Οι λαϊκές συγκεντρώσεις, το τεκμήριο της αθωότητας και η πίεση στην κρατική εξουσία, Χριστόφορου Σεβαστίδη, Δ.Ν Εφέτη- Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Οι λαϊκές συγκεντρώσεις, το τεκμήριο της αθωότητας

και η πίεση στην κρατική εξουσία

Χριστόφορου Σεβαστίδη,

Δ.Ν Εφέτη- Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Η προχθεσινή συγκέντρωση χιλιάδων πολιτών έξω από την αίθουσα του Εφετείου κατά την εκφώνηση της απόφασης στη δίκη της «ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ» άνοιξε μια συζήτηση για το κατά πόσο συνιστά αθέμιτη πίεση στους Δικαστές και κατά πόσο επηρεάζει τη δικαιοδοτική κρίση τους.

Το άρθρο 11 παρ. 1 του Συντάγματος αναγνωρίζει το δικαίωμα των Ελλήνων να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. Αποδέκτης του συνταγματικού αυτού δικαιώματος είναι η κρατική εξουσία. Κανένας περιορισμός δεν μπορεί να υπάρχει ως προς το περιεχόμενο των αιτημάτων μιας συγκέντρωσης ούτε φυσικά μπορούν οι λαϊκές συγκεντρώσεις να χαρακτηριστούν αθέμιτες. Συνηθέστερα τα αιτήματα στρέφονται προς τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία: Πολίτες έξω από τη Βουλή ή από τα Υπουργεία ζητούν κατάργηση ή τροποποίηση ή θέσπιση νομοθετικών διατάξεων. Ορισμένες φορές αποδέκτης των αιτημάτων είναι και η δικαστική εξουσία. Δεν είναι σπάνιες οι συγκεντρώσεις έξω από Δικαστήρια της Χώρας με αιτήματα την απαλλαγή ή την καταδίκη συλληφθέντων. Ο Λαός έχει δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τα αιτήματά του, να ασκεί μια θεμιτή «πίεση» προς την εξουσία. Είναι άραγε η μοναδική πίεση που ασκείται στο Κράτος; Οι απαιτήσεις επιχειρηματιών για ευνοϊκές ρυθμίσεις (φορολογικές, μισθολογικές, εργασιακές) προκειμένου να παραμείνει μια επένδυση σε συγκεκριμένη Χώρα δεν συνιστούν πίεση προς την Κυβέρνηση; Η σφοδρή επιστημονική κριτική σε αποφάσεις Ανωτάτων Δικαστηρίων με σκοπό να αλλάξει η νομολογία θεωρείται αθέμιτη; Ορισμένες πιέσεις είναι σαφώς περισσότερο αποτελεσματικές γι’ αυτούς που τις ασκούν αν και λιγότερο αντιληπτές από την κοινωνία. Οι κρατικοί λειτουργοί (βουλευτές, υπουργοί, δικαστές, εισαγγελείς) έχουν τέτοια υψηλή συνταγματική θωράκιση ακριβώς για να μπορούν να ενεργούν σύμφωνα με την δική τους συνείδηση και να μην επηρεάζονται στην κρίση τους. Ζουν και εργάζονται μέσα σε μια κοινωνία ζωντανή. Μια κοινωνία με αντιτιθέμενα συμφέροντα, με συγκρούσεις, με πολύπλευρες προσεγγίσεις και αντιλήψεις. Θα ταίριαζε σε ανελεύθερο καθεστώς να απαιτεί από τον κυρίαρχο Λαό συνθήκες απομόνωσης και απόλυτης σιγής ως προϋπόθεσης για να μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά οι θεσμοί. Θα ήταν μια ξεκάθαρη ομολογία αποτυχίας της Δημοκρατίας. Είναι εντελώς διαφορετικό το ζήτημα της υποχρέωσης της Πολιτείας να προστατεύει τη ζωή και την περιουσία των κρατικών λειτουργών ώστε να μπορούν ανεμπόδιστα να επιτελούν το καθήκον τους.  Η Δημοκρατία πρέπει να επιδιώκει να δημιουργήσει ενημερωμένους και συνειδητοποιημένους πολίτες. Όχι φοβισμένους και απαθείς. Πολίτες που κάνουν θαρρετά χρήση των συνταγματικών δικαιωμάτων τους. Πολίτες που αντιλαμβάνονται ότι η αδράνεια στην άσκηση δικαιώματος, η συναίνεση στον περιορισμό τους οδηγεί στη σταδιακή απονέκρωσή τους και λογίζεται ως οικειοθελής παραίτηση.

Μήπως όμως η συγκέντρωση πολιτών έξω από μια αίθουσα Δικαστηρίου παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων; Το άρθρο 7 ν. 4596/2019 που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2016/343 του Ε.Κ. και του Συμβουλίου της 9-3-2016, προβλέπει τη δυνατότητα αποζημίωσης του κατηγορουμένου προς αποκατάσταση της βλάβης την οποία υπέστη εξαιτίας της προσβολής του τεκμηρίου της αθωότητάς του «από δηλώσεις δημοσίων αρχών.. οι οποίες αναφέρονται σε εκκρεμή ποινική διαδικασία και είτε παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του είτε προβαίνουν σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών με την οποία προδικάζουν τη δικαστική κρίση». Δύο επισημάνσεις είναι ουσιαστικές: Πρώτον, η προστασία του τεκμηρίου της αθωότητας δεν είναι απόλυτη υπό την έννοια ότι το προοίμιο της Οδηγίας (παρ. 19) θεωρεί ότι κάμπτεται μπροστά στην ελευθερία του Τύπου και των λοιπών μέσων ενημέρωσης. Πόσο μάλλον μπροστά στο δικαίωμα διαμαρτυρίας των συγκεντρωμένων! Δεύτερον, ότι αποδέκτης της παραπάνω υποχρέωσης είναι «οι δημόσιες αρχές» και όχι ο Λαός. Θα ήταν συνεπώς αδιανόητο να ισχυριστεί κανείς παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας για το λόγο ότι πολίτες ασκούν το συνταγματικό δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και ζητούν από τις Αρχές (Δικαστήρια) την τιμωρία συγκεκριμένων κατηγορουμένων.

Οι Δικαστές είναι οι μόνοι θεσμικά αρμόδιοι να κρίνουν μία ποινική υπόθεση σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες και εγγυήσεις. Κανένας εξάλλου δεν στερείται του φυσικού του δικαστή (άρθρο 8 Συντάγματος).  Κανείς αντίστοιχα δεν μπορεί να στερήσει το δικαίωμα της κοινωνίας να απαιτεί, να διαμαρτύρεται, να εκφράζεται ελεύθερα με τον τρόπο που αυτή επιλέγει. Δύο δικαιώματα ανεξάρτητα μεταξύ τους και πάντως όχι αλληλοαποκλειόμενα.

