Ανακοίνωση των μελών του ΔΣ Π.Λυμπερόπουλου, Δ.Φούκα , Ελ.Κώνστα

12.5.2020

Ανακοίνωση για το υπό ψήφιση νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Στο υπό ψήφιση σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης περιλαμβάνονται και διατάξεις με τις οποίες ιδρύεται κατεύθυνση Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστών.

Η ρύθμιση αυτή αποτελεί εξαιρετικά θετική εξέλιξη για το Δικαστικό Σώμα. Αποτελεί και δικαίωση του διαχρονικού στόχου μας, που υποστηρίζαμε πολύ παλαιότερα από το 2010, όταν επιτυγχάναμε την θεσμοθέτηση της επιμόρφωσης των Ειρηνοδικών στη Σχολή Δικαστών με τους νόμους 3659/2008 (άρθρο 47) και 3689/2008 (άρθρο 34), με πρωτοβουλία της κ. Αγγελικής Δεμέστιχα. Τότε και για πολλά χρόνια μετά κάποιοι επαΐοντες κρυπτόμενοι πίσω από ξύλινες αντιλήψεις επέλεγαν για τους Ειρηνοδίκες υποβαθμισμένους ρόλους με το άλλοθι της περιορισμένης ύλης και της εσωστρέφειας. Πιστεύοντας στην ανάδειξη της θέσης, ότι οι Ειρηνοδίκες δεν είναι δικαστές δεύτερης ταχύτητας, είχαμε επιμείνει στην αξιοποίηση του θεσμού κατά την περίοδο της ψήφισης του ν.3869/2010, κόντρα στη νομοθετική πρωτοβουλία που κατηύθυνε την αρμοδιότητα στα Πρωτοδικεία. Ο ρόλος των Ειρηνοδικών μέσα από το νομοθέτημα αυτό απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη δυναμική στην ελληνική κοινωνία.

Η ίδρυση κατεύθυνσης Ειρηνοδικών στη Σχολή Δικαστών, αποτελεί για εμάς  ένα βήμα προς τον στόχο της αναμόρφωσης του συστήματος απονομής της Δικαιοσύνης στη Χώρα. Δεν μας αρκεί ότι με τη νέα νομοθέτηση αίρεται  μια ανεξήγητη διαφοροποίηση και τίθεται σε νέα βάση η κατάρτιση των νέων Ειρηνοδικών.  Γι αυτό και η δράση μας δεν θα περιοριστεί στην υποστήριξη της άμεσης υλοποίησης του μέτρου, αλλά στην περαιτέρω αξιοποίηση των δομών της Σχολής για την επιμόρφωση των ήδη υπηρετούντων Ειρηνοδικών και στην ένταξη του σε ένα ευρύτερο σχέδιο αναβάθμισης της Δικαιοσύνης.

Τέλος, αναφορικά με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο η αύξηση των οργανικών θέσεων κατά 65, όπως και η αύξηση των θέσεων των Εισαγγελέων Εφετών με αντίστοιχη μείωση των θέσεων Αντεισαγγελέων Εφετών θα βοηθήσει στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των προβλημάτων, που οι νέοι ποινικοί κώδικες έφεραν, δυστυχώς με την ηχηρή απουσία της Ένωσης μας από τον διάλογο με την Πολιτεία κατά τη νομοθέτηση τους.

    Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου

           Δημήτρης Φούκας                                              Ελευθερία Κώνστα

Πρόεδρος Πρωτοδικών                                                Εφέτης

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος

Εφέτης

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΕΣΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ, Ακριβής Ερμίδου, Ειρηνοδίκη Αθηνών και Υπεύθυνης Διαχ. Οικον. της Ενδε

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΕΣΔΙ

                ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ

——————

Ακριβής Ερμίδου Ειρηνοδίκη Αθηνών και Υπεύθυνης Διαχ.Οικον.της Ενδε.

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση και αίσθημα συγκίνησης  υποδεχθήκαμε την κατάθεση στην Βουλή  την 11.5.2020 σχέδιου νόμου για την  ενσωμάτωση  στην Ελληνική Νομοθεσία  των Οδηγιών  2016/800, 2017/1371, 2017/541, 2016/1919, 2014/57/ΕΕ, κλπ διατάξεων,  στο άρθρο 77 του οποίου προβλέπεται η Ιδρυση  Κατεύθυνσης Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, που σε λίγες ημέρες θα αποτελεί νόμο του Κράτους. Ικανοποιείται με τον τρόπο αυτό ένα αίτημα της ΄Ενωσής μας , το οποίο, αν και   περιλαμβανόταν  συχνά στα προεκλογικά προγράμματα  των διαφόρων δικαστικών συνδικαλιστικών ομάδων, ωστόσο λίγο μετά το πέρας των αρχαιρεσιών  παρέμενε στην άκρη   για  άγνωστους λόγους , παρόλο που η ιδρυση της κατεύθυνσης Ειρηνοδικών προβλεπόταν στο  άρθρο 45 του ν.  3689/2008 από το έτος 2008. Θεωρώ ότι η προχθεσινή εξέλιξη αποτελεί δικαίωση των προσπαθειών που κατέβαλε  στην πράξη το Προεδρείο.

Από την πρώτη στιγμή της θητείας μας  στο Δ.Σ  κατά το μήνα Ιούλιο  2016, θέσαμε προς το Υπουργείο σαν  κύριο  αίτημά μας  την δημιουργία κατεύθυνσης Ειρηνοδικών στην Ε.Σ.ΔΙ, και ξεκίνησε ένας προσωπικός αγώνας  για την υλοποίηση του στόχου αυτού.  Για πρώτη επίσης φορά στο  δημόσιο διάλογο και συγκεκριμένα  την 11.7.2016 στην παράστασή μας στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής  όπου προσπαθήσαμε να αποτρέψουμε την μείωση της 6μηνης  άσκησης των δοκίμων Ειρηνοδικών  σε 2μηνη, αναφέραμε ότι δεν επιθυμούσαμε την οποιαδήποτε τροποποίηση των σχετικών διατάξεων του ΚΟΔΚΔΛ μέχρι να  μεταβληθεί το θεσμικό πλαίσιο διορισμού και εκπαίδευσης των Ειρηνοδικών. Στην συνέχεια με την αμέριστη  συμπαράσταση του τότε Γ.Γ. του Υπουργείου Δικαιοσύνης κ. Γ.Σάρλη , ο οποίος είχε αντιληφθεί την ανάγκη της  μεγάλης αυτής θεσμικής μεταβολής,  συστήθηκε  ομάδα εργασίας  με την υπ΄αριθμ 84709/φ.323/4.12.2018 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ τ. ΥΟΔΔ 728/2018), για τη σύνταξη σχεδίου  ΠΔ δυνάμει του  άρθρο 45 του ν.  3689/2008 υπό την προεδρία του τότε Δ/ντη της ΕΣΔΙ και Αντιπροέδρου ΑΠ κ. Δημ. Κράνη, στην οποία συμμετείχα ως μέλος και η οποία  ολοκλήρωσε τις εργασίες  της  και παρέδωσε  στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης αντίστοιχο σχέδιο Π.Δ.  την 1.2.2019. Στην αιτιολογική έκθεση που συντάχθηκε τότε  και με    συμβολή  της ΄Ενωσης, τονίσθηκε  η σημαντική αύξηση   των  καθηκόντων των Ειρηνοδικών   καθώς και ότι η δικαστηριακή ύλη που αναλογεί στους Ειρηνοδίκες είναι αντίστοιχης δυσκολίας με αυτήν της ύλης των λοιπών πολιτικών – ποινικών δικαστών. Κρίθηκε  πλέον  αναγκαία η μεταβολή του τρόπου διεξαγωγής του διαγωνισμού  για τον διορισμό τους και η παροχή σε αυτούς εξειδικευμένης εκπαίδευσης και κατάρτισης, κατά τον ίδιο τρόπο που ισχύει για τους  λοιπούς  πολιτικούς – ποινικούς δικαστές, προκειμένου να  μπορούν να ανταποκριθούν  ευχερέστερα στο δύσκολο έργο τους», αιτιολογία που με χαρά είδαμε  να αποτελεί την εισηγητική έκθεση του νέου νόμου.

