ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΛΗΨΗΣ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΝ, Ακριβής Ερμίδου, Ειρηνοδίκη Αθηνών, μέλους Δ.Σ. και Υπεύθυνης Διαχείρισης Οικονομικών της ΕΝΔΕ και Γεωργίου Δελή, υπ. ΔΝ, Ειρηνοδίκη Αθηνών

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

Ο ιός της «πρόκλησης»- Προτάσεις ως προς τον ΚΠολΔ, Ελευθερίας Κώνστα, Εφέτη

Ο ιός της «πρόκλησης»- Προτάσεις ως προς τον ΚΠολΔ

Η επόμενη μέρα της πανδημίας του κορωνοϊού που δοκιμάζει την ανθρωπότητα και την χώρα μας είναι προ των πυλών. Η κατάσταση που πρόκειται να αντιμετωπίσουμε με βάση τα νέα υγειονομικά δεδομένα, σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, είναι άγνωστη και ίσως αποδειχθεί μια μεγάλη πρόκληση για τις δυτικές ευρωπαϊκές δημοκρατικές κοινωνίες. Με ενδιαφέρον διαβάζω τους προβληματισμούς, συναδέρφων και μη, σχετικά με το τι μέλλει γενέσθαι στο χώρο της δικαιοσύνης. Η πρόκληση του «ιού» μας δίνει μια ευκαιρία να βγούμε από την απομόνωση και την εσωστρέφεια και ως κλάδος που εμπνέεται από την επιστήμη του αλλά και το υψηλό αίσθημα ευθύνης, να ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ λύσεις που θα βελτιώσουν τις συνθήκες εργασίας μας. Ευτυχώς για εμάς, εντός του οίκου μας ευρίσκονται ιδιαίτερα φωτεινά μυαλά με υψηλή επιστημονική κατάρτιση, που υπηρετούν σε όλες τις βαθμίδες την Ελληνική Δικαιοσύνη, οι γνώσεις των οποίων μπορούν να συμβάλλουν στον κοινό σκοπό. Θέλοντας να θέσω τους όρους της συζήτησης (μιας συζήτησης που επιδιώκω με τον παρόν κείμενό μου να προκαλέσω), θεωρώ ότι η βελτίωση των συνθηκών εργασίας μπορεί να περιλαμβάνει και προτάσεις επί νομοθετικών κειμένων που αφορούν την καλύτερη διαχείριση του  χρόνου του δικαστή. Ενόψει, λοιπόν, της νέας πρωτοβουλίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης για «επιτάχυνση» στην απονομή της δικαιοσύνης με την ίδρυση ειδικών νέων τμημάτων  στα μεγάλα δικαστήρια της χώρας, θα ήθελα να καταθέσω κάποιες πρωτόλειες σκέψεις επί του ΚΠολΔ:

