αν προέρχονται από ειδικό ποινικό νόμο.
Π.χ. Συνάντηση καταδικαστικών αποφάσεων για διακίνηση ναρκωτικών με απόφαση για ληστεία και κακουργηματική κλοπή : κάθειρξη 8 ετών και ΧΠ 300.000 ευρώ (μέγιστη)+ κάθειρξη 5 ετών και ΧΠ 36.000 ευρώ(μέγιστη) + κάθειρξη 5 ετών και ΧΠ 36.000 ευρώ (μέγιστη). Η ΣΧΠ έχει ποινή βάση τις 300.000 ευρώ με προσαύξηση από τις λοιπές ύψους 36.000 έκαστη, όχι περισσότερο από το ½ του αθροίσματος (ήτοι 36.000ευρώ) επομένως ΣΧΠ 336.000 ευρώ. Όσο, για τις ποινές που επιβλήθηκαν προ της 01.07.2019 θα θεωρούνται ότι εκτίθηκαν μόνο με τη βεβαίωση στη Δ.Ο.Υ., εφόσον για αυτές δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται το δυσμενέστερο καθεστώς του άρθρου 80παρ.6 ΠΚ. Οι νέες των ειδικών ποινικών νόμων θα συντρέχουν κανονικά στο σχηματισμό νέας συνολικής ποινής με τις νέες χρηματικές του ΠΚ, χωρίς όμως και αυτές ποτέ να τρέπονται σε στερητικές της ελευθερίας, τουλάχιστον μέχρι να υπάρξει σχετική νομοθετική παρέμβαση.
Στη συνέχεια στη συνολική ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας ( άρθρο 96 Α ) , σε περίπτωση αληθινής πραγματικής συρροής η βαρύτερη ποινή προσαυξάνεται χωρίς ελάχιστο όριο , αλλά με μέγιστο το ½ της συντρέχουσας ποινής και μέγιστη διάρκεια της συνολικής ποινής 800 ώρες . Σε περίπτωση αληθινής κατ΄ιδέα συρροής , το δικαστήριο επαυξάνει τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, μέχρι το ανώτατο όριο του είδους της ποινής , δηλαδή μέχρι 720 ώρες( άρθρο 55 ΠΚ). Η ποινή της παροχής κοινωφελούς εργασίας δεν εκτελείται όταν συντρέχει με στερητική της ελευθερίας ποινή, μεγαλύτερης των 3 ετών . Θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι δεν αρκεί η επιβολή της στερητικής της ελευθερίας ποινή άνω των 3 ετών , αλλά θα πρέπει να εκτίεται αυτή , διαφορετικά( πχ σε περίπτωση αμνηστίας), θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ποινή της κοινωφελούς εργασίας εκτελείται.
Τέλος στο άρθρο 98 περιγράφεται το κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα το οποίο δεν άλλαξε και ισχύει ό,τι ίσχυε και πριν τεθεί σε ισχύ ο νέος Ποινικός Κώδικας.

Όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις που είναι και αυτές σημαντικές.

Με τη διάταξη του άρθρου 462 νέου ΠΚ καταργήθηκε ο Ν 1608/1950, καθώς και κάθε διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό. Η ρύθμιση αυτή έτυχε ευρύτατης αποδοχής από το νομικό κόσμο επειδή προέβλεπε δρακόντειες ποινές (μέ¬χρι και αυτή της ισόβιας κάθειρξης) ακόμα και για περιπτώσεις απλής απειλής ζημίας εις βάρος του Δημοσίου. Σε συνδυασμό με την απαράδεκτα ευρύτα¬τη διατύπωση της επίσης καταργηθείσας διάταξης του άρθρου 263Α προϊσχύσαντος ΠΚ, είχε οδηγήσει σε άδικη και παραβιάζουσα την αρχή της αναλογικότητας μεταχείριση ενός ευρύτατου φάσματος αξιόποι¬νων συμπεριφορών, πολλές από τις οποίες ελάχιστα σχετίζονταν με πραγματική ζημία του εν στενή έννοια Δημοσίου τομέα. Με την κατάργηση του Ν 1608/1950 ο ποινικός νομοθέτης έρχε¬ται να ικανοποιήσει ένα σχεδόν καθολικό αίτημα σύμπαντος του νομι-κού κόσμου( Αρ. Χαραλαμπάκης Ο νέος Ποινικός Κώδικας σελ.117 επομ.).
Απόρροια δικαιοπολιτικής ανάγκης αποτέλεσε η διάταξη του άρθρου 463 νέου ΠΚ που προβλέπει ότι α) όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή φυλάκισης προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή, β) όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα έτη αυτή μετατρέπεται σε φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποι¬νή γ) όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δεκαπέντε ετών, επιβάλλεται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέ¬κα ετών και δ) όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται μόνο ποινή ισόβιας κά¬θειρξης προστίθεται διαζευκτικά και η πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχι¬στον δέκα ετών. Στη ρύθμιση αυτή οδήγησε και η διαπίστωση ότι σε πολλούς ειδικούς ποινικούς νόμους οι ποινές που προβλέπονταν ήταν υπερβολικά υψηλές και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική κοινω¬νική βλάβη που επέφερε η αντίστοιχη αξιόποινη πράξη. Όμως πρέπει να επισημανθεί ότι από την κλιμακωτή παραπάνω απαρίθμηση λείπει η πρόβλεψη για την περίπτωση που στον ειδικό νόμο ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών. Το κενό αυτό θα πρέπει οπωσδήποτε να συ¬μπληρωθεί. Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 463 ΠΚ, από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα καταργούνται όλες οι διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς νόμους με τις οποίες καθορίζονται παρε-πόμενες ποινές ή άλλες συνέπειες που καταργούνται με αυτόν.
Η διάταξη του άρθρου 464 νέου ΠΚ προβλέπει ότι εκκρεμείς ποινι¬κές διαδικασίες που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις, για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκλη¬ση, δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη ισχύος του πα¬ρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδό τους. Η διάταξη αυτή αφορά κυρίως την εκτεταμένη μεταρρύθμιση στο χώρο της περιουσίας και της ιδιο¬κτησίας, όπου η μεν κλοπή (άρθρ. 372 ΠΚ) εμφανίζεται πλέον ως με-ρικώς κατ’ έγκληση διωκόμενο έγκλημα η δε υπεξαίρεση (άρθρ. 375 ΠΚ) και η απάτη (άρθρ. 386 ΠΚ) έχουν λάβει πλέον τη μορφή απολύτως κατ’ έγκληση διωκομένων εγκλημάτων.
Με τη διάταξη του άρθρου 465 νέου ΠΚ, προβλέπεται ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΠΚ για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική ποινή, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο, εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος.
Η διάταξη του άρθρου 466 νέου ΠΚ προβλέπει ότι σε περίπτωση εξά¬λειψης του αξιοποίνου λόγω παραγραφής εγκλημάτων που ο χαρακτή¬ρας τους μεταβλήθηκε από κακούργημα σε πλημμέλημα, κατ’ εφαρμο¬γήν των διατάξεων του παρόντος Κώδικα, δεν επηρεάζονται οι αστι¬κές αξιώσεις του παθόντος. Η διάταξη αυτή προσπαθεί να αποτρέψει αδικίες εις βάρος εμπλεκομένων σε αστική δίκη, η έκβαση της οποίας συναρτάται με κάποια ποινική διαδικασία.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 467 νέου ΠΚ, για εκκρεμείς υποθέ¬σεις στις οποίες συμπληρώνεται ο χρόνος παραγραφής κατ’ εφαρμογή των άρθρων 111 επ. ΠΚ, την παύση της ποινικής δίωξης μπορεί να διατάσσει με σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα Εφετών, ο αρμόδιος Εισαγ¬γελέας Πλημμελειοδικών, θέτοντας τη δικογραφία στο αρχείο. Η διά¬ταξη αυτή έχει ως στόχο την αποφόρτιση των ποινικών δικογραφιών και την ανακούφιση της διαδικασίας στο ακροατήριο με την αφαίρεση ενεργειών που μπορούν κάλλιστα να λάβουν χώρα με μονομερή πράξη της Εισαγγελίας.
Στο άρθρο 468 νέου ΠΚ, προβλέπεται ρητά πλέον η κατάργηση των πταισμάτων και η θέση στο αρχείο με πράξη του κατά τόπον αρμόδι¬ου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, όλων των εκκρεμών υποθέσεων που αφορούν πταίσματα.
Ως πρώτο βήμα αναδιαρθρώσεως και εκσυγχρονισμού της ποινικής νο¬μοθεσίας στο πεδίο και των ειδικών ποινικών νόμων πρέπει να θεωρη¬θεί η διάταξη του άρθρου 469 νέου ΠΚ, που αφορά στο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 Ν 1882/1990). Με τη νέα ρύθμιση αφαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του Νόμου αυτού δύο μεγάλες πηγές προέλευσης οφειλών προς το Δημόσιο: αυτές που προ¬έρχονται από χρηματικές ποινές και αυτές που προέρχονται από φο¬ρολογικές παραβάσεις, όπως αυτές τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, μαζί με τις σχετικές με αυτά προ¬σαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις. Με την αφαίρεση αυτών των δύο ομάδων περιπτώσεων στενεύει μέχρι σημείου σχεδόν κατάρ-γησης το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 25 Ν 1882/1990, το οποίο ού¬τως ή άλλως έχει επικριθεί κατά καιρούς ως ατυχής πρωτοτυπία του ελληνικού δικαίου, που όμοιά της δεν απαντάται στα ξένα δίκαια, μο¬ναδικός στόχος της οποίας ήταν να ασκήσει ακόμα μεγαλύτερη πίεση σε οφειλέτες του Δημοσίου να φανούν συνεπείς προς τις υποχρεώ¬σεις τους. Όσον αφορά τα φορολογικά αδικήματα ειδικότερα, επειδή η εν γένει φορολογική ασυνέπεια τυποποιείται ήδη σε αυτά, ορθά εί¬χε θεωρηθεί ότι η διάταξη του άρθρου 25 Ν1882/1990 παραβιάζει και την αρχή της απαγόρευσης του διττού αξιόποινου (ne bis in idem).
Ενδιαφέρουσες είναι εδώ και οι σχετικές επισημάνσεις της Αιτιολογικής Έκθεσης, ότι με τη μεταβατική αυτή διάταξη η μη καταβολή επιβληθείσας χρηματικής ποινής καταργείται ως αυτοτελές αδίκημα δη¬λαδή ως περίπτωση μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, αφού το ενδεχόμενο αυτό ρυθμίζεται πλέον από τη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 6 ΠΚ. Θεραπεύεται επίσης και το άτοπο διπλής αξιολόγησης αξιόποι¬νων φορολογικών παραβάσεων και τα ποσά που αποτελούν το αποκομισθέν ή επιδιωχθέν προϊόν αυτών αποκλείονται από την αντικειμενι¬κή υπόσταση του αδικήματος τη μη καταβολής χρεών προς το Δημό¬σιο, αφού η μη καταβολή αυτών τυποποιείται ήδη ποινικά από το άρ¬θρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Το γεγονός δε ότι το Δη¬μόσιο χρησιμοποιεί τη διαδικασία της ταμειακής βεβαιώσεως για να επιδιώξει την είσπραξη των ποσών που στερήθηκε ως συνέπεια του φορολογικού αδικήματος δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί για τον εκ νέου κολασμό του αδικήματος αυτού, καθώς τόσο η πράξη που προκάλεσε την οφειλή όσο και η ζημία του Δημοσίου παραμένουν οι αυτές. Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος δεν θίγεται ως προς άλλες απαιτήσεις του Δημοσίου, για τις οποίες δεν υπάρχει αυτοτελής ποινι¬κή προστασία( Αρ. Χαραλαμπάκης ο.π.).

ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΑΣ.

