Να καταργηθεί η εισφορά αλληλεγγύης και για τους μισθωτούς του δημοσίου τομέα και τους συνταξιούχους, Χριστόφορου Σεβαστίδη, Βασίλη Φαϊτά, Βανέσσας-Παναγιώτας Ντέγκα

Χριστόφορου Σεβαστίδη, Εφέτη, ΔΝ, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Βασίλη Φαϊτά, Εφέτη ΔΔ, Γενικού Γραμματέα της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

Βανέσσας Παναγιώτας Ντέγκα, Προέδρου Πρωτοδικών ΔΔ, Ταμία της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών


Να καταργηθεί η εισφορά αλληλεγγύης και για τους μισθωτούς του δημοσίου τομέα και τους συνταξιούχους

Η εισφορά αλληλεγγύης επιβλήθηκε για πρώτη φορά στο κατώφλι της μνημονιακής εποχής με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011 και εξακολούθησε με διαδοχικές παρατάσεις. Στην αιτιολογική έκθεση του συγκεκριμένου άρθρου ο νομοθέτης επικαλούνταν τα εξής «..Η δεινή αυτή δημοσιονομική κατάσταση πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα με σημαντικές τομές και πρωτοβουλίες και με τήρηση των αρχών της ισότητας, της αναλογικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Κάθε πολίτης καλείται να συμμετέχει στην εθνική αυτή προσπάθεια και ανάλογα με την ικανότητά του να συνεισφέρει στα δημόσια βάρη».

Με το άρθρο 298 του ν. 4738/2020 απαλλάσσονται πλέον από την υποχρέωση καταβολής εισφοράς αλληλεγγύης οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, μέλη Δ.Σ, ενώ απαλλαγή προβλέπεται και για το φορολογικό έτος 2020 στα εισοδήματα από κεφάλαιο, από επιχειρηματική δραστηριότητα, από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου και από τόκους. Η μοναδική κατηγορία πολιτών που υπόκειται στο εξής σε εισφορά αλληλεγγύης είναι οι μισθωτοί του δημοσίου τομέα και οι συνταξιούχοι.

Αφετηρία της συζήτησης θα πρέπει να είναι η νοηματοδότηση της έννοιας «αλληλεγγύη» και να διερευνηθεί κατά πόσο ειλικρινής είναι η επίκλησή της από τον νομοθέτη. Το βασικό προσδιοριστικό στοιχείο της αλληλεγγύης είναι οι κοινοί δεσμοί που αναπτύσσονται ανάμεσα σε ανθρώπους ή ομάδες ανθρώπων που αγωνίζονται στην ίδια κατεύθυνση και έχουν την συνείδηση του κοινού συμφέροντος. Η αλληλεγγύη προϋποθέτει κατά βάση ισότιμες, διαρκείς και ανιδιοτελείς σχέσεις των μελών στηριγμένες στον απόλυτο σεβασμό. Η «δια νόμου» επιβολή κοινωνικής αλληλεγγύης αντιφάσκει με τον αυθόρμητο χαρακτήρα της και υποκρύπτει μιας μορφής κρατική φιλανθρωπία. Αυτήν που γεννήθηκε μέσα από τα συντρίμμια του κοινωνικού κράτους και των κοινωνικών παροχών. Τη φιλανθρωπία που αντιμετωπίζει τη μεγέθυνση της φτώχειας και των ανισοτήτων σαν νομοτέλεια, που απαλλάσσει τα μεγάλα εισοδήματα και τα τεράστια επιχειρηματικά κέρδη από την αναλογική κατανομή φορολογικών βαρών και αναθέτει την ευθύνη συντήρησης των φτωχών στους λιγότερο φτωχούς. Η θεσμοποιημένη φιλανθρωπία είτε ιδιωτική είτε κρατική, που δεν είναι «ούτε σα σταγόνα νερού σε φλογισμένο καμίνι», βασίζεται σε ανισότιμες κοινωνικές σχέσεις που διαρκώς αναπαράγονται.

Ο περιορισμός της υποχρέωσης «εισφοράς αλληλεγγύης» μόνο στους εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα και στους συνταξιούχους, πέρα από το γεγονός ότι επιβαρύνει τους φορολογικά συνεπέστερους πολίτες, δημιουργεί πρόβλημα ασυμβατότητας με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος που ορίζει «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Το νόημα της συνταγματικής διάταξης είναι ότι οι νόμοι που επιβάλουν φορολογικά βάρη δεν μπορούν να προβαίνουν σε αδικαιολόγητες διακρίσεις ή να επιβαρύνουν δυσανάλογα και υπέρμετρα ορισμένες κατηγορίες πολιτών, πόσο μάλλον μία μοναδική κατηγορία. Αλλά και με τα άρθρα 20 και 21 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ που καθιερώνουν την αρχή της απαγόρευσης αθέμιτων διακρίσεων, η οποία, κατά πάγια νομολογία του ΔΕΚ/ΔΕΕ, επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις, εκτός αν η διαφορετική αυτή μεταχείριση δικαιολογείται, ως ερειδόμενη σε αντικειμενικό και εύλογο κριτήριο. Τέτοιο κριτήριο δεν υφίσταται εν προκειμένω, αφού, ως εκ της φύσης της επίμαχης φορολογικής υποχρέωσης, κανένας αποχρών λόγος δεν δικαιολογεί τη διατήρησή της ειδικά και μόνο στους μισθωτούς του δημόσιου τομέα και τους συνταξιούχους. Η κατά τον ανωτέρω τρόπο δυσμενής φορολογική μεταχείριση μόνο των εν λόγω κατηγοριών φορολογούμενων καθίσταται σαφώς αυθαίρετη, αφού στον ν. 4738/2020 δεν γίνεται επίκληση κανενός γενικού και αντικειμενικού κριτηρίου που να ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες συνθήκες αυτών. Το τελευταίο τούτο επιβεβαιώνεται από την ίδια την αιτιολογική έκθεση του νόμου που επέβαλε την «εισφορά αλληλεγγύης», η οποία επικαλείται την ευθύνη «κάθε πολίτη».
Για συναφείς λόγους, άλλωστε, η συγκεκριμένη φορολογική επιβάρυνση μετά τον περιορισμό της σε μία μόνο κατηγορία πολιτών παύει να είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις της προβλεπόμενης στο άρθρο 25 παρ. 1 δ΄ του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας.

Η έξοδος της Ελλάδας από τις δεσμεύσεις των μνημονίων αίρει τη δικαιολογητική βάση ενός ειδικού φόρου που, σύμφωνα με τους εμπνευστές του, είχε εξ αρχής στενό χρονικό ορίζοντα και επιβλήθηκε λόγω έκτακτων καταστάσεων. Η μεταμνημονιακή Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζεται σε μια αποσπασματική και συγκυριακή κρατική φιλανθρωπία που αντιμετωπίζει τα συμπτώματα και όχι την ασθένεια. Η συνταγματική επιταγή για αναλογική και προοδευτική φορολογική επιβάρυνση των πολιτών ανάλογα με τα εισοδήματά τους να γίνει ο ανεξαίρετος κανόνας. Η εισφορά αλληλεγγύης πρέπει να καταργηθεί και για τους μισθωτούς του δημοσίου τομέα και τους συνταξιούχους.

Η ΠΛΗΡΗΣ ΠΤΩΧΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΠΤΩΧΩΝ, Μαργαρίτας Στενιώτη, Νικήτα Βελία, Μάνου Φωτάκη, Μέλη Δ.Σ. της ΕΔΕ

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης

Νικήτας Βελίας, Ειρηνοδίκης

Μάνος Φωτάκης, Ειρηνοδίκης

Μέλη Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Με συνεχή αρθρογραφία οι υπογράφοντες την παρούσα  είχαμε επισημάνει, ήδη από το θέρος του περασμένου έτους, τα προβλήματα, που θα δημιουργούσε η ψήφιση του σχεδίου νόμου περί επίσπευσης των χιλιάδων υποθέσεων υπερχρεωμένων νοικοκυριών και επαναπροσδιορισμού αυτών στα προβλεπόμενα στενά χρονικά περιθώρια και είχαμε αιτηθεί τη μη ψήφιση τέτοιου νόμου. Μετά τη ψήφιση δε αυτού είχαμε επισημάνει, και πάλι, τα προβλήματα εφαρμογής αυτού του νόμου κυρίως δε με το από 7-12-2020  άρθρο μας με τον τίτλο «ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ Ν. 4745/2020 (ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ) ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΕΞΟΔΟΥ» (δημ. στην ιστοσελίδα της ΕνΔΕ). Ειδικότερα, είχαμε επισημάνει τόσο τις αρνητικές συνέπειες που θα έχει η εφαρμογή του ν. 4745/2020 για τα Ειρηνοδικεία της χώρας και τους Δικαστικούς Λειτουργούς, που θα κληθούν να εκδικάσουν τις χιλιάδες εκκρεμείς υποθέσεις όσο και για τους υπερχρεωμένους  πολίτες και μάλιστα  εν μέσω της πανδημίας, που πλήττει όχι μόνο τη χώρα μας αλλά ολόκληρη την ανθρωπότητα.  Αποδοκιμάσαμε δε το αυθαίρετο συμπέρασμα μίας άτυπης επιτροπής Ειρηνοδικών ότι  «το 30% των υποθέσεων δεν θα επαναπροσδιοριστεί» και τούτο διότι μία τέτοια αναφορά, διατυπωθείσα μάλιστα από Δικαστικούς Λειτουργούς, αντίκειται στις αρχές του Κράτους Δικαίου και στο συνταγματικά θεμελιωμένο δικαίωμα της δικαστικής προστασίας των οφειλετών. Καταδείξαμε την αδυναμία επαναπροσδιορισμού των εν λόγω υποθέσεων για λόγους που συνέχονται με την ανέχεια των πολιτών λόγω της πανδημίας. Καταδείξαμε τις διαδικαστικές δυσκολίες επαναπροσδιορισμού των εν λόγω υποθέσεων μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας της Επιτροπής Γενικής Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους. Καταδείξαμε την αδυναμία συγκέντρωσης από τους υπερχρεωμένους πολίτες των πολυάριθμων εγγράφων που απαιτεί ο ν. 4745/2020. Παράλληλα, όμως, προτείναμε και λύσεις, οι οποίες δεν εισακούσθηκαν. Δυστυχώς, οι προβλέψεις μας επαληθεύτηκαν, καθότι σε μία ημέρα (15-1-2021) εκπνέει η προθεσμία επαναπροσδιορισμού 20.000 εκκρεμών αιτήσεων υπερχρεωμένων νοικοκυριών των ετών 2013 – 3014 και μόλις 4.500 αιτήσεις έχουν επαναπροσδιορισθεί και συνεπώς χιλιάδες πολίτες θα στερηθούν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας λόγω δυσλειτουργιών της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, λόγω οικονομικής αδυναμίας των πολιτών να ανταπεξέλθουν στα έξοδα της εν λόγω διαδικασίας και λόγω αδυναμίας συγκέντρωσης των απαραίτητων εγγράφων εν μέσω πανδημίας και με δεδομένο ότι πολλές περιοχές της χώρας και ολόκληροι νομοί  έχουν κηρυχθεί σε οριζόντιο καθεστώς αναστολής δραστηριοτήτων (lockdown).    Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, που συνεδρίασε στις 10-1-2021, αιτήθηκε την  παράταση της προθεσμίας επαναπροσδιορισμού των αιτήσεων. Με τροπολογία δε που κατατέθηκε στη Βουλή με την οποία ρυθμίζονται θέματα αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης παρατάθηκε μέχρι και τις 31-1-2021 η άνω προθεσμία υποβολής των αιτήσεων επαναπροσδιορισμού, ήτοι για διάστημα δέκα έξι (16) ημερών !!! Η προθεσμία δε των δέκα εργάσιμων ημερών είναι αυτονόητο ότι δεν είναι επαρκής, ώστε να προστατευθούν τα δικαιώματα των υπερχρεωμένων πολιτών σε μία χώρα που υπολειτουργεί. Επίσης, ουδεμία πρόβλεψη υπάρχει για παράταση των λοιπών προθεσμιών του ν. 4745/2020, τη στιγμή που οι αρμόδιοι ομιλούν τεκμηριωμένα για τρίτο κύμα πανδημίας. Συνεπώς,  οφείλει το αρμόδιο Υπουργείο να προβλέψει νομοθετικά την παράταση των προβλεπόμενων προθεσμιών  επαναπροσδιορισμού των αιτήσεων για εύλογο χρόνο, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερος του εξαμήνου και με δεδομένο ότι δεν υφίσταται πλέον άλλη διαδικασία  διάσωσης της κύριας κατοικίας  του οφειλέτη, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με την πρόσφατη πρόβλεψη πτώχευσης φυσικών προσώπων, να αποτελεί μονόδρομο η πλήρης πτωχοποίηση των ήδη πτωχών.