Μετά την  αλλαγή  της κυβέρνησης  τον Ιούλιο  2019, θέσαμε ως Ένωση εκ νέου και μετ΄επιτάσεως  στο νέο Υπουργό Δικαιοσύνης κ.Τσιάρα, στο Γ.Γ. κ. Αλεξανδρή και στον  κ. Υφυπουργό πλέον κ.Κράνη  ως άμεσης προτεραιότητας, το θέμα της  ολοκλήρωσης  των σχετικών διαδικασιών ώστε να γίνει εφικτό να εφαρμοσθεί το νέο νομοθετικό καθεστώς απο το τρέχον έτος. Με το ιδιαίτερο πλέον ενδιαφέρον του  Υφυπουργού    κ.Κράνη που απο την πρώτη στιγμή έδειξε την εμπιστοσύνη του στην αξία των Ειρηνοδικών, ολοκληρώθηκαν οι σχετικές  διαδικασίες αφού προηγουμένως ,για λόγους νομοτεχνικούς, επιλέχθηκε  αντί της  έκδοσης  Π.Δ. ,η οδός της  τροποποίησης του  ίδιου του νόμου της ΕΣΔΙ – 3689/2008 – και η συμπερίληψη όλων των αναγκαίων τροποποιήσεων για την Ίδρυση της κατεύθυνσης Ειρηνοδικών  που σε λίγες ημέρες θα είναι πλέον γεγονός και θα αποτελέσει την απαρχή θεσμικών μεταβολών του κλάδου μας αναγκαίων  από ετών, που  μόνο όταν τις πιστέψει κανείς μπορεί να υλοποιηθούν. .

 

Εθελοντική Αιμοδοσία, Χαράλαμπου Μαυρίδη, Εφέτη – Σταματίας Γκαρά – Δημουλέα, Ειρηνοδίκη

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ

Των μελών του Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε.

                                                        Χαράλαμπου Μαυρίδη, Εφέτη

                                                        Σταματίας Γκαρά – Δημουλέα, Ειρηνοδίκη.

                                                                                          Αθήνα 8 Μαϊου 2020

     Με μεγάλη χαρά πληροφορηθήκαμε, μέσω της σημερινής ανακοίνωσης του Προεδρείου της Ένωσής μας, ότι στις 23 Μαϊου, θα πραγματοποιηθεί, με πρωτοβουλία της Ένωσης, σε συνεργασία με τη Ν.Υ.Αιμοδοσίας Γ.Α.Ο.Ν.Α. «Ο Άγιος Σάββας» και με το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας (ΕΚΕΑ), εθελοντική αιμοδοσία, στο κτίριο 13 του Πρωτοδικείου Αθηνών. Νιώθουμε δε ευτυχείς και περήφανοι, γιατί, η  ανωτέρω εκδήλωση πραγματοποιείται κατόπιν της από 2-4-2020 δήλωσής – πρόσκλησής μας, που κατατέθηκε στην Γραμματεία της Ένωσης και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 58, με την οποία, με τρόπο ρητό και σαφή, καλούσαμε το Προεδρείο να διοργανώσει εθελοντική αιμοδοσία, ώστε να αποτελέσει η ενέργεια αυτή προσφορά του Δικαστικού Σώματος στους πάσχοντες και δοκιμαζόμενους συμπολίτες μας.

 

Επικαιροποιημένα σχέδια ποινικών αποφάσεων, Χρ. Νάστα, Πρ. Εφετών, τακτικού μέλους του Δ.Σ. της ΕΔΕ

Αποθήκευση αρχείου (PDF, Unknown)

Ρωγμές στο αυτοδιοίκητο των Δικαστηρίων – Της Ιωάννας Ξυλιά, Προέδρου Πρωτοδικών

Από τις συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 26 που καθιερώνει την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, του άρθρου 87§1 που ορίζει ότι η δικαιοσύνη απονέμεται από τα δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία, του άρθρου 90§1 που ορίζει ότι οι προαγωγές, τοποθετήσεις και μεταθέσεις των δικαστικών λειτουργών ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από απόφαση ανωτάτου δικαστικού συμβουλίου και του άρθρου 93§§1,4 που ορίζει, ότι τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά, τα οποία οργανώνονται με ειδικούς νόμους προκύπτει, ότι ο συνταγματικός νομοθέτης ανέθεσε μεν στον κοινό νομοθέτη τη σύσταση και οργάνωση των διοικητικών, πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και τη θέσπιση των αναγκαίων δικονομικών κανόνων για την αποτελεσματική επίλυση των δικαζομένων διαφορών, πλην όμως η νομοθετική αυτή ρύθμιση δεν εκτείνεται σε σημείο που να πλήττεται το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων, θεσμός που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την αυτοτέλεια και τη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών (ΟλΑΠ [ποιν.] 1/1996). Βασική πηγή οργανώσεως των δικαστηρίων, πέραν των συνταγματικών διατάξεων, αποτελεί ο Ν. 1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών», στο άρθρο 15 του οποίου ορίζονται ειδικότερα τα όργανα διεύθυνσης κάθε δικαστηρίου, με την ειδική πρόβλεψη ότι στα πολιτικά και διοικητικά Εφετεία και Πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά και τα Ειρηνοδικεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης διευθύνονται από τριμελές συμβούλιο, που εκλέγεται από την Ολομέλεια αυτών, στη δε §7 ορίζονται ειδικά οι αρμοδιότητες, τόσο του συμβουλίου, όσο και του προέδρου αυτού, που αποτελούν και αρμοδιότητες του διευθύνοντος το κάθε δικαστήριο δικαστή όταν δεν συντρέχει περίπτωση διεύθυνσης από συμβούλιο. Σ’ αυτές δεν περιλαμβάνονται ωστόσο οι αρμοδιότητες που κρίθηκε ότι πρέπει να ανήκουν στην Ολομέλεια των δικαστών που υπηρετούν σε κάθε δικαστήριο, η οποία έχει και το τεκμήριο αρμοδιότητας, όπως της κατάρτισης, συμπλήρωσης, τροποποίησης, αντικατάστασης ή κατάργησης διατάξεων του κανονισμού του δικαστηρίου, αφού οι ίδιοι οι Δικαστές είναι σε θέση να γνωρίζουν τις ανάγκες και τα προβλήματα του δικαστηρίου στο οποίο υπηρετούν, τα οποία πρέπει να λύνουν με άμεσο τρόπο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 14§§1,7α, 17§§1,2α, 5 του ΚΟΔ& ΚΔΛ. Κατά τις διατάξεις αυτές η ολομέλεια κάθε δικαστηρίου καταρτίζει, συμπληρώνει κ.λπ. τον κανονισμό, με την διαγραφόμενη στις διατάξεις των §§6,7 του ίδιου άρθρου διαδικασία, στο ρυθμιστικό πεδίο του οποίου υπάγεται ο καθορισμός των τμημάτων των δικαστηρίων, ο τρόπος συγκρότησής τους, ο αριθμός των δικασίμων και των υποθέσεων καθεμιάς δικασίμου, η κατανομή των υποθέσεων στα τμήματα, το χρονικό διάστημα που θα υπηρετούν οι δικαστές στα τμήματα, καθώς και οποιοδήποτε ζήτημα ανάγεται στην εσωτερική οργάνωση των υπηρεσιών και στην εύρυθμη διεξαγωγή των εργασιών τους.

