ΤΟ «ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΤΟ» ΤΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑΣ ….ΣΕ «ΑΥΤΟΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ»; Γεσθημανής Π. Χατζηπαρασίδου, Εισαγγελέα Πρωτοδικών

  Γεσθημανή Π. Χατζηπαρασίδου

                                               Εισαγγελέας Πρωτοδικών

    Με αφορμή και στα  πλαίσια του δημόσιου διαλόγου που ξεκίνησε αναφορικά με τον θεσμό του « αυτοδιοίκητου»  στον χώρο της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης  θα ήθελα να επιχειρήσω, με κατά το δυνατόν ευσύνοπτο τρόπο , να σας μεταφέρω τις σκέψεις και απόψεις μου για αυτό.

Μια επισκόπηση της ιστορικής διαδρομής και της σειράς των τροποποιήσεων που έχουν δεχτεί τα άρθρα 15 και 16 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων , Δικαστικών Λειτουργών ( εφεξής Κ.Ο.Δ.Δ Λ – Ν. 1756/1988) καταδεικνύει ότι  η εκάστοτε εκτελεστική εξουσία ανάλογα με την ιδεολογία και τις αντιλήψεις που τη διέκριναν αναφορικά με την ερμηνεία και την αποτελεσματικότερη πρακτική εφαρμογή της αρχής περί ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, νομοθετούσε σχετικά με την κατάργηση ή μη του αυτοδιοίκητου της ηγεσίας των πολιτικών – ποινικών Δικαστηρίων και Εισαγγελιών , κατά το μέτρο που οι Συνταγματικές επιταγές επέτρεπαν τη  ρύθμιση του από τον κοινό νομοθέτη.

Αξιολογώντας, εκ του αποτελέσματος, τις συνέπειες που επέφεραν στη λειτουργία των Δικαστηρίων και την απονομή της Δικαιοσύνης, οι κατά καιρούς αλλαγές στον τρόπο διεύθυνσης των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών,  μεγάλο μέρος των εκπροσώπων της νομικής επιστήμης έχει  ταχθεί υπέρ της μη επιλογής και του περαιτέρω ορισμού σε θέση ηγεσίας , λειτουργού επιλεχθέντος από τον επόμενο ή και τον ανώτερο βαθμό της ιεραρχίας της πολιτικής-ποινικής δικαιοσύνης ,σε σχέση με εκείνον στον οποίο καλείται να εκτελέσει  χρέη διευθύνοντος.

Οι λόγοι για τους οποίους κρίνεται ως ορθή, κατά τη γνώμη μου, η ανωτέρω θέση επικεντρώνονται σε δυο παραμέτρους, αναφορικά κυρίως με τη διεύθυνση των εισαγγελιών. Η πρώτη παράμετρος συνίσταται  στο ότι η επιλογή και ο διορισμός από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, με όσα κριτήρια αξιοκρατίας και αν έχει λάβει χώρα, ως διευθύνοντος την Εισαγγελία Πρωτοδικών ή την Εισαγγελία Εφετών, λειτουργού  από τον επόμενο ή τον  ανώτερο βαθμό της ιεραρχίας ήτοι εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα Εφετών ή ( στη δεύτερη περίπτωση ) αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου,  θίγει κατάφωρα τη συνταγματική επιταγή ( αρθ. 87 του Συντ.) περί λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των «διοικούμενων» υπ’ αυτού εισαγγελικών λειτουργών. Γεγονός το οποίο γίνεται έτι περαιτέρω αντιληπτό δοθείσης της έλλειψης ανάλογης έκτασης , διάρθρωσης και εξειδίκευσης των αρμοδιοτήτων του θεσμού της Ολομέλειας των Εισαγγελιών σε σχέση με αυτή του οργάνου της Ολομέλειας των πολιτικών δικαστηρίων,  όπως  το τελευταίο προβλέπεται νομοθετικά και διατυπώνεται ρητά στο αρθ.  14 του  Κ.Ο.Δ.Δ Λ. Η διοίκηση δηλαδή των Εισαγγελιών ,ασκείται κατά κύριο λόγο  από τον διευθύνοντα αυτής , έχοντας αναθέσει ο κοινός νομοθέτης στην αρμοδιότητα της Ολομέλειας της Εισαγγελίας τις κάτωθι ρητές και περιορισμένες αρμοδιότητες, όπως χαρακτηριστικά ορίζονται στην παράγραφο 5 του αρθ. 14Α του Κ.Ο.Δ.Δ Λ.:  «Στην αρμοδιότητα της ολομέλειας υπάγονται: α) η κατάρτιση , συμπλήρωση, τροποποίηση αντικατάσταση ή κατάργηση διατάξεων του κανονισμού λειτουργίας της εισαγγελίας, β) η λήψη αποφάσεων για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος οργάνωσης και λειτουργίας της εισαγγελίας και απονομής της ποινικής δικαιοσύνης και γ) η κατάρτιση των τμημάτων διακοπών».  Xωρίς ουσιαστικά να υφίστανται δικλείδες ασφαλείας που να προστατεύουν από τυχόν αστοχίες ή λάθος επιλογές του διευθύνοντος και να περιφρουρούν την προσωπική ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια των εισαγγελικών λειτουργών.

Η δεύτερη παράμετρος συνίσταται στο ότι η διεύθυνση της εισαγγελίας πρωτοδικών από εισαγγελικό λειτουργό , ανωτέρου βαθμού, του στερεί τη δυνατότητα να διαχειρίζεται  «ιδιοχείρως» την άσκηση της ποινικής δίωξης των εγκλημάτων ,καθώς αυτή εκ του νόμου, κατά κύριο ρόλο, έχει ανατεθεί στον εισαγγελέα πρωτοδικών ( βλ. αρθ. 27 του ΚΠΔ – Ν. 4620/2019) , δεδομένο που από τη μια  προβάλει ως αντιφατική επιλογή, ήτοι ο διευθύνων της εισαγγελίας που είναι καθ’ ύλιν αρμόδια για την ποινική δίωξη των εγκλημάτων να μη δύναται ο ίδιος  να ασκήσει ποινική δίωξη στο όνομα και για λογαριασμό της Πολιτείας, από την άλλη αυτή η αδυναμία να ελλοχεύει κινδύνους επηρεασμού από μέρους του αναφορικά με την άσκηση ποινικής δίωξης από τους υπηρετούντες υπό τη διεύθυνσή του εισαγγελικούς  λειτουργούς.

Η έτερη θέση που έχει διαχρονικά εφαρμοστεί αναφορικά με τον τρόπο επιλογής του διευθύνοντος την Εισαγγελία, όπου αυτή προβλέπεται, είναι  της εκλογής του με μυστική ψηφοφορία από τις ολομέλειες των κατά περίπτωση εισαγγελιών ,με τους όρους και τη διαδικασία  που ορίζει το αρθ. 16 του  Κ.Ο.Δ.Δ Λ ( θεσμός του « αυτοδιοίκητου»). Επ’ αυτής αξίζει να επισημάνουμε τα εξής: Κατ’ αρχάς ο θεσμός του αυτοδιοίκητου  αποτελεί προϊόν συλλογικής απόφασης που εκπορεύεται μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες και ως εκ τούτου έχει εκ προοιμίου προβάδισμα. Ο κοινός νομοθέτης, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει μείζονα διαφάνεια και συμμορφούμενος στη ρητή εξουσιοδότηση της συνταγματικής επιταγής περί διάκρισης των εξουσιών και ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, ρύθμισε με τον παραπάνω τρόπο την επιλογή του διευθύνοντος την εισαγγελία (εκλογή με μυστική ψηφοφορία) θέλοντας να διευρύνει τη δημοκρατική νομιμοποίηση της εν γένει διαδικασίας επιλογής των ηγεσιών των πολιτικών–ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών.

Έτσι διατρέχοντας ιστορικά τον χρόνο εφαρμογής και κρίνοντας τα αποτελέσματα, αρχικά φαίνεται να επιτυγχάνεται ο σκοπός του νόμου με την καθιέρωση του θεσμού του αυτοδιοίκητου στην ηγεσία της πολιτικής δικαιοσύνης. Το θετικό αυτό αποτέλεσμα πιστώνεται ,κατά τη γνώμη μου , και στην θέσπιση ρητά θεσμοθετημένων οργάνων με συγκεκριμένες αρμοδιότητες που ασκούν έλεγχο και εποπτεία στο έργο του διευθύνοντος , τα μέλη των οποίων είναι επίσης εκλεγμένα ( βλ. τριμελές συμβούλιο διοίκησης ) , όπως επίσης στις αυξημένες αρμοδιότητες και εξουσίες της Ολομέλειας των πολιτικών δικαστηρίων αλλά και της ρητής πρόβλεψης περί προσφυγής των υπηρετούντων δικαστών κατά των πράξεων του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου .

Ωστόσο στον χώρο της Εισαγγελίας η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική.  Εν αντιθέσει με τη διάθρωση και εξειδίκευση των αρμοδιοτήτων της Ολομέλειας των δικαστών , το όργανο της Ολομέλειας των Εισαγγελιών, όπως προαναφέρθηκε και ανωτέρω ,στερείται ουσιαστικών και καίριων αρμοδιοτήτων που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την αρχή της ίσης μεταχείρισης και  ανεξαρτησίας των υπηρετούντων εισαγγελέων και να συμβάλλει  έτι περαιτέρω στην επιτάχυνση της απόδοσης της Δικαιοσύνης εν γένει.

Εντοπίζοντας αυτές τις δυσχέρειες στην ομαλή και αποδοτική λειτουργία του θεσμού του «αυτοδιοίκητου», αναφορικά με τις εισαγγελίες , και επιδιώκοντας να καλύψουν τα νομοθετικά κενά, προσβλέποντας στη δίκαιη και αξιοκρατική διεύθυνση των εισαγγελιών , εγνωσμένου κύρους εισαγγελικοί λειτουργοί επιχείρησαν, κατά το παρελθόν, να αναβαθμίσουν την Ολομέλεια της Εισαγγελίας σε θεσμό « Διευθύνουσας Ολομέλειας» , προσδίνοντάς της μέσω της κατάρτισης του κανονισμού λειτουργίας, αρμοδιότητες που άπτονταν θεμάτων διεύθυνσης πέραν αυτών που de lege lata  με νομοθετική πρόβλεψη και ρητή διατύπωση της ανέθετε ο νόμος . Επιδίωξη τους ήταν προφανώς να ορίσουν εκ των προτέρων τις αρχές και συνθήκες ανεξαρτησίας και εργασίας των εισαγγελικών λειτουργών ,ασκώντας με αυτό τον τρόπο τον ελλείποντα νομοθετικά έλεγχο στην εξουσία του διευθύνοντος την Εισαγγελία. Η ανωτέρω θέση ωστόσο έτυχε σοβαρής και εμπεριστατωμένης κριτικής με επιχείρημα ότι  επιδιώκεται  contra legem ερμηνεία των αρμοδιοτήτων της Ολομέλειας και ότι οι τελευταίες είναι περιοριστικά αναφερόμενες στον νόμο, μη δυνάμενης της Ολομέλειας  των εισαγγελικών λειτουργών να υπερκεράσει τις εξουσίες του διευθύνοντος.( βλ. Σημείωμα Εισαγ. Πρωτ.Θεσ. 4716/1997, Υπεράσπιση 1998, σελ. 393).

Ωστόσο παρελθόντος του χρόνου ,με τη δικαστηριακή ύλη διαρκώς να αυξάνεται, με την πολυνομία να εκτείνεται δυσδιάκριτα, τις μεταβολές και τις   τροποποιήσεις της νομοθεσίας και νομολογίας να απαιτούν διαρκή επαγρύπνηση και γενικότερα τους ταχείς και άκρως αποδοτικούς ρυθμούς στους οποίους καλούμαστε να ανταποκριθούμε,  φρονώ ότι ο διευθύνων  των εν λόγω εισαγγελιών πολύ δύσκολα μπορεί να ανταποκριθεί στον θεσμικό του ρόλο ώστε να κατευθύνει ορθά σε νομικό επίπεδο το έργο των συναδέλφων, χωρίς να παρεμβαίνει εννοείται επί της ουσίας των υποθέσεων, να επιτηρεί και να προΐσταται των εργασιών των δικαστικών υπαλλήλων,  να επιλύει τα ανακύπτοντα προβλήματα, να συνεργάζεται αποτελεσματικά με «εξωεισαγγελικούς» παράγοντες (Δικαστές, Δικηγόρους, Δημοτικές Υπηρεσίες κλπ) , αξιοποιώντας ισοδύναμα και αξιοκρατικά τα μέλη της εισαγγελίας, χωρίς τη διακριτική μεν αλλά ουσιαστική επικουρία από αξιοκρατικά όργανα (π.χ. τριμελές συμβούλιο διεύθυνσης, Ολομέλεια με αναβαθμισμένες αρμοδιότητες ) που θα θεσμοθετηθούν και θα λειτουργούν προς υποστήριξη του έργου του συνόλου των εισαγγελικών λειτουργών και θα ασκούν τον απαραίτητο έλεγχο στις ενέργειες του εκάστοτε διευθύνοντος.  Εξίσου δε σημαντική χαρακτηρίζεται η ύπαρξη διοικητικών ικανοτήτων στο πρόσωπο του διευθύνοντος, οι οποίες θα προκύπτουν από την αποκτηθείσα εμπειρία του σε ανάλογη θέση ,τη θεωρητική κατάρτιση αλλά και την άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση των ζητημάτων επί καθημερινής βάσεως.  Η παραμονή στην παρούσα κατάσταση προβάλλει σχεδόν ουτοπιστική  αν θέλουμε να αναβαθμίσουμε τον θεσμό του Εισαγγελέα και να μην οδηγηθούμε  σε κοντόφθαλμες και πελατειακού είδους τακτικές, εκχωρώντας αρμοδιότητες σε κάθε είδους « σχετικούς» και «έμπιστους». Μικρό δείγμα προς την κατεύθυνση  εμπέδωσης του αισθήματος της αξιοκρατίας θεωρώ τη μεταβολή που επήλθε, σε μια από τις πολλές τροποποιήσεις του άρθρου 16 του Κ.Ο.Δ.Δ Λ , με το άρθ. 6 του Ν. 2298/1995 όπου προβλέπονταν ότι : «….. στα τμήματα ή γραφεία των εισαγγελιών πρωτοδικών και εφετών που προβλέπονται από τους οικείους κανονισμούς, τοποθετούνται εισαγγελείς ή αντιεισαγγελείς πρωτοδικών και εφετών αντίστοιχα, ύστερα από έγγραφη αίτηση τους η οποία λαμβάνεται υπόψη υποχρεωτικά από τον διευθύνοντα , κατά τη σειρά αρχαιότητας των αιτούντων». Όπως επίσης ορθά έχει υποστηριχθεί ότι η θητεία των υπηρετούντων σε κάθε περίπτωση ως διευθυνόντων δεν πρέπει  να είναι μικρότερη της διετίας ούτε ανώτερη της τετραετίας.

Εν κατακλείδι οι ίδιοι οι εισαγγελικοί λειτουργοί, πρωτίστως, θα πρέπει να εγκύψουν με πλήρες αίσθημα της ανεξαρτησίας η οποία οφείλει να τους διακρίνει, με απόλυτη ελευθερία σκέψης και βούλησης και να εκφράσουν τις απόψεις και τις θέσεις τους  για τα υπηρεσιακά θέματα που τους αφορούν άμεσα και επηρεάζουν τις συνθήκες της επαγγελματικής και έμμεσα της προσωπικής τους ζωής. Οι οποιεσδήποτε απόπειρες χειραγώγησης τους θα πρέπει να παραμείνουν απρόσφορες. Στην προσπάθεια αυτή η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία καλούνται να σταθούν αρωγοί καθώς η περιφρούρηση της ανεξαρτησίας των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών συνεπάγεται αρτιότερο, ποιοτικά και ποσοτικά, επίπεδο απονομής Δικαιοσύνης για τους Πολίτες αυτού του Κράτους.

Γεσθημανή Π. Χατζηπαρασίδου

Εισαγγελέας Πρωτοδικών

 

Τοποθέτηση Π.Λυμπερόπουλου, Δ.Φούκα, Ε.Κώνστα

Αθήνα, 18.5.2020

 

Η αληθινή και επικίνδυνη εκτροπή

Στην τελευταία συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβούλιου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων οι θέσεις και η στάση του Προεδρείου έθιξαν βάναυσα το κύρος της και την εικόνα του Δικαστικού Σώματος. 

Είμαστε αναγκασμένοι, ακόμα μια φορά, να παρέμβουμε σε δημόσιο διάλογο, που ξεκίνησε χωρίς δική μας επιθυμία. Με σεβασμό στην ανάγκη της πληροφόρησης και του διαλόγου και από τα πραγματικά περιστατικά που έχουν πλέον δημόσια καταγραφεί καταλήγουμε στις εξής διαπιστώσεις:

Το Προεδρείο και προσωπικά ο Πρόεδρος επιβεβαίωσε την  εμμονή του στην μη συμμόρφωση με βασικές αρχές της Δημοκρατίας. Το φαινόμενο, που εμφανίστηκε επανειλημμένως τους τελευταίους μήνες, με την άρνηση της εκτέλεσης των αποφάσεων της πλειοψηφίας (συνάντηση με την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων προς άρση του αδιεξόδου που ο ίδιος ο Πρόεδρος προκάλεσε, συνδιάσκεψη με τις λοιπές δικαστικές Ενώσεις, εθελοντισμός Δικαστών και Εισαγγελέων στην πανδημία) εξειδικεύθηκε σε κάτι χειρότερο: στην δημόσια καταγγελία, ως πραξικόπημα, της νομιμοποίησης του Δικαστηρίου, ως μόνου αρμόδιου οργάνου της Πολιτείας στον καθορισμό της προσωρινής διοίκησης ενόψει της αναγκαιότητας για αναβολή των εκλογών της ΕνΔΕ. Το παράδοξο αυτό, εκφράσθηκε από δικαστικούς λειτουργούς, που φρόντισαν να «ξεχάσουν» όχι μόνον την ίδια την υπόσταση του λειτουργήματος τους, αλλά και το αυτονόητο για τους φοιτητές πρώτου εξαμήνου της Νομικής στο δίκαιο των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου. Το ερώτημα, που τίθεται,  είναι ποιος φοβάται την δικαστική κρίση και την τήρηση της νομιμότητας και ποια σκοπιμότητα υπηρετεί; 