Η αναγκαιότητα διεκδίκησης της επαναφοράς των επιδομάτων εορτών και αδείας, Χριστόφορου Σεβαστίδη, Βασίλη Φαϊτά, Βανέσσας Παναγιώτας Ντέγκα

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 47KB)

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΟΡΓΑΝΟΥ ΕΠΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΥ ΔΟΤΗ:ΜΙΑ ΑΤΥΧΗΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΑΝΕΦΑΡΜΟΣΤΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΕΠΙΛΟΓΗ, ΒΙΡΓΙΝΙΑΣ ΔΗΜ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΔΗΜ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Αποθήκευση αρχείου (DOCX, 35KB)

Ενός λεπτού σιγή… Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης Γεν. Γραμματέας Εν.Δ.Ε.

Ενός λεπτού σιγή…

                                                Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης Γεν. Γραμματέας Εν.Δ.Ε.

Όταν παύουν τα χειροκροτήματα, αρχίζουν να μιλάνε οι αριθμοί. Η κρύα τους όψη στοιχειώνει αυτή τη χρονιά, που ο καθένας μας έζησε την πανδημία σαν ένα ατομικό δράμα, μικρό ή μεγάλο, ανατάξιμο ή όχι. Σε χιλιάδες οι ασθενείς και οι νεκροί. Σε δεκάδες οι γιατροί, οι νοσηλευτές, τα κρεβάτια. Στις μονάδες οι ελπίδες. Είδαμε τα όρια του συστήματος υγείας να σπάνε σιωπηλά, είδαμε φίλους και συγγενείς να νοσούν, κάποιοι χάσαμε δικούς μας ανθρώπους. Αυτό, το δεύτερο κύμα της πανδημίας, έδωσε στους αριθμούς σάρκα και οστά, πάτησε σαν οδοστρωτήρας τις διακινούμενες ανοησίες περί παγκόσμιας απάτης και μέτρησε τις δυνάμεις και τις αδυναμίες μας ως κράτος. Μέσα σε όλη αυτή τη βουβή τραγωδία, οι δικαστές και οι εισαγγελείς ήμασταν και πάλι στη θέση μας, κρατώντας μαζί με τους δικαστικούς υπαλλήλους και τους δικηγόρους σε λειτουργία το σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης. Ακόμα και όταν οι συνθήκες απαιτούσαν μεγαλύτερη σπουδή στη λήψη μέτρων, ακόμα και όταν οι κυβερνητικές αποφάσεις άλλαζαν τον τρόπο λειτουργίας μας κάθε τρεις μέρες. Με τους περιορισμούς που επέβαλαν οι υγειονομικές συνθήκες, τα Δικαστήρια παρέμειναν ανοικτά, η εκδίκαση του μεγαλύτερου αριθμού των πολιτικών υποθέσεων συνεχίστηκε και τα ποινικά Εφετεία υποδέχθηκαν εκατοντάδες διαδίκους και δικηγόρους,  προς εκδίκαση ακόμα και πρόσφατα τελεσθέντων κακουργημάτων. Το σύστημα δε βγήκε αλώβητο από όλα αυτά, μέτρησε κι αυτό τα δικά του θύματα.

Σε όλο αυτό το διάστημα όμως, ο θεσμικός διάλογος στου κόλπους της Δικαιοσύνης θεωρήθηκε από τους αρμόδιους πολυτέλεια. Μέρα με τη μέρα, βυθιζόταν όλο και περισσότερο στη λογική της βιαστικής και διαμεσολαβημένης προχειρότητας, στο lobbying και την επιλογή πρόθυμων συνομιλητών. Σε κάθε περίπτωση ως δικαιολογία προβλήθηκε η ανάγκη για ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων στα θέματα που γέννησε η πανδημία, η βαθύτερη αλήθεια όμως βρίσκεται στην παιδική ασθένεια της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας, να μπερδεύει το διάλογο με τη συναλλαγή. Περισσεύει να αναφερθεί ότι υπήρξαν πολλοί οι θεσμικοί φορείς, μεταξύ των οποίων και η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, που προσέφεραν έγκαιρα, έγκυρες και αναλυτικές προτάσεις για όσα ζητήματα ανέκυψαν, τις οποίες κανείς μας δεν αξιώνει να γίνονται πάντα δεκτές στο σύνολό τους. Αξιώνουμε όμως διαχρονικά ως δικαστικοί λειτουργοί και δημοκρατικοί πολίτες να μην αντιμετωπίζεται ο διάλογος από τις κυβερνήσεις ως βαρίδι και να μην διαπνέονται όλοι όσοι το πρώτον καταπιάνονται με ζητήματα Δικαιοσύνης από την αλαζονεία του «μαθητευόμενου μάγου». Σε κάθε περίπτωση προϋπόθεση του διαλόγου στις Δημοκρατίες δεν υπήρξε ποτέ, να συμφωνούμε όλοι σε όλα. Διαλεκτικός κανόνας είναι – και πρέπει να είναι – η σύνθεση και με την αντίθετη άποψη με σεβασμό στο διαφορετικό θεσμικό ρόλο του καθενός. Από μια τέτοια διαδικασία κανείς δε βγαίνει ηττημένος.

Για εκείνους που έδωσαν τη μάχη στην πρώτη γραμμή, σε κάθε πεδίο λειτουργίας του κράτους, στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, στη Δικαιοσύνη, στην τροφοδοσία, στις μεταφορές, που μετρήσανε σημαντικές απώλειες και όμως συνεχίζουν, ενός λεπτού σιγή…

Για όσους θα προσπαθήσουν στο εξής να ερμηνεύσουν το σεβασμό μας για τους πραγματικά μαχόμενους την πανδημία, ως αδυναμία και υποχώρηση από τις αρχές του Κράτους Δικαίου και του δημόσιου διαλόγου, ούτε λεπτό σιωπή.

 

2021 – Υπάρχει μια χαραμάδα ελπίδας! Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

2021- Υπάρχει μια χαραμάδα ελπίδας!

Χριστόφορου Σεβαστίδη, 

ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

       Η χρονιά που πέρασε επισκιάστηκε από την εξάπλωση της πανδημίας του κορωνοϊού και τις εκατόμβες των νεκρών σε όλο τον πλανήτη. Η αδυναμία των συστημάτων υγείας ακόμα και των πιο ανεπτυγμένων χωρών να ανταποκριθούν στις κοινωνικές ανάγκες ανέδειξε με τον τραγικότερο τρόπο τις συνέπειες από την έλλειψη κρατικού σχεδιασμού και την επιδίωξη υποκατάστασης της κρατικής οργάνωσης  από την ιδιωτική επιχειρηματική δράση. 

       Τα ευρωπαϊκά δικαστικά συστήματα χτυπημένα από την ίδια ασθένεια –της πλήρους πρόσδεσης στις στοχεύσεις των επιχειρηματικών ομίλων- δείχνουν να χάνουν τον προσανατολισμό που τα Συντάγματα επέβαλαν ως απόδειξη της τριχοτόμησης των Λειτουργιών και της σχετικής ελευθερίας που απένειμαν σε κάθε μια από αυτές. Η υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση ως μορφή ιδιωτικής απονομής της Δικαιοσύνης, η λειτουργία ειδικών τμημάτων για τις επενδυτικές διαφορές στα μεγάλα Δικαστήρια της Χώρας, η ανάθεση διοικήσεων των Δικαστηρίων σε manager, η κατάργηση και οι συγχωνεύσεις επαρχιακών δικαστηρίων στη λογική κόστους- οφέλους, η εισαγωγή της τεχνητής νοημοσύνης και των αλγόριθμων προς υποκατάσταση της ελεύθερης ανθρώπινης σκέψης, βαφτίστηκαν καινοτομίες και μεταρρυθμίσεις ενώ κάθε αντίθετη φωνή απομονώνεται με το στίγμα της οπισθοδρομικότητας. 

       Ευρωπαϊκές δημοκρατικές κυβερνήσεις ρίχνοντας και το τελευταίο φύλλο συκής σπάνε τα δεσμά ενός επίπλαστου σεβασμού στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Ο «σεβασμός» της Πολωνικής Κυβέρνησης στη δικαστική Λειτουργία προκάλεσε διεθνές ενδιαφέρον με τις διώξεις Πολωνών Δικαστών, τη συλλογή χιλιάδων υπογραφών διαμαρτυρίας και αλληλεγγύης και την πορεία των τηβέννων στο κέντρο της Βαρσοβίας. Τα μηνύματα που λαμβάνει η Διεθνής Ένωση Δικαστών από εθνικές Ενώσεις ολοένα και πληθαίνουν. Οι μέθοδοι του κυβερνητικού αυταρχισμού παραλλάσσουν και εναλλάσσονται πολλές φορές με ηπιότερες μεθόδους όπως τον αποκλεισμό «απείθαρχων» Δικαστικών Ενώσεων από διαβουλεύσεις ζωτικής σημασίας νομοθετημάτων. Λείπει η επίγνωση ότι τα όπλα που χαλκεύονται ενάντια στον τρίτο πυλώνα της Δημοκρατίας στρέφουν την αιχμή τους ενάντια σ’ αυτήν την ίδια. 

       Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων επεσήμανε με αφορμή συγκεκριμένα γεγονότα (απαγόρευση συναθροίσεων κατά παράβαση του άρθρου 11 του Συντάγματος τόσο στις επετείους του Πολυτεχνείου όσο και της δολοφονίας Γρηγορόπουλου, επιμήκυνση του δικαστικού έτους και εντατικοποίηση της εργασίας των Δικαστικών Λειτουργών) την προσπάθεια αξιοποίησης της πανδημίας ως άλλοθι επιβολής έκτακτων μέτρων και εφαρμογής του δικαίου της ανάγκης. Η εξ αρχής νοηματοδότηση συνταγματικών εννοιών και η γενική πτώση του επιπέδου των θεσμικών εγγυήσεων δεν ενδιαφέρουν μόνο τους τεχνοκράτες νομικούς, όπως η Υγεία και η Παιδεία δεν αφορούν μόνο το ιατρικό και εκπαιδευτικό προσωπικό. Σ’ αυτή τη δίνη της κίνησης, την κορύφωση της ιστορικής ανησυχίας, είμαστε αναγκασμένοι όλοι να μετρούμε τους μήνες όπως προηγουμένως μετρούσαμε τις δεκαετίες. 

       Μοναδική ελπίδα για τους πολίτες η συνειδητοποίηση του διακυβεύματος, η εγκατάλειψη κάθε εφησυχασμού, η ενεργός συμμετοχή, πέρα και έξω από τη στενή συντεχνιακή λογική που διαπερνάει τις σύγχρονες κοινωνίες και διαιρεί αντί να ενώνει. Στην κατεύθυνση της προάσπισης της Συνταγματικής Νομιμότητας και των Κοινωνικών Ελευθεριών κινήθηκε η μεγαλύτερη Δικαστική Ένωση τη χρονιά που μας πέρασε. Με αποφασιστικότητα και αισιοδοξία χαιρετίζουμε και το 2021! 

       Καλή χρονιά σε όλους!

 

Επιστολή Κώστα Βουλγαρίδη, Εφέτη, Μέλους του ΔΣ της ΕνΔΕ

Οι τοποθετήσεις μου σε θέματα, που απασχόλησαν το νέο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων από τις 19-9-2020 μέχρι σήμερα

 

                                                                                    Αθήνα, 23-12-2020

Καταρχήν θα ήθελα να ενημερώσω τους συναδέλφους ότι στην ιστοσελίδα dikastis.blogspot.com ημερομηνίας 28-11-2020 υπάρχει δημοσιευμένο κείμενο (σε μορφή word για την περαιτέρω επεξεργασία του, εκτύπωση του κλπ.), στο οποίο περιλαμβάνονται κωδικοποιημένες οι διαχρονικές νομοθετικές ρυθμίσεις για την παραγραφή υφ΄ όρον του αξιοποίνου και την παραγραφή και μη εκτέλεση υφ΄ όρον των ποινών με τους Νόμους 4043/2012, 4198/2013, 4411/2016 και 4689/2020.