Οδεύοντας, όπως όλα δείχνουν, προς το τέλος της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των προθεσμιών, που ξεκίνησε από 13-03-20, ως μέτρο αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοϊού COVID-19 και της ανάγκης περιορισμού της διάδοσής του, μετά τον περιορισμό των δικαστικών διακοπών για τα χρονικά διαστήματα από 01 έως 15-07-20 και από 01 έως 15-09-20 με το άρθρο 18 του Ν 4684/2020 (ΦΕΚ Α΄86/25-04-20), προκειμένου να είναι εφικτός, κυρίως από άποψη χρόνου, ο ορισμός δικασίμων και ο προσδιορισμός υποθέσεων κατά το χρονικό αυτό διάστημα, με το 34ο άρθρο της από 01-01-2020 ΠΝΠ (ΦΕΚ Α΄90/01-05-20) ορίστηκε ότι «Για τα χρονικά διαστήματα από την 1η έως και τις 15 Ιουλίου 2020 και από την 1η έως και τις 15 Σεπτεμβρίου 2020, κατά παρέκκλιση από των οριζομένων στις παρ. 1, 5, 6 και 7 του άρθρου 17 και των παρ. 1 και 7α του άρθρου 14 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, τα τμήματα εκάστου δικαστηρίου και ο τρόπος συγκρότησής τους, ο αριθμός των δικασίμων και των υποθέσεων κάθε μίας δικασίμου, καθώς και η κατανομή των υποθέσεων στα τμήματα ορίζονται με πράξη του οργάνου διοίκησης εκάστου δικαστηρίου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των οριζομένων για τα θέματα αυτά στον Κανονισμό του». Η ανωτέρω διάταξη, καταργώντας – έστω εν μέρει – την αρμοδιότητα της ολομέλειας εκάστου δικαστηρίου για ρύθμιση των ανωτέρω θεμάτων, ανεξάρτητα από το σύμφωνο ή μη με τις διατάξεις του Συντάγματος περιεχόμενό της, αποτελεί σημαντική ρωγμή στο θεσμό του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων, παρακάμπτοντας την προβλεπόμενη από το νόμο δημοκρατική διαδικασία ρύθμισης ενός από τα πιο σημαντικά θέματα που έχουν ανατεθεί στην ολομέλεια, χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο και χωρίς να διερευνηθεί η δυνατότητα επίλυσης των προβλημάτων που έχουν ανακύψει και ενδεχομένως και αυτών που θα ανακύψουν στο μέλλον με ήδη προβλεπόμενες από το νόμο διαδικασίες. Η προσθήκη δε της φράσης «κατ’ ανάλογη εφαρμογή των οριζομένων για τα θέματα αυτά στον Κανονισμό του» (ο οποίος συνήθως δεν ακολουθεί ενιαία ρύθμιση για όλους τους μήνες), δεν αίρει τα προβλήματα που αναφύονται, αφού αφενός οι ρυθμίσεις αυτές πρέπει να λαμβάνουν χώρα όχι κατά την εικαζόμενη αλλά κατά την εκπεφρασμένη βούληση της ολομέλειας κάθε δικαστηρίου, αφετέρου αυτή δεν είναι βέβαιο ότι θα ταυτιζόταν με αυτήν του νομοθέτη (λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών, λόγω θέρους, χωρίς τη λειτουργία κλιματισμού, υπό τον φόβο μετάδοσης του ιού) χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα αντιμετώπιζε (η ολομέλεια) με τη δέουσα υπευθυνότητα τα σχετικά θέματα. Για την εξυπηρέτηση της ανάγκης λειτουργίας με πιο εντατικούς ρυθμούς των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, με σκοπό την αναπλήρωση της χαμένης δραστηριότητας και τη στήριξη της οικονομίας θα έπρεπε να εκτιμηθεί η δυνατότητα προσφυγής στις ήδη προβλεπόμενες από το νόμο διαδικασίες, από τα αρμόδια προς τούτο όργανα, ήτοι τις ολομέλειες των δικαστηρίων, επιδεικνύοντας τον δέοντα σεβασμό στους θεσμούς αυτούς. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14§7 περ. γ΄ σε συνδ. με τη διάταξη του άρθρου 27 του ΚΟΔ & ΚΔΛ, η ολομέλεια κάθε δικαστηρίου υποχρεωτικά θα συνεδριάσει ως τις 20 Μαΐου, για τη ρύθμιση των τμημάτων των δικαστικών διακοπών. Στα πλαίσια αυτά θα μπορούσε να προσδιοριστεί μεγαλύτερος αριθμός υποθέσεων (από τις προβλεπόμενες για το διάστημα αυτό), αλλά και άλλες που ο δικαστής που διευθύνει το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να χαρακτηρίσει ως κατεπείγουσες, χωρίς να είναι αναγκαία, λαμβανομένου υπόψη συνολικά του χρονικού διαστήματος της αναστολής, η κατάργηση του τμήματος διακοπών για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου και η συνεπεία αυτής εισαγωγή της ανωτέρω ρύθμισης. Προτιμότερη δε από την κατάργηση της αρμοδιότητας της ολομέλειας, ακόμα και για τον προσδιορισμό υποθέσεων όλων των διαδικασιών στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου, θα ήταν η (κατ’ εξαίρεση) σύντμηση των προθεσμιών κλήτευσης των προβλεπόμενων στη διάταξη του άρθρου 17§6 προσώπων. Στα πλαίσια αυτά οι δικαστές έχουν τη δυνατότητα και την πρόθεση, όπως κατ’ επανάληψη έχουν αποδείξει, ανταποκρινόμενοι επαρκώς στα καθήκοντά τους ακόμα και μετά από τη συσσώρευση πολύ μεγαλύτερου όγκου υποθέσεων στο παρελθόν, εκτιμώντας συνολικά την καθυστέρηση που έχει προκύψει συνεπεία των διαδοχικών από 13-03-20 αναστολών, να συμβάλουν αποφασιστικά στην προσπάθεια αναπλήρωσης του χαμένου χρόνου, ορίζοντας δικασίμους και μεγαλύτερο αριθμό υποθέσεων, στο τέλος του τρέχοντος, αλλά και μέσα στο επόμενο δικαστικό έτος. Εξάλλου η διασφάλιση της υγείας των μελών της ολομέλειας κάθε δικαστηρίου θα μπορούσε να επιτευχθεί με την πραγματοποίηση της συνεδρίασης σε κατάλληλες αίθουσες, με παράλληλη διερεύνηση της δυνατότητας προσφυγής σε σύγχρονα μέσα τηλεδιασκέψεων, με τη χρήση βέβαια υποδομών που ειδικά προορίζονται για το σκοπό αυτό και είναι βέβαιο ότι διασφαλίζουν την ασφάλεια των συνεδριάσεων. 

