Ο Ν. 4745/2020 ΚΑΙ ΤΟ ΙΣΧΥΟΝ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΉΣ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΥΤΣΟΓΕΩΡΓΟΥ, ΕΦΕΤΗ ΘΡΑΚΗΣ

Ο Ν 4745/2020 ΚΑΙ  ΤΟ ΙΣΧΥΟΝ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΉΣ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ.

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΥΤΣΟΓΕΏΡΓΟΥ Εφέτη Θράκης

            Επιχειρείται η αναγωγή στο ειδικό περιεχόμενο της αρχής που επιβάλλει την  αναδρομική εφαρμογή του ηπιότερου ποινικού νόμου,  όπως αυτή ισχύει σύμφωνα με τους κανόνες των  άρθρων 15 παρ. 1 εδ. γ΄ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα,  7 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου   και 49 παρ. 1 περ. γ΄ του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και στην ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, ώστε να προκύψει  το εφαρμοστέο  σύστημα  διατάξεων, το οποίο  ρυθμίζει  την παραγραφή των αξιοποίνων πράξεων φοροδιαφυγής στην  περίπτωση της διαδοχής  των κανόνων  που συντελέστηκε με του νόμους 4173/2013 ,  4745/2020 και 4764/2020.

————————————————————————-

Με τη  διάταξη του άρθρου  92 Ν 4745/2020 καταργήθηκε το άρθρο 55 παρ.3 του Ν 4174/2013, όπως αυτό   είχε τροποποιηθεί με το  άρθρο 48 παρ.11  Ν.4223/20131.Επιπλέον με την ίδια  διάταξη καταργήθηκε και το άρθρο 68 παρ. 2. Ν 4174/2013 που περιείχε  τον ειδικό κανόνα, ο  οποίος ίσχυε σε  σχέση με το χρονικό σημείο  έναρξης  της παραγραφής  των αξιοποίνων πράξεων φοροδιαφυγής2. Σύμφωνα με  τον κανόνα  αυτό και σε αντίθεση με τις  διακρίσεις που προβλεπόταν από  το άρθρο 21 παρ 10 Ν 2523/1997 3 , διαμορφωνόταν πλέον ένα  ενιαίο χρονικό σημείο  έναρξης της παραγραφής για το σύνολο των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων με αναγωγή στο  χρόνο  οριστικοποίησης  της φορολογικής  ενοχής 4 . Κατά τον τρόπο αυτό  η ως άνω χρονική μετάθεση την έναρξης  της παραγραφής  προκαλούσε  την επιμήκυνση της  σχετικής προθεσμίας και συνιστούσε μια  ευρεία απόκλιση από την θεωρία της συμπεριφοράς που διαμορφώνει το περιεχόμενο των κανόνων  των άρθρων  17 και 112 ΠΚ5 .

Η κατάργηση του ανωτέρω κανόνα του άρθρου 68 παρ.2 Ν 4174/2013 σε σχέση με την παραγραφή ήταν αναγκαία, διότι  με  την ρύθμιση του άρθρου 32 παρ. 3 Ν 4745/20206  αντικαταστάθηκε και μεταβλήθηκε  το περιεχόμενο του άρθρου 55Α Ν 4174/2013, η τρίτη παράγραφος του οποίου  περιείχε ρύθμιση ομοίου περιεχομένου  με την διαλαμβανόμενη και στον καταργούμενο κανόνα του άρθρου 68 παρ 2  Ν 4174/2013, σε σχέση με το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής. Ειδικότερα, με την παράγραφο 4 του άρθρου 32 Ν 4745/2020  αντικαταστάθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 68 Ν 4174/2013 7, 8.Από το  περιεχόμενο  των   κανόνων  που περιέχονται  στο άρθρο 32 παρ,. 3 και  4 Ν 4745/2020 προκύπτει,  ότι με τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις συντελέστηκε προεχόντως η  μεταβολή μέσω της αντικατάστασης  του άρθρου 55Α Ν 4174/2013 του ειδικότερου  τρόπου που ισχύει σε σχέση με τους  όρους  κίνησης της ποινικής δίωξης των αξιοποίνων πράξεων φοροδιαφυγής. Συγκεκριμένα, η ως άνω μεταβολή των προαναφερομένων κανόνων  δικονομικού δικαίου  έχει ως  περιεχόμενο την αναγωγή  της έκδοσης της οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή της πράξης επιβολής προστίμου κατ΄άρθρο 36 Ν 4174/2013 καθώς και της   υποβολής της  σχετικής μηνυτήριας αναφοράς  από τον  Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, σε  θετικές δικονομικές προϋποθέσεις, οι οποίες  επιβάλλεται να συντρέχουν , ώστε να ακολουθήσει η κίνηση της ποινικής δίωξης σε σχέση με  τις ανωτέρω  αξιόποινες πράξεις8. Σε εσωτερική  συστηματική σύνδεση και τελολογική ακολουθία με την ως άνω συντελούμενη   δικονομική μεταβολή και την  διαμόρφωση σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής των θετικών δικονομικών προϋποθέσεων της αντίστοιχης  ποινικής δίκης βρίσκονται :

Α) οι ειδικότεροι κανόνες με τους οποίους  ρυθμίζεται η εξάλειψη του αξιοποίνου των πράξεων  φοροδιαφυγής  λόγω    παραγραφής, καθώς και  η επιβαλλόμενη εξαιτίας αυτών αναστολή της σχετικής προθεσμίας σύμφωνα με τις ειδικότερες σχετικές διατάξεις που  περιέχονται   στο άρθρο 32 παρ.4 Ν 4745/2020,  το οποίο  αντικατέστησε το άρθρο 68 παρ. 3  Ν 4174/2013,

Β) η κατάργηση με το  άρθρο  92 Ν 4745/2020 των κανόνων του άρθρου   55 παρ.3 και του άρθρου  68 παρ. 2 Ν  4174/2013 .

Γ) η  διαμόρφωση  του περιεχομένου  της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 96 Ν 4745/2020, με την οποία σε σχέση με το εξεταζόμενο ζήτημα επιχειρείται η χρονική μετάθεση της έναρξης της  ισχύος της μεταβολής που συντελείται  με τον άρθρο 32 Ν 4745/2020 και συγκεκριμένα ορίζεται ότι  « Οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις που τελούνται μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου».

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω δεδομένων, η κατάργηση με τον Ν 4745/2020 της μετάθεσης του χρονικού σημείου  έναρξης  της παραγραφής που προβλεπόταν με τα  άρθρο 68 παρ.2 και 55Α παρ.3   Ν 4174/2013, εμφανίζεται πλέον ως  αποτέλεσμα της τροποποίησης των κανόνων δίωξης των αξιοποίνων πράξεων της φοροδιαφυγής. Σύμφωνα  με το σχήμα που διαμορφώνεται κατά  την εφαρμογή του  άρθρου 68 παρ.3 Ν 4174/2013 όπως αυτό ισχύει  μετά την αντικατάσταση  του  από το άρθρο 32 παρ. 4 Ν 4745/2020, σε περίπτωση  που δεν έχουν εκδοθεί οι ανωτέρω αναφερόμενες  πράξεις,  αποκλείεται η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς και  η κίνηση της ποινικής δίωξης λόγω της έλλειψης των  αντιστοίχων   θετικών  δικονομικών  προϋποθέσεων αυτής. Επομένως, στην περίπτωση αυτή αναγκαίως  εφαρμόζονται  οι κανόνες  του άρθρου 113 παρ.1 και 2 ΠΚ  που ίσχυαν  πριν από την έναρξη εφαρμογής  του Ν 4745/2020 ,  σύμφωνα  με τους  οποίους λόγω της προαναφερόμενης αδυναμίας κίνησης της ποινικής δίωξης η παραγραφή των  αξιοποίνων πράξεων φοροδιαφυγής αναστέλλεται για διάστημα μέχρι τρία ή  πέντε έτη για τα πλημμελήματα  ή τα κακουργήματα αντιστοίχως.

Με τα δεδομένα όμως αυτά το συμπέρασμα  που  προκύπτει είναι, ότι εξαιτίας της κατάργησης του άρθρου 68 παρ. 3 Ν 4223/2013 δεν προκαλείται αναγκαίως και  η αντικατάσταση του κανόνα  που ισχύει σε σχέση με την   της μετάθεση της έναρξης της παραγραφής του αξιοποίνου των πράξεων φοροδιαφυγής,  υπό την έννοια, ότι πλέον  αρκεί για τον προσδιορισμό της διάρκειας της συγκεκριμένης προθεσμίας να επιχειρείται  η αναγωγή στο   χρόνο τέλεσης  της πράξης κατά το άρθρο 17 ΠΚ. Ακριβέστερα, ένα   ερμηνευτικό πόρισμα που θα κατέληγε στην θέση  αυτή, συνιστά  επιλογή εφαρμογής της αρχής lex mitior,10 κατά τρόπο που  δεν επιβάλλεται από την αναγωγή στον πυρήνα αυτής, ο οποίος  περιέχεται στους  κανόνες των  άρθρων 15 παρ. 1 εδ. γ΄ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Ν. 2462/1997),  7 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΝΔ 53/1974)11 και 49 παρ. 1 περ. γ΄ του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης12  καθώς και του άρθρου 7 παρ.1 του Συντάγματος που κατά μία υποστηριζόμενη άποψη ερμηνεύεται και  με αυτό το περιεχόμενο13. Ειδικότερα, οι προαναφερόμενοι υπέρτερης   τυπικής ισχύος κανόνες δεν  περιέχουν  και την ρύθμιση η οποία  συνθέτει τον κανόνα του άρθρου 2 παρ.1 του νέου ΠΚ κατά το μέρος αυτής, με το οποίο  επιβάλλεται η επιλογή  της διάσπασης και της συνδυασμένης  εφαρμογής  περισσοτέρων διατάξεων διαφορετικών νόμων14,  ώστε σε κάθε περίπτωση να διαμορφώνεται από το δικαστήριο  το ευνοϊκότερο για τον συγκεκριμένο  κατηγορούμενο αποτέλεσμα15. Αυτό που προκύπτει από το περιεχόμενο της αρχής lex mitior είναι, ότι με αυτήν επιβάλλεται η προβλεπόμενη  από τον κανόνα του άρθρου 2 παρ. 1 του προηγούμενου ΠΚ αναδρομική εφαρμογή του επιεικέστερου ποινικού νόμου, ο  οποίος,  όπως το περιεχόμενό του είχε   ερμηνευτεί σύμφωνα με  την διαμορφωμένη πάγια  νομολογία, αποτελούσε ενότητα ισχύουσα και εφαρμοζόμενη ως σύνολο  υπό την έννοια, ότι  αποκλειόταν να επιχειρηθεί  η διάσπαση και ακολούθως ο συνδυασμός μεταξύ των διατάξεων των περισσοτέρων διαδοχικών  νόμων,  που καταλήγει  στην κατασκευή κανόνων, οι οποίοι  δεν ίσχυσαν σε κάποιον δεδομένο ιστορικό  χρόνο16.

Συνακόλουθα, από τα ανωτέρω διαγραφόμενα  όρια  ισχύος της  αρχής lex mitior που διαμορφώνονται από  τους προαναφερόμενους υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες στην εξεταζόμενη περίπτωση  διαδοχής που εμφανίζεται μεταξύ των ανωτέρω μνημονευόμενων διατάξεων του Ν 4174/2013 και Ν 4745/2020  δεν  καλύπτεται μεταξύ άλλων  και η υποχρέωση εφαρμογής του     άρθρου 92 Ν 4745/2020 ως ευνοϊκότερης κατά το άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ διάταξης  σε σχέση με τις αξιόποινες πράξεις φοροδιαφυγής που τελέστηκαν πριν από την 6-11-2020,  κατά τρόπο ώστε να προκαλείται η κατάργηση  της   μετάθεσης της έναρξης της παραγραφής  στο χρόνο της οριστικοποίησης της φορολογικής ενοχής και να συντελείται η αντικατάσταση  αυτής από τον κανόνα του  άρθρου 17 ΠΚ17. Η αποσπασματική εφαρμογή   με τον τρόπο αυτό της ως άνω ρύθμισης ως ευνοϊκότερης από την  προηγουμένως  ισχύουσα,  αλλά και από αυτή που ακολούθησε  (άρθρο. 163 Ν 4764/2020 ΦΕΚ Α 256/23-12-2020),  δεν επιβάλλεται από τους  προαναφερόμενους  κανόνες των  άρθρων 15 παρ. 1 εδ. γ΄ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Ν. 2462/1997),  7 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΝΔ 53/1974) και 49 παρ. 1 περ. γ΄ του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον όμως η  επιλογή  εφαρμογής με τον τρόπο αυτό του κανόνα του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ,  αποκλείεται από το Ν 4745/2020 και αυτό προκύπτει από την ρύθμιση που περιέχεται   στην ειδικότερη  μεταβατική διάταξη του άρθρου 96 Ν 4745/2020. Η διάταξη  αυτή δεν θα είχε  πλέον οποιοδήποτε  ρυθμιστικό  περιεχόμενο εάν  η αρχή lex mitior επέβαλλε την διάσπαση και  συνδυασμένη επιλεκτική  εφαρμογή των διαφόρων διατάξεων που περιέχονται σε περισσοτέρους  διαδοχικής ισχύος ποινικούς νόμους. Με δεδομένο όμως,  ότι η ως άνω  αρχή δεν έχει  το ανωτέρω  κανονιστικό περιεχόμενο,   ο  κανόνας του άρθρου   96 Ν 4745/2020 ερμηνευόμενος υπό το πρίσμα αυτής, σε συνδυασμό και  με το άρθρο 2 παρ. 1 του νέου  ΠΚ,  επιβάλλει  την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 32 παρ.3 και 4   92 και 96 Ν 4745/2020 ως μία ενότητα λόγω της εσωτερικής λογικής,  συστηματικής και τελολογικής  σύνδεσης, η οποία υφίσταται μεταξύ των ρυθμίσεων που περιέχονται σε αυτόν .

Υπό τους όρους αυτούς η εφαρμογή  με τον ανωτέρω περιγραφόμενο τρόπο του ειδικότερου  κανόνα που διαλαμβάνεται στο άρθρο 96 Ν 4745/2020 δεν αποκλείεται  από την διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ, δεδομένου ότι οι δύο διατάξεις κατά το ως άνω τμήμα τους  είναι ίσης τυπικής ισχύος , ώστε να μην αποκλείεται η εφαρμογή της αποκλίνουσας ανωτέρω μνημονευόμενης  ρύθμισης, όπως το περιεχόμενο αυτής  προκύπτει από το άρθρο   96 Ν 4745/2020. Επομένως, σε σχέση με τις αξιόποινες πράξεις φοροδιαφυγής, οι οποίες έχουν τελεστεί  πριν από  την 6-11-2020  και μέχρι την έναρξη  ισχύος του Ν 4764/2020 και  με την επιφύλαξη σε κάθε περίπτωση του ελέγχου της ειδικής σύνθεσης των περιστατικών της ερευνώμενης ατομικής ποινικής υπόθεσης, σε σχέση με το  σύστημα  κανόνων που ισχύουν για την   παραγραφή των αξιοποίνων πράξεων φοροδιαφυγής, ,  εφαρμόζεται, εφόσον εμφανίζεται  ως ευνοϊκότερη, η ρύθμιση που προκύπτει από το συνδυασμό   των διατάξεων  των άρθρων  32 παρ.3 και 4 , 92 Ν 4745/2020 και 113 ΠΚ.  Με την  εφαρμογή των διατάξεων αυτών, το  χρονικό σημείο   έναρξης της παραγραφής ανάγεται στο  χρόνο τέλεσης  της αξιόποινης πράξης φοροδιαφυγής. Παραλλήλως όμως ισχύει η  αναστολή  της σχετικής προθεσμίας κατά το  άρθρο 113 παρ.1 και 2 ΠΚ  για διάστημα  έως  τρία ή  πέντε έτη για τα πλημμελήματα  ή τα κακουργήματα αντιστοίχως, εφόσον δεν εκδόθηκε η οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή η πράξη επιβολής προστίμου κατ΄άρθρο 36 Ν 4174/2013, ενώ  ακολούθως με την έκδοση αυτών εφαρμόζεται  η     αναστολή της ίδιας προθεσμίας σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ 4 Ν 4745/2020.

  • Σύμφωνα με το άρθρο 55 παρ. 3 Ν 4174/2013 « Η επιβολή προστίμων και όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται σύμφωνα με τον Κώδικα είναι ανεξάρτητες από τυχόν ποινικές κυρώσεις και οποιαδήποτε ποινική διαδικασία προβλέπεται από οποιονδήποτε άλλο νόμο».
  • Σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ. 2 Ν 4174/2013 « Η παραγραφή των εγκλημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής».
  • Παπακυριάκου σε Παύλου/Σάμιος Ειδικοί Ποινικοί Νόμοι ΙΙΙ Φορολογικά αδικήματα ΙV αριθμ 76 σελ. 43.
  • Παπακυριάκου ο.π αριθμ 79-80 σελ. 44-45
  • Δημήτραινα Ζητήματα διαχρονικού δικαίου στα εγκλήματα φοροδιαφυγής ΠΧρ 2021 σελ. 4 επ.
  • Σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 3, 4 Ν  4174/2013  «3.Το άρθρο 55Α του ν. 4174/2013 7 αντικαθίσταται ως εξής :”Άρθρο 55A Παραπομπή εγκλημάτων φοροδιαφυγής σε ποινική δίκη. Εάν με βάση την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή την πράξη επιβολής προστίμου συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής, όπως ορίζεται στο άρθρο 66, υποβάλλεται μηνυτήρια αναφορά από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 68 του Κώδικα. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως. 4 Η παρ. 3  του άρθρου 68 του ν 4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής “.α) Αν, με βάση εκτελεστή πράξη της φορολογικής αρχής, συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής, εκ των οριζομένων στο άρθρο 66, η έκδοση τέτοιας πράξης αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής του σχετικού εγκλήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας. Για τον σκοπό αυτόν, η οικεία φορολογική αρχή ενημερώνει αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα και του αποστέλλει αντίγραφο της ως άνω διοικητικής πράξης. β) Αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια της ποινικής διαδικασίας. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας. Αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, σε κάθε άλλη δε περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. γ) Η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής και η αναβολή ή αναστολή της ποινικής διαδικασίας διαρκούν μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της φορολογικής αρχής, λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε. δ) Η εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας και η έκδοση των σχετικών αποφάσεων γίνονται κατά προτεραιότητα. Η φορολογική αρχή που εξέδωσε την πράξη ή η γραμματεία του οικείου διοικητικού δικαστηρίου ενημερώνουν αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα, αντιστοίχως, για την οριστικοποίηση της πράξης, λόγω μη άσκησης προσφυγής, ή για την έκδοση αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου και υποβάλλουν, κατά περίπτωση, υπηρεσιακό αντίγραφο του διοικητικού φακέλου ή της δικογραφίας της υπόθεσης. ε) Σε περίπτωση αναστολής της προθεσμίας της παραγραφής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περ. α`, δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα.».
  • Σύμφωνα με το άρθρο 68 παρ 3 Ν 4174/2013 « Η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής και προσφυγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων δεν επηρεάζει την ποινική διαδικασία. Το ποινικό δικαστήριο δύναται πάντως, σε περίπτωση που κρίνει ότι η έκβαση εκκρεμούς διοικητικής δίκης είναι ουσιώδης για τη δική του κρίση επί της υπόθεσης, να αναστείλει με απόφασή του την ποινική δίκη μέχρι την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου.»
  • Σύμφωνα με το άρθρο 55Α που προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ.5 Ν.4337/2015, όπως η παρ.1 αυτού αντικαταστάθηκε  με το άρθρο 35 παρ.1 Ν.4646/2019 «1. Εάν με βάση την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή την πράξη επιβολής προστίμου συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής, όπως ορίζεται στο άρθρο 66, υποβάλλεται μηνυτήρια αναφορά από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων σύμφωνα με τα οριζόμενα στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 68 του Κώδικα. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.  Η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής και προσφυγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων δεν επηρεάζει την ποινική διαδικασία. Το ποινικό δικαστήριο δύναται πάντως, σε περίπτωση που κρίνει ότι η έκβαση εκκρεμούς διοικητικής δίκης είναι ουσιώδης για τη δική του κρίση επί της υπόθεσης, να αναστείλει με απόφασή του την ποινική δίκη μέχρι την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου.  3. Η παραγραφή των εγκλημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής.»
  • Για τις θετικές δικονομικές προϋποθέσεις της δίωξης των αξιοποίνων πράξεων φοροδιαφυγής, οι οποίες  ίσχυαν  σύμφωνα ,με τους κανόνες των άρθρων 55Α και  68 παρ. 1  Ν 4174/2013 βλ Παπακυριάκου ο.π. αριθμ 18-33 σελ. 13-21.
  • Σχετικά με την αρχή αυτή και το δογματική της θεμελίωση βλ Μπέκα Η χρονική επέκταση ισχύος των ουσιαστικών ποινικών νόμων (Ερμηνεία των άρθρων 2 και 3 ΠΚ )  σελ 92 επ.
  • Λ.Μ Μπολάνη σε Σισιλιάνου Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου Ερμηνεία κατ’ άρθρο  αρθρ 7  αριθμ 30-31   σελ. 361-362 και σημ 70  σχετικά με το περιεχόμενο   της αρχής  που προκύπτει από  στο άρθρο 7 παρ.1 της ΕΣΔΑ,  η οποία όμως δεν καλύπτει και την  αναδρομική εφαρμογή των κανόνων που προκαλούν μείωση του χρόνου παραγραφής του ποινικού αδικήματος
  • Ο. Τσόλκα σε Σαχπεκίδου/Ταγαρά Κατ’ άρθρο ερμηνεία του Χάρτη των Θεμελιωδών  δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρθρ. 49  αριθμ 35 -39 σελ. 548-550
  • Μαγκάκη σε Συστηματική Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα άρθρα 1-133 , άρθρο 2 σελ. 41 πρβλ Μπέκα ο.π. σελ. 105
  • Ναζίρη Διαχρονικό ποινικό δίκαιο σελ 8
  • ΟλΑΠ 1/2020 ΠΧρ 2020 σελ.. 522
  • ΟλΑΠ 5/2008 ΠΧρ 2008 σελ. 508, ΑΠ 716/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 675/2018 ΠΧρ 2020 σελ. 99, ΑΠ 1266/2017, ΑΠ 506/2015ΝΟΜΟΣ
  • Δημήτραινα ο.π

Διάταξη Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Δήμευσης περιουσιακού στοιχείου εντός Ε.Ε με βάση τον Καν. 1805/2018 που ισχύει εντός της Ε.Ε από τις 19-12-2020, Λάμπρου Τσόγκα, Αντεισαγγελέα Εφετών Θράκης

Ελληνική Δημοκρατία

Εισαγγελία Εφετών Θράκης

ΔΙΑΤΑΞΗ       1/2021

Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΕΦΕΤΩΝ ΘΡΑΚΗΣ

 

Λάβαμε υπόψη τις διατάξεις του Κανονισμού ΕΕ 2018/1805, που εφαρμόζεται σε κάθε απόφαση δέσμευσης και σε κάθε απόφαση δήμευσης, που εκδίδεται στο πλαίσιο διαδικασιών επί ποινικών υποθέσεων. Ο ανωτέρω Κανονισμός αποτελεί μετεξέλιξη της οδηγίας 2014/42/ΕΕ, που ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το Ν.4478/2017 και η οποία εφαρμόζεται συμπληρωματικά σε σχέση με τις διατάξεις  του Κανονισμού.

Ακολούθως μελετήσαμε τη δικογραφία, που διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Εφετών Θράκης από την Εισαγγελία του Πρωτοδικείου …….. της Γερμανίας. Από τούτη προκύπτουν τα εξής:

Α) Σε βάρος του ……, γεννηθέντος στις……., εκδόθηκε η υπ’αριθμ…….. απόφαση του Πρωτοδικείου ………., με την οποία αυτός καταδικάστκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών και 3 μηνών για την πράξη της απάτης κατ’επάγγελμα εντός συμμορίας, η οποία με βάση το εν λόγω πιστοποιητικό σύμφωνα με το γερμανικό Ποινικό Κώδικα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών ετών.

Β) Η ανωτέρω απόφαση κατέστη αμετάκλητη στις 31-10-2018.