Το Προεδρείο και προσωπικά ο Πρόεδρος επιχείρησαν, με επιμονή, να καταστήσουν μία δράση του Δικαστικού Σώματος, που έχει συνταγματική πρόβλεψη (ίδρυση δικαστικών ενώσεων άρθρο 89 παρ,   5 Σ), υποχείριο της Εκτελεστικής Εξουσίας, ζητώντας την παράταση της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, δηλαδή του Προεδρείου, με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, χωρίς χρονικό όριο και χωρίς εκ μέρους τους δέσμευση για διενέργεια εκλογών εντός συγκεκριμένου χρόνου. Για πρώτη φορά δικαστικοί λειτουργοί με τις δράσεις τους παραιτούνται των Συνταγματικών Αρχών της Προσωπικής και Λειτουργικής Ανεξαρτησίας και της  Διάκρισης των Λειτουργιών. Το ερώτημα, που τίθεται, είναι ποιος θέλει τον δικαστή εξαρτώμενο και ποια σκοπιμότητα υπηρετεί;

Το Προεδρείο και προσωπικά ο Πρόεδρος, στη συνεδρίαση του ΔΣ, «εξαφάνισαν» από την Χώρα την πανδημία του Covid-19 και την αναγκαιότητα της εφαρμογής μέτρων που η Πολιτεία και οι Υγειονομικές Αρχές έχουν επιβάλει και διαφήμισαν την δυνατότητα διενέργειας εκλογών με τη λήψη μέτρων υγειονομικής προστασίας που ήταν αδύνατο να εφαρμοσθούν από τις υποδομές της Ένωσης. Παρόλα αυτά στο πλαίσιο της διπλής ρητορικής που εφαρμόζουν (γι αυτό θα αναφερθούμε διεξοδικότερα όταν θα είναι ο κατάλληλος χρόνος), όταν υπέβαλαν τα αιτήματα για δοτή από την Κυβέρνηση διοίκηση, μόλις δέκα ημέρες πριν τη συνεδρίαση του ΔΣ, η πανδημία ήταν ο υπαρκτός κίνδυνος, που συνεπαγόταν την διατήρηση των αξιωμάτων τους. Το ερώτημα, που τίθεται, είναι ποιος παίζει με την διγλωσσία και το φόβο και ποια σκοπιμότητα υπηρετεί;  

Δυστυχώς ο Πρόεδρος και το Προεδρείο επιδιώκουν μια Ένωση δέσμια, όπως το πέτυχαν  πριν ένα χρόνο, όταν μετέτρεψαν την Ένωση σε σιωπηλό παρακολούθημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης κατά την διαδικασία ψήφισης των Ποινικών Κωδίκων και επιπλέον καθιέρωσαν τη συστηματική επιχείρηση ανάδειξης ιδεολογικών προσήμων σε πρόσωπα και στην ίδια την Ένωση με την έκδοση πιστοποιητικών κοινωνικών και πολιτικών φρονημάτων. Σήμερα η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων δεν έχει ανάγκη από «μεσσίες» ή τους αυτόκλητους και μη χειροκροτητές τους. Η ρητορική μίσους και η εμμονή στην διατήρηση της εξουσίας χωρίς δημοκρατικές διαδικασίες δεν ανήκουν στην κανονικότητα και στο ήθος του Δικαστικού Σώματος. Το Δικαστικό Σώμα έχει αρχές, διέπεται από σοβαρότητα και έχει την απαιτούμενη ενότητα για να σταθεί όρθιο και σε αυτή τη συγκυρία. Δεν χρειάζεται αντιλήψεις, μεθόδους και πρακτικές άλλων συστημάτων. 

    Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου 

           Δημήτρης Φούκας                                              Ελευθερία Κώνστα 

Πρόεδρος Πρωτοδικών                                              Εφέτης 

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος 

Εφέτης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΟΜΑΔΑΣ ΕΔΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ, Μαργ. Στενιώτη, Εφέτη, Κ. Βουλγαρίδη , Πρ. Πρωτοδικών, Γρ. Κομπολίτη, Ειρηνοδίκη

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΟΜΑΔΑΣ ΕΔΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ 
Α. Υπεύθυνη στάση η αναβολή των αρχαιρεσιών της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων – Διασφάλιση της καθολικής συμμετοχής του Δικαστικού Σώματος στη μελλοντική εκλογική διαδικασία – Ανεύθυνη η πρόταση για κλήση 3000 Δικαστών και Εισαγγελέων στις κάλπες
Β. Η χρονολογική σειρά των γεγονότων και τα έγγραφα, που συνυπέβαλε ο Πρόεδρος της Ενώσεως προς τον Υπουργό της Δικαιοσύνης με αίτημα την παράταση της θητείας του ΔΣ της ΕΔΕ με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου – Απόρριψη του αιτήματος και αιφνιδιαστική σύγκληση ΔΣ για προκήρυξη εκλογών στην ΕΔΕ τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες πριν την καταληκτική ημερομηνία υποβολής υποψηφιοτήτων

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, Μέλος ΔΣ της ΕΔΕ
Κώστας Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Μέλος ΔΣ της ΕΔΕ
Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης, Μέλος ΔΣ της ΕΔΕ  
Αθήνα, 16-5-2020              

Α. Ως προς το πρώτο θέμα:
– Η απόφαση της συντριπτικής πλειοψηφίας των εννέα (9) μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, κατά τη συνεδρίαση του της 14ης – 5 – 2020, δυνάμει της οποίας αποφασίστηκε η αναβολή των αρχαιρεσιών της Ενώσεως, υπήρξε αποτέλεσμα στάθμισης και Υπεύθυνη Στάση του Δικαστικού Σώματος, κατά την οποία  η συνταγματικά κατοχυρωμένη προστασία της Δημόσιας Υγείας και της ίδιας της ανθρώπινης ζωής «εισέρχεται» με αυξημένη βαρύτητα στη διαδικασία αυτής (στάθμισης). Η πανδημία έχει οδηγήσει στην αναβολή κάθε είδους εκλογικών διαδικασιών όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.   – Διαφυλάξαμε το κύρος των αρχαιρεσιών της Ενώσεως από μία εκλογική διαδικασία, που θα διεξαγόταν υπό συνθήκες υγειονομικής ανασφάλειας, απαγορεύσεων, δικαιοστασίου, αλλά συγχρόνως και μεθοδεύσεων, το κύριο χαρακτηριστικό της οποίας θα ήταν, με απόλυτη βεβαιότητα, η Αποχή. Από μία διαδικασία με ανύπαρκτη την προεκλογική ενημέρωση των μελών της Ενώσεως. Από μία εκλογική διαδικασία με σχεδόν αδύνατη την χρονικά απρόσκοπτη υποβολή υποψηφιοτήτων. 

– Διαφυλάξαμε το κύρος των αρχαιρεσιών της Ενώσεως από μία εκλογική διαδικασία, που θα εξελισσόταν σε παρωδία.

– Τα μέλη της Ομάδας μας διαφωνήσαμε το Γενάρη του 2020 στο μη νόμιμο αίτημα διενέργειας πρόωρων εκλογών στην ΕΔΕ, που απορρίφθηκε σχεδόν ομόφωνα από το ΔΣ ως αντίθετο με τις διατάξεις του καταστατικού.

– Διαφωνήσαμε, επίσης, στον καθορισμό της ημερομηνίας των καταστατικών αρχαιρεσιών της Ενώσεως από τον μήνα Φλεβάρη του 2020 (το ζήτημα τέθηκε 6 Φεβρουαρίου και 27 Φεβρουαρίου), που θα εγκαινίαζε μία μακρά προεκλογική περίοδο στην Ένωση τη στιγμή, που εκκρεμούσαν προς επίλυση σοβαρά ζητήματα του Δικαστικού Σώματος. Προκήρυξη εκλογών στην ΕΔΕ μήνα Φεβρουάριο ουδέποτε κατά το παρελθόν αποφασίστηκε. 

– Μετά την από 14-5-2020 απόφαση μας για τη μετάθεση του χρόνου των εκλογών ψηφίσαμε όπως ορισθεί Προσωρινή Διοίκηση της Ενώσεως, όπως ο Νόμος ορίζει, με έργο τη διενέργεια των αρχαιρεσιών στην ΕΔΕ για το λόγο ότι την 1η Ιουνίου 2020 λήγει η διετής θητεία του παρόντος Διοικητικού Συμβουλίου και θα υφίσταται, πλέον, έλλειψη πραγματικής διοίκησης (ΑΠ 561/2018).

Αυτές ήταν οι αποφάσεις της Ομάδας μας κατά τη συνεδρίαση του ΔΣ της ΕΔΕ της 14ης-5-2020.

Β. Ως προς το δεύτερο θέμα (Η χρονολογική σειρά των γεγονότων και τα έγγραφα, που συνυπέβαλε ο Πρόεδρος της Ενώσεως προς τον Υπουργό της Δικαιοσύνης με αίτημα την παράταση της θητείας του ΔΣ της ΕΔΕ με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου – Απόρριψη του αιτήματος – Η αιφνιδιαστική σύγκληση ΔΣ για ορισμό ημερομηνίας αρχαιρεσιών τέσσερις εργάσιμες ημέρες πριν την καταληκτική ημερομηνία υποβολής υποψηφιοτήτων):    

– Από το μήνα Μάρτιο 2020 και μετά, λόγω της πανδημίας και της αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και μέχρι τις 14 Μαΐου 2020, ήτοι για ένα ολόκληρο και πλέον δίμηνο, ουδεμία συνεδρίαση του ΔΣ πραγματοποιήθηκε με θέμα τον καθορισμό ημερομηνίας εκλογών στην ΕΔΕ, ενώ αποκλείστηκε από το Προεδρείο της Ενώσεως η πραγματοποίηση συνεδριάσεων του ΔΣ με τη διαδικασία της τηλεδιάσκεψης.

– 9 Απριλίου 2020 (ένα σχεδόν μήνα μετά): Το σοβαρό ενδεχόμενο αναβολής των εκλογών της Ενώσεως λόγω της πανδημίας αντιλήφθηκε, κατά τη γνώμη μας, από νωρίς και ο Πρόεδρος της ΕΔΕ. Ειδικότερα, ο τελευταίος στις 9 Απριλίου 2020, εν μέσω πανδημίας και εν αγνοία των μελών του ΔΣ της ΕΔΕ, με το με αριθμ. πρωτ. 175/9-4-2020 έγγραφο προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης υπογεγραμμένο και από τον ίδιο, επικαλούμενος την από 14-3-2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου με την οποία παρατάθηκε η θητεία των διοικήσεων των συνδικαλιστικών οργανώσεων κλπ., ζήτησε τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της ανωτέρω ΠΝΠ (αρθρ. 17) και στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (!) ώστε να παραταθεί η θητεία του ΔΣ αυτής και άρα και του ιδίου ως Προέδρου.

– Επί του ανωτέρω αιτήματος του ουδεμία απάντηση λαμβάνει από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στο επόμενο χρονικό διάστημα μέχρι τις 4 Μαΐου 2020.   

– Στις 4 Μαΐου 2020 ο υπέρμαχος (;) των εκλογών Πρόεδρος της ΕΔΕ θα αναμενόταν να συγκαλέσει ΔΣ για την προκήρυξη αρχαιρεσιών στην Ένωση δεδομένου, μάλιστα, ότι στένευαν ασφυκτικά οι προθεσμίες υποβολής των υποψηφιοτήτων σε σχέση με την καταληκτική ημερομηνία των εκλογών (21 και 28 Ιουνίου). Αντ΄ αυτού, όμως, έπραξε κάτι άλλο: Με το με αριθμ. πρωτ. 203/4-5-2020 έγγραφο του προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης υπογεγραμμένο και από τον ίδιο, ο Πρόεδρος της ΕΔΕ, ζήτησε εκ νέου, για δεύτερη φορά, επίσης χωρίς καμία απολύτως ενημέρωση του ΔΣ, την παράταση της θητείας του νυν Διοικητικού Συμβουλίου (και άρα και του ιδίου ως Προέδρου) με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (!).

– Αφού παρέρχονται δύο ημέρες χωρίς απάντηση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης επί του παραπάνω αιτήματός του και ενώ οι μόνες ημερομηνίες, που έχουν απομείνει για εκλογές, σύμφωνα με το καταστατικό, είναι η 21η και η 28η Ιουνίου 2020, αποστέλλει εσπευσμένα στις 6 Μαΐου 2020 κλήσεις για συνεδρίαση του ΔΣ της ΕΔΕ στις 14-5-2020 με θέμα τον καθορισμό της ημερομηνίας των αρχαιρεσιών στην ΕΔΕ, ακολουθώντας τη μέθοδο του απόλυτου αιφνιδιασμού και δη ορίζει τη συνεδρίαση του ΔΣ για ορισμό ημερομηνίας εκλογών τέσσερις (4) μόλις εργάσιμες ημέρες πριν την καταληκτική ημερομηνία της υποβολής των υποψηφιοτήτων.

– Τέλος, και στο μεταξύ, το Υπουργείο Δικαιοσύνης με το με αριθμ. πρωτ. 1578/13-5-2020 έγγραφό του«κόλαφο» για την Ένωσή μας, απορρίπτει τα ανωτέρω αιτήματα του Προέδρου της ΕΔΕ περί παράτασης με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της θητείας του ΔΣ της Ενώσεως, με την αιτιολογία ότι οι Δικαστικές Ενώσεις δεν συνιστούν συνδικαλιστικές οργανώσεις και κάθε παρέμβαση στο αυτοδιοίκητο και την ανεξάρτητη λειτουργία αυτών (Δικαστικών Ενώσεων) συνιστά προσβολή της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών και της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών και ότι, σε κάθε περίπτωση, η κείμενη νομοθεσία προβλέπει ρυθμίσεις για την αδιάκοπη συνέχιση της λειτουργίας των διοικήσεων. 

Εμείς παραθέσαμε τα γεγονότα για να εξάγει ο καθένας τα συμπεράσματα του.

Κλείνοντας:

Οι Εκλογές στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, ύψιστη πράξη δημοκρατίας, θα διενεργηθούν υπό συνθήκες ομαλότητας και διασφάλισης της μαζικής συμμετοχής σε αυτές ολόκληρου του Δικαστικού Σώματος και όχι υπό συνθήκες υγειονομικής ανασφάλειας λόγω της πανδημίας και μεθοδεύσεων, που οδηγούν στην αποχή – αποκλεισμό από τις αρχαιρεσίες μεγάλου αριθμού συναδέλφων αλλά και υποψηφίων. 

Οι συνάδελφοι, καλούνται, πλέον, μαζικά να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις, από τις οποίες θα εξαρτηθεί εάν η Ένωση στο μέλλον θα πορεύεται απομονωμένη και βλέποντας ολόγυρα εχθρούς και πραξικοπήματα ή εάν θα ακολουθήσει μια πορεία εκσυγχρονισμού της Δικαιοσύνης, που έχει ήδη ξεκινήσει σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.        

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, Μέλος ΔΣ της ΕΔΕ
Κώστας Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Μέλος ΔΣ της ΕΔΕ
Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης, Μέλος ΔΣ της ΕΔΕ

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΙΣΑΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ – Των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Χαράλαμπου Μαυρίδη, Εφέτη Σταματίας Γκαρά – Δημουλέα, Ειρηνοδίκη

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΙΣΑΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ

Των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων
Χαράλαμπου Μαυρίδη, Εφέτη
Σταματίας Γκαρά – Δημουλέα, Ειρηνοδίκη

Αθήνα 15-5-2020

            Η άσκηση των καθηκόντων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων προϋποθέτει την τήρηση δύο ελάχιστων όρων. Αυτών της αντικειμενικότητας και της ορθολογικότητας. Οτιδήποτε κινείται πέραν των ανωτέρω, μπορεί να διαμορφώσει συμπεριφορές και πρακτικές το λιγότερο ασύμβατες με την πραγματικότητα, το περισσότερο υπερφίαλες και αμετροεπείς. Μπορεί η αντίληψη της πραγματικότητας να μην είναι δυνατό να είναι κοινή για όλους, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούμε να επιχειρηματολογούμε με ευφυολογήματα, προκειμένου να πείσουμε για θέσεις και απόψεις που προφανώς βρίσκονται εκτός της νομιμότητας, της ερμηνευόμενης κατά το δοκούν αναγκαιότητας αλλά και της πραγματικότητας.
Η λειτουργία του κατ’ ευφημισμόν ενωτικού Προεδρείου του Δ.Σ. διήρκεσε έως και τα τέλη Ιουλίου του έτους 2019. Από εκείνο το χρονικό σημείο και με φανερές αφορμές τις διαφωνίες των μελών του επί των θεμάτων της διαμεσολάβησης και της θέσπισης των 86 νέων οργανικών θέσεων Προέδρων Εφετών, με αντίστοιχη μείωση των θέσεων των Εφετών, επήλθε η διάσπασή του, με την διαφοροποίηση της θέσης της πλειοψηφίας των μελών των, που ανήκουν στις ομάδες των Νικόλαου Σαλάτα και Τάκη Λυμπερόπουλου. Ακολούθησε σειρά έκτακτων Διοικητικών Συμβουλίων, με εντονότατες αντιπαραθέσεις και η πλήρης ρήξη επήλθε στην τακτική Γενική Συνέλευση του Δεκεμβρίου, όπου ακούσθηκαν τοποθετήσεις, ενώπιον εκατοντάδων παρισταμένων μελών της Ένωσής μας, που, κυριολεκτικά, εκθέτουν το Δικαστικό Σώμα. Στην συνεδρίαση του Δ.Σ. της 23-1-2020 και, μετά από νέα εκτράχυνση της κατάστασης, με αντεγκλήσεις εκατέρωθεν, εγχειρίσαμε το από 23-1-2020 έγγραφό μας, με το οποίο καλούσαμε τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ., να καταθέσουμε, όλοι μαζί, τις παραιτήσεις μας καθώς και να καλέσουμε και τα αναπληρωματικά μέλη να προβούν σε δηλώσεις μη ανάληψης των κενών θέσεων που θα προκύψουν και να προκηρυχθεί διενέργεια έκτακτων αρχαιρεσιών. Το αίτημά μας αυτό, παρότι η υλοποίησή του θα έβγαζε άμεσα την Ένωση από το αδιέξοδο, δεν έγινε δεκτό. Έγινε, όμως, αφορμή, για να δημιουργηθεί η ομάδα των εννέα (9) μελών του Δ.Σ., τα οποία, από το σημείο εκείνο και μετέπειτα, λειτουργούν, εν τοις πράγμασι, ως ενιαία, πλειοψηφούσα ομάδα του Δ.Σ.
Στο χθεσινό (14-5-2020) Δ.Σ., η ομάδα αυτή, πριν από τη συζήτηση του θέματος του ορισμού του χρόνου διεξαγωγής των τακτικών αρχαιρεσιών της Ένωσης, εγχείρισε έγγραφο, με το οποίο, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτό και που ανάγονται στην προστασία της δημόσιας υγείας, κατ’ άρθρο 21 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος, ζήτησε την αναβολή των αρχαιρεσιών και, δεδομένου ότι η θητεία του τωρινού Δ.Σ. λήγει στις 31-5-2020, την προσφυγή στο αρμόδιο Δικαστήριο, για τον διορισμό προσωρινής Διοίκησης, με την ευχή να διεξαχθούν οι αρχαιρεσίες στις 11-10-2020 και στις 18-10-2020. Εμείς αντιλέξαμε κατηγορηματικά στην πρόταση αυτή, δεδομένου ότι στο καταστατικό της Ένωσής μας δεν προβλέπεται αναβολή των εκλογών και ζητήσαμε ρητά και κατηγορηματικά την διεξαγωγή των αρχαιρεσιών στις δύο τελευταίες Κυριακές του Ιουνίου, αφού δεν τίθεται πλέον θέμα αποκλεισμού τους για υγειονομικούς λόγους, λαμβάνοντας υπόψη και το προσκομισθέν από το Προεδρείο της Ένωσης έγγραφο του ΕΟΔΥ (Τμήμα Μικροβιακής Αντοχής και Λοιμώξεων, που σχετίζονται με φροντίδα υγείας), που τιτλοφορείται «προτεινόμενη διαδικασία ψηφοφορίας για την εκλογή Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων», σύμφωνα με το οποίο η ψηφοφορία μπορεί να διεξαχθεί, εφόσον τηρηθούν οι σ’ αυτό αναγραφόμενες προϋποθέσεις. Τελικά, η πρόταση της πλειοψηφούσας ομάδας των μελών του Δ.Σ. υπερψηφίστηκε απ’ αυτά και καταψηφίστηκε από τα υπόλοιπα έξι (6) μέλη του Δ.Σ., στα οποία ανήκουμε και εμείς.
Καταγγέλλουμε την απόφαση αυτή, ως πλήρως αντικαταστατική και αντιθεσμική, που εκθέτει από άποψη νομιμότητας το Δ.Σ. της Ένωσης στους συναδέλφους αλλά και στους τρίτους πολίτες. Άλλωστε και ο λόγος, για τον οποίο αποφασίσθηκε από την πλειοψηφία η αναβολή των αρχαιρεσιών δεν ευσταθεί σε καμία περίπτωση και αποτελεί, κυριολεκτικά, πρόφαση, αντιβαίνουσα, πλήρως στην κοινή λογική, , δεδομένου ότι τα εννέα (9) μέλη του Δ.Σ., σε δύο προηγούμενες συνεδριάσεις του, στις 6-2-2020 και στις 27-2-2020 απέφυγαν, με έωλες δικαιολογίες, να αποφασίσουν για τον χρόνο διεξαγωγής των εκλογών. Μας προξενεί δε μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι οι εννέα (9) συνάδελφοι ψήφισαν τη δικαστική προσφυγή για το διορισμό προσωρινής Διοίκησης, όταν, μετά την κατάθεση της ανωτέρω πρότασής μας, για διεξαγωγή πρόωρων αρχαιρεσιών, ο Τάκης Λυμπερόπουλος, παρανοώντας, προφανώς, την πρότασή μας, είπε ότι διαφωνεί με τον ορισμό προσωρινής Διοίκησης. Τι, άραγε, άλλαξε από τότε; Τελικά, μήπως στα πλαίσια του «δικαίου της ανάγκης» τα μέλη του Δ.Σ. θα ορίζουν τα Δικαστήρια και όχι οι συνάδελφοι, οι μόνοι αρμόδιοι να δώσουν ένα έγκυρο τέλος στο σοβαρό και μακροχρόνιο αδιέξοδο, που ταλανίζει την Ένωσή μας;
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η χθεσινή συνεδρίαση του Δ.Σ. της Ένωσής μας ήταν η τελευταία, με τη σημερινή σύνθεσή του, στην οποία παρασταθήκαμε. Δηλώνουμε δε ρητά ότι δεν προτιθέμεθα να συμμετάσχουμε, με κανέναν τρόπο, στον αντικαταστατικό και αντιθεσμικό ορισμό προσωρινής Διοίκησης, διαφωνώντας πλήρως με την, κατά πλειοψηφία, ληφθείσα ως άνω απόφαση. Αν τα μέλη της πλειοψηφίας του Δ.Σ. θεωρούν τα μέλη του τωρινού Προεδρείου ακατάλληλα να συνεχίσουν το έργο τους, γιατί δεν απευθύνονται στο εκλογικό σώμα και με σαφή και λογικά επιχειρήματα να το πείσουν για τη βασιμότητά τους; Εμείς έχουμε αναπτύξει σε όλα τα κρίσιμα θέματα που αφορούν τους συναδέλφους σαφείς και ρητές θέσεις, όπως για παράδειγμα το θέμα της μείωσης των δικαστικών διακοπών του τρέχοντος δικαστικού έτους, σκεπτόμενοι μόνο το καλώς εννοούμενο συμφέρον τους και όχι άλλες σκοπιμότητες, που δυστυχώς έχουν επικρατήσει και έχουν οδηγήσει την Ένωση στο έσχατο σημείο ανυποληψίας. Στα πλαίσια αυτά, άλλωστε, δεν θεωρούμε ότι αποτελεί επιτυχία η πρόβλεψη στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με τίτλο «Ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των Οδηγιών 2016/800, ….και άλλες διατάξεις», για την καταβολή μισθολογικών ωριμάνσεων (άρθρ. 61) και μισθολογικών προαγωγών των ετών 2017-2018 εφάπαξ μέχρι 31-12-2021 αλλά και για την αύξηση των οργανικών θέσεων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών κατά εξήντα πέντε (άρθ. 62 παρ. 2), οι οποίες θα πληρωθούν από την 1-7-2022, δεδομένου ότι οι προβλέψεις αυτές, προφανώς φαίνεται να παραγνωρίζουν την λογική αρχή ότι η χρονική μετάθεση της υλοποίησης ενός αιτήματος και, μάλιστα, σε απώτερο, ούτε καν βραχυπρόθεσμο χρόνο, επί της ουσίας συνιστά μη υλοποίηση, καθόσον τίποτα δεν αποκλείει την εξάντληση των ανωτέρω προθεσμιών και την περαιτέρω επιμήκυνσή τους, με την επίκληση οποιασδήποτε δικαιολογίας από την ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, πρακτική όχι ασυνήθιστη, δυστυχώς κυρίως τον τελευταίο καιρό. Κλείνοντας, καλούμε, έστω και την ύστατη στιγμή, τα μέλη της πλειοψηφίας του Δ.Σ. να αναθεωρήσουν την προφανώς λανθασμένη απόφασή τους και να απευθυνθούμε εντός των καταστατικών πλαισίων στους μόνους αρμόδιους να αποφασίσουν: Στους συναδέλφους ΔΙΚΑΣΤΕΣ και ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ.

ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ – Ευσταθίου Βεργώνη, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, μέλους του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

Ευσταθίου Βεργώνη, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, μέλους του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων 

 

Νομίζω ότι κάποια πράγματα σε σχέση με την ζωή της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων θα πρέπει να διευκρινισθούν από την παρουσίαση και αποτίμηση των γεγονότων, για την αποφυγή ”επικοινωνιακών” εντυπώσεων, που δημιουργούν μύθους. 