Επίσης, κατά την τελευταία συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενώσεως, που πραγματοποιήθηκε στις 12-12-2020 εισηγήθηκα (ήδη με σχετικό από 7-12-2020 έγγραφο μου) όπως μεριμνήσει άμεσα η Ένωση για τη διασφάλιση, κατά προτεραιότητα, επαρκή αριθμού εμβολίων για όλους τους Δικαστικούς και Εισαγγελικούς Λειτουργούς της χώρας με το επιχείρημα ότι οι συνθήκες απονομής της Δικαιοσύνης χαρακτηρίζονται από ιδιάζουσες καταστάσεις πολυκοσμίας, στις οποίες βρίσκονται καθημερινά εκτεθειμένοι οι συνάδελφοι, ανεξαρτήτως της τελικής επιλογής στο ζήτημα αυτό.

Περαιτέρω:

Από τις 19 Σεπτεμβρίου 2020 μέχρι σήμερα ανέκυψαν και συζητήθηκαν στις συνεδριάσεις του ΔΣ (19-9-2020, 31-10-2020 και 12-12-2020) σημαντικά ζητήματα Δικαιοσύνης και ήταν αναμενόμενο, πέρα από τις συμφωνίες, να υπάρξουν και διαφωνίες, οι οποίες, όμως, θα πρέπει να αποτυπώνονται διότι οι συνάδελφοι έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν τις θέσεις του κάθε εκλεγμένου εκπροσώπου της Ένωσης. Η έννοια, εξάλλου, της Ομάδας στο πλαίσιο λειτουργίας της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, ήτοι σε ένα κατεξοχήν χώρο Ανεξαρτησίας δεν μπορεί να έχει την έννοια της «γραμμής» σε επίπεδο θέσεων.

Στο πλαίσιο των ανωτέρω, θα ήθελα με την παρούσα να γνωστοποιήσω προς τους συναδέλφους τις θέσεις, που διατύπωσα ως Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενώσεως, σε επιμέρους θέματα, τα επιπρόσθετα ζητήματα, που εισηγήθηκα στο ΔΣ, καθώς και τις δημόσιες παρεμβάσεις μου.

Συγκεκριμένα:

Α. Πανδημία covid – 19 και αναστολή λειτουργίας των Δικαστηρίων:

Από τα μέσα του προηγούμενου Οκτωβρίου όταν ακόμη ο αριθμός των κρουσμάτων κορωνοιού στη χώρα ήταν σχετικά ελεγχόμενος, πλην, όμως, σταδιακά αυξανόμενος, είχα υποστηρίξει την άποψη ότι θα έπρεπε να ληφθούν αποφάσεις για την αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων. Οι κίνδυνοι επισημάνθηκαν και σε σχετικό έγγραφο της Ένωσης λίγες ημέρες αργότερα και δη στις αρχές μηνός Νοεμβρίου (με το από 2-11-2020 έγγραφο της ΕνΔΕ). Παρά το γεγονός αυτό και τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό των κρουσμάτων, που είχε, πλέον, φτάσει σε τετραψήφια νούμερα, η εκδοθείσα τότε ΚΥΑ δεν ανέστειλε τη λειτουργία των Δικαστηρίων στο πλαίσιο που απαιτούσαν οι περιστάσεις. Η συμβολική τρίωρη διακοπή των δικαστικών συνεδριάσεων, που αποφασίστηκε εκτάκτως στις 4 -11 από την πλειοψηφία του ΔΣ της ΕνΔΕ για την Παρασκευή 6-11, την οποία υπερψήφισα, αποτελούσε τη μόνη μορφή απάντησης απέναντι στην ανωτέρω εξέλιξη, ενώ την ίδια μέρα με δημοσιευθέν έγγραφο μου κάλεσα τους συναδέλφους να εφαρμόσουν την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Να σημειωθεί ότι ανάλογη απόφαση έλαβε την ίδια ημέρα και η Ομοσπονδία Δικαστικών Υπαλλήλων της χώρας. Ένα 24ωρο περίπου μετά αποφασίστηκε lockdown στη χώρα και η απόφαση περί διακοπής των δικαστικών συνεδριάσεων, όπως ήταν επόμενο, ανεστάλη, η, δε, αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων τέθηκε σε σχετικά ορθά πλαίσια. Στις 23 Νοεμβρίου με έγγραφο μου προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕνΔΕ ζήτησα να αιτηθεί η Ένωση την πλήρη αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων τουλάχιστον μέχρι τα μέσα μηνός Δεκεμβρίου 2020 ώστε να βρισκόμαστε όσο γίνεται πιο κοντά στο χρονικό σημείο διάθεσης του εμβολίου. Ακολούθησε εμπεριστατωμένο κείμενο της Ένωσης (από 25-11-2020), το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις απόψεις, που διατυπώθηκαν τότε, περιελάμβανε σχέδιο πρόβλεψης αφενός μεν ήπιου πλαισίου αναστολής, αφετέρου, δε, αυστηρού πλαισίου αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων.


Β. Παραστάσεις και τοποθετήσεις μου στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης:

α) Κατά την πρώτη συνεδρίαση του ΔΣ της ΕνΔΕ της 19-9-2020 και μετά τη συγκρότηση του σε Σώμα συγκροτήθηκαν Επιτροπές, μεταξύ των οποίων και Επιτροπής Ειρηνοδικών. Η συγκρότηση της Επιτροπής αυτής είναι νόμιμη στηριζόμενη αφενός μεν στη ρητή διάταξη του άρθρου 21 του Καταστατικού της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, στο οποίο ρητά προβλέπεται η αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου «να συγκροτεί ειδικές επιτροπές στις οποίες αναθέτει την μελέτη επιστημονικών ή άλλων θεμάτων, που ενδιαφέρουν την Ένωση», αφετέρου, δε, στη θεμελιώδη αρχή της ελευθερίας δράσης όλων των συλλογικών οργάνων. Η ένσταση μου, ωστόσο, ως προς τη συγκρότηση της εν λόγω Επιτροπής συνίσταται στο ότι, κατά την άποψη μου, σε αυτή θα έπρεπε να συμμετέχουν, καταρχήν, άπαντες οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι των Ειρηνοδικών στο Διοικητικό Συμβούλιο.    

β) Κατά τη συνεδρίαση του ΔΣ της ΕνΔΕ της 31-10-2020:

– Κατά τη συζήτηση σχετικά με τον τρόπο της λειτουργίας της ηλεκτρονικής σελίδας της Ενώσεως και ειδικώς σχετικά με την υπηρεσία newsletter υπήρξε εισήγηση από το Προεδρείο της Ενώσεως ότι η εν λόγω υπηρεσία προορίζεται για την ενημέρωση των συναδέλφων ως προς την επίσημη θέση της Ένωσης (δελτία τύπου κλπ.). Κατόπιν σχετικού αιτήματος μου, που έγινε τελικώς δεκτό αποφασίστηκε, περαιτέρω, ότι τα μέλη του ΔΣ της Ενώσεως θα έχουν τη δυνατότητα χρήσης της εν λόγω υπηρεσίας δύο φορές το χρόνο και δη μετά την ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση και στο τέλος του δικαστικού έτους. Υπέβαλα, μάλιστα, και το αίτημα να εκδίδεται μία φορά το χρόνο σε έντυπη μορφή περιοδικό της Ένωσης υπό τον τίτλο «ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΝΕΑ».

– Ψήφισα ανεπιφύλακτα υπέρ της πρότασης για τη διενέργεια ψηφιακών ψηφοφοριών και διαβουλεύσεων μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας ΖΕΥΣ. Θεωρώ, καταρχήν, ότι η διασύνδεση όλων των συναδέλφων με τις ψηφιακές δομές της Ένωσης προάγει γενικότερα τον επιστημονικό διάλογο και τη συμμετοχή, ενώ η Ένωση έχει ήδη ακολουθήσει όλες τις διαδικασίες κατά τα πρότυπα του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων ΕΕ 2016/679 και του εφαρμοστικού ν. 4624/2019. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί άμεσα μέριμνα ώστε με τις σχετικές ψηφιακές δομές της Ενώσεως να συνδεθούν άπαντες οι συνάδελφοι της χώρας δεδομένου, μάλιστα, ότι πολλοί συνάδελφοι δεν έχουν ενημερωθεί μέχρι σήμερα επί του θέματος.

γ) Κατά τη συνεδρίαση του ΔΣ της ΕνΔΕ της 12-12-2020 μέσω τηλεδιάσκεψης:

Καταρχήν, πριν τη συνεδρίαση, απέστειλα σε όλα τα μέλη του ΔΣ έγγραφο μου με ημερομηνία 7-12-2020, στο οποίο εκτίθεντο με λεπτομέρειες οι θέσεις μου επί όλων των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης και επιπρόσθετα ζητήματα για καταχώριση στα πρακτικά, συζήτηση και λήψη αποφάσεως. Ειδικότερα:

Σχετικά με την αποτίμηση του τελικού σχεδίου της Επιτροπής Πισσαρίδη για τη Δικαιοσύνη η τοποθέτηση μου συνοπτικά ήταν η εξής:

Στην πρόταση που εισήχθη προς ψήφιση από το Προεδρείο της Ενώσεως ψήφισα αρνητικά λόγω διαφωνίας μου σε επιμέρους θέματα. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, η δημιουργία ειδικών τμημάτων (ενέργειας κλπ.), που ήδη έχει θεσμοθετηθεί νομοθετικά, όπως και η ενίσχυση θεσμών εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών, μεταξύ των οποίων και ο θεσμός της Διαμεσολάβησης κινούνται σαφώς προς τη σωστή κατεύθυνση και αποτελούν σύγχρονους θεσμούς, που έχει υιοθετήσει σχεδόν ολόκληρη η Ε.Ε.

Συγχρόνως, όμως, το να χαρακτηρίζεται συστηματικά η Δικαιοσύνη ως «μοχλός» οικονομικής ανάπτυξης ή ως συνιστώσα επενδύσεων υπό την έννοια και στο πλαίσιο αμιγώς τεχνοκρατικών αντιλήψεων για το θεσμό, αποτελεί αντίληψη, η οποία παραβλέπει και παρερμηνεύει το θεσμικό ρόλο των Δικαστικών Λειτουργών.

Το ισχύον, τέλος, θεσμικό πλαίσιο επιθεώρησης (ως προς το οποίο δεν υπήρξε κάποια ειδικότερη εισήγηση παρά το ότι η έκθεση Πισσαρίδη στο σημείο αυτό προτείνει πλαίσιο νέων όρων αξιολόγησης)   είναι πλήρες και, κατά την άποψη μου, κάθε ενδεχόμενη νομοθετική παρέμβαση, που θα δημιουργούσε ασφυκτικούς όρους αξιολόγησης και κατ΄ επέκταση καθεστώς πίεσης κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση αφενός μεν με την αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας, αφετέρου, δε, με τη θεμελιώδη για το Κράτος Δικαίου αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

– Σχετικά με τις τροποποιήσεις του Ν. 3869/2010 (υπερχρεωμένα) με το Ν. 4745/2020 οι τοποθετήσεις μου ήταν οι ακόλουθες:

Ψήφισα αρνητικά στην τελική πρόταση της Επιτροπής Ειρηνοδικών, για δύο λόγους, έναν τυπικό και έναν ουσιαστικό: α) διότι τις προτάσεις της Ένωσης έπρεπε, κατά την άποψη μου, να συνδιαμορφώσει το Διοικητικό Συμβούλιο της Ενώσεως, που αντλεί την άμεση νομιμοποίηση του από το Δικαστικό Σώμα και στη βάση αυτών των προτάσεων να συνεκτιμηθεί και η τελική έκθεση της Επιτροπής Ειρηνοδικών (αυτός είναι ο τυπικός λόγος) και β) διότι (ουσιαστικός λόγος) κατά την άποψη μου η Επιτροπή δεν διευκρινίζει στην έκθεση της με σαφήνεια πως εννοεί την τροποποίηση των Κανονισμών με την πρόβλεψη ανώτατου αριθμού χρέωσης. Αν την εννοεί ως πλαφόν χρέωσης ώστε ο κάθε δικαστής πραγματικά να μην χρεωθεί άνω ενός ευλόγου αριθμού υποθέσεων με τη συνεκτίμηση και της ήδη υπάρχουσας χρέωσης του και όχι ως χρέωση με στόχο την περαίωση των υποθέσεων αυτών σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, τότε η πρόταση στο κρίσιμο αυτό ζήτημα θα ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση.