Για την υποχρεωτική Διαμεσολάβηση, Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, Εφέτης, Α΄ Αντιπρόεδρος της ΕΔΕ

Αποθήκευση αρχείου (PDF, Unknown)

Η Διαμεσολάβηση ως υποχρεωτική προδικασία προσφυγής στη Δικαιοσύνη, της Β. Πάπαρη

Της Βαρβάρας Πάπαρη, Εφέτη, μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ.

Ως μέλος του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΔΕ) θέλω να ξεκαθαρίσω, (διότι ακούστηκαν πολλά και διάφορα ότι είμαστε κατά των μεταρρυθμίσεων, ότι έχουμε εμμονές κλπ.), ότι ήμουν ανέκαθεν  υπέρ των εναλλακτικών τρόπων επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών.Και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι συμμετείχα ενεργά σε ημερίδες για την διαμεσολάβηση,αλλά κυρίως αποδεικνύεται από το ότι επεξεργαστήκαμε ως προεδρείο της ΕΔΕ μία μελέτη για την δικαστική μεσολάβηση και μάλιστα με προτροπή του Υπουργείου Δ/νης, πιστεύοντας ότι,εκτός των άλλων,η προώθηση του θεσμού αυτού, που δεν συνεπάγεται επιπλέον κόστος για τον πολίτη,θα συμβάλλει στο να εμπεδώσει η ελληνική κοινωνία την κουλτούρα της διαμεσολάβησης. Παρόλα αυτά,η πρότασή μας δεν τέθηκε καν σε διαβούλευση,αντίθετα προτιμήθηκε η προώθηση του θεσμού της ιδιωτικής μεσολάβησης και από την προηγούμενη κυβέρνηση με την ψήφιση του Ν. 4512/2018,αλλά και από την παρούσα κυβέρνηση, με το νομοσχέδιο για την ιδιωτική μεσολάβηση που κατατέθηκε πρόσφατα.

Είχαμε υποστηρίξει,γενικά ως προεδρείο της ΕΔΕ με κάποιες αποκλίσεις,αλλά και εγώ προσωπικά σε ημερίδα για την διαμεσολάβηση,ότι οι ρυθμίσεις του Ν. 4512/2018 στο θέμα της υποχρεωτικότητας, ελέγχονται ως αντισυνταγματικές,καθόσον δεν είναι σύμφωνες με το άρθρο 20 παρ 1 του Συντάγματος, περί του φυσικού δικαστή, αφού τα μέρη είναι αναγκασμένα να μείνουν σε μια διαδικασία στην οποία πρέπει να συνάψουν συμφωνία αναγκαστικά,αλλιώς επιβαρύνονται με έξοδα, αλλά και στο άρθρο 5 παρ 1, του Συντάγματος,  το οποίο ομιλεί, μεταξύ άλλων και, για την οικονομική ελευθερία, για τον ίδιο ακριβώς λόγο.Επίσης ότι δεν πληρούν και τις προϋποθέσεις που θέτει η ευρωπαϊκή νομοθεσία και νομολογία, διότι εμποδίζουν την εκ μέρους των μερών άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστικό σύστημα {βλ. άρθρο 47 του χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ  και Απόφαση του ΔΕΕ (πρώτο τμήμα) της 14ης Ιουνίου 2017 Menini κ.α. κατά Banco Popolare Società Cooperativa (Υπόθεση C-75/16) (14 Ιουνίου 2017)}. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι στις περισσότερες χώρες της ΕΕ η διαμεσολάβηση είναι προαιρετική και όχι υποχρεωτική.Ειδικότερα:ΒΕΛΓΙΟ:Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση αποτελεί προαιρετική επιλογή των μερών και δεν προβλέπεται κύρωση σε περίπτωση αποτυχίας.ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ:Η διαμεσολάβηση είναι απόλυτα προαιρετική. Μολονότι η διαμεσολάβηση προσφέρει εναλλακτικό τρόπο επίλυσης μιας διαφοράς χωρίς προσφυγή στο δικαστήριο, δεν αποτελεί προϋπόθεση της κίνησης δικαστικής διαδικασίας.ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ: Η διαμεσολάβηση επιτρέπεται σε όλους τους τομείς του δικαίου, εφόσον δεν αποκλείεται από τον νόμο, συμπεριλαμβανομένου του οικογενειακού δικαίου, του εμπορικού δικαίου και του ποινικού δικαίου. Σύμφωνα με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ο προεδρεύων δικαστής μπορεί, εφόσον κρίνεται σκόπιμο και πρόσφορο, να διατάξει τους διαδίκους να παραστούν σε αρχική τρίωρη συνάντηση με διαμεσολαβητή. Στις περιπτώσεις αυτές, η δίκη αναστέλλεται για διάστημα έως τρεις μήνες.ΔΑΝΙΑ:Στη Δανία μπορεί κανείς να προσφύγει στις υπηρεσίες διαμεσολαβητή σε ιδιωτική βάση. Η διαμεσολάβηση σε ιδιωτική βάση δεν ρυθμίζεται από το νόμο. Το κόστος της βαρύνει τα μέρη. Επίσης, ο νόμος προβλέπει δυνατότητα διαμεσολάβησης σε αστικές υποθέσεις ενώπιον περιφερειακού δικαστηρίου, πολυμελούς πρωτοδικείου ή του δικαστηρίου ναυτικών και εμπορικών υποθέσεων, καθώς και επίλυσης διαφορών σε ποινικές υποθέσεις.ΓΕΡΜΑΝΙΑ:Αντί της προσφυγής στα δικαστήρια, οι μικροδιαφορές μπορούν να επιλύονται μέσω διαμεσολάβησης.ΕΣΘΟΝΙΑ:Γενικά, βάσει του δικαίου της Εσθονίας, η προσφυγή στον συμβιβασμό γίνεται οικειοθελώς.ΙΡΛΑΝΔΙΑ: Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση είναι εθελοντική.ΙΣΠΑΝΙΑ: Τα μέρη, με τη βοήθεια των δικηγόρων τους, ενδέχεται να αποφασίσουν να προσφύγουν στις υπηρεσίες διαμεσολαβητή με δική τους πρωτοβουλία και να κοινοποιήσουν την απόφασή τους αυτή στο δικαστήριο, ή ενδέχεται να τους το προτείνει το δικαστήριο εφόσον η υπόθεση είναι δεκτική διαμεσολάβησης. ΓΑΛΛΙΑ:Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση προϋποθέτει προηγούμενη συμφωνία των μερών. ΙΤΑΛΙΑ:Η διαμεσολάβηση είναι υποχρεωτική σε μία ευρεία γκάμα ιδιωτικών διαφορών .ΚΥΠΡΟΣ: Υπάρχει η δυνατότητα, εφόσον υπάρχει συναίνεση των εμπλεκομένων, να προσφύγει κάποιος στη διαδικασία της διαμεσολάβησης για να επιλύσει οποιαδήποτε αστική διαφορά, διασυνοριακή ή μη, περιλαμβανομένης εμπορικής διαφοράς. ΛΕΤΟΝΙΑ:Η προσφυγή σε διαμεσολάβηση είναι απολύτως εθελοντική.Η διαμεσολάβηση δεν είναι προαπαιτούμενο για την κίνηση ορισμένων τύπων δικαστικών διαδικασιών ούτε για τη συνέχιση δικαστικών διαδικασιών.ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ:Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση είναι τελείως προαιρετική. Δεν υπάρχουν ειδικοί κανονισμοί όπως κώδικες δεοντολογίας για διαμεσολαβητές.ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ:Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση είναι εντελώς προαιρετική. ΟΥΓΓΑΡΙΑ:Η προσφυγή σε διαμεσολάβηση είναι εθελοντική.ΜΑΛΤΑ:Η διαμεσολάβηση είναι εθελοντική διαδικασία. Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι η διαμεσολάβηση είναι υποχρεωτική σε οικογενειακές υποθέσεις, και ιδίως σε υποθέσεις που αφορούν χωρισμό, επικοινωνία με τα τέκνα, τη φροντίδα και την επιμέλεια των τέκνων και τη διατροφή των τέκνων ή/και των συζύγων.ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ:Η προσφυγή σε διαμεσολάβηση είναι καθαρά προαιρετική.ΑΥΣΤΡΙΑ:Η προσφυγή σε διαμεσολάβηση είναι προαιρετική.Για ορισμένες διαφορές μεταξύ γειτόνων,για άτομα με ειδικές ανάγκες και συμβάσεις μαθητείας, πριν από την υποβολή αγωγής πρέπει υποχρεωτικά να καταβληθεί προσπάθεια για την εξώδικη επίλυση της διαφοράς από όργανο συνδιαλλαγής, είτε με «πραιτορικό συμβιβασμό» ενώπιον δικαστηρίου είτε με προσφυγή σε διαμεσολάβηση.ΠΟΛΩΝΙΑ:Η διαμεσολάβηση είναι προαιρετικός τρόπος επίλυσης των διαφορών και των συγκρούσεων και διεξάγεται σε εθελοντική βάση.ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ: Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση πραγματοποιείται σε εντελώς εθελοντική βάση.ΡΟΥΜΑΝΙΑ:Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση είναι εθελοντική.ΣΛΟΒΕΝΙΑ:Η προσφυγή στη διαμεσολάβηση είναι προαιρετική.ΣΛΟΒΑΚΙΑ:Η διαμεσολάβηση στη Σλοβακία είναι μια άτυπη, εκούσια και εμπιστευτική διαδικασία εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών με τη βοήθεια διαμεσολαβητή.ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ:Στις αστικές υποθέσεις (διαμεσολάβηση συνδεόμενη με δικαστήριο) για την εκκίνηση της διαδικασίας διαμεσολάβησης απαιτείται η συναίνεση όλων των εμπλεκομένων.ΣΟΥΗΔΙΑ:Η προσφυγή σε διαμεσολάβηση είναι απολύτως προαιρετική.ΑΓΓΛΙΑ ΚΑΙ ΟΥΑΛΙΑ: Η αστική διαμεσολάβηση δεν ρυθμίζεται από τον νόμο ούτε είναι προαπαιτούμενο για τη διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου.ΚΡΟΑΤΙΑ:Η προσφυγή σε διαμεσολάβηση είναι υποχρεωτική μόνον για υποθέσεις διαζυγίων και εργατικές διαφορές.ΕΛΒΕΤΙΑ:Η Η προσφυγή σε διαμεσολάβηση είναι υποχρεωτική ενώπιον Ειρηνοδίκη για διαφορές οικογενειακού δικαίου,ορισμένες δίκες περί την εκτέλεση και πτωχευτικές διαφορές (βλ.απόφαση-πρακτικά της υπ’αριθμ.34/2018 απόφασης της δ.ΟλΑΠ,καθώς και από 9-1-2018 ανάρτηση της προέδρου του ΔΣ Κιλκίς Ευρώπης Αρτόγλου).

Ένα άλλο προβληματικό ζήτημα,που είχαμε επισημάνει, ήταν η δυνατότητα που δίνεται να πιστοποιηθούν ως διαμεσολαβητές και μη νομικοί, διότι η επίλυση διαφορών που περιλαμβάνουν συνήθως σύνθετα νομικά ζητήματα, δικαιώματα και νομικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, δεν είναι δυνατό να ανατίθεται σε μη νομικούς. Διαμεσολαβητής μπορεί να γίνεται κάθε κάτοχος πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που θα λάβει την σχετική διαπίστευση μέσα από μία σεμιναριακή εκπαίδευση, ανεξάρτητα από επιστημονική ειδικότητα και χωρίς να προϋποτίθεται νομική κατάρτιση (άρθρα 188, 189 και 190 του νόμου). Επίσης, επισημάναμε ως προβληματική τη διάταξη με την οποία παρέχεται η δυνατότητα να συνιστώνται ενώσεις προσώπων πιστοποιημένων διαμεσολαβητών με σκοπό την παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης(άρθρο 196 του νόμου),καθώς και αυτή με την οποία ορίζεται ότι ακόμη και η επιβολή της βαρύτερης μορφής πειθαρχικής ποινής σε διαμεσολαβητή, για παράπτωμα (κακούργημα, πλημμέλημα εκ δόλου ή υποτροπή σε προσωρινή παύση) που τέλεσε στα πλαίσια της διαμεσολάβησης, ήτοι αυτής της ανάκλησης της διαπίστευσής του, «δε θίγει το κύρος της επιτυχούς έκβασης της διαμεσολάβησης καθώς και του συμφωνητικού που καταρτίστηκε»(άρθρο193 του νόμου),διότι έτσι δεν καλύπτονται οι εγγυήσεις αμεροληψίας, ουδετερότητας και ανεξαρτησίας που πρέπει να εξασφαλίζει ένα σύστημα μεσολάβησης.