Η ανάγκη λήψης μέτρων στήριξης της οικονομίας, που αποτελεί την αιτιολογία έκδοσης της από 01-05-20 ΠΝΠ, δεν πρέπει να αποτελεί αίτιο ή αφορμή κατάργησης των δημοκρατικών θεσμών, συμπεριλαμβανομένων αυτών που διασφαλίζουν την προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών, τα δε μέτρα που λαμβάνονται πρέπει να καλλιεργούν το κλίμα εμπιστοσύνης των πολιτών προς αυτούς.

 

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΧΩΡΙΣ ΟΞΥΓΟΝΟ – Του Κώστα Σαργιώτη, Εφέτη Αθήνας

Με την πρόσφατη Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α’ 90 με ημερομηνία 01.05.2020 και τιτλοφορείται «περαιτέρω μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και την επάνοδο στην κοινωνική και οικονομική κανονικότητα» και δη με το άρθρο 34, το οποίο φέρει τον τίτλο «ζητήματα οργάνωσης δικαστηρίων», προβλέπεται ότι «Για τα χρονικά διαστήματα από την 1η έως και τις 15 Ιουλίου 2020 και από την 1η έως και τις 15 Σεπτεμβρίου 2020, κατά παρέκκλιση από των οριζομένων στις παρ. 1, 5, 6 και 7 του άρθρου 17 και των παρ. 1 και 7α του άρθρου 14 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α’ 35), τα τμήματα εκάστου δικαστηρίου και ο τρόπος συγκρότησής τους, ο αριθμός των δικασίμων και των υποθέσεων κάθε μίας δικασίμου, καθώς και η κατανομή των υποθέσεων στα τμήματα ορίζονται με πράξη του οργάνου διοίκησης εκάστου δικαστηρίου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των οριζομένων για τα θέματα αυτά στον Κανονισμό του». Με την ρύθμιση αυτή επιχειρείται να παρακαμφθεί η αρμοδιότητα των ολομελειών των δικαστηρίων να καθορίζουν ένα από τα ουσιαστικότερα ζητήματα των κανονισμών που οι ίδιες καταρτίζουν.

Υπάρχει όντως κάποιος λόγος που να σχετίζεται με την πανδημία και να επιβάλει ένα τέτοιο μέτρο; Είναι μήπως η ανάγκη να αποφευχθεί ο συνωστισμός μιας ολομέλειας και ο συνεπαγόμενος κίνδυνος μετάδοσης του ιού αυτό που επιβάλει το συγκεκριμένο μέτρο; Φοβάμαι πως όχι. Ολομέλειες στο Δικαστήρια θα γίνουν κατά το επόμενο χρονικό διάστημα (Μάιο ή Ιούνιο) έτσι και αλλιώς, αφού υπάρχουν θέματα που πρέπει να ρυθμιστούν (πχ συνθέσεις θερινών τμημάτων, καθορισμός ποινικών αποφάσεων που δεν είναι ανάγκη να καθαρογραφούν κατά το 142 παρ. 4 ΚΠΔ, κλπ). Υπάρχουν τρόποι να λάβουν χώρα ολομέλειες με τρόπο που να διασφαλίζεται η αναγκαία αποστασιοποίηση και η υγεία των συμμετεχόντων; Ασφαλώς και υπάρχει. Για παράδειγμα στο Εφετείο Αθηνών υπάρχει η αίθουσα τελετών όπου μπορεί να γίνει ολομέλεια χωρίς να είναι ο ένας δίπλα στον άλλο. Και σε κάθε Δικαστήριο μπορεί να εξευρεθεί κάποια λύση. Δυστυχώς η ρύθμιση αυτή φανερώνει μία αδικαιολόγητη δυσπιστία στην υπευθυνότητα και την ευθυκρισία των Δικαστικών λειτουργών. Και αυτό είναι τεράστιο λάθος. Οι Δικαστές επέδειξαν – και στην τωρινή κρίσιμη περίοδο – την υπευθυνότητά τους. Μέσα σε αντίξοες συνθήκες (έχοντας μικρά παιδιά που έπρεπε να τα διαχειριστούν στην καραντίνα, με προβλήματα υγείας οι ίδιοι ή οι δικοί τους κλπ) δούλεψαν σκληρά δημοσιεύοντας χιλιάδες αποφάσεις, αλλά και δικάζοντας όποια υπόθεση έπρεπε να δικαστεί σε πολύ δύσκολες υγειονομικά συνθήκες με κίνδυνο να εκτεθούν στον ιό.

Η δημοκρατία στο Δικαστικό σώμα δεν είναι απλά μία από τις δυνατές επιλογές. Είναι μονόδρομος για την ορθή λειτουργία της Δικαιοσύνης και την επιτέλεση του καθήκοντός της σε ένα κράτος δικαίου. Το να παραβιάζονται οι δημοκρατικές διαδικασίες οδηγεί πάντα, αργά ή γρήγορα, σε αποτελέσματα που κανένας από όσους την υπηρετούν (ανεξάρτητα θέσης ή αρμοδιότητας) δεν επιθυμεί. Μόνος δρόμος για τις Διοικήσεις των Δικαστηρίων να αποκαταστήσουν την δημοκρατική λειτουργία και τον σεβασμό στους ίδιους τους συναδέλφους τους, είναι να «επιστρέψουν» στις ολομέλειες την συγκεκριμένη αρμοδιότητα και να τις αφήσουν να αποφασίσουν αυτές για το πώς θα συγκροτηθούν τα τμήματα εκάστου δικαστηρίου, τον αριθμό των δικασίμων και των υποθέσεων κάθε μίας δικασίμου, καθώς και για την κατανομή των υποθέσεων στα τμήματα. Δικαιοσύνη χωρίς δημοκρατία και χωρίς εμπιστοσύνη στους Δικαστές είναι ένα άδειο κέλυφος, μια Δικαιοσύνη χωρίς οξυγόνο.

 

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΛΗΨΗΣ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΝ, Ακριβής Ερμίδου, Ειρηνοδίκη Αθηνών, μέλους Δ.Σ. και Υπεύθυνης Διαχείρισης Οικονομικών της ΕΝΔΕ και Γεωργίου Δελή, υπ. ΔΝ, Ειρηνοδίκη Αθηνών

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

Ο ιός της «πρόκλησης»- Προτάσεις ως προς τον ΚΠολΔ, Ελευθερίας Κώνστα, Εφέτη

Ο ιός της «πρόκλησης»- Προτάσεις ως προς τον ΚΠολΔ

Η επόμενη μέρα της πανδημίας του κορωνοϊού που δοκιμάζει την ανθρωπότητα και την χώρα μας είναι προ των πυλών. Η κατάσταση που πρόκειται να αντιμετωπίσουμε με βάση τα νέα υγειονομικά δεδομένα, σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, είναι άγνωστη και ίσως αποδειχθεί μια μεγάλη πρόκληση για τις δυτικές ευρωπαϊκές δημοκρατικές κοινωνίες. Με ενδιαφέρον διαβάζω τους προβληματισμούς, συναδέρφων και μη, σχετικά με το τι μέλλει γενέσθαι στο χώρο της δικαιοσύνης. Η πρόκληση του «ιού» μας δίνει μια ευκαιρία να βγούμε από την απομόνωση και την εσωστρέφεια και ως κλάδος που εμπνέεται από την επιστήμη του αλλά και το υψηλό αίσθημα ευθύνης, να ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ λύσεις που θα βελτιώσουν τις συνθήκες εργασίας μας. Ευτυχώς για εμάς, εντός του οίκου μας ευρίσκονται ιδιαίτερα φωτεινά μυαλά με υψηλή επιστημονική κατάρτιση, που υπηρετούν σε όλες τις βαθμίδες την Ελληνική Δικαιοσύνη, οι γνώσεις των οποίων μπορούν να συμβάλλουν στον κοινό σκοπό. Θέλοντας να θέσω τους όρους της συζήτησης (μιας συζήτησης που επιδιώκω με τον παρόν κείμενό μου να προκαλέσω), θεωρώ ότι η βελτίωση των συνθηκών εργασίας μπορεί να περιλαμβάνει και προτάσεις επί νομοθετικών κειμένων που αφορούν την καλύτερη διαχείριση του  χρόνου του δικαστή. Ενόψει, λοιπόν, της νέας πρωτοβουλίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης για «επιτάχυνση» στην απονομή της δικαιοσύνης με την ίδρυση ειδικών νέων τμημάτων  στα μεγάλα δικαστήρια της χώρας, θα ήθελα να καταθέσω κάποιες πρωτόλειες σκέψεις επί του ΚΠολΔ:

  1. Πιλοτική δίκη. Το ΕΔΔΑ έχει αποφανθεί χαρακτηριστικά ότι το πρόβλημα του ελληνικού δικαστικού συστήματος στο ζήτημα της καθυστέρησης απονομής της δικαιοσύνης δεν είναι συγκυριακό αλλά έχει έντονα συστημικό χαρακτήρα. Ο θεσμός της πιλοτικής δίκης, εισήλθε στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 1 του νόμου 3900/2010 που είχε ως στόχο της την επιτάχυνση της διοικητικής δίκης, την αντιμετώπιση της υπερφόρτωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας και την εγκαθίδρυση της αρχής της ασφάλειας δικαίου μέσα από την ενιαία διαμόρφωση της νομολογίας. Μετά από δέκα χρόνια λειτουργίας, διαφαίνεται ότι η εφαρμογή του θεσμού της πιλοτικής δίκης επέφερε θετικά αποτελέσματα όχι μόνο για τους πολίτες που προσφεύγουν και επιλύουν τη διαφορά τους σε συντομότατο χρόνο, αλλά και για την ίδια τη δικαιοσύνη, καθώς απαλλάσσεται από όγκους παρόμοιων προσφυγών που θα ταλάνιζαν τα διοικητικά δικαστήρια για χρόνια. Οι συνθήκες οικονομικής κρίσης του παρελθόντος και αυτής που πιθανόν έχουμε μπροστά μας, επιτάσσουν την άμεση επίλυση σημαντικών θεμάτων εντός σύντομου χρονικού διαστήματος ώστε πλέον  ο πολίτης να γνωρίζει τι ισχύει και να μην αναλώνεται σε ατέρμονους δικαστικούς αγώνες και η δικαιοσύνη να μην φορτώνεται με όγκους υποθέσεων για χρόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε για το ΣτΕ η πιλοτική δίκη για το λεγόμενο «χαράτσι» για τα ακίνητα. Αντίθετα στην περίπτωση των δανείων σε ελβετικό φράγκο στη πολιτική δικαιοσύνη, οι πρώτες πρωτοβάθμιες εκδοθείσες αποφάσεις ανάγονται στο έτος 2010, η δε Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (4/2019) που επέλυσε ένα από τα τιθέμενα δογματικά ζητήματα απεφάνθη μόλις το έτος 2019, ήτοι μετά από μία περίπου δεκαετία, με τα δικαστήρια και τους πολίτες να ταλαιπωρούνται από τις αντικρουόμενες –όπως ήταν λογικό λόγω της φύσης των υποθέσεων-  εκδοθείσες αποφάσεις. Χαρακτηριστικό εξίσου παράδειγμα αποτελούν και οι δίκες των «υπερχρεωμένων νοικοκυριών», ενώ σήμερα αντικείμενο πιλοτικής δίκης θα μπορούσε να αποτελέσει η συνταγματικότητα της ρύθμισης του δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές. Θα μπορούσε λοιπόν κατά το πετυχημένο πρότυπο της πιλοτικής δίκης του ΣτΕ να εφαρμοστεί και στην δική μας πολιτική κατεύθυνση ο θεσμός της πιλοτικής δίκης, όπου το Ανώτατο Ακυρωτικό θα δύναται μέσω πιλοτικών δικών να χαράσσει κατευθυντήρια νομολογία προς τα κατώτερα δικαστήρια. Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο έχουμε  ταχύτερη επίλυση των όποιων διαφορών αλλά ταυτόχρονα θα παγιώνεται  και η ασφάλεια δικαίου.
  2. Περιορισμός ομοδίκων. Ένα συνεχές και μόνιμο παράπονο των δικαστικών λειτουργών της πολιτικής κατεύθυνσης είναι ο άνευ ορίων αριθμός των ομοδίκων που δύναται να συμπεριληφθούν σε ένα δικόγραφο. Κυρίως αφορά τις εκδικαζόμενες υποθέσεις του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων ακινήτων και τις εργατικές υποθέσεις. Ο νομοθετικός περιορισμός του αριθμού των ομοδίκων που δύνανται να ασκήσουν κοινή αίτηση με το ίδιο δικόγραφο, ΔΕΝ αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι, ανεξαρτήτως του ότι οι διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνουν το δικαίωμα ομαδικής προσφυγής περισσοτέρων προσώπων από κοινού σε δικαστήριο,  το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, δεν παρακωλύεται, και μάλιστα δυσανάλογα, από την θέσπιση ενός προτεινόμενου περιορισμού. Ήδη ο ανωτέρω περιορισμός έχει θεσπισθεί για την διοικητική δικαιοσύνη ενώ από 1.4.2020 εισήχθη νομοθετικός περιορισμός του αριθμού των ομοδίκων που μπορούν να ασκήσουν κοινή αίτηση ακυρώσεως με το ίδιο δικόγραφο  ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (20 ανά δικόγραφο) ενώ αντίστοιχος περιορισμός ισχύει και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια με το άρθρο 115 παρ.3 του ΚΔΔ (50 ανά δικόγραφο).