Πρώτος μύθος: Υπάρχει διχασμένη ένωση. Η διαμόρφωση της πλειοψηφίας των 9 μελών του διοικητικού συμβουλίου, για την λήψη της συγκεκριμένης απόφασης για τις εκλογές, ήταν αποτέλεσμα διαλόγου μεταξύ αιρετών εκπροσώπων των δικαστών και εισαγγελέων, όπως οι κ.κ. Στενιώτη, Λυμπερόπουλος και Σαλάτας που στο πρόσφατο παρελθόν, και σε βάθος οκταετίας τουλάχιστον, είχαν συγκρουστεί, εντός των επιτρεπτών και επιβαλλομένων ορίων, πάνω στο σύνολο των ζητημάτων που ετίθεντο για την Ένωση, ιδίως στον σχηματισμό του Προεδρείου. Σημαντικό ότι δεν υπάρχει κοινή ιδεολογικοπολιτική προέλευση, η οποία άλλωστε πρέπει να μένει εκτός του χώρου του δικαστικού συνδικαλισμού. Η δημιουργία εντύπωσης βαθέος διχασμού, όταν μάλιστα συγκροτείται ευρεία και καταστατική πλειοψηφία μεταξύ των αιρετών και των ομάδων τους, είναι φανερό ότι επιδιώκεται από όποιον επιδιώκει (με τον νου του) εκλογικά οφέλη από την πλαστή εικόνα διχασμού, και επιτυγχάνεται με την οξεία έκφραση της αντίθεσης στην απόφαση της πλειοψηφίας. 

Μύθος δεύτερος: Η πλειοψηφία επιτίθεται στην δημοκρατία, που για τον λόγο αυτόν κινδυνεύει, αποφασίζοντας την αναβολή των εκλογών της ένωσης, με πρόσχημα την πανδημία. Τα γεγονότα εδώ είναι αμείλικτα. Τον Μάρτιο του 2020, κατά την έναρξη των μέτρων για την πανδημία, ο Πρόεδρος της ένωσης και οι περί αυτόν, εν κρυπτώ και παραβύστω, δύο φορές με δύο διαδοχικά έγγραφα, έθεσαν το θέμα της αναβολής των εκλογών του 2020,όχι στα εκλεγμένα όργανα της ένωσης, ή σε άλλο καταστατικό όργανο, αλλά στον Υπουργό (!) – ναι αυτόν για τον οποίο σήμερα κατηγορεί την πλειοψηφία ότι υλοποιεί σχέδιό του – ζητώντας την μη επιτρεπτή συνταγματικά νομοθετική παράταση της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου. Το ζήτημα επομένως της αδυναμίας πραγματοποίησης των εκλογών τέθηκε για πρώτη φορά από τον Πρόεδρο και όχι από την πλειοψηφία που ανέμενε να γίνουν πιο σαφή τα πράγματα για την πανδημία και να θέσει θεσμικά το θέμα σε συνεδρίαση του ΔΣ, και τέθηκε από τον Πρόεδρο με αντιθεσμικό τρόπο και κρυφίως, χωρίς να τον κατηγορεί κανένας, αν και θα μπορούσε, για επίθεση στην δημοκρατία στην Ένωση. 

Μύθος τρίτος: Ο ΕΟΔΥ κρίνει ότι είναι εφικτό να γίνουν οι εκλογές ακινδύνως εντός του Ιουνίου. Πέραν των όσων αναφέρονται στην ανακοίνωση της απόφασης του ΔΣ, θα πρέπει να ειπωθεί ότι το θέμα είναι τι ερώτημα υποβλήθηκε στον ΕΟΔΥ. Γιατί αν τέθηκε ως δεδομένο ότιθαγίνουν οι εκλογές οπωσδήποτε και δώστε μας οδηγίες ασφαλείας, αυτή θα ήταν η απάντηση. Αν όμως το ερώτημα ήταν ότι οι αρχαιρεσίες γίνονται τότε, προσέρχονται κατά μέσο όρο τόσοι, οπότε πείτε μας αν είναι ασφαλές ή όχι να γίνουν, διαφοροποιεί και την απάντηση. Για την πλειοψηφία το ζητούμενο είναι να γίνουν οι εκλογές σε αίσθημα ασφάλειας, που μόνον η χρονική απόσταση μπορεί να δώσει, ώστε να μη οδηγηθούμε σε αρχαιρεσίες με συμμετοχή μικρότερη των 500 ψηφοφόρων, όπως είναι βέβαιο ότι θα συνέβαινε αν γίνονταν το Ιούνιο, αλλά στην συμμετοχή όσο το δυνατόν μεγαλύτερου αριθμού συναδέλφων. Τέλος ο ορισμός των ίδιων μελών του ΔΣ ως προσωρινής διοίκησης, που είναι η μόνη νόμιμη οδός μετά την λήξη της θητείας και την μη πραγματοποίηση εκλογών, διασφαλίζει την συνέχεια της ένωσης, με σεβασμό στην εκφρασθείσα βούληση των μελών της.

Ανακοίνωση των μελών του ΔΣ Π.Λυμπερόπουλου, Δ.Φούκα , Ελ.Κώνστα

12.5.2020

Ανακοίνωση για το υπό ψήφιση νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Στο υπό ψήφιση σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης περιλαμβάνονται και διατάξεις με τις οποίες ιδρύεται κατεύθυνση Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστών.

Η ρύθμιση αυτή αποτελεί εξαιρετικά θετική εξέλιξη για το Δικαστικό Σώμα. Αποτελεί και δικαίωση του διαχρονικού στόχου μας, που υποστηρίζαμε πολύ παλαιότερα από το 2010, όταν επιτυγχάναμε την θεσμοθέτηση της επιμόρφωσης των Ειρηνοδικών στη Σχολή Δικαστών με τους νόμους 3659/2008 (άρθρο 47) και 3689/2008 (άρθρο 34), με πρωτοβουλία της κ. Αγγελικής Δεμέστιχα. Τότε και για πολλά χρόνια μετά κάποιοι επαΐοντες κρυπτόμενοι πίσω από ξύλινες αντιλήψεις επέλεγαν για τους Ειρηνοδίκες υποβαθμισμένους ρόλους με το άλλοθι της περιορισμένης ύλης και της εσωστρέφειας. Πιστεύοντας στην ανάδειξη της θέσης, ότι οι Ειρηνοδίκες δεν είναι δικαστές δεύτερης ταχύτητας, είχαμε επιμείνει στην αξιοποίηση του θεσμού κατά την περίοδο της ψήφισης του ν.3869/2010, κόντρα στη νομοθετική πρωτοβουλία που κατηύθυνε την αρμοδιότητα στα Πρωτοδικεία. Ο ρόλος των Ειρηνοδικών μέσα από το νομοθέτημα αυτό απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη δυναμική στην ελληνική κοινωνία.

Η ίδρυση κατεύθυνσης Ειρηνοδικών στη Σχολή Δικαστών, αποτελεί για εμάς  ένα βήμα προς τον στόχο της αναμόρφωσης του συστήματος απονομής της Δικαιοσύνης στη Χώρα. Δεν μας αρκεί ότι με τη νέα νομοθέτηση αίρεται  μια ανεξήγητη διαφοροποίηση και τίθεται σε νέα βάση η κατάρτιση των νέων Ειρηνοδικών.  Γι αυτό και η δράση μας δεν θα περιοριστεί στην υποστήριξη της άμεσης υλοποίησης του μέτρου, αλλά στην περαιτέρω αξιοποίηση των δομών της Σχολής για την επιμόρφωση των ήδη υπηρετούντων Ειρηνοδικών και στην ένταξη του σε ένα ευρύτερο σχέδιο αναβάθμισης της Δικαιοσύνης.

Τέλος, αναφορικά με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο η αύξηση των οργανικών θέσεων κατά 65, όπως και η αύξηση των θέσεων των Εισαγγελέων Εφετών με αντίστοιχη μείωση των θέσεων Αντεισαγγελέων Εφετών θα βοηθήσει στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των προβλημάτων, που οι νέοι ποινικοί κώδικες έφεραν, δυστυχώς με την ηχηρή απουσία της Ένωσης μας από τον διάλογο με την Πολιτεία κατά τη νομοθέτηση τους.

    Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου

           Δημήτρης Φούκας                                              Ελευθερία Κώνστα

Πρόεδρος Πρωτοδικών                                                Εφέτης

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος

Εφέτης

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΕΣΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ, Ακριβής Ερμίδου, Ειρηνοδίκη Αθηνών και Υπεύθυνης Διαχ. Οικον. της Ενδε

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΕΣΔΙ

                ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ

——————

Ακριβής Ερμίδου Ειρηνοδίκη Αθηνών και Υπεύθυνης Διαχ.Οικον.της Ενδε.

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση και αίσθημα συγκίνησης  υποδεχθήκαμε την κατάθεση στην Βουλή  την 11.5.2020 σχέδιου νόμου για την  ενσωμάτωση  στην Ελληνική Νομοθεσία  των Οδηγιών  2016/800, 2017/1371, 2017/541, 2016/1919, 2014/57/ΕΕ, κλπ διατάξεων,  στο άρθρο 77 του οποίου προβλέπεται η Ιδρυση  Κατεύθυνσης Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, που σε λίγες ημέρες θα αποτελεί νόμο του Κράτους. Ικανοποιείται με τον τρόπο αυτό ένα αίτημα της ΄Ενωσής μας , το οποίο, αν και   περιλαμβανόταν  συχνά στα προεκλογικά προγράμματα  των διαφόρων δικαστικών συνδικαλιστικών ομάδων, ωστόσο λίγο μετά το πέρας των αρχαιρεσιών  παρέμενε στην άκρη   για  άγνωστους λόγους , παρόλο που η ιδρυση της κατεύθυνσης Ειρηνοδικών προβλεπόταν στο  άρθρο 45 του ν.  3689/2008 από το έτος 2008. Θεωρώ ότι η προχθεσινή εξέλιξη αποτελεί δικαίωση των προσπαθειών που κατέβαλε  στην πράξη το Προεδρείο.