Ακολούθησε η έκδοση της υπ’ αριθμό 34/2018 απόφασης της διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου(δ.ΟλΑΠ), η οποία, με πλειοψηφία 21 έναντι 17 μελών της, έκρινε την αντισυνταγματικότητα της διαδικασίας υποχρεωτικής διαμεσολάβησης του ν. 4512/2018. Ειδικότερα,με την εν λόγω απόφαση έγινε,κατά πλειοψηφία,δεκτό,ότι «…Από  το συνδυασµό  των προαναφερόµενων νοµολογιακών πορισµάτων εξάγεται το συµπέρασµα  ότι η ενωσιακή  έννοµη τάξη κατ’ αρχήν αποδέχεται ανεπιφύλακτα την εκούσια Διαµεσολάβηση ως µορφή  εναλλακτικής επίλυσης αστικών κ.λπ. διαφορών. Δεν είναι  όµως αντίθετη, σε µία εθνική  νοµοθεσία που καθιερώνει την υποχρεωτική  Διαµεσολάβηση, ακόµη και ως  όρο του παραδεκτού  του οικείου ενδίκου βοηθήµατος, υπό  την απαράβατη προϋπόθεση, πλην  άλλων,  ότι α) είναι αδάπανη (µε ανοχή  τα ελάχιστα  έξοδα) και β) δεν επιβάλλει την υποχρεωτική  παράσταση των µερών µε δικηγόρο.

Υπό  το φως εποµένως των ανωτέρω, πρέπει να εξετασθεί  κατά  πόσο οι ρυθµίσεις των  άρθρων 181, 182, 183 και 184 ν. 4512/2018, αναφορικά  προς το θεσµό  της υποχρεωτικής Διαµεσολάβησης, που προβλέπουν υποχρεωτική  παράταση δικηγόρου και δαπάνες, είναι σύµφωνες µε το Σύνταγµα, την ΕΣΔΑ και την ενωσιακή  έννοµη τάξη ως µη προσβάλλουσες την αρχή  της αποτελεσµατικής δικαστικής προστασίας.Οι δαπάνες αυτές στις οποίες θα υποβάλλεται ο διάδικος, ενόψει και των ειδικών δυσµενών συνθηκών που επικρατούν από  ετών στη χειµαζόµενη οικονοµία της Ελλάδας, δεν µπορούν σε καµία περίπτωση να χαρακτηριστούν ασήµαντες και αµελητέες. Είναι σηµαντικές και αναµφισβήτητα συνιστούν  ένα υπέρµετρο για τον πολίτη κόστος Διαµεσολάβησης, τη στιγµή  µάλιστα που νοµοθετικά  καθορίζονται, εν προκειµένω, µόνο κατ’ ελάχιστον τα όρια αµοιβής των διαµεσολαβητών,  όχι δε και τα µέγιστα  όρια αυτών. Αλλά  η υποχρεωτικότητα της Διαµεσολάβησης δεν επιβάλλεται µόνο µε την πρόβλεψη του απαραδέκτου. Ενισχύεται από  το νόµο µε την απειλή  και περαιτέρω ποινών και εξόδων. Η µη προσέλευση του διαδίκου στη Διαµεσολάβηση, παρά  την κλήτευσή  του,  έχει ως συνέπεια  ότι το Δικαστήριο, που στη συνέχεια θα επιληφθεί  της διαφοράς, µπορεί  να του επιβάλει (δηλαδή  στον απόντα διάδικο) χρηµατική ποινή  – ακριβώς λόγω τής απουσίας  – ύψους 120 έως 300 ευρώ, συνεκτιµωµένης της εν γένει συµπεριφοράς του στην µη προσέλευση στη διαδικασία της διαµεσολάβησης και επιπλέον χρηµατική  ποινή  ποσοστού  έως 0,2°/ο επί  του αντικειµένου της διαφοράς σε περίπτωση  ήττας του και ανάλογα µε την  έκτασή  της (άρθρο 182 παρ. 2Β). Δηλαδή, η πρώτη χρηµατική  ποινή  δύναται να επιβάλλεται ανεξάρτητα από  την  έκβαση της δίκης, ακόµα δηλαδή  και αν ο διάδικός τελικά  ολικά  κερδίσει και εποµένως δικαιωθεί  η επιλογή  του να µη θέλει να κλείσει η υπόθεση εξωδικαστικά  µε την παρέµβαση Διαµεσολαβητή.

Οι παραπάνω χρηµατικές ποινές περιέρχονται στο ΤΑΧΔΙΚ και συνιστούν δηµόσια  έσοδα (182 παρ. 2β εδ. τελ.). Επίσης, κατά  την κατάθεση του πρακτικού  διαµεσολάβησης, υποβάλλεται παράβολο ποσού  50 ευρώ  (άρθρο 184 παρ. 2). Σε όλα δε τα παραπάνω, πρέπει φυσικά  να συνυπολογιστεί  και το σηµαντικό  κόστος από  την υποχρεωτική  παράσταση των δικηγόρων των µερών στο Δικαστήριο πλέον. Εποµένως, από  το συνδυασµό  όλων των ανωτέρω, καθίσταται φανερό  ότι ουσιαστικά  πρόκειται,  όχι για αδάπανη όπως θα έπρεπε, αλλά  για µία δαπανηρή  υποχρεωτική  διαδικασία, που έµµεσα οδηγεί  (υποχρεώνει δηλαδή) τον ασθενέστερο διάδικο προς την κατεύθυνση να συγκατατεθεί  και να αποδεχθεί  τη λύση-πρόταση του Διαµεσολαβητή, παραιτούµενος από  το δικαίωµα.Έτσι τα ενδεχόµενα: α) της αποτυχίας της διαπραγµάτευσης και β) της  άρνησης συµµετοχής σε αυτήν, κοστίζουν σηµαντικά  στους διαδίκους  – που πρέπει να υπολογίζουν την επανάληψη  άσκοπων εξόδων και µελλοντικά -,θέτοντας ουσιώδη προσκόµµατα στην πρόσβαση στη Δικαιοσύνη….

Ένα  άλλο θέµα που δεν στερείται συνταγµατικού  προβληµατισµού  είναι η δυσλειτουργία του θεσµού , αφού  οι διάδικοι θα προσέρχονται µε τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ενώπιον Διαµεσολαβητή  που µπορεί  να µην είναι νοµικός. Η επίλυση διαφορών που περιλαµβάνουν συνήθως σύνθετα νοµικά  ζητήµατα, δικαιώµατα και νοµικές διατάξεις αναγκαστικού  δικαίου, δεν είναι δυνατό  να ανατίθεται σε µη νοµικούς….Έτσι η απάντηση στο ερώτηµα που τίθεται στο πεδίο της ελληνικής  έννοµης τάξης, αλλά  και της ΕΣΔΑ, αν δηλαδή  η υποχρεωτικότητα της Διαµεσολαβήσεως, όπως αυτή  θεσπίζεται µε το Ν. 4512/2018, είναι συµβατή  µε το άρθρο 20 Συντάγµατος και τα  άρθρα 6 και 13 της ΕΣΔΑ σε συνδυασµό  µε το άρθρο 47 του Χάρτη Θεµελιωδών Δικαιωµάτων, δεν µπορεί  παρά  να είναι αρνητική, µε την έννοια  ότι από  το σύνολο των προαναφερόµενων δικονοµικών και οικονοµικών συνεπειών θίγεται ο πυρήνας και η ουσία του δικαιώµατος πρόσβασης στο Δικαστήριο, αφού  όπως εξηγήθηκε προκαλούνται σοβαρά  επί  πλέον δαπανήµατα και έµµεσα ο διάδικος οδηγείται στην υποχρεωτική  αποδοχή  της λύσης του Διαµεσολαβητή, ιδίως δε ο οικονοµικά  ασθενέστερος, µε αποτέλεσµα τελικά  να στερηθεί  χωρίς τη θέλησή  του το φυσικό  δικαστή  που του εγγυάται το Σύνταγµα  και η ΕΣΔΑ. Στο επίπεδο της τελευταίας, οι  ίδιοι  όροι διαµεσολάβησης αποτελούν, ενόψει του επιδιωκοµένου σκοπού, υπέρµετρη και επαχθή  επέµβαση που τελικά  προσβάλλει την  ίδια την ουσία του δικαιώµατος για πρόσβαση στη Δικαιοσύνη. Επί  πλέον η µε τους  όρους αυτούς διαµορφωµένη υποχρεωτικότητα της Διαµεσολαβήσεως είναι αντίθετη και µε την εγγύηση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας…».

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης επανήλθε πρόσφατα στο ίδιο ζήτημα και κατέθεσε νομοσχέδιο για την ιδιωτική μεσολάβηση(διαμεσολάβηση), με το οποίο επέρχονται οι ακόλουθες και κυριότερες τροποποιήσεις: Με το άρθρο 4 του υπό διαβούλευση σχεδίου τροποποιείται το άρθρο 182 του Νόμου 4512/2018 αναφορικά με την υποχρέωση έγγραφης ενημέρωσης από δικηγόρο και τη διαδικασία προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία Διαμεσολάβησης. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 182, προσδιορίζονται οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία (ΥΑΣ), δηλαδή, σε μία συνεδρία των μερών με τον διαμεσολαβητή, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της υπόθεσης.Οι διαφορές αυτές είναι: α) οι οικογενειακές διαφορές, πλην των γαμικών διαφορών που αφορούν το διαζύγιο, την ακύρωση του γάμου, την αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας γάμου και των διαφορών από τις σχέσεις γονέων και τέκνων (προσβολή πατρότητας, μητρότητας κλπ) (παράγραφος 1 περιπτώσεις α’, β’ και γ’ και παράγραφος 2 του άρθρου 592 ΚΠολΔ), καθώς και β) όλες οι διαφορές που εμπίπτουν στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς και Πολυμελούς Πρωτοδικείου και εκδικάζονται κατά την Τακτική Διαδικασία του ΚΠολΔ και όχι οι διαφορές ειδικών διαδικασιών,όπως προβλεπόταν.Στην παράγραφο 4 που αφορά στην διαδικασία προσφυγής στην διαμεσολάβηση των υποθέσεων που υπάγονται στην Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) τροποποιούνται τα εξής: α) το αίτημα στον διαμεσολαβητή για την ΥΑΣ υποβάλλεται από τον αιτούμενο την δικαστική προστασία και όχι από δικηγόρο, όπως προβλεπόταν, β) σε περίπτωση που τα μέρη δεν συμφωνήσουν για το πρόσωπο του διαμεσολαβητή, αυτός ορίζεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, κατά σειρά προτεραιότητας σύμφωνα με τον αύξοντα αριθμό μητρώου από το Ειδικό Μητρώο διαμεσολαβητών του άρθρου 203 του ν.4512/2018, το οποίο είναι δημοσιευμένο στον ιστότοπο της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης.Περαιτέρω, προβλέπεται ότι για την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) η παράσταση του δικηγόρου είναι δυνητική, με μειωμένο γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου, ποσού αναφοράς 50,00 ευρώ, δεδομένου ότι η συνεδρία αυτή είναι ενημερωτική ως προς την διαδικασία της διαμεσολάβησης και τον τρόπο λειτουργίας της και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται απαραίτητα η παρουσία δικηγόρου, εκτός εάν οποιοδήποτε από τα μέρη το επιθυμεί.Αντίθετα, σε περίπτωση που τα μέρη υπαχθούν στην διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι υποχρεωτική η παράσταση δικηγόρου.Αναφορικά με τη διαδικασία διαμεσολάβησης, μεταξύ άλλων, προβλέπεται η υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου, εφόσον τα μέρη υπαχθούν στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, πλην των περιπτώσεων των καταναλωτικών διαφορών και των μικροδιαφορών.