  1. Πιλοτική δίκη. Το ΕΔΔΑ έχει αποφανθεί χαρακτηριστικά ότι το πρόβλημα του ελληνικού δικαστικού συστήματος στο ζήτημα της καθυστέρησης απονομής της δικαιοσύνης δεν είναι συγκυριακό αλλά έχει έντονα συστημικό χαρακτήρα. Ο θεσμός της πιλοτικής δίκης, εισήλθε στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 1 του νόμου 3900/2010 που είχε ως στόχο της την επιτάχυνση της διοικητικής δίκης, την αντιμετώπιση της υπερφόρτωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας και την εγκαθίδρυση της αρχής της ασφάλειας δικαίου μέσα από την ενιαία διαμόρφωση της νομολογίας. Μετά από δέκα χρόνια λειτουργίας, διαφαίνεται ότι η εφαρμογή του θεσμού της πιλοτικής δίκης επέφερε θετικά αποτελέσματα όχι μόνο για τους πολίτες που προσφεύγουν και επιλύουν τη διαφορά τους σε συντομότατο χρόνο, αλλά και για την ίδια τη δικαιοσύνη, καθώς απαλλάσσεται από όγκους παρόμοιων προσφυγών που θα ταλάνιζαν τα διοικητικά δικαστήρια για χρόνια. Οι συνθήκες οικονομικής κρίσης του παρελθόντος και αυτής που πιθανόν έχουμε μπροστά μας, επιτάσσουν την άμεση επίλυση σημαντικών θεμάτων εντός σύντομου χρονικού διαστήματος ώστε πλέον  ο πολίτης να γνωρίζει τι ισχύει και να μην αναλώνεται σε ατέρμονους δικαστικούς αγώνες και η δικαιοσύνη να μην φορτώνεται με όγκους υποθέσεων για χρόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε για το ΣτΕ η πιλοτική δίκη για το λεγόμενο «χαράτσι» για τα ακίνητα. Αντίθετα στην περίπτωση των δανείων σε ελβετικό φράγκο στη πολιτική δικαιοσύνη, οι πρώτες πρωτοβάθμιες εκδοθείσες αποφάσεις ανάγονται στο έτος 2010, η δε Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (4/2019) που επέλυσε ένα από τα τιθέμενα δογματικά ζητήματα απεφάνθη μόλις το έτος 2019, ήτοι μετά από μία περίπου δεκαετία, με τα δικαστήρια και τους πολίτες να ταλαιπωρούνται από τις αντικρουόμενες –όπως ήταν λογικό λόγω της φύσης των υποθέσεων-  εκδοθείσες αποφάσεις. Χαρακτηριστικό εξίσου παράδειγμα αποτελούν και οι δίκες των «υπερχρεωμένων νοικοκυριών», ενώ σήμερα αντικείμενο πιλοτικής δίκης θα μπορούσε να αποτελέσει η συνταγματικότητα της ρύθμισης του δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές. Θα μπορούσε λοιπόν κατά το πετυχημένο πρότυπο της πιλοτικής δίκης του ΣτΕ να εφαρμοστεί και στην δική μας πολιτική κατεύθυνση ο θεσμός της πιλοτικής δίκης, όπου το Ανώτατο Ακυρωτικό θα δύναται μέσω πιλοτικών δικών να χαράσσει κατευθυντήρια νομολογία προς τα κατώτερα δικαστήρια. Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο έχουμε  ταχύτερη επίλυση των όποιων διαφορών αλλά ταυτόχρονα θα παγιώνεται  και η ασφάλεια δικαίου.
  2. Περιορισμός ομοδίκων. Ένα συνεχές και μόνιμο παράπονο των δικαστικών λειτουργών της πολιτικής κατεύθυνσης είναι ο άνευ ορίων αριθμός των ομοδίκων που δύναται να συμπεριληφθούν σε ένα δικόγραφο. Κυρίως αφορά τις εκδικαζόμενες υποθέσεις του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων ακινήτων και τις εργατικές υποθέσεις. Ο νομοθετικός περιορισμός του αριθμού των ομοδίκων που δύνανται να ασκήσουν κοινή αίτηση με το ίδιο δικόγραφο, ΔΕΝ αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, διότι, ανεξαρτήτως του ότι οι διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνουν το δικαίωμα ομαδικής προσφυγής περισσοτέρων προσώπων από κοινού σε δικαστήριο,  το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, δεν παρακωλύεται, και μάλιστα δυσανάλογα, από την θέσπιση ενός προτεινόμενου περιορισμού. Ήδη ο ανωτέρω περιορισμός έχει θεσπισθεί για την διοικητική δικαιοσύνη ενώ από 1.4.2020 εισήχθη νομοθετικός περιορισμός του αριθμού των ομοδίκων που μπορούν να ασκήσουν κοινή αίτηση ακυρώσεως με το ίδιο δικόγραφο  ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (20 ανά δικόγραφο) ενώ αντίστοιχος περιορισμός ισχύει και στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια με το άρθρο 115 παρ.3 του ΚΔΔ (50 ανά δικόγραφο).

3.Χρήση νέων τεχνολογιών: Τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης έντονη είναι η συζήτηση της εισαγωγή της πληροφορικής στο χώρο της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης. Θα ήθελα να αναφερθώ σε πολύπλοκες και ίσως δαπανηρές επιλογές για την εφαρμογή της ηλεκτρονικής δικαιοσύνης αλλά κάποια βασικά πράγματα θα μπορούσαμε «άκοπα» να τα διαθέτουμε όπως για παράδειγμα  α) η ενεργοποίηση της ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων (λήψη ηλεκτρονικής υπογραφής από δικηγόρους) αλλά και η ψηφιοποίηση του συνόλου της δικογραφίας, ώστε να μη γινόμαστε μεταφορείς ογκωδέστατων δικογραφιών,  β) η δημιουργία βάσης δεδομένων αποφάσεων που εκδίδονται από τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια όπου πρόσβαση μπορεί να έχει κάθε υπηρετών με τη χρήση ειδικών κωδικών (με την ενεργοποίηση της σχετικής εφαρμογής στο ΟΣΔΔΥ-ΠΠ) κ.α.  Προβληματισμός υπήρξε κατά την διάρκεια της καραντίνας για το πόσο άσκοπα μετακινείται ο δικαστής προκειμένου να προβεί σε δημοσίευση των αποφάσεων που έχει εκδώσει και την παράδοση του σχετικού φακέλου της δικογραφίας. Στον αιώνα της υψηλής τεχνολογίας  είναι απαίτηση η αποστολή των αποφάσεων να γίνεται από τον δικαστή ηλεκτρονικά με την ταυτόχρονη δέσμευση ότι σε καθορισμένο χρονικό διάστημα θα πρέπει να παραδώσει και το φάκελο της δικογραφίας. Το ίδιο θέμα τίθεται και με τις διασκέψεις των δικαστηρίων, όπου πλέον προκύπτει επιτακτική η ανάγκη για τηλεδιασκέψεις των πολυμελών συνθέσεων.