3.Χρήση νέων τεχνολογιών: Τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης έντονη είναι η συζήτηση της εισαγωγή της πληροφορικής στο χώρο της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης. Θα ήθελα να αναφερθώ σε πολύπλοκες και ίσως δαπανηρές επιλογές για την εφαρμογή της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης αλλά κάποια βασικά πράγματα θα μπορούσαμε «άκοπα» να τα διαθέτουμε όπως για παράδειγμα  α) η ενεργοποίηση της ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων (λήψη ηλεκτρονικής υπογραφής από δικηγόρους) αλλά και η ψηφιοποίηση του συνόλου της δικογραφίας, ώστε να μη γινόμαστε μεταφορείς ογκωδέστατων δικογραφιών,  β) η δημιουργία βάσης δεδομένων αποφάσεων που εκδίδονται από τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια όπου πρόσβαση μπορεί να έχει κάθε υπηρετών με τη χρήση ειδικών κωδικών (με την ενεργοποίηση της σχετικής εφαρμογής στο ΟΣΔΔΥ-ΠΠ) κ.α.  Προβληματισμός υπήρξε κατά την διάρκεια της καραντίνας για το πόσο άσκοπα μετακινείται ο δικαστής προκειμένου να προβεί σε δημοσίευση των αποφάσεων που έχει εκδώσει και την παράδοση του σχετικού φακέλου της δικογραφίας. Στον αιώνα της υψηλής τεχνολογίας  είναι απαίτηση η αποστολή των αποφάσεων να γίνεται από τον δικαστή ηλεκτρονικά με την ταυτόχρονη δέσμευση ότι σε καθορισμένο χρονικό διάστημα θα πρέπει να παραδώσει και το φάκελο της δικογραφίας. Το ίδιο θέμα τίθεται και με τις διασκέψεις των δικαστηρίων, όπου πλέον προκύπτει επιτακτική η ανάγκη για τηλεδιασκέψεις των πολυμελών συνθέσεων.

Στόχος των προτάσεων και ρυθμίσεων δεν μπορεί να είναι άλλος από την καλύτερη διαχείριση του  χρόνου του δικαστή με την εισαγωγή νέων, πιο ευέλικτων διαδικασιών – όπου αυτό απαιτείται ‐ τον έλεγχο της ροής των υποθέσεων κ.λπ., έτσι ώστε η δικαιοσύνη να καταστεί ταχύτερη, καλύτερη και αποτελεσματικότερη.

ΥΣ. Ο θυμός, οι φωνές, οι ατέρμονες κριτικές με όμορφα ειπωμένα λόγια, χωρίς να καταλήγουν πουθενά δεν έχουν θέση σε μια επιστημονική κοινότητα όπως η δική μας. Η καθημερινότητα είναι σκληρή και πολλές φορές αδυσώπητη με τους δικαστές. Αυτοί όμως που έχουν διάθεση και θέλουν να βοηθήσουν όλους τους υπηρετούντες την ελληνική δικαιοσύνη, ας συμμετάσχουν σε ένα επιστημονικό διάλογο προτάσεων για το πώς με νομοθετικές παρεμβάσεις μπορούμε να πάμε τους όρους εργασίας του Έλληνα Δικαστή πιο πέρα, στο μέλλον!

Ανακατανομή με αντίστοιχη κατάργηση θέσεων εισαγγελικών λειτουργών του δεύτερου βαθμού: ποιον εξυπηρετεί πραγματικά; της Αικατερίνης Μάτση, Αντεισαγγελέως Εφετών

Ανακατανομή  με αντίστοιχη κατάργηση θέσεων  εισαγγελικών λειτουργών του δεύτερου βαθμού:  ποιον εξυπηρετεί πραγματικά;

Της  Αικατερίνης  Μάτση,

Αντεισαγγελέως Εφετών

 

Δυστυχώς το ζήτημα της ανακατανομής των θέσεων  επανέρχεται στο προσκήνιο, αυτή τη φορά επηρεάζοντας τους εισαγγελικούς λειτουργούς του δεύτερου βαθμού. Εμφανίζονται  μάλιστα κάποιοι που ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν τους εισαγγελείς στο σύνολο τους και ότι σύσσωμο το εισαγγελικό σώμα επιθυμεί διακαώς την ανακατανομή των 22 θέσεων των αντεισαγγελέων εφετών σε εισαγγελείς εφετών με αντίστοιχη κατάργηση ισάριθμου αριθμού των πρώτων εξ αυτών, χωρίς βέβαια τούτο να συνοδεύεται και από ισάριθμη αύξηση οργανικών θέσεων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Κι εδώ εγείρονται δύο ζητήματα: ένα τυπικό που αφορά στο ποιος τελικά εκπροσωπεί τους εισαγγελείς και μέσα από ποια συλλογικά όργανα νομιμοποιείται να μιλά για λογαριασμό τους και ένα ουσιαστικό που αφορά προφανώς την αναγκαιότητα μιας τέτοιας ρύθμισης και στους εισαγγελείς.

Ως προς το πρώτο, σημειώνεται ότι οι εισαγγελείς όπως είναι ήδη γνωστό εκπροσωπούνται μέσω δύο ενώσεων, της ένωσης εισαγγελέων και της ένωσης δικαστών και εισαγγελέων. Κάποιοι είμαστε μέλη και των δύο ενώσεων. Υπενθυμίζεται ότι η ένωση εισαγγελέων ουδέποτε είχε ξεκάθαρη στάση για το εν λόγω ζήτημα, μάλιστα εντός μικρού χρονικού διαστήματος εξέδωσε δύο εντελώς αντιφατικές μεταξύ τους ανακοινώσεις. Ειδικότερα, στην ανακοίνωση της στις 28-11-2019 αναφέρει: «…η ΕΕΕ υπογραμμίζει εκ νέου ότι η πραγματική επιτάχυνση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης με την εφαρμογή των νέων Κωδίκων θα επέλθει μόνο με την αύξηση των οργανικών θέσεων των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, και προτείνει να αποσυρθεί άμεσα η ανωτέρω τροπολογία (εννοεί την τροπολογία του υπουργείου δικαιοσύνης περί ανακατανομής των θέσεων προέδρων εφετών και εφετών κατ’ άρθρο 38 Ν.4640/2019) και μέσα από την αναγκαία διαβούλευση του Υπουργείου με τις Δικαστικές Ενώσεις να προκύψει το ακριβές μέτρο της αύξησης των θέσεων των Δικαστικών Λειτουργών και των δύο βαθμών που θα συμβάλλει αποτελεσματικά στην επιτάχυνση και ποιοτική αναβάθμιση της δικαιοσύνης». Λίγο αργότερα,  σε επιστολή της προς τον υπουργό δικαιοσύνης στις 6-12-2019, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «έχοντας πάντα τον ίδιο στόχο με την Πολιτεία, δηλαδή την επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας, ιδίως σε μεγάλης σοβαρότητας υποθέσεις, που εκκρεμούν στις μεγάλες εισαγγελίες εφετών της χώρας και η εκδίκασή τους απαιτεί χρόνο που συχνά υπερβαίνει το δικαστικό έτος, θεωρούμε εύλογη την ανακατανομή των θέσεων των εισαγγελικών λειτουργών του δευτέρου βαθμού». Είναι σαφές από τις παραπάνω δηλώσεις ότι  στην ένωση εισαγγελέων, δεν υπάρχει μία αποκρυσταλλωμένη θέση αναφορικά με το ζήτημα αυτό, ενώ τέτοιου είδους παλινωδίες όταν μάλιστα δεν προκύπτουν από την συλλογική έκφραση της βούλησης των μελών της, καθόσον τα τελευταία ουδέποτε ερωτήθηκαν, αποδυναμώνουν την ισχύ των δηλώσεων της και δημιουργούν εύλογα ερωτηματικά για τα κίνητρα αυτής της μεταστροφής. Από την άλλη, στην ένωση δικαστών και εισαγγελέων είναι γνωστό ότι με συντριπτική πλειοψηφία  των μελών της ετήσιας γενικής συνέλευσης, η ένωση τάχθηκε κατά της τροπολογίας που αφορούσε την ανακατανομή των θέσεων των εφετών σε προέδρους εφετών. Βέβαια τότε δεν είχε τεθεί ζήτημα για τους εισαγγελείς, αλλά είναι προφανές ότι αναλογικά η βούληση των μελών είναι ίδια, αφού πρόκειται για πανομοιότυπη νομοθετική ρύθμιση. Άλλωστε κατά της επίμαχης τροπολογίας είχαν ταχθεί τόσο ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου στη διάρκεια της ετήσιας γενικής συνέλευσης της ΕΔΕ, όσο και οι προϊστάμενοι των Εφετείων Θεσσαλονίκης και Πειραιά με έγγραφα που είχαν αποστείλει στο Δ.Σ. της ένωσης.  Από τις ανωτέρω επισημάνσεις εξάγονται κάποια ασφαλή συμπεράσματα: πρώτον, οι εισαγγελείς της χώρας ουδέποτε ερωτήθηκαν για ένα ζήτημα που τους επηρεάζει άμεσα, δεύτερον η μόνη ασφαλής εικόνα είναι αυτή που αποτυπώθηκε από την πλειοψηφία των μελών της γενικής συνέλευσης της ένωσης δικαστών και εισαγγελέων.  Συνεπώς όσοι ισχυρίζονται ότι συναινούν με την επικείμενη τροπολογία εκπροσωπώντας τους εισαγγελείς, προφανώς δεν νομιμοποιούνται προς τούτο.

Το ουσιαστικό ζήτημα αφορά την αναγκαιότητα μιας τέτοιας ρύθμισης και το ποιους εξυπηρετεί. Ήδη έχει γραφεί και αποτυπωθεί σε πολλά κείμενα, ότι πρόκειται για μέτρο αναποτελεσματικό, το οποίο αφενός παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αφού έτσι θα καθυστερήσει ακόμη περισσότερο η προαγωγή των συναδέλφων από τον πρώτο στο δεύτερο βαθμό, αφετέρου θα δημιουργήσει συνθήκες ακόμη μεγαλύτερης πίεσης και επιβάρυνσης στους αντεισαγγελείς εφετών, αφού γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά ότι αυτοί σηκώνουν στην πλειοψηφία τους το βάρος των χρεώσεων δικογραφιών και των ποινικών εδρών, ενώ οι υπηρεσιακές υποχρεώσεις των εισαγγελέων εφετών εξαντλούνται κυρίως στην άσκηση διοικητικών καθηκόντων, ιδίως στις μικρές εισαγγελίες που είναι μικρός ο αριθμός των υπηρετούντων εισαγγελικών λειτουργών. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι υπάρχουν συνάδελφοι που κατά το μεγαλύτερο μέρος του υπηρεσιακού τους βίου βρίσκονται μακριά από τις οικογένειες τους, αναγκαζόμενοι πολλές φορές να υπηρετήσουν στην άλλη άκρη της χώρας. Άραγε αναρωτήθηκε κανείς από τους υπερασπιστές αυτής της τροπολογίας, πόσο μεγάλη θα είναι η απογοήτευση αυτών των συναδέλφων, όταν οι οργανικές θέσεις, τις οποίες ήλπιζαν να καταλάβουν λόγω μετάθεσης με βάση την αρχαιότητά τους, απλώς θα καταργηθούν χωρίς καν να υπάρχει συζήτηση για αύξηση τουλάχιστον ισάριθμων αντίστοιχων οργανικών θέσεων στις οικείες εισαγγελίες εφετών; ή ακόμη και οι συνάδελφοι αντεισαγγελείς εφετών που μετά από συνεχείς μεταθέσεις και συνακόλουθες μετακινήσεις επί σειρά ετών, κατάφεραν να προσεγγίσουν τη πόλη τους και την οικογενειακή τους εστία έχοντας την πεποίθηση ότι θα παραμείνουν στον ίδιο βαθμό για κάποιο χρόνο ακόμη, πόσο πολύ αιφνιδιάζονται και πόσο ανατρέπεται ο οικογενειακός τους προγραμματισμός, μπροστά σε μία επικείμενη προαγωγή στο βαθμό του εισαγγελέα εφετών που αυτόματα θα σημαίνει την εκ νέου αναχώρηση τους για κάποιο άλλο μέρος της Ελλάδας;

Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από το προσωπικό όφελος ή βλάβη καθενός και καθεμίας από εμάς από μία τέτοια νομοθετική ρύθμιση, πρέπει όλοι να σταθούμε σε ένα και μοναδικό ερώτημα: ποιος σκοπός εξυπηρετείται από την κατάργηση σημαντικού αριθμού νευραλγικών θέσεων στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης;  Αν όχι η εξυπηρέτηση μεμονωμένων συναδέλφων, τότε τι;

Η διαδικασία της άρσης αναστολής λειτουργίας των δικαστικών υπηρεσιών- Ο περιορισμός των «δικαστικών διακοπών» του τρέχοντος δικαστικού έτους, Δημήτρη Φούκα, Πρ. Πρωτοδικών, Ελευθερίας Κώνστα, Εφέτη, Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, Εφέτη

26.04.2020

 

Η διαδικασία της άρσης αναστολής λειτουργίας των δικαστικών υπηρεσιών- Ο περιορισμός των «δικαστικών διακοπών» του τρέχοντος δικαστικού έτους

Καθίσταται αναγκαίο  ενόψει των εξελίξεων των τελευταίων ημερών να επισημάνουμε τα ακόλουθα :

Α) Ως προς το θέμα της άρσης των περιοριστικών μέτρων λόγω του Covid- 19 στην λειτουργία της Δικαιοσύνης κατά τη γνώμη μας είναι απαραίτητο να ακολουθηθεί μία και μόνον τακτική: Να αποφανθούν οι επιφορτισμένοι με το έργο αυτό ειδικοί επιστήμονες για το ποιες μέθοδοι πρέπει να εφαρμοσθούν σε χώρους υψηλής συγκέντρωσης προσώπων, όπως είναι τα ακροατήρια και οι γραμματείες των δικαστηρίων, καθώς και το χρονοδιάγραμμα που πρέπει να ακολουθηθεί. Στη συνέχεια υπό τον συντονισμό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και με συμμετοχή του Συμβουλίου Επιθεώρησης, των Προέδρων των Τριμελών Συμβουλίων Διοίκησης των Δικαστηρίων, της Ομοσπονδίας των Δικαστικών Υπαλλήλων και της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων να συμφωνηθεί σχέδιο δράσης στο οποίο να αποτυπώνεται ο τρόπος υλοποίησης και εφαρμογής στις δικαστικές υπηρεσίες της Επικράτειας των οδηγιών των ειδικών σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, λαμβανομένων υπόψη των τοπικών συνθηκών και με την υποστήριξη νέων τεχνολογιών. Για την τήρηση της υλοποίησης  και εφαρμογής των μέτρων και επίλυσης των αναδυόμενων πρακτικών προβλημάτων, ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου  θα πρέπει να ορίσουν ειδική προς τούτο επιτροπή, η οποία θα βρίσκεται σε διαρκή συνεδρίαση.

(Ευχής έργον θα ήταν η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων να μπορούσε να μετάσχει με νομιμοποιημένη εκπροσώπηση)

Β) Ως προς το θέμα της παράτασης της διάρκειας του τρέχοντος δικαστικού έτους:

Η αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων επί μακρόν σε συνδυασμό με τις συνέπειες της επιβολής των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας δημιουργούν νέα δεδομένα στην λειτουργία της Χώρας. Η υγειονομική κρίση προκαλεί οικονομική κρίση το μέγεθος της οποίας θα είναι πρωτόγνωρο. Έχουμε την άποψη ότι το Δικαστικό Σώμα αναλογιζόμενο τη σοβαρότητα των περιστάσεων  οφείλει να έχει  ως απαίτηση και κύριο μέλημα του την εξακολούθηση της απρόσκοπτης λειτουργίας των θεσμών, με πρώτο από όλους την Δικαιοσύνη, για την διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης και ευημερίας, υπό τον αδιαπραγμάτευτο πάντα όρο της ταυτόχρονης προστασίας της ανθρώπινης ζωής. Οι δύο αυτές απαιτήσεις του Δικαστικού Σώματος, που στην πραγματικότητα είναι απαιτήσεις της Ελληνικής Κοινωνίας, μπορούν να συνυπάρξουν και να συνδυαστούν στη λειτουργία του δικαστικού συστήματος με την αναζήτηση των κατάλληλων λύσεων. Οι «δικαστικές διακοπές» ουδέποτε ήταν διακοπές των δικαστών, όπως κάποιοι προσπαθούν εμφανίσουν. Ήταν, είναι και θα είναι η λειτουργία της Δικαιοσύνης προσαρμοσμένη κατά τους θερινούς μήνες στους ρυθμούς της χαμηλής λειτουργίας συνολικά της κρατικής μηχανής και είναι ο χρόνος κατά τον οποίο τα νομικά επαγγέλματα (δικηγόροι, δικαστικοί υπάλληλοι, δικαστικοί επιμελητές, συμβολαιογράφοι, κλπ) έχουν κάποιο χρόνο αναψυχής. Για τους δικαστικούς λειτουργούς, όπως προκύπτει από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύει στην ιστοσελίδα του το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ο χρόνος αυτός, κυρίως αξιοποιείται για την διεκπεραίωση των εκκρεμουσών υποθέσεων.  Ο περιορισμός των «δικαστικών διακοπών» κατά το τρέχον δικαστικό έτος, ως ένα απολύτως έκτακτο μέτρο, φρονούμε ότι στοχεύει στην παρούσα χρονική στιγμή προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης της ομαλότητας και πρέπει να αφορά όλους τους εμπλεκόμενους στο σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης, γιατί αφορά την λειτουργία της Χώρας, μετά από μια περίοδο αναγκαστικής διακοπής των τρεχουσών εργασιών. Υπενθυμίζουμε ότι οι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί Λειτουργοί δεν έπαψαν όλες αυτές τις εβδομάδες της αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων να εκτελούν τα καθήκοντα τους, δημοσιεύοντας χιλιάδες αποφάσεις και βουλεύματα, εκδικάζοντας ποινικές υποθέσεις επείγοντος χαρακτήρα και διενεργώντας ανακρίσεις σε αυτόφωρα κακουργήματα. Η συνεισφορά τους στο κοινωνικό σύνολο είναι αναμφισβήτητη και σε αυτές τις ημέρες του υγειονομικού κινδύνου. Η συνεισφορά τους στην οικονομική επιβίωση της Χώρας είναι επίσης αναμφισβήτητη, χωρίς εκβιαστικούς όρους και συμπεριφορές, έτσι όπως ταιριάζει στην Τρίτη Συνταγματική Λειτουργία του Κράτους, που έχει ταχθεί στην υπηρεσία του Κράτους Δικαίου και των Πολιτών.

Δημήτρης Φούκας, Πρόεδρος Πρωτοδικών     Ελευθερία Κώνστα, Εφέτης

 

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος,Εφέτης