Το άρθρο 194 του ν.4512/2018 τροποποιείται και μειώνεται η αμοιβή του διαμεσολαβητή, για την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) στο ποσό των 50,00 ευρώ, όπως προαναφέρθηκε, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία των μερών, το οποίο προκαταβάλλεται στον διαμεσολαβητή από τον αιτούμενο δικαστική προστασία και μπορεί να εισπραχθεί ως δικαστικό έξοδο, αν η διαφορά αχθεί στο δικαστήριο.Προβλεπόταν 170,00 ευρώ έως δύο ώρες απασχόλησης σε περίπτωση μη έγγραφης συμφωνίας των μερών.Επίσης μειώνεται η ωριαία χρέωση για την αμοιβή του διαμεσολαβητή από το ποσό των 100,00 ευρώ στο ποσό των 80,00 ευρώ, ήτοι στο ποσό της ωριαίας χρέωσης της αμοιβής του δικηγόρου.

Οι ανωτέρω μειώσεις των αμοιβών του διαμεσολαβητή γίνονται,όπως αναφέρεται, «με σκοπό να μην υφίστανται σοβαρά επιπλέον δαπανήματα και υπέρμετρη και επαχθή επέμβαση που προσβάλλει την ίδια την ουσία του δικαιώματος για πρόσβαση στην δικαιοσύνη, σε συμμόρφωση με την με αριθμό 34/2018 απόφαση της δ.ΟλΑΠ, καθώς και με την ενωσιακή έννομη τάξη»,ενώ οι υπόλοιπες προβληματικές διατάξεις,που, κατά τα αναφερόμενα στην εν λόγω υπ’αριθμ.34/2018 απόφαση της δ.ΟλΑΠ, δεν στερούνται συνταγµατικού  προβληµατισµού ,ήτοι τα άρθρα 188, 189,190,193 και 196 του ν.4512/2018, μένουν ως έχουν.

Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν το πρόσφατο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δ/νης για τη Διαμεσολάβηση είναι συμβατό με τις παραδοχές της υπ’αριθμ.34/2018 απόφασης της δ.ΟλΑΠ.Η απάντηση,κατά την προσωπική μου άποψη, πρέπει να είναι αρνητική,για τους εξής λόγους:Πρώτον και αναφορικά με το κόστος: Με το ν. 4512/2018 προβλέπεται αμοιβή 170,00 ευρώ για τις πρώτες 2 ώρες απασχόλησης και 100,00 ευρώ ελάχιστη ωριαία αμοιβή για απασχόληση άνω των 2 ωρών. Το νέο νομοσχέδιο προβλέπει κατ’ αρχήν αμοιβή 50,00 ευρώ για την «υποχρεωτική αρχική συνεδρία» ποσό το οποίο βαρύνει και τα δύο μέρη και μάλιστα  μόνον για την ενημέρωσή τους, δεδομένου ότι,όπως προειπώθηκε, η συνεδρία αυτή είναι ενημερωτική ως προς την διαδικασία της διαμεσολάβησης και τον τρόπο λειτουργίας της.Ο διάδικος που θα επιλέξει να οδηγηθεί στο διαμεσολαβητή με τον δικηγόρο του θα καταβάλει ως αμοιβή του δικηγόρου άλλα 50,00 ευρώ. Στη συνέχεια για κάθε ώρα διαμεσολάβησης (μετά την υποχρεωτική αρχική συνεδρία) η ελάχιστη αμοιβή ορίζεται σε 80,00 ευρώ. Συνεπώς στο ακριβώς όμοιο παράδειγμα που αναφέρθηκε από την δ.ΟλΑΠ, το σύνολο των εξόδων θα ανέρχεται πλέον σε 800,00 ευρώ, χωρίς να συνυπολογίσουμε και την αμοιβή των δικηγόρων η οποία είναι υποχρεωτική μετά την αρχική συνεδρία.

Η δ.ΟλΑΠ δέχτηκε  ότι στο υπερβολικό κόστος της διαμεσολάβησης θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η επιβολή ποινών στους διαδίκους που αρνούνται να προσέλθουν στον διαμεσολαβητή.Το κατατεθέν νομοσχέδιο επαναλαμβάνει την αρχική ρύθμιση και προβλέπει χρηματική ποινή μεταξύ 120,00 και 300,00 ευρώ για όποιον δεν προσέρχεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία. Συνεπώς για μία μέσης δυσκολίας υπόθεση που θα απαιτεί απασχόληση 10 ωρών,με βάση το νέο νομοσχέδιο τα δαπανήματα ανέρχονται περίπου σε 1.600 ευρώ,αντί για 2.000 ευρώ που προβλέπονταν με βάση το ν.4512/2018.Επομένως και λαμβανομένου υπόψη ότι ο μηνιαίος μισθός στον ιδιωτικό τομέα μετά βίας αγγίζει τα 600 ευρώ,η νέα ρύθμιση αναφορικά με το κόστος της υποχρεωτικής προσφυγής στη Διαμεσολάβηση,δεν συνιστά,κατά την άποψή μου,συμμόρφωση στο διατακτικό της απόφαση της δ.ΟλΑΠ,που απαιτεί «αδάπανη» διαδικασία.Δεύτερον και αναφορικά με τη δυνατότητα υπό το ν.4512/2018,να ορίζεται διαμεσολαβητής και κάποιος που μπορεί να μην είναι νομικός,ενόψει του ότι η εν λόγω διάταξη παραμένει η ίδια και στο νέο νομοσχέδιο,δεν λήφθηκε καθόλου υπόψη ο διατυπωθείς προβληματισμός της δ.ΟλΑΠ περί της συνταγματικότητάς της και οι αρνητικές παραδοχές της.Τρίτον και αναφορικά με τη δυνατότητα σύστασης ενώσεως προσώπων πιστοποιημένων διαμεσολαβητών με σκοπό την παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης,ομοίως δεν λήφθηκε υπόψη ο διατυπωθείς προβληματισμός και οι επίσης αρνητικές παραδοχές της δ.ΟλΑΠ, ότι δεν καλύπτουν τις εγγυήσεις αμεροληψίας, ουδετερότητας και ανεξαρτησίας που πρέπει να εξασφαλίζει ένα σύστημα υποχρεωτικής μάλιστα διαμεσολάβησης.
Συμπέρασμα: Η υποχρεωτική διαμεσολάβηση,έτσι όπως εισήχθη με το Ν. 4512/2018, που επαναλαμβάνεται ως προς τα κύρια σημεία του με το νέο σχέδιο νόμου, ελέγχεται ως αντισυνταγματική. Αυξάνει κατακόρυφα τον χρόνο επίλυσης των διαφορών (σε περίπτωση που τελικά οδηγηθούν σε δικαστική οδό) και το οικονομικό κόστος αυτών, αυξανόμενη ανά ώρα συνεδρίας. Περαιτέρω, εισάγει υψηλότατα χρηματικά πρόστιμα στην περίπτωση που ένα εκ των μερών δεν προσέλθει αδικαιολόγητα σε αυτή.Δεν  θα ανακόψει (η υποχρεωτική διαμεσολάβηση) τον αριθμό των υποθέσεων που θα εισάγονται στα δικαστήρια, αλλά θα είναι ένα επιπλέον έξοδο,και αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός της μεταφοράς της αρνητικής πείρας των μερών στους οικείους τους, θα καταστεί κοινή αντίληψη ότι γενικότερα η διαμεσολάβηση  δεν επιτυγχάνει το έργο της.Για τους λόγους αυτούς,πρέπει να ενισχυθεί ο θεσμός της δικαστικής μεσολάβησης.Διότι η ανάθεση καθηκόντων μεσολαβητή στο  δικαστή,  καλύπτει κατά την άποψή μου, τις εγγυήσεις αμεροληψίας, ουδετερότητας και ανεξαρτησίας που πρέπει να εξασφαλίζει ένα σύστημα μεσολάβησης, αφού ρόλο μεσολαβητή δεν μπορεί να αναλάβει  ο δικαστής για την υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν του. Eμπεδώνεται έτσι καλύτερα η εμπιστοσύνη των πολιτών στους εξώδικους τρόπους επίλυσης διαφορών και καθίσταται ευχερέστερη η προσφυγή τους σε αυτούς.-

Βαρβάρα Πάπαρη
            Εφέτης,μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΔΕ Κ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΣΕΒΑΣΤΙΔΗ ΣΤΟΝ REAL FM – 10/10/2019

Οι θέσεις μας στο ΔΣ για το ν/σ της υποχρεωτικής ιδιωτικής διαμεσολάβησης, Χρ. Σεβαστίδης, Χαρ. Σεβαστίδης, Π.Μποροδήμος

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΔΣ ΓΙΑ ΤΟ Ν/Σ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ
Οι αρνητικές συνέπειες από τον επανακαθορισμό  της στάσης της Ένωσης

Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ Εφέτης, Πρόεδρος ΕΔΕ
Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Εκπρ. Τύπου ΕΔΕ
Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης, Αναπλ. Ταμίας ΕΔΕ

14 Οκτωβρίου 2019.

Μετά την κατά πλειοψηφία απόφαση του ΔΣ της Ένωσής μας το προηγούμενο Σάββατο, που έκρινε ότι το ν/σ για την υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση είναι συνταγματικό και σε πλήρη αντιστοίχιση με την υπ’ αριθμό 34/2018 διοικ. Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και αφού οι υπογράφοντες αυτό το κείμενο, μαζί με άλλα τρία μέλη του ΔΣ, διαφωνήσαμε πλήρως και διαχωρίσαμε την στάση μας, θέτουμε ορισμένους προβληματισμούς και σκέψεις προς τους συναδέλφους μας.

Από τις αρχές Ιανουαρίου 2018, που κατατέθηκε προς ψήφιση ο ν. 4512/2018 για την υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων το ανέδειξε ως κυρίαρχο ζήτημα σε πλήθος ανακοινώσεων, δελτίων τύπου και παρεμβάσεων. Θυμίζουμε την υπ’ αριθ. πρωτ. 23/9-1-2018 ανακοίνωσή μας στην οποία τονίζαμε ότι «ο αποκλεισμός πρόσβασης στο δικαστικό σύστημα συντελείται με τη δημιουργία ενός ενδιάμεσου σταδίου υποχρεωτικής ιδιωτικής διαμεσολάβησης που έχει υψηλό κόστος και καθιστά απαγορευτική την μετέπειτα προσφυγή στα Δικαστήρια ιδίως για την οικονομικά ασθενέστερη και συντριπτικά μεγάλη πλειοψηφία του λαού». Στην ίδια ανακοίνωση αποφασίσαμε ως μέτρο διαμαρτυρίας την διακοπή συνεδριάσεων των Δικαστηρίων την ημέρα ψήφισης του νομοσχεδίου.

Την επομένη ημέρα με απόφαση της πλειοψηφίας των 9 μελών του ΔΣ (Χρ. Σεβαστίδης, Λυμπερόπουλος, Σαλάτας, Βεργώνης, Δεμέστιχα, Χαρ. Σεβαστίδης, Φούκας, Ερμίδου, Πάπαρη) κρίναμε ότι «η υποχρεωτικότητα της ιδιωτικής διαμεσολάβησης αντιστρατεύεται βασικές συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν την προσφυγή του πολίτη στον φυσικό του Δικαστή και εμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στη Δικαιοσύνη». Μετά την έκδοση της υπ’ αριθμό 34/2018 διοικ. Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που έκρινε κατά πλειοψηφία τον παραπάνω νόμο ως αντισυνταγματικό, με το υπ’ αριθμό 345/29-6-2018 Δελτίο Τύπου, η Ένωση θεώρησε την απόφαση πλήρη δικαίωση των θέσεών της, εκφράζοντας την άποψη ότι «το αίτημα για άμεση κατάργηση όλου του πλέγματος των αντισυνταγματικών ρυθμίσεων προβάλει πλέον ως καθήκον συμμόρφωσης στην κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Αλλά ακόμα και πρόσφατα στις 31-7-2019 μετά την συνάντηση του ΔΣ με τον νέο Υπουργό Δικαιοσύνης εκδώσαμε Δελτίο Τύπου στο οποίο αναφέρουμε ότι συζητήθηκε μεταξύ άλλων «η κατάργηση του ν. 4512/2018 κατά το σκέλος που αφορά την υποχρεωτικότητα της ιδιωτικής διαμεσολάβησης και η θεσμοθέτηση της δικαστικής μεσολάβησης σύμφωνα με το προτεινόμενο από την Ένωσή μας σχέδιο». Η θέση επομένως της Ένωσης εδώ και δύο χρόνια περίπου ήταν σταθερά η ίδια στην κατεύθυνση της μη θεσμοθέτησης της υποχρεωτικότητας της ιδιωτικής διαμεσολάβησης.

Ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθμό 34/2018 απόφαση της διοικητικής του Ολομέλειας έκρινε με πλειοψηφία 21 έναντι 17 μελών την αντισυνταγματικότητα του ν. 4512/2018 βασιζόμενος στις εξής σκέψεις: Με αφετηρία την ενωσιακή έννομη τάξη η οποία δεν είναι αντίθετη σε μια νομοθεσία που καθιερώνει την υποχρεωτική διαμεσολάβηση, υπό την απαράβατη προϋπόθεση ότι είναι αδάπανη (με ανοχή στα ελάχιστα έξοδα) και ότι δεν επιβάλλει την υποχρεωτική παράσταση των μερών με δικηγόρο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι μία μέσης δυσκολίας υπόθεση θα απαιτήσει κατά μέσο όρο μία απασχόληση του διαμεσολαβητή περίπου 10 ωρών που συνεπάγεται με τον συνυπολογισμό των αμοιβών των δικηγόρων και του διαμεσολαβητή ένα κόστος για τον ενάγοντα περίπου 2.000 ευρώ.

Σημειώνεται ότι με βάση τον ισχύοντα τότε νόμο προβλέπονταν για τον διαμεσολαβητή ελάχιστη εργασία 2 ωρών που αντιστοιχεί σε κόστος 170 ευρώ για τους δύο διαδίκους και από την επόμενη τρίτη ώρα ελάχιστη αμοιβή 100 ευρώ ανά ώρα. Το Δικαστήριο επομένως δεν περιορίστηκε στην «υποχρεωτική» 2ωρη απασχόληση του διαμεσολαβητή για να οδηγηθεί στο συμπέρασμα εάν η διαδικασία είναι «αδάπανη ή με ανοχή στα ελάχιστα έξοδα», αλλά έκρινε το δαπανηρό αυτής για μία μέσης δυσκολίας υπόθεση που θα διαρκέσει 10 ώρες διαμεσολάβησης. Με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο προβλέπεται μία υποχρεωτική αρχική συνεδρία που θα έχει κόστος 100 ευρώ και για τους δύο διαδίκους (50 ευρώ ανά διάδικο) και από την επόμενη (δεύτερη) ώρα ελάχιστη αμοιβή 80 ευρώ ανά ώρα. Σημειώνεται ότι και στα δύο νομοθετήματα για το διάστημα της απασχόλησης του διαμεσολαβητή μετά το υποχρεωτικό στάδιο (2 ωρών και 1 ώρας αντίστοιχα) η παρουσία του δικηγόρου είναι υποχρεωτική. Το συμπέρασμα συνεπώς που εύκολα συνάγεται είναι ότι για μια μέσης δυσκολίας υπόθεση των 10 ωρών, όπως υπολόγισε η ΟλΑΠ, το κόστος πλέον για τον διάδικο μειώνεται σε ποσοστό περίπου 20% και άρα ανέρχεται πλέον σε 1.600 ευρώ. Ακόμα χειρότερα βέβαια στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο στην πρώτη υποχρεωτική αρχική συνεδρία δεν γίνεται συζήτηση επί της ουσίας της υπόθεσης και άρα αποτελεί επιπλέον έξοδο για τους διαδίκους. Είναι τόσο ουσιώδης η μείωση της αμοιβής των διαμεσολαβητών που προβλέπεται στο νέο ν/σ ώστε πλέον «οι δαπάνες στις οποίες θα υποβάλλεται ο διάδικος ενόψει και των ειδικών δυσμενών συνθηκών που επικρατούν από ετών στη χειμαζόμενη οικονομία της Ελλάδος» (σύμφωνα με την ΟλΑΠ), μπορούν να χαρακτηριστούν ασήμαντες και αμελητέες;

Δεύτερο σημείο που εντόπισε ως προβληματικό η διοικ. ΟλΑΠ είναι η απειλή περαιτέρω ποινών και εξόδων σε περίπτωση που ο διάδικος δεν προσέλθει την διαμεσολάβηση. Ακριβώς όμοια διάταξη υπάρχει και στο υπό κατάθεση ν/σ που προβλέπει χρηματική ποινή μεταξύ 120 και 300 ευρώ. Στη συνέχεια η δ. ΟλΑΠ έκρινε ότι «ένα άλλο θέμα που δεν στερείται συνταγματικού προβληματισμού είναι η δυσλειτουργία του θεσμού αφού οι διάδικοι θα προσέρχονται με τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ενώπιον διαμεσολαβητή που μπορεί να μην είναι νομικός». Όμοια διάταξη προβλέπει το άρθρο 10α του νέου νομοσχεδίου το οποίο προβλέπει τα προσόντα των διαμεσολαβητών, οι οποίοι μπορεί να είναι «απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή κάτοχοι ισότιμου πτυχίου της αλλοδαπής». Τέλος το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι «με το άρθρο 196 του νόμου παρέχεται η δυνατότητα να συνιστώνται ενώσεις προσώπων πιστοποιημένων διαμεσολαβητών με σκοπό την παροχή υπηρεσιών Διαμεσολάβησης. Οι διατάξεις αυτές είναι προβληματικές και δεν καλύπτουν τις εγγυήσεις αμεροληψίας, ουδετερότητας και ανεξαρτησίας που πρέπει να εξασφαλίζει ένα σύστημα υποχρεωτικής μάλιστα διαμεσολάβησης». Το συγκεκριμένο άρθρο παραμένει και στο υπό ψήφιση ν/σ ως έχει, χωρίς καμία απολύτως τροποποίηση. Ο Άρειος Πάγος κατέληξε στην απόφαση ότι «από το σύνολο των προαναφερόμενων δικονομικών και οικονομικών συνεπειών θίγεται ο πυρήνας και η ουσία του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο» και έκρινε το νόμο ως αντισυνταγματικό.

Ποιά είναι επομένως τα στοιχεία εκείνα που μπορούν να οδηγήσουν κάποιον στο συμπέρασμα ότι το υπό ψήφιση ν/σ είναι ουσιωδώς διαφορετικό από τον αρχικό ν. 4512/2018; Με ποιόν τρόπο ήρθησαν όλα τα συνταγματικά εμπόδια που εντόπισε η διοικ. ΟλΑΠ ; Γιατί πλέον το ν/σ (που αποτελεί επανάληψη του παλαιού στα βασικά του σημεία) μπορεί να χαρακτηριστεί σύμφωνο με το Σύνταγμα; Και το βασικότερο ερώτημα που θέτει εύλογα κάθε καλόπιστος είναι για ποιόν λόγο μεταστράφηκε πλήρως στις απόψεις της η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία με τις πιο πάνω ανακοινώσεις της τόνιζε την πλήρη αντίθεσή της στην υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση και αγωνιζόταν για την θεσμική αναγνώριση της δικαστικής μεσολάβησης; Είναι αξιοπρόσεκτο ότι το νέο νομοσχέδιο για την ιδιωτική διαμεσολάβηση αποκαλύπτει με τον πλέον προφανή τρόπο την αξιολόγηση που κάνει μεταξύ του ιδιώτη διαμεσολαβητή και του δικαστικού λειτουργού, εις βάρος του τελευταίου, αφού στο νέο άρθρο 182παρ.2, ρητά αποκλείει την περίπτωση να πληρούται η υποχρέωση της διαμεσολαβητικής προδικασίας, με την εκούσια προσφυγή των μερών στις έως τώρα θεσμοθετημένες μορφές δικαστικής μεσολάβησης, που είναι αδάπανες και γίνονται ενώπιον δικαστικού λειτουργού. Η επιλογή αυτή συνιστά ευθεία προσβολή του δικαστικού σώματος στην οποία η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων όφειλε να απαντήσει άμεσα και όχι να φιλοδωρήσει το νέο νομοσχέδιο με τον έπαινο της συμμόρφωσης στις συνταγματικές επιταγές παραγνωρίζοντας τα προφανή θεσμικά ολισθήματα.

Οι συνέπειες από την πλήρη αυτή αναδίπλωση των πάγιων θέσεών μας θα είναι πολλαπλές. Αρχικά σημαίνει συναίνεση του Δικαστικού Σώματος σε ένα σύστημα πλήρους υποβάθμισης του συνταγματικού του ρόλου, καθώς εκχωρείται κρατική εξουσία σε ιδιώτες. Οι εταιρίες διαμεσολάβησης θα μετατρέψουν γρήγορα τη Δικαιοσύνη σε εμπόρευμα κάνοντας τζίρους εκατομμυρίων ευρώ σε βάρος των φτωχότερων πολιτών και μέσα σε καθεστώς πλήρους αδιαφάνειας και οικονομικών εξαρτήσεων μεταξύ των εταιριών. Η Δημοκρατία μέσω του Κοινοβουλίου και των εκπροσώπων του Δικαστικού Σώματος αναγνωρίζει επίσημα πλέον την αδυναμία της να παρέχει στους πολίτες βασικά συνταγματικά δικαιώματα και αναθέτει την περιφρούρηση αυτών των δικαιωμάτων στους επιχειρηματίες. Κατά δεύτερον πλήττεται καίρια η αξιοπιστία, η συνέπεια της Ένωσής μας και μεταβάλλεται αδικαιολόγητα η αδιαπραγμάτευτη και ξεκάθαρη πορεία που τηρούσε μέχρι σήμερα χωρίς αντιφάσεις και παλινωδίες σε ζητήματα κομβικής σημασίας. Στην όποια κριτική μπορεί να ασκηθεί στο μέλλον σε θέματα συνέπειας, θα είμαστε ιδιαίτερα ευάλωτοι.

Εναπόκειται πλέον στα δικαστήρια της ουσίας για τη στάση που θα τηρούν σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει κάποιος διάδικος την αναγκαία προδικασία της διαμεσολάβησης, καθώς υφίσταται ήδη η απόφαση της διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που έκρινε αντισυνταγματικό το ν. 4512/2018 σε βασικά του σημεία. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι πριν την συζήτηση των θεμάτων στο προχθεσινό ΔΣ είχαμε λάβει τις θέσεις των Εφετειακών Επιτροπών Θεσσαλονίκης και Πατρών που τάχθηκαν εναντίον του θεσμού της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης.

Η Υποχρεωτική Διαμεσολάβηση, οι επιδιώξεις, ο αντίλογος- Μία επίμονη και αγωνιώδης προσπάθεια ιδιωτικοποίησης της Δικαιοσύνης

Χριστόφορου Σεβαστίδη,
Δ.Ν- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Δεν πρόκειται για κάποιο νέο εφεύρημα ούτε μας εντυπωσιάζει το γεγονός ότι τίθεται και πάλι στο τραπέζι των συζητήσεων. Κανείς από τους ενδιαφερόμενους άλλωστε δεν έκρυψε μέχρι σήμερα τον διακαή πόθο του να περάσει ως καινοτόμο ένα νομοθέτημα που δήθεν θα ανακουφίσει τα Δικαστήρια από τον υπερβολικό φόρτο εργασίας. Το moratorium που κηρύχθηκε με την Υπουργική Απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2018 γνωρίζαμε ότι θα είχε περιορισμένο χρονικό ορίζοντα αφού δεν κατήργησε τις διατάξεις του νόμου για την υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση αλλά ανέστειλε την εφαρμογή τους για ένα έτος.

Ας πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή τους. Στις 28 Δεκεμβρίου 2017 αναρτάται για πρώτη φορά στη σελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης πρόταση διαβούλευσης για την Ιδιωτική Διαμεσολάβηση, με καταληκτική ημερομηνία διαβούλευσης την 2α Ιανουαρίου 2018! Η Ένωσή μας εντόπισε αμέσως τον προσχηματικό χαρακτήρα μιας διαβούλευσης που γίνεται για 5 ημέρες και μάλιστα μέσα στην αργία της Πρωτοχρονιάς.

Σε άρθρο που δημοσίευσα με τον Πρόεδρο Πρωτοδικών, Χαράλαμπο Σεβαστίδη, με ημερομηνία 30-12-2017 και με τίτλο «Ιδιωτικοποιείται η Δικαιοσύνη» επισημάνθηκαν τα χαρακτηριστικά του νομοσχεδίου που ήταν η απονομή της ιδιότητας του διαμεσολαβητή – οινοεί δικαστή σε οποιονδήποτε ιδιώτη απόφοιτο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς κανένα εχέγγυο προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, η υποχρεωτικότητα της υπαγωγής μιας υπόθεσης στον ιδιώτη διαμεσολαβητή και το κόστος που θα υποχρεωθεί να καταβάλει ο πολίτης που επιθυμεί να προσφύγει στη Δικαιοσύνη.

Αναρωτηθήκαμε για ποιόν λόγο η Κυβέρνηση δεν επιθυμεί να προάγει τον θεσμό της δικαστικής μεσολάβησης, που θα διεξάγεται από ανεξάρτητο Δικαστή και δεν θα έχει καμία επιβάρυνση για τον προσφεύγοντα, τη στιγμή που υπήρχε ήδη κατατεθειμένο σχέδιο επεξεργασμένο από την Ένωσή μας. Αναφερθήκαμε στον κίνδυνο από τη λειτουργία «παραδικαστηρίων» που θα προσλαμβάνουν διαμεσολαβητές ως υπαλλήλους με τον κατώτατο μισθό και έναν επιχειρηματία που θα εποπτεύει και θα αποκομίζει τα κέρδη, καθώς και την «δια νόμου» απονομή προσόντων αμεροληψίας στον επιχειρηματία διαμεσολαβητή!

Άμεσα συγκλήθηκε το ΔΣ της Ένωσής μας και με την 23/9-1-2018 απόφασή του αφού εξέφρασε «τις σφοδρές αντιρρήσεις στο σχέδιο νόμου για την διαμεσολάβηση το οποίο πλήττει την συνταγματικά κατοχυρωμένη απρόσκοπτη πρόσβαση του πολίτη στη Δικαιοσύνη (άρθρα 4, 5, 8 και 20 του Συντάγματος)» ζήτησε την άμεση εφαρμογή της Δικαστικής Μεσολάβησης, την σύγκληση Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και αποφάσισε τη διακοπή συνεδριάσεων των Δικαστηρίων πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης την ημέρα ψήφισης του νομοσχεδίου ως διαμαρτυρία για το περιεχόμενο και τη διαδικασία νομοθέτησης. Ακολούθησε η υπ’ αριθμό 34/2018 απόφαση της διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία με πλειοψηφία 21 έναντι 17 μελών της έκρινε την αντισυνταγματικότητα της διαδικασίας υποχρεωτικής διαμεσολάβησης του ν. 4512/2018.

Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου βασισμένη και σε προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ε.Ε. θεώρησε ότι «ουσιαστικά πρόκειται όχι για αδάπανη όπως θα έπρεπε, αλλά για μια δαπανηρή υποχρεωτική διαδικασία, που έμμεσα οδηγεί (υποχρεώνει) τον ασθενέστερο διάδικο προς την κατεύθυνση να συγκατατεθεί και να αποδεχτεί τη λύση- πρόταση του Διαμεσολαβητή, παραιτούμενος από το δικαίωμα προσφυγής στο φυσικό δικαστή».

Άλλη δυσλειτουργία που εντόπισε η Ολομέλεια του ΑΠ είναι η απειλή ποινών και εξόδων σε περίπτωση που ο διάδικος δεν προσέλθει στην διαμεσολάβηση, η ανάθεση καθηκόντων διαμεσολαβητή σε μη νομικούς καθώς και η δυνατότητα να συνιστώνται ενώσεις προσώπων πιστοποιημένων διαμεσολαβητών με σκοπό την παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης.  Αμέσως μετά την δημοσίευση της απόφασης της δ. Ολομέλειας του Αρείου Πάγου το Δ.Σ. της Ένωσής μας εξέδωσε Δελτίο Τύπου (345/29-6-2018) θεωρώντας «την άμεση κατάργηση όλου του πλέγματος των αντισυνταγματικών ρυθμίσεων ως καθήκον συμμόρφωσης στην κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Μετά την απόφαση της δ. Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, την πίεση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας, καθώς και την γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, η οποία κατέθεσε τους προβληματισμούς κατά πόσο οι διατάξεις για την υποχρεωτική διαμεσολάβηση θίγουν το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα (άρθρο 20), αλλά και στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων,  το Υπουργείο Δικαιοσύνης ανέστειλε στις 26-9-2018 την υποχρεωτική διαμεσολάβηση, απόφαση που χαιρετίστηκε με την από 27-9-2018 ανακοίνωση της Ένωσής μας.
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης επανέρχεται σήμερα στο ίδιο ζήτημα και καταθέτει νομοσχέδιο για την ιδιωτική διαμεσολάβηση όμοιο στα βασικά του σημεία με το ν. 4512/2018 που κρίθηκε ως αντισυνταγματικός. Έχουν αρθεί τα προβλήματα που εντόπισε η δ. Ολομέλεια του Αρείου Πάγου; Το πρώτο κεφαλαιώδες ζήτημα αφορά το κόστος, που κατά την εκτίμηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα αγγίζει τα 2.000 ευρώ για μία μέσης δυσκολίας υπόθεση που θα απαιτεί απασχόληση 10 ωρών.

Το αρχικό κείμενο του ν. 4512/2018 προέβλεπε αμοιβή 170 ευρώ για τις πρώτες 2 ώρες απασχόλησης και 100 ευρώ ελάχιστη ωριαία αμοιβή για απασχόληση άνω των 2 ωρών. Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε προς διαβούλευση την προηγούμενη εβδομάδα προβλέπει κατ’ αρχήν αμοιβή 50 ευρώ για την «υποχρεωτική αρχική συνεδρία» ποσό το οποίο βαρύνει και τα δύο μέρη. Εδώ έχουμε μία πρωτοτυπία! Οι εταιρίες διαμεσολάβησης θα εισπράττουν 50 ευρώ από κάθε διάδικο (άρα συνολικά 100 ευρώ) χωρίς να μπαίνουν στην ουσία της υπόθεσης, αλλά μόνο γιατί ενημερώνουν τα εμπλεκόμενα μέρη για τα οφέλη της διαμεσολάβησης. Ένα δηλαδή υποχρεωτικό παράβολο που θα καταβάλουν οι πολίτες στις ιδιωτικές εταιρίες.

Ο τζίρος από τις δεκάδες χιλιάδες υποθέσεις που υποχρεωτικά θα περνούν από τις εταιρίες θα είναι ανυπολόγιστος! Ο διάδικος που θα επιλέξει να οδηγηθεί στην εταιρία διαμεσολάβησης με τον δικηγόρο του θα καταβάλει ως αμοιβή του δικηγόρου άλλα 50 ευρώ. Στη συνέχεια για κάθε ώρα διαμεσολάβησης (μετά την υποχρεωτική αρχική συνεδρία) η ελάχιστη αμοιβή ορίζεται σε 80 ευρώ. Συνεπώς στο ακριβώς όμοιο παράδειγμα που αναφέρθηκε από την δ. Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, το σύνολο των εξόδων θα ανέρχεται πλέον σε 800 ευρώ, χωρίς να συνυπολογίσουμε και την αμοιβή των δικηγόρων η οποία είναι υποχρεωτική μετά την αρχική συνεδρία. Συνιστά η νέα ρύθμιση συμμόρφωση στο διατακτικό της Ολομέλειας που απαιτεί «αδάπανη» διαδικασία, όταν ο μηνιαίος μισθός στον ιδιωτικό τομέα μετά βίας αγγίζει τα 600 ευρώ; Η Ολομέλεια έκρινε ότι στο υπερβολικό κόστος της διαμεσολάβησης θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η επιβολή ποινών στους διαδίκους που αρνούνται να προσέλθουν στον διαμεσολαβητή.

Το κατατεθέν νομοσχέδιο επιμένει και προβλέπει χρηματική ποινή μεταξύ 120 και 300 ευρώ για όποιον δεν προσέρχεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία. Το τρίτο σημείο αντισυνταγματικότητας που εντόπισε η Ολομέλεια υπό το καθεστώς του αρχικού ν. 4512/2018 ήταν η δυνατότητα να ορίζεται διαμεσολαβητής και κάποιος που μπορεί να μην είναι νομικός. Ακριβώς η ίδια διάταξη παραμένει και στο νέο νομοσχέδιο, προκειμένου τα ιδιωτικά κέντρα διαμεσολάβησης να έχουν τη δυνατότητα πρόσληψης φτηνού εργατικού δυναμικού μέσα από τη δεξαμενή των «αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή κατόχων ισότιμου πτυχίου της αλλοδαπής». Τέλος η Ολομέλεια θεώρησε αντισυνταγματικό το άρθρο 196 του ν. 4512/2018, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα σύστασης ενώσεως προσώπων πιστοποιημένων διαμεσολαβητών με σκοπό την παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης διότι «οι διατάξεις αυτές είναι προβληματικές και δεν καλύπτουν τις εγγυήσεις αμεροληψίας, ουδετερότητας και ανεξαρτησίας που πρέπει να εξασφαλίζει ένα σύστημα υποχρεωτικής μάλιστα διαμεσολάβησης». Το νέο νομοσχέδιο ούτε καν μπήκε στον κόπο να τροποποιήσει την παραπάνω διάταξη, η οποία μένει όπως σχεδιάστηκε αρχικά!

Η αναφορά που πολύ συχνά γίνεται στην Οδηγία 2008/52/ΕΚ, όπως κάνει και η αιτιολογική έκθεση του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, είναι προσχηματική αφού το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας περιορίζεται μόνο στις διασυνοριακές διαφορές με πρόβλεψη του εκούσιου- προαιρετικού χαρακτήρα της διαμεσολάβησης. Η επέκταση της διαμεσολάβησης σε όλες τις ιδιωτικές διαφορές κατά τρόπο επιτακτικό – υποχρεωτικό αποτελεί ευρωπαϊκή πρωτοτυπία και επιλογή των ελληνικών κυβερνήσεων, που εδώ και καιρό βρίσκει σύμφωνους το Σ.Ε.Β., την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος καθώς και το ΕΒΕΑ που τον Οκτώβριο του 2017 ζητούσε την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης.

Για ποιόν λόγο επομένως μετά τις τόσες αντιδράσεις των Δικαστικών Ενώσεων, των Δικηγορικών Συλλόγων, της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, την απόφαση της δ. Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, το ίδιο ουσιαστικά νομοθέτημα με επουσιώδεις τροποποιήσεις επανέρχεται προς ψήφιση στη Βουλή; Είναι αλήθεια η υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση ένας τρόπος ταχύτερης επίλυσης των διαφορών και αποσυμφόρησης των Δικαστηρίων; Η εμπειρία έδειξε ότι οι πολίτες δεν εμπιστεύονται διαδικασίες στις οποίες δεν υπάρχει ο παρεμβατικός ρόλος του ανεξάρτητου Δικαστή.

Όπως προκύπτει και από την εισήγηση στην πιο πάνω δ. Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το άρθρο 214Α του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε από το 2000 και προέβλεπε την υποχρεωτική απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς στα γραφεία των δικηγόρων των εναγόντων, απέτυχε πλήρως (περίπου το 1-2% κατέληγε σε συμφωνία) και για το λόγο αυτό καταργήθηκε το 2011. Εάν πραγματικά πρόθεση του νομοθέτη είναι η ταχύτερη επίλυση των διαφορών με τα εχέγγυα αμεροληψίας, για ποιόν λόγο δεν συζητήθηκε ούτε από την προηγούμενη Κυβέρνηση, ούτε από την παρούσα, το ολοκληρωμένο σχέδιο που καταθέσαμε για Μεσολάβηση με την ενεργό παρουσία Δικαστικού Λειτουργού;

Στην Ομάδα Εργασίας με αντικείμενο «τη σύνταξη πορίσματος για την ενίσχυση των θεσμών της Διαμεσολάβησης, της Δικαστικής Μεσολάβησης και της Διαιτησίας» που συγκροτήθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στις 11-2-2019 δεν συζητήθηκε καν σαν εναλλακτική λύση η Δικαστική Μεσολάβηση και η Διαιτησία αλλά επικεντρώθηκε αποκλειστικά στην προώθηση της ιδιωτικής Διαμεσολάβησης. Εδώ και μερικά χρόνια τα ιδιωτικά κέντρα Διαμεσολάβησης αναμένουν το πράσινο φως για την έναρξη της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας. Σε ένα νέο προσοδοφόρο πεδίο που θεωρούνταν παραδοσιακά ο «σκληρός πυρήνας» του Κράτους, μία εκ των τριών λειτουργιών της Πολιτείας. Η απαξίωση των δημόσιων λειτουργιών με την υποχρηματοδότησή τους και η εκ των υστέρων άντληση επιχειρημάτων από αυτήν την ίδια την απαξίωση προκειμένου να αναλάβει την διαχείριση ο «υγιής» ιδιωτικός τομέας είναι μια συνηθισμένη μέθοδος που ακολουθήθηκε ευλαβικά και με επιτυχία σε πολλές χώρες και σε πολλούς τομείς.

Ηττημένοι δεν θα είναι μόνο οι πολίτες που θα υποχρεώνονται να προσφεύγουν σε «Παραδικαστήρια» για την επίλυση της διαφοράς τους, χωρίς να γνωρίζουν το δαιδαλώδες πλέγμα των οικονομικών σχέσεων, εξαρτήσεων και συμφερόντων του Επιχειρηματία Διαμεσολαβητή. Φτωχότερη θα είναι η Δημοκρατία που αναγνωρίζει de facto την αδυναμία και την ανικανότητα να παρέχει στους πολίτες της αυτά που δικαιούνται και δέχεται να απομειώσει έναν βασικό πυλώνα της, εκχωρώντας τον στους επιχειρηματίες.

Οι μικροδιαφορές και, εν γένει, το Δίκαιο ήσσονος αξίας διαφορών στα κράτη μέλη Ε.Ε. – Γεωργίου Β. Δελή, υπ. ΔΝ Ειρηνοδίκη Αθηνών

Αποθήκευση αρχείου (DOCX, Unknown)

Χαιρετισμός του Προέδρου της ΕΔΕ κ. Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη, στο Συνέδριο της ΕΔΕ για τους 2 νέους Ποινικούς Κώδικες

       Αξιότιμε κ. Υπουργέ, κ. Πρόεδρε, κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. εκπρόσωποι των πολιτικών κομμάτων της Χώρας, Αξιότιμοι προσκεκλημένοι μας, Αγαπητοί συνάδελφοι, 

         Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων σας καλωσορίζει στο τριήμερο Συνέδριο που διοργανώνει με αφορμή την θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Είμαστε ιδιαίτερα ικανοποιημένοι από την μεγάλη ανταπόκριση και την συμμετοχή σας από πολλά μέρη της Ελλάδας, γεγονός που υποδηλώνει τόσο το ενδιαφέρον των συναδέλφων, του νομικού κόσμου να ενημερωθεί με επάρκεια για τις σαρωτικές αλλαγές που επήλθαν, όσο και της ποιότητας του Συνεδρίου στο οποίο συμμετέχουν όλα τα μέλη των Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών, διαπρεπείς καθηγητές των Νομικών Σχολών της χώρας, καταξιωμένοι Δικαστές, Εισαγγελείς και Δικηγόροι. Είναι το μεγαλύτερο Συνέδριο που έχει διοργανώσει η Ένωση και από τα πληρέστερα που έγιναν μέχρι σήμερα για τους νέους Ποινικούς Κώδικες και από τη θέση αυτή ευχαριστώ ιδιαίτερα όλους τους ομιλητές, τους παρεμβαίνοντες και τους Προέδρους των 4 Θεματικών Ενοτήτων, οι οποίοι δέχτηκαν τόσο πρόθυμα να συμμετέχουν. 

       Για πρώτη φορά μετά από 70 σχεδόν χρόνια η Πολιτεία αποφασίζει και προχωράει σε μια καθολική αναμόρφωση των δύο Ποινικών Κωδίκων, που αποτελούν την ραχοκοκαλιά της ποινικής νομοθεσίας. Προηγήθηκε η σύσταση πολλών Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών από διαφορετικές Κυβερνήσεις, οι αλλεπάλληλες νομοθετικές τροποποιήσεις των Κωδίκων «προκειμένου είτε να ρυθμιστούν νέα δεδομένα είτε να ασκηθεί αντεγκληματική πολιτική με βάση συγκυριακά περιστατικά» όπως αναφέρει η αιτιολογική έκθεση του ΠΚ, η ερμηνεία των διατάξεων των Κωδίκων από τα δικαστήρια και την επιστήμη και από την άποψη αυτή οι νέοι Κώδικες αποτελούν καρπό επιστημονικής μελέτης και δικανικής πράξης πολλών γενεών δικαστών και συγγραφέων. Όπως στην αιτιολογική έκθεση του ΠΚ με συνοπτική ακρίβεια αναφέρεται, σκοπός του νέου Ποινικού Κώδικα ήταν «ο εξορθολογισμός και εκσυγχρονισμός του συστήματος ποινικών κυρώσεων, η ανακαίνιση διατάξεων του Ειδικού Μέρους που με την πάροδο του χρόνου έχουν χάσει τη σημασία και τη ρυθμιστική τους εμβέλεια και η αντιμετώπιση ζητημάτων που επηρεάζονται από την επαναστατική τεχνολογική πρόοδο και τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές αλλαγές σε εθνικό και οικουμενικό επίπεδο». Παραπέρα η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή της Ποινικής Δικονομίας εντόπισε τις χρόνιες αγκυλώσεις του ποινικού συστήματος στη Χώρα, τις μεγάλες καθυστερήσεις στον προσδιορισμό και στην εκδίκαση ποινικών υποθέσεων, που ξεπερνούν πολλές φορές την δεκαετία και επιχείρησε αφενός την ενίσχυση του ρόλου του εισαγγελέα και αφετέρου την εισαγωγή νέων μορφών εναλλακτικής απονομής δικαιοσύνης με την ποινική συνδιαλλαγή, την ποινική διαπραγμάτευση και την ποινική διαταγή, που αποτελούν μεν ρωγμή στην παραδοσιακή μορφή της δίκης αλλά και αναγκαίο κακό στα αδιέξοδα και στην τελμάτωση της ποινικής Δικαιοσύνης.  

        Στο μικρό διάστημα από την ψήφιση των Κωδίκων μέχρι σήμερα έγινε σφοδρή κριτική σε πολλές διατάξεις τους, διατυπώθηκαν σοβαρές επιφυλάξεις και προβληματισμοί, έγιναν αρκετές αλλαγές και επί μέρους διορθώσεις. Θεωρώ ότι πρόκειται για μια φυσιολογική διαδικασία που συνοδεύει τέτοιου μεγέθους αλλαγές σε νομοθετικό επίπεδο. Ωστόσο ενώ οι δύο Κώδικες είναι δημιουργήματα επιστημονικά και συνεπώς η κριτική θα ανέμενε κανείς να γίνει κυρίως σε επίπεδο επιστημονικό, αντίθετα μετατράπηκαν σε πολιτικό επίδικο και μάλιστα σε μια περίοδο προεκλογική για τη Χώρα. Πολύ περισσότερο που η έλλειψη πολιτικής συμφωνίας ως προς την διαδικασία και τον χρόνο ψήφισής τους οδήγησε στην απουσία σύσσωμης της αντιπολίτευσης από τη Βουλή τις ημέρες συζήτησης και ψήφισης του νόμου. Οι νέοι Κώδικες είναι συλλογικό έργο πολυετούς προσπάθειας κορυφαίων νομικών του τόπου και δεν μπορούν ούτε να χρωματιστούν κομματικά ούτε να τους οικειοποιηθεί κανένας πολιτικός χώρος. Θυμίζω ότι εισάγονται προς ψήφιση στη Βουλή με τη διαδικασία των Κωδίκων με ένα μόνο άρθρο και δεν έχει τη δυνατότητα ούτε ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ούτε η ίδια η Βουλή να επιφέρει καμία τροποποίηση στα σχέδια που καταθέτουν οι Νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές. Είναι βέβαια αλήθεια ότι ορισμένες διατάξεις τους αναπόφευκτα φέρουν πιο έντονα ένα ιδεολογικό- πολιτικό στίγμα καθώς συνδέονται με τις αντιλήψεις των πολιτικών κομμάτων για τον -κατά την αστική αντίληψη- διφυή ρόλο του Κράτους αφενός ως κατασταλτικού μηχανισμού και αφετέρου ως θεσμικού εγγυητή ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων ιδιαίτερα απέναντι στις καταχρήσεις της ποινικής καταστολής. Και ενώ η ανάγκη αλλαγών στον βασικό κορμό των Κωδίκων αρχίζει να γίνεται κοινά αποδεκτή, σημείο προστριβών και συγκρούσεων θα εξακολουθήσουν για αρκετό καιρό να αποτελούν ειδικές επιμέρους διατάξεις ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα. Η τάση που επικρατεί το τελευταίο διάστημα, συνδυασμένη με την καλλιέργεια μιας αντίληψης περί γενικευμένης ανομίας και παραβατικότητας, απαιτεί μια σκλήρυνση της ποινικής νομοθεσίας, τέτοια που ακυρώνει τις αλλαγές που έγιναν και επαναφέρει τη λογική των καταργημένων Κωδίκων και μάλιστα σε ακόμα πιο ακραία μορφή. Δεν θα πρέπει όμως να ξεφεύγει από κανέναν –πολύ περισσότερο από κρατικούς υπαλλήλους- ότι οι βασικές αρχές που διέπουν το ποινικό δίκαιο είναι ο ουμανισμός, η αρχή της αναλογικότητας, της επιείκειας και της επικουρικότητας έναντι άλλων κυρώσεων. Η σκληρή ποινική καταστολή που συνήθως δεν έχει επανορθωτικό χαρακτήρα αλλά λειτουργεί εκδικητικά, οι βαριές ποινές τις οποίες πιο παλιά θεωρούσαν ως αναγκαίο συστατικό του ποινικού οπλοστασίου, δεν απέφεραν ποτέ σε καμία χώρα του κόσμου και δεν πρόκειται να αποφέρουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, παρά μόνο μια επίπλαστη ψευδαίσθηση ασφάλειας στον πολίτη. Η ποινική καταστολή δεν μπορεί να θεραπεύσει παθογένειες που έχουν βαθιά τη ρίζα τους σε κοινωνικές αιτίες. Η εφαρμογή και ερμηνεία πολλών επίμαχων διατάξεων από την ελληνική και Κοινοτική νομολογία, οι πολιτικές επιλογές και κυρίως οι κοινωνικές διεργασίες και αντιλήψεις όπως αυτές διαμορφώνονται κάθε εποχή είναι βέβαιο ότι θα αναπροσαρμόζουν και θα μεταβάλουν το περιεχόμενο αυτών των κανόνων δικαίου. 

        Κι’ αν σε επίπεδο πολιτικό θα μπορούσε κανείς να αντιληφθεί πιο εύκολα τις αιτίες μιας αντιπαράθεσης, δεν δικαιολογείται η ισοπεδωτική επιστημονική κριτική που ακολούθησε μετά την ψήφιση των Κωδίκων χωρίς επιμέρους επισημάνσεις, αλλά με γενικούς αφορισμούς και αιτήματα απόσυρσης και μη ψήφισής τους, που εν τέλει ισοδυναμούν με απαίτηση στασιμότητας σε έναν κόσμο που συνεχώς κινείται. Θεωρώ αδιανόητο για επιστημονικές ενώσεις, για νομικούς επιστήμονες, να εκφράζουν γενική άρνηση και δισταγμό σε κάθε καινούριο νομοθέτημα χωρίς να κάνουν συνολική αποτίμησή του, χωρίς να εντοπίζουν τις διαφωνίες τους και χωρίς να αντιπροτείνουν λύσεις ενώ την ίδια στιγμή διαπιστώνουν την ανάγκη αλλαγών.  Κάθε αρχή και δύσκολη. Επιστήμη σημαίνει πρόοδος. Όπως σοφά έχει λεχθεί «Δεν υπάρχει καμία βασιλική οδός για την επιστήμη και μόνο εκείνοι που δεν φοβούνται να μοχθήσουν για να σκαρφαλώσουν στα απόκρημνα μονοπάτια της έχουν την προοπτική να φτάσουν στις κορυφές της». 

       Στον αντίποδα των αρνητικών επισημάνσεων και της κριτικής που κυριάρχησε το προηγούμενο διάστημα, θα μπορούσαν ενδεικτικά να απαριθμηθούν ως θετικές και αναγκαίες αλλαγές: ο εξορθολογισμός  των ποινών ώστε να αντιστοιχούν στην αναγκαία αναλογία πράξης και ποινής, η κατάργηση του ν. 1608/50 και οι δρακόντειες ποινές που προκάλεσαν πολλές φορές κοινωνικές αντιδράσεις, η αναγνώριση της κοινωφελούς εργασίας ως κύριας ποινής, ο εκσυγχρονισμός του θεσμού της αναστολής εκτέλεσης της ποινής, η αλλαγή της ποινικής μεταχείρισης των ανηλίκων δραστών, η κατάργηση του αναχρονιστικού θεσμού των πταισμάτων ως αδικημάτων και η μετατροπή τους σε διοικητικές παραβάσεις, η κατάργηση πολλών απαρχαιωμένων διατάξεων στα κεφάλαια για την πολιτειακή εξουσία, την επιβουλή της θρησκευτικής ειρήνης, την προσωπική ελευθερία, εγκλήματα που ανάγονται στην στρατιωτική υπηρεσία και τα οποία δεν συναντώνται σε κανέναν από τους σύγχρονους Ποινικούς Κώδικες, η διεύρυνση του αξιοποίνου στα εγκλήματα σχετικά με το νόμισμα ώστε να περιλαμβάνει πράξεις που θίγουν άλλα αντίστοιχης σημασίας για τη σύγχρονη οικονομική ζωή μέσα, η υπό όρους αποχή από την ποινική δίωξη για πλημμελήματα μικρής απαξίας, η αποσύνδεση της πολιτικής αγωγής από την ανάγκη εισαγωγής αστικής αξίωσης στο ποινικό δικαστήριο και η κατάργηση του κεφαλαίου περί αστικώς υπευθύνων, ο σαφέστερος επαναπροσδιορισμός ορισμένων πτυχών της άσκησης των δικαιωμάτων των διαδίκων. 

        Θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ σύντομα στον τρόπο που η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων χειρίστηκε το θέμα από την στιγμή που τέθηκε το νομοσχέδιο σε ανοιχτή διαβούλευση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Μέχρι τις 12 Απριλίου 2019 οπότε και έληξε η προθεσμία διαβούλευσης κατατέθηκαν από τα μέλη του ΔΣ της Ένωσης έξι (6) διαφορετικά σχέδια – υπομνήματα προς τις Νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές με επί μέρους παρατηρήσεις και σχολιασμούς. Η κατάθεση διαφορετικών σχεδίων από τα μέλη του ΔΣ εκκινούσε από την διαφορετική οπτική που αντιμετωπίζονταν ίδια άρθρα, εξέλιξη αναμενόμενη σε ένα συλλογικό όργανο που καταπιάνεται με ένα τόσο δύσκολο επιστημονικό εγχείρημα. Η διαφορετικότητα των αντιλήψεων δεν μείωσε την αποτελεσματικότητα του τρόπου που ενεργήσαμε αφού αρκετές από τις προτάσεις μας τελικά υιοθετήθηκαν από τις Νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές. Δύο ημέρες μετά την ψήφιση των Κωδίκων, στις 10 Ιουνίου, εκδώσαμε ανακοίνωση προβάλλοντας ως επιτακτικό αίτημα την ανάγκη στήριξης των κρατικών δομών μεταξύ των οποίων και η αύξηση των οργανικών θέσεων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών. Αποφύγαμε να διατυπώσουμε θέση περί της αναστολής η μη της εφαρμογής των Κωδίκων την τελευταία εβδομάδα πριν την ψήφισή τους, αφού ο χρόνος κατάθεσης ενός νομοσχεδίου και η ακολουθούμενη διαδικασία αρχικά εκφεύγει των αρμοδιοτήτων μιας Δικαστικής Ένωσης και εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, συγχρόνως δε θα μας ενέπλεκε στην τότε πολιτική και προεκλογική αντιπαράθεση μεταξύ Κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για το ζήτημα αυτό. Μετά τη συνάντησή μας με τον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης στις 30 Ιουλίου και την εκπεφρασμένη θέση του για ανασύσταση των Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών, προτείναμε έναν εκπρόσωπό μας για κάθε Επιτροπή και στις 8 Αυγούστου μετά από ψηφοφορία μεταξύ των μελών του ΔΣ καταλήξαμε στις θέσεις που οι εκπρόσωποί μας θα υποστηρίξουν ενώπιον των Επιτροπών. Παράλληλα στο ΔΣ της 25ης Ιουνίου αποφασίσαμε την διοργάνωση αυτού του τριήμερου Συνεδρίου που σκοπό έχει την ενημέρωση των μελών μας αλλά και του ευρύτερου νομικού κόσμου για τις ψηφισθείσες αλλαγές. Με τη χρήση του live streaming  δίνεται η δυνατότητα να παρακολουθήσουν το Συνέδριο και συνάδελφοι που δεν μπόρεσαν να βρεθούν απόψε κοντά μας, ενώ θα επιχειρήσουμε με την συνεργασία και των ομιλητών να διανείμουμε σε έντυπη μορφή τις εισηγήσεις του τριημέρου. Τέλος από τις 2 Αυγούστου θέσαμε σε λειτουργία μια νέα ηλεκτρονική πλατφόρμα απευθυνόμενη στα μέλη της Ένωσής μας, η οποία καλύπτει την ανάγκη άμεσης λύσης σε ένα νομικό ζήτημα αξιοποιώντας την εμπειρία και τις γνώσεις των συναδέλφων μας που το έχουν ήδη αντιμετωπίσει. Πιστεύουμε ότι η εφαρμογή αυτή θα αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη στη μεταβατική εποχή ισχύος των νέων Ποινικών Κωδίκων. 

        Κύριε Υπουργέ, όσο πρωτοποριακοί και αναγκαίοι κι’ αν ήταν οι νέοι Κώδικες, όση προσπάθεια κι’ αν καταβληθεί από τους εφαρμοστές του δικαίου, δικαστές και εισαγγελείς, για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της νέας εποχής που ξεκίνησε, καμιά πραγματική πρόοδος δεν μπορεί να γίνει εάν το Κράτος δεν στηρίξει τις δομές, που θα σηκώσουν το βάρος εφαρμογής των νέων Κωδίκων. Διαπιστώσατε ήδη τις δυσκολίες να εφαρμοστεί ο θεσμός της παροχής κοινωφελούς εργασίας ως αυτοτελούς ποινής, εάν δεν οργανωθούν κατάλληλα οι ΟΤΑ και άλλοι φορείς στους οποίους θα παρέχεται η κοινωφελής εργασία. Σας επισημάναμε από την πρώτη μας συνάντηση ότι πολλές από τις εισαχθείσες αλλαγές ακόμα κι’ αν γίνει δεκτό ότι κινούνται σε θετική κατεύθυνση δεν μπορούν να υλοποιηθούν, εάν δεν συνοδευτούν από σημαντική αύξηση των οργανικών θέσεων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών αλλά και δικαστικών υπαλλήλων. Θα υποχρεωθεί η Πολιτεία σύντομα να ακυρώσει μεταρρυθμίσεις που έγιναν, καθώς τα Δικαστήρια και οι Εισαγγελίες δεν θα μπορέσουν να λειτουργήσουν ακόμα και με υπερένταση της εργασίας των λειτουργών τους. Σας ζητούμε άλλη μια φορά να προχωρήσετε άμεσα στην αύξηση των οργανικών θέσεων δικαστών και εισαγγελέων τουλάχιστον στον αριθμό που προέβλεπε η ΠΝΠ 106/2019, η οποία τελικά δεν κυρώθηκε από τη Βουλή. Στον κρατικό προϋπολογισμό του 2009, τον τελευταίο πριν τα Μνημόνια, οι συνολικές δαπάνες του Υπουργείου Δικαιοσύνης ανήλθαν σε 914 εκ. ευρώ και έκτοτε βαίνουν διαρκώς μειούμενες έχοντας φτάσει το 2018 στα 622 εκ. ευρώ. Η αύξηση των κονδυλίων για τη Δικαιοσύνη δεν είναι πολυτέλεια αλλά έμπρακτη αναγνώριση του ύψιστου θεσμικού της ρόλου στο Δημοκρατικό Πολίτευμα. 

        Κλείνοντας θα ήθελα να εκφράσω τα συγχαρητήρια της Ένωσής μας στους Προέδρους και στα μέλη των Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών για την ολοκλήρωση του τιτάνιου επιστημονικού έργου που ανέλαβαν να εκπονήσουν πριν από 4 χρόνια και για το οποίο χρειάστηκαν ατέλειωτες ώρες διασκέψεων και συζητήσεων. Ευχαριστώ άλλη μία φορά τους ομιλητές και τους παρεμβαίνοντες για την πρόθυμη συμμετοχή τους και εύχομαι καλή επιτυχία στο Συνέδριό μας.

Ζητήματα από την επιβολή χρηματικής ποινής στον Ποινικό Κώδικα, Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη Θεσσαλονίκης

Αποθήκευση αρχείου (DOCX, Unknown)

Αποθήκευση αρχείου (PPTX, Unknown)

Ανάκληση απόφασης απορριπτικής αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, Δημητρίου Κράνη, Υφυπουργού Δικαιοσύνης.

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)