Στόχος των προτάσεων και ρυθμίσεων δεν μπορεί να είναι άλλος από την καλύτερη διαχείριση του  χρόνου του δικαστή με την εισαγωγή νέων, πιο ευέλικτων διαδικασιών – όπου αυτό απαιτείται ‐ τον έλεγχο της ροής των υποθέσεων κ.λπ., έτσι ώστε η δικαιοσύνη να καταστεί ταχύτερη, καλύτερη και αποτελεσματικότερη.

ΥΣ. Ο θυμός, οι φωνές, οι ατέρμονες κριτικές με όμορφα ειπωμένα λόγια, χωρίς να καταλήγουν πουθενά δεν έχουν θέση σε μια επιστημονική κοινότητα όπως η δική μας. Η καθημερινότητα είναι σκληρή και πολλές φορές αδυσώπητη με τους δικαστές. Αυτοί όμως που έχουν διάθεση και θέλουν να βοηθήσουν όλους τους υπηρετούντες την ελληνική δικαιοσύνη, ας συμμετάσχουν σε ένα επιστημονικό διάλογο προτάσεων για το πώς με νομοθετικές παρεμβάσεις μπορούμε να πάμε τους όρους εργασίας του Έλληνα Δικαστή πιο πέρα, στο μέλλον!

Ανακατανομή με αντίστοιχη κατάργηση θέσεων εισαγγελικών λειτουργών του δεύτερου βαθμού: ποιον εξυπηρετεί πραγματικά; της Αικατερίνης Μάτση, Αντεισαγγελέως Εφετών

Ανακατανομή  με αντίστοιχη κατάργηση θέσεων  εισαγγελικών λειτουργών του δεύτερου βαθμού:  ποιον εξυπηρετεί πραγματικά;

Της  Αικατερίνης  Μάτση,

Αντεισαγγελέως Εφετών

 

Δυστυχώς το ζήτημα της ανακατανομής των θέσεων  επανέρχεται στο προσκήνιο, αυτή τη φορά επηρεάζοντας τους εισαγγελικούς λειτουργούς του δεύτερου βαθμού. Εμφανίζονται  μάλιστα κάποιοι που ισχυρίζονται ότι εκπροσωπούν τους εισαγγελείς στο σύνολο τους και ότι σύσσωμο το εισαγγελικό σώμα επιθυμεί διακαώς την ανακατανομή των 22 θέσεων των αντεισαγγελέων εφετών σε εισαγγελείς εφετών με αντίστοιχη κατάργηση ισάριθμου αριθμού των πρώτων εξ αυτών, χωρίς βέβαια τούτο να συνοδεύεται και από ισάριθμη αύξηση οργανικών θέσεων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Κι εδώ εγείρονται δύο ζητήματα: ένα τυπικό που αφορά στο ποιος τελικά εκπροσωπεί τους εισαγγελείς και μέσα από ποια συλλογικά όργανα νομιμοποιείται να μιλά για λογαριασμό τους και ένα ουσιαστικό που αφορά προφανώς την αναγκαιότητα μιας τέτοιας ρύθμισης και στους εισαγγελείς.