Διότι η άποψη μου επί του θέματος αυτού είναι ότι η πρόβλεψη ανώτατου αριθμού χρεώσεως ανά δικαστή στους Κανονισμούς των Ειρηνοδικείων, που εκκρεμούν οι σχετικές υποθέσεις, θα πρέπει να προβλεφθεί στα πρότυπα αντίστοιχης απόφασης της Ολομέλειας του Πρωτοδικείου Αθηνών επί των διατάξεων του Ν. 4335/2015 σχετικά με τη νέα τακτική διαδικασία ήτοι με τη συνεκτίμηση και της ήδη τρέχουσας χρέωσης των λοιπών υποθέσεων. Σκοπός δεν μπορεί να είναι η ταχεία περαίωση των εν λόγω εκκρεμών υποθέσεων υπερχρεωμένων σε βάθος ενός σχεδιαζόμενου μελλοντικού χρόνου, που θα συνεπαγόταν υπέρμετρο και μη ανεκτό φόρτο εργασίας σε βάρος της ουσιαστικής απονομής Δικαιοσύνης.     

Κατόπιν αυτών οι προτάσεις μου ήταν οι εξής: α) το στάδιο της διαμεσολάβησης επί των εν λόγω υποθέσεων να θεσπισθεί ως υποχρεωτικό επί ποινή απαραδέκτου της σχετικής συζητήσεως της αίτησης, δεδομένου ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας οι διάδικοι έχουν, είτε ούτως, είτε άλλως, το δικαίωμα να συμβιβάζονται, β) να επιμηκυνθεί ο χρόνος επαναπροσδιορισμού των εν λόγω υποθέσεων έτσι ώστε να αποφευχθεί η απότομη συσσώρευση χιλιάδων υποθέσεων υπερχρεωμένων προς προσδιορισμό με ότι αυτό θα συνεπαγόταν (ειδικά από τον Μάιο – Ιούνιο 2021 και μετά βάσει των προθεσμιών ενέργειας, που προβλέπονται στο Ν. 4745/2020), γ) σε κάθε περίπτωση, και εφόσον τα Ειρηνοδικεία στα οποία εκκρεμούν οι εν λόγω υποθέσεις προβούν σε τροποποίηση των εσωτερικών κανονισμών, να καθορισθεί ανώτατος αριθμός χρέωσης ανά δικαστή στα πρότυπα της σχετικής απόφασης της Ολομέλειας του Πρωτοδικείου Αθηνών στο πλαίσιο του Ν. 4335/2015 για τη νέα τακτική διαδικασία και δ) οι σχετικές αποφάσεις επί των ανωτέρω υποθέσεων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό να δημοσιεύονται με συνοπτική αιτιολογία κατ΄ αναλογία των όσων ισχύουν στις αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων. Στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η κρίση του Δικαστηρίου είναι διαπιστωτική και είναι δογματικά θεμιτή η πρόβλεψη συνοπτικής αιτιολογίας. Άλλωστε σε αρκετές υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας ο νομοθέτης προβλέπει την έκδοση διάταξης, ενώ η συνοπτική αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων ισχύει και στις περιπτώσεις των μη γνήσιων υποθέσεων ασφαλιστικών μέτρων, των διαφορών δηλαδή, που απλώς εκδικάζονται με την εν λόγω διαδικασία. Επί των ζητημάτων του Ν. 4745/2020 κατατέθηκε από εμένα πλήρες και αναλυτικό κείμενο.

– Για την κατάσταση της Δικαιοσύνης στην Πολωνία:

Θεωρώ, σε κάθε περίπτωση, ότι η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, στο πλαίσιο της Διεθνούς παράστασης της οφείλει να τοποθετηθεί και να τοποθετείται, γενικότερα, απέναντι σε κάθε ενέργεια, που θίγει τον πυρήνα της Δικαστικής Ανεξαρτησίας και της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών σε οποιοδήποτε κράτος – μέλος της Ε.Ε.

– Ψήφισα υπέρ της κατάρτισης σύμβασης (για δύο έτη) με τις εκδόσεις Σάκκουλα, προκειμένου να τυγχάνουν ειδικής προνομιακής τιμής τα μέλη της Ένωσής μας, για την πρόσβαση στην ψηφιακή βάση δεδομένων sakkoulas online, με τον όρο της αποδέσμευσης των εκδόσεων από την υποχρέωση καταβολής της συμφωνηθείσας αξίας των δικαιωμάτων χρήσης του περιοδικού Ελληνική Δικαιοσύνη.

– Σχετικά με τις δωρεές της Ένωσης για φιλανθρωπικούς σκοπούς αλλά και της εν γένει επικαιρότητας εισηγήθηκα στην ίδια συνεδρίαση της 12-12-2020 για καταχώριση στα πρακτικά, συζήτηση και λήψη απόφασης τα ακόλουθα θέματα:

– εισηγήθηκα να αποφασισθεί από το ΔΣ ότι στις περιπτώσεις που ανακύπτουν λόγοι γενικότερου ενδιαφέροντος θα δύναται η Ένωση να ανοίγει ειδικό λογαριασμό ορισμένης χρονικής διάρκειας λ.χ. ενός μηνός. Τα στοιχεία του λογαριασμού αυτού (IBAN κλπ) θα αποστέλλονται μόνο με newsletter σε όλα τα μέλη της Ενώσεως, τα οποία θα καλούνται (προαιρετικά) να καταθέτουν, ονομαστικά, στο πλαίσιο της προθεσμίας ισχύος του λογαριασμού, χρηματικό ποσό, που μπορεί να καθορίζεται (κατ΄ ανώτατο όριο) και από την Ένωση. Το χρηματικό ποσό, που θα συγκεντρώνεται θα διατίθεται για τους παραπάνω σκοπούς και αυτομάτως ο λογαριασμός θα κλείνει. Η διαδικασία αυτή θα ακολουθείται, όπως προανέφερα, σε εξαιρετικές περιπτώσεις γενικότερου ενδιαφέροντος και παρέχει εγγυήσεις ώστε και η συμμετοχή της Ένωσης σε φιλανθρωπικές δράσεις να είναι σημαντική, αλλά και συγχρόνως να μην επιβαρύνεται υπέρμετρα το Ταμείο της Ενώσεως, τα έσοδα του οποίου προορίζονται κυρίως για την επίτευξη των εν στενή εννοία σκοπών της.

– εισηγήθηκα να αποφασισθεί όπως προβεί το Διοικητικό Συμβούλιο στις δέουσες ενέργειες για την επίτευξη συμφωνίας μειωμένου εισιτηρίου για τις μετακινήσεις των συναδέλφων με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ

– εισηγήθηκα επίσης να ληφθεί μέριμνα μέσω των αρμοδίων φορέων και με την βάσιμη αιτιολογία ότι οι συνάδελφοι βρίσκονται καθημερινά άμεσα εκτεθειμένοι σε καταστάσεις συνωστισμού και πολυκοσμίας, ώστε να διασφαλισθεί για τα μέλη της Ένωσης μας, σε κάθε περίπτωση, έγκαιρη και από την αρχή πληρότητα αριθμού εμβολίων κατά του κορωνοιού, ώστε να μην σημειωθούν ελλείψεις, ανεξαρτήτως της τελικής επιλογής των συναδέλφων στο ζήτημα αυτό

Γ. Αρθρογραφία – δημόσιες παρεμβάσεις:

– Στις 21-9-2020 δημοσίευσα άρθρο μου με τον τίτλο «προσωπική ελευθερία και πολιτικές ταμπέλες» με αφορμή επιθέσεις από μερίδα του Τύπου που δέχθηκαν συνάδελφοι για τις απόψεις τους. Οι απόψεις, που διατύπωσα στο άρθρο αυτό ισχύουν σε κάθε περίπτωση, που ανακύπτουν ανάλογα ζητήματα

– Δημοσίευσα επίσης άρθρο μου υπό τον τίτλο «Αθλητική Δικαιοσύνη συγκροτούμενη από Τακτικούς Δικαστικούς Λειτουργούς. Το Αυτοδιοίκητο της Ε.Π.Ο. υποχωρεί στο Αυτοδιοίκητο της Δικαιοσύνης. Προς τη σωστή θεσμική κατεύθυνση η διάταξη σε σχέδιο νόμου, που προβλέπει την υπόδειξη των Αθλητικών Δικαστών από θεσμικά όργανα της Δικαιοσύνης». Σημειωτέον ότι τις θέσεις, που περιλαμβάνονται στο άνω άρθρο και πριν επέλθουν οι σχετικές τροποποιήσεις, είχα διατυπώσει με σχετική αρθρογραφία ήδη από το έτος 2018 διαφωνώντας περαιτέρω με την άποψη της πλειοψηφίας του ΔΣ, που ζητεί την κατάργηση της συγκρότησης της Αθλητικής Δικαιοσύνης από τακτικούς Δικαστές

–  Δημοσίευσα άρθρο μου σχετικά με την απαγόρευση του δικαιώματος της συνάθροισης. Στο άρθρο μου αυτό υποστήριξα ότι η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων νομιμοποιείται να παρεμβαίνει και να διατυπώνει την άποψη της σε τέτοια ζητήματα, που άπτονται των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγχρόνως υποστήριξα με αναλυτική αιτιολογία ότι στην προκείμενη περίπτωση και για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας το εν λόγω δικαίωμα δύναται να απαγορευθεί υπό την τήρηση βέβαια και των λοιπών συνταγματικών προϋποθέσεων (αρχή αναλογικότητας κλπ.)

– Τέλος, στις 7-12-2020, δημοσίευσα άρθρο μου υπό τον τίτλο «Διάκριση εξουσιών και Δικαστική Ανεξαρτησία. Η Δικαιοσύνη αποτελεί πυλώνα του Κράτους Δικαίου και όχι «μοχλό» οικονομικής ανάπτυξης. Η από 14 Νοεμβρίου 2020 έκθεση Επιτροπής για τη Δικαιοσύνη»


Δ. Πολιτιστικές εκδηλώσεις

Είναι προφανές ότι στον τομέα αυτό, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο Αθλητισμός εν γένει, δεν κατέστη δυνατό να αναπτυχθούν κάποιες δράσεις λόγω της πανδημίας. Ωστόσο και στους τομείς αυτούς, μετά την έξοδο από την κρίση, θα υπάρξουν συγκεκριμένες εισηγήσεις.

 Εύχομαι σε όλους χρόνια πολλά με υγεία!

Με εκτίμηση

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Εφέτης, Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ, Λάμπρος Τσόγκας, Αντεισαγγελέας Εφετών Θράκης

 

Επιμέλεια: Λάμπρος Σ.Τσόγκας

Αντεισαγγελέας Εφετών Θράκης

Επειδή έχει ανακύψει προβληματισμός σχετικά με το τι πραγματικά ισχύει για το ζήτημα της παραγραφής σε πράξεις φοροδιαφυγής με χρόνο τέλεσης πριν τις 6-11-2020, ενόψει των ρυθμίσεων στο Ν.4745/2020 είναι χρήσιμο να ακολουθήσουν οι πιο κάτω σκέψεις:

1ον: Με το Ν.4745/2020 επιδιώκεται η ευθυγράμμιση της νομοθεσίας στις απαιτήσεις της τήρησης της αρχής ne bis idem κατά το άρθρο 6 ΕΣΔΑ, ώστε η άσκηση της ποινικής δίωξης να μην προηγείται της φορολογικής επίλυσης της διαφοράς. Έτσι από το μοντέλο της άσκησης της ποινικής δίωξης πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής διαφοράς με βάση τα οριζόμενα στο Ν.4174/2013 (άρθρο 68  Ν.4174/2013, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 32 Ν.4745/2020) λόγω της ανεξαρτησίας της ποινικής διαδικασίας από τη διοικητική, ο νομοθέτης επέλεξε τελικά το μοντέλο της εξάρτησης της ποινικής διαδικασίας από τη διοικητική. Ως εκ τούτου η ποινική δίωξη πλέον  ασκείται μόνον εφόσον επέλθει η οριστικοποίηση της φορολογικής διαφοράς σύμφωνα με την παράγραφο 4 άρθρου 32 Ν.4745/2020, που αντικατέστησε την παράγραφο 3 του άρθρου 68 Ν.4174/2013. Τούτο βέβαια επέβαλε στο νομοθέτη την πρόβλεψη στην ανωτέρω διάταξη ότι η παραγραφή των πράξεων φοροδιαφυγής αναστέλλεται μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της φορολογικής αρχής.

2ον: Στο Ν.4622/2019 με τίτλο <<Επιτελικό Κράτος>> καθορίζονται οι κανόνες της καλής νομοθέτησης. Ειδικότερα στο άρθρο 59 του πιο πάνω νόμου προσδιορίζονται οι ειδικοί κανόνες σύνταξης νομοσχεδίων. Το εν λόγω άρθρο στην παράγραφο 4 έχει ως εξής:

Σε περίπτωση συνολικής ρύθμισης ενός θέματος, διατυπώνεται το σύνολο των σχετικών διατάξεων και οι καταργούμενες διατάξεις αναφέρονται ρητά σε αυτοτελές άρθρο, στο τέλος του νομοσχεδίου.

Διαπίστωση πρώτη: Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ευθεία και άμεση υποχρέωση του νομοθέτη να συμπεριλαμβάνει κατά τη σύνταξη των νομοσχεδίων αυτοτελές κεφάλαιο καταργούμενων διατάξεων, όταν σε αυτά επιχειρείται η συνολική ρύθμιση ενός ζητήματος.

3ον: Ενόψει της συνολικής ρύθμισης στο Ν.4745/2020 του ζητήματος του τρόπου άσκησης ποινικής δίωξης σε πράξεις φοροδιαφυγής με αποτέλεσμα την αναστολή της παραγραφής τους, ήταν αναγκαία η παράθεση κεφαλαίου καταργούμενων διατάξεων στον εν λόγω νόμο προς ακολουθία στην οικεία πρόβλεψη στο άρθρο 59 Ν.4622/2019. Έτσι στο άρθρο 92 Ν.4745/2020 γίνεται η αναφορά των καταργούμενων διατάξεων. Τούτο όμως αφορά ζήτημα νομοτεχνικό και ειδικότερα αφορά τη διάρθρωση του κειμένου του νέου νόμου λόγω του ότι με νεότερο νόμο έγινε ριζική επανεξέταση νομικού ζητήματος και πιο συγκεκριμένα του τρόπου άσκησης ποινικής δίωξης σε εγκλήματα φοροδιαφυγής με αποτέλεσμα την αναστολή της παραγραφής τους και μάλιστα χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 113παρ.2 ΠΚ. Ακόμη ενόψει του ότι η  παραγραφή  των πράξεων φοροδιαφυγής πριν τις 6-11-2020 κατά το άρθρο .68παρ.2 Ν.4174/2013 (πριν την αντικατάσταση με το άρθρο 32 Ν.4745/2020)  αρχίζει από την οριστικοποίηση της φορολογικής διαφοράς, ενώ τούτη για τις πράξεις φοροδιαφυγής μετά τις 6-11-2020 κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 32 Ν.4745/2020  αναστέλλεται μέχρι την οριστικοποίηση της φορολογικής διαφοράς και μάλιστα χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 113παρ.2 ΠΚ, γίνεται σαφές ότι και στις δύο περιπτώσεις η παραγραφή των πράξεων φορδιαφυγής επηρεάζεται από το χρονικό εύρος της εκκρεμούς διοικητικής φορολογικής διαφοράς. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι η αναστολή της παραγραφής των πράξεων φοροδιαφυγής μετά τις 6-11-2020 είναι το αποτέλεσμα της  αλλαγής, που επέφερε ο Ν.4745/2020 στο δικονομικής φύσης ζήτημα για τον τρόπο άσκησης ποινικής δίωξης, αφού τούτη εξαρτάται χρονικά από την οριστικοποίηση της φορολογικής διαφοράς. Ωστόσο για τις πράξεις πριν τις 6-11-2020  για τις οποίες η ποινική δίωξη δεν εμποδίζεται  από τη μη οριστικοποίηση της φορολογικής διαφοράς,  δεν ανακύπτει ζήτημα παραγραφής τους.  Βέβαια στο άρθρο 92 Ν.4745/2020 η διατύπωση περί κατάργησης του άρθρου 68 παρ. 2 Ν.4174/2013, σύμφωνα με το οποίο η παραγραφή των εγκλημάτων του Ν.4174/2013 αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής, που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, είναι ατελής. Τούτο διότι θα μπορούσε να προστεθεί ότι η κατάργηση γίνεται λόγω της αλλαγής του τρόπου άσκησης της ποινικής δίωξης και ότι από την κατάργηση δεν επηρεάζεται η επιμήκυνση της παραγραφής  των πράξεων πριν τις 6-11-2020. Τούτη η σκέψη είναι ακόλουθη προς τη διαχρονική αντιμετώπιση του ζητήματος της παραγραφής των πράξεων φοροδιαφυγής, αφού η εκκρεμής διοικητική φορολογική διαφορά, όπως στο νέο, έτσι και  στο παλιό νομοθετικό καθεστώς επηρεάζει την παραγραφή. Για το ότι στη βούληση του νομοθέτη δεν υπήρξε ζήτημα παραγραφής των πράξεων πριν τις 6-11-2020 είναι σαφής η  δήλωση του Υπουργού Δικαιοσύνης στα πρακτικά της Βουλής (σελ.201), όπως τούτα είναι δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα της Βουλής των Ελλήνων και αφορούν τη συνεδρίαση ΚΕ της Β’ Συνόδου στις 5-11-2020. Η οικεία δήλωση έχει ως εξής: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΙΑΡΑΣ (Υπουργός Δικαιοσύνης): Κύριε Πρόεδρε, θέλω να ενημερώσω εσάς και το Σώμα, ότι υπάρχουν οι νομοτεχνικές βελτιώσεις. Δεν έλαβα τον λόγο, ακριβώς για να είναι στη διάθεση των συναδέλφων όλες οι νομοτεχνικές βελτιώσεις και για να προλάβω για την οικονομία του χρόνου, επειδή εκφράστηκε αυτή η ανησυχία κατ’ αρχάς από τον πρόεδρο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, σχετικά με το ne bis in idem. Σας ξεκαθαρίζω ότι παρά το ότι για μας ήταν απολύτως σαφές και θα ήθελε μια πολύ ακραία ερμηνεία προκειμένου κάποιος να το δει διαφορετικά, διαφοροποιείται η μεταβατική διάταξη, ούτως ώστε να μην υπάρχει η παραμικρή υπόνοια για παραγραφή ποινικών αδικημάτων.

 Διαπίστωση δεύτερη: Προφανώς η ανωτέρω δήλωση του Υπουργού Δικαιοσύνης αντανακλά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 96 Ν.4745/2000, που συμπεριελήφθηκε στο κεφάλαιο των μεταβατικών διατάξεων του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με την οποία  οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις φοροδιαφυγής που τελούνται μετά από την έναρξη ισχύος του νόμου.

4ον: Με βάση τα προαναφερθέντα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κατά το άρθρο 2 ΠΚ πράξεις φοροδιαφυγής  πριν τις 6-11-2020 έχουν υποπέσει σε παραγραφή σύμφωνα με τις διακρίσεις που γίνονται στο άρθρο 111 ΠΚ, καθόσον με βάση το διαχρονικό δίκαιο στο κεφάλαιο της παραγραφής των πράξεων φοροδιαφυγής, τούτη επηρεάζεται από το χρονικό εύρος της εκκρεμούς διοικητικής φορολογικής διαφοράς. Ζήτημα παραγραφής παλαιών πράξεων κατά το άρθρo 2 ΠΚ θα υπήρχε, αν μεσολαβούσε χρονικό διάστημα κατά το οποίο το διαχρονικό δίκαιο άφηνε ανεπηρέαστο το κεφάλαιο της παραγραφής των πράξεων φοροδιαφυγής από την εκκρεμότητα της διοικητικής φορολογικής διαφοράς. Σε αυτήν την κατεύθυνση είναι προσανατολισμένη  η μεταβατική διάταξη του άρθρου 96 Ν.4745/2020 σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις που τελούνται μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

5ον) Ως προς το ότι δεν τίθεται  παραγραφής των πράξεων φοροδιαφυγής, που τελέστηκαν πριν τις 6-11-2020 όμοιο είναι και το πόρισμα των νομικών συλλογισμών του Προέδρου Πρωτοδικών Χαράλαμπου Σεβαστίδη σε μελέτη που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, ο οποίος ως προς το θέμα αυτό σημειώνει:

Θα πρέπει επομένως να γίνει ορθότερα δεκτό ότι για τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν πριν την 6.11.2020 εξακολουθεί να ισχύει η διάταξη του άρθρου 55Α παρ. 3 Ν. 4174/2013, το οποίο δεν καταργήθηκε για τα παλιά φορολογικά αδικήματα, ενώ η τροποποίησή του με το άρθρο 32 παρ. 3 Ν. 4745/2020 ισχύει βάσει του άρθρου 96 εδ. α΄ Ν. 4745/2020 μόνο για τα αδικήματα που τελούνται μετά την 6.11.2020. Συνεπώς, τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν μέχρι την 6.11.2020 υπάγονται στο σύνολο των διατάξεων του Ν. 4174/2013, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τον Ν. 4745/2020, με την διευκρίνιση ότι ειδικά για την παραγραφή εφαρμόζεται το άρθρο 55Α παρ. 3 Ν. 4174/2013 ακόμα και μετά την κατάργηση του άρθρου 68 παρ. 2 Ν. 4174/2013 με το άρθρο 92 Ν. 4745/2020.

Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ: ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ «ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ» ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΗΝ 12-12-2020

Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ:  ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ «ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ» ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΗΝ 12-12-2020

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης

Νικήτας Βελίας, Ειρηνοδίκης

Μάνος Φωτάκης,  Ειρηνοδίκης

μέλη του Δ.Σ. της ΕνΔΕ

Κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕνΔΕ , της 12ης Δεκεμβρίου 2020, που διεξήχθη με τηλεδιάσκεψη, οι θέσεις της ομάδας μας ως προς τα κύρια θέματα της ημερήσιας διάταξης ήταν οι ακόλουθες:

  1. I. Αποτίμηση του τελικού σχεδίου της Επιτροπής Πισσαρίδη για τη Δικαιοσύνη

Το «Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία», όπως και είναι ο τίτλος των συμπερασμάτων της έκθεσης, που έγινε γνωστή, ως έκθεση Πισσαρίδη, και παρουσιάστηκε στην τελική της μορφή στις 23 Νοεμβρίου 2020, είναι κείμενο  244 σελίδων, που περιλαμβάνει αναλύσεις για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας αλλά και προτάσεις για την ανάκαμψη αυτής. Κατά την επιτροπή που το συνέταξε,  αν το σχέδιο ανάπτυξης εφαρμοστεί συστηματικά, θα οδηγήσει σε υψηλότερη ευημερία για τα νοικοκυριά, μέσω της συστηματικής ενίσχυσης της παραγωγικότητας και των αμοιβών της εργασίας. Το αρχικό ερώτημα, συνεπώς, που τίθεται είναι:  εάν σ’ ένα σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης δύναται να εμπεριέχεται κεφάλαιο για τη Δικαιοσύνη. Η απάντηση είναι θετική και τούτο διότι ο συνταγματικός ρόλος του θεσμού της Δικαιοσύνης είναι πολλαπλός. Ο θεσμικός της ρόλος ως θεματοφύλακα των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων όλων των πολιτών και ως εγγυητή της εύρυθμης λειτουργίας της κοινωνίας δεν αναιρεί το ρόλο της Δικαιοσύνης ως μοχλού ανάπτυξης της οικονομίας της χώρας μας. Άλλωστε, το επιχειρείν και η επενδυτική δραστηριότητα προστατεύονται συνταγματικά και αυτά ως δικαιώματα και συνεπώς για την άσκησή τους επιβάλλεται η εξασφάλιση ενός περιβάλλοντος που θα χαρακτηρίζεται από ασφάλεια δικαίου, από έλλειψη κακονομίας και πολυνομίας και από ταχεία και αποτελεσματική επίλυση τυχόν δικαστικών διαφορών. Ο συνολικός σχολιασμός της εν λόγω έκθεσης και η εκτίμηση περί αποτελεσματικότητας των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων εκφεύγει των αρμοδιοτήτων μίας Δικαστικής Ένωσης.  Αντίθετα, η τοποθέτηση επί των παραδοχών, προτάσεων και προβλέψεων για τη Δικαιοσύνη εμπίπτουν στον καταστατικό σκοπό της ΕνΔΕ, καθότι σκοπός αυτής, μεταξύ άλλων, είναι η βελτίωση των όρων απονομής της Δικαιοσύνης, η βελτίωση των συνθηκών εργασίας των Δικαστικών Λειτουργών και βέβαια η διασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας αυτών.