Από την πρώτη στιγμή της θητείας μας  στο Δ.Σ  κατά το μήνα Ιούλιο  2016, θέσαμε προς το Υπουργείο σαν  κύριο  αίτημά μας  την δημιουργία κατεύθυνσης Ειρηνοδικών στην Ε.Σ.ΔΙ, και ξεκίνησε ένας προσωπικός αγώνας  για την υλοποίηση του στόχου αυτού.  Για πρώτη επίσης φορά στο  δημόσιο διάλογο και συγκεκριμένα  την 11.7.2016 στην παράστασή μας στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής  όπου προσπαθήσαμε να αποτρέψουμε την μείωση της 6μηνης  άσκησης των δοκίμων Ειρηνοδικών  σε 2μηνη, αναφέραμε ότι δεν επιθυμούσαμε την οποιαδήποτε τροποποίηση των σχετικών διατάξεων του ΚΟΔΚΔΛ μέχρι να  μεταβληθεί το θεσμικό πλαίσιο διορισμού και εκπαίδευσης των Ειρηνοδικών. Στην συνέχεια με την αμέριστη  συμπαράσταση του τότε Γ.Γ. του Υπουργείου Δικαιοσύνης κ. Γ.Σάρλη , ο οποίος είχε αντιληφθεί την ανάγκη της  μεγάλης αυτής θεσμικής μεταβολής,  συστήθηκε  ομάδα εργασίας  με την υπ΄αριθμ 84709/φ.323/4.12.2018 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ τ. ΥΟΔΔ 728/2018), για τη σύνταξη σχεδίου  ΠΔ δυνάμει του  άρθρο 45 του ν.  3689/2008 υπό την προεδρία του τότε Δ/ντη της ΕΣΔΙ και Αντιπροέδρου ΑΠ κ. Δημ. Κράνη, στην οποία συμμετείχα ως μέλος και η οποία  ολοκλήρωσε τις εργασίες  της  και παρέδωσε  στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης αντίστοιχο σχέδιο Π.Δ.  την 1.2.2019. Στην αιτιολογική έκθεση που συντάχθηκε τότε  και με    συμβολή  της ΄Ενωσης, τονίσθηκε  η σημαντική αύξηση   των  καθηκόντων των Ειρηνοδικών   καθώς και ότι η δικαστηριακή ύλη που αναλογεί στους Ειρηνοδίκες είναι αντίστοιχης δυσκολίας με αυτήν της ύλης των λοιπών πολιτικών – ποινικών δικαστών. Κρίθηκε  πλέον  αναγκαία η μεταβολή του τρόπου διεξαγωγής του διαγωνισμού  για τον διορισμό τους και η παροχή σε αυτούς εξειδικευμένης εκπαίδευσης και κατάρτισης, κατά τον ίδιο τρόπο που ισχύει για τους  λοιπούς  πολιτικούς – ποινικούς δικαστές, προκειμένου να  μπορούν να ανταποκριθούν  ευχερέστερα στο δύσκολο έργο τους», αιτιολογία που με χαρά είδαμε  να αποτελεί την εισηγητική έκθεση του νέου νόμου.

Μετά την  αλλαγή  της κυβέρνησης  τον Ιούλιο  2019, θέσαμε ως Ένωση εκ νέου και μετ΄επιτάσεως  στο νέο Υπουργό Δικαιοσύνης κ.Τσιάρα, στο Γ.Γ. κ. Αλεξανδρή και στον  κ. Υφυπουργό πλέον κ.Κράνη  ως άμεσης προτεραιότητας, το θέμα της  ολοκλήρωσης  των σχετικών διαδικασιών ώστε να γίνει εφικτό να εφαρμοσθεί το νέο νομοθετικό καθεστώς απο το τρέχον έτος. Με το ιδιαίτερο πλέον ενδιαφέρον του  Υφυπουργού    κ.Κράνη που απο την πρώτη στιγμή έδειξε την εμπιστοσύνη του στην αξία των Ειρηνοδικών, ολοκληρώθηκαν οι σχετικές  διαδικασίες αφού προηγουμένως ,για λόγους νομοτεχνικούς, επιλέχθηκε  αντί της  έκδοσης  Π.Δ. ,η οδός της  τροποποίησης του  ίδιου του νόμου της ΕΣΔΙ – 3689/2008 – και η συμπερίληψη όλων των αναγκαίων τροποποιήσεων για την Ίδρυση της κατεύθυνσης Ειρηνοδικών  που σε λίγες ημέρες θα είναι πλέον γεγονός και θα αποτελέσει την απαρχή θεσμικών μεταβολών του κλάδου μας αναγκαίων  από ετών, που  μόνο όταν τις πιστέψει κανείς μπορεί να υλοποιηθούν. .

 

Εθελοντική Αιμοδοσία, Χαράλαμπου Μαυρίδη, Εφέτη – Σταματίας Γκαρά – Δημουλέα, Ειρηνοδίκη

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ

Των μελών του Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε.

                                                        Χαράλαμπου Μαυρίδη, Εφέτη

                                                        Σταματίας Γκαρά – Δημουλέα, Ειρηνοδίκη.

                                                                                          Αθήνα 8 Μαϊου 2020

     Με μεγάλη χαρά πληροφορηθήκαμε, μέσω της σημερινής ανακοίνωσης του Προεδρείου της Ένωσής μας, ότι στις 23 Μαϊου, θα πραγματοποιηθεί, με πρωτοβουλία της Ένωσης, σε συνεργασία με τη Ν.Υ.Αιμοδοσίας Γ.Α.Ο.Ν.Α. «Ο Άγιος Σάββας» και με το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας (ΕΚΕΑ), εθελοντική αιμοδοσία, στο κτίριο 13 του Πρωτοδικείου Αθηνών. Νιώθουμε δε ευτυχείς και περήφανοι, γιατί, η  ανωτέρω εκδήλωση πραγματοποιείται κατόπιν της από 2-4-2020 δήλωσής – πρόσκλησής μας, που κατατέθηκε στην Γραμματεία της Ένωσης και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 58, με την οποία, με τρόπο ρητό και σαφή, καλούσαμε το Προεδρείο να διοργανώσει εθελοντική αιμοδοσία, ώστε να αποτελέσει η ενέργεια αυτή προσφορά του Δικαστικού Σώματος στους πάσχοντες και δοκιμαζόμενους συμπολίτες μας.

 

Επικαιροποιημένα σχέδια ποινικών αποφάσεων, Χρ. Νάστα, Πρ. Εφετών, τακτικού μέλους του Δ.Σ. της ΕΔΕ

Αποθήκευση αρχείου (PDF, Unknown)

Ρωγμές στο αυτοδιοίκητο των Δικαστηρίων – Της Ιωάννας Ξυλιά, Προέδρου Πρωτοδικών

Από τις συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 26 που καθιερώνει την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, του άρθρου 87§1 που ορίζει ότι η δικαιοσύνη απονέμεται από τα δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία, του άρθρου 90§1 που ορίζει ότι οι προαγωγές, τοποθετήσεις και μεταθέσεις των δικαστικών λειτουργών ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από απόφαση ανωτάτου δικαστικού συμβουλίου και του άρθρου 93§§1,4 που ορίζει, ότι τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά, τα οποία οργανώνονται με ειδικούς νόμους προκύπτει, ότι ο συνταγματικός νομοθέτης ανέθεσε μεν στον κοινό νομοθέτη τη σύσταση και οργάνωση των διοικητικών, πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και τη θέσπιση των αναγκαίων δικονομικών κανόνων για την αποτελεσματική επίλυση των δικαζομένων διαφορών, πλην όμως η νομοθετική αυτή ρύθμιση δεν εκτείνεται σε σημείο που να πλήττεται το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων, θεσμός που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την αυτοτέλεια και τη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών (ΟλΑΠ [ποιν.] 1/1996). Βασική πηγή οργανώσεως των δικαστηρίων, πέραν των συνταγματικών διατάξεων, αποτελεί ο Ν. 1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών», στο άρθρο 15 του οποίου ορίζονται ειδικότερα τα όργανα διεύθυνσης κάθε δικαστηρίου, με την ειδική πρόβλεψη ότι στα πολιτικά και διοικητικά Εφετεία και Πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά και τα Ειρηνοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης διευθύνονται από τριμελές συμβούλιο, που εκλέγεται από την Ολομέλεια αυτών, στη δε §7 ορίζονται ειδικά οι αρμοδιότητες, τόσο του συμβουλίου, όσο και του προέδρου αυτού, που αποτελούν και αρμοδιότητες του διευθύνοντος το κάθε δικαστήριο δικαστή όταν δεν συντρέχει περίπτωση διεύθυνσης από συμβούλιο. Σ’ αυτές δεν περιλαμβάνονται ωστόσο οι αρμοδιότητες που κρίθηκε ότι πρέπει να ανήκουν στην Ολομέλεια των δικαστών που υπηρετούν σε κάθε δικαστήριο, η οποία έχει και το τεκμήριο αρμοδιότητας, όπως της κατάρτισης, συμπλήρωσης, τροποποίησης, αντικατάστασης ή κατάργησης διατάξεων του κανονισμού του δικαστηρίου, αφού οι ίδιοι οι Δικαστές είναι σε θέση να γνωρίζουν τις ανάγκες και τα προβλήματα του δικαστηρίου στο οποίο υπηρετούν, τα οποία πρέπει να λύνουν με άμεσο τρόπο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 14§§1,7α, 17§§1,2α, 5 του ΚΟΔ& ΚΔΛ. Κατά τις διατάξεις αυτές η ολομέλεια κάθε δικαστηρίου καταρτίζει, συμπληρώνει κ.λπ. τον κανονισμό, με την διαγραφόμενη στις διατάξεις των §§6,7 του ίδιου άρθρου διαδικασία, στο ρυθμιστικό πεδίο του οποίου υπάγεται ο καθορισμός των τμημάτων των δικαστηρίων, ο τρόπος συγκρότησής τους, ο αριθμός των δικασίμων και των υποθέσεων καθεμιάς δικασίμου, η κατανομή των υποθέσεων στα τμήματα, το χρονικό διάστημα που θα υπηρετούν οι δικαστές στα τμήματα, καθώς και οποιοδήποτε ζήτημα ανάγεται στην εσωτερική οργάνωση των υπηρεσιών και στην εύρυθμη διεξαγωγή των εργασιών τους.

Οδεύοντας, όπως όλα δείχνουν, προς το τέλος της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των προθεσμιών, που ξεκίνησε από 13-03-20, ως μέτρο αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID-19 και της ανάγκης περιορισμού της διάδοσής του, μετά τον περιορισμό των δικαστικών διακοπών για τα χρονικά διαστήματα από 01 έως 15-07-20 και από 01 έως 15-09-20 με το άρθρο 18 του Ν 4684/2020 (ΦΕΚ Α΄86/25-04-20), προκειμένου να είναι εφικτός, κυρίως από άποψη χρόνου, ο ορισμός δικασίμων και ο προσδιορισμός υποθέσεων κατά το χρονικό αυτό διάστημα, με το 34ο άρθρο της από 01-01-2020 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α΄90/01-05-20) ορίστηκε ότι «Για τα χρονικά διαστήματα από την 1η έως και τις 15 Ιουλίου 2020 και από την 1η έως και τις 15 Σεπτεμβρίου 2020, κατά παρέκκλιση από των οριζομένων στις παρ. 1, 5, 6 και 7 του άρθρου 17 και των παρ. 1 και 7α του άρθρου 14 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, τα τμήματα εκάστου δικαστηρίου και ο τρόπος συγκρότησής τους, ο αριθμός των δικασίμων και των υποθέσεων κάθε μίας δικασίμου, καθώς και η κατανομή των υποθέσεων στα τμήματα ορίζονται με πράξη του οργάνου διοίκησης εκάστου δικαστηρίου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των οριζομένων για τα θέματα αυτά στον Κανονισμό του». Η ανωτέρω διάταξη, καταργώντας – έστω εν μέρει – την αρμοδιότητα της ολομέλειας εκάστου δικαστηρίου για ρύθμιση των ανωτέρω θεμάτων, ανεξάρτητα από το σύμφωνο ή μη με τις διατάξεις του Συντάγματος περιεχόμενό της, αποτελεί σημαντική ρωγμή στο θεσμό του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων, παρακάμπτοντας την προβλεπόμενη από το νόμο δημοκρατική διαδικασία ρύθμισης ενός από τα πιο σημαντικά θέματα που έχουν ανατεθεί στην ολομέλεια, χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο και χωρίς να διερευνηθεί η δυνατότητα επίλυσης των προβλημάτων που έχουν ανακύψει και ενδεχομένως και αυτών που θα ανακύψουν στο μέλλον με ήδη προβλεπόμενες από το νόμο διαδικασίες. Η προσθήκη δε της φράσης «κατ’ ανάλογη εφαρμογή των οριζομένων για τα θέματα αυτά στον Κανονισμό του» (ο οποίος συνήθως δεν ακολουθεί ενιαία ρύθμιση για όλους τους μήνες), δεν αίρει τα προβλήματα που αναφύονται, αφού αφενός οι ρυθμίσεις αυτές πρέπει να λαμβάνουν χώρα όχι κατά την εικαζόμενη αλλά κατά την εκπεφρασμένη βούληση της ολομέλειας κάθε δικαστηρίου, αφετέρου αυτή δεν είναι βέβαιο ότι θα ταυτιζόταν με αυτήν του νομοθέτη (λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών, λόγω θέρους, χωρίς τη λειτουργία κλιματισμού, υπό τον φόβο μετάδοσης του ιού) χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα αντιμετώπιζε (η ολομέλεια) με τη δέουσα υπευθυνότητα τα σχετικά θέματα. Για την εξυπηρέτηση της ανάγκης λειτουργίας με πιο εντατικούς ρυθμούς των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, με σκοπό την αναπλήρωση της χαμένης δραστηριότητας και τη στήριξη της οικονομίας θα έπρεπε να εκτιμηθεί η δυνατότητα προσφυγής στις ήδη προβλεπόμενες από το νόμο διαδικασίες, από τα αρμόδια προς τούτο όργανα, ήτοι τις ολομέλειες των δικαστηρίων, επιδεικνύοντας τον δέοντα σεβασμό στους θεσμούς αυτούς. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14§7 περ. γ΄ σε συνδ. με τη διάταξη του άρθρου 27 του ΚΟΔ & ΚΔΛ, η ολομέλεια κάθε δικαστηρίου υποχρεωτικά θα συνεδριάσει ως τις 20 Μαΐου, για τη ρύθμιση των τμημάτων των δικαστικών διακοπών. Στα πλαίσια αυτά θα μπορούσε να προσδιοριστεί μεγαλύτερος αριθμός υποθέσεων (από τις προβλεπόμενες για το διάστημα αυτό), αλλά και άλλες που ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να χαρακτηρίσει ως κατεπείγουσες, χωρίς να είναι αναγκαία, λαμβανομένου υπόψη συνολικά του χρονικού διαστήματος της αναστολής, η κατάργηση του τμήματος διακοπών για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου και η συνεπεία αυτής εισαγωγή της ανωτέρω ρύθμισης. Προτιμότερη δε από την κατάργηση της αρμοδιότητας της ολομέλειας, ακόμα και για τον προσδιορισμό υποθέσεων όλων των διαδικασιών στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου, θα ήταν η (κατ’ εξαίρεση) σύντμηση των προθεσμιών κλήτευσης των προβλεπόμενων στη διάταξη του άρθρου 17§6 προσώπων. Στα πλαίσια αυτά οι δικαστές έχουν τη δυνατότητα και την πρόθεση, όπως κατ’ επανάληψη έχουν αποδείξει, ανταποκρινόμενοι επαρκώς στα καθήκοντά τους ακόμα και μετά από τη συσσώρευση πολύ μεγαλύτερου όγκου υποθέσεων στο παρελθόν, εκτιμώντας συνολικά την καθυστέρηση που έχει προκύψει συνεπεία των διαδοχικών από 13-03-20 αναστολών, να συμβάλουν αποφασιστικά στην προσπάθεια αναπλήρωσης του χαμένου χρόνου, ορίζοντας δικασίμους και μεγαλύτερο αριθμό υποθέσεων, στο τέλος του τρέχοντος, αλλά και μέσα στο επόμενο δικαστικό έτος. Εξάλλου η διασφάλιση της υγείας των μελών της ολομέλειας κάθε δικαστηρίου θα μπορούσε να επιτευχθεί με την πραγματοποίηση της συνεδρίασης σε κατάλληλες αίθουσες, με παράλληλη διερεύνηση της δυνατότητας προσφυγής σε σύγχρονα μέσα τηλεδιασκέψεων, με τη χρήση βέβαια υποδομών που ειδικά προορίζονται για το σκοπό αυτό και είναι βέβαιο ότι διασφαλίζουν την ασφάλεια των συνεδριάσεων. 

Η ανάγκη λήψης μέτρων στήριξης της οικονομίας, που αποτελεί την αιτιολογία έκδοσης της από 01-05-20 ΠΝΠ, δεν πρέπει να αποτελεί αίτιο ή αφορμή κατάργησης των δημοκρατικών θεσμών, συμπεριλαμβανομένων αυτών που διασφαλίζουν την προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών, τα δε μέτρα που λαμβάνονται πρέπει να καλλιεργούν το κλίμα εμπιστοσύνης των πολιτών προς αυτούς.