Ως προς το πρώτο, σημειώνεται ότι οι εισαγγελείς όπως είναι ήδη γνωστό εκπροσωπούνται μέσω δύο ενώσεων, της ένωσης εισαγγελέων και της ένωσης δικαστών και εισαγγελέων. Κάποιοι είμαστε μέλη και των δύο ενώσεων. Υπενθυμίζεται ότι η ένωση εισαγγελέων ουδέποτε είχε ξεκάθαρη στάση για το εν λόγω ζήτημα, μάλιστα εντός μικρού χρονικού διαστήματος εξέδωσε δύο εντελώς αντιφατικές μεταξύ τους ανακοινώσεις. Ειδικότερα, στην ανακοίνωση της στις 28-11-2019 αναφέρει: «…η ΕΕΕ υπογραμμίζει εκ νέου ότι η πραγματική επιτάχυνση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης με την εφαρμογή των νέων Κωδίκων θα επέλθει μόνο με την αύξηση των οργανικών θέσεων των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, και προτείνει να αποσυρθεί άμεσα η ανωτέρω τροπολογία (εννοεί την τροπολογία του υπουργείου δικαιοσύνης περί ανακατανομής των θέσεων προέδρων εφετών και εφετών κατ’ άρθρο 38 Ν.4640/2019) και μέσα από την αναγκαία διαβούλευση του Υπουργείου με τις Δικαστικές Ενώσεις να προκύψει το ακριβές μέτρο της αύξησης των θέσεων των Δικαστικών Λειτουργών και των δύο βαθμών που θα συμβάλλει αποτελεσματικά στην επιτάχυνση και ποιοτική αναβάθμιση της δικαιοσύνης». Λίγο αργότερα,  σε επιστολή της προς τον υπουργό δικαιοσύνης στις 6-12-2019, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «έχοντας πάντα τον ίδιο στόχο με την Πολιτεία, δηλαδή την επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας, ιδίως σε μεγάλης σοβαρότητας υποθέσεις, που εκκρεμούν στις μεγάλες εισαγγελίες εφετών της χώρας και η εκδίκασή τους απαιτεί χρόνο που συχνά υπερβαίνει το δικαστικό έτος, θεωρούμε εύλογη την ανακατανομή των θέσεων των εισαγγελικών λειτουργών του δευτέρου βαθμού». Είναι σαφές από τις παραπάνω δηλώσεις ότι  στην ένωση εισαγγελέων, δεν υπάρχει μία αποκρυσταλλωμένη θέση αναφορικά με το ζήτημα αυτό, ενώ τέτοιου είδους παλινωδίες όταν μάλιστα δεν προκύπτουν από την συλλογική έκφραση της βούλησης των μελών της, καθόσον τα τελευταία ουδέποτε ερωτήθηκαν, αποδυναμώνουν την ισχύ των δηλώσεων της και δημιουργούν εύλογα ερωτηματικά για τα κίνητρα αυτής της μεταστροφής. Από την άλλη, στην ένωση δικαστών και εισαγγελέων είναι γνωστό ότι με συντριπτική πλειοψηφία  των μελών της ετήσιας γενικής συνέλευσης, η ένωση τάχθηκε κατά της τροπολογίας που αφορούσε την ανακατανομή των θέσεων των εφετών σε προέδρους εφετών. Βέβαια τότε δεν είχε τεθεί ζήτημα για τους εισαγγελείς, αλλά είναι προφανές ότι αναλογικά η βούληση των μελών είναι ίδια, αφού πρόκειται για πανομοιότυπη νομοθετική ρύθμιση. Άλλωστε κατά της επίμαχης τροπολογίας είχαν ταχθεί τόσο ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου στη διάρκεια της ετήσιας γενικής συνέλευσης της ΕΔΕ, όσο και οι προϊστάμενοι των Εφετείων Θεσσαλονίκης και Πειραιά με έγγραφα που είχαν αποστείλει στο Δ.Σ. της ένωσης.  Από τις ανωτέρω επισημάνσεις εξάγονται κάποια ασφαλή συμπεράσματα: πρώτον, οι εισαγγελείς της χώρας ουδέποτε ερωτήθηκαν για ένα ζήτημα που τους επηρεάζει άμεσα, δεύτερον η μόνη ασφαλής εικόνα είναι αυτή που αποτυπώθηκε από την πλειοψηφία των μελών της γενικής συνέλευσης της ένωσης δικαστών και εισαγγελέων.  Συνεπώς όσοι ισχυρίζονται ότι συναινούν με την επικείμενη τροπολογία εκπροσωπώντας τους εισαγγελείς, προφανώς δεν νομιμοποιούνται προς τούτο.