*Αναδημοσίευση από την ΕφΣυν της 12-10-2020 

Απάντηση επί των από 2.10.2020 και 6.10.2020 δημοσίων δηλώσεων των κκ. Δ.Φούκα και Ελ.Κώνστα, Ακριβής Ερμίδου, Ειρηνοδίκη Α΄ Αθηνών

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Επι των από 2.10.2020 και 6.10.2020  δημοσίων δηλώσεων των κκ. Δ.Φούκα και Ελ.Κώνστα

Ακριβής Ερμίδου. Ειρηνοδίκη Α’ Αθηνών

——————————————–

 Με κατάπληξη αλλά και έντονη δυσαρέσκεια έλαβα γνώση  της  από  2.10.2020   ανακοίνωσης  των  μελών   του Δ.Σ της Ενδε κ.κ Δημητρίου Φούκα  και Ελευθερίας Κώνστα  που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της ΕΔΕ και  την ιστοσελίδα   «ΔΙΚΑΣΤΗΣ» και  στην οποία αναφέρουν  ότι «ο Πρόεδρος της Ένωσης  κ. Χριστ.Σεβαστίδης  καθώς και   τα ορισθέντα από αυτόν μέλη της επιτροπής για την τροποποίηση του νόμου 3869/2010 συμφώνησαν και απεδέχθησαν την πραγματοποίηση αποσπάσεων συναδέλφων Ειρηνοδικών και την βίαιη μετακίνησή τους σε άλλα Ειρηνοδικεία, ως επίσης και την ανάθεση της εκδίκασης υποθέσεων του ως άνω νόμου στους Πταισματοδίκες». Τον ίδιο  ισχυρισμό , χωρίς ίχνος σεβασμού τουλάχιστον στην πολύχρονη γνωριμία και συνεργασία μας στο Δ.Σ της  Ενωσης , επανέλαβε ο κ.Δημήτριος Φούκας στην σημερινή από 6.10.2020 ανακοίνωσή του,  που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της Ενωσης  σε απάντηση της από 5.10.2020 ανακοίνωσης του προέδρου  κ. Χριστ.Σεβαστίδη.

Επειδή είναι απολύτως αναληθές ότι , στην ομάδα εργασίας  που συστήθηκε με την ΥΑ 93724/φ.335/19.12.2019  με αντικείμενο τη μελέτη και την πρόταση λύσεων επί του δικονομικού πλαισίου εκδίκασης των διαφορών του ν. 3869/2010 και στην οποία , όπως είναι γνωστό  σε όλους τους συναδέλφους, συμμετείχα ως μέλος που είχε  προταθεί  από το Προεδρείο της ΕΔΕ  ως εκπρόσωπός της, τέθηκε  ως ζήτημα από εμένα ή οποιοδήποτε  άλλο μέλος της επιτροπής κάποιο από τα ανωτέρω αναληθή αναφερόμενα από τους κκ. Δ.Φούκα και Ελ.Κώνστα.

Επειδή η Ομάδα Εργασίας κατέθεσε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης το από 15.4.2020 πόρισμα για το οποίο προέβην  σε εκτενή αναφορά με τις   από 17.7.2020 και 28.7.2020 δύο δημόσιες αναρτήσεις μου στις ανωτέρω ιστοσελίδες ,όταν  κάποιες από τις συνδικαλιστικές ομάδες της Ενωσης , ανηλεώς προέβησαν σε  προσωπικές επιθέσεις εις βάρος μου, εν όψει των επερχομένων τότε  αρχαιρεσιών της Ενδε.

Επειδή  στο πόρισμα της ομάδας εργασίας ,  αναφέρεται  υπό το τίτλο   «Ενίσχυση των υποδομών και του ανθρώπινου δυναμικού των ειρηνοδικείων των περιφερειών Αθηνών και Πειραιώς» μεταξύ άλλων  τα εξής: «  … Η Ομάδα Εργασίας εισηγείται ενόψει της διαπίστωσης αυτής την τοποθέτηση του συνόλου των δόκιμων Ειρηνοδικών που θα προσληφθούν κατά τα έτη 2020, 2021 και 2022 σε Ειρηνοδικεία των πληττόμενων περιφερειών καθώς και στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, το οποίο δεν αντιμετωπίζει μεν προβλήματα στη διεκπεραίωση των αιτήσεων του Ν. 3869/2010, αλλά αναφέρει σημαντικό αριθμό επικείμενων αποχωρήσεων από την υπηρεσία….. Ο επιμερισμός των νέων ειρηνοδικών μεταξύ των περιφερειακών ειρηνοδικείων Αθηνών και Πειραιώς ως και των δύο Κεντρικών Ειρηνοδικείων Αθηνών και Πειραιώς θα πρέπει να γίνει με γνώμονα προεχόντως α) τις εκτιμούμενες αποχωρήσεις από την υπηρεσία, β) τις ανάγκες διεκπεραίωσης των εκκρεμών αιτήσεων Ν. 3869/2010 και γ) τις λοιπές εκκρεμότητες και χρεώσεις των ήδη υπηρετούντων δικαστών.»

Επειδή  είναι πλέον   αδικαιολόγητη η εμμονή του κ.Φούκα , κατόπιν της εκ μέρους μου πληροφόρησης  με τις ανωτέρω αναφερόμενες δύο δημόσιες ανακοινώσεις μου,   αναφορικά με τις εργασίες της Ομάδας Εργασίας και τις θέσεις μου σ΄αυτή, να εμφανίζει εν γνώσει του    αναληθή γεγονότα , ως αληθή, χωρίς να κατονομάζει τις πηγές πληροφόρησής του  και χωρίς να έχει διερευνήσει το βάσιμο ή μη αυτών, ενώ η  μόνη αλήθεια  είναι αυτή που αναφέρεται στο ως άνω πόρισμα της Ομάδας Εργασίας  και για την οποία αλήθεια φυσικά επικαλούμαι τις μαρτυρίες όλων των μελών της  Ομάδας Εργασίας.

Επειδή  με τους ανωτέρω αναληθείς ισχυρισμούς τους που απευθύνονται όχι μόνο εις βάρος του κατονομαζομένου Προέδρου της Ενωσης κ. Χριστ. Σεβαστίδη, αλλά σαφώς και  κατά του προσώπου  μου ,αφού  ήμουν  το μόνο μέλος του Δ.Σ της ΕΔΕ που είχα προταθεί από το Προεδρείο της  και συμμετείχα στην ανωτέρω ομάδα εργασίας, ως εκπρόσωπός της,  γεγονός που γνωρίζουν όλοι οι συνάδελφοί μου ,   οι κ.κ. Δημ. Φούκας και Ελ. Κώνστα, ευθέως πλέον προσβάλλουν την τιμή και υπόληψή μου καθώς και την  προσωπικότητά μου ως Δικαστή με 22ετή  υπηρεσία στο κλάδο μου, αλλά και ως άτομο, καθόσον  τέτοιου είδους δηλώσεις , εκφεύγουν των θεμιτών ορίων της κριτικής  και της αναγκαίας ευπρέπειας που πρέπει να επιδεικνύεται από τους δικαστικούς λειτουργούς εντός και εκτός υπηρεσίας.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω   καλώ τα μέλη του Δ.Σ της  ΕΔΕ   κκ. Δημήτριο Φούκα και Ελευθερία Κώνστα , να παύσουν να ισχυρίζονται αναληθή ,συκοφαντικά και δυσφημιστικά γεγονότα εις βάρος μου, διαφορετικά  και σε αντίθετη περίπτωση θα  αναγκασθώ να ζητήσω  νομίμως την δικαστική προστασία  της προσωπικότητάς μου, ενώ συγχρόνως θα αναγκασθώ να προσφύγω και στα αρμόδια θεσμικά όργανα  προς περαιτέρω νόμιμες ενέργειές τους.

 

Επί της από 5-10-2020 ανακοίνωσης Χρ. Σεβαστίδη, Δημήτριος Φούκας, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

Επί της από 5-10-2020 ανακοίνωσης Χρ. Σεβαστίδη

                                                                                Αθήνα, 6-10-2020

Το ύφος και το ήθος του κου Χριστόφορου Σεβαστίδη είναι γνωστό σε όλους και δεν αξίζει περαιτέρω σχολιασμού. Πρέπει, ωστόσο, να γίνουν οι εξής επισημάνσεις: α)φαίνεται ότι όταν ο κος Σεβαστίδης πιέζεται από την πραγματικότητα απαντά με ύβρεις, β)στην μακροσκελή ανακοίνωσή του, ακόμα, δεν έχει διαψεύσει αφ’ ενός ότι εδώ και μήνες ο ίδιος και τα ορισθέντα από αυτόν μέλη της επιτροπής για την τροποποίηση του νόμου 3869/2010 συμφώνησαν και απεδέχθησαν την πραγματοποίηση αποσπάσεων συναδέλφων Ειρηνοδικών και την βίαιη μετακίνησή τους σε άλλα Ειρηνοδικεία, ως επίσης και την ανάθεση της εκδίκασης υποθέσεων του ως άνω νόμου στους Πταισματοδίκες, πράγμα το οποίο απέκρυπτε από το ΔΣ και το σύνολο του Δικαστικού Σώματος, αφ’ ετέρου ότι το αίτημα για την ανακατανομή των θέσεων Προέδρων Εφετών και Εφετών ήταν αίτημα της Ένωσης και διατυπώθηκε από τον ίδιο κατά την συνάντηση του Ιουλίου 2019. Συνεπώς, ήταν εύλογες οι ευχαριστίες που εξέφρασε προς τον κο Υπουργό της Δικαιοσύνης κατά τη συνάντηση της 1-10-2020.

Τέλος, πράγματι, παρουσία τουλάχιστον δέκα από τους συμμετέχοντες στη συνάντηση, παρέδωσα στον κο Υπουργό υπόμνημα θέσεων για το μέλλον της Δικαιοσύνης, δεδομένου ότι το αντίστοιχο που παρέδωσε ο κος Σεβαστίδης δεν περιείχε καμία θέση και περιοριζόταν στην ανάγκη ελέγχου της ποιότητας του χαλκού σε συγκεκριμένη τηλεφωνική σύνδεση.

                                     Δημήτριος Φούκας                         

                            

                 Πρόεδρος Πρωτοδικών

            Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

Οι προκλήσεις Φούκα και Κώνστα συνεχίζονται και μετά τις εκλογές, Χρ. Σεβαστίδη, Δ.Ν.-Εφέτη, Προέδρου της Ε.Δ.Ε.

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη, 

ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Το μήνυμα των εκλογών της Ένωσης ήταν ηχηρό και ξεκάθαρο. Οι συνάδελφοι με συντριπτική πλειοψηφία καταδίκασαν την τακτική του διχασμού, του ψεύδους, της συκοφαντίας, της αμετροέπειας, της εξάρτησης. Επέλεξαν τον δρόμο του ορθολογισμού,  της αλήθειας, της αντικειμενικότητας. Τα μέλη του ΔΣ, Φούκας και Κώνστα, συνεχίζουν ακάθεκτα τις προκλήσεις τους. Απέστειλαν ήδη δύο ανακοινώσεις μετά τις εκλογές με απαράδεκτο περιεχόμενο. Στην πρώτη επιλέξαμε να μην απαντήσουμε για να μην συνεχιστεί το συγκρουσιακό προεκλογικό κλίμα. Εξακολούθησαν με σημερινή ανακοίνωσή τους σχετικά με τη συνάντηση με τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Θεωρώ πλέον υποχρέωσή μας να ενημερώνουμε τους συναδέλφους και να απαντάμε στην παραπληροφόρηση. Στη συνάντηση με τον Υπουργό Δικαιοσύνης στις 1 Οκτωβρίου 2020 δεν παραβρέθηκε η κ. Ελευθερία Κώνστα. Συνεπώς τα όσα αναφέρει στη σημερινή επιστολή που την συνυπογράφει δεν τα γνωρίζει η ίδια. Σύρεται προφανώς από όσα ο «αξιόπιστος» κ. Φούκας της μετέφερε. Ο τελευταίος επιβεβαιώνει με την επιστολή του την διαπίστωση ότι «το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη». Κατασκεύασε μόνος του ένα σενάριο ότι το Προεδρείο «συμφώνησε και συναποδέχθηκε την πραγματοποίηση αποσπάσεων Ειρηνοδικών και την ανάθεση της εκδίκασης υποθέσεων στους Πταισματοδίκες», όπως και ότι « η ανακατανομή των θέσεων Προέδρων Εφετών και Εφετών ήταν αίτημα της Ένωσης» και «ενημερώνει» μάλιστα τους συναδέλφους για τις διαπιστώσεις του, ώστε είναι να απορεί κανείς με το θράσος του και τον επαγγελματισμό του στο ψέμα. Στο αποκορύφωμα της έξαψης και του παραλογισμού του καταλογίζει στο Προεδρείο ότι «στήριξε τις συμφωνίες της πολιτικής εξουσίας και των θεσμών- δανειστών»!!!.  Το Προεδρείο της Ένωσης υποστήριξε όσα ακριβώς περιέλαβε στον κατάλογο των αιτημάτων προς το Υπουργείο, ο οποίος δόθηκε άμεσα στη δημοσιότητα. Κρυφές συμφωνίες και διαπραγματεύσεις κάτω από το τραπέζι είναι συνήθειες του κ. Φούκα και της διαλυμένης πλέον ομάδας του.  Αξία έχει να σημειωθεί ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της συνάντησης με τον Υπουργό και τα στελέχη του Υπουργείου, που διήρκησε περίπου μιάμιση ώρα, ο κ. Φούκας δεν έκανε απολύτως καμία παρέμβαση ούτε έλαβε τον λόγο. Στο τέλος της συνάντησης και ενώ είχαμε αποχωρήσει από την αίθουσα, επέλεξε να δει κατ’ ιδίαν τον Υπουργό και να του εγχειρίσει ένα έγγραφο με τις θέσεις του, σα να εκπροσωπούσε αυτός την Ένωση! 

Επιχειρήσαμε από τις πρώτες ημέρες ανάληψης του Προεδρείου να λειτουργήσουμε συναινετικά. Στην πρώτη μας Ανακοίνωση δεσμευτήκαμε να μην λειτουργήσουμε εκδικητικά. Προσκαλέσαμε στις συναντήσεις με την ηγεσία του Αρείου Πάγου και με τον Υπουργό Δικαιοσύνης ολόκληρο το νέο ΔΣ. Αναρτούμε στην ηλεκτρονική σελίδα της Ένωσης κάθε επιστολή συναδέλφου. Επιλέξαμε να μην οξύνουμε τους τόνους και να μην απαντάμε στις πρώτες επιστολές «πίκρας και χολής» της μειοψηφίας διότι τις θεωρούσαμε απόνερα της συντριβής τους. Δεν θα δεχτούμε όμως συκοφαντίες και ψεύδη. Θα ενημερώνουμε άμεσα τους συναδέλφους για τις εξελίξεις και τις επίσημες θέσεις της Ένωσης. 

 

Μεταρρυθμίσεις και Απορρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη, Χρ. Σεβαστίδη, Δ.Ν. – Εφέτη, Προέδρου της Ε.Δ.Ε.

Μεταρρυθμίσεις και Απορρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη,

Δ.Ν. – Εφέτη,

Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Η εξελικτική πορεία των πολιτικών θεσμών αφήνει βαθιά το αποτύπωμά της στην οργάνωση και λειτουργία της Δικαιοσύνης. Οι επιδράσεις είναι  ανεπαίσθητες σε περιόδους κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας και περισσότερο έντονες στις κρίσιμες μεταβατικές εποχές αναδιαμόρφωσης της οικονομικής βάσης.  Οι απαιτήσεις της κυρίαρχης τάξης μετουσιώνονται σε πολιτικά προτάγματα που καθορίζουν στη συνέχεια τον προσανατολισμό και τις στοχεύσεις των κρατικών θεσμών (Δικαιοσύνης, Δημόσιας Διοίκησης, Σωμάτων Ασφαλείας).

Η Δικαιοσύνη σε μια καθορισμένη ιστορική περίοδο έλαβε τη μορφή του δημόσιου αγαθού, προσιτή στους πολίτες, προορισμένη κατά το Σύνταγμα να υπηρετεί το Λαό. Οι αδυναμίες και οι ελλείψεις, που παρατηρούνται στη λειτουργία της, αποτελούν τις περισσότερες φορές σαφή ένδειξη του μειωμένου κρατικού ενδιαφέροντος για στήριξή της. Οι προτάσεις βελτίωσης των συνθηκών απονομής της Δικαιοσύνης σκοντάφτουν πάντοτε στην απροθυμία του Κράτους να αυξήσει τα κονδύλια του προϋπολογισμού τα οποία επιτρέπουν την οριακή επιβίωσή της. Δικαστικές αίθουσες με ελλιπή συντήρηση και χωρίς θέρμανση τον χειμώνα, ανεπαρκές δίκτυο τηλεφωνίας και internet ακόμα και στα μεγαλύτερα Δικαστήρια της Χώρας, υποστελέχωση της γραμματείας σε ποσοστό πάνω από το 30%, απραγματοποίητες υποσχέσεις για σύσταση δικαστικής αστυνομίας –μιας υπηρεσίας πραγματογνωμόνων που θα συνεπικουρεί τους δικαστές και εισαγγελείς στο έργο τους- είναι μόνιμες διαπιστώσεις διαχρονικά ενταγμένες στον κατάλογο των αιτημάτων των Δικαστικών Ενώσεων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Χωρίς την ικανοποίηση των πρωτευουσών αναγκών τα μεγαλεπήβολα «μεταρρυθμιστικά» σχέδια που προωθούνται το τελευταίο διάστημα από την Κυβέρνηση και προπαγανδίζονται από τον Τύπο όχι απλά κρύβουν τα πραγματικά προβλήματα αλλά επιχειρούν να προσδώσουν σε έναν κορυφαίο κρατικό θεσμό το ρόλο της θεραπαινίδας των επενδυτικών συμφερόντων. Η επιμονή να προωθηθεί η πολυδάπανη υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση τον περασμένο Νοέμβριο αντί να υιοθετηθεί το ολοκληρωμένο σχέδιο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων για τη δικαστική μεσολάβηση, αδάπανη για τους πολίτες και αδιάβλητη στην ουσία της, ήταν ένα πρώτο δείγμα για την πορεία που θα έπαιρναν τα πράγματα. Ακολούθησε η ίδρυση ειδικών τμημάτων στα Δικαστήρια για επενδυτικές διαφορές με υποχρεωτική αποψίλωση των υπόλοιπων τμημάτων από Δικαστές που δικάζουν τις διαφορές των πολιτών. Παρουσιάστηκε ως καινοτομία από το Υπουργείο Δικαιοσύνης η λεγόμενη «τεχνητή νοημοσύνη» για την οποία έγκαιρα επισημάναμε σε άρθρο μας ότι συνιστά ένα επικίνδυνο εργαλείο με πολλαπλές χρήσεις στα χέρια ιδιωτικών εταιριών, αφού θα μπορεί δυνητικά να καθοδηγεί και να εκφοβίζει δικαστικούς λειτουργούς, ενώ ταυτόχρονα καταργεί την αρχή της νομιμότητας και την αρχή του φυσικού δικαστή, υποτάσσει το τεκμήριο της αθωότητας σε αδιαφανείς διαδικασίες, αναπαράγει στερεότυπα και προκαταλήψεις, παραβιάζει την ίδια τη Συνταγματική πρόβλεψη για δικαίωμα δίκαιης δίκης ενώπιον δικαστών, άρα ενώπιον φυσικών προσώπων και αξιοποιείται από ιδιωτικές εταιρίες και Κράτη που θέλουν να υποκαταστήσουν την ανεξάρτητη, απρόβλεπτη και άρα επικίνδυνη ανθρώπινη σκέψη με ελεγχόμενες ψηφιακές πλατφόρμες και λογισμικά που οδηγούν σε δεδομένα αποτελέσματα. Πρόσφατα κατατέθηκε το σχέδιο της επιτροπής Πισσαρίδη με το ενδιαφέρον μονόπλευρα στραμμένο στην προστασία που παρέχει το δικαστικό σύστημα στους επενδυτές και με προτάσεις για δημιουργία δικαστών manager οι οποίοι «θα ικανοποιούν τους φιλόδοξους στόχους που θα τους τεθούν» από την Κυβέρνηση!

Οι μεταρρυθμίσεις που εντατικά προετοιμάζονται και σταδιακά επιβάλλονται συνιστούν απορρυθμίσεις ενός Κοινωνικού Κράτους όπως το γνωρίσαμε μεταπολεμικά και το οποίο αποχαιρετήσαμε στην αυγή του 21ου αιώνα. Οι απαιτήσεις των αγορών για λιγότερο Κράτος, που ξεκίνησαν με τις ιδιωτικοποιήσεις τομέων της δημόσιας διοίκησης, αμφισβητούν πλέον φανερά τον σκληρό πυρήνα της κρατικής λειτουργίας. Η «λιγότερη» κρατική Δικαιοσύνη θα διέπεται από τη λογική κόστους – οφέλους (όπως η πρόταση του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης για κατάργηση μικρών περιφερειακών Δικαστηρίων και μείωση του αριθμού των Δικαστών), με επαναχάραξη του συνταγματικού προσανατολισμού της, κατάργηση της τυπικής της ουδετερότητας και της παραδοσιακής αποστολής της και αξιοποίησή της ως χρήσιμου εργαλείου για την προώθηση των επιχειρηματικών συμφερόντων και του μεγάλου ιδιωτικού κέρδους.

*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Καθημερινή της 4ης Οκτωβρίου 2020

Σχετικά με την συνάντηση του Δ.Σ. της ΕνΔΕ με την ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης την 1-10-2020, Δημ. Φούκα, Πρ. Πρωτοδικών, Ελ. Κώνστα, Εφέτη

 

                                                                                Αθήνα, 2-10-2020

Κατά τη συνάντηση του διοικητικού συμβουλίου της ΕνΔΕ με τον κο Υπουργό της Δικαιοσύνης και τον κο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου, που πραγματοποιήθηκε την 1-10-2020, ο Πρόεδρος της ΕνΔΕ υπέβαλε κατάλογο θεμάτων, επί των οποίων έγινε συζήτηση.

Τα θέματα που τέθηκαν από το προεδρείο της Ένωσης χαρακτηρίζονται -επιεικώς- ως «χαμηλής πολιτικής» και δεν άπτονται στο ελάχιστο των σοβαρών θεμάτων της Δικαιοσύνης, περιορίζονται δε στην ενημέρωση της ένωσης σχετικά με τον ρυθμό εκκαθάρισης των απαιτήσεων συναδέλφων από χρονοεπιδόματα και οικονομικές προαγωγές, για την οποία αρκούσε η τηλεφωνική επικοινωνία με την αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου και στην ταχύτητα του internet στην περιοχή της Κυψέλης. Για την επιλογή της θεματολογίας αυτής το προεδρείο της Ένωσης οφείλει εξηγήσεις στους συναδέλφους.

Αναμφισβήτητα, το σημείο της συνάντησης με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον ήταν εκείνο κατά το οποίο οι συμμετέχοντες ενημερωθήκαμε ότι το Προεδρείο της Ένωσης, ο Πρόεδρός της και τα ορισθέντα από αυτόν μέλη της επιτροπής για την τροποποίηση του νόμου 3869/2010 συμφώνησαν και απεδέχθησαν την πραγματοποίηση αποσπάσεων συναδέλφων Ειρηνοδικών και την βίαιη μετακίνησή τους σε άλλα Ειρηνοδικεία, ως επίσης και την ανάθεση της εκδίκασης υποθέσεων του ως άνω νόμου στους Πταισματοδίκες, πράγμα το οποίο ο Πρόεδρος της Ένωσης και τα μέλη του προεδρείου του απέκρυπταν επί μήνες από το ΔΣ και το σύνολο του Δικαστικού Σώματος. Επίσης, ενδιαφέρουσα ήταν η εκ μέρους του Προέδρου αναγνώριση ότι η γενομένη ανακατανομή των θέσεων Προέδρων Εφετών και Εφετών ήταν αίτημα της Ένωσης και διατυπώθηκε από τον ίδιο κατά την συνάντηση του Ιουλίου 2019 και η έκφραση ευχαριστιών προς τον Υπουργό για την ικανοποίηση των αιτημάτων που είχαν περιληφθεί στο σχετικό υπόμνημα.

Επειδή τα ανωτέρω ήταν για εμάς αναμενόμενα, επειδή θεωρούμε απαράδεκτο οι συμφωνίες που συνήφθησαν μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και των θεσμών-δανειστών, με την στήριξη του Προέδρου της Ένωσης, ερήμην όμως του Δικαστικού Σώματος, να οδηγούν στην βίαιη ανατροπή της υπηρεσιακής και οικογενειακής ζωής των συναδέλφων, επειδή δεν εκπροσωπούμε κανέναν παρά μόνο τους συναδέλφους μας και επειδή έχουμε την άποψη ότι στις συναντήσεις αυτού του επιπέδου η ΕνΔΕ οφείλει να προωθεί στόχους και αιτήματα που θα βελτιώσουν την απονομή της δικαιοσύνης, υποβάλαμε υπόμνημα με τις εξής κύριες θέσεις:

α)ενημέρωση της ΕνΔΕ επί του υφισταμένου σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, εξέτασή του και αποστολή σχολίων από τα μέλη του ΔΣ της ΕνΔΕ,

β)αναμόρφωση του συστήματος ενδίκων μέσων σε πολιτική και ποινική δίκη ώστε να αποφεύγεται η άσκοπη χρήση τους, ενδεχομένως με τον περιορισμό των λόγων αναίρεσης και την εισαγωγή θεσμών όπως η προδικαστική έρευνα της βασιμότητας του ενδίκου μέσου και περαιτέρω εξέτασή του κατ’ ουσίαν εφόσον κριθεί πιθανή η ευδοκίμησή του,

γ)εφαρμογή του θεσμού της πιλοτικής δίκης στην πολιτική δίκη,

δ)κατάργηση της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων με την μορφή που ισχύει σήμερα και αντικατάστασή της από μία διαδικασία έκδοσης διαταγών ασφαλιστικών μέτρων από τον αρμόδιο Δικαστή αντί αποφάσεων,

ε)αντικατάσταση της εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως με την έκδοση πράξεως σε όσες διαδικασίες είναι αυτό δυνατό, όπως στη διαδικασία καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας στις απαλλοτριώσεις, κατόπιν αίτησης του δικαιούχου της αποζημίωσης ή του αρμόδιου φορέα της απαλλοτρίωσης,

στ)Ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας με την μετατροπή των Ειρηνοδικείων σε Δικαστήρια ειδικών διαδικασιών,

ζ)επέκταση και στήριξη των εναλλακτικών μορφών επίλυσης των διαφορών, ιδίως της διαμεσολάβησης. Ειδικά ως προς την επερχόμενη τροποποίηση του Ν. 3869/2010, πρόβλεψη σταδίου υποχρεωτικής διαμεσολάβησης πριν την συζήτηση της αιτήσεως,

η)αναδιάρθρωση του θεσμού της ανάκρισης και οργάνωσή της υπό μορφή ενιαίου τμήματος, το οποίο θα είναι αρμόδιο για το σύνολο των ανακριτικών υποθέσεων, με σκοπό τον καλύτερο συντονισμό της έρευνας και του ανακριτικού έργου, την αποφυγή αλληλοεπικαλύψεων και την βέλτιστη διαχείριση συναφών υποθέσεων, με πιθανή χρέωση υποθέσεων σε περισσότερους από έναν ανακριτές, ανάλογα με τον βαθμό δυσκολίας και την πολυπλοκότητα ή την συνάφεια μεταξύ των.

 

      Δημήτριος Φούκας                          Ελευθερία Κώνστα

 

   Πρόεδρος πρωτοδικών                               Εφέτης

      Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ                                 Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

Σχετικά με την συνεδρίαση του Δ.Σ. της ΕνΔΕ της 19-9-2020, Ελευθερία Κώνστα, Εφέτης, Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ, Δημήτριος Φούκας, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

Σχετικά με την συνεδρίαση του Δ.Σ. της ΕνΔΕ της 19-9-2020

                                                                                Αθήνα, 23-9-2020

Κατά τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕνΔΕ, της 19-9-2020, υπεβλήθη το με αριθμό πρωτοκόλλου 191/19-9-2020 αίτημα εκδόσεως ανακοίνωσης στήριξης συναδέλφων και καταδίκης κακόβουλων δημοσιευμάτων, καθώς κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 14ης και της 18ης του τρέχοντος μηνός, σε μερίδα του ηλεκτρονικού τύπου υπήρξαν δημοσιεύματα προσβλητικά για την προσωπικότητα συναδέλφων, υποψηφίων στις πρόσφατες εκλογές της ΕνΔΕ, ενώ με έτερα δημοσιεύματα επιχειρήθηκε «δολοφονία χαρακτήρα» συναδέλφου, υποψηφίου για την θέση του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παρά το ότι οι ενέργειες αυτές προσβάλλουν το κύρος της Δικαιοσύνης και των Λειτουργών της και συνιστούν απόπειρα παρέμβασης ακόμα και στο θεσμό της αυτοδιοίκησης των Δικαστηρίων, ο πρόεδρος της ΕνΔΕ αρνήθηκε την εισαγωγή του θέματος προς συζήτηση με την πρόφαση ότι αντικείμενο της συνεδρίασης ήταν μόνο η συγκρότηση προεδρείου. Επίσης, αρνήθηκε την έκδοση δελτίου τύπου, χωρίς να ερωτηθούν τα λοιπά μέλη του Γραφείου Τύπου και χωρίς να παράσχει οποιαδήποτε αιτιολόγηση. Ακολούθως, με αφορμή άρθρο του μέλους του δ.σ. κου Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη και την αποστολή του στους συναδέλφους με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ο πρόεδρος της ΕνΔΕ γνωστοποίησε στα μέλη του δ.σ. την απόφασή του να απαγορεύσει την αποστολή με newsletter, μέσω της ΕνΔΕ, των άρθρων και παρεμβάσεων των λοιπών μελών του δ.σ., δυνατότητα που διατηρείται μόνο για το προεδρείο.

Οι ενέργειες αυτές συνιστούν σαφή ένδειξη του τρόπου με τον οποίο ο πρόεδρος αντιλαμβάνεται την λειτουργία της ΕνΔΕ και ταυτόχρονα γυρίζουν την Ένωση σε εποχές προ του 2016, όταν πετύχαμε την επί ίσοις όροις διακίνηση όλων των απόψεων, όλων των μελών της. Είναι βέβαιο ότι αυτού του είδους οι πρακτικές, που σκοπεύουν στην λογοκρισία και την φίμωση των μη αρεστών στον πρόεδρο, αποδοκιμάζονται από την συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων και τελικά παράγουν αποτελέσματα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα.

 

  Δημήτριος Φούκας                          Ελευθερία Κώνστα

 

Πρόεδρος Πρωτοδικών                               Εφέτης

    Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ                                 Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

Επιστολή Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, Προέδρου Εφετών

Επιστολή Παναγιώτη Λυμπερόπουλου

Αθήνα, 21.09.2020

 

Το αποτέλεσμα των εκλογών της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων οδηγεί σε διαπιστώσεις, που με ρεαλισμό  πρέπει να αντιμετωπίζονται και να οδηγούν στις αναγκαίες αποφάσεις.

Στόχος μου στα είκοσι χρόνια πορείας στην Ένωση ήταν να δώσω στη δράση της το απαραίτητο για μένα στίγμα του Δικαστικού Λειτουργού, του τοποτηρητή του Κράτους Δικαίου. Σε αυτή τη μάχη, που δεν ήταν εύκολη, συμμετείχα χωρίς να υπολογίζω το προσωπικό κόστος και χωρίς να περιμένω ανταποδοτικό όφελος. Άλλωστε, είναι γνωστό, ότι πολλές φορές, στα είκοσι αυτά χρόνια, έκανα πίσω για να υπηρετήσω με τη συμμετοχή μου βασικές αρχές, κοινές ιδέες και υπέρτερες ανάγκες. Δεν δέχθηκα να εμπλακώ σε λογικές «συναλλαγών», όταν εμφανίστηκαν τέτοιες σειρήνες, δεν δέχθηκα να στρογγυλέψω τις γωνίες, όταν έπρεπε να υπερασπιστώ τον αξιακό μου κόσμο και τη συνείδηση μου και υπηρέτησα αλήθειες, γιατί πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι μόνον με αυτές μπορεί ένας Δικαστής να αντέξει διαχρονικά στο δημόσιο διάλογο. Στην πορεία μου αυτή έκανα λάθη τακτικής και ευτυχώς για μένα όχι δικαστικής δεοντολογίας. Παρείχα την εμπιστοσύνη μου, εκεί που τελικώς δεν έπρεπε, υπερεκτίμησα την δυνατότητα μου να αποτρέψω δυσάρεστες εξελίξεις «συμμετέχοντας»  και όχι από την ασφάλεια της απόστασης και έδωσα περισσότερες ευκαιρίες από όσες έπρεπε στη συναίνεση.  Έλαβα αποφάσεις, που στο χρόνο και στο χώρο πίστεψα ότι ήταν ορθές και αποδέχομαι την κριτική γι αυτές, έστω και αν μοιραία στηρίζεται στην εκ των υστέρων πρόβλεψη.

Στις εκλογές της Ένωσης το 2020 τέθηκε προς κάθε κατεύθυνση και επίπεδο του δημόσιου λόγου και βίου η σύγκρουση των δύο κοσμοθεωριών, που διαμορφώθηκαν σταδιακά σαν τάσεις μέσα στο Δικαστικό Σώμα. Έτσι αναμετρήθηκαν χωρίς προκαλύμματα και «διπλωματικές» ερμηνείες η θεσμική διαχείριση των κοινών υποθέσεων με σεβασμό στις αρχές της Δημοκρατίας και του Συντάγματος με το σχέδιο της μετατροπής με κάθε μέσο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων σε ελεγχόμενο όργανο άσκησης πολιτικής με την διαμόρφωση υπαλληλικής νοοτροπίας και την επιδίωξη σκοπιμοτήτων.

Το αποτέλεσμα της αναμέτρησης είναι πλέον γνωστό και σαφές. Οι Δικαστές και Εισαγγελείς με τη ψήφο τους (και την ενσυνείδητη απουσία τους ορισμένοι) δημοκρατικά έκαναν την επιλογή τους και αυτή είναι σεβαστή. Θα αξιολογηθεί στο μέλλον από τους ίδιους και είναι βέβαιο, ότι πολύ σύντομα θα δοθούν αφορμές γι αυτό. Θα αξιολογηθούν, επίσης, οι εμφανείς ή αφανείς παράγοντες, που το συνδιαμόρφωσαν και ήταν καθοριστικοί. Η δική μου ευθύνη στην διαμόρφωση αυτού του αποτελέσματος εντοπίζεται στο ότι δεν μπόρεσα να πείσω, ότι η αποστολή της ΕνΔΕ στα καθ΄αυτήν και στο χώρο της Δικαιοσύνης είναι η θεσμική λειτουργία και όχι ο λαϊκισμός της διεκδίκησης της «συνδικαλιστικής» ή συνδικαλιστικής δικαστικής ψήφου με όρους πολιτικής αρένας και σκοπιμοτήτων. Δεν μπόρεσα να πείσω, ότι το οικοδόμημα μιας σύγχρονης Δικαιοσύνης πρέπει να χτιστεί από το ίδιο το Δικαστικό Σώμα για να χτιστεί θεσμικά. Δεν μπόρεσα να πείσω, ότι το μέλλον μας δεν μπορεί να είναι η στείρα άρνηση κάθε εκσυγχρονισμού και προόδου του Κράτους Δικαίου. Δεν μπόρεσα να πείσω, ότι ο συντηρητισμός, οι φοβικές ή ιδεοληπτικές θέσεις και η αναπαραγωγή του ίδιου αποτελούν την αιτία της παρακμής των Θεσμών.

Με τις σκέψεις αυτές καταλήγω στην δύσκολη, αλλά αναγκαία απόφαση να παραιτηθώ από τη θέση του μέλους του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, όπου πριν λίγες ημέρες εξελέγην. Στο νέο κύκλο, πού μόλις άνοιξε, πρέπει να δοθεί, αμέσως, η ευκαιρία στους νεότερους συνεργάτες μου, να πρωταγωνιστήσουν στη μάχη γι αυτά που έρχονται και δεν πρέπει να συμβούν.  Θεωρώ ότι με την πράξη μου αυτή δίνεται η ευκαιρία και η δυναμική στον Δημήτρη Φούκα και στην Ελευθερία Κώνστα μέσα από το ΔΣ της Ένωσης και στα υπόλοιπα μέλη της Ομάδας, που τους πλαισιώνουν, όλοι τους άξιοι Δικαστές και επιστήμονες, να σχεδιάσουν και να χαράξουν την πορεία-αντίβαρο στο λαϊκισμό, στην υπαλληλοποίηση, στην άρνηση του εκσυγχρονισμού, στην απόρριψη της ιδέας του Δικαστή, όπως το Σύνταγμα και το Κράτους Δικαίου ορίζει. Το πρόγραμμα, που συντάξαμε και θέσαμε στην κρίση των συναδέλφων, θα είναι ο δικός τους οδικός χάρτης και η αφετηρία για την Δικαιοσύνη του αύριο και τον ρόλο, που πρέπει η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων να διαδραματίσει .

Κλείνοντας, θέλω να ευχαριστήσω όλους τους Συναδέλφους, που με στήριξαν στην πορεία μου αυτή, όταν ξεκίνησε το μακρινό 2000, καθώς και αυτούς, που στάθηκαν απέναντι μου με ήθος και πολιτισμό, γιατί μέσα από την άμιλλα έγινα πλουσιότερος σε εμπειρία και σοφότερος. Θέλω, επίσης, να ευχαριστήσω και εκείνους, που χωρίς κανένα ανασταλτικό με κτύπησαν, γιατί εξ αιτίας μου αναγκάστηκαν να αποκαλυφθούν και με έκαναν ανθεκτικότερο για τις προκλήσεις του μέλλοντος.

Εύχομαι στην Ένωση να επικρατήσει η Δημοκρατία, η Ενότητα και το Δικαστικό Ήθος.

 

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος

Πρόεδρος Εφετών

Προσωπική ελευθερία και «πολιτικές ταμπέλες», Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Εφέτης, μέλος του ΔΣ της ΕνΔΕ

Προσωπική ελευθερία και «πολιτικές ταμπέλες»

 

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Εφέτης, μέλος του ΔΣ της ΕνΔΕ

                                                                                    Αθήνα, 21-9-2020

Τις τελευταίες ημέρες επιχειρήθηκε από μέρος του Τύπου να αποδοθούν χαρακτηρισμοί σε συναδέλφους Δικαστικούς Λειτουργούς, που ασχολούνται ενεργά με τα κοινά της Ενώσεως, με απώτερο, ενδεχομένως, στόχο την αποδόμηση του στοιχείου της πολιτικής ουδετερότητας, που πρέπει να χαρακτηρίζει έναν δικαστικό λειτουργό. Το ζήτημα ετέθη κατά την προχθεσινή συνεδρίαση του ΔΣ της Ένωσης για τη συγκρότηση του σε Σώμα από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών κ. Δημήτριο Φούκα με το με αριθμ. πρωτ. 191/19-9-2020 έγγραφο του προκειμένου να εκδοθεί σχετική ανακοίνωση προς στήριξη συναδέλφων, πλην, όμως, δεν εισήχθη προς συζήτηση με το σκεπτικό ότι η προχθεσινή ημερήσια διάταξη περιελάμβανε μόνο τη συγκρότηση του ΔΣ.

Με αφορμή, όμως, το ανωτέρω ζήτημα θα ήθελα να επισημάνω γενικότερα τα ακόλουθα:

Στη χώρα μας, στο πεδίο των πολιτικών αντιπαραθέσεων έχουν βρεθεί κατά καιρούς ζητήματα με εθνικό ή ιστορικό περιεχόμενο, ζητήματα της παιδείας, της οικονομίας, της Δικαιοσύνης, ζητήματα ακόμη και με πολιτιστικό ή κοινωνικό χαρακτήρα, οι αιτίες της οικονομικής κρίσης, νομικά θέματα κλπ., ήτοι ζητήματα γύρω από τα οποία κινείται το καθημερινό ενδιαφέρον των πολιτών, που συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή της χώρας και έχουν δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας τους ειδικότερη έκφανση της οποίας αποτελεί η ελεύθερη διατύπωση γνώμης. Όταν, επομένως, ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων, εντός του οποίου υλοποιείται καθημερινά το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και η ελευθερία της γνώμης, έχει καταστεί αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης, η μοναδική επιλογή (!), που θα διασφάλιζε έναν δικαστικό λειτουργό από το ενδεχόμενο να αμφισβητηθεί διαχρονικά η πολιτική του ουδετερότητα θα ήταν να μένει χωρίς άποψη, μακριά από τη δικαιοπολιτική κριτική των γεγονότων, να αποφεύγει να κρίνει ιστορικά γεγονότα, να αποφεύγει να αγγίζει θέματα, όπως προσφάτως τη διεθνή δικαιϊκή διάσταση της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, τη θρησκευτική ελευθερία, τα ζητήματα της παιδείας κλπ.(!). Το πεδίο, όμως, της προσωπικής ελευθερίας και της ελευθερίας της γνώμης καθορίζεται από το Σύνταγμα και όχι από την εκάστοτε πολιτική ατζέντα.

Είναι προφανές ότι τέτοιου είδους παραδοχές στο πλαίσιο των οποίων η διατύπωση γνώμης χρησιμοποιείται από τρίτους για την «πολιτική κατάταξη» των πολιτών, έχουν εσφαλμένη αφετηρία οδηγούν σε επικίνδυνες ατραπούς το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης, θίγουν τον πυρήνα της προσωπικής ελευθερίας, σε τελική ανάλυση την ίδια την ελευθερία του ατόμου και στην προκείμενη περίπτωση συρρικνώνουν την ελεύθερη δράση των δικαστικών ενώσεων και των εκλεγμένων εκπροσώπων τους, που το ίδιο το Σύνταγμα κατοχυρώνει.

Το Σύνταγμα στη διάταξη του άρθρου 29 κατοχυρώνει το δικαίωμα των Ελλήνων πολιτών να ιδρύουν και να συμμετέχουν ελεύθερα σε πολιτικά κόμματα και στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου περιλαμβάνει μία και μοναδική απαγόρευση για τους δικαστικούς λειτουργούς: Αυτή της οποιασδήποτε μορφής εκδήλωσης υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος. Η απαγόρευση αυτή, όπως και κάθε συνταγματική απαγόρευση εντασσόμενη συστηματικά στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 29 έχει συγκεκριμένο στενό περιεχόμενο, συνιστάμενο στην στέρηση του αμέσως ανωτέρω δικαιώματος, ήτοι στη στέρηση του δικαιώματος στην πολιτική συσσωμάτωση και συμμετοχή και μάλιστα στη σφαίρα της δημόσιας δράσης. Αυτή είναι η μία και μοναδική συνταγματική απαγόρευση για τους δικαστικούς λειτουργούς.

Στο πλαίσιο όλων των ανωτέρω θα ήταν συνταγματικά αδιανόητο να αποδεχθούμε συρρίκνωση θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων των δικαστών και μάλιστα, πολλές φορές, στο πλαίσιο μιας αθέμιτης οικειοποίησης εννοιών ή γεγονότων από τα πολιτικά κόμματα, μπροστά στο ενδεχόμενο να αμφισβητηθεί από τον οποιονδήποτε η ουδετερότητα αυτών (δικαστικών λειτουργών) με αφορμή τις ελεύθερες απόψεις, που εκφράζουν, κατά καιρούς.

Όσοι αντιλαμβάνονται διαφορετικά το εν λόγω ζήτημα και με ευκολία αποδίδουν χαρακτηρισμούς και «πολιτικές ταμπέλες» αγνοούν θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές εξαιτίας των οποίων οι χαρακτηρισμοί αυτοί καθίστανται ουσιαστικά άνευ αντικειμένου.

 

Κώστας Βουλγαρίδης, Εφέτης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ, Ευχαριστήρια επιστολή προς τους Συναδέλφους

ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

Ευχαριστήρια επιστολή προς τους Συναδέλφους


Στενιώτη Μαργαρίτα, Εφέτης Αθηνών

Ασημακοπούλου Ελένη, Εφέτης Θεσσαλονίκης

Βελίας Νικήτας, Ειρηνοδίκης Αθηνών

Βουλγαρίδης Κωνσταντίνος, Εφέτης Εύβοιας

Ιωαννίδου Γλυκερία – Λουίζα, Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών

Καραγιάννη Ωραιοζήλη, Πρωτοδίκης Ηρακλείου

Τριανταφυλλίδης Ιωάννης, Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών

Φωτάκης Εμμανουήλ, Ειρηνοδίκης Αθηνών 

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

θα θέλαμε να σας ευχαριστήσουμε για την τιμητική ψήφο σας στην Ομάδα μας, η οποία συνέβαλε στην εκλογή τριών από εμάς στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσής μας (Στενιώτη – Βουλγαρίδης – Βελίας). Αισθανόμαστε  ιδιαίτερη ευθύνη, γιατί,  σήμερα περισσότερο από ποτέ,  έχουμε ανάγκη από μία δυναμική Ένωση, που θα είναι αποτελεσματική και θα μπορεί να επηρεάζει τις εξελίξεις, δικαιώνοντας τις προσδοκίες μας. Κατά τη σύντομη προεκλογική περίοδο, δίχως τακτικισμούς και προσπάθειες χειραγώγησης, απευθυνθήκαμε σε εσάς, στην ελεύθερη βούλησή σας, και σας καλέσαμε μαζί να σχεδιάσουμε το μέλλον της Δικαιοσύνης και ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό δικαστικό σύστημα στην υπηρεσία των πολιτών και θεματοφύλακα των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

Σας διαβεβαιώνουμε, ότι με πίστη σε αρχές και αξίες, με συνέπεια λόγου και έργου, με το ήθος που αρμόζει σε Δικαστικούς Λειτουργούς και με δυνατή και πάντα τεκμηριωμένη και επιστημονική φωνή, θα αγωνισθούμε για την επίτευξη του παραπάνω σκοπού, για την ανάκτηση του κύρους και του επιστημονικού χαρακτήρα της Ένωσή μας, για τη διαφύλαξη των κεκτημένων μας και για τη δημιουργία ενός ασφαλούς περιβάλλοντος άσκησης του Δικαστικού Λειτουργήματος.

Σημείο αναφοράς αποτελεί για εμάς η Ανεξαρτησία και το Κύρος της Δικαιοσύνης.

Επίσης, θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε ιδιαίτερα τους συναδέλφους Κριτσινέλια Μαρία, Πρωτοδίκη Καλαβρύτων, Κωτουλόπουλο Χαράλαμπο, Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών, Μάμαλη Ιωάννα, Εφέτη Αθηνών, Μεθενίτου Νίκη, Ειρηνοδίκη Λαυρίου, Παλιούρα Ζαχαρία, Ειρηνοδίκη Κρωπίας, Πάνου Κωνσταντίνο, Πρωτοδίκη Άρτας και ήδη Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών, Σουγλέρη Σπυρίδωνα – Αθανάσιο, Ειρηνοδίκη Πατρών, Ταβαντζή Γεώργιο, Ειρηνοδίκη Αλεξανδρούπολης και Τσαβδαρά Χριστίνα, Ειρηνοδίκη Πύργου (Ηρακλείου) Κρήτης, οι οποίοι κατήλθαν ως υποψήφιοι για το όργανο της εξελεγκτικής επιτροπής αλλά περισσότερο κατήλθαν ως υποψήφιοι για να δηλώσουν ότι τη λύση στα προβλήματα δίνει η συμμετοχή και η δράση και όχι η στάση του ουδέτερου κριτή.

Τέλος, συγχαίρουμε όλους τους λοιπούς συναδέλφους που εξελέγησαν στο Διοικητικό Συμβούλιο και στην Εξελεγκτική Επιτροπή, εκφράζοντας την ευχή για επικράτηση πραγματικής ενότητας και ηρεμίας στους κόλπους της Ένωσής μας.

Σας ευχόμαστε καλό δικαστικό έτος με υγεία και δύναμη.

 

                                                   Με εκτίμηση

 

Στενιώτη Μαργαρίτα, Εφέτης Αθηνών

Ασημακοπούλου Ελένη, Εφέτης Θεσσαλονίκης

Βελίας Νικήτας, Ειρηνοδίκης Αθηνών

Βουλγαρίδης Κωνσταντίνος, Εφέτης Εύβοιας

Ιωαννίδου Γλυκερία – Λουίζα, Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών

Καραγιάννη Ωραιοζήλη, Πρωτοδίκης Ηρακλείου

Τριανταφυλλίδης Ιωάννης, Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών

Φωτάκης Εμμανουήλ, Ειρηνοδίκης Αθηνών