Ζητήματα ουσιαστικής και δικονομικής φύσης από τη συμμετοχή του θύματος στην ποινική δίκη με βάση τη νομολογία, Λάμπρου Σ.Τσόγκα Αντεισαγγελέα Εφετών Λάρισας

Ζητήματα ουσιαστικής και δικονομικής φύσης από τη συμμετοχή του θύματος στην ποινική δίκη με βάση τη νομολογία

Επιμέλεια: Λάμπρος Σ.Τσόγκας

Αντεισαγγελέας Εφετών Λάρισας

 

Περιληπτική παρουσίαση:

  • ΑΠ 1996/2019: Υπηστήριξη κατηγορίας από Ο.Ε, η επιρροή της εκκαθάρισης και η διαγραφή της στα μητρώα ΓΕΜΗ. Η εξαίρεση της διαπίστωσης και άλλης περιουσίας.
  • ΑΠ 479/2021: Παράνομη λήψη απόφασης ΓΣ Σωματείου και την τύχη της περιουσίας κατά τη διάλυσή του, προσβολή δικαιώματος προσδοκίας άλλου Σωματείο από τη λήψη της απόφασης ,τέλεση απιστίας.
  • ΑΠ 25/2021: Δημόσιος δασικό χαρακτήρα των επίμαχων εδαφικών εκτάσεων και η η επιρροή της στην πραγματική οικοπεδική αξία σε περίπτωση απάτης σε βάρος του δημοσίου.
  1. ΑΠ 858/2020: Δικαούμενοι σε υποστήριξη της κατηγορίας σε υπόθεση που αφορά την παράβαση του άρθρου 1 Ν.927/1979.
  2. ΑΠ 586/2020: Για τη γνωστοποίηση της εξέτασης μάρτυρα από τον υποστηρίζοντα την κατηγορία στο Δικαστήριο δεν απαιτείται η ανάγνωση του σχετικού αποδεικτικού εγγράφου, αρκεί τούτο να προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας.
  3. ΑΠ 887/2020: Αξιολόγηση οποιουδήποτε εγγράφου, αποδεικτικού ή διαδικαστικού που προέρχεται από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ή πρόκειται για απόφαση που δεν είναι αμετάκλητη.

7.ΑΠ 100/2021: Ποιος ο άμεσα ζημιωμένος στο έγκλημα του άρθρου 397 ΠΚ και αν δικαιούται  να παραστεί για την υποστήριξη της κατηγορίας.

8.ΑΠ 630/2017: Ως την πράξη της ρευματοκλοπής ο Άρειος Πάγος επικύρωσε απόφαση Δικαστηρίου της ουσίας στην οποία στην αξία της ρευματοκλοπής για την παθούσα εταιρία συμπεριλαβάνεται και ο ΦΠΑ.

9.ΑΠ 623/2020: Τι πρέπει να αποδειχθεί στο έγκλημα της αρπαγής, τι είναι ο ισχυρισμός ότι η πράξη συνιστά παράνομη κατακράτηση και όχι αρπαγή.

10.ΣτΕ  291/2020: Πως και πότε επέρχεται η παραγραφή αξίωσης σε βάρος του Δημοσίου κατά τις διατάξεις άρθρων 105.106 ΕισΝ ΑΚ και η επιρροή της στη δήλωση υποστήρξης κατηγορίας στην ποινική δίκη.

 

Από τα συχνοτερα ζητηματα (ουσιαστικά και δικονομικά) που ανακύπτουν στην πράξη, είναι όσα συνδέονται με τη θέση του θύματος στην ποινική δίκη. Έτσι μπορούν να επισημανθούν τα εξής:

1ον. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, έχει αυτός που ζημιώθηκε από την αδικοπραξία αμέσως και όχι εμμέσως. Ειδικότερα επί αξιόποινης πράξης που στρέφεται κατά ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας, η οποία κατά το άρθρο 784 ΑΚ αποτελεί νομικό πρόσωπο, διάφορο από εκείνο των ομορρύθμων, εταίρων, μόνο η εταιρία αυτή δικαιούται να παραστεί προς υποστήριξη της κατηγορίας στη σχετική ποινική διαδικασία και όχι οι ομόρρυθμοι εταίροι, γιατί αυτοί στην εν λόγω περίπτωση θεωρούνται ότι υπέστησαν έμμεση ζημία ή ηθική βλάβη από την ανωτέρω πράξη. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72, 777, 778 ΑΚ, 249, 268 και 281 Ν 4072/2012 και 62 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η λύση του Νομικού Προσώπου της Ομόρρυθμης Εταιρίας, δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της, διότι και μετά τη λύση της, η νομική προσωπικότητα της εταιρίας λογίζεται υφισταμένη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης. Εφεξής η εταιρία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το Δικαστήριο. Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να αποκλεισθεί με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων, αλλά ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρίας. Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρίας από τους εκκαθαριστές. Η εκκαθάριση, η οποία ακολουθεί την λύση της εταιρίας και, έχει ως σκοπό την διευθέτηση των εκκρεμοτήτων που υπάρχουν, διαφέρει της αναβίωσης η οποία έχει ως σκοπό την επαναλειτουργία της λυθείσας εταιρίας και για να υπάρξει απαιτείται ομόφωνη απόφαση των εταίρων. Το στάδιο της εκκαθάρισης Ομόρρυθμης Εταιρίας δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις αυτής και, εάν, μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, διαπιστωθεί η ύπαρξη εταιρικής απαίτησης ή εταιρικού χρέους, τότε επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρίας από τον εκκαθαριστή. Κατά το στάδιο δε αυτό φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της εταιρίας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί της σχετικές δίκες, εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή. Εξάλλου, τα ανωτέρω ισχύουν ακόμα και όταν επήλθε ήδη τυπική λήξη της εκκαθάρισης της εταιρίας, που επέρχεται με τη λογοδοσία των εκκαθαριστών και τη δημοσίευση του ισολογισμού της εκκαθάρισης, η ατελής δε δημοσιότητα που ισχύει αναφορικά με την εκκαθάριση, δεν οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα. Ειδικότερα, κατά την έναρξη και την περάτωση της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές συντάσσουν ισολογισμό. Μετά την περάτωση της εκκαθάρισης η εταιρία διαγράφεται από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), το οποίο αποτελεί Μητρώο Εμπορικής Δημοσιότητας και αντικατέστησε το Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών (ΜΑΕ) που ετηρείτο στις Νομαρχίες και τα βιβλία εταιριών (ΕΠΕ και Προσωπικών) που ετηρούντο στα Πρωτοδικεία. Από την καταχώριση στο ΓΕΜΗ η ομόρρυθμη εταιρία αποκτά νομική προσωπικότητα (άρθρο 251 παρ. 2 Ν 4072/2012). Η καταχώριση της διαγραφής στο ΓΕΜΗ έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτή δεν επέρχεται περάτωση της ομόρρυθμης εταιρίας. Αν όμως διαπιστωθεί, ότι η εταιρία είχε και άλλη περιουσία, δεν επέρχεται η περάτωσή της, έστω και αν είχε διαγραφεί στο ΓΕΜΗ, λόγω δε του σχετικά συστατικού χαρακτήρα της διαγραφής, δεν θίγεται η νομική προσωπικότητα της εταιρίας, εάν η εκκαθάριση δεν έχει πράγματι περατωθεί (ΑΠ 1996/2019).

2ον. Με την υπ’αριθ.479/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε το ζήτημα της νόμιμης δήλωσης υποστήριξης κατηγορίας σωματείου στο έγκλημα της απιστίας σε περίπτωση ματαίωσης του δικαιώματος προσδοκίας του από τη λήψη παράνομης απόφασης τροποποίησης καταστατικού του διαλυθέντος σωματείου για τη διάθεση της περιουσίας του  σωματείου σε άλλο νομικό πρόσωπο. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης είχαν ως εξής:

“Στον Πειραιά στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εν γνώσει της ζημίωσε την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει δικαιοπραξίας είχε εν μέρει τη διαχείριση. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, με την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου και δη της Προέδρου του εδρεύοντος στον Πειραιά (…) Σωματείου με την επωνυμία “ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ Ρ….. ΚΑΙ Ρ….. ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ” , του οποίου η κινητή και ακίνητη περιουσία σε περίπτωση διάλυσής του θα περιερχόταν κατά διαχείριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 2 του καταστατικού του στο σωματείο με την επωνυμία “ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ Ρ….. ΚΑΙ Ρ…… ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ”, προέβη χωρίς να έχει άμεση υποχρέωση προς τούτο, στις 13/04/2013, στη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης με θέμα τροποποίησης του ως άνω καταστατικού μεταξύ άλλων και ως προς το προαναφερθέν άρθρο 27 παρ. 2, εισηγουμένη να τροποποιηθεί αυτό ως προς το ότι η κινητή και ακίνητη περιουσία του Σωματείου, του οποίου ετύγχανε η ίδια πρόεδρος, σε περίπτωση διάλυσής του, θα περιερχόταν κατά διαχείριση στην ΠΝΟ, εκδοθείσης κατόπιν της εισήγησης αυτής της από 13/04/2013 απόφασης της ως άνω έκτακτης γενικής συνέλευσης που την έκανε δεκτή, χωρίς ωστόσο να έχει συγκληθεί νομότυπα η ως άνω γενική συνέλευση καθόσον φέρεται ότι συμμετείχαν σε αυτήν πέντε (εκ του συνόλου των 10 παρόντων ψηφισάντων) μέλη τα οποία δεν ήταν ενεργά και δη ο Ν. Α. του Σ., ο Π. Κ. του Κ., η Μ. Π. του Χ., ο Γ. Β. του Χ. και ο Π. Β. του Γ.. Ακολούθως δε στις 27/11/2013 συγκάλεσε Ειδική Γενική Συνέλευση και εισηγήθηκε τη διάλυση του Σωματείου   “ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ Ρ….. ΚΑΙ Ρ….. ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ”και στην περίπτωση που δεν ανασυσταθεί το σωματείο έως τις 31/12/2015 να περιέλθει η κινητή και ακίνητη περιουσία του στην Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία, εκδοθείσης προς τούτο της από 27/11/2013 απόφασης της 1ης Ειδικής Γενικής Συνέλευσης που έκανε δεκτή την ως άνω εισήγηση. Με τις επιμέρους ενέργειες της αυτές ζημίωσε η κατηγορουμένη την περιουσία του σωματείου  “ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ Ρ….. ΚΑΙ Ρ….. ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ”, το οποίο σύμφωνα με το προϊσχύον καταστατικό, είχε προσδοκία δικαιώματος να αναλάβει κατά διαχείριση την κινητή και ακίνητη περιουσία του τελευταίου σε περίπτωση διάλυσής του και το οποίο κατ’ αυτόν τον τρόπο αποστερήθηκε”.

3ον. Στις περιπτώσεις απάτης και πλαστογραφίας το Δημόσιο νομιμοποιείται ενεργητικά να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής μη αναιρούμενη από το δημόσιο δασικό χαρακτήρα των επίμαχων εδαφικών εκτάσεων και μπορεί να υπολογιστεί με βάση την πραγματική οικοπεδική αξία. Ειδικότερα κρίθηκε από τον Άρειο Πάγο ότι η αιτίαση ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν νομιμοποιείται να παραστεί σε βάρος του ως πολιτικώς ενάγον προβάλλοντας αξίωση προς αποκατάσταση της θετικής του ζημίας, καθόσον τα επίδικα ακίνητα που αφορούν οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε τυγχάνουν δημόσιες δασικές εκτάσεις και ως εκ τούτου στερούνται αγοραίας αξίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ορθή νομική προσέγγιση δέχθηκε ότι το Δημόσιο νομιμοποιείται ενεργητικά να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, αφού η περιουσία του Δημοσίου αποτελεί μείζον προστατευόμενο έννομο αγαθό καθώς προορίζεται για την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου και η περιουσιακή ζημία του Δημοσίου από την αμφισβήτηση της κυριότητάς του είναι αποτιμητή σε χρήμα μη αναιρούμενη από το δημόσιο δασικό χαρακτήρα των επίμαχων εδαφικών εκτάσεων και μπορεί να υπολογιστεί με βάση την πραγματική οικοπεδική αξία (ΑΠ 25/2021).

4ον. Λόγω της συχνότητας εμφάνισης εγκλημάτων με ρατσιστικά χαρακτηριστικά στα ποινικά Δικαστήρια είναι εύλογο να ανακύπτει ζήτημα αν συγκεκριμένα πρόσωπα νομιμοποιούνται να προβούν σε δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας από τις δημόσιες  ανακοινώσεις του κατηγορουμένου, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1  Ν.927/1979 . Προς τούτο ο Άρειος Πάγος έλαβε την εξής θέση: Το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε τη σχετική ένσταση που υποβλήθηκε στο ακροατήριο, έκανε δεκτή τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής για την υποστήριξη της κατηγορίας για την παράβαση του άρθρου 1 Ν 927/1979 που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα και για την οποία καταδικάστηκε, αναφορικά με την ομάδα προσώπων που εμφανίστηκε στο ακροατήριο, αυτοκαθοριζόμενοι ως ομοφυλόφιλοι που θίγονται από το επίδικο δημοσίευμα. Δεδομένου ότι ο νόμος κατά τα προεκτιθέμενα, προστατεύει το δικαίωμα διαβίωσης χωρίς διακρίσεις και καθιστά δικαιούχο για την σχετική παράσταση την αμέσως ζημιωθείσα ομάδα που έχει εκτεθεί στις εκδηλώσεις του δράστη και προσδιορίζεται στο κοινωνικό σύνολο από το σεξουαλικό προσανατολισμό τους, το Δικαστήριο δεν έσφαλε ως προς την αποδοχή αυτή της πολιτικής αγωγής από τα πρόσωπα αυτά, τα οποία παραστάθηκαν και ενώπιον του Αρείου Πάγου για την υποστήριξη και μόνον της κατηγορίας και αυτοπροσδιορίστηκαν ως ανωτέρω και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι, υπό την προδιαληφθείσα έννοια, με τη εν λόγω διάταξη προστατεύεται παράλληλα και η δημόσια τάξη ή η δημόσια ειρήνη, ως απόρροια της κατάστασης κατά συγκεκριμένων προσώπων ή ομάδας προσώπων που αποτελούν μέλη της κοινωνίας  (ΑΠ 858/2020).

5ον.Για τη γνωστοποίηση της εξέτασης μάρτυρα από τον υποστηρίζοντα την κατηγορία στο Δικαστήριο δεν απαιτείται η ανάγνωση του σχετικού αποδεικτικού εγγράφου, αρκεί τούτο να προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας. Έτσι ενώ ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την καταδικαστική σε βάρος του κρίση στην ένορκη κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης της πολιτικώς ενάγουσας, χωρίς η εξώδικη επίδοση (γνωστοποίηση) της ως άνω μάρτυρος προς τον κατηγορούμενο να αναγνωσθεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και χωρίς το περιεχόμενο της να προκύπτει από άλλα, νομίμως ληφθέντα υπόψη, αποδεικτικά στοιχεία που να αναφέρονται στο σκεπτικό ή στα πρακτικά, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτει ότι  με έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή γνωστοποιήθηκε στον  αναιρεσείοντα η εξέταση και τα στοιχεία της μάρτυρος που εξέτασε η πολιτικώς ενάγουσα, πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την δικάσιμο. Συνεπώς, αφού το έγγραφο γνωστοποίησης εξέτασης μάρτυρα είναι διαδικαστικό έγγραφο, που αποδεικνύει ότι έλαβε χώρα η προβλεπόμενη από το νόμο γνωστοποίηση της μάρτυρος στον κατηγορούμενο, ώστε ο τελευταίος να προετοιμαστεί επαρκώς και να ετοιμάσει την υπερασπιστική του γραμμή, δεν είναι απαραίτητη η ανάγνωσή του στο ακροατήριο αλλά αρκεί να προκύπτει η γνωστοποίηση αυτή από τα στοιχεία της δικογραφίας, ώστε να μη δημιουργείται ακυρότητα από την εξέταση και αξιολόγηση από το Δικαστήριο της ουσίας της κατάθεσης του συγκεκριμένου μάρτυρα. Εξάλλου, το έγγραφο γνωστοποίησης μάρτυρα δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο, που λήφθηκε υπόψη για την κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την ενοχή του κατηγορούμενου (ΑΠ 586/2020).

6ον. Είναι σύνηθες επίσης στην ακροαματική διαδικασία ο παθών να προσκομίζει έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη σε βάρος του κατηγορουμένου, προκειμένου τούτα να αναγνωστούν μολονότι η άλλη δίκη δεν έχει καταστεί αμετάκλητη. Επίσης και ο ίδιος ο κατηγορούμενος συχνά  προσκομίζει έγγραφα πριν την απολογία του από άλλη (μη αμετάκλητη δίκη).Για το ζήτημα αυτό παρατίθενται οι εξής σκέψεις σχετικής απόφασης του Αρείου Πάγου: Από τη διάταξη του άρθρου 362 ΚΠΔ σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 170,171 και 177 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το δικάζον ποινικό δικαστήριο, αναζητώντας την ουσιαστική αλήθεια για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, προβαίνει στην ανάγνωση και ουσιαστική αξιολόγηση οποιουδήποτε χρησίμου εγγράφου, αποδεικτικού ή διαδικαστικού, εφόσον δεν αμφιβάλλει για τη γνησιότητά του έστω και αν το έγγραφο προέρχεται από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ή πρόκειται για απόφαση που δεν είναι αμετάκλητη χωρίς αυτό να συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα. Αντίθετα, η άρνηση του δικαστηρίου να αναγνώσει έγγραφο ή αμετάκλητη απόφαση που προσκόμισε ο κατηγορούμενος κατά την αποδεικτική διαδικασία με ταυτόχρονη προφορική ή έγγραφη αίτηση για την ανάγνωσή του ή η μη απάντηση στη σχετική αίτηση, επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, επειδή σ ‘αυτή την περίπτωση θίγονται τα δικαιώματα υπεράσπισης και ακρόασης του κατηγορουμένου, αντίστοιχα (και όχι επειδή δεν έχει τηρηθεί η διάταξη του άρθρου 362 παρ.2 ΚΠΔ), η οποία δεν τάσσεται με ποινή ακυρότητας της σχετικής διαδικασίας (ΑΠ 887/2020).

7ον. Επί της ρυθμιζόμενης από τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ καταδολίευσης το δικαίωμα του δανειστή εξαντλείται στη διάρρηξη της γενομένης προς βλάβη του απαλλοτρίωσης, πλην όμως ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει και είναι δυνατή η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όταν συντρέξουν στοιχεία επιπλέον εκείνων που απαιτούνται για την εφαρμογή των περί καταδολίευσης των δανειστών του άρθρου 939 ΑΚ τοιούτων, όπως λ.χ. όταν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 397 του ΠΚ. Επίσης, για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 914 και 939 του ΑΚ απαιτείται υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του ζημιώσαντος συνισταμένη σε πράξη ή παράλειψη αυτού και περιέχουσα παράνομη επέμβαση σε αλλότριο δικαίωμα ή συμφέρον που προστατεύεται από την παραβιασθείσα διάταξη. Με αυτή την έννοια παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά που προσβάλλει δικαίωμα και δημιουργεί αξίωση προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ ή αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συνιστά και η πράξη του οφειλέτη, ο οποίος σκοπεύοντας να ματαιώσει την ικανοποίηση απαίτησης του πιστωτή του προβαίνει σε απαλλοτρίωση της περιουσίας του χωρίς ισότιμο ή αξιόχρεο αντάλλαγμα. Έτσι, επί εγκλήματος καταδολίευσης δανειστών, που προβλέπεται από το προαναφερόμενο άρθρο 397 του ΠΚ, άμεσα ζημιωμένος και εντεύθεν νομιμοποιούμενος να παραστεί για την υποστήριξη της κατηγορίας είναι προεχόντως ο δανειστής του οφειλέτη εκείνου από την ενέργεια του οποίου με την παράνομη και υπαίτια απαλλοτρίωση της περιουσίας του ματαιώθηκε ολικά ή εν μέρει η ικανοποίηση της περιουσίας του (ΑΠ 100/2021).

8ον. Ως την πράξη της ρευματοκλοπής ο Άρειος Πάγος επικύρωσε απόφαση Δικαστηρίου της ουσίας στην οποία στην αξία της ρευματοκλοπής για την παθούσα εταιρία συμπεριλαβάνεται και ο ΦΠΑ. Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος έκρινε ότη στην απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας εκτίθενται  ο τρόπος με τον οποίο έλαβε χώρα η ρευματοκλοπή , ήτοι η από την εξουσίαση της ΔΕΗ, αφαίρεση ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς τη συναίνεση της , δια τεχνικής επεμβάσεως στο κιβώτιο του μετρητή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, ώστε αυτός να δείχνει λιγότερες μονάδες και συγκεκριμένα το 1/3 του από την επιχείρηση αναλισκομένου ηλεκτρικού ρεύματος. Ότι την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, τέλεσε ο κατηγορούμενος νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης με την επωνυμία “… Α.Ε.”, αυτογνωμόνως, με την συνδρομή ηλεκτρολόγου, κατά το χρονικό διάστημα από 24-9-2008 έως 6-9-2012, που ανακαλύφθηκε από υπάλληλο ελεγκτή της ΔΕΗ. Ότι η αξία της αφαιρεθείσας ηλεκτρικής ενέργειας, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ανέρχεται συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ στο ποσό των 95.719,54 ευρώ. Ότι στην πράξη αυτή οδηγήθηκε με σκοπό να ιδιοποιηθεί παράνομα τα 2/3 της καταναλισκόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, από την επιχείρηση του, υγειονομικού ενδιαφέροντος-(καφετέρια-μπαρ)-, τα οποία δεν καταγράφονταν ως κατανάλωση στον μετρητή της ΔΕΗ με την τεχνική του παρέμβαση σ’ αυτόν. Αναφορικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) Η αιτίαση του ότι, το δικάσαν δικαστήριο εκτίμησε επιλεκτικά για το καταδικαστικό του πόρισμα, μόνο την ένορκη κατάθεση του υπαλλήλου τεχνικού της ΔΕΗ, Σ. Μ., χωρίς καμία αξιολόγηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμη, διότι στο προϊμιο της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται όλα τα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα στα οποία αυτό στήριξε την περί της ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του. Εξάλλου, το γεγονός ότι εξαίρει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, την κατάθεση του μάρτυρα αυτού, δεν σημαίνει ότι δεν συναξιολόγησε τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που δεν εξαίρονται σ’ αυτό (ΑΠ 630/2017).

9ον. Για το έγκλημα της αρπαγής απαιτείται το θύμα να αποδείξει ότι στερήθηκε για αρκετή ώρα την προστασία της πολιτείας βρισκόμενο λόγω της ασκηθείσας βίας σε κατάσταση ομηρίας στερούμενο από την ομαλή συνθήκη βίου, χωρίς να ασκεί επιρροή αν η ομηρία έγινε σε δημόσιο χώρο (πλατεία). Επίσης ο σχετικός ισχυρισμός ότι η πράξη σε βάρος του θύματος δεν συνιστά αρπαγή αλλά παράνομη κατακράτηση δεν είναι αυτοτελής και δεν χρήζει απάντησης από το Δικαστήριο. Σχετική είναι ακόλουθη απόφαση του Αρείου Πάγου:

Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο ότι: α) η πράξη του δεν φέρει το χαρακτήρα της αρπαγής αλλά της παράνομης κατακράτησης ή της παράνομης βίας ή της απειλής, β) δεν υπήρχε δόλος εκ μέρους του και γ) ότι ήταν ελαττωμένης ικανότητας για καταλογισμό. Από τους ισχυρισμούς αυτούς μόνον ο τρίτος είναι αυτοτελής, ενώ οι άλλοι δύο είναι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί και δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να απαντήσει σε αυτούς (ΑΠ 117/2017)…..Ο αναιρεσείων επικεντρώνει τις αιτιάσεις του στο στοιχείο της “αποστέρησης της προστασίας της πολιτείας” το οποίο, όπως προαναφέρθηκε πρέπει να συντρέχει για την πλήρωση της ειδικής υπόστασης του εγκλήματος της αρπαγής, ισχυριζόμενος ότι το δικάσαν δικαστήριο εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την επ’ ακροατηρίω διαδικασία στην ανωτέρω έννοια, διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, ο τόπος που τελέστηκε η αποδιδόμενη πράξη δεν ήταν πρόσφορος προς τούτο. Ωστόσο, από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποία αναλυτικά παρατίθεται παραπάνω, προκύπτει ότι κατά τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η παθούσα στερήθηκε για “αρκετή ώρα” την προστασία της πολιτείας, καθώς τέθηκε από τον αναιρεσείοντα, με τη χρήση βίας, σε καθεστώς ομηρίας, δηλαδή υπό τη δική του αυθαίρετη εξουσία, σε χώρο (πλατεία …) όπου “λόγω του προχωρημένου της ώρας (σ.σ. 04.30′) η περιοχή ήταν άδεια από κόσμο και κανένας δεν μπορούσε να ακούσει τις φωνές για βοήθεια.”, αποκοπτόμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο από την ομαλή συνθήκη βίου, όπου δεν μπορούσε να ασκηθεί η προστασία του νόμου (ΑΠ 623/2020).

10ον. Σχετικά με την παραγραφή της αξίωσης του Δημοσίου, όταν αυτή στηρίζεται στα άρθρα 105, 106 ΕισΝ ΑΚ, τις προϋποθέσεις παραγραφής της  και την τυχόν επιρροή της  στη δήλωση προς υποστήριξη της κατηγορίας του παθόντος χρήσιμη είναι η ακόλουθηση απόφαση του Σ.τ.Ε με την οποία έγιναν δεκτά ότι: η αξίωση αποζημιώσεως από παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη τέτοιας ενέργειας οργάνων του Δημοσίου υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Αν δε οι επιζήμιες συνέπειες δεν επέρχονται αμέσως μετά τη διάπραξη της παράνομης πράξεως ή της παραλείψεως, η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους κατά τη διάρκεια του οποίου η πράξη ή η παράλειψη προκάλεσε τις επιζήμιες συνέπειες (πρβ. Σ.τ.Ε. 2692/2009, 1703/2010, 2780-1/2010 7μ., 2872/2011, 1800/2013, 1396-7/2014 7μ., 2506/2014, 4409/2015, 2128/2019). Και ναι μεν με τις αποφάσεις αυτές του Συμβουλίου της Επικρατείας έχουν ερμηνευθεί οι διατάξεις  του ν.δ. 476/1974 “Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου”, διαφορετικές από τις εν προκειμένω εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1, 91 και 93 του ν. 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού, όμως οι διατάξεις  αυτές του ν.δ. 476/1974 έχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με τις προεκτεθείσες διατάξεις του ν. 2362/1995. Υπό τα δεδομένα αυτά το νομικό ζήτημα της αφετηρίας και της διάρκειας της παραγραφής των αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ για την αποκατάσταση ζημίας που επήλθε από κατάρρευση κτίσματος, οφειλόμενη σε παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του, έχει επιλυθεί με τις προεκτεθείσες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, που ερμήνευσαν ταυτόσημες διατάξεις (πρβ. ΣτΕ 1945/2018, 831, 358/2017). Αβασίμως προβάλλεται ισχυρισμός του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 περί ελλείψεως νομολογίας σχετικά με το τιθέμενο εν προκειμένω νομικό ζήτημα και ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου προβάλλεται απαραδέκτως από την εξεταζόμενη άποψη. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 937 παρ. 2 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι «αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης», διάταξη που υπαγορεύθηκε από το λόγο ότι δεν θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση, μέσω της παραγραφής, της προς αποζημίωση αστικής απαιτήσεως, ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην βαρύτερα πλήττουσα αυτόν ποινική δίωξη και στη συνέχεια καταδίκη (ΑΠ 1041/2017), δεν έχει, πάντως, εφαρμογή για το τιθέμενο νομικό ζήτημα της αστικής παραγραφής των αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση με βάση τα άρθρα 105 ΕισΝΑΚ, 929, 930, 931 και 932 ΑΚ, διότι οι δύο διαδικασίες, η ποινική και η διοικητική, αφορούν δύο διαφορετικά ευθυνόμενα πρόσωπα (ΣτΕ 291/2020).

ΕΝΟΡΚΟΙ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ: ΕΛΠΙΔΑ ΤΟΥ ΕΝΟΧΟΥ ΚΑΙ ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΑΘΩΟΥ; – ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΔΗΜ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΠΕΙΡΑΙΑ

Αποθήκευση αρχείου (DOCX, Unknown)

Επόμενη στάση, η δικαστική ανεξαρτησία*. Παντελής Μποροδήμος, Γεν. Γραμματέας ΕΝΔΕ

Επόμενη στάση, η δικαστική ανεξαρτησία*.

                                                Παντελής Μποροδήμος, Γεν. Γραμματέας ΕΝΔΕ

Η συζήτηση για την ανεξαρτησία στο χώρο της Δικαιοσύνης υπήρξε ανέκαθεν αγαπημένο θέμα στο χώρο των νομικών. Αν γραφτεί και με «Α» κεφαλαίο δείχνει να αποκτά μεταφυσική υπόσταση, σαν πνεύμα που φυσάει μέσα σε κάθε δικαστικό λειτουργό και του χαρίζει ένα αόρατο πέπλο δύναμης. Η πνοή αυτή, όμως, για να γεννηθεί, χρειάζεται πνεύμονες, χρειάζεται καρδιά, χρειάζεται δηλαδή υλική υπόσταση και ακουμπάει στο πραγματικό σώμα της ανεξαρτησίας, που είναι ανθρώπινο, ατελές και συνάμα μια δύναμη για το καλύτερο ή το χειρότερο. Και αυτό είναι λιγότερο μεταφυσικό από όσο ίσως θα θέλαμε, είναι όμως εντελώς αληθινό.

Η ανεξαρτησία στη Δικαιοσύνη, δεν είναι, λοιπόν, ούτε ένα αόρατο μέγεθος, ούτε μια αυτονόητη υπόθεση. Οι κανόνες της Δημοκρατίας μας, που θεμελίωσαν αυτή την αρχή του Κράτους Δικαίου, διαμόρφωσαν το πλαίσιο, που την κάνει εφικτή ως στόχο, παραμένει όμως ένα διαρκές διακύβευμα, που περιλαμβάνει μικρές και μεγάλες μάχες στην καθημερινότητα. Ένα πλέγμα κανόνων που διαφυλάσσει το δικαστικό λειτουργό από τις άμεσες ή τις έμμεσες παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας υπάρχει ακόμα, αποτελώντας όμως μια μόνιμη ενόχληση για την τελευταία, που την αισθάνεται ως υπερβολική παραχώρηση, την αιτία της οποίας δεν μπορεί πλέον να θυμηθεί. Η μεταπολιτευτική κληρονομιά δημοκρατικών θεσμών, γίνεται πια αντικείμενο συστηματικής αμφισβήτησης και στοχευμένης αποδόμησης, ενώ η ιστορική μνήμη των ταραγμένων χρόνων που τους γέννησαν, φαντάζει να αφορά μια διαφορετική εποχή. Στον οδικό χάρτη της ακύρωσης θεσμικών εγγυήσεων του Κράτους Δικαίου, επόμενη στάση είναι η δικαστική ανεξαρτησία.

Σήμερα, δε χρειάζεται να είναι κάποιος ιδιαίτερα καχύποπτος. Η διαχρονική αγωνία της εκτελεστικής εξουσίας να εξακτινώνει την επιρροή της και σε άλλους θεσμούς, βρήκε χρήσιμους καταλύτες την οικονομική κρίση και την πανδημία. Ήδη τα τελευταία χρόνια βιώσαμε ως Δικαστικό Σώμα τη συστηματική ενοχοποίηση πολλών από εκείνους τους θεσμούς που συνθέτουν το πλέγμα προστασίας της ανεξαρτησίας μας. Η επετηρίδα, ο στέρεος και αντικειμενικός τρόπος υπηρεσιακής εξέλιξης, φαίνεται πια να εμποδίζει ένα αφήγημα περί αριστείας, που σπέρνει τον ανταγωνισμό για να θερίσει παρεμβατικότητα. Η αξιολόγηση, που ενώ είναι αυτονόητη και ισχύει ανέκαθεν στη Δικαιοσύνη, ανακαλύπτεται εκ νέου για να σχεδιαστεί σε πρότυπα ανώνυμης εταιρείας. Οι δημοκρατικά εκλεγμένες διοικήσεις των μεγάλων Δικαστηρίων, καλούνται είτε να γίνουν, είτε να αντικατασταθούν από manager. Και αν οι φόβοι και οι εκτιμήσεις μας για όσα ακολουθούν, μπορούσαν να αποδοθούν σε «συνδικαλιστικές αγκυλώσεις», τι θα μπορούσε να πει κανείς για τη Διοικητική Ολομέλεια του ΣτΕ, που πρόσφατα κατέδειξε τους κινδύνους που θα προέκυπταν για τη δικαστική ανεξαρτησία, από την αποτραπείσα εισαγωγή γραπτών εξετάσεων στην επιμόρφωση και τη θέσπιση προδιαγεγραμμένων επιπέδων αξιολόγησης με μορφή κάστας; Για όσα δηλαδή διαμαρτυρήθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση Δικαστών και αποτύπωσε με ενάργεια η ηλεκτρονική ψηφοφορία της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

Παράλληλα, δεν περνάει απαρατήρητη μια προσπάθεια «δολοφονίας χαρακτήρα» που επιχειρείται σε βάρος του Δικαστικού Σώματος. Η δημόσια υπερπροβολή συνήθων πειθαρχικών διαδικασιών, ως να ήταν κάτι καινοφανές, η συστηματική εργαλειοποίηση της καθυστέρησης στην απονομή της Δικαιοσύνης, αποκομμένη όμως από τις πραγματικές αιτίες της και η χρονική συγκυρία που συμβαίνουν αυτά, δεν αφήνουν περιθώριο για αμφιβολίες ως προς την υφιστάμενη στόχευση. Οι αλλαγές που έχουν ήδη εξαγγελθεί στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών, δηλαδή στο νομοθέτημα που ορίζει τα σχετικά με την υπηρεσιακή μας κατάσταση (προαγωγές, μεταθέσεις, πειθαρχική διαδικασία κλπ.) είναι το επόμενο πεδίο πίεσης της δικαστικής ανεξαρτησίας, που για να δικαιωθεί κοινωνικά χρειάζεται ένα δικαστικό Σώμα ένοχο έναντι της κοινωνίας και ενοχικό απέναντι στον εαυτό του. Ευτυχώς τίποτα από τα δύο δεν ισχύει. Γιατί οι δικαστές και εισαγγελείς, υφίστανται καθημερινά βαρύ φορτίο σε συνθήκες αντίξοες, ενώ έχουν επανειλημμένα υποδείξει προς τους ιθύνοντες, θεσμικά συνεπείς δρόμους εξόδου από τα διαχρονικά προβλήματα της Δικαιοσύνης. Η ανεξαρτησία μας πρέπει να πάψει να γίνεται αντιληπτή ως εμπόδιο για μια γρήγορη και αποτελεσματική Δικαιοσύνη, αλλά ως conditio sine qua non.

Ο  τραγικός απολογισμός των θυμάτων της πανδημίας και οι οικονομικές επιπτώσεις που ήδη την ακολουθούν, καθιστούν περισσότερο από ποτέ αναγκαία την ουσιαστική ενίσχυση του ανεξάρτητου συστήματος απονομής Δικαιοσύνης. Το Δικαστικό Σώμα θα κάνει το καθήκον του έναντι του συνταγματικού του ρόλου και θα προασπίσει την ανεξαρτησία του, ώστε την επόμενη μέρα της πανδημίας να μη μετρήσουμε απώλειες για το Κράτος Δικαίου. Ταυτόχρονα θα συνεχίσουμε να εισφέρουμε προτάσεις για τον εκσυγχρονισμό του συστήματος, την απλοποίηση των διαδικασιών, την χωρίς εκπτώσεις ταχύτητα. Σε τέτοιες δύσκολες εποχές αποκλεισμοί και επιλογή συνομιλητών δεν ωφελούν κανέναν. Μόνος δημοκρατικός δρόμος, είναι ο ουσιαστικός διάλογος, ένα «δώρο» που το χρειάζεται η Πολιτεία μας για να κοιτάξει με αισιοδοξία τη νέα χρονιά.

 

*Αναδημοσίευση από το δικτυακό τόπο dikastiko.gr της 01.01.2022

Ο θεσμικός ρόλος του Εισαγγελέα στην ακούσια νοσηλεία και τη δικαστική συμπαράσταση, Επιμέλεια: Λάμπρος Τσόγκας Αντεισαγγελέας Εφετών Λάρισας

Ο θεσμικός ρόλος του Εισαγγελέα στην ακούσια νοσηλεία και τη δικαστική συμπαράσταση

Επιμέλεια:

Λάμπρος Τσόγκας

Αντεισαγγελέας Εφετών Λάρισας

Α) ΑΚΟΥΣΙΑ ΝΟΣΗΛΕΙΑ

Στην προσέγγιση του ζητήματος ης ακούσιας νοσηλείας κεντρικής σημασίας ζήτημα αποτελεί η τήρηση των προϋποθέσεων και των σχετικών προθεσμιών, που προβλέπονται στο νόμο για την εφαρμογή του εν λόγω μέτρου, ώστε να αποτρέπονται παραβιάσεις ατομικών δικαιωμάτων. Η κρίσιμη διάταξη είναι αυτή του άρθρου 5παρ.1.ε της ΕΣΔΑ σύμφωνα με την οποία ‘’παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν και την ασφάλειαν. Ουδείς επιτρέπεται να στερηθή της ελευθερίας του ειμή εις τας ακολούθους περιπτώσεις και συμφώνως προς την νόμιμον διαδικασίαν: ε. εάν πρόκειται περί νομίμου κρατήσεως ατόμων δυναμένων να μεταδώσωσι μεταδοτικήν ασθένειαν, φρενοβλαβούς, αλκοολικού, τοξικομανούς.’’

Εξάλλου για το λόγο αυτό το ΕΔΔΑ έχει απασχολήσει η αναζήτηση τέτοιων παραβιάσεων μετά από προσφυγές ιδιωτών κατά της χώρας μας. Προς τούτο μνημονεύεται η υπόθεση Καραμανώφ κατά Ελλάδας (Απόφαση της 26.7.2011).

Το ΕΔΔΑ σημειώνει ότι ο Ν. 2071/1992 έχει θεσπίσει μια δικαστική διαδικασία σε θέματα ακούσιας νοσηλείας. Αν και οι ψυχίατροι έχουν σημαντικές αρμοδιότητες σε θεραπευτικό επίπεδο, η διαδικασία, στο σύνολό της, διεξάγεται υπό τον έλεγχο του Εισαγγελέα. Μόνον το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την ακούσια νοσηλεία. Η αίτηση για ακούσια νοσηλεία, που μπορεί να προέρχεται από ένα στενό συγγενή του ασθενούς, υποβάλλεται στον Εισαγγελέα, που είναι εξουσιοδοτημένος να διατάξει τη μεταφορά του ασθενούς σε μια ψυχιατρική κλινική για να υποστεί μια εξέταση χωρίς αυτό να μπορεί να υπερβεί τις 48 ώρες και με σκοπό να συναχθεί η διάγνωση της ψυχικής του κατάστασης και να δώσει έτσι στο νοσοκομείο τα απαραίτητα στοιχεία για να αποφανθεί αυτό αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που επιτρέπουν την ακούσια νοσηλεία. Ο Εισαγγελέας έχει επίσης την υποχρέωση να προσφύγει εντός προθεσμίας τριών ημερών από την αίτησή του για μεταφορά του ασθενούς σε κλινική, στο Πρωτοδικείο, το οποίο και πρέπει να εξετάσει την υπόθεση εντός προθεσμίας δέκα ημερών. Συνάγεται ότι η διαμονή ενός ατόμου, που παρουσιάζει ψυχικές διαταραχές σε ψυχιατρική κλινική με εντολή του Εισαγγελέα και πριν αποφανθεί οριστικά το Δικαστήριο επί της ακούσιας νοσηλείας, υποβάλλεται σε προθεσμίες και καλά ορισμένους διαδικαστικούς κανόνες, που έχουν σκοπό να αποφευχθεί κάθε αυθαιρεσία στη διαδικασία λήψης απόφασης, που κινδυνεύει να επιφέρει μακροχρόνιες συνέπειες στη ζωή του ασθενούς. Το ΕΔΔΑ λοιπόν προέβη στις εξής διαπιστώσεις:

===Πρώτον στην υπό κρίση υπόθεση, ο προσφεύγων νοσηλεύθηκε από τις 12 Νοεμβρίου 2008, όταν μεταφέρθηκε στο Ψυχιατρείο Αθηνών για να υποστεί μια εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 96 παρ. 5 του Νόμου 2071/1992, μέχρι τις 22 Μαΐου 2009, ημερομηνία της εξόδου του μετά την απόφαση, που εκδόθηκε στις 14 Μαΐου 2009 επί της αίτησης για ακούσια νοσηλεία του, δηλαδή για διάρκεια έξι μηνών και δέκα ημερών, ενώ το άρθρο 96 παρ. 6 του ίδιου νόμου προβλέπει ότι η συνολική διάρκεια, κατά την οποία ένας ασθενής μπορεί να διαμένει σε ψυχιατρείο πριν το δικαστήριο εκδώσει απόφαση επί παρόμοιας αίτησης, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβεί τις δεκατρείς ημέρες.

===Δεύτερον ότι εντός της περιόδου αυτής, δεν τηρήθηκαν δύο προθεσμίες, που τίθενται στο Ν. 2071/1992: η προθεσμία των σαράντα οκτώ ωρών, που προβλέπεται για τη διαβίβαση στον Εισαγγελέα της έκθεσης των ψυχιάτρων (άρθρο 96 παρ. 5) και η προθεσμία των δέκα ημερών, που πρέπει να μεσολαβήσει ανάμεσα στην αίτηση του Εισαγγελέα ενόψει του εγκλεισμού και στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της αίτησης αυτής (άρθρο 96 παρ. 6 ). Αντί για σαράντα οκτώ ώρες, χρειάστηκαν δεκαέξι ημέρες για τη διαβίβαση της έκθεσης των δύο εμπειρογνωμόνων ψυχιάτρων, που εξέτασαν τον προσφεύγοντα (από τις 12 Νοεμβρίου 2008 ως τις 28 Νοεμβρίου 2008). Εξάλλου, η εκδίκαση της αίτησης ακούσιας νοσηλείας της 28ης Νοεμβρίου 2008 ορίστηκε για τις 19 Δεκεμβρίου 2008, δηλαδή σε διάστημα κατά πολύ μεγαλύτερο από τις δέκα ημέρες, που προβλέπει το άρθρο 96 παρ. 6 για να εκδώσει απόφαση το Δικαστήριο. Η εκδίκαση έγινε, συνεπώς, πάνω από ένα μήνα αφότου ξεκίνησε ο εγκλεισμός του προσφεύγοντος.

=== Επίσης δεν έγιναν δεκτά τα επιχειρήματα της Κυβέρνησης σύμφωνα με τα οποία το περιεχόμενο της έκθεσης των ψυχιάτρων και το ότι το Δικαστήριο διέταξε πρόσθετη ψυχιατρική έκθεση δικαιολογούν τις σημαντικές υπερβάσεις των προθεσμιών, που συνέβησαν μεταγενέστερα στην υπό κρίση υπόθεση. Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι χρειάστηκαν πέντε μήνες και δεκαέξι ημέρες για να εκδώσει οριστική απόφαση (από τις 28 Νοεμβρίου 2008, ημερομηνία της προσφυγής του Εισαγγελέα ως τις 14 Μαΐου 2009, ημερομηνία της δικαστικής απόφασης, που απορρίφθηκε η αίτηση). Καμία αξιόπιστη εξήγηση δεν προκύπτει από τον φάκελο ούτε από τις παρατηρήσεις της Κυβέρνησης για τα ακόλουθα περιστατικά:

– Ενώ το εθνικό Δικαστήριο πήρε την απόφαση να διατάξει νέα ψυχιατρική εξέταση του προσφεύγοντος στις 19 Δεκεμβρίου 2008, η απόφαση αυτή εκδόθηκε στις 22 Ιανουαρίου 2009 και κοινοποιήθηκε στον ορισμένο εμπειρογνώμονα για να την πραγματοποιήσει στις 29 Ιανουαρίου 2009, ο οποίος και διαβίβασε την έκθεσή του στον Εισαγγελέα μόλις στις 25 Φεβρουαρίου 2009.

– Η απόφαση, που απέρριψε την αίτηση του Εισαγγελέα για ακούσια νοσηλεία του προσφεύγοντος, δεν εκδόθηκε παρά μόνο στις 14 Μαΐου 2009, ενώ από το άρθρο 96 προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί εντός πολύ συντόμων προθεσμιών.

– Τέλος, ενώ η απόφαση, που απέρριψε την ακούσια νοσηλεία, εκδόθηκε στις 14 Μαΐου 2009, ο προσφεύγων εξήλθε του νοσοκομείου μόνον στις 22 Μαΐου 2009.

Επίσης, το ΕΔΔΑ σημειώνει ότι παρά το ότι ο Διευθυντής του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου αποφάνθηκε υπέρ της εξόδου του προσφεύγοντος στις 29 Ιανουαρίου 2009, ο Εισαγγελέας διέταξε τη μεταφορά του σε μια ιδιωτική κλινική, με αίτηση της μητέρας του προσφεύγοντος και ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ωστόσο, το εθνικό δίκαιο προβλέπει ότι ανάμεσα στην εισαγωγή του ασθενούς και την απόφαση του Δικαστηρίου, ο ασθενής υπόκειται στη θεραπευτική ευθύνη του Επιστημονικού Διευθυντή της Ψυχιατρικής Κλινικής (άρθρο 96 παρ. 9 Ν.2071/1992).

===Ως προς το ζήτημα της τήρησης των προθεσμιών, που προβλέπονται στο Ν.2071/1992, πρέπει να γίνουν οι εξής επισημάνσεις:

α) Αφού δεν νοείται αυτοδίκαιη ή σιωπηρή παράταση της αναγκαστικής νοσηλείας, πρέπει ο Εισαγγελέας εντός τριημέρου, από τότε που διέταξε τη μεταφορά του ασθενούς, να ζητά εγγράφως από τον αρμόδιο Πρόεδρο Πρωτοδικών να ορίσει δικάσιμο μέσα σε δέκα (10) ημέρες στο Μονομελές Πρωτοδικείο για να εκδικασθεί η αίτησή του περί αναγκαστικής νοσηλείας. Πρέπει δε ο Εισαγγελέας, πλην των ως άνω οριζομένων, να παρακολουθεί, επισταμένως, εάν πράγματι ορίσθηκε η δικάσιμος ενός του δεκαημέρου, άλλως να ενημερώνει εγκαίρως τον προϊστάμενο του Πρωτοδικείου για την υπάρχουσα ανάγκη απαρέγκλιτης τήρησης της ανωτέρω δεκαήμερης προθεσμίας και, εάν εξακολουθεί να υφίσταται σχετικό πρόβλημα τον ασκούντα, κατ’ άρθρο 19 παρ. 1ε Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων, την εποπτεία του πρωτοδικείου, διευθύνοντα το Εφετείο. Τέλος, πρέπει ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών ευθύς ως εκδοθεί η δικαστική απόφαση, να παραγγέλλει εάν απορρίπτεται η αίτηση την άμεση έξοδο του ασθενούς, εάν δε γίνεται δεκτή, να αποστέλλει αντίγραφο αυτής στη Μονάδα Ψυχικής Υγείας, που νοσηλεύεται ο ασθενής (ΠαραγγΕισΑΠ 1421/2004 ΠοινΔικ 12/2004).

===Σύμφωνα με γνωμοδότηση του ΕισΑΠ εάν  από λόγους ανωτέρας βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος δεν καθίσταται δυνατή η τήρηση της προθεσμίας του προσδιορισμού της υπόθεσης εντός 10 ημερών, τότε ο Εισαγγελέας οφείλει να προκαλέσει έκδοση προσωρινής διαταγής (άρθρο 781 ΚΠολΔ), που αποτελεί δικαστική απόφαση, έστω περιληπτική (πρβλ. ολΑΠ 1154/1990 ΕλΔ 1991, 239). Να σημειωθεί εδώ ότι η μη τήρηση της προθεσμίας των δέκα ημερών δεν φαίνεται να συνεπάγεται ακυρότητα στη σχετική διαδικασία και συνεπώς η τυχόν απόλυση του φερόμενου ασθενούς δεν εμποδίζει την έκδοση της απόφασης υπέρ της ακούσιας νοσηλείας, η οποία και θα εκτελεστεί από τον Εισαγγελέα (άρθρο 96 παρ. 4 εδ. α΄ Ν 2071/1992). Εάν τηρηθεί η άνω προθεσμία και δη γίνει η συζήτηση της αίτησης του Εισαγγελέα μέσα σ’ αυτή, δεν απολύεται ο μεταφερθείς και εμφανιζόμενος ως ασθενής πριν την έκδοση της σχετικής απόφασης, η οποία όμως πρέπει να εκδοθεί «το συντομότερο» – «εντός βραχείας προθεσμίας» από την πάροδο της συζήτησης της υπόθεσης. Προς τούτο ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, που διέταξε τη μεταφορά, οφείλει να ενημερώνει τον διευθυντή της οικείας επιστημονικής μονάδας περί της τήρησης ή μη της άνω προθεσμίας, αλλά και ο τελευταίος οφείλει να ζητεί τις αντίστοιχες πληροφορίες, για την συντονισμένη τήρηση της νομιμότητας σε σχέση με την περαιτέρω μεταχείριση του μεταφερθέντος ατόμου (βλ. σχετ. ΓνωμΕισΑΠ 12/2006).

===Στο σημείο όμως αυτό προκειμένου να υπάρχει ευθυγράμμιση με τη θέση του ΕΔΔΑ πρέπει να διευκρινιστούν τα εξής: Ο Εισαγγελέας οφείλει εντός τριών ημερών από τη μεταφορά του πάσχοντος στο Νοσοκομείο να υποβάλει αίτηση για την ακούσια νοσηλεία του ατόμου στο αρμόδιο Δικαστήριο.  Όμως η απόλυση του νοσηλευόμενου, εάν η απόφαση του Δικαστηρίου δεν εκδοθεί σε 10 ημέρες από την αίτηση του Εισαγγελέα, είναι επιβεβλημένη στην περίπτωση που αυτός δεν εκδήλωσε βίαιη και επικίνδυνη συμπεριφορά και δεν υπάρχουν παράπονα από το συγγενικό του περιβάλλον ή πληροφορίες από την αστυνομική αρχή ότι τούτος είναι άτομο χαρακτηριζόμενο από επιθετικότητα (π.χ. ζει απομονωμένος χωρίς να έρχεται σε διενέξεις με άλλους, δεν οπλοφορεί, δεν καταγράφονται απειλές ή επιθέσεις σε άλλους ή καταστρφές ξένων  πραγμάτων, δεν άσκησε βία κατά την επέμβαση της αστυνομικής δύναμης για τη μεταφορά του στο νοσοκομείο για εξέταση, δεν προέβη σε ενέργειες σε βάρος του εαυτού του). Στην περίπτωση λοιπόν αυτή η απόλυσή του πρέπει να ακολουθήσει, εφόσον δεν τηρηθεί η προθεσμία των 10 ημερών για την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου από την ημέρα της υποβολής της αίτησης του Εισαγγελέα και (προφανώς) δεν έχει προηγηθεί ούτε έκδοση προσωρινής διαταγής για τη συνέχιση της νοσηλείας λόγω επικίνδυνης συμπεριφοράς του ατόμου. Για το συνολικό αριθμό των 13 ημερών ως το μέγιστο διάστημα νοσηλείας του ατόμου χωρίς απόφαση Δικαστηρίου, εκτός από την ανωτέρω απόφαση του ΕΔΔΑ, σχετικό είναι και το υπ’ αριθμ. 7967.4/01/6.4.2004 πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη. Αν όμως έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή, επειδή πρόκειται για επικίνδυνο άτομο για τον εαυτό του και το κοινωνικό σύνολο ή ακόμη και αν δεν υπάρχει τέτοια αλλά το άτομο είναι επικίνδυνο για τον εαυτό του και το κοινωνικό σύνολο, τότε η νοσηλεία του και η μη απόλυσή του είναι επιβεβλημένη έστω και εάν δεν είναι δυνατό να εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου εντός 10 ημερών από την αίτηση του Εισαγγελέα, αφού τούτο δικαιολογείται τόσο από το συμφέρον του ιδίου του πάσχοντος όσο και από το δημόσιο συμφέρον. Διαφορετικά υπονομεύεται τόσο η δημόσια ασφάλεια, όσο και το δικαίωμα του πάσχοντος για τη ζωή του. Έτσι, αφού ήδη έχει μεσολαβήσει παραπομπή του στο αρμόδιο Δικαστήριο για το ζήτημα της νοσηλείας του, το δημόσιο συμφέρον δικαιολογεί το βάρος της προσβολής του ατομικού του δικαιώματος της παράτασης της νοσηλείας του πέραν των 13 ημερών, στην περίπτωση που δεν καταστεί  δυνατό να εκδοθεί απόφαση Δικαστηρίου και ο νοσηλευόμενος είναι επικίνδυνο άτομο για τον εαυτό του και το κοινωνικό σύνολο. Με βάση τα προαναφερθέντα  ο  Εισαγγελέας Πρωτοδικών μπορεί  να ζητήσει προσωρινή διαταγή από τον Δικαστή του αρμοδίου Δικαστηρίου σε περιπτώσεις, που διαφαίνεται ότι ο νοσηλευόμενος έχει επικίνδυνη συμπεριφορά για τον ίδιο και το κοινωνικό  σύνολο, με αίτημα να διαρκέσει η νοσηλεία του μέχρι την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού, εφόσον το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να εκδώσει την απόφασή του εντός 10 ημερών από την αίτηση του Εισαγγελέα για την ακούσια νοσηλεία του πάσχοντος. Βέβαια η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να εκδοθεί εντός ευλόγου διαστήματος για να αποφευχθεί ο κίνδυνος υπέρμετρης διάρκειας νοσηλείας χωρίς απόφαση Δικαστηρίου. Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να αναφερθούν τα οριζόμενα στο άρθρο 781 ΚΠΔ, διάταξη που με βάση τα ανωτέρω είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην εφαρμογή της. Έτσι σύμφωνα με τη διάταξη του εν λόγω άρθρου:  1. Το δικαστήριο, που δικάζει την αίτηση, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ύστερα από σχετικό αίτημα ή και αυτεπαγγέλτως, να εκδώσει προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, με την οποία διατάζει τα αναγκαία ασφαλιστικά μέτρα έως την έκδοση της απόφασής του, για να εξασφαλιστεί ή να διατηρηθεί δικαίωμα ή να ρυθμιστεί κατάσταση.

  1. Το δικαστήριο ανακαλεί οποτεδήποτε, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, την προσωρινή διαταγή του.

Ως εκ τούτου με  βάση τα προαναφερθέντα τα εξατομικευμένα χαρακτηριστικά κάθε περίπτωσης με κυρίαρχο αυτό της επικινδυνότητας του δράστη για τον εαυτό του και το κοινωνικό σύνολο, είναι αυτά, που θα καθορίσουν την ανάγκη της υπέρβασης του χρονικού ορίου των 13 ημερών της νοσηλείας του ατόμου χωρίς να εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου, όπου τούτο δεν είναι δυνατό να τηρηθεί.

===Επιπλέον από όσα ήδη προεκτέθηκαν, προκύπτει η σημασία της ηλεκτρονικής διακίνησης των εγγράφων, ώστε με τον τρόπο αυτό να συντομεύεται ο χρόνος της αποστολής τους από τις υπηρεσίες προς τις δικαστικές αρχές αλλά και να μειώνεται ο χρόνος για την επεξεργασία τους, αφού τούτα μπορούν να ενσωματωθούν στα δικόγραφα και να τύχουν άμεσης αξιολόγησης. Κατά συνέπεια η πρακτική εφαρμογή των οριζομένων στο Ν.4727/2020 και ειδικότερα στο άρθρο 14 του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με το οποίο τα πρωτότυπα ηλεκτρονικά δημόσια έγγραφα της παρ. 3 και τα πιστοποιητικά και οι βεβαιώσεις της παρ. 6 του άρθρου 13 έχουν την ίδια νομική και αποδεικτική ισχύ με τα δημόσια έγγραφα, που φέρουν ιδιόχειρη υπογραφή και σφραγίδα και γίνονται υποχρεωτικά αποδεκτά από τους φορείς του δημοσίου τομέα, από τα δικαστήρια όλων των βαθμών και τις εισαγγελίες όλης της χώρας από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, κατά την ηλεκτρονική διακίνησή τους.

===Περαιτέρω πρακτικά ζητήματα ανακύπτουν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης της ακούσιας νοσηλείας και τούτα σχετίζονται με την υποχρέωση ή μη του Εισαγγελέα να παρίσταται στη συζήτηση, με τον τρόπο κλήτευσης του καθού η αίτηση και με την προοπτική της συνέχισης της νοσηλείας σε ιδιωτική κλινική. Έτσι μπορουν να ειπωθούν τα εξής:

1ον Σύμφωνα με το άρθρο 750 ΚΠολΔ, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών δικαιούται και δεν υποχρεούται να παρίσταται στην εκδίκαση της υπόθεσης, η εξέταση της οποίας δεν εμποδίζεται από τη μη παράστασή του ως αιτούντος. ’Αλλωστε, στην περίπτωση αυτή, ο Εισαγγελέας ενεργεί προς όφελος τρίτου, χωρίς να υφίσταται περιθώριο εφαρμογής του άρθρου 754 ΚΠολΔ, η έννομη συνέπεια του οποίου συνδέεται με την ερημοδικία του αιτούντος, προς όφελος του οποίου παρέχεται το εκάστοτε ρυθμιστικό ή διαπιστωτικό μέτρο της εκούσιας δικαιοδοσίας (Μον Πρωτ Θεσ 16495/2017).

2ον Δεν λαμβάνει χώρα νόμιμη κλήτευση του καθου η αίτηση, κατά τα άρθρα 96§6 του ν. 2071/1992 και 122 επ. ΚΠολΔ, ενώ αυτή είναι υποχρεωτική (άρθρα 96§6 του ν. 2071/1992 και 754 ΚΠολΔ), όταν από τη βεβαίωση του Επιμελητή των Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης επιδόθηκε στο Διευθυντή της ψυχιατρικής κλινικής του  Νοσοκομείου, ενώ δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 131 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το οικείο  έγγραφο του Νοσοκομείου , ο καθου η αίτηση, κατά τη διενέργεια της επίδοσης, δε νοσηλευόταν στην ως άνω κλινική, καθώς είχε ήδη λάβει εξιτήριο. Ενόψει τούτου κηρύσσεται  απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης ( ΜονΠρωτΠατρ 38/2020).

3ον. Από το αποδεικτικό επίδοσης (που μπορεί να είναι και αστυνομικό όργανο του οικείου Α.Τ.) πρέπει να προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, επιδίδεται νόμιμα και εμπρόθεσμα στον καθού κατά τα άρθρα 741, 122 παρ. 2, 123, 126, 127 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όταν όμως αυτός δεν εμφανίζεται στο ακροατήριο, όταν η υπόθεση εκφωνείται στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε παρίσταται με πληρεξούσιο δικηγόρο, δικάζεται ερήμην (άρθρα 741 και 271 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ). Το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρων, κατά εφαρμογή του άρθρου 754 εδ. β΄ ΚΠολΔ, το οποίο για την ταυτότητα του νομικού λόγου εφαρμόζεται και στην περίπτωση, που δεν εμφανιστεί ή δεν λάβει κανονικά μέρος στη συζήτηση ο καθʼ ου η αίτηση ή τρίτος, που έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως ή έχει παρέμβει (ΜονΠρωτΠειρ 98/2019).

4ον Όπως προβλέπεται στο άρθρο 122α ΚΠολΔ (όπως τούτο προστέθηκε με το άρθρο 6 Ν.4842/2021), που θα ισχύει από τις 1-1-2022 η επίδοση του δικογραφόυ μπορεί να γίνεται πλέον και ηλεκτρονικά. Έτσι προβλέπεται:

1.Επίδοση εγγράφου είναι δυνατόν να διενεργείται και με ηλεκτρονικά μέσα από πιστοποιημένο για τον σκοπό αυτόν δικαστικό επιμελητή, διορισμένο στο δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία ή τη διαμονή του ή την έδρα του, κατά τον χρόνο διενέργειας της επίδοσης, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο προς το οποίο αυτή απευθύνεται.

  1. Τα δικόγραφα είναι δυνατόν να επιδίδονται, σύμφωνα με την παρ. 1, και με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον φέρουν εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την έννοια της περ. 20 του άρθρου 2 του ν. 4727/2020 (Α’ 184). Η επίδοση με ηλεκτρονικά μέσα θεωρείται συντελεσμένη μόνο εφόσον επιστραφεί στον διενεργούντα την επίδοση δικαστικό επιμελητή, ηλεκτρονική απόδειξη παραλαβής του εγγράφου, η οποία φέρει εγκεκριμένη ηλεκτρονική υπογραφή, κατά την έννοια της περ. 20 του άρθρου 2 του ν. 4727/2020, του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση. Επί ποινή ακυρότητας, η ηλεκτρονική απόδειξη περιέχεται στην έκθεση επίδοσης την οποία συντάσσει ο δικαστικός επιμελητής σύμφωνα με το άρθρο 139 ΚΠολΔ. Η επίδοση θεωρείται ανυπόστατη αν η ηλεκτρονική απόδειξη δεν περιέλθει στον διενεργούντα την επίδοση μέσα σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες από την αποστολή. Συνέπεια του ανυπόστατου της ηλεκτρονικής επίδοσης είναι η αυτοδίκαιη διενέργειά της με φυσικό τρόπο επίδοσης, όπως ορίζουν τα άρθρα 122 επ.
  2. Στις περιπτώσεις ηλεκτρονικής επίδοσης οι δικονομικές προθεσμίες παρατείνονται κατά μία (1) ημέρα.

5ον Σύμφωνα με το άρθρο 131 ΚΠολΔ αν ο παραλήπτης της επίδοσης νοσηλεύεται σε νοσοκομείο ή κρατείται σε φυλακή και δεν είναι δυνατή η επικοινωνία μαζί του, σύμφωνα με βεβαίωση της διεύθυνσης του νοσοκομείου ή της φυλακής, που σημειώνεται στην έκθεση της επίδοσης, η επίδοση μπορεί να γίνει στο διευθυντή του νοσοκομείου ή της φυλακής, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να παραδώσει το έγγραφο στα χέρια εκείνου προς τον οποίο γίνεται η επίδοση.

6ον Κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 101 του Ν. 2071/1992  εκδόθηκε η υπ’ αριθ. Γ3α, β/Γ.Π. οικ. 65047/13-10-2020 (ΦΕΚ Β΄ 4704/23-10-2020) απόφαση του Υφυπουργού Υγείας, με θέμα «Όροι και προϋποθέσεις ακούσιας νοσηλείας σε ιδιωτικές ψυχιατρικές κλινικές». Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου μόνου αυτής «Με την απόφαση για την ακούσια νοσηλεία, το αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο δύναται να διατάξει, με γνώμονα το συμφέρον του ασθενούς, τη συνέχισή της σε συγκεκριμένη ιδιωτική ψυχιατρική κλινική εφόσον διατυπώνεται σχετικό αίτημα από τους αιτούντες την ακούσια νοσηλεία». Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 αυτού «Η οριζόμενη στη δικαστική απόφαση ιδιωτική ψυχιατρική κλινική πρέπει να έχει βεβαίωση καλής λειτουργίας εν ισχύ, να είναι συμβεβλημένη με τον ΕΟΠΥΥ και να υπάγεται κατά προτίμηση στον τομέα ψυχικής υγείας του τόπου κατοικίας του ασθενούς (βλ σχετ. 4/2021 ΕγκμΕισΑΠ).

 

Β) ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Ο Εισαγγελέας κατά την εξέταση ζητημάτων δικαστικής συμπαράστασης πρέπει να έχει υπόψη του τα εξής:

===Στις δίκες για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση η διεξαγωγή ολόκληρης της συζήτησης και ιδίως των αποδείξεων γίνεται κεκλεισμένων των θυρών.Εάν σε δίκη για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, το Δικαστήριο συνεδρίασε δημόσια, ενώ όφειλε κατά νόμον, χωρίς να έχει διακριτική ευχέρεια σχετικώς, να δικάσει κεκλεισμένων των θυρών, η οποία συνεπάγεται ακυρότητα της διεξαχθείσας δίκης (συζήτησης) και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (ΜονΕφΘεσ 9/2021).

===Ζήτημα ανακύπτει για τη θέση αλλοδαπού σε δικαστική συμπαράσταση ως προς το αν θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία του ελληνικού δικαστηρίου. Η σχετική θεμελίωση αυτής σε θέματα στέρησης δικαιοπρακτικής ικανότητας αλλοδαπού σχετεται με την ύπαρξη συνήθους διαμονής του αλλοδαπού στην ημεδαπή. Έτσι σε περίπτωση τραυματισμού αλλοδαπού κατά τη διάρκεια οικογενειακών διακοπών στην ημεδαπή, εξ αιτίας του οποίου ζητείται η δικαστική του συμπαράσταση, μη υφισταμένου πέραν της νοσηλείας του, κάποιου άλλου ιδιαίτερου συνδέσμου του καθ’ ου η αίτηση με την ημεδαπή, δεν θεμελιώνεται διεθνής δικαιοδοσία ελληνικού δικαστηρίου. Ο τόπος κατοικίας αυτού εξακολουθεί να αποτελεί η αλλοδαπή, έτσι η  αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας του Δικαστηρίου (ΜονΠρωτΘεσ 9860/2019).

===Η υπόθεση εισάγεται στο Δικαστήριο είτε με αίτηση του νομιμοποιούμενου προσώπου είτε αυτεπαγγέλτως, με πράξη του αρμοδίου Δικαστή, κατά το άρθρ. 747 παρ. 4 ΚΠολΔ. Ακόμη πρέπει να ανααφερθεί ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ιδίου Κώδικα, ο αρμόδιος Δικαστής μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων, που έχουν έννομο συμφέρον στη δίκη, με κοινοποίηση αντιγράφου της αίτησης, στο οποίο σημειώνεται ο προσδιορισμός της δικασίμου. Σύμφωνα με την παρ. 5 του  άρθρου 748 ΚΠολΔ, στις υποθέσεις, που εισάγονται κατά την παράγραφο 4 του άρθρ. 747 (δηλαδή με πράξη του Δικαστή), εκείνος, που εξέδωσε την πράξη, ορίζει δικάσιμο, κοινοποιεί αντίγραφο της πράξης στον Εισαγγελέα και μπορεί να διατάξει την κλήτευση στη δίκη οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι ο τρίτος, με μόνη την κλήτευσή του κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστή, η οποία δεν προσβάλλεται για το λόγο αυτό με ένδικο μέσο ή τριτανακοπή, αποκτά αυτοδικαίως την ιδιότητα του διαδίκου και υπό την ιδιότητά του αυτή μπορεί να προσβάλει την απόφαση με ένδικο μέσο (ΕφΛαρ 97/2016).

 

===Αντίγραφο της αίτησης, που εισάγεται να δικαστεί και δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με τη σημείωση για τον προσδιορισμό δικασίμου, πρέπει να κοινοποιείται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της περιφέρειας του δικαστηρίου και στην περίπτωση, που ζητείται η αντικατάσταση ή η παύση δικαστικού συμπαραστάτη ή ακόμη και των μελών του εποπτικού συμβουλίου του τελούντος υπό δικαστική συμπαράσταση προσώπου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 760 ΚΠολΔ, το άρθρο 748 εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα και αντί του Εισαγγελέα που αναφέρεται στο άρθρο 748 παρ. 2 ΚΠολΔ καλείται ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου, που δικάζει το ένδικο μέσο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί έφεσης κατά απόφασης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία τα εκούσιας δικαιοδοσίας, σε υπόθεση παύσης ή αντικατάστασης του δικαστικού συμπαραστάτη ή μέλους του εποπτικού συμβουλίου, αναφορικά με πρόσωπο που τελεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, αν αντίγραφο της έφεσης, με τη σημείωση για τον προσδιορισμό δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατ’ αυτήν, δεν κοινοποιηθεί στον Εισαγγελέα Εφετών και αυτός δεν εμφανισθεί οίκοθεν στη δίκη, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης, ανεξάρτητα από τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης (ΕφΑθ 2507/2016).

===Όταν η εισαγωγή της υπόθεσης για συζήτηση γινεται από τον   Εισαγγελέα Πρωτοδικών, τότε απαιτείται δική του, αυτοτελή, αίτηση ως διαδίκου (ΕφΠατρ 227/2007).

===Τα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται για την κίνηση της διαδικασίας υποβολής του πάσχοντος ενηλίκου σε δικαστική συμπαράσταση, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, είναι ο πάσχων, ο σύζυγος αυτού, οι γονείς του, τα τέκνα του και ο Εισαγγελέας ή και το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, υποκινούμενο είτε από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1668 ΑΚ πρόσωπα είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, που δείχνει ενδιαφέρον για τον πάσχοντα. Ωστόσο, σε περίπτωση σωματικής αναπηρίας, κατά τη ρητή διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 1667 ΑΚ, αποκλειστικά νομιμοποιούμενος για την υποβολή της σχετικής αίτησης για θέση σε δικαστική συμπαράσταση είναι ο ίδιος ο πάσχων, εκτός αν παράλληλα με τη σωματική αναπηρία παρουσιάζει και κάποια άλλη νοσηρή κατάσταση εκ των αναφερόμενων στη διάταξη του άρθρου 1666 ΑΚ.

 

=== Με βάση τα ανωτέρω το διατακτικό αίτησης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών προς το αρμόδιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο) για τη δικαστική συμπαράσταση προσώπου  πρέπει να αφορά το εξής περιεχόμενο:

1ον Να τεθεί ο/η …. κάτοικος ή  προσωρινά διαμένων στην ιδιωτική κλινική (….) σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση.

2ον. Να διοριστεί  προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης του συμπαραστατούμενου, για το χρονικό διάστημα από την έκδοση μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης, και οριστικό δικαστικό συμπαραστάτη, τον  …, κάτοικο ……

3ον Να ανατεθεί εν όλω στον ανωτέρω δικαστικό συμπαραστάτη η επιμέλεια του προσώπου του συμπαραστατούμενου.

4ον. Να διοριστεί  τριμελές εποπτικό συμβούλιο, αποτελούμενο από τους: 1)….ως πρόεδρο, 2) …. 3) …., ως μέλη.

5ον Να διαταχθεί  η Γραμματέα του Δικαστηρίο να προβεί στην καταχώρηση του διατακτικού της σχετικής απόφασης στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται στη Γραμματεία του Δικαστηρίου για τον σκοπό αυτό, και να επιμεληθεί για την επίδοση της απόφασης στον διορισθέντα δικαστικό συμπαραστάτη και στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

 

===Αφού τα ανωτέρω στοιχεία αποτελούν το περιεχόμενο του διατακτικού της αίτησης του αρμοδίου Εισαγγελέα προς το Δικαστήριο εννοείται ότι πριν την υποβολή της αίτησης από τον ίδιο, πρέπει να έχουν αναζητηθεί τα απαιτούμενα έγγραφα, που αφορούν την ταυτότητα και τη διαμονή του προσώπου που πρέπει να τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση, η εξακρίβωση της κατάστασης της ψυχικής του υγείας με πλήρη περιγραφή του προβλήματος που αντιμετωπίζει και αφορά το ψυχικό ή διανοητικό του επίπεδο, ή τη σωματική του κατάσταση, που επιδρά  στη ψυχική και στη  διανοητική του κατάσταση, την αναζήτηση αξιόπιστων ατόμων για τη θέση του δικαστικού συμπαραστάτη και μελών του εποπτικού συμβουλίου, μέσω σχετικών εκθέσεων των αρμοδίων υπηρεσιών, υπεύθυνων δηλώσεων, ενόρκων βεβαιώσεων προς τούτο.

 

===Η φυσική παρουσία του Εισαγγελέα στη δίκη δικονομικά δεν είναι αναγκαία και η συζήτηση μπορεί να διεξαχθεί κανονικά, είναι όμως δεδομένη σε περιπτώσεις που οι περιστάσεις των υποθέσεων το επιβάλουν, ούτε για να θεωρηθεί δικονομικά παρών ο Εισαγγελέας είναι αναγκαίο να υποβάλει προτάσεις προς το Δικαστήριο, όπως προαναφέρθηκε για τη διαδικασία σε υποθέσεις  ακούσιας νοσηλείας .

 

ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΩΝ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΤΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑΣ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ, ΛΑΜΠΡΟΥ Σ.ΤΣΟΓΚΑ, ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΕΦΕΤΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ

ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΩΝ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΤΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑΣ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ, ΠΟΥ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ

 

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΛΑΜΠΡΟΣ Σ.ΤΣΟΓΚΑΣ

ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΕΦΕΤΩΝ ΛΑΡΙΣΑΣ

 

===Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της κατανόησης της κατηγορίας από τον κατηγορούμενο, που δεν ομιλεί την ελληνική γλώσσα, κομβικής σημασίας σημείο αποτελεί η πρόσβασή του στα ουσιώδη έγγραφα της δικογραφίας με τέτοιο τρόπο, ώστε να προκύπτει ότι έχει αντιληφθεί το περιεχόμενο της κατηγορίας και πως αυτή έχει αποδοθεί σε βάρος του σύμφωνα με τα ουσιώδη έγγραφα, που συνδέονται με την απόδοσή της. Η σχετική διάταξη  του ΚΠΔ, που τυγχάνει εφαρμογής ως προς το ζήτημα αυτό, είναι το άρθρο 237 με τίτλο:

‘’Υποχρέωση μετάφρασης ουσιωδών εγγράφων’’.

 

===Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου στους υπόπτους ή στους κατηγορούμενους, που δεν κατανοούν τη γλώσσα της ποινικής διαδικασίας, παρέχεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος γραπτή μετάφραση όλων των ουσιωδών εγγράφων ή χωρίων εγγράφων της διαδικασίας.

 

===Σημειώνεται ότι στην παράγραφο 1 του άρθρου 237 ΚΔ προσδιορίζεται ποια έγγραφα αποτελούν οπωσδήποτε ουσιώδη έγγραφα της δικογραφίας. Έτσι αποσαφηνίζεται ότι τα ουσιώδη έγγραφα περιλαμβάνουν οποιαδήποτε απόφαση συνεπάγεται τη στέρηση της ελευθερίας ενός προσώπου, οποιοδήποτε έγγραφο απαγγελίας κατηγορίας, το κλητήριο θέσπισμα και ολόκληρο το παραπεμπτικό βούλευμα, καθώς και οποιαδήποτε δικαστική απόφαση σχετική με την κατηγορία. Ωστόσο στην πιο πάνω παράγραφο προκειμένου να μην υφίσταται περιθώριο ελλιπούς κατανόησης σημείων της κατηγορίας αναφέρεται ότι οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι, καθώς και οι συνήγοροί τους δύνανται να υποβάλουν αιτιολογημένο αίτημα για το χαρακτηρισμό εγγράφων ή χωρίων εγγράφων ως ουσιωδών. Ωστόσο διευκρινίζεται ότι οι ύποπτοι ή οι κατηγορούμενοι δεν έχουν δικαίωμα σε μετάφραση χωρίων ουσιωδών εγγράφων, τα οποία δεν συμβάλλουν στην κατανόηση εκ μέρους τους του περιεχομένου της εναντίον τους κατηγορίας.  Κατά συνέπεια στην παράγραφο 1 του άρθρου 237 ΚΠΔ οριοθετείται η διάκριση ουσιωδών και μη ουσιωδών εγγράφων της δικογραφίας, ώστε να γίνεται αντιληπτό ότι έγγραφα, που δεν βοηθούν τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο να αντιληφθεί σε τι συνίσταται η κατηγορία που τους αποδίδεται, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι είναι ουσιώδη έγγραφα της δικογραφίας.

 

===Περαιτέρω σύμφωνα με την παρπάγραφο  2 του άρθρου 237 ΚΠΔ σε  εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις η έγγραφη μετάφραση μπορεί να αντικατασταθεί από προφορική μετάφραση ή προφορική σύνοψη του περιεχομένου των ουσιωδών εγγράφων. Στον ΚΠΔ δεν μνημονεύονται οι εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, ούτε γίνεται ενδεικτική αναφορά ορισμένων από αυτές. Με βάση όμως τα διδάγματα της κοινής πείρας τέτοιες μπορεί να είναι οι περιπτώσεις υποθέσεων, που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της παραγραφής της αξιόποινης πράξης, τον κίνδυνο της συμπλήρωσης του ανωτάτου ορίου προσωρινής κράτησης, της απώλειας της ζωής του  θύματος λόγω ασθένειάς του, της αδυναμίας εύρεσης διερμηνέα σε εύλογο χρόνο για τη γραπτή μετάφραση των ουσιωδών εγγράφων. Επομένως σε αυτές τις περιπτώσεις η πρακτική λύση, που αρμόζει να εφαρμοστεί, είναι η υιοθέτηση της πρακτικής να ακολουθήσει προφορική μετάφραφη (έστω και με τη μορφή της σύνοψης) του περιεχομένου των ουσιωδών εγγράφων στον ύποπτο ή στον κατηγορούμενο από πρόσωπο, που ομιλεί τη γλώσσα, που κατονοεί ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος. Τούτο μπορεί να έχει άμεση πρακτική εφαρμογή σε περιπτώσεις κατηγορουμένων, που είναι κρατούμενοι σε Καταστήματα Κράτησης μακριά από τον τόπο, που ασκεί τα καθήκοντά του ο Ανακριτής ή μακριά από το κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο ή στην περιφέρεια του αρμοδίου κατά τόπο Δικαστηρίου δεν υπάρχει άτομο, που να ομιλεί τη γλώσσα, που κατανοεί ο κατηγορούμενος, πλην όμως στο Κατάστημα Κράτησης, υπάρχει συγκρατούμενος, που ομιλεί τη γλώσσα αυτή και μπορεί να έτσι να γίνει η μετάφραση (έστω με τη μορφή της σύνοψης) των ουσιωδών εγγράφων. Όπως όμως  αναφέρεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 237 ΚΠΔ για την εξέταση του υπόπτου ή του κατηγορουμένου σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, όταν αυτή γίνεται με τη συνδρομή διερμηνέα ή όταν γίνεται προφορική μετάφραση ή σύνοψη βασικών εγγράφων ή για την παραίτηση των ανωτέρω από το δικαίωμα της μετάφρασης, συντάσσεται έκθεση ή γίνεται ειδική μνεία στην έκθεση, που συντάσσεται από το αρμόδιο κάθε φορά όργανο. Κατά συνέπεια στην περίπτωση της μετάφρασης (έστω και με συνοπτική μορφή) των ουσιωδών εγγράφων της δικογραφίας στον κατηγορούμενο από συγκρατούμενό του εντός του Καταστήματος Κράτησης πρέπει να συνταχθεί σχετική έκθεση ενώπιον του Δ/ντη του Καταστήματος Κράτησης, που να φέρει τις υπογραφές τους.

 

===Ακόμη όπως προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 237 ΚΠΔ ο  ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να υποβάλει αντιρρήσεις κατά της απόφασης, με την οποία κρίνεται ότι δεν απαιτείται μετάφραση εγγράφων ή χωρίων εγγράφων ή όταν η ποιότητά της δεν είναι επαρκής. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως το έκτο εδάφιο του άρθρου 233 παρ. 1. Δηλαδή στην προκαταρκτική εξέταση αποφαίνεται ο αρμόδιος Εισαγγελέας, στην κύρια ανάκριση το αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο και στο ακροατήριο το αρμόδιο Δικαστήριο. Με τον τρόπο αυτό ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος δεν στερείται πρόσβασης σε δικαιοδοτικό όργανο, προκειμένου τούτο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν ένα έγγραφο έχει το χαρακτήρα του ουσιώδους εγγράφου και πρέπει να μεταφραστεί ή όχι.

 

===Για το δικαίωμα του υπόπτου ή του κατηγορουμένου στη μετάφραση των ουσιώδών εγγράφων στη γλώσσα, που κατανοεί, χωρεί παραίτηση. Για το λόγο αυτό στην παράγραφο 4 του άρθρου 237 ΚΠΔ αναφέρεται ότι ο  ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να παραιτηθεί από το δικαίωμα μετάφρασης εγγράφων υπό την προϋπόθεση ότι έχει προηγουμένως συμβουλευθεί συνήγορο ή ότι έχει με άλλον τρόπο λάβει πλήρη γνώση των συνεπειών της παραίτησης. Η παραίτηση πρέπει να είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του προσώπου και να μην περιέχει όρο ή αίρεση. Ως παραίτηση θεωρείται και η μη εμφάνιση του υπόπτου ή του κατηγορουμένου, ύστερα από σχετική νόμιμη κλήτευσή του, για προφορική μετάφραση εγγράφων.  Η ανωτέρω ρύθμιση προσφέρει τη δυνατότητα της διαύγειας σε περίπτωση παραίτησης δικαιώματος, ώστε να μην υφίσταται αμφιβολία για τις συνθήκες ελευθερίας και πλήρους κατανόησης των συνεπειών, που συνιστά η παραίτηση από τη μετάφραση των ουσιωδών εγγράφων, αλλά και για να μην δημιουργείται έδαφος για παλινωδίες στην υπερασπιστική γραμμή του κατηγορουμένου και εμπόδια στη μετέπειτα διεξαγωγή της δίκης.

 

===Επιπλέον προκειμένου να αποφεύγονται ακυρότητες στην ποινική διαδικασία είναι άξια αναφοράς η υπ’αριθμ. 729/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία και στην περίπτωση που αλλοδαπός κατηγορούμενος δεν δηλώσει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, το δικαστήριο πρέπει να διερευνήσει αν αυτός ομιλεί και κατανοεί επαρκώς την ελληνική γλώσσα και κατόπιν αυτού, εναπόκειται στην, αναιρετικώς ανέλεγκτη, κυριαρχική κρίση του διευθύνοντος ο διορισμός ή μη διερμηνέως.

 

===Πως όμως διαπιστώνεται τυχόν κατανόηση της ελληνικής γλώσσας από τον κατηγορούμενο παρά το ότι αυτός είναι υπήκοος άλλης χώρας της Ε.Ε και το επιδοθέν σε αυτόν κλητήριο θέσπισμα είναι στην ελληνική γλώσσα? Η απάντηση μπορεί να αναζητηθεί στη μελέτη της υπ’αριθμ. 1685/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή το Ακυρωτικό Δικαστήριο αναίρεσε απόφαση Δικαστηρίου της ουσίας, που έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου, αφού, μολονότι ήταν ολλανδός υπήκοος, του επιδόθηκε στην ελληνική γλώσσα κλητήριο θέσπισμα. Ειδικότερα στην ανωτέρω απόφαση του Αρείου πάγου αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι από το Δικαστήριο της ουσίας αγνοήθηκαν κρίσιμα έγγραφα, τα οποία συνέταξε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην ελληνική γλώσσα, είναι υπογεγραμμένα από αυτόν, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής του, με τα οποία παρείχε εντολές και εξουσιοδοτούσε τους συνηγόρους του για δικονομικές ενέργειες και από τα οποία προκύπτει αντίθετο συμπέρασμα από την άνω κρίση του. Και συγκεκριμένα αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη: α] την από 19-5-2015 έγγραφη εξουσιοδότηση στην ελληνική γλώσσα, συντάκτης της οποίας είναι ο ανωτέρω κατηγορούμενος, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής του από τη δικηγόρο Δ. Δ., με την οποία διόρισε, κατά την προδικασία, τέσσερις πληρεξουσίους συνηγόρους, ήτοι τους: 1] Ξ. Π., 2] Κ. Π., 3]Δ. Δ. και 4] Δ. Μ., παρέχοντας σ’ αυτούς ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως από κοινού είτε ο καθένας χωριστά συνεπικουρούμενοι και από τέσσερις ασκούμενους δικηγόρους, τους οποίους κατονομάζει, εμφανιστούν ενώπιον της 14ης Πταισματοδίκου Αθηνών λάβουν γνώση και αντίγραφα της ποινικής δικογραφίας, που εκκρεμούσε σε βάρος του, ζητήσουν προθεσμία για την παροχή εγγράφων εξηγήσεων, υποβάλουν σημείωμα εγγράφων εξηγήσεων για λογαριασμό του, καθώς, επίσης, τους εξουσιοδότησε να τον εκπροσωπούν σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν στη συγκεκριμένη υπόθεση, β] την από 14-7-2015 έγγραφη εξουσιοδότηση, επίσης στην ελληνική γλώσσα, της οποίας συντάκτης είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος, στην οποία βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο Δ. Δ. και με την οποία εξουσιοδότησε και έδωσε εντολή στους δικηγόρους: α] Κ. Π., β] Μ. Φ., γ] Α. Α. και δ] Δ. Δ. όπως από κοινού είτε καθένας χωριστά τον εκπροσωπήσουν ενώπιον του ανωτέρω Μονομελούς Πλημμελειοδικείου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ……Τα ως άνω διαδικαστικά κρίσιμα έγγραφα, παρά του ότι απεδείκνυαν την υπό του ανωτέρω κατηγορουμένου γνώση της ελληνικής γλώσσας, δυνάμει των οποίων άσκησε αυτός δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του πλήρως τα δικονομικά του δικαιώματα, τόσο στην προδικασία, παρέχοντας, αναλυτικώς, έγγραφες εξηγήσεις και αντικρούοντας την κατ’ αυτού κατηγορία για καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά, κατ’ εξακολούθηση, ερειδόμενη στην υπ’ αρίθμ…… /2013 απόφαση της Ολομελείας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, όσο και κατά την προηγηθείσα της δικασίμου της 30ης Νοεμβρίου 2016 κύρια διαδικασία, χωρίς ουδέποτε να προβάλει αντιρρήσεις ή οποιαδήποτε ένσταση περί μη κατανοήσεως υπ’ αυτού της ελληνικής γλώσσας, ουδόλως τα έλαβε υπόψη και τα εκτίμησε το ανωτέρω Δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης. Περαιτέρω, ενόψει του πλήθους των προαναφερθέντων εγγράφων και της κατά την προδικασία αντικρούσεως υπ’ αυτού [κατηγορουμένου] της ταυτοσήμου με το επιδοθέν κλητήριο θέσπισμα κατηγορίας, η προσβαλλόμενη δεν διέλαβε ουδεμία αιτιολογία ως προς τη μη κατανόηση υπό του άνω κατηγορουμένου του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω άγνοιας της ελληνικής γλώσσας, ενώ, προσέτι, ουδεμία σκέψη διέλαβε, ούτε επικαλείται από ποία αποδεικτικά μέσα το δίκασαν Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση ότι δεν κατανοούσε την ελληνική γλώσσα και ήταν γνώστης μόνο της ολλανδικής, εκ της αναφοράς και μόνο ότι ήταν ολλανδός υπήκοος, παρά τα αντιθέτως προκύπτοντα από τα ανωτέρω κρίσιμα έγγραφα, τα οποία, όπως προεκτέθηκε, ουδόλως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης.

 

===Βέβαια εκείνο, που από τη νομολογία του Ακυρωτικού μας  Δικαστηρίου προκύπτει είναι το αν επήλθε παραβίαση των δικαιωμάτων υπεράσπισης κρίνεται, αφού σταθμιστούν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του θύματος, τα δικαιώματα των μαρτύρων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον για αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (ΑΠ 624/2020).

Η υποχρεωτική επιμόρφωση ως μέσο ελέγχου και πίεσης της προσωπικής κρίσης του δικαστικού και εισαγγελικού λειτουργού, – Ιωάννη Ασπρογέρακα, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών

Η υποχρεωτική επιμόρφωση ως μέσο ελέγχου και πίεσης της προσωπικής κρίσης του δικαστικού και εισαγγελικού λειτουργού.

 

Ιωάννη Ασπρογέρακα

Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών.

 

Η επιμόρφωση, ως εκπαιδευτική διαδικασία, με την οποία κάποιος αποκτά επιπλέον γνώσεις και δεξιότητες σ’ ένα αντικείμενο, συχνά σχετικό με την εργασία του, συναρτάται άμεσα με το δικαιοδοτικό ρόλο των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών και αποτελεί αδιαμφισβήτητα ισχυρό τους σύμμαχο κατά την επεξεργασία νομικών υποθέσεων. Η εξέλιξη των συναλλακτικών σχέσεων και η πολυπλοκότητα αυτών στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον, η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας και η αναπόδραστη επιρροή της στην εξέλιξη του ποινικού φαινομένου, η αυξανόμενη τα τελευταία χρόνια, ασυνεπής δογματικά και γι’ αυτό το λόγο προβληματική στην εφαρμογή της, νομοθέτηση και η ευκαιριακή, κατά τα κοινωνικά προστάγματα, τροποποίηση βασικών κωδίκων δικαστηριακής πρακτικής, καθιστούν την ουσιαστική επιμόρφωση όσο ποτέ άλλοτε αναγκαία, όσο και προσωπικό ζητούμενο του καθενός από μας ξεχωριστά.

Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Μεταρρυθμίσεις στο νομοθετικό πλαίσιο της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών» και ειδικότερα στα άρθρα 38-48 εισάγονται διατάξεις που ρυθμίζουν το σχετικό ζήτημα, τα καίρια σημεία των οποίων είναι τα κάτωθι:  Το Συμβούλιο Σπουδών της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, ύστερα από εισήγηση του Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης κάθε κατεύθυνσης, καταρτίζει ετήσια προγράμματα επιμόρφωσης εν ενεργεία δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών μέχρι του βαθμό του Εφέτη ή του Αντεισαγγελέα Εφετών, του Ειρηνοδίκη και του Πταισματοδίκη.  Αυτά διακρίνονται  σε τακτικά, που περιλαμβάνουν τα υποχρεωτικά και τα προαιρετικά επιμορφωτικά προγράμματα και τα έκτακτα. Στα υποχρεωτικά προγράμματα περαιτέρω περιλαμβάνονται τέσσερις κύκλοι επιμόρφωσης, που αφορούν: i) ο πρώτος κύκλος, την οργάνωση της διοίκησης των δικαστηρίων, τη δικαστική επικοινωνία, τη δικαστική δεοντολογία, τη μεθοδολογία του δικαστικού έργου και τη διαχείριση του χρόνου στην άσκηση των καθηκόντων, ii) ο δεύτερος κύκλος, το οικονομικό δίκαιο και ιδίως θέματα που αφορούν την ενέργεια, την κεφαλαιαγορά, τον ανταγωνισμό και την προστασία του καταναλωτή, iii) ο τρίτος κύκλος, τη νομική εμβάθυνση σε θεματικές ανάλογα με τον κλάδο της δικαιοσύνης που αφορούν και iv) ο τέταρτος κύκλος, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ο δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός υποχρεωτικά πρέπει να συμμετέχει ετησίως σε ένα κύκλο επιμόρφωσης και να τους ολοκληρώσει σε χρονικό διάστημα από τέσσερα (4) έως οκτώ (8) έτη. Η περαιτέρω εξειδίκευση των θεματικών των υποχρεωτικών προγραμμάτων αναφέρεται στο άρθρο 42, με ιδιαίτερη υπόμνηση από τον γράφοντα, στο εδάφιο δ) περί νομοθετικών και νομολογιακών εξελίξεων σε ζητήματα διοικητικού, δημοσιονομικού, αστικού, εμπορικού, ποινικού και εργατικού δικαίου και θ) περί επίδρασης και εφαρμογής των νέων τεχνολογιών και ιδίως της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης και των ηλεκτρονικών συστημάτων στη διαμόρφωση του δικαίου, στον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης και στην εργασία των δικαστικών λειτουργών. Τα τακτικά προαιρετικά προγράμματα επιμόρφωσης δεν έχουν συγκεκριμένη θεματική εκ των προτέρων προσδιορισμένη, δύνανται δε να έχουν κοινό ή παραπλήσιο αντικείμενο με τη θεματική των υποχρεωτικών τακτικών σεμιναρίων. Μετά  το πέρας κάθε τακτικού προγράμματος (υποχρεωτικών και προαιρετικών), οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί εξετάζονται σε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής (multiple choice) και θεωρούνται επιτυχόντες όσοι λάβουν συνολική βαθμολογία από εβδομήντα (70) και άνω με άριστα το εκατό (100),  στους οποίους και χορηγείται πιστοποιητικό ευδόκιμης παρακολούθησης, που τίθεται στον υπηρεσιακό τους φάκελο, ενώ οι  αποτυχόντες των τακτικών υποχρεωτικών προγραμμάτων καλούνται να επαναλάβουν τον ίδιο κύκλο σε επόμενα έτη. Οι ερωτήσεις εξέτασης καταρτίζονται και η αξιολόγηση γίνεται από έναν από τους Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της Σχολής (βλ. άρθρα 11, 40 και 45), ο οποίος σημειωτέον έχει ευθύνη διοργάνωσης και γενικής εποπτεία των εν λόγω προγραμμάτων, δεν μπορεί όμως να είναι εισηγητής και δεν παρίσταται υποχρεωτικά κατά τη διεξαγωγή τους (βλ. άρθρο 45 παρ. 2).  Τα έκτακτα προγράμματα επιμόρφωσης απευθύνονται στους δικαστικούς λειτουργούς όλων των κλάδων και βαθμών, χωρίς προσδιορισμένη  εκ των προτέρων θεματική, με δυνατότητα όμως ανάλογης εφαρμογής του άρθρου 42, ενώ στους συμμετέχοντες έως το βαθμό του Εφέτη ή Αντεισαγγελέα Εφετών χορηγείται πιστοποιητικό ευδόκιμης παρακολούθησης, που  κρίνεται με απόφαση είτε Προέδρου ή Εισαγγελέα Εφετών, που προεδρεύει της σχετικής ομάδας εργασίας.  Τέλος, στο άρθρο 41 αναφέρεται ότι η επιλογή των υποψηφίων προς παρακολούθηση γίνεται από τον Πρόεδρο του οικείου δικαστηρίου ή τον Πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή τον προϊστάμενο της οικείας εισαγγελίας, με τα γενικά κριτήρια της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, η οποία απόφαση επιλογής πρέπει να είναι αιτιολογημένη.

Επί των προαναφερομένων διατάξεων του εν λόγω νομοσχεδίου λεκτέα τα ακόλουθα:

Α) Η υποχρεωτικότητα της παρακολούθησης προγραμμάτων επιμόρφωσης εν ενεργεία δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών αμφισβητεί απροκάλυπτα την νομική επάρκεια αυτών, αναιρεί εν τοις πράγμασι το δικαιοδοτικό τους ρόλο και υποτιμά το επιβαρυμένο δικαιοδοτικό τους έργο.  Η ανάγκη της συνεχούς επιμόρφωσης καλύπτεται επαρκώς από την πλούσια νομική βιβλιογραφία και την δυνατότητα (εύκολης ακόμα και διαδικτυακά) πρόσβασης όλων των νομικών σε συνέδρια, ημερίδες και διαλέξεις, που διοργανώνονται ήδη και σήμερα θεσμοθετημένα στα πλαίσια της δια βίου μάθησης από την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, αλλά και από τις Πανεπιστημιακές Νομικές Σχολές, Δικαστικές και Εισαγγελικές  Ενώσεις, Δικηγορικούς Συλλόγους, Νομικές Εκδόσεις, Ενώσεις Νομικού Ενδιαφέροντος και ιδιωτικούς φορείς, όπου ο καθένας δύναται να επιλέξει τα κρίσιμα για την αποτελεσματικότερη άσκηση της εργασίας του θέματα ή των ειδικότερων προσωπικών νομικών ενδιαφερόντων του.

Β) Ο προσδιορισμός στα τακτικά υποχρεωτικά επιμορφωτικά σεμινάρια ειδικών θεματικών ενοτήτων και δη δικαστικής επικοινωνίας και δεοντολογίας ή του άρθρου 42 εδάφιο δ) περί νομοθετικών και νομολογιακών εξελίξεων σε ζητήματα διοικητικού, δημοσιονομικού, αστικού, εμπορικού, ποινικού και εργατικού δικαίου και θ) περί επίδρασης και εφαρμογής των νέων τεχνολογιών και ιδίως της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης και των ηλεκτρονικών συστημάτων στη διαμόρφωση του δικαίου, στον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης και στην εργασία των δικαστικών λειτουργών, που συνδέεται με την επιτυχή ή ανεπιτυχή αξιολόγηση του δικαστή και τον ακολουθεί στον υπηρεσιακό του φάκελο, καταδεικνύει τη βούληση της νομοθετούσας πολιτείας να επιβάλει «κρατούσες» απόψεις, είτε επί θεμάτων που επιδέχονται περισσότερες από μια επιστημονικές προσεγγίσεις, είτε επί νέων νομικών ζητημάτων που ανακύπτουν από την υπερβάλλουσα και χωρίς δογματισμό νομοθέτηση της, δεδομένου άλλωστε ότι οι νομοθετικές και νομολογιακές εξελίξεις αποτελούν κύριο αντικείμενο εργασίας του δικαστή και εισαγγελέα, είτε επί ζητημάτων νέας τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης, που δεν αφορούν αμιγώς την οργάνωση των δικαστηρίων, αλλά συμβάλλουν «στην διαμόρφωση του δικαίου», δηλαδή στον ίδιο τον πυρήνα της δικαιοδοτικής κρίσης. Κι αυτό συμβαίνει, διότι, θεμελιώδη ζητήματα όπως, ποια είναι τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βίου του δικαστή που καθορίζουν και το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης αυτού ή τι σημαίνουν και πως ερμηνεύονται λέξεις όπως «αυτοπεριορισμός, υπευθυνότητα, ελευθερία, φιλτράρισμα» ή εκφράσεις «ο δικαστής δεν πρέπει να ταυτίζεται με ιδεολογικές προσεγγίσεις, γιατί μόνο έτσι θα παραμείνει ένας ελεύθερος άνθρωπος», ή πόσο αντικειμενικά είναι τα πορίσματα των αλγορίθμων ή πόσο ικανοί είναι να προβούν σε σταθμίσεις με βάση της αρχή της αναλογικότητας, όταν συγκρούονται δύο διαφορετικά έννομα αγαθά και ειδικά στο χώρο του ποινικού δικαίου ή ακόμα πόσο επιρρεπείς είναι στην πραγματοποίηση δυσμενών διακρίσεων, είτε λόγω των εγγενών αδυναμιών λειτουργίας τους, καθώς καλούνται να ταξινομήσουν υποθέσεις με κοινωνικές ή άλλες ομαδοποιήσεις, είτε λόγω της αδιαφανούς ποιότητας των δεδομένων με τα οποία τροφοδοτούνται, αφού η πρόταξη της πνευματικής ιδιοκτησίας των εταιρειών έναντι των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου να έχει πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία που συλλέγονται και μπορούν να οδηγήσουν σε καταδίκη του, υπονομεύει το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη, σε καμιά περίπτωση δεν επιλύονται ούτε με ερωτήματα πολλαπλής επιλογής, ούτε υφίσταται μονοσήμαντη απάντηση.

Γ) Η πρόβλεψη για αξιολόγηση των συμμετεχόντων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών και η βαθμολόγηση αυτών με ποσοστά άνω και κάτω του 70%, δημιουργεί εντός του δικαστικού σώματος επικίνδυνες, για την ενότητα αυτού και της κοινωνικής του συνοχής, συνθήκες ανταγωνισμού και  υπερφίαλης ματαιοδοξίας, ενώ ευνοεί και την καλλιέργεια ιδιοτελών προσωπικών σχέσεων, που δεν συνάδουν με το δικαιοδοτικό τους ρόλο.

 Δ) Η πρόβλεψη λήψης πιστοποιητικού ευδόκιμης παρακολούθησης προγραμμάτων επιμόρφωσης, που τίθεται εντός υπηρεσιακού φακέλου και από την άλλη αποτυχόντων συναδέλφων που υποχρεούνται να επαναλάβουν τη θεματική ενότητα, εισάγει εκ πλαγίου και εκτός συνταγματικά προβλεπομένων και ανεκτών διαδικασιών, μορφή επιθεώρησης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, από πρόσωπα που στερούνται τέτοιας δικαιοδοσίας και για νομικά ζητήματα που δεν άπτονται του ετήσιου δικαιοδοτικού τους έργου, για το οποίο και μόνο με συγκεκριμένα ποιοτικά, ποσοτικά και εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος χαρακτηριστικά πρέπει να κρίνονται. Αποτελεί δε το πιστοποιητικό αυτό εκτός νόμιμης διαδικασίας στοιχείο, που θα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιθεώρηση και την εκ των πραγμάτων προαγωγή των τελευταίων.

 Ε) Η πρόβλεψη της αξιολόγησης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών από τον Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης, που είναι μεν δικαστικό πρόσωπο, αλλά δεν μπορεί να οριστεί εισηγητής των εν λόγω προγραμμάτων, ούτε υποχρεούται να συμμετέχει σ’ αυτά, με έμμεσο τρόπο ευνοεί την εκ των πραγμάτων δυνατότητα τελικής κατάρτισης ερωτήσεων και στην πράξη αξιολόγηση των πρώτων από πρόσωπα εκτός δικαστικού χώρου, που ορίζονται ως εισηγητές ή επικεφαλής προγραμμάτων επιμόρφωσης (βλ. άρθρο 49 για ιδιότητες εκπαιδευτικού προσωπικού).

Και τέλος Στ) Η επιλογή των υποψηφίων προς παρακολούθηση των προγραμμάτων από Προϊσταμένους Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, με γενικά κριτήρια, δημιουργεί επιφυλάξεις για την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού, δεδομένου μάλιστα ότι η απόφασή του δεν προσβάλλεται, αλλά και ευνοεί την υπηρεσιακή εξάρτηση των μελών του Δικαστηρίου ή της Εισαγγελίας από τον τελευταίο.

Ανακεφαλαιώνοντας, τα προβλήματα στο χώρο της δικαιοσύνης και πολλά και υπαρκτά είναι. Το προς ψήφιση νομοσχέδιο, τουλάχιστον κατά τις σχολιαζόμενες ως άνω διατάξεις του, δεν αντιμετωπίζει με ορθολογισμό την ανάγκη επιμόρφωσης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, δεν λύνει υφιστάμενα προβλήματα, αντίθετα δημιουργεί νέα και συσσωρεύει προβληματισμό και απογοήτευση. Στο αποτέλεσμα αυτό δε, συνέβαλε καθοριστικά η πεισματική και άνευ λόγου άρνηση της νομοθετούσας πολιτείας να συνδιαλλαγεί, πριν την ψήφιση του νομοσχεδίου, με το σώμα των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, όπως αυτό με δημοκρατικές διαδικασίες εκπροσωπείται μόνο από τα εκλεγμένα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των Ενέσεων του, κι όχι από αφανείς αποσπασμένους σε διοικητικές θέσεις Υπουργείων συναδέλφους ή νεοϊδρυθέντα σωματεία για την επιτάχυνση της δικαιοσύνης ή ανάλογες εξωθεσμικές ομάδες προβληματισμού (think tank), αγνώστων συμφερόντων και εξαρτήσεων.

 

 

 

Επισκόπηση της νομολογίας του Άρειου Πάγου ως προς το άρθρο 469 του νέου Ποινικού Κώδικα αναφορικά με το ζήτημα των χρεών που «τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας» (ν. 4174/2013), Χριστόφορου Σ. Μάρκου, Πρωτοδίκη Αθηνών

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

Μια απάντηση για τη βραδύτητα της απονομής της Δικαιοσύνης, Βασίλη Φαϊτά, Εφέτη ΔΔ, Μέλους της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

Μια απάντηση για τη βραδύτητα της απονομής της Δικαιοσύνης.

Βασίλη Φαϊτά,
Εφέτη ΔΔ, Μέλους της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

Οι μεγάλες καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης, αν και φαινόμενο διαχρονικό, προβάλλεται ιδιαίτερα τελευταία από διάφορους φορείς, τον Τύπο και την ίδια την Πολιτεία, μέσα από μία μονόπλευρη και συχνά αντιεπιστημονική προσέγγιση, κυρίαρχο στοιχείο της οποίας είναι ότι ευθύνονται ορισμένοι δικαστές που καθυστερούν υπέρμετρα την έκδοση αποφάσεων. Καθόλου τυχαία μέσα από αυτή την προσέγγιση αναπτύσσονται προτάσεις που προωθούν τις διάφορες μορφές ιδιωτικής διαμεσολάβησης ή εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, που προκρίνουν την προτεραιοποίηση των υποθέσεων των επενδυτών, που αναφέρονται σε συγχωνεύσεις/καταργήσεις δικαστηρίων ή που υπερθεματίζουν σε μια διοίκηση των δικαστηρίων που θα προσομοιάζει με τη διοίκηση των μεγάλων επιχειρήσεων. Αλλά και προτάσεις που, με επίκληση υπαρκτές αδυναμίες του σημερινού συστήματος αξιολόγησης των δικαστών, προβάλλουν με το μανδύα της αξιολόγησης την «ακύρωση» της επετηρίδας ή κατατείνουν στην εντατικοποίηση του έργου των δικαστών.
Θα αναφερθώ ειδικά στη Διοικητική Δικαιοσύνη την οποία υπηρετώ επί 23 συναπτά έτη.
Ως προς τη Διοικητική Δικαιοσύνη, ως βραδύτητα εννοούμε το φαινόμενο εισροής υπέρμετρου αριθμού διοικητικών διαφορών που συνεπάγεται αναπόφευκτα την παρέλευση ικανού χρόνου από την στιγμή που ο πολίτης προσφεύγει σε κάποιο διοικητικό δικαστήριο έως την έκδοση της οριστικής (πόσο μάλλον της τελεσίδικης ή αμετάκλητης) δικαστικής απόφασης. Μόνο τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες λειτούργησε μεγάλος αριθμός επιτροπών και ψηφίστηκαν δεκάδες διατάξεις με σκοπό την επιτάχυνση της διοικητικής δικαιοσύνης. Οι προσπάθειες δεν είχαν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Και τούτο γιατί παράβλεπαν τις βαθύτερες αιτίες αναπαραγωγής υπερβολικού αριθμού διοικητικών διαφορών.

Μια παλαιά, πλέον αντιεπιστημονική, αντίληψη απέδιδε την καθυστέρηση της απονομής της Δικαιοσύνης γενικότερα (και της Διοικητικής) σε δήθεν «δικομανία» των Ελλήνων. Όμως τα φαινόμενα καταχρηστικής προσφυγής στο Δικαστήριο, υπαρκτά μεν, ήταν πάντα και είναι και σήμερα αμελητέα. Δεν θα μπορούσαν ούτε να δημιουργήσουν το πρόβλημα της βραδύτητας, ούτε να το διογκώσουν. Και πάντως οι δικονομίες διαθέτουν ασφαλείς δικλείδες αντιμετώπισης των καταχρηστικών – παρελκυστικών ενδίκων βοηθημάτων και μέσων. Σε κάθε περίπτωση ο πολίτης θα πρέπει από το δικαστικό σύστημα να ενθαρρύνεται να καταφεύγει στη Δικαιοσύνη όταν πιστεύει εύλογα ότι αδικείται.

Η πρόσφατη επιχειρηματολογία ότι κυρίως ευθύνονται ορισμένοι δικαστές, οι οποίοι (σε αντίθεση με τους υπόλοιπους), καθυστερούν αδικαιολόγητα την έκδοση των αποφάσεων που τους ανατίθενται αναδεικνύει επίσης ως προέχουσα μια ασήμαντη παράμετρο. Οι περιπτώσεις δικαστών που καθυστερούν πραγματικά αδικαιολόγητα την έκδοση αποφάσεων είναι υπαρκτές. Είναι όμως ελάχιστες και δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν καθοριστικό παράγοντα επιβράδυνσης του δικαστικού έργου. Η εν λόγω επιχειρηματολογία καμώνεται πώς δεν βλέπει ή δεν βλέπει πράγματι ότι οι μεγάλοι χρόνοι αναμονής δεν παρατηρούνται αφότου η υπόθεση εκδικαστεί και ο φάκελος δοθεί στον δικαστή, αλλά από το χρονικό σημείο της κατάθεσης του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου μέχρι την ημερομηνία της συζήτησης της υπόθεσης. Άρα κάτι άλλο είναι που κρατά τις υποθέσεις στα γραφεία των δικαστηρίων μέχρι να έρθει η ώρα της εκδίκασής τους. Κάτι που είναι έξω από το στενό πεδίο της Δικαιοσύνης (με την έννοια της διοίκησης των δικαστηρίων, του ελέγχου του έργου των δικαστών κλπ. ή αντίστοιχα του τρόπου άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος).

Τι είναι λοιπόν αυτό το κάτι άλλο που η Πολιτεία δεν ήθελε και δεν θέλει να παραδεχθεί; Ότι οι νομοτελειακές αντιθέσεις της κοινωνίας και αντιφάσεις της οικονομίας σήμερα αναπαράγουν αναγκαία υπέρμετρες και ολοένα πιο σύνθετες διαφορές. Η βιομηχανική ανάπτυξη και οι επενδύσεις, για παράδειγμα, συνδέθηκαν διαχρονικά με κρατικές παρεμβάσεις στήριξής τους (ιδίως οικονομικές ενισχύσεις). Η αντίφαση που διαμορφώνεται συνίσταται στο ότι οι ενισχύσεις αυτές προέρχονται από κεφάλαια που εν πολλοίς δημιουργούνται από τη φορολογία των πολλών ή από τα αποθεματικά των Ασφαλιστικών Ταμείων (ήδη από την εποχή του α.ν. 1611/1950 είχε επιβληθεί η κατάθεση των αποθεματικών των ασφαλιστικών Ταμείων στην Τράπεζα της Ελλάδας με τόκο εμφανώς χαμηλότερο του πληθωρισμού, που καθοριζόταν από τη Νομισματική Επιτροπή, προς το σκοπό, σύμφωνα με τις πανηγυρικές εκφράσεις των αρμοδίων της εποχής, «να συμβάλλουν τα ασφαλιστικά ταμεία στην εκβιομηχάνιση της Ελλάδας»). Έτσι από τη μια διαμορφώθηκε ένα φορολογικό σύστημα που, αναλογικά, φορολογεί υπέρμετρα εργαζόμενους, συνταξιούχους και μικρούς επαγγελματίες (το φαινόμενο αυτό το βιώνουμε τόσο έντονα και εμείς οι εν ενεργεία και συνταξιούχοι δικαστές) ενώ προβλέπει ευνοϊκές ρυθμίσεις για τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους επενδυτές. Από την άλλη η αξιοποίηση των αποθεματικών των Ασφαλιστικών Ταμείων «για να χρηματοδοτηθεί η Ανάπτυξη» συνετέλεσε καθοριστικά στην απαξίωσή τους (μόνο για την περίοδο 1951 – 1975 οι απώλειες των Ταμείων σε τόκους έχουν υπολογιστεί σε ποσό που αντιστοιχεί τουλάχιστον σε 58 δις ευρώ) και εν τέλει προκάλεσε τη μείωση των συντάξεων και των παροχών πρόνοιας, αν και οι ασφαλισμένοι είχαν καταβάλει τις εισφορές τους. Άλλη εγγενής αντίφαση του συστήματος αποτελεί η αδυναμία/άρνηση του Κράτους να καλύψει προς όλους και ολοκληρωμένα τις σύγχρονες ανάγκες για παροχές υγείας και πρόνοιας, την ώρα που η πρόοδος της επιστήμης, η οποία έχει εκτοξευθεί σε σχέση με προηγούμενες εποχές, το επιτρέπει. Και ναι μεν θα μπορούσε να αντιλέξει κανείς ότι σήμερα, σε σχέση με τις αρχές ή τα μέσα του 20ου αιώνα, έχουν εξαλειφθεί ορισμένες ασθένειες, ιδίως χάρη στα εμβόλια, υπάρχουν νέες θεραπείες και φάρμακα και έχει αυξηθεί το προσδόκιμο ζωής, ωστόσο η προστιθέμενη αξία ιατρικών υπηρεσιών (δημόσιου χαρακτήρα) για το λαό υστερεί σαφώς σε σχέση με την προστιθέμενη αξία που θα αντιστοιχούσε στην ασύλληπτη πρόοδο της ιατρικής επιστήμης και της τεχνολογίας και τις τεράστιες δυνατότητες που η έρευνα παρέχει. Ένα άλλο παράδειγμα αποτελεί η ιεράρχηση αναπτυξιακών/οικονομικών προτεραιοτήτων που διευκολύνουν τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου (αναφέρεται ενδεικτικά η σύγχρονη προτεραιότητα μετατροπής της χώρας σε κόμβο μεταφοράς εμπορευμάτων και ενέργειας, καθώς και η αντίστοιχη για ανάπτυξη πολυτελών τουριστικών συγκροτημάτων) έναντι εκείνων που θα κατέτειναν σε έργα υποδομής για το σύνολο της κοινωνίας (αντιπλημμυρικά έργα κλπ.). Η αντίφαση συνίσταται στο ότι οι ως άνω επιλέξιμες προτεραιότητες προϋποθέτουν χωρικές ρυθμίσεις που κατατείνουν στην παραχώρηση δασών, αιγιαλών και άλλων κοινόχρηστων χώρων σε επενδυτές, σε παρεκκλίσεις από τους ισχύοντες όρους και περιορισμούς δόμησης μιας περιοχής, στην άρση «εμποδίων» αρμοδιότητας της αρχαιολογικής υπηρεσίας, στις νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων κλπ. Τέτοιες αντιφάσεις (ενδεικτικά αναφερόμενες) συνεπάγονται αναγκαία την εμφάνιση υπέρμετρων διοικητικών διαφορών, ως αμφισβητήσεων της εφαρμογής κάθε φορά της φορολογικής, κοινωνικοασφαλιστικής, περιβαλλοντικής κλπ. νομοθεσίας. Στα παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε και την αντικειμενική πραγματικότητα αφενός της μεγάλης κατάτμησης της μικρής ιδιοκτησίας (αστικής και αγροτικής) στην Ελλάδα (η πραγματικότητα αυτή συμβάλλει στην αναπαραγωγή μεγαλύτερου αριθμό διαφορών κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας για τον ΕΝΦΙΑ, το ΦΜΑ, τη φορολογία κληρονομιών, τις οικοδομικές άδειες κλπ.) και αφετέρου του μικρότερου (σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες) βαθμού συγκέντρωσης κεφαλαίου (η πραγματικότητα αυτή συνεπάγεται την ύπαρξη μεγαλύτερου αριθμού μικρών επιχειρήσεων και αυταπασχολούμενων, άρα και την ύπαρξη προϋποθέσεων για γένεση μεγαλύτερου αριθμού ορισμένων κατηγοριών διαφορών, όπως φορολογικών διαφορών που γεννώνται κατόπιν πράξεων που εκδίδονται με αφορμή φορολογικούς ελέγχους σε επιχειρήσεις, διαφορών που αναφύονται κατά την εφαρμογή της εργατικής – ασφαλιστικής νομοθεσίας, της νομοθεσίας περί προστασίας του περιβάλλοντος κλπ.).

Κι ενώ οι παραπάνω παράμετροι βρίσκονται έξω από την στενή σφαίρα της Δικαιοσύνης, οι κυβερνήσεις διαχρονικά δεν πράττουν σε ικανοποιητικό βαθμό ούτε όσα είναι πάντως μέσα στη σφαίρα αυτή. Δεν χρηματοδοτούν επαρκώς τη Δικαιοσύνη. Έτσι η τελευταία λειτουργεί με ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομές. Η υποχρηματοδότηση αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στις ανάγκες σε δικαστικούς υπαλλήλους, αλλά και στο κτηριακό πρόβλημα που εξακολουθεί ακόμα να ταλανίζει πολλά δικαστήρια. Αναφέρεται ενδεικτικά το τριτοκοσμικό Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά, αλλά και το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά. Το πρόβλημα επιτείνει η λογική κόστους – οφέλους που εισάγεται και στη Δικαιοσύνη. Με βάση τη λογική αυτή καταργήθηκαν ήδη χρήσιμες μεταβατικές έδρες διοικητικών δικαστηρίων, ενώ αμφισβητείται και η ανάγκη διατήρησης ορισμένων κυρίων εδρών.

Ασφαλώς στην βραδύτητα επενεργεί σειρά και άλλων παραγόντων. Η κακή νομοθέτηση (έλλειψη κατ’ ουσία διαβούλευσης, κατάθεση και ψήφιση τροπολογιών σε άσχετα νομοθετήματα, τροποποιήσεις νόμων που μόλις έχουν τεθεί σε ισχύ, επικαλύψεις διατάξεων κλπ.), η κακοδιοίκηση, αλλά και η μη συμμόρφωση της Διοίκησης στην παγιωμένη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ιδίως όσον αφορά υποθέσεις αποδοχών και συντάξεων (με συνέπεια την προσφυγή εκάστου ενδιαφερόμενου στο αρμόδιο Δικαστήριο, αν και το κρίσιμο νομικό ζήτημα έχει επιλυθεί).

Είναι γνωστό ότι ο νομοθέτης τα τελευταία χρόνια επέλεξε να λάβει μέτρα στην κατεύθυνση της θέσπισης δικονομικών βαρών και άλλων εμποδίων πρόσβασης στα διοικητικά δικαστήρια. Αναφέρεται ενδεικτικά ότι αυξήθηκε απότομα το κόστος της δίκης, θεσπίστηκαν νέες ενδικοφανείς διαδικασίες, μετακυλίστηκε από το δικαστήριο στον διοικούμενο το βάρος σειράς διαδικαστικών πράξεων, τέθηκε, ειδικά για τις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, ως προϋπόθεση του παραδεκτού της έφεσης, η καταβολή μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου του 50% (ποσοστό που κατόπιν μειώθηκε σε 20%) του βάσει της πρωτόδικης απόφασης αμφισβητούμενου κυρίου φόρου, δασμού κλπ., ενώ ως προς την αναίρεση, αφενός τέθηκε σοβαρός περιορισμός λόγω ποσού (40.000 ευρώ) και αφετέρου ορίστηκε ότι η αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλόμενης απόφασης προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Περιορίστηκε η εξουσία του δικαστηρίου σε περίπτωση προσφυγής κατά πράξης της φορολογικής ή τελωνειακής αρχής, γενικεύτηκαν οι μονομελείς συνθέσεις, ενώ υποτιμήθηκε το περιεχόμενο της προσωρινής δικαστικής προστασίας. Τα παραπάνω μέτρα επέφεραν πράγματι σημαντική μείωση της εισροής υποθέσεων διαφόρων κατηγοριών, ιδίως υποθέσεων με μικρότερο οικονομικό αντικείμενο, αφού οι πολίτες συχνά αποθαρρύνονται να ξεκινήσουν ή αδυνατούν να ολοκληρώσουν δικαστικούς αγώνες. Έγινε δηλαδή μία τεχνητή αποσυμφόρηση του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστηρίων, η οποία, όπως είναι αυτονόητο, δεν αντανακλά άμβλυνση των αντιφάσεων που αναπαράγουν διοικητικές διαφορές. Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις η παρέμβαση του δικονομικού νομοθέτη συνέβαλε σε περαιτέρω επιβράδυνση. Αυξήθηκαν για παράδειγμα οι αιτήσεις χορήγησης ευεργετήματος πενίας, αλλά και τα αιτήματα αναβολής της δίκης εξαιτίας της αδυναμίας πολλών διαδίκων να ανταποκριθούν στο κόστος της.

Η προβολή μονόπλευρων προσεγγίσεων γεννά προβληματισμό ως προς την περαιτέρω κατεύθυνση της Διοικητικής Δικαιοσύνης. Πέραν από προτάσεις που προεκτέθηκαν (εξωδικαστική επίλυση διαφορών κλπ.), πολλές από τις οποίες έχουν αναπτυχθεί ήδη στην Έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη, προβληματισμό προκαλεί και η προοπτική εισαγωγής της Τεχνητής Νοημοσύνης στη Δικαιοσύνη, καθόσον δεν διευκρινίζεται η μορφή της χρήσης της τελευταίας. Θα έχει ρόλο βοηθητικό (τήρηση πρακτικών, μετάφραση κειμένων κλπ.), οπότε μπορεί υπό προϋποθέσεις (εποπτεία κλπ.) να θεωρηθεί θεμιτή ή θα αξιοποιηθεί προς το σκοπό αυτοματοποιημένης δικαστικής κρίσης (π.χ. πρόβλεψη μέσω λογισμικού αν κάποιος είναι ύποπτος φυγής ή επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη κλπ.), οπότε θα εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη;

Ουσιαστικό βήμα για την άμβλυνση του προβλήματος είναι η ανάδειξη των πραγματικών αιτίων της βραδύτητας της απονομής της Δικαιοσύνης και η υπεράσπιση εκ μέρους όσων την υπηρετούν (δικαστών, δικηγόρων, δικαστικών υπαλλήλων) του δικαιώματος όλου του λαού για ελεύθερη, δωρεάν και αποτελεσματική προσφυγή στο δικαστήριο.

Χρόνος απονομής της Δικαιοσύνης: Βολικά σφάλματα – Ωφέλιμες υπερβάσεις, Παντελής Μποροδήμος, Γεν.Γραμματέας Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Παντελής Μποροδήμος, Γεν.Γραμματέας Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Όσοι κατά καιρούς ασχολούνται με το ζήτημα του χρόνου απονομής της Δικαιοσύνης, είτε από θέσεις υπευθύνων, είτε ως παρατηρητές ενός κοινωνικού φαινομένου, είτε εσχάτως και ως αυτόκλητοι «σωτήρες», παρουσιάζουν συνήθως την εικόνα ενός προβλήματος, με προφανείς και εύκολες λύσεις, για οποίες αρκεί το προσωπικό τους «μαγικό ραβδί». Η ίδια όμως η εμπειρία δεκάδων νόμων τα τελευταία 20 χρόνια σχετικών με την «επιτάχυνση» της απονομής της Δικαιοσύνης, από διαφορετικές κυβερνήσεις και νομοθετικά σώματα, μας δίνει σοβαρά επιχειρήματα για να αποφανθούμε ότι ένα πολυπαραγοντικό και αληθινό πρόβλημα, δεν μπορεί να έχει λύσεις μεταφυσικές. Πολύ δε περισσότερο, όταν «μαθητευόμενοι μάγοι» της επιτάχυνσης, έχουν επανειλημμένα προκαλέσει με νομοθετικές τους επιλογές εμφράγματα στο δικαιοδοτικό μας σύστημα.

Βολικό, αλλά ανώφελο, υπήρξε στο παρελθόν το «blame game» των αιτιών της καθυστέρησης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ελληνική κοινωνία έχει γίνει πολλές φορές παρατηρητής βελούδινων ή και σκληρών αντιπαραθέσεων μεταξύ κυβερνήσεων, δικαστικών ενώσεων, δικηγορικών συλλόγων και δικαστικών υπαλλήλων για το χρόνο απονομής της Δικαιοσύνης. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η εκτελεστική εξουσία επέλεξε να κατασκευάσει ένα τεχνητό εχθρό, έναν επικοινωνιακά διαχειρίσιμο «αποδιοπομπαίο τράγο» κατά του οποίου έπρεπε να στραφεί η νομοθετική πρωτοβουλία, προκειμένου να υπάρξει η αναγκαία κοινωνική συναίνεση πριν από κάθε αλλαγή, αλλά και η κοινωνική ανοχή πριν την προδιαγεγραμμένη αποτυχία. Πάντα κάποιος «άλλος» φταίει που δεν θέλει την αλλαγή, πάντα κάποιος άλλος που η αλλαγή δεν έφερε αποτέλεσμα. Στο στόχαστρο αυτό μπήκαν κατά καιρούς τόσο οι δικαστικοί λειτουργοί, όσο και οι δικηγόροι και οι υπάλληλοι.

Βολικό, αλλά ανώφελο, είναι να γίνεται συζήτηση για βαθιά θεσμικά ζητήματα με συνθηματικούς όρους. Επιτάχυνση, μεταρρύθμιση, αξιολόγηση χαϊδεύουν τα αυτιά ως αόριστες έννοιες, όταν όμως προσλαμβάνουν υλικό περιεχόμενο μπορούν να σημαίνουν ταυτόχρονα προχειρότητα, κατάργηση θεσμικών εγγυήσεων ή δυσανεξία στη διάκριση εξουσιών. Πόσο καλά γνωρίζει άραγε η ελληνική κοινωνία ότι η αξιολόγηση των δικαστών και εισαγγελέων υφίσταται και λειτουργεί αδιάκοπα σε όλο τον υπηρεσιακό τους βίο; Ότι ο πειθαρχικός έλεγχος – και δη στο χρόνο έκδοσης αποφάσεων – είναι ιδιαίτερα αυστηρός και έχει αποτελέσματα αδιανόητα για το δημόσιο τομέα; Κατανοούν άραγε οι ιθύνοντες ότι η πραγματική ανάγκη για ταχύτητα δεν μπορεί να υπονομεύει ούτε την πρόσβαση του πολίτη στη Δικαιοσύνη, ούτε τις θεσμικές εγγυήσεις ποιότητας στο δικαιοδοτικό αποτέλεσμα; Η΄ ότι οι μεταρρυθμίσεις καθίστανται απλό ευχολόγιο αν δεν συνεπάγονται και κάποιο κόστος για τον κρατικό κορβανά;

Ωφέλιμη υπέρβαση θα είναι να πάψει η εκτελεστική εξουσία να νιώθει άβολα με το διάλογο. Προτάσεις για μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν την αποδοτικότητα του συστήματος έχουν κάνει επανειλημμένα οι δικαστές και εισαγγελείς: Ο θεσμός της δικαστικής διαμεσολάβησης, δηλαδή της προσπάθειας εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς, υπό την εγγύηση όμως της παρουσίας δικαστικού λειτουργού, μπορεί να αποσυμφορήσει με τρόπο ουσιαστικό, χωρίς να εμποδίζει τη δικαστική προστασία των κοινωνικά αδύναμων. Η λειτουργία ειδικού σώματος δικαστικής αστυνομίας εξειδικευμένης για ζητήματα συλλογής αποδεικτικού υλικού, μπορεί να εγγυηθεί την απεμπλοκή από την ατέρμονη γραφειοκρατία. Σύγχρονη δικαιοσύνη δεν νοείται χωρίς την υλοποίηση των διαχρονικών υποσχέσεων για παροχή ψηφιακών μέσων και ενοποίηση του συστήματος ηλεκτρονικής κατάθεσης, παρακολούθησης δικογραφίας και αρχείων αποφάσεων όλων των δικαστηρίων, χωρίς ποτέ να ξεχνάμε ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να παραμένει ανθρώπινο έργο και όχι έργο των κρύων λογισμικών της «Τεχνητής Νοημοσύνης». Αναγκαία είναι ακόμη και η μείωση του βαθμού αναβίωσης του ίδιου δικαιοδοτικού αντικειμένου πολιτικών ή ποινικών υποθέσεων: στην πολιτική δίκη η ύπαρξη μόνιμου σώματος ειδικών επιστημόνων για να επικουρούν το δικαστή, μπορεί να συμβάλει στην διαμόρφωση άρτιων και απροσμάχητων από ένδικα μέσα αποφάσεων, ήδη από τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, ενώ στην ποινική δίκη, νευραλγικής σημασίας είναι η επένδυση στην ποιότητα του σωφρονιστικού μας συστήματος. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και η ευχή για νομοθετική αυτοσυγκράτηση, προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης σταθερών και μακρόπνοων κανόνων, ιδίως στα βασικά μας νομοθετήματα, που τα τελευταία χρόνια δέχονται αλλεπάλληλες και αντιφατικές τροποποιήσεις.

Εν τέλει, η απονομή της Δικαιοσύνης θα έχει ελπίδες να εισέλθει επιτυχώς στον 21ο αιώνα, μόνο αν δεν υπάρχει «face control» στο κατώφλι του. Οι λύσεις δεν αναζητώνται επιτυχώς στη μόδα των κάθε λογής εξωθεσμικών «think tanks», άγνωστων συμφερόντων και εξαρτήσεων. Ανώτατα Δικαστήρια, δικαστικές ενώσεις, δικηγόροι και υπάλληλοι είναι αυτοί που πρέπει να βρίσκονται – σε μόνιμη και θεσμοθετημένη βάση- στο τραπέζι του διαλόγου με την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, χωρίς αποκλεισμούς ή επιλογή συνομιλητών. Καταγραφή προβλημάτων, αξιολόγηση και ιεράρχηση, προτάσεις λύσεων, αναπροσαρμογή με βάση τα αποτελέσματα. Όλοι έχουν να κερδίσουν: οι κυβερνώντες γιατί θα έχουν διασφαλίσει ένα υψηλό επίπεδο κράτους δικαίου για τους πολίτες. Οι δικαστικοί λειτουργοί γιατί θα παύσουν να γίνονται οι κυματοθραύστες μιας κοινωνικής αγανάκτησης που δεν έχουν προκαλέσει. Πάνω από όλους οι πολίτες, γιατί θα μπορούν να ζουν και να αναπτύσσονται μέσα σε μια πραγματική Δημοκρατία, που υπάρχει μόνο με ανεξάρτητη και αποτελεσματική Δικαιοσύνη.

 

* Αναδημοσίευση από το «Βήμα της Κυριακής» της 07.11.2021

Πρόταση για τον Χάρτη Δεοντολογίας, Βασίλη Φαιτά, Εφέτη ΔΔ, Μέλους ΔΣ της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)