Το ουσιαστικό ζήτημα αφορά την αναγκαιότητα μιας τέτοιας ρύθμισης και το ποιους εξυπηρετεί. Ήδη έχει γραφεί και αποτυπωθεί σε πολλά κείμενα, ότι πρόκειται για μέτρο αναποτελεσματικό, το οποίο αφενός παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αφού έτσι θα καθυστερήσει ακόμη περισσότερο η προαγωγή των συναδέλφων από τον πρώτο στο δεύτερο βαθμό, αφετέρου θα δημιουργήσει συνθήκες ακόμη μεγαλύτερης πίεσης και επιβάρυνσης στους αντεισαγγελείς εφετών, αφού γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά ότι αυτοί σηκώνουν στην πλειοψηφία τους το βάρος των χρεώσεων δικογραφιών και των ποινικών εδρών, ενώ οι υπηρεσιακές υποχρεώσεις των εισαγγελέων εφετών εξαντλούνται κυρίως στην άσκηση διοικητικών καθηκόντων, ιδίως στις μικρές εισαγγελίες που είναι μικρός ο αριθμός των υπηρετούντων εισαγγελικών λειτουργών. Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι υπάρχουν συνάδελφοι που κατά το μεγαλύτερο μέρος του υπηρεσιακού τους βίου βρίσκονται μακριά από τις οικογένειες τους, αναγκαζόμενοι πολλές φορές να υπηρετήσουν στην άλλη άκρη της χώρας. Άραγε αναρωτήθηκε κανείς από τους υπερασπιστές αυτής της τροπολογίας, πόσο μεγάλη θα είναι η απογοήτευση αυτών των συναδέλφων, όταν οι οργανικές θέσεις, τις οποίες ήλπιζαν να καταλάβουν λόγω μετάθεσης με βάση την αρχαιότητά τους, απλώς θα καταργηθούν χωρίς καν να υπάρχει συζήτηση για αύξηση τουλάχιστον ισάριθμων αντίστοιχων οργανικών θέσεων στις οικείες εισαγγελίες εφετών; ή ακόμη και οι συνάδελφοι αντεισαγγελείς εφετών που μετά από συνεχείς μεταθέσεις και συνακόλουθες μετακινήσεις επί σειρά ετών, κατάφεραν να προσεγγίσουν τη πόλη τους και την οικογενειακή τους εστία έχοντας την πεποίθηση ότι θα παραμείνουν στον ίδιο βαθμό για κάποιο χρόνο ακόμη, πόσο πολύ αιφνιδιάζονται και πόσο ανατρέπεται ο οικογενειακός τους προγραμματισμός, μπροστά σε μία επικείμενη προαγωγή στο βαθμό του εισαγγελέα εφετών που αυτόματα θα σημαίνει την εκ νέου αναχώρηση τους για κάποιο άλλο μέρος της Ελλάδας;

Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από το προσωπικό όφελος ή βλάβη καθενός και καθεμίας από εμάς από μία τέτοια νομοθετική ρύθμιση, πρέπει όλοι να σταθούμε σε ένα και μοναδικό ερώτημα: ποιος σκοπός εξυπηρετείται από την κατάργηση σημαντικού αριθμού νευραλγικών θέσεων στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης;  Αν όχι η εξυπηρέτηση μεμονωμένων συναδέλφων, τότε τι;

Η διαδικασία της άρσης αναστολής λειτουργίας των δικαστικών υπηρεσιών- Ο περιορισμός των «δικαστικών διακοπών» του τρέχοντος δικαστικού έτους, Δημήτρη Φούκα, Πρ. Πρωτοδικών, Ελευθερίας Κώνστα, Εφέτη, Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, Εφέτη

26.04.2020

 

Η διαδικασία της άρσης αναστολής λειτουργίας των δικαστικών υπηρεσιών- Ο περιορισμός των «δικαστικών διακοπών» του τρέχοντος δικαστικού έτους

Καθίσταται αναγκαίο  ενόψει των εξελίξεων των τελευταίων ημερών να επισημάνουμε τα ακόλουθα :

Α) Ως προς το θέμα της άρσης των περιοριστικών μέτρων λόγω του Covid- 19 στην λειτουργία της Δικαιοσύνης κατά τη γνώμη μας είναι απαραίτητο να ακολουθηθεί μία και μόνον τακτική: Να αποφανθούν οι επιφορτισμένοι με το έργο αυτό ειδικοί επιστήμονες για το ποιες μέθοδοι πρέπει να εφαρμοσθούν σε χώρους υψηλής συγκέντρωσης προσώπων, όπως είναι τα ακροατήρια και οι γραμματείες των δικαστηρίων, καθώς και το χρονοδιάγραμμα που πρέπει να ακολουθηθεί. Στη συνέχεια υπό τον συντονισμό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και με συμμετοχή του Συμβουλίου Επιθεώρησης, των Προέδρων των Τριμελών Συμβουλίων Διοίκησης των Δικαστηρίων, της Ομοσπονδίας των Δικαστικών Υπαλλήλων και της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων να συμφωνηθεί σχέδιο δράσης στο οποίο να αποτυπώνεται ο τρόπος υλοποίησης και εφαρμογής στις δικαστικές υπηρεσίες της Επικράτειας των οδηγιών των ειδικών σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, λαμβανομένων υπόψη των τοπικών συνθηκών και με την υποστήριξη νέων τεχνολογιών. Για την τήρηση της υλοποίησης  και εφαρμογής των μέτρων και επίλυσης των αναδυόμενων πρακτικών προβλημάτων, ο Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου  θα πρέπει να ορίσουν ειδική προς τούτο επιτροπή, η οποία θα βρίσκεται σε διαρκή συνεδρίαση.