Γ) Με αυτή επιβλήθηκε δήμευση περιουσιακού στοιχείου ίσης αξίας με την προκληθείσα ζημία, στο δε πιστοποιητικό, που συνοδεύει την απόφαση, γίνεται μνεία ότι δημευθέν περιουσιακό στοιχείο είναι ακίνητο στην ………….. επί της οδού ………

Δ) Η ζημία από την τελεσθείσα στη Γερμανία πράξη της απάτης σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο πιο πάνω πιστοποιητικό ανέρχεται στο ποσό των 408.500 ευρώ.

Ε) Για τη δήμευση του ανωτέρω ακινήτου με βάση την προαναφερθείσα απόφαση έχει επισυναφθεί εις διπλούν το από 31-3-2021 πιστοποιητικό δήμευσης σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ του πιο πάνω Κανονισμού. Το πιστοποιητικό αυτό έχει εκδοθεί από τον Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου του ……….. Γερμανίας.

ΣΤ) Το ανωτέρω πιστοποιητό (εις διπλούν), το από 30-3-2021 αίτημα αναγνώρισης και εκτέλεσης της δήμευσης της απόφασης του Πρωτοδικείου του  ………. της Γερμανίας, και η βεβαίωση αμετακλήτου της απόφασης διαβιβάστηκαν απευθείας από τον Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου του ………….. Γερμανίας στον Εισαγγελέα Εφετών Θράκης μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα.

Ζ) Η πράξη της απάτης περιλαμβάνεται στον κατάλογο των εγκλημάτων του άρθρου 3 του Κανονισμού, για τα οποία μπορεί να γίνει λόγος εφαρμογής του σύμφωνα με όσα ορίζονται  στο άρθρο αυτό, δηλαδή χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου των πράξεων, για τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση δήμευσης, εφόσον οι πράξεις αυτές τιμωρούνται στο κράτος έκδοσης με ποινή στερητική της ελευθερίας μέγιστης διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών.

Η) Ο ……… είναι ψιλός κύριος του ανωτέρω ακινήτου δυνάμει του υπ’αριθ………. συμβολαιογραφικού εγγράφου της Συμβολαιογράφου………….. νομίμως μεταγεγραμμένου. Το ακίνητο είναι διαμέρισμα ισογείου ορόφου σε οικοδομή στην ……….. επί της οδού………… εντός του …… οικοδομικού τετραγώνου καθαρού εμβαδού ……..τμ και μικτού εμβαδού ……… τμ.

Θ) Στην υπ’αριθ………….. απόφαση του Πρωτοδικείου ……………. και στο από 31-3-2021 πιστοποιητικό του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού 2018/1805 αναφέρεται ότι η δήμευση του ανωτέρω περιουσιακού στοιχείου έλαβε χώρα για το λόγο ότι τα  οικονομικά ωφέλη, που αποκτήθηκαν μέσω της πράξης της απάτης, δεν βρίσκονται στην κατοχή του …………..και επομένως δημεύεται περιουσιακό στοιχείο, που αντιστοιχεί στην αξία αυτού που αποκτήθηκε κατά το άρθρο 73γ’ του Γερμανικού ΠΚ.

Με βάση τα προαναφερθέντα συντρέχουν οι λόγοι αναγνώρισης και εκτέλεσης της δήμευσης του ανωτέρω ακινήτου, που αποφασίστηκε με την υπ’αριθμ…………. (αμετάκλητη) απόφαση του Πρωτοδικείου……….. και για την οποία συντάχθηκε από τις γερμανικές αρχές το ανωτέρω αναφερθέν πιστοποιητικό του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού 2018/1805. Ακόμη πρέπει να αναφερθεί ότι το εν λόγω μέτρο είναι ακόλουθο με την αρχή της αναλογικότητας δεδομένου του ύψους της ζημίας της απάτης. Επιπλέον δεν συντρέχει κατά την κρίση μας κάποιος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 19 του Κανονισμού 2018/1805 λόγος άρνησης της αναγνώρισης και της εκτέλεσης της δήμευσης του ακινήτου, ενώ για τη διαβίβαση της απόφασης αυτής τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες στον Κανονισμό διατυπώσεις κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 33 του Κανονισμού, οι ουσιαστικοί λόγοι για την έκδοση της απόφασης δέσμευσης ή της απόφασης δήμευσης δεν μπορούν να προσβληθούν ενώπιον δικαστηρίου του κράτους εκτέλεσης και κατά συνέπεια η βασιμότητα των ουσιαστικών λόγων, στους οποίους στηρίχθηκε το Δικαστήριο του κράτους έκδοσης για τη λήψη της απόφασης της δήμευσης, δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης με την παρούσα διάταξή μας. Ειδικά τονίζεται στο σημείο αυτό ότι δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι το ποσοστό του θιγόμενου προσώπου επί του ακινήτου είναι τέτοιο, που καθιστά αδύνατη τη δήμευσή του κατά το  δίκαιο του κράτους εκτέλεσης (δηλαδή κατά το ελληνικό δίκαιο) ή ότι αξία της ζημίας, που προκλήθηκε από την πράξη της απάτης είναι μικρής αξίας και η δήμευση του ακινήτου αποτελεί δυσανάλογο μέτρο σε βάρος του θιγόμενου. Ακόμη σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 εδάφιο γ’ του Κανονισμού 2018/1805 ως περιουσιακά στοιχεία, που αφορά ο εν λόγω Κανονισμός είναι και εκείνα, που υπόκεινται σε δήμευση μέσω της εφαρμογής, στο κράτος έκδοσης οποιωνδήποτε από τις εξουσίες δήμευσης, που προβλέπονται στην οδηγία 2014/42/ΕΕ. Σύμφωνα δε με το άρθρο  4 της πιο πάνω οδηγίας τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να καταστεί δυνατή, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, η δήμευση οργάνων και προϊόντων εγκλήματος ή περιουσιακών στοιχείων η αξία των οποίων είναι ισοδύναμη με αυτά τα όργανα ή προϊόντα, υπό την αίρεση οριστικής καταδίκης για ποινικό αδίκημα, που μπορεί να επίσης να έχει απαγγελθεί ερήμην. Κατά το άρθρο 73 του Γερμανικού ΠΚ (δηλαδή του κράτους έκδοσης της απόφασης για τη δήμευση) επιτρέπεται δήμευση περιουσιακού στοιχείου, που αντιστοιχεί στην αξία αυτού που αποκτήθηκε μέσω της αξιόποινης πράξης, εφόσον τούτο δεν το κατέχει ο δράστης. Επίσης σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 69 του Ελληνικού ΠΚ αν τα αντικείμενα ή τα περιουσιακά στοιχεία της παραγράφου 1 δεν υπάρχουν πλέον ή δεν έχουν βρεθεί, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει δήμευση (αναπληρωματική δήμευση) σε ίσης, κατά το χρόνο έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης, αξίας  περιουσιακά στοιχεία του δράστη.  Κατά συνέπεια το ανωτέρω αναφερθέν ακίνητο αποτελεί περιουσιακό στοιχείο, που αφορά ο Κανονισμός 2018/1805 για την αναγνώριση και εκτέλεση της δήμευσης  του κράτους έκδοσης στο κράτος εκτέλεσης.  Επιπλέον σε ό,τι αφορά το ζήτημα του αρμοδίου οργάνου στην Ελλάδα για την αναγνώριση και εκτέλεση της δήμευσης του κράτους έκδοσης πρέπει να αναφερθεί  ότι αρμόδιος για το ζήτημα αυτό ο Εισαγγελέας Εφετών, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που αφορά η δήμευση. Τούτο προκύπτει από όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 22 Ν.4478/2017, που τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, μη υφισταμένου προς το παρόν εφαρμοστικού ελληνικού νόμου  για τον Κανονισμό 2018/1805 ως προς το  ανωτέρω ζήτημα. Επομένως με βάση όλα όσα προεκτέθηκαν το αίτημα των Γερμανικών Αρχών πρέπει να γίνει δεκτό, να αναγνωριστεί και να εκτελεστεί η δήμευση του πιο πάνω ακινήτου, που διατάχθηκε με την υπ’αριθμ. ……….. (αμετάκλητη) απόφαση του Πρωτοδικείου…………… και για την οποία συντάχθηκε από τις γερμανικές αρχές το ανωτέρω αναφερθέν πιστοποιητικό του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού 2018/1805. Έτσι κρίνουμε ότι τούτο το ακίνητο, του οποίου ο θιγόμενος (……….) είναι ψιλός κύριος,  πρέπει να κατασχεθεί δυνάμει της παρούσας διάταξής μας αφού  αναγνωρίζουμε και εκτελούμε τη δήμευση αυτού δυνάμει της ανωτέρω απόφασης του Πρωτοδικείου του ……….. Γερμανίας και του οικείου πιστοποιητικού του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού 2018/1805. Προς τούτο  παραγγέλλουμε τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ……….. να προβεί σε  όλες τις απαιτούμενες ενέργειες, τη μεταγραφή της παρούσας διάταξης μετά των συνημμένων εγγράφων των Γερμανικών Αρχών (την υπ΄αριθμ. …… αμετάκλητη απόφαση του Πρωτοδικείου ……….., το πιστοποιητικό του Παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού 2018/1805, το αίτημα περί δήμευσης του Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου …….) στα οικεία βιβλία του  Υποθηκοφυλακείου ……….. και  την εγγραφή  της παρούσας διάταξης μετά των συνημμένων εγγράφων των  Γερμανικών Αρχών (την υπ΄αριθμ……… αμετάκλητη απόφαση του Πρωτοδικείου ………., το πιστοποιητικό του Παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού 2018/1805, το αίτημα περί δήμευσης του Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου ……….) στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου. Τέλος ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών …….. πρέπει να παραγγελθεί να προβεί για λογαριασμό μας στις ενέργειες ενημέρωσης του θιγόμενου (όπως προβλέπεται στο άρθρο 32 του Κανονισμού 2018/1805) για την έκδοση της παρούσας διάταξής μας και το δικαίωμά του να ασκήσει προσφυγή στο Συμβούλιο Εφετών εντός 10 ημερών από την επίδοση της διάταξής μας κατ’εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 25 Ν.4478/2017, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Η επίδοση της διάταξής μας στον θιγόμενο είναι αναγκαία προκειμένου αυτός να έχει πλήρη ενημέρωση περί του μέτρου, το οποίο ελήφθη σε βάρος του με την παρούσα διάταξή μας, των λόγων, για τους οποίους αυτή εκδόθηκε και για τα μέσα άμυνας, που διαθέτει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κατάσχουμε το διαμέρισμα …….. ορόφου οικοδομής στην ……… επί της οδού …….., αρ……..εντός του …… οικοδομικού τετραγώνου, καθαρού εμβαδού …… τμ και μικτού εμβαδού …….., του οποίου ο …….. είναι ψιλός κύριος, και αναγνωρίζουμε και εκτελούμε τη δήμευση, που επιβλήθηκε από το Πρωτοδικείο του …….. Γερμανίας δυνάμει της υπ’αριθμ…….. αμετάκλητης απόφασής του και του από 31-3-2021 πιστοποιητικού του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού 2018/1805, που συνέταξε ο Εισαγγελέας του Πρωτοδικείου του …………

Παραγγέλλουμε τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ………… να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες, τη μεταγραφή της παρούσας διάταξης μετά των συνημμένων εγγράφων των Γερμανικών Αρχών (την υπ’αριθ……. αμετάκλητη απόφαση του Πρωτοδικείου ………, το από 31-3-2021 πιστοποιητικό του Παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού 2018/1805, το από 30-3-2021 αίτημα περί δήμευσης του Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου ……….) στα οικεία βιβλία του  Υποθηκοφυλακείου  ………… και  την εγγραφή  της  παρούσας διάταξης μετά των συνημμένων εγγράφων των  Γερμανικών Αρχών (υπ’αριθμ. …… αμετάκλητη απόφαση του Πρωτοδικείου ….., το από 31-3-2021 πιστοποιητικό του Παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού 2018/1805, το από 30-3-2021  αίτημα περί δήμευσης του Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου ……..) στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου.

Παραγγέλλουμε τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ………. να προβεί για λογαριασμό μας στην επίδοση της διάταξής μας στο θιγόμενο πρόσωπο (…….), στην οικεία δε έκθεση να γίνει μνεία ότι έχει δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή στο Συμβούλιο Εφετών εντός 10 ημερών από την επίδοση της διάταξής μας κατ’εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 25 Ν.4478/2017.

     Κομοτηνή 7-6-2021

                      Ο Εισαγγελέας Εφετών Θράκης

Λάμπρος Σ.Τσόγκας

             Αντεισαγγελέας Εφετών

Περί της συνταγματικότητας των νομοθετικών διατάξεων για την επονομαζόμενη “ειδική παραγραφή” ή “παραγραφή υφ’ όρον”, Αντωνίου Βόμβα, Πρωτοδίκη

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 86KB)

Γιατί γυναικοκτονία και όχι ανθρωποκτονία, Ελευθερία Κώνστα, Εφέτης

 Κατ ‘αρχήν, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ο καθένας μας μπορεί να πέσει θύμα βίας στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό του βίο, είτε είναι άντρας είτε είναι γυναίκα. Ωστόσο, η βία κατά των γυναικών ξεχωρίζει ως ένα ιδιαίτερα σοβαρό και περίπλοκο φαινόμενο που συνδέεται άμεσα με το φύλο. Οι γυναίκες σε όλο τον κόσμο υφίστανται βία, συμπεριλαμβανομένης της σωματικής, της σεξουαλικής βίας, της ψυχολογικής και οικονομικής βίας λόγω του φύλου τους. Η βία συνοδεύει μια γυναίκα από την παιδική ηλικία καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής της, είτε στο σχολείο, στο σπίτι, στην εργασία ή αλλού. Ακόμα και όταν είναι  έμβρυο μπορεί να υφίσταται διακρίσεις,  πριν ακόμα γεννηθεί, καθώς τα στερεότυπα των φύλων βρίσκονται πίσω από τις επιλεκτικές αμβλώσεις.  

Η κλιμακούμενη βία κατά των γυναικών σε  ολόκληρο τον κόσμο είναι ανησυχητική. Σύμφωνα με τις παγκόσμιες εκτιμήσεις που δημοσιεύθηκαν από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), περίπου 1 στις 3 (35%) γυναίκες παγκοσμίως έχουν βιώσει σωματική ή σεξουαλική βία από τον σύντροφό τους ή γενικά βία κατά τη διάρκεια της ζωής τους. H έρευνα του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ για το 2014 έδειξε ότι μία στις τρεις γυναίκες έχει υποστεί σωματική βία, σεξουαλική βία, ή και τις δύο μορφές βίας από την ηλικία των 15 ετών και έπειτα. Το 55% των γυναικών έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με μία ή περισσότερες μορφές σεξουαλικής παρενόχλησης, το 11% έχει υποστεί ψηφιακή παρενόχληση ενώ μία στις είκοσι έχει βιαστεί.

Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης,  που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης το 2011, τέθηκε σε ισχύ το 2014 και υπογράφηκε από την ΕΕ το 2017, είναι το πρώτο διεθνώς νομικά δεσμευτικό κείμενο του είδους του καθώς τα κράτη που την επικυρώνουν πρέπει να ακολουθούν συγκεκριμένα κριτήρια για την πρόληψη της έμφυλης βίας, την προστασία των θυμάτων και την τιμωρία των αυτουργών. Στο άρθρο 3 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, δίνεται μία σειρά ορισμών που χρησιμοποιούνται στα πλαίσια προσδιορισμού της βίας και των διακρίσεων κατά των γυναικών.  Ως «βία κατά των γυναικών» (άρθρο 3 περ.α) νοείται κάθε παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κάθε μορφή διάκρισης κατά των γυναικών, περιλαμβάνει δε όλες τις πράξεις βίας βάσει φύλου που έχουν ως αποτέλεσμα ή ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική ή οικονομική βλάβη ή πόνο σε γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων απειλών, πράξεων εξαναγκασμού ή αυθαίρετης στέρησης της ελευθερίας. Το ίδιο άρθρο ορίζει ότι «βία λόγω φύλου» (άρθρο 3 περ.δ) σημαίνει βία που στρέφεται εναντίον μιας γυναίκας επειδή είναι γυναίκα ή αυτή που επηρεάζει δυσμενώς αυτή. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι όροι «βία βάσει φύλου» και «βία κατά των γυναικών» χρησιμοποιούνται συχνά εναλλακτικά, λόγω του γεγονότος ότι η βία λόγω φύλου επηρεάζει κυρίως γυναίκες.

Ως «ενδοοικογενειακή βία» ορίζονται όλες εκείνες οι πράξεις φυσικής, σεξουαλικής, ψυχολογικής ή οικονομικής βίας οι οποίες συμβαίνουν εντός της οικογένειας ή οικογενειακής μονάδας ή μεταξύ πρώην ή νυν συζύγων ή συντρόφων, ανεξάρτητα ή όχι του κατά πόσο ο δράστης μοιράζεται ή έχει μοιρασθεί την ίδια κατοικία με το θύμα.   Αν και ο όρος «ενδοοικογενειακή» μπορεί να φαίνεται ότι περιορίζει το πλαίσιο,  αναγνωρίζεται ότι η βία μπορεί να συνεχιστεί και μετά τη λήξη μιας σχέσης. Επομένως, δεν απαιτείται κοινή κατοικία του θύματος και του δράστη για να θεωρηθεί η βία ως «ενδοοικογενειακή». Η ενδοοικογενειακή βία   είναι η πιο διαδεδομένη μορφή βίας κατά των γυναικών γι΄αυτό τα κράτη της Σύμβασης πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στις προσπάθειές τους για την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας. Ένας άλλος ορισμός που δίνεται με την Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης είναι για το «Φύλο» (Gender) που σημαίνει τους κοινωνικά κατασκευασμένους ρόλους, συμπεριφορές, δραστηριότητες και χαρακτηριστικά που μια κοινωνία θεωρεί κατάλληλα για γυναίκες και άνδρες (άρθρο 3 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης). Χρήσιμο θα ήταν να δώσουμε και το πλαίσιο της σεξουαλικής παρενόχλησης που περιλαμβάνει οποιαδήποτε μορφή ανεπιθύμητης λεκτικής, μη λεκτικής ή φυσικής συμπεριφοράς σεξουαλικής φύσης με σκοπό ή αποτέλεσμα την παραβίαση της αξιοπρέπειας ενός ατόμου, ιδίως όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, ταπεινωτικό, ταπεινωτικό ή προσβλητικό περιβάλλον.

Άλλες μορφές βίας πέρα του βιασμού, -συμπεριλαμβανομένων και των εκτεταμένων ή συστηματικών βιασμών κατά τη διάρκεια ένοπλων συγκρούσεων-, είναι ο αναγκαστικός γάμος, τα εγκλήματα «τιμής», η καταδίωξη (δηλαδή η εσκεμμένη απειλητική συμπεριφορά που απευθύνεται σε άλλο άτομο, προκαλώντας σε αυτόν φόβο για την ασφάλειά του), η εμπορία γυναικών, η καταναγκαστική πορνεία, ο ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων, η αναγκαστική άμβλωση και αποστείρωση κ.λ.π. Οι μορφές βίας κατά των γυναικών διαφοροποιούνται επίσης ανάλογα με το είδος της βλάβης που προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει ήτοι σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική βία ή οικονομική. Συνήθως, ένα θύμα υπόκειται σε διάφορες μορφές και πολλές φορές αλληλεπικαλύπτονται μεταξύ τους. Για παράδειγμα η βία ανάμεσα σε συντρόφους μπορεί να περιλαμβάνει όχι μόνο σωματικές επιθέσεις, σεξουαλική βία και ψυχολογική κακοποίηση, αλλά και καταδίωξη,  εκ των οποίων η τελευταία λαμβάνει χώρα κυρίως κατά την περίοδο μετά τον χωρισμό.  Η ενδοοικογενειακή βία είναι πιθανό να γίνει πιο συχνή και πιο σοβαρή όσο συνεχίζεται και μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο, γεγονός που μπορεί να σχετίζεται και με το φύλο (γυναικοκτονία).

Η αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών,  ως παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δίνει τη δυνατότητα στα θύματα να θεωρούνται υποκείμενα αυτών των παραβιάσεων. Η αναγνώριση αυτή αποσαφηνίζει τις δεσμευτικές υποχρεώσεις των κρατών για την πρόληψη, την εξάλειψη και την τιμωρία αυτής της βίας. Για να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους έναντι της σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, τα κράτη  οφείλουν να επιδιώξουν να μεταμορφώσουν τους κοινωνικούς και πολιτιστικούς κανόνες που ρυθμίζουν τις σχέσεις εξουσίας μεταξύ γυναικών και ανδρών. Ειδικά το φαινόμενο της βίας κατά των γυναικών αποτελεί μια ακραία έκφραση ανισότητας λόγω φύλου και πρόκειται για παραβίαση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ενώ στις χειρότερες μορφές της μπορεί να εκδηλωθεί ως προσβολή του εννόμου αγαθού στη ζωή.

Το γεγονός ότι η βία έχει έμφυλη διάσταση αναγνωρίζεται διεθνώς. Έτσι, η Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών περιγράφει το φαινόμενο αυτό  ως «…μια εκδήλωση ιστορικά άνισων σχέσεων εξουσίας μεταξύ ανδρών και γυναικών, οι οποίες οδήγησαν στην κυριαρχία και στις διακρίσεις κατά των γυναικών από τους άνδρες και στην πρόληψη της πλήρους την πρόοδο των γυναικών, και ότι η βία κατά των γυναικών είναι ένας από τους κρίσιμους κοινωνικούς μηχανισμούς με τους οποίους οι γυναίκες αναγκάζονται να υποταχθούν σε σύγκριση με τους άνδρες».  Επίσης, η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης στα άρθρα 4.2 και 4.3 τονίζει ότι η απόλαυση κάθε δικαιώματος απαλλαγμένη από τη βία συνδέεται με την υποχρέωση των κρατών να διασφαλίζουν την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών να ασκούν και να απολαμβάνουν όλα τα αστικά, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα. Η ευρωπαϊκή επιτροπή CEDAW στη γενική της σύσταση για τη βία κατά των γυναικών (αρ. 19) φρόντισε να διασφαλιστεί η αναγνώριση της βίας που βασίζεται στο φύλο κατά των γυναικών, ως μορφή διάκρισης που «αναστέλλει σοβαρά την ικανότητα των γυναικών να απολαμβάνουν δικαιώματα και ελευθερίες βάσει της ισότητας με τους άνδρες» (βλ. ΕΔΔΑ στην υπόθεση Opuz κατά Τουρκίας). Μια προσέγγιση ευαίσθητη στο φύλο είναι μια προσέγγιση που προσπαθεί να διορθώσει τις ανισότητες μεταξύ των φύλων λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των εμπειριών και των αναγκών των γυναικών και των ανδρών. Απαιτεί την προσοχή στους διαφορετικούς ρόλους και ευθύνες γυναικών/κοριτσιών και ανδρών/αγοριών που υπάρχουν σε συγκεκριμένα κοινωνικά, πολιτιστικά, οικονομικά και πολιτικά πλαίσια. Αυτή η προσέγγιση θα συμβάλει ώστε να διασφαλιστεί η πρόσβαση των γυναικών στα καθολικά ανθρώπινα δικαιώματα και η εξάλειψη των διακρίσεων.

Το φαινόμενο «βία κατά των γυναικών» προκαλεί πόνο, φόβο και αγωνία ενώ μειώνει την ικανότητα των θυμάτων-γυναικών να συνεισφέρουν παραγωγικά στην οικογένεια, την οικονομία και τη δημόσια ζωή. Κατά μια ευρύτερη άποψη, μειώνει το συνολικό εκπαιδευτικό επίτευγμα, την κινητικότητα και το δυναμικό ενός σημαντικού ποσοστού του πληθυσμού, καθώς οι γυναίκες που είναι θύματα, τα παιδιά που μεγαλώνουν μάρτυρες της βίας, ακόμη και οι δράστες που καταφεύγουν στις εν λόγω  καταστροφικές πράξεις έχουν περιορισμένες δυνατότητες. Δυστυχώς, στην Ευρώπη του 21ου αιώνα, η βία και οι διακρίσεις κατά των γυναικών εξακολουθούν να υφίστανται. Στην χώρα μας η κακοποίηση γυναικών αποτελεί ακόμα ζήτημα ταμπού για τη  κοινωνία, γι΄αυτό η διάκριση του φόνου μίας γυναίκας όταν τα αίτια της βασίζονται στο φύλο είναι ζωτικής σημασίας να αποδίδεται ως γυναικοκτονία και όχι ως ανθρωποκτονία. Όσο περισσότερα περιστατικά βίας κατά των γυναικών αποκαλύπτονται, τόσο θα ευελπιστούμε σε μια  καλύτερη και ουσιαστικότερη αντιμετώπιση του φαινομένου. Μία πρώτη προσέγγιση αντιμετώπισης του φαινομένου, θα ήταν η τροποποίηση του άρθρου 82Α του Ποινικού Κώδικα περί εγκλημάτων με ρατσιστικά χαρακτηριστικά, που ορίζει ότι εάν ο δράστης επέλεξε το θύμα λόγω μιας ιδιότητάς του, τότε το πλαίσιο της ποινής που μπορεί να του επιβληθεί αυξάνεται, ειδικά στα κακουργήματα  το ελάχιστο όριο ποινής αυξάνεται κατά δύο έτη. Το φύλο ως λόγος διάκρισης όπως αναφέρεται στα διεθνή κείμενα που προαναφέρθηκαν, ανήκει  στις ιδιότητες που μπορεί να περιλαμβάνονται στο άρθρο 82Α. Έτσι εάν ο δράστης ανθρωποκτονίας έχει επιλέξει το θύμα λόγω του φύλου του, να υπάρχει αυστηροποίηση ως προς την νομική του αντιμετώπιση και να μην μπορεί να του επιβληθεί ποινή κατώτερη των 12 ετών κάθειρξης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 4.4 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, τα ειδικά μέτρα που είναι απαραίτητα για την πρόληψη και την προστασία των γυναικών από βία λόγω φύλου δεν θεωρούνται διακρίσεις.

Ελευθερία Κώνστα

Εφέτης

 

Η ΑΠΛΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΗΡΥΞΗΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ ΜΙΚΡΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ, ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΩΝ ΤΗΣ Ε.Δ.Ε.

 

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 136KB)

 

Ένα νέο νόημα για την Ελπίδα -Το Ταμείο Προνοίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών-Του José Igreja Matos, Προέδρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών (την μετάφραση του κειμένου επιμελήθηκε η Σταυρούλα Δούση, Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών, μέλος της Εξελεγκτικής Επιτροπής και της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων της Ε.Δ.Ε.)

 

Ένα νέο νόημα για την Ελπίδα –

Το Ταμείο Προνοίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών

 

Του José Igreja Matos, Προέδρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών

(την μετάφραση του κειμένου επιμελήθηκε

η Σταυρούλα Δούση, Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών,

μέλος της Εξελεγκτικής Επιτροπής και της Επιτροπής Διεθνών Σχέσεων της Ε.Δ.Ε.)

 

Περίληψη: Ιδρυθέν μόλις μερικούς μήνες μετά την κατάρρευση του Κράτους Δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, το Ταμείο Προνοίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών (European Association of JudgesEAJ) έχει συνδράμει εκατοντάδες Δικαστές και Εισαγγελείς. Ωστόσο, η κατάστασή τους επιδεινώθηκε για άλλη μια φορά κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Μία ανανεωμένη χειρονομία αλληλεγγύης θα πρέπει να παρασχεθεί από τους Ευρωπαίους Δικαστές· οι Τούρκοι συνάδελφοί μας δεν θα είναι ποτέ πια μόνοι.

 

Τα τρομερά νούμερα μιλούν δυνατά από μόνα τους. Από το έτος 2016, περισσότεροι από 4.500 Τούρκοι δικαστές και εισαγγελείς έχουν παυθεί και τουλάχιστον 2.450 από αυτούς έχουν συλληφθεί. Δικαστές και Εισαγγελείς κρατήθηκαν σε κοινές φυλακές, στοιβάχτηκαν σε υπερπλήρη κελιά ή υπέστησαν έναν σκληρό μοναχικό εγκλεισμό, υπό συνθήκες που παραβιάζουν τα ελάχιστα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Βρέθηκαν παυθέντες χωρίς να υποβληθούν σε μία έστω κατ’ απομίμηση διαδικασία, τα περιουσιακά τους στοιχεία δημεύθηκαν και η Ένωση που με ανεξαρτησία εκπροσωπούσε το δικαστικό σώμα (YARSAV) – ακρωνύμιο του Yargıçlar ve Savcılar Birliği, αποδιδόμενο στα ελληνικά ως Συνδικάτο Δικαστών και Εισαγγελέων –  ένα εξέχον μέλος της ΕΕΔ (EAJ), διαλύθηκε διοικητικά. Όταν, και αν, αποφυλακιστούν από τη φυλακή, αντιμετωπίζονται κοινωνικά ως παρίες. Αποστερημένοι με μεθοδικό τρόπο από τα υπάρχοντα τους, είναι σχεδόν αδύνατη η εύρεση εργασίας αφ’ ης στιγμής έχουν χαρακτηριστεί «τρομοκράτες» μέσω μιας ειδικής μνείας στον αριθμό κοινωνικής τους ασφάλισης. Το να απασχολείς έναν από αυτούς τους συναδέλφους, ακόμα και στα πιο ταπεινά επαγγέλματα, συνεπάγεται σοβαρούς κινδύνους.

Η επακόλουθη αγωνία άμεσα έφθασε σ’ εμάς – αρκετές εκατοντάδες επιστολές γραμμένες από Τούρκους συναδέλφους, από τους και τις συζύγους τους, από τις οικογένειές τους, έφθασαν στα κεντρικά γραφεία της Ένωσης στη Ρώμη. Οι λέξεις ήταν διαπεραστικές, η θλίψη σχεδόν ανυπόφορη· έγινε απόλυτα σαφές ότι η ΕΕΔ (EAJ) έπρεπε να αντιδράσει.

Τα τελευταία πέντε χρόνια, η Διεθνής Ένωση Δικαστών (International Association of Judges – IAJ) και το περιφερειακό της τμήμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση Δικαστών (EAJ), εξέδωσε έναν επιβλητικό αριθμό 96 δημόσιων δηλώσεων αποδοκιμάζοντας την κατάσταση του Τουρκικού Δικαστικού Σώματος, συμπεριλαμβανομένων αρκετών επιστολών προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Τουρκικές Ανώτατες Αρχές. Δυστυχώς, για πολλοστή φορά, η ΕΕΔ (EAJ) ήρθε αντιμέτωπη με μία συνένοχη σιωπή.

Ως Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών, επανειλημμένα διατύπωσα σε δημόσιες εμφανίσεις τη φρικτή ταλαιπωρία των Τούρκων συναδέλφων μας, προειδοποιώντας την Ευρωπαϊκή κοινότητα για το άνευ προηγουμένου επίπεδο παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που στοχεύει το δικαστικό σύστημα. Η ΕΕΔ (EAJ) έχει επισήμως προετοιμάσει και υποβάλει την υποψηφιότητα του Murat Arslan, του ηρωικού προέδρου της YARSAV, για το Βραβείο «Βάτσλαβ Χάβελ» του Συμβουλίου της Ευρώπης· η εκλογή του το έτος 2017 ήταν μία ξεχωριστή αναγνώριση του ως «ενός ένθερμου υποστηρικτή της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης» για να χρησιμοποιήσω τις ακριβείς λέξεις της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Παρ’ όλα αυτά, η ΕΕΔ (EAJ) αναγνώρισε ότι πρέπει να γίνει μία πρόσθετη προσπάθεια από ανθρωπιστικής πλευράς. Η βασανιστική έκκληση για βοήθεια, εκπεφρασμένη μέσα από όλες αυτές τις επιστολές δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί.

Για το λόγο αυτό, λαμβάνοντας υπόψιν το άρθρο 6ο του Καταστατικού της και το άρθρο 10ο του Καταστατικού της Διεθνούς Ένωσης Δικαστών, και σύμφωνα με την εξουσιοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης Δικαστών, ήδη από τον Οκτώβριο του έτους 2016, ιδρύθηκε ένα Ταμείο Προνοίας για να συνδράμει τα μέλη του δικαστικού σώματος σε χώρες των οποίων το δικαστικό σώμα εκπροσωπείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση Δικαστών.

Αποφασίστηκε να προσφέρει οικονομική βοήθεια σ’ εκείνους τους συναδέλφους που ζήτησαν υποστήριξη και εμφάνισαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για επείγουσα βοήθεια. Ο Κανονισμός του Ταμείου, που εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση, όρισε ως πρωταρχικό κριτήριο την παροχή βοήθειας στους αιτούντες που έχουν μικρά παιδιά ή σοβαρές ασθένειες. Με στόχο να ωφεληθούν όσο το δυνατόν  περισσότερες οικογένειες, οι δωρεές ορίστηκε να ξεκινούν από τα χαμηλά ποσά των 900 ή 500 ευρώ. Μία Επιτροπή αποτελούμενη από δικαστές πέντε χωρών, συμπεριλαμβανομένης και της Γερμανίας, συστάθηκε άμεσα προκειμένου να συλλέξει τις ενισχύσεις και τα ποσά των δωρεών.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων πέντε ετών, το Ταμείο προσέφερε το σημαντικό ποσό των περίπου 205.000 ευρώ, βοηθώντας περισσότερες από 300 οικογένειες.

Σχετικά με τους Τούρκους συναδέλφους, η ηθική υποστήριξη υπήρξε πάντοτε τόσο σημαντική όσο και η οικονομική. Για το λόγο αυτό, όταν ανταποκρινόμαστε σε αιτήματα για βοήθεια, προσθέτουμε πάντοτε ένα μήνυμα αλληλεγγύης και ομαδικότητας, με τις εξής φράσεις: «Ως ένδειξη ηθικής υποστήριξης, η IAJ/EAJ, και συγκεκριμένα οι Ευρωπαίοι δικαστές, εκφράζουν την ένθερμη αλληλεγγύη τους και εύχονται τα καλύτερα για εσάς και για όλους τους Τούρκους συναδέλφους σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές. Δεν είστε μόνοι.»

Οι πολυάριθμες ευχαριστήριες απαντήσεις που λάβαμε είναι, αναμφίβολα, η καλύτερή μας ανταμοιβή. Επιτρέψτε μου να σας αναφέρω δύο από αυτές. Ένα ξεκάθαρο μήνυμα: «Ευχαριστώ για την καλοσύνη σας. Δυστυχώς, έχουμε ξεχάσει εδώ και καιρό ότι είμαστε άνθρωποι. Ακόμα κι αν η αίτησή μου κρινόταν θετικά ή αρνητικά, μας θυμίσατε ότι είμαστε άνθρωποι. Ευχαριστώ και για αυτό επίσης.» Ένα ακόμα μήνυμα από συνάδελφο που περιέγραφε πώς ο τρίχρονος γιός της συγκινήθηκε από ένα απλό παιχνίδι. «Πως μπόρεσες να το αγοράσεις, Μαμά;», εκείνος ρώτησε. «Χάρη στους πολύ καλούς συναδέλφους δικαστές στην Ευρώπη» – απάντησε η μητέρα.

Οι γενναιόδωρες συνεισφορές της Γερμανικής Ένωσης Δικαστών (DRB), ήταν υψίστης σημασίας για τις επιτυχημένες προσπάθειες του Ταμείου Προνοίας να προσφέρει υλική και ηθική υποστήριξη σε εκατοντάδες Τούρκους δικαστές και τις ταλαιπωρημένες οικογένειές τους. Η ΕΕΔ (EAJ) – η μεγαλύτερη οργάνωση δικαστών στην Ευρώπη  που συγκροτείται από τις 44 αντιπροσωπευτικότερες εθνικές ενώσεις της ηπειρωτικής Ευρώπης – επιθυμεί να επαινέσει δημοσίως τη συνεχή αφοσίωση των Γερμανών δικαστών, μέσω της Ένωσής τους, που επίσης εκφράστηκε μέσω ατομικών δωρεών.

Δυστυχώς, αν και πέρασαν πολλά και επίπονα χρόνια, τα κίνητρα απελπισίας που επικύρωσαν τη δημιουργία του Ταμείου, παραμένουν αμετάβλητα, αν όχι διευρυμένα. Ο απολυταρχισμός του καθεστώτος παραμένει άκαμπτος παρόλο που η χειροτέρευση της οικονομικής κρίσης στην Τουρκία επιδεινώθηκε σοβαρά από την πανδημία της COVID-19. Αυτές οι συνθήκες εξηγούν γιατί κατά τη διάρκεια μόνο 3 μηνών του τρέχοντος έτους η ΕΕΔ (EAJ) δέχτηκε περισσότερα νέα αιτήματα από ότι δέχτηκε συνολικά κατά το έτος 2019 και περισσότερα από τα μισά του έτους 2020.

Τα ολέθρια αποτελέσματα της COVID-19 είναι πιο έντονα στα πιο ευάλωτα μέλη των κοινωνιών μας. Επιπρόσθετες προσπάθειες είναι αναγκαίες κι αποκτούν μεγαλύτερη αξία, ιδίως στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε.

Η κρίση του κράτους δικαίου στην Ευρώπη, κυρίως στην Πολωνία και Ουγγαρία, επέβαλε μία αποφασισμένη συμμετοχή των Ευρωπαίων Δικαστών και των Ενώσεών τους στον Διεθνή Χώρο –  Ευρωπαϊκή Ένωση, Συμβούλιο της Ευρώπης, Ηνωμένα Έθνη, κ.λπ. Έτσι, η παρουσία μας είναι πιο σημαντική από ποτέ και η ΕΕΔ (EAJ) δέχεται συνεχώς ερωτήματα από τους σημαντικότερους παράγοντες στην Ευρώπη προκειμένου να συνεισφέρει σε ζητήματα που σχετίζονται με το νομικό – δικαστικό σύστημα.

Όμως, τίποτα δεν μας έδωσε περισσότερη ικανοποίηση από αυτήν την προσπάθεια στήριξης του Τουρκικού δικαστικού σώματος.

Δικαστές και Εισαγγελείς, όπως κάθε νομικός εν γένει, πρέπει να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή έχοντας ηθική υποχρέωση για την υπεράσπιση μιας ασυμβίβαστης δικαστικής ακεραιότητας. Όπως είπε κάποτε ο Γερμανός φιλόσοφος Άρτουρ Σοπενχάουερ, στο τέλος της ημέρας, η συμπόνια είναι το θεμέλιο της ηθικής. Βασιζόμενοι στη γενναιοδωρία σας, θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε – ό, τι και να συμβεί –  του Τούρκους Συναδέλφους και τις οικογένειές τους. Μας αποδεικνύουν, καθημερινά, μέσα από τις αντιξοότητες και το σθένος τους, πώς να βρούμε ένα νέο νόημα για ελπίδα.

 

 

Η συναίνεση σε ιατρικές πράξεις ενηλίκων κρατουμένων, ΒΙΡΓΙΝΙΑΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, Εισαγγελέως Εφετών, Διδάκτορος Νομικής, ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών, Υπ. Διδάκτορος Νομικής

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 90KB)

ΕΧΕΙ Η ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΘΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ; Αικατερίνης Μάτση, Αντεισαγγελέα Εφετών, Αντιπροέδρου Β’ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

ΕΧΕΙ Η ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΘΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ;

 

            της Αικατερίνης Μάτση, Αντεισαγγελέα Εφετών

                                                                                  Αντιπροέδρου Β’ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Η εγκληματικότητα θεωρείται ως ένα ανώμαλο κοινωνικά φαινόμενο που συναντάται μόνιμα και σταθερά σε κάθε κοινωνία. Ενώ το έγκλημα είναι ένα γεγονός  που συμβαίνει στη ζωή του ατόμου και βρίσκεται σε συνάρτηση με ορισμένο τρόπο κοινωνικής διαβίωσης, η εγκληματικότητα στερείται ατομικότητας και δεν είναι παρά ένα σύνολο στατιστικών στοιχείων. Η σύνδεση της εγκληματικότητας με συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, ή φυλετικά ή εθνικά χαρακτηριστικά, είναι μία προσέγγιση αυθαίρετη, ιδεοληπτική και επικίνδυνη. Εάν π.χ, κάποιος αποδίδει την έξαρση των εγκλημάτων βίας στη μετανάστευση, τότε θα πρέπει να εξηγήσει πώς δράστες εξαιρετικά ειδεχθών εγκλημάτων είναι Έλληνες (βλ. π.χ. την υπόθεση Τοπαλούδη). Επίσης θα πρέπει να έχει στη διάθεση του κατ’ ελάχιστον στατιστικά στοιχεία για να στηρίξει τη θέση του. Αλλά και στατιστικά στοιχεία να διέθετε από τα οποία θα προέκυπτε ότι π.χ. η πλειονότητα των δραστών ληστειών το τελευταίο έτος είναι αλλοδαποί και πάλι αυτό το γεγονός από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα, αφού η πρώτη σκέψη που ακολουθεί είναι ότι συχνά διαπράττει εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας όποιος στερείται τα βασικά για τη διαβίωση του, φαινόμενο που κατεξοχήν παρατηρείται στους αλλοδαπούς που αδυνατούν να ανεύρουν εργασία, όπως επίσης εξηγείται και το γεγονός  – χωρίς προφανώς να δικαιολογείται –  ότι όσο διακυβεύεται η δική του επιβίωση, δεν μπορεί να αποκλειστεί η κορύφωση της επιθετικότητας του ή η τάση του να γίνει βίαιος. Τα ανωτέρω χαρακτηριστικά προφανώς δεν συνδέονται με την καταγωγή του δράστη ή τη κουλτούρα της χώρας από τη οποία προέρχεται, αλλά με τις συνθήκες κοινωνικής του διαβίωσης. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα μπορούσε ευχερώς χαρακτηριστεί ξενοφοβική και ακραία.

Το άρθρο 5 παρ. 2 του Συντάγματος διαφυλάσσει την προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας οποιουδήποτε βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Η παραπάνω θεμελιώδης αρχή αποτελεί πηγή και κριτήριο ερμηνείας των γενικών αρχών, με τις οποίες ο νομοθέτης οφείλει να εξασφαλίσει τη τήρηση των βασικών αξιών που στηρίζουν την έννομη τάξη αλλά και την κοινωνική συνύπαρξη των πολιτών. Ως θεμελιώδες δικαίωμα προστατεύεται απόλυτα στο πυρήνα του και ισχύει για κάθε συγκεκριμένο υποκείμενο του δικαιώματος ως προς κάθε συγκεκριμένη περίπτωση που το αφορά. Η πρωταρχική δε εγγύηση για την προστασία του είναι η δικαστική εγγύηση. Ο εφαρμοστής του δικαίου σε οποιοδήποτε δικονομικό στάδιο, οφείλει να τηρεί τη παραπάνω αρχή. Τούτο πρακτικά σημαίνει, ειδικά για τον εφαρμοστή του ποινικού δικαίου, πως ο εγκληματίας κρίνεται για το έγκλημα που έχει διαπράξει και όχι για την εθνικότητα, τη φυλή του, τη γλώσσα του ή τις πεποιθήσεις του. Η δικαιοδοτική κρίση πρέπει να ασκείται με κριτήρια αντικειμενικά και όχι με βάση αυθαίρετες κατατάξεις και υποκειμενικές εκτιμήσεις ιδεολογικής υφής. Αυτό δεν είναι ένας ευσεβής πόθος ενός ευνομούμενου κράτους ή ενός πολιτισμένου λαού. Δεν είναι καν θέμα κουλτούρας. Είναι συνταγματική υποχρέωση. Και είναι απολύτως απαγορευτική η παραμικρή σύνδεση του Δικαστή που κρίνει με οποιαδήποτε ιδεοληψία ή προκατάληψη.

Οι νέες αλλαγές στα εργασιακά ενταγμένες στη λογική των αντιμεταρρυθμίσεων του ευρωπαϊκού εργατικού δικαίου, Χριστόφορου Σεβαστίδη, Δ.Ν. – Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Οι νέες αλλαγές στα εργασιακά

ενταγμένες στη λογική των αντιμεταρρυθμίσεων 

του ευρωπαϊκού εργατικού δικαίου

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη, 

Δ.Ν. – Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων   

 

    Ι. Η ιστορία ρύθμισης της εργάσιμης ημέρας όπως και του ύψους της εργατικής αμοιβής κρύβει μέσα τους μακραίωνους αγώνες μεταξύ των κατόχων των μέσων παραγωγής και των εργατών. Το αίτημα για το 8ωρο, που γεννήθηκε για πρώτη φορά μετά τον Αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο, απαιτήθηκε ανοιχτά και μαζικά στην απεργία της Πρωτομαγιάς του 1886, όταν οι εφημερίδες της Νέας Υόρκης δήλωναν ότι το κίνημα ήταν ανατριχιαστικό και αχαλίνωτο και θα έφερνε μείωση των μισθών, φτώχεια και κοινωνική υποβάθμιση ενώ θα έσπρωχνε τους εργάτες σε αλητεία, χαρτοπαιξία, βία και αλκοολισμό (Ρίτσαρντ Μπόγερ- Χέρμπερτ Μόρε, Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ, σελ. 145). Σταδιακά όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι, όλο και περισσότεροι κλάδοι κατακτούσαν στις ΗΠΑ το 8ωρο μέσα από τη συνδικαλιστική δράση, τους βίαιους και αιματηρούς αγώνες, τους πρόωρους θανάτους και τα εργατικά ατυχήματα. Οι αγγλικοί εργοστασιακοί νόμοι (Factory- Acts) του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα προδιαγράφουν ως μέση ημέρα της εβδομάδας τις 10 ώρες και τις 8 ώρες για το Σάββατο. Το ανώτατο όριο της εργάσιμης ημέρας συμπίπτει σχεδόν με τα όρια που επέβαλε ήδη από το 1349 το Καταστατικό για τους Εργάτες του Εδουάρδου του Γ’. Παρατηρείται από τότε ότι η εργάσιμη ημέρα ανέρχεται καθημερινά σε 24 ώρες αφού αφαιρεθούν οι λίγες ώρες ανάπαυσης, χωρίς τις οποίες η εργασιακή δύναμη αποτυγχάνει τελείως να επιτελέσει εκ νέου την υπηρεσία της. Το 8ωρο επιβλήθηκε ως χρόνος αναγκαίος για μόρφωση, πνευματική ανάπτυξη, ψυχαγωγική κοινωνική επαφή. Η υπερεργασία με την παράταση της εργάσιμης ημέρας διαπιστώθηκε ότι προκαλεί την πρόωρη εξάντληση και νέκρωση της ίδιας της εργασιακής δύναμης, κατάσταση που δεν συνέφερε ούτε τους εργοδότες. Οι τελευταίοι βρήκαν στην εντατικοποίηση της εργασίας και στην αυξημένη ταχύτητα των μηχανών έναν βολικό τρόπο να συμπυκνώσουν την ίδια εργασία σε μικρότερο χρονικό διάστημα της ημέρας εξοικονομώντας ταυτόχρονα ένα μέρος των λειτουργικών τους δαπανών.    

  Στο κατώφλι του 20ου αιώνα οι κοινωνικοί αγώνες της εργατικής τάξης οδήγησαν τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας να υιοθετήσει στις 29 Οκτωβρίου 1919 την υπ’ αριθμό 1 Διεθνή Σύμβαση Εργασίας που περιορίζει τις ώρες εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις σε 8 ώρες ημερησίως και σε 48 εβδομαδιαίως. Η Ελλάδα κύρωσε τη Σύμβαση με το ν. 2269/1920. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν οι ρυθμίσεις επεκτάθηκαν σε όλους τους επαγγελματικούς κλάδους και το δικαίωμα των εργαζομένων στην ανάπαυση και στον ελεύθερο χρόνο αποτυπώθηκε σε διεθνή κείμενα για τα ανθρώπινα δικαιώματα (Οικουμενική διακήρυξη για τα ανθρώπινα δικαιώματα του 1948, Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων του 1989, Αναθεωρημένος Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης).  Με την ΕΓΣΣΕ του 1975 καθιερώθηκε ως εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας οι 40 ώρες που αντιστοιχούσαν σε πενθήμερη εργασία ή σε 6 ώρες και 40 λεπτά σε εξαήμερη εβδομαδιαία απασχόληση, με αυξημένη αμοιβή για κάθε παραπάνω ώρα απασχόλησης. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 ξεκίνησε μια αντίστροφη πορεία σταδιακής απορρύθμισης όλων των προστατευτικών ρυθμίσεων. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση η Οδηγία 93/104/ΕΚ που τροποποιήθηκε με την 2000/34/ΕΚ και μεταγενέστερα με την Οδηγία 2003/88/ΕΚ, κάτω από τις έντονες εργοδοτικές πιέσεις για «ευελιξία» και αυξομείωση των ωρών απασχόλησης ανάλογα με τις επιχειρησιακές ανάγκες, αποτελεί τη βάση διαμόρφωσης του χρόνου εργασίας.  Το άρθρο 3 της Οδηγίας προβλέπει ελάχιστη διάρκεια της ημερήσιας ανάπαυσης τις 11 συναπτές ώρες, ρύθμιση η οποία με αντίστροφη ανάγνωση επιτρέπει τις 13 ώρες ημερήσιας εργασίας. Το άρθρο 16 εισάγει την έννοια της «περιόδου αναφοράς» με τέτοιον τρόπο ώστε η διάρκεια της εβδομαδιαίας ανάπαυσης (24ωρο) όπως και η ανώτατη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας (48ωρο) να υπολογίζονται πλέον όχι σε σταθερή εβδομαδιαία βάση αλλά εντός μιας περιόδου 14 ημερών για την πρώτη περίπτωση και 4 μηνών για την δεύτερη περίπτωση. Τέλος το άρθρο 17 αποτελεί έναν μακροσκελέστατο κατάλογο παρεκκλίσεων από την όποια προστασία παρέχει η Οδηγία. Η πικρή πραγματικότητα της επιστροφής σε εργασιακές συνθήκες προηγούμενων αιώνων δεν μπορεί να ωραιοποιηθεί με τις γενικόλογες διακηρύξεις και τα ευχολόγια του προοιμίου της Οδηγίας όπως και άλλων διεθνών κειμένων περί βελτίωσης των συνθηκών εργασίας, θέσπισης ελάχιστων προδιαγραφών για την οργάνωση του χρόνου εργασίας, σεβασμού της γενικής αρχής της προσαρμογής της εργασίας στον άνθρωπο. Ο αναθεωρημένος Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, που κυρώθηκε στην Ελλάδα με το ν. 4359/2016, συνδέει με περισσότερη ειλικρίνεια την υποχρέωση υιοθέτησης λογικής διάρκειας της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης με την αύξηση της παραγωγικότητας, δηλαδή την αύξηση του ποσοστού κέρδους των επιχειρήσεων.  Στο ελληνικό εργατικό δίκαιο η υπερεργασία (41η -45η ώρα εργασίας στο πενθήμερο και 41η – 48η ώρα εργασίας στο εξαήμερο) όπως και η υπερωρία (πέραν της 9ης ώρας ημερησίως στο πενθήμερο και της 8ης ώρας στο εξαήμερο) αμείβονται με επιπρόσθετη αμοιβή. Η τάση της διαρκούς αύξησης του επιχειρηματικού κέρδους με συμπίεση του μισθολογικού κόστους οδήγησε στη θεσμοθέτηση της λεγόμενης «διευθέτησης του χρόνου εργασίας», δηλαδή στη συνολική αποτίμηση της εργασίας σε ευρύτερες (της εβδομάδας) χρονικές περιόδους χωρίς την καταβολή της επιπρόσθετης αμοιβής στους εργαζομένους για την πραγματοποίηση υπερεργασίας και υπερωρίας.  Οι ρυθμίσεις αυτές της παραπάνω αναφερόμενης Ευρωπαϊκής Οδηγίας, που εξασφαλίζουν «ευελιξία» και μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους στις επιχειρήσεις αυξάνοντας ταυτόχρονα μέχρι τα ακραία όρια τον ημερήσιο χρόνο απασχόλησης των εργαζομένων, εισήχθησαν στο ελληνικό δίκαιο με το άρθρο 42 του ν. 3986/2011.  Τότε ο νομοθέτης στην παράγραφο 7 του άρθρου 42 θεωρούσε ως ελάχιστο όρο διασφάλισης των συμφερόντων των εργαζομένων την προηγούμενη επιχειρησιακή συλλογική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εκπροσώπων των εργαζομένων. (βλ αναλυτικά σε Ι. Σκανδάλη, Χρόνος εργασίας, σελ. 148 επ).  

Το προτεινόμενο Σχέδιο Νόμου προχωράει μερικά βήματα παραπέρα. Η σημαντικότερη αντιμεταρρύθμιση πραγματώνεται στις διατάξεις που προβλέπουν την αύξηση της ημερήσιας εργασίας στις 10 ώρες χωρίς επιπλέον αμοιβή για την υπερωριακή απασχόληση και χωρίς προηγούμενη συλλογική συμφωνία. Ο εργαζόμενος σε μια εποχή αυξημένης ανεργίας, οικονομικής ανασφάλειας και εκβιαστικών διλημμάτων για την διατήρηση της θέσης εργασίας του, καλείται να προτείνει ο ίδιος στον εργοδότη του την επιπλέον απασχόλησή του χωρίς επιπρόσθετη αμοιβή. Να συναινέσει εθελοντικά και με δική του πρωτοβουλία στην αποστέρηση του ελάχιστου χρόνου για ξεκούραση, μόρφωση, οικογενειακές και κοινωνικές επαφές, «να ζητήσει την συμφιλίωση της προσωπικής με την επαγγελματική του ζωή». Του «δίνεται η δυνατότητα», σύμφωνα με τις αρχές του νομοσχεδίου που παρουσίασε το Υπουργείο Εργασίας, να φθείρει τη σωματική και ψυχική υγεία του, να μεταβληθεί σε ζωντανό εξάρτημα της επιχείρησης. Ακόμα κι’ αν υπήρχε το ιδανικό για τις επιχειρήσεις πρότυπο τέτοιου εργαζομένου, το κοινωνικά ουδέτερο Κράτος που ενδιαφέρεται να έχει πολίτες υπεύθυνους, σωματικά και ψυχικά υγιείς, θα όφειλε να μην επιτρέψει τον εξανδραποδισμό τους. Η ανέξοδη για τις επιχειρήσεις μεταφορά των υπερωριών σε άλλη χρονική περίοδο γίνεται αποκλειστικά και μόνο προς όφελος των ίδιων των επιχειρήσεων ικανοποιώντας το πάγιο αίτημά τους για ευελιξία στη διαμόρφωση του χρόνου εργασίας. Σε περιόδους «νεκρές» ή υποτονικές για την παραγωγικότητα μιας επιχείρησης, θα απέφερε επιπλέον κέρδος το μειωμένο ωράριο διότι με τον τρόπο αυτό θα μειώνονταν και τα λειτουργικά έξοδα του εργοδότη. Η υπερένταση του ανθρώπινου οργανισμού για μεγάλα χρονικά διαστήματα προκαλεί μόνιμη και ανυπολόγιστη φθορά στην σωματική και ψυχική υγεία, που δεν αποκαθίσταται με τον συμψηφισμό των μειωμένων ωρών απασχόλησης σε άλλη χρονική περίοδο.  Αποκρύπτεται επίσης η δυνατότητα που έχει ο εργοδότης να απολύσει τον εργαζόμενο μετά το πέρας της περιόδου αυξημένης απασχόλησης, έχοντας εξοικονομήσει τις επιπλέον ώρες απασχόλησης χωρίς την πρόσθετη αμοιβή. 

Στην παρουσίαση του νομοσχεδίου το Υπουργείο Εργασίας θεωρεί ως μέτρο που απαντά στα σύγχρονα προβλήματα την αύξηση του επιτρεπόμενου ορίου των υπερωριών στις 150 ώρες το χρόνο σε βιομηχανία και λοιπούς κλάδους αίροντας με τον τρόπο αυτό την διάκριση των 120 ωρών κατ’ έτος στις μη βιομηχανικές επιχειρήσεις και στις 48 ώρες το εξάμηνο στη βιομηχανία. Η εξίσωση των υπερωριών στους δύο διαφορετικούς κλάδους όχι μόνο δεν οδηγεί στο αριθμητικό όριο της χαμηλότερης επιβάρυνσης για τον εργαζόμενο αλλά ούτε καν στο υψηλότερο. Δημιουργείται ένα νέο όριο 25% πιο αυξημένο από τον ανώτατο αριθμό υπερωριών και 50% περίπου από τον κατώτατο, προκειμένου οι επιχειρήσεις να μην υποχρεώνονται σε πρόσληψη επιπλέον προσωπικού, που οδηγεί σε αύξηση του κόστους και μείωση των κερδών αλλά να στηρίζονται στον μεγαλύτερο βαθμό έντασης της εργασίας των ήδη απασχολουμένων.  

Διευρύνεται τέλος το καθεστώς της 7ήμερης λειτουργίας σε διάφορους κλάδους της βιομηχανίας (φάρμακα, εφοδιαστική αλυσίδα κ.α.) διότι «η απαγόρευση λειτουργίας τις Κυριακές εμποδίζει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας». Στην πραγματικότητα η κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας ωφελεί και πάλι τις επιχειρήσεις οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να κάνουν χρήση των αυξημένων υπερωριών με τις οποίες θα επιβαρύνουν τους εργαζόμενους και να μεγιστοποιήσουν τα έσοδά τους. Για τον λόγο αυτό αυξάνονται οι υπερωρίες στις 150 ώρες τον χρόνο. Αντίθετα η κυριακάτικη εργασία στις βιομηχανίες δεν συνδέεται με καμία νομική υποχρέωση των εργοδοτών να αυξήσουν ανάλογα τις θέσεις εργασίας. 

    ΙΙ. Με το νέο νομοσχέδιο το Υπουργείο Εργασίας ισχυρίζεται ότι καινοτομεί με την εισαγωγή της «ψηφιακής κάρτας εργασίας» η οποία θα συνδέεται με το σύστημα ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ και θα καταγράφει σε πραγματικό χρόνο την απασχόληση του εργαζομένου. Στην πραγματικότητα πρόκειται για συμμόρφωση με την απόφαση CCOO του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕργΔ 2019, σελ. 705 επ) με την οποία έχουν ήδη εναρμονιστεί πολλές ευρωπαϊκές Χώρες. Προβληματισμούς ωστόσο προκαλεί η επεξεργασία μεγάλου αριθμού προσωπικών δεδομένων που αφορούν όχι μόνο την παρουσία αλλά και τις συνήθειες των εργαζομένων τα οποία είναι προσβάσιμα στις αρμόδιες αρχές. Παρατηρήθηκε ήδη (Μ. Γιαννακούρου, ΕΕργΔ 2019, 689 επ (697) ότι «η δυνατότητα του εργοδότη να καταγράφει αναλυτικά και συστηματικά τόσο την παρουσία όσο και τις απουσίες καθώς και τα διαλείμματα των εργαζομένων του, πχ για κάπνισμα, του δίνει εξουσίες ελέγχου και επιτήρησης της συμπεριφοράς του εργαζομένου, που δύνανται αφενός να θέσουν σε κίνδυνο την προσωπικότητά του, αφετέρου να διευκολύνουν την στοιχειοθέτηση λόγων απόλυσής του». 

    ΙΙΙ. Το Υπουργείο Εργασίας παρουσιάζοντας τη φιλοσοφία του νέου νομοσχεδίου διαπιστώνει ότι «δεν υπάρχουν εργαζόμενοι χωρίς επιχειρήσεις ούτε και επιχειρήσεις με εργαζόμενους στα κεραμίδια». Για το λόγο αυτό ίσως επιχειρείται να αποδυναμωθεί ακόμα περισσότερο το μοναδικό μέσο διαμαρτυρίας των εργαζομένων, η απεργία: για να διασφαλιστεί όσο το δυνατό με μεγαλύτερη πιθανότητα η συναίνεση και ο συμβιβασμός των εργαζομένων σε ρυθμίσεις που αυξάνουν τον χρόνο απασχόλησης πέρα από τα όρια της ανθρώπινης αντοχής και για να καμφθεί κάθε είδους αντίδραση και διαμαρτυρία στην ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία των επιχειρήσεων. Σε ένα ήδη απονευρωμένο συνταγματικό δικαίωμα, που του άφησαν το περίβλημα και του στέρησαν την ουσία, σε ένα δικαίωμα που οι δεκάδες συνταγματικοί και αντισυνταγματικοί νομοθετικοί περιορισμοί το οδηγούν στην παρανομία και στην καταχρηστικότητα κατά 90%, προστίθεται άλλος ένας: Ο ορισμός του προσωπικού ασφαλείας στις ΔΕΚΟ σε ποσοστό 33% των παρεχόμενων υπηρεσιών. Το Υπουργείο μάλιστα δίνει και ένα παράδειγμα: ότι κατά τις ημέρες της απεργίας θα πρέπει να κυκλοφορεί το 1/3 των συρμών στο ΜΕΤΡΟ. Πέρα από την κοινή διαπίστωση ότι ο κοινωνικός αυτοματισμός και η επίκληση της γενικής δυσαρέσκειας -με την ουσιαστική συμβολή των ΜΜΕ- λειτούργησε αρκετά αποτελεσματικά ως μέθοδος κατασυκοφάντησης των απεργιών, ιδίως στις ΔΕΚΟ και στον δημόσιο τομέα, παρατηρούμε στην προκειμένη περίπτωση να εισάγεται μία εντελώς εσφαλμένη αντίληψη της έννοιας και του σκοπού του «προσωπικού ασφαλείας». Σημειώνεται ότι στις περισσότερες χώρες δεν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη για διάθεση προσωπικού ασφαλείας αλλά θεωρείται υποχρέωση σύμφυτη με την καλόπιστη άσκηση του δικαιώματος απεργίας. Τα καθήκοντα του προσωπικού ασφαλείας έχουν άμεση σχέση με την ασφάλεια των εγκαταστάσεων της επιχείρησης και την πρόληψη καταστροφών και ατυχημάτων. Δεν επιτρέπεται συνεπώς στον εργοδότη να αναθέσει επιπλέον καθήκοντα στους εργαζόμενους, ούτε να αξιοποιηθεί το προσωπικό ασφαλείας ως θεσμοθετημένος απεργοσπαστικός μηχανισμός ώστε να αποδυναμωθεί η πίεση που ασκείται με την απεργία. Η παροχή ενός επιπέδου λειτουργίας μιας επιχείρησης σε ποσοστό 33% δεν συνδέεται με τους παραπάνω σκοπούς αλλά αποτυπώνει έναν αυθαίρετο και αντισυνταγματικό νομοθετικό προσδιορισμό του «ανεκτού ποσοστού απεργίας» για το Κράτος, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την πρόθεση μείωσης της αποτελεσματικότητας του εργατικού αγώνα.  

Στην αλληλουχία των νομοθετικών παρεμβάσεων σε ευρωπαϊκό και ελληνικό επίπεδο, που ξεκίνησαν από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, το προτεινόμενο Σχέδιο Νόμου δεν αποτελεί έκπληξη. Αδίκως επικρίνονται οι εθνικές κυβερνήσεις και η Ευρωπαϊκή Ένωση για κακή νομοθέτηση. Δεν βρισκόμαστε μπροστά σε λανθασμένη μεταφορά ενωσιακού δικαίου ή κακότεχνη διατύπωση αλλά σε μια συνειδητή επιλογή. Ολοένα και μεγαλύτερη απομείωση εργασιακών δικαιωμάτων με κατάργηση προστατευτικών νομοθετικών ρυθμίσεων και θέσπιση περιορισμών που ακυρώνουν συνταγματικές διατάξεις προς όφελος της ευελιξίας και της μεγαλύτερης κερδοφορίας των επιχειρήσεων. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η περίοδος των ισορροπιών και των συμβιβασμών στο χώρο της εργασίας έχει παρέλθει και ότι δεν είναι εφικτή η ταυτόχρονη ικανοποίηση των συγκρουόμενων συμφερόντων των κοινωνικών αντιπάλων. Τα εθνικά Κοινοβούλια και οι Κυβερνήσεις έκαναν την επιλογή τους.

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ, Δημήτριος Β. Φούκας, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Μέλος Δ.Σ. Εν.Δ.Ε.

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στις 6-4-2021 στον ιστότοπο liberal.gr

Η κατάσταση που επικρατεί στο δικαστικό σύστημα της Χώρας είναι γνωστή σε όλους τους θεσμικούς παράγοντες και τους πολίτες, ώστε μία ακόμη αναφορά σε καθυστερήσεις και εκδίκαση υποθέσεων στο όριο της παραγραφής δεν θα προσφέρει τίποτε. Η επιβάρυνση του συστήματος που προκύπτει από την συσσώρευση των υποθέσεων και την συνεχή εισαγωγή νέων, ως επίσης η αδυναμία διαχείρισης του ρυθμού και του αριθμού των εισαγομένων υποθέσεων έχουν πλέον χαρακτήρα συστημικό και συνεπάγονται δυσμενείς συνέπειες σε ολόκληρο το φάσμα των κοινωνικών σχέσεων και τον οικονομικό βίο της Χώρας, καθώς στερεί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού από τις ευκαιρίες που δικαιούνται και περιορίζει τις δυνατότητες ανέλιξης των πολιτών και την κοινωνική κινητικότητα. Προσπάθειες αντιμετώπισης του προβλήματος με μεγάλες αυξήσεις του αριθμού των οργανικών θέσεων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, δεν απέδωσαν αποτελέσματα.

Στις διαπιστώσεις αυτές κατέληξαν και οι συντάκτες διαφόρων σχεδίων που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, στις οποίες γίνεται λεπτομερής αποτύπωση της πραγματικότητας ως προς την καταγραφή των πλεονεκτημάτων και των προβλημάτων, ωστόσο οι προτάσεις, στις οποίες καταλήγουν και οι οποίες δεν είναι όλες αναντίρρητες, χαρακτηρίζονται από αρκετή γενικότητα και επιδέχονται ενίσχυσης και εξειδίκευσης. Η παρούσα παρέμβαση σκοπεύει να συμβάλει στην προσπάθεια συγκεκριμενοποίησης και εξειδίκευσης των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων στο χώρο της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και των προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν ώστε αυτές να είναι αποτελεσματικές.

Α]Προαπαιτούμενο κάθε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας είναι κατ’ αρχήν ο ανασχεδιασμός του δικαστικού χάρτη της Χώρας, λαμβάνοντας υπ’ όψη τα γεωγραφικά και πληθυσμιακά δεδομένα και τον όγκο των υποθέσεων. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εξετασθεί η ενδεχόμενη συγχώνευση Δικαστηρίων σε μεγαλύτερες μονάδες και η διάσπαση του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Β]Ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας μέσω του κάθετου διαχωρισμού της αρμοδιότητας και της μετατροπής των Ειρηνοδικείων σε Δικαστήρια Ειδικών Διαδικασιών, αρχικά με διατήρηση ιδιαίτερης επετηρίδας και με σκοπό την μελλοντική ένταξη σε ενιαία επετηρίδα. Ο οριζόντιος, λόγω ποσού, διαχωρισμός της ύλης είναι πλέον ξεπερασμένος και απηχεί αντιλήψεις που καταρρίπτονται από την πραγματικότητα ως προς την ικανότητα των Ειρηνοδικείων, η δε κάθετη κατάτμηση θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη εξειδίκευση και σε αποφυγή της πολυδιάσπασης σε περισσότερα αντικείμενα, με προφανή περαιτέρω αποτελέσματα.

Γ]Εισαγωγή του θεσμού των «senior judges» κατά το ισχύον στις σκανδιναβικές χώρες πρότυπο, ήτοι η για ορισμένο χρονικό διάστημα ή λόγω ιδιαίτερων συνθηκών ανάθεση καθηκόντων και ανάλογης χρέωσης υποθέσεων σε δικαστικούς λειτουργούς που έχουν αποχωρήσει λόγω συνταξιοδότησης (π.χ. εν όψει της ανάγκης εκδίκασης τουλάχιστον 40.000 υποθέσεων του Ν. 3869/2010 εντός 18 μηνών).

Δ]Εισαγωγή του θεσμού του επίκουρου δικαστή, κατά τα ήδη ισχύοντα στο ΑΕΔ και το ΣτΕ. Οι επίκουροι δικαστές, οι οποίοι θα είναι επιφορτισμένοι με τα καθήκοντα της πρώτης έρευνας σχετικά με την βασιμότητα του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου και τη νομική τεκμηρίωσή της θα προέρχονται από τους δικαστικούς λειτουργούς του α’ ή και β’ βαθμού. Με τον τρόπο αυτό αφ’ ενός θα επιταχυνθεί η επεξεργασία των υποθέσεων, αφ’ ετέρου οι επίκουροι δικαστές θα αποκτούν χρήσιμη εμπειρία για τη μελλοντική τους εξέλιξη.

Ε]Ενίσχυση και στήριξη των εναλλακτικών μορφών επίλυσης διαφορών και ιδίως της διαμεσολάβησης, η οποία πρέπει να επεκταθεί σε κάθε είδους διαφορές, με την καθιέρωση υποχρεωτικού σταδίου διαμεσολάβησης και τη θέσπιση κινήτρων.

ΣΤ]Χρήση νέων τεχνολογιών και εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης στην υπηρεσία της δικαιοσύνης και του δικαστικού λειτουργού, με την αξιοποίηση των δυνατοτήτων του ΟΣΔΔΥ-ΠΠ, την χορήγηση ηλεκτρονικής υπογραφής στους δικαστές και εισαγγελείς, την ψηφιοποίηση διαδικασιών και την ηλεκτρονική δημοσίευση αποφάσεως.

Ζ]Εισαγωγή του θεσμού της πιλοτικής δίκης στην πολιτική και ποινική δίκη.

Η]Αναμόρφωση του συστήματος ενδίκων μέσων σε πολιτική και ποινική δίκη ώστε να αποφεύγεται η άσκοπη χρήση τους, ενδεχομένως με τον περιορισμό των λόγων αναίρεσης και την εισαγωγή θεσμών όπως η προδικαστική έρευνα της βασιμότητας των ενδίκων μέσων στο στάδιο της κατάθεσής τους και εισαγωγή τους προς συζήτηση και κατ’ ουσίαν εξέταση μόνο εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμησή τους.

Θ]Κατάργηση της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων με την παρούσα μορφή της και αντικατάστασή της από μία διαδικασία διαταγών ασφαλιστικών μέτρων.

Ι]Αντικατάσταση της εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως με την έκδοση πράξεως σε όσες διαδικασίες είναι αυτό δυνατό, όπως στη διαδικασία καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας στις απαλλοτριώσεις, κατόπιν αίτησης του δικαιούχου της αποζημίωσης ή του αρμόδιου φορέα της απαλλοτρίωσης.

ΙΑ]Αναδιάρθρωση του θεσμού της ανάκρισης και οργάνωσή της υπό μορφή ενιαίου τμήματος, το οποίο θα είναι αρμόδιο για το σύνολο των ανακριτικών υποθέσεων, με σκοπό τον καλύτερο συντονισμό της έρευνας και του ανακριτικού έργου, την αποφυγή αλληλοεπικαλύψεων και την βέλτιστη διαχείριση συναφών υποθέσεων, με πιθανή χρέωση υποθέσεων σε περισσότερους από έναν ανακριτές, ανάλογα με τον βαθμό δυσκολίας και την πολυπλοκότητα ή την συνάφεια μεταξύ των.

Είναι γεγονός ότι ο όρος «μεταρρύθμιση» δεν έχει δαιμονοποιηθεί περισσότερο σε κανέναν τομέα του κοινωνικού γίγνεσθαι από ότι στον χώρο της Δικαιοσύνης. Η καπηλεία των υψηλών ιδανικών της δικαιοσύνης, ακόμα και από θεσμικούς εκπροσώπους της, η περιχαράκωση σε έναν ιδιότυπο ιδεολογικό συντηρητισμό που καταλήγει να λειτουργεί σε υπεράσπιση της ανισότητας και των διακρίσεων και η στείρα άρνηση του διαλόγου επί των αλλαγών που είναι αναγκαίες, οδηγεί στην διαιώνιση της κατάστασης που όλοι γνωρίζουμε. Ας αναλογιστούμε ότι οι καθυστερήσεις και η αναποτελεσματικότητα δεν βλάπτουν μόνο τις επενδύσεις, οι οποίες, παρεμπιπτόντως, προβλέπονται και προστατεύονται από το Σύνταγμα, κύριως βλάπτουν τον άνθρωπο που διεκδικεί την ευκαιρία, την οποία δικαιούται, να συμμετάσχει στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Χώρας.

 

Δημήτριος Β. Φούκας

Πρόεδρος Πρωτοδικών

Μέλος Δ.Σ. Εν.Δ.Ε.