(Οι αναφορές δε που θα ακολουθήσουν αφορούν την πολιτική και ποινική δίκη).

Η έκθεση ξεκινά με τις ακόλουθες  παραδοχές:

α)  ότι η  παθογένεια του θεσμού της Δικαιοσύνης εντοπίζεται  στην καθυστέρηση της απονομής της. Είναι γεγονός ότι την τελευταία εικοσαετία έχουν ψηφισθεί περίπου δώδεκα νόμοι με σκοπό την επίλυση του εν λόγω προβλήματος. Η αποσπασματική νομοθέτηση, όπως ήταν βέβαιο, δεν επέφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα αλλά αντίθετα δημιούργησε περισσότερα προβλήματα. Ωστόσο, η έκθεση αν και κάνει λόγο για βελτίωση των χρόνων απονομής της Δικαιοσύνης την τελευταία δεκαετία, ουδεμία αναφορά κάνει για την τομή που επιτελέσθη, το έτος 2015, με την τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και τη συμβολή αυτής στην επιτάχυνση της πολιτικής  δίκης.

β) ότι στη χώρα μας υφίσταται δυσαναλογία μεταξύ του αριθμού των υπηρετούντων Δικαστών και του πληθυσμού της. Ενδεικτικά,  δε αναφέρει ότι  το 2016 η Ελλάδα είχε 25,8 δικαστές ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 21 μέσου όρου στην ΕΕ, 24,2 στη Γερμανία, 11,5 στην Ισπανία, 10,6 στην Ιταλία, και 10,4 στη Γαλλία. Η παραδοχή αυτή είναι μεν σωστή αλλά δεν μπορεί ν’ αποτελέσει βάση μίας αναπτυξιακής οικονομικής έκθεσης, διότι η σύγκριση πρέπει να γίνεται με βάση τον αριθμό των υποθέσεων που εισάγονται στα Δικαστήρια, ο οποίος είναι πολύ μεγαλύτερος των άλλων χωρών και επίσης του μεγάλου αριθμού ένδικων μέσων που ασκούνται από τους ιδιώτες διαδίκους αλλά και από το ίδιο το Δημόσιο ως διάδικο.

γ) ότι το επίπεδο των Δικαστών, που αποφοιτούν από την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών είναι υψηλό σε σχέση με άλλες χώρες της Ε.Ε., όπως και η νομική τους κατάρτιση (κεφ. 4.2.2)

Οι προτάσεις που περιέχει η έκθεση μπορούν να διακριθούν:

Α) Σε προτάσεις για αλλαγές που ήδη έχουν συντελεσθεί εξ ολοκλήρου ή εν μέρει:

1)    Η πρόταση για εισαγωγή μηχανισμών εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών έχει ήδη υλοποιηθεί με τη ψήφιση του νόμου 4640/2019 για την ιδιωτική διαμεσολάβηση και μάλιστα με υποχρεωτικό χαρακτήρα σε πολλές υποθέσεις.

2) Η πρόταση για θεσμοθέτηση ειδικών τμημάτων στα δικαστήρια έχει ήδη υλοποιηθεί, κατά μεγάλο μέρος,  με τη ψήφιση του νόμου 4700/2020, με τον οποίο όχι μόνο θεσμοθετήθηκαν ειδικά τμήματα για ζητήματα ενέργειας, επικοινωνιών, και προσωπικών δεδομένων αλλά  στο Εφετείο Αθηνών ήδη λειτουργούν. Να σημειωθεί ότι η εκδίκαση υποθέσεων από  εξειδικευμένα τμήματα δεν είναι πρωτόγνωρη στο ελληνικό δικαιϊκό σύστημα, καθότι ειδικά τμήματα έχουν θεσμοθετηθεί εδώ και πολλά έτη για ναυτικές διαφορές (ν. 2172/1993)και για διαφορές πνευματικής ιδιοκτησίας, σήματος κλπ. (ν. 2479/1997). Ενώ, η πρόβλεψη έκδοσης αποφάσεων επί των εκδικαζόμενων στα ειδικά τμήματα υποθέσεων εντός συγκεκριμένης προθεσμίας (εκτός των γενικών διατάξεων) είναι συνήθης και για άλλης φύσης υποθέσεων π.χ. εργατικών  διαφορών (εντός 30 ημερών  προς προστασία των εργαζομένων).

3)    Επιμόρφωση στο Χρηματοπιστωτικό Δίκαιο, λογιστική και οικονομική επιστήμη. Στο πρόγραμμα της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών ήδη έχει ενταχθεί σχετικό μάθημα ενώ και η ηγεσία του Αρείου Πάγου στα πλαίσια της μέριμνας για τη διαρκή επιμόρφωση και κατάρτιση των Δικαστικών Λειτουργών έχει συνδιοργανώσει με το ΕΚΠΑ πρόγραμμα εξειδίκευσης Δικαστών και Εισαγγελέων  επί των άνω αντικειμένων.

Β) Σε προτάσεις που έχουν αποτελέσει και αιτήματα των Δικαστικών Ενώσεων:

1) αλλαγή της διαδικασίας του ορισμού της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Είναι ζήτημα συνταγματικής αναθεώρησης και απαιτείται διάλογος με όλους τους θεσμικούς φορείς.

2) Αντιμετώπισης των φαινομένων πολυνομίας και πολυπλοκότητας των νόμων καθώς και του φαινομένου της  κακονομίας και νομοθέτησης με αποσπασματικό χαρακτήρα

3) προσλήψεις δικαστικών υπαλλήλων και αποκατάσταση δυσαναλογίας δικαστών  – δικαστικών γραμματέων. Ενδεικτικά, ενώ κατά μέσο όρο στις χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης αντιστοιχούν 3,1 υπάλληλοι ανά δικαστή, η αντίστοιχη αναλογία για το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι περίπου 0,5, δηλαδή μισός υπάλληλος ανά δικαστή

4) ταχεία ψηφιοποίηση της Δικαιοσύνης (λειτουργία ψηφιακών συστημάτων, εκπαίδευση σε ψηφιακές δεξιότητες, υποχρεωτική ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων, ψηφιακή υπογραφή, ηλεκτρονική πρόσβαση πολιτών σε δημοσιευμένες αποφάσεις κλπ.)

Γ) Περαιτέρω προτάσεις:

1)  για αξιολόγηση και εξέλιξη των Δικαστών. Οι προτάσεις ξεκινούν από λανθασμένη βάση, καθότι αναφέρεται ότι οι αξιολογητές δεν έχουν πρόσβαση στο σύνολο των αποφάσεων των αξιολογούμενων, δεν λαμβάνονται υπόψη ποσοτικά χαρακτηριστικά (π.χ. χρόνος διεκπεραίωσης υποθέσεων) και ποιοτικά χαρακτηριστικά (π.χ. βαθμός δυσκολίας των υποθέσεων) και επίσης δεν λαμβάνεται υπόψη η συμμετοχή των Δικαστών σε δραστηριότητες κατάρτισης και τούτο διότι το άρθρο 84 παρ. 7 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών  Λειτουργών προβλέπει ότι «Οι επιθεωρητές εξετάζουν το σύνολο της εργασίας των Δικαστικών Λειτουργών… και για να διαμορφώσουν ασφαλή γνώμη διεξάγουν λεπτομερώς κάθε χρήσιμη έρευνα», ενώ το άρθρο 85 του ίδιου Κώδικα προβλέπει ότι «Οι Επιθεωρητές συντάσσουν γενικές εκθέσεις για τη λειτουργία κάθε δικαστηρίου και εισαγγελίας της περιφέρειάς τους και εισηγούνται τα απαιτούμενα μέτρα για την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας» και επίσης «συντάσσουν ιδιαίτερη, λεπτομερή και ειδικά αιτιολογημένη έκθεση για κάθε δικαστικό λειτουργό της περιφέρειας τους. Στην έκθεση αυτή αξιολογούνται: α) το ήθος, το σθένος και ο χαρακτήρας, β) η επιστημονική κατάρτιση, γ) η κρίση και η αντίληψη, δ) η επιμέλεια, η εργατικότητα και η υπηρεσιακή (ποιοτική και ποσοτική) απόδοση, ε) η ικανότητα στην απονομή της δικαιοσύνης, στη διατύπωση των δικαστικών αποφάσεων και στη διεύθυνση της διαδικασίας και προκειμένου για τους εισαγγελικούς λειτουργούς η ικανότητα στην απονομή της δικαιοσύνης, τόσο στην προδικασία όσο και στη διαδικασία του ακροατηρίου, καθώς και η ικανότητα στη διατύπωση των προτάσεων, των διατάξεων που εκδίδουν και στο χειρισμό του προφορικού λόγου και στ) η συμπεριφορά του δικαστικού λειτουργού γενικά και ιδιαίτερα στο ακροατήριο καθώς και η κοινωνική του παράσταση» και τέλος προβλέπει ότι «στην ατομική έκθεση επιθεώρησης του δικαστικού λειτουργού, γίνεται υποχρεωτικά ειδική μνεία για το χειρισμό από αυτόν, σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, υποθέσεων του ν. 4022/2011, υποθέσεων των οποίων η κυρία ανάκριση διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 29 του ΚΠΔ, ως και υποθέσεων στις οποίες έχει εκδοθεί ένταλμα προσωρινής κράτησης κατά του κατηγορουμένου. Οι παρατηρήσεις στην έκθεση επιθεώρησης, για τον εν γένει χειρισμό των ως άνω υποθέσεων και ειδικότερα ως προς την τήρηση από τον δικαστικό λειτουργό των προθεσμιών που προβλέπονται στο ν. 4022/2011 και στον ΚΠΔ για τη διενέργεια των σχετικών δικαστικών πράξεων, συνιστούν ουσιαστικό στοιχείο για την προαγωγή του στον επόμενο βαθμό». Συνεπώς, το νομοθετικό πλαίσιο επιθεώρησης και αξιολόγησης των Δικαστικών Λειτουργών κάθε άλλο παρά ανεπαρκές μπορεί να χαρακτηρισθεί.

2) για την εξέλιξη στις ανώτερες θέσεις πρέπει  να εξετάζονται τα διοικητικά προσόντα του Δικαστή.  Η εξέλιξη στις ανώτερες θέσεις δεν συνεπάγεται και άσκηση διοικητικών καθηκόντων. Η διεύθυνση δε των μεγάλων Δικαστηρίων της χώρας ασκείται κατά τα προβλεπόμενα στον προαναφερόμενο Κώδικα από αιρετές διοικήσεις στα πλαίσια της καθιέρωσης του επιτυχημένου θεσμού της Αυτοδιοίκησης των Δικαστηρίων, ο οποίος αποτελεί έκφραση της δημοκρατικής αρχής στη λειτουργία αυτών.

3) για την αποτελεσματικότερη χρήση του χρόνου των δικαστών, προτείνεται η θεσμοθέτηση ενός διακριτού κλάδου επίκουρων, ο οποίος θα αποτελείται από δικαστές  χαμηλότερου βαθμού που να υπηρετούν μέρος του χρόνου τους και για ολιγοετές διάστημα στη θέση του επίκουρου, αποκομίζοντας χρήσιμη εμπειρία για τη μελλοντική τους εξέλιξη στον κλάδο. Η πρόταση αυτή απέχει πολύ από τη δικαστηριακή πραγματικότητα, δεν εναρμονίζεται με τον τρόπο επεξεργασίας των δικογραφιών από τους πολιτικούς και ποινικούς Δικαστές της χώρας μας και δεν μπορεί να βρει πεδίο εφαρμογής στην πολιτική και ποινική δίκη. Σε αντίθεση, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ο άνω θεσμός εφαρμόζεται με επιτυχία, καθότι ενώπιον των Δικαστηρίων άγεται μικρός αριθμός σοβαρών, και μόνο υποθέσεων, κατόπιν «φιλτραρίσματος» που προηγείται.

Συμπερασματικά:

Η έκθεση, σε γενικές γραμμές, δεν εισάγει καινοτόμες προτάσεις.  Εμπεριέχει προτάσεις πολιτικής στρατηγικής, οι οποίες ήδη έχουν απασχολήσει και κάποιες έχουν υιοθετηθεί, δίχως τα αναμενόμενα αποτελέσματα (ιδιωτική διαμεσολάβηση) ενώ άλλες καθυστερούν να υλοποιηθούν με ευθύνη της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας (ψηφιακός μετασχηματισμός της Δικαιοσύνης).  Η Δικαιοσύνη έχει ανάγκη από μεταρρυθμίσεις, ενδεικτικά,  έχει ανάγκη από εκσυγχρονισμό των κτιριακών υποδομών των δικαστηρίων, από τη διάθεση υψηλότερων πόρων για την κάλυψη των δαπανών της, από λειτουργία Δικαστικής Αστυνομίας, από απαλλαγή, νομοθετικά, των Λειτουργών της από εξωδικαστικά καθήκοντα, από πρόβλεψη ειδικού σώματος πραγματογνωμόνων, που θα επικουρούν τους Δικαστές, κυρίως τους Ανακριτές,  από συνταγματική και νομοθετική παρέμβαση αναφορικά με την αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων, από την ανάπτυξη τεχνολογικών υποδομών προς ταχεία εξυπηρέτηση των πολιτών (ανάπτυξη συστήματος e – Δικαιοσύνη για άμεση παροχή πιστοποιητικών κλπ.) και άλλες δράσεις και λύσεις που δεν προτείνονται στο εν λόγω αναπτυξιακό σχέδιο. Μεταρρυθμίσεις, που με σεβασμό στις αρχές του Κράτους Δικαίου, θα εξασφαλίζουν ταχύτερη και αποτελεσματικότερη απονομή της Δικαιοσύνης, θα ενισχύουν την ασφάλεια Δικαίου για τους πολίτες και θα συμβάλλουν  στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

  1. II. Συζήτηση και λήψη απόφασης επί των προτάσεων της Επιτροπής Ειρηνοδικών της Ένωσης σχετικά με την εκκαθάριση των υποθέσεων των υπερχρεωμένων νοικοκυριών

Επί του άνω θέματος αναφέραμε ότι ήδη έχουμε τοποθετηθεί με το από 3-12-2020 έγγραφό μας, που έχει αναρτηθεί, την 7-12-2020, στην ιστοσελίδα της Ένωσης,  με τίτλο  «ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ Ν. 4745/2020 (ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ) ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΕΞΟΔΟΥ». Επαναλάβαμε, ωστόσο, ότι:

α)  η σύσταση της Επιτροπής Ειρηνοδικών, ως μόνιμου οργάνου της Ένωσης, που υποκαθιστά το Διοικητικό Συμβούλιο στην αντιμετώπιση των ζητημάτων των Ειρηνοδικών είναι αντικαταστατική, καθότι αντιβαίνει στο άρθρο 21 του Καταστατικού της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

β) το πόρισμα της Επιτροπής αυτής ξεκινά από την αυθαίρετη διαπίστωση ότι  «το 30% των υποθέσεων δεν θα επαναπροσδιοριστεί». Διαπίστωση για την οποία θριαμβολογεί η άνω, αποτελούμενη από Δικαστές, επιτροπή, δίχως ν’ αναλογίζεται ότι αυτή αντιβαίνει στις αρχές του Κράτους Δικαίου, αφού ποσοστό 30% των υπερχρεωμένων νοικοκυριών δεν θα τύχει δικαστικής προστασίας και μάλιστα τη στιγμή που δεν υφίσταται πλέον άλλη διαδικασία διάσωσης της κύριας κατοικίας  τους και δίχως ν΄ αναλογίζεται  τους λόγους για τους οποίους δεν θα αιτηθεί τον επαναπροσδιορισμό των υποθέσεων  και αν αυτοί συνέχονται με οικονομική αδυναμία, με ανέχεια λόγω της πανδημίας ή με έλλειψη δυνατότητας να συγκεντρώσουν το μεγάλο αριθμό εγγράφων που απαιτεί ο ν. 4745/2020.

γ) η απόσπαση Ειρηνοδικών (από Ειρηνοδικεία, στα οποία δεν εκκρεμούν αιτήσεις υπερχρεωμένων  φυσικών προσώπων) καθώς και Πταισματοδικών στα Ειρηνοδικεία, που παρατηρείται εκκρεμότητα, όπως πρότεινε η Ομάδα Εργασίας, που συνεστήθη το Δεκέμβριο του έτους 2019 δεν είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος  αντιμετώπισης του προβλήματος.

Προτείναμε δε την αναστολή εφαρμογής του νόμου, παρά το γεγονός ότι ήδη έχει ξεκινήσει η λειτουργία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας επαναπροσδιορισμού των εν λόγω υποθέσεων,  δεδομένου ότι και εκπρόσωποι της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους και του Υπουργείου Δικαιοσύνης σε διαδικτυακό σεμινάριο, που διοργάνωσε ο ΔΣΑ την Πέμπτη 10-12-2020, διαπίστωσαν σοβαρά λειτουργικά προβλήματα, δικονομικά και νομικά ζητήματα (άρση απορρήτου μελών οικογενείας αιτούντων), που καθιστούν την έγκαιρη και νομότυπη υποβολή αιτήσεων επαναπροσδιορισμού των εκκρεμών υποθέσεων του ν. 3869/2010, εντός των προβλεπόμενων εκ του νόμου ασφυκτικών προθεσμιών, αδύνατη και σε περίπτωση μη αναστολής εφαρμογής  του νόμου λόγω και της εξάπλωσης της πανδημίας προτείναμε την  παράταση όλων των χρονικών διαστημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 4Δ Ν. 4745/2020 (βλ. αναλυτικά το άνω από 3-12-2020 έγγραφό μας) και  τέλος, επαναλάβαμε την αρχική μας πρόταση ότι για τις  άνω υποθέσεις θα έπρεπε να προβλεφθεί νομοθετικά ο επαναπροσδιορισμός τους σε βάθος τριετίας.

III. Πολιτική προστασίας της χρήσης των προσωπικών δεδομένων των μελών της Ένωσης.

Εκτός ημερήσιας διάταξης και μετά σχετική εισήγηση του Προέδρου συζητήθηκε το θέμα της πολιτικής προστασίας της χρήσης των προσωπικών δεδομένων των μελών της Ένωσής μας. Ο Πρόεδρος δε, εισηγήθηκε την ενημέρωση των μελών της Ένωσης και τη  συγκατάθεση αυτών στους όρους της χρήσης των δεδομένων προσωπικού τους χαρακτήρα ΣΥΛΛΗΒΔΗΝ  για όλες τις δράσεις  της ΕνΔΕ (π.χ.   ηλεκτρονικά δελτία,  ψηφιακή ψηφοφορία, live streaming κ.λπ.) και ανέφερε ότι σε περίπτωση μη συγκατάθεσης σε όλες τις δράσεις τα μέλη της ΕνΔΕ δεν θα λαμβάνουν ούτε ενημερωτικές ανακοινώσεις (newsletter). Η πρόταση αυτή υπερψηφίστηκε από τα δώδεκα μέλη του Δ.Σ., ενώ μειοψηφήσαμε οι υπογράφοντες την παρούσα ενημερωτική ανακοίνωση  για τους λόγους που εκθέσαμε, εν συντομία,  κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, ισχυριζόμενοι ότι, με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων ΕΕ 2016/679 και τον εφαρμοστικό ν. 4624/2019, η παροχή γραπτής συγκατάθεσης των μελών της ΕνΔΕ, στον παρόντα χρόνο, πρέπει να αφορά  δράσεις,  που εμπίπτουν στις συνήθεις  δράσεις  της ΕνΔΕ και η επεξεργασία των  δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των μελών της γίνεται από την ίδια την Ένωση και όχι όταν ανατίθεται να διενεργηθεί από τρίτους, ιδιώτες, ανώνυμες εταιρείες, ακόμη και δημόσιους φορείς  κατ΄ εντολήν της Ένωσης.

Ειδικότερα η θέση μας:

Το θέμα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των μελών της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ετέθη με εμφατικό τρόπο, το Μάιο του τρέχοντος έτους, όταν το τότε Προεδρείο αυτής διεξήγαγε, για πρώτη φορά, ηλεκτρονική ψηφοφορία, υποβάλλοντας  ερώτημα ως προς το χρόνο διεξαγωγής των εκλογών της ΕνΔΕ. Αυτό είχε σαν  αποτέλεσμα  να υποβληθούν σε επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των συναδέλφων που μετείχαν στην ηλεκτρονική αυτή ψηφοφορία (690 μέλη εκ του συνόλου των 3.200 μελών της ΕνΔΕ), από τρίτο  φορέα, στον οποίο είχε ανατεθεί  το έργο αυτό από το τότε Προεδρείο, δίχως τη συγκατάθεση των μελών της, γεγονός που προκάλεσε πλήθος διαμαρτυριών.

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων είναι, σύμφωνα με το άρθρο 1 του καταστατικού της, σωματείο. Στο πλαίσιο των καταστατικών της σκοπών οργανώνει δραστηριότητες επιμορφωτικές, πολιτιστικές κλπ. και παρέχει διάφορες υπηρεσίες  στα μέλη της και στις οικογένειές τους, μεταξύ αυτών και στα ανήλικα τέκνα τους. Με γνώμονα την προστασία των μελών  της ΕνΔΕ  και των οικογενειών τους, θεωρούμε ότι πρέπει να  δίδεται ιδιαίτερη  σημασία στην προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής καθώς στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα   των ως  άνω , ανεξάρτητα από το αν  τα δεδομένα αυτά υποβάλλονται σε επεξεργασία είτε από την ίδια την ΕνΔΕ  είτε  από τρίτους (ιδιωτικούς  φορείς ή φυσικά πρόσωπα) κατ’ εντολή της, προς επίτευξη των σκοπών της. Συνεπώς, η Πολιτική Προστασίας των  δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα  εκ μέρους της Ένωσης πρέπει να τύχει ανάλογης αντιμετώπισης.  Ειδικότερα, η Ένωση, εκτός από την εφαρμογή των προβλέψεων του ν. 4624/2019  (ενημέρωση των μελών της για την άσκηση των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με το ΓΚΠΔ, ενημέρωση σχετικά με τις κατηγορίες των δεδομένων  που συλλέγει, τους σκοπούς για του οποίους τα συλλέγει και ενδεχομένως τα διαβιβάζει  περαιτέρω,  το χρόνο διατήρησης των δεδομένων κλπ. ) ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ  να αιτείται από τα μέλη της, ειδική γραπτή συγκατάθεση στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυτών (μελών της) εμπλέκονται τρίτοι φορείς. Συγκεκριμένα δε στις άνω περιπτώσεις απαιτείται ειδική συγκατάθεση των μελών της  ανάλογα με τη δράση, εν πλήρη επιγνώσει των  σκοπών της  επεξεργασίας,  των μέσων επεξεργασίας,  των τυχόν εκτελούντων την επεξεργασία και των  τυχόν τρίτων αποδεκτών διαβίβασης των δεδομένων  (φορέων του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα).

Τέλος, πρέπει να σημειώσουμε ότι οι υπογράφοντες την παρούσα αιτήθηκαν προς τον Πρόεδρο στο επόμενο Διοικητικό Συμβούλιο να τεθούν ως θέματα προς συζήτηση: α) το μισθολόγιο των Ειρηνοδικών και β) η βαθμολογική εξομείωση των Ειρηνοδικών.