(Ευχής έργον θα ήταν η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων να μπορούσε να μετάσχει με νομιμοποιημένη εκπροσώπηση)

Β) Ως προς το θέμα της παράτασης της διάρκειας του τρέχοντος δικαστικού έτους:

Η αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων επί μακρόν σε συνδυασμό με τις συνέπειες της επιβολής των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας δημιουργούν νέα δεδομένα στην λειτουργία της Χώρας. Η υγειονομική κρίση προκαλεί οικονομική κρίση το μέγεθος της οποίας θα είναι πρωτόγνωρο. Έχουμε την άποψη ότι το Δικαστικό Σώμα αναλογιζόμενο τη σοβαρότητα των περιστάσεων  οφείλει να έχει  ως απαίτηση και κύριο μέλημα του την εξακολούθηση της απρόσκοπτης λειτουργίας των θεσμών, με πρώτο από όλους την Δικαιοσύνη, για την διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης και ευημερίας, υπό τον αδιαπραγμάτευτο πάντα όρο της ταυτόχρονης προστασίας της ανθρώπινης ζωής. Οι δύο αυτές απαιτήσεις του Δικαστικού Σώματος, που στην πραγματικότητα είναι απαιτήσεις της Ελληνικής Κοινωνίας, μπορούν να συνυπάρξουν και να συνδυαστούν στη λειτουργία του δικαστικού συστήματος με την αναζήτηση των κατάλληλων λύσεων. Οι «δικαστικές διακοπές» ουδέποτε ήταν διακοπές των δικαστών, όπως κάποιοι προσπαθούν εμφανίσουν. Ήταν, είναι και θα είναι η λειτουργία της Δικαιοσύνης προσαρμοσμένη κατά τους θερινούς μήνες στους ρυθμούς της χαμηλής λειτουργίας συνολικά της κρατικής μηχανής και είναι ο χρόνος κατά τον οποίο τα νομικά επαγγέλματα (δικηγόροι, δικαστικοί υπάλληλοι, δικαστικοί επιμελητές, συμβολαιογράφοι, κλπ) έχουν κάποιο χρόνο αναψυχής. Για τους δικαστικούς λειτουργούς, όπως προκύπτει από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύει στην ιστοσελίδα του το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ο χρόνος αυτός, κυρίως αξιοποιείται για την διεκπεραίωση των εκκρεμουσών υποθέσεων.  Ο περιορισμός των «δικαστικών διακοπών» κατά το τρέχον δικαστικό έτος, ως ένα απολύτως έκτακτο μέτρο, φρονούμε ότι στοχεύει στην παρούσα χρονική στιγμή προς την κατεύθυνση της αποκατάστασης της ομαλότητας και πρέπει να αφορά όλους τους εμπλεκόμενους στο σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης, γιατί αφορά την λειτουργία της Χώρας, μετά από μια περίοδο αναγκαστικής διακοπής των τρεχουσών εργασιών. Υπενθυμίζουμε ότι οι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί Λειτουργοί δεν έπαψαν όλες αυτές τις εβδομάδες της αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων να εκτελούν τα καθήκοντα τους, δημοσιεύοντας χιλιάδες αποφάσεις και βουλεύματα, εκδικάζοντας ποινικές υποθέσεις επείγοντος χαρακτήρα και διενεργώντας ανακρίσεις σε αυτόφωρα κακουργήματα. Η συνεισφορά τους στο κοινωνικό σύνολο είναι αναμφισβήτητη και σε αυτές τις ημέρες του υγειονομικού κινδύνου. Η συνεισφορά τους στην οικονομική επιβίωση της Χώρας είναι επίσης αναμφισβήτητη, χωρίς εκβιαστικούς όρους και συμπεριφορές, έτσι όπως ταιριάζει στην Τρίτη Συνταγματική Λειτουργία του Κράτους, που έχει ταχθεί στην υπηρεσία του Κράτους Δικαίου και των Πολιτών.

Δημήτρης Φούκας, Πρόεδρος Πρωτοδικών     Ελευθερία Κώνστα, Εφέτης

 

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος,Εφέτης

 

ΑΠΟΚΛΙΜΑΚΩΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ Νικολάου Σαλάτα, Εφέτη Αθηνών και Ευσταθίου Βεργώνη, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, μελών του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

ΑΠΟΚΛΙΜΑΚΩΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ Η ΗΘΙΚΗ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

Νικολάου Σαλάτα, Εφέτη Αθηνών και Ευσταθίου Βεργώνη, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών,
μελών του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