 

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης

Νικήτας Βελίας, Ειρηνοδίκης

Μάνος Φωτάκης,  Ειρηνοδίκης

ΕΠΙ ΤΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗΣ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΗΣ 12-12-2020, Δημήτριος Φούκας, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος ΔΣ ΕνΔΕ, Ελευθερία Κώνστα, Εφέτης, μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

ΕΠΙ ΤΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗΣ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΗΣ 12-12-2020

Δημήτριος Φούκας, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

Ελευθερία Κώνστα, Εφέτης, μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

 

Α] Επί της εκθέσεως της «Επιτροπής Πισσαρίδη»

Η κατάσταση που επικρατεί στο δικαστικό σύστημα της Χώρας είναι γνωστή σε όλους, όπως και η επιβάρυνση του συστήματος που προκύπτει από την συσσώρευση των υποθέσεων και την συνεχή εισαγωγή νέων. Δυστυχώς, η ΕνΔΕ δείχνει να μην διαπιστώνει ότι η αδυναμία διαχείρισης του ρυθμού και του αριθμού των εισαγομένων υποθέσεων έχουν πλέον χαρακτήρα συστημικό και συνεπάγονται δυσμενείς συνέπειες σε ολόκληρο το φάσμα των κοινωνικών σχέσεων και τον οικονομικό βίο της Χώρας, καθώς στερεί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού από τις ευκαιρίες που δικαιούνται και περιορίζει τις δυνατότητες ανέλιξης των πολιτών και την κοινωνική κινητικότητα. Οι διαπιστώσεις αυτές, στις οποίες κατέληξαν και οι συντάκτες της από 14-11-2020 Τελικής Έκθεσης του Σχεδίου Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία, της λεγόμενης Επιτροπής Πισσαρίδη και οι προτάσεις, οι οποίες διατυπώνονται, χαρακτηρίζονται από αρκετή γενικότητα και επιδέχονται ενίσχυσης και εξειδίκευσης ώστε να είναι αποτελεσματικές. Συνιστούν όμως μία βάση συζήτησης, στην οποία η ΕνΔΕ πρέπει να συμμετάσχει με τις δικές της προτάσεις.

Β] Επί του νόμου 4745/2020 «Ρυθμίσεις για την επιτάχυνση της εκδίκασης εκκρεμών υποθέσεων του ν. 3869/2010» 

Στις 06.11.2020, δημοσιεύθηκε, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο Νόμος 4745/2020  με τίτλο “Ρυθμίσεις για την επιτάχυνση της εκδίκασης εκκρεμών υποθέσεων του ν. 3869/2010, σύμφωνα με τις επιταγές της παρ. 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., ως προς την εύλογη διάρκεια της πολιτικής δίκης, τροποποιήσεις του Κώδικα Δικηγόρων και άλλες διατάξεις”. Με τη νέα ρύθμιση, όπως άλλωστε τιτλοφορείται, επιχειρείται η επίσπευση της συζήτησης των αιτήσεων ρύθμισης οφειλών του ν. 3869/2010, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων και έχουν προσδιορισθεί σε δικάσιμο μετά τις 15.6.2021, βασιζόμενη  σε τρεις άξονες:

  1. Εφαρμογή του δικονομικού προτύπου της νέας τακτικής διαδικασίας του ν. 4335/2015 με την θέσπιση προθεσμιών ενέργειας για τους διαδίκους με  κάμψη της υποχρεωτικής προφορικότητας και την καθιέρωση της κατ’ εξαίρεση διαδικασίας εμμάρτυρης απόδειξης. 
  2. O διάδικος, πλέον, θα έχει την πρωτοβουλία για την υποβολή αίτησης επαναπροσδιορισμού της υπόθεσής του μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
  3. Με τον τρόπο δε αυτό επιδιώκεται η εκκαθάριση των πινακίων μέσω της υποχρεωτικής για τους ενδιαφερόμενους υποβολής αίτησης επαναπροσδιορισμού της συζήτησης.

Στο άρθρο 4Δ μνημονεύονται οι ημερομηνίες για την αίτηση επαναπροσδιορισμού ανάλογα με τον χρόνο υποβολής της αίτησης ρύθμισης οφειλής με καταλυτική ημερομηνία προσδιορισμού την 31.5.2021 δηλαδή σε έξι μήνες.  Για υποθέσεις, οι οποίες, ανεξαρτήτως του χρόνου κατάθεσης του εισαγωγικού δικογράφου, αναβάλλονται ή ματαιώνονται μετά από την έναρξη ισχύος του νόμου (που πρόκειται να ψηφιστεί για την εκκαθάριση όλων των εκκρεμών υποθέσεων του ν. Κατσέλη) σε δικάσιμο μετά από τις 15/6/2021.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, εκκρεμούν ενώπιον των Ειρηνοδικείων της Χώρας σε δικασίμους μετά την 1η.1.2021 περισσότερες από 40.000 αιτήσεις του ν. 3869/2010 με τη συζήτηση τους να έχει προσδιορισθεί σε πολλές περιπτώσεις σε απώτατο χρόνο, που φθάνει και το έτος 2032. Προκειμένου να δικαιολογηθεί η νέα ρύθμιση γίνεται χρήση της παρ. 1 του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου περί εύλογης διάρκειας της δίκης που προφανώς υπερβαίνει κατά πολύ τις επιταγές της ΕΣΔΑ και εκθέτει την Ελληνική Πολιτεία. Κατά την άποψη του Υπουργείου, βάσει των στατιστικών στοιχείων ένα σημαντικό μέρος των υποθέσεων του ν. 3869/2010, που εισάγονται στο ακροατήριο και ανέρχεται σε ποσοστό 25% περίπου, δεν συζητείται είτε λόγω ματαίωσης είτε λόγω παραίτησης από το δικόγραφο. Η πρόβλεψη όμως της «Επιτροπής» σε μείωση 30% των εκδικαζομένων υποθέσεων είναι παντελώς αυθαίρετη. Σε κάθε περίπτωση, αφαιρουμένου και αυτού του ποσοστού, ο αριθμός των υποθέσεων που πρόκειται να εκδικαστεί είναι τεράστιος αναλογικά με το δυναμικό των ειρηνοδικείων.

Δυστυχώς όμως ενώ το πρόβλημα ήταν ήδη γνωστό στην ελληνική πολιτεία ήδη από το 2015 όπως αναφέρεται, στην πραγματικότητα, οι εν λόγω ρυθμίσεις δεν αποτελούν παρά μόνο το πρόσχημα για την μετακύλιση στους Ειρηνοδίκες της δικαστικής ύλης, που σε μεγάλο βαθμό δημιουργήθηκε από τις αστοχίες του νομοθέτη και θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί  με άλλα μέσα, όπως κατ΄επανάληψη έχουμε υποστηρίξει στο παρελθόν. 

Καταρχήν, θα υπενθυμίσουμε την αντίστοιχη περίπτωση του ν.4335/2015 στην τακτική διαδικασία, όπου προκειμένου να αντιμετωπιστεί η μεγάλη εκκρεμότητα υποθέσεων στην τακτική διαδικασία στο Πρωτοδικείο Αθηνών, υιοθετήθηκε ως λύση του προβλήματος η θεσμοθέτηση προθεσμιών ενεργείας. Τότε το μεγαλύτερο Πρωτοδικείο της Χώρας αναγκάσθηκε εκ των πραγμάτων να προβεί στην αλλαγή του κανονισμού του και την θέσπιση νέων παράλληλων πινακίων για τις κατατιθέμενες μετά την 1.1.2016 υποθέσεις, με αποτέλεσμα την υπερφόρτωση των υπηρετούντων δικαστών για τα επόμενα δικαστικά έτη.  Τότε ο Χαράλαμπος Σεβαστίδης αντέδρασε στην δημιουργία «διπλών» πινακίων ζητώντας με επιστολή του την απόσυρση του θέματος της τροποποίησης του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας  από την Ολομέλεια του Πρωτοδικείου. Τότε επρόκειτο για δημιουργία διπλών πινακίων, σήμερα ενώπιον του ειρηνοδικείων εκκρεμούν 40.000 υποθέσεις οι οποίες πρέπει να εκδικαστούν εντός έξι μηνών. Τότε μας απασχολούσαν τα οργανικά κενά και η αναντιστοιχία οργανικών θέσεων και όγκου υποθέσεων που έπρεπε να εκδικαστούν, σήμερα όμως γιατί όχι;

Σε κάθε περίπτωση, η συνάρτηση ποιότητας και χρόνου περαίωσης αυτών δεν πρέπει να μας απασχολεί; Λυπούμαστε όταν διατυπώνονται απόψεις περί σύντμησης της αιτιολογίας των αποφάσεων όταν με τον νόμο περί υπερχρεωμένων νοικοκυριών κρίνεται το μέλλον οικογενειών και ανθρώπων που μαστίζονται από την οικονομική κρίση. Όταν μάλιστα επιβάλλεται στους οφειλέτες η υποχρέωση να αναλωθούν σε έναν αγώνα δρόμου, προκειμένου να τηρήσουν τις ασφυκτικές προθεσμίες που προβλέπονται. Όταν  ο οφειλέτης τίθεται αυτοδίκαια, χωρίς δικαστική κρίση, εκτός του Ν.3869/2010, εάν προλάβει να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες μέσα στις προθεσμίες αυτές, την ίδια στιγμή που το νέο νομοθετικό πλαίσιο του Πτωχευτικού Κώδικα δεν προβλέπει καμία προστασία της κύριας κατοικίας. 

Αντί να αντιμετωπιστεί η ανεπάρκεια σε πόρους και υποδομές, η νέα ρύθμιση επιβαρύνει τα Ειρηνοδικεία ακόμα περισσότερο. Υπαλληλοποιεί τους Ειρηνοδίκες καθιστώντας τους διεκπεραιωτές αιτήσεων και όχι φορείς δικαστικής κρίσης. Ενώ καταγγέλλεται από το Προεδρείο ως εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης η ίδρυση νέων τμημάτων στα μεγάλα Δικαστήρια της χώρας για ειδικής κατηγορίας υποθέσεις, αποσιωπάται η άνευ προηγουμένου επίσπευση συζήτησης και έκδοσης απόφασης ενός τεράστιο όγκου υποθέσεων –εντός χρονικού διαστήματος ενός έτους- που θα έχει σοβαρές οικονομικές και κυρίως κοινωνικές επιπτώσεις στην ελληνική κοινωνία. 

Τέλος, εν μέσω πανδημίας κρίνεται απαραίτητο να ληφθεί υπόψη το γεγονός της αναστολής εκδίκασης όλων των υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον των ειρηνοδικείων που μετά την λήξη των μέτρων θα έχει ως αναγκαίο επακόλουθο την εκδίκαση μεγάλο αριθμού υποθέσεων και των λοιπών διαδικασιών. 

 Συνεπώς κρίνεται, κατά την άποψή μας αναγκαίο :

Α. Να θεσμοθετηθεί υποχρεωτικό προστάδιο (εναλλακτικού τρόπου επίλυσης της διαφοράς μεταξύ τράπεζας και δανειολήπτη, όπως πχ με διαμεσολάβηση)

Β. Παράταση κατά τουλάχιστον 6 μήνες όλων των χρονικών διαστημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 4Δ Ν. 4745/2020 ενόψει της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω covid-19

Γ. Τροποποίηση των σχετικών κανονισμών των Δικαστηρίων ώστε να θεσπιστεί ανώτατος αριθμός χρέωσης ανά δικαστή και με την επισήμανση ότι ήδη η διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου γνωμοδοτεί υπέρ της απαρέγκλιτης τήρησης των Κανονισμών των Ειρηνοδικείων, όσον αφορά τον αριθμό των προσδιοριζομένων υποθέσεων.

Δ. Σε περίπτωση που επιχειρηθεί το απευκταίο σενάριο των αποσπάσεων, προκειμένου να ενισχυθούν Ειρηνοδικεία με μεγάλο φόρτο υποθέσεων, προτείνουμε καταρχήν την εφαρμογή του άρθρου 6Α του ν. 1756/1988 περί «Σύμμετρη κατανομή πολιτικών υποθέσεων μεταξύ των ειρηνοδικών της ίδιας πρωτοδικειακής περιφέρειας» και την τροποποίηση αυτού αντί της ίδιας «πρωτοδικειακής περιφέρειας» σε «εφετειακής περιφέρειας» ώστε οι οποιεσδήποτε μετακινήσεις να αφορούν συγκεκριμένες δικασίμους και να μην επιβαρύνουν την οικογενειακή και προσωπική καθημερινότητα οποιουδήποτε συναδέρφου.

 

     Δημήτριος Φούκας                                  Ελευθερία Κώνστα

   Πρόεδρος Πρωτοδικών                                       Εφέτης