                  Είναι προφανές ότι το μεγαλύτερο ζήτημα που αντιμετωπίζει σήμερα η Δικαιοσύνη, στην επίλυση του οποίου καθοριστική και καίρια θα πρέπει να είναι η συμμετοχή της ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, είναι ο τρόπος και ο ρυθμός της αποκλιμάκωσης των μέτρων στα Δικαστήρια, καθώς και ο νέος τρόπος λειτουργίας της Δικαιοσύνης. Για τον σκοπό αυτό πιστεύουμε ότι θα πρέπει να υπάρξει ομάδα εργασίας με την συμμετοχή δικαστικών λειτουργών, και εκπροσώπων όλων των συμμετεχόντων στην απονομή της Δικαιοσύνης αφ’ ενός, και ειδικών επιστημόνων αφ’ ετέρου, όπου οι πρώτοι θα παρουσιάσουν στους δεύτερους τις συνθήκες εφαρμογής των δικονομικών κανόνων, και οι δεύτεροι θα προτείνουν στους υπηρεσιακούς παράγοντες τον τρόπο σταδιακής επαναλειτουργίας των δικαστηρίων. Πιστεύουμε περαιτέρω ότι θα πρέπει να εισαχθεί άμεσα η εικονοδιάσκεψη και η τηλεδιάσκεψη σε όσες περιπτώσεις είναι δικονομικά εφικτό, όπως π.χ. στην διαδικασία των Συμβουλίων, και των διασκέψεων, παράλληλα με τις πρώτες σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες που πρέπει να ληφθούν άμεσα, με στόχο και τον δραστικό περιορισμό των μεταγωγών. Με τον τρόπο αυτό η μετάβαση στην κανονική και πλήρη λειτουργία των Δικαστηρίων θα γίνει πολύ πιο εύκολη και γρήγορη. Δυστυχώς ο μέχρι τώρα τρόπος λειτουργίας των Δικαστηρίων δημιουργεί πολύ εύκολα κίνδυνο εστιών υπερμετάδοσης του ιού, λόγω συναθροίσεων μεγάλου αριθμού προσώπων επί αρκετές ώρες, και εν συνεχεία μετάβασης των προσώπων αυτών σε κοινωνικές μονάδες επαφής κάθε φύσεως (οικογένειες, φυλακές, κέντρα φιλοξενίας κλπ.), και αυτό δεν αντιμετωπίζεται καθ’ ολοκληρίαν, με μέτρα όπως διαχωριστικά κλπ. Είναι πολύ λυπηρό, που με ευθύνη του Προέδρου της Ένωσης, αυτή είναι απούσα από οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση σήμερα.

Σχετικά με το ζήτημα των δικαστικών διακοπών γίνεται δεκτό από όλους τους συναδέλφους ότι οι δικαστικές διακοπές, δεν υφίστανται για την παροχή χρόνου αναψυχής και ξεκούρασης των δικαστών, αλλά ως χρόνος εξισορρόπησης του χρόνου της δικαιοσύνης. Ειδικότερα η μη χρέωση των δικαστών και εισαγγελέων με νέες υποθέσεις για ένα χρονικό διάστημα, δίνει την δυνατότητα επεξεργασίας εκκρεμών δικογραφιών, και αυτό αποδεικνύεται από τους αριθμούς των εκδιδομένων αποφάσεων, που αυξάνονται την συγκεκριμένη περίοδο, κατά γενική ομολογία όλων των παραγόντων της Δικαιοσύνης. Το ίδιο ακριβώς όμως συνέβη και την περίοδο της αναστολής των εργασιών των Δικαστηρίων μέχρι σήμερα, με την αύξηση των εκδοθεισών αποφάσεων κατά 20%. Για το γεγονός αυτό οι Έλληνες Δικαστές και Εισαγγελείς είναι άξιοι συγχαρητηρίων.

Με βάση όμως τις παραδοχές αυτές, ότι οι δικαστικές διακοπές δεν υφίστανται χάριν ανάπαυσης και αναψυχής, αλλά για την μη χρέωση, ώστε να υπάρξει χρόνος χάριν της εργασίας ώστε να διεκπεραιωθούν όλες οι εκκρεμείς υποθέσεις, σε συνδυασμό με το ότι επί τρεις μήνες υπήρξε μόνον εξαιρετική χρέωση μικρού αριθμού, το αίτημα για καμία επέκταση του δικαστικού έτους ισοδυναμεί με αίτημα για επέκταση της μη χρέωσης επί ιδιαίτερα μακρό χρονικό διάστημα. Και εδώ τίθεται το ζήτημα της ηθικής της ευθύνης απέναντι στο κοινωνικό σύνολο, ηθική την οποία διαθέτουν όλοι οι συνάδελφοι ανεξαιρέτως. Θα έπρεπε και πρέπει η ένωσή μας, αναγνωρίζοντας την πραγματικότητα, που στηρίζεται στις παραδοχές όλων να διαπραγματευτεί για την μικρότερη δυνατή παράταση του επομένου δικαστικού έτους, μεταθέτοντας την έναρξή του στην 1.9., λαμβάνοντας ταυτοχρόνως την δέσμευση για την προσωρινότητα της ρύθμισης. Αντ’ αυτού ο Πρόεδρος, μη ζητώντας την γνώμη του Διοικητικού συμβουλίου, ως όφειλε σε κάθε περίπτωση, αλλά έτι περαιτέρω τώρα που δεν εκφράζει την πλειοψηφία του ΔΣ, επέμενε στην μαξιμαλιστική θέση, καμία περικοπή διακοπών, ελπίζοντας να καταστήσει το θέμα των δικαστικών διακοπών, δίλημμα της προεκλογικής εκστρατείας, γνωρίζοντας το αβάσιμο της θέσης του αυτής, μη επιδιώκοντας μάλιστα επικοινωνία με τον αρμόδιο Υπουργό, για το θέμα αυτό, αλλά και για οποιοδήποτε άλλο θέμα που αφορά στην εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Αποτέλεσμα της τακτικής αυτής ήταν η συντριπτική ήττα της Ένωσής μας με την αχρείαστη και μη προσφέρουσα ουδέν, παράταση του φετινού δικαστικού έτους, μέχρι την 15.7.2020.

Ευχόμαστε δύναμη σε όλους τους συναδέλφους με αισιοδοξία ότι η επάνοδος στην κανονικότητα, με την συμβολή όλων μας, θα επιταχυνθεί.

Ας ακουστούμε λοιπόν όλοι! Μιχάλη Τσέφα, Πρωτοδίκη, Προέδρου Εφετειακής Επιτροπής Πατρών

 Μιχάλης Τσέφας, Πρωτοδίκης,

Πρόεδρος Εφετειακής Επιτροπής Πατρών


              Τα δημοσιεύματα στον τύπο αλλά και ο δημόσιος λόγος της κυβέρνησης  το τελευταίο χρονικό διάστημα, από την αρχή μάλιστα που ξέσπασε η πανδημία του κορονοϊού covid- 19 φέρνουν στο προσκήνιο τις δικαστικές διακοπές.  Η επιμονή του Υπουργείου  Δικαιοσύνης σε αυτό το ζήτημα προκάλεσε ξάφνιασμα, καθώς σε όσους γνωρίζουν το χώρο, οι δικαστικές διακοπές δεν αντιστοιχίζονται με τις σχολικές. Ξεκίνησαν άμεσα οι δημόσιες τοποθετήσεις με στοιχεία του Προέδρου της Ένωσής μας,  ενώ υπήρξε αρθρογραφία για το θέμα από συναδέλφους όλων των κλάδων καθώς και από άλλες δικαστικές ενώσεις.    Έγκαιρα λοιπόν έγινε γνωστό προς κάθε αποδέκτη με συγκριτικά στοιχεία από τα μεγαλύτερα δικαστήρια της Χώρας (Αθήνα  και Θεσσαλονίκη) και επαρκή ανάλυση ότι ο δικαστής και ο εισαγγελέας συνεχίζει να εργάζεται εντατικά και τους θερινούς μήνες που λειτουργούν τα τμήματα διακοπών, εξακολουθεί δηλαδή να δικάζει, καθώς τα ποινικά δικαστήρια συνεδριάζουν και το μήνα Ιούλιο,  οι αστικές δίκες με έκτακτο χαρακτήρα και τα ασφαλιστικά μέτρα γίνονται  όλο το χρονικό διάστημα από 1η Ιουλίου  έως 16 Σεπτεμβρίου, τα συμβούλια συνεδριάζουν κανονικά και βέβαια να μελετά, να γράφει και να εκδίδει αποφάσεις και βουλεύματα, καθώς πρώτιστη επιδίωξη είναι η περαίωση των εκκρεμών δικογραφιών του προηγούμενου δικαστικού έτους, πέραν των δικογραφιών που χρεώνεται και στο τμήμα διακοπών που υπηρετεί.  Δυστυχώς με την ήδη ψηφισθείσα νομοθετική ρύθμιση οι δικαστικές διακοπές θα μειωθούν για φέτος, χωρίς ωστόσο αυτό να μας εξασφαλίζει ότι θα είναι ένα αποσπασματικό λόγω συγκυρίας μέτρο στην οποία συγκυρία πρέπει «να βάλουμε και εμείς πλάτη».

Αντίθετα είναι προφανής η επιδίωξη της μονιμότητας του μέτρου για επιμήκυνση του δικαστικού έτους, αν σκεφτεί κανείς ότι δεν έγινε προηγουμένως καμία διαβούλευση με τους εκπροσώπους των δικαστικών ενώσεων, ότι τα επιχείρημα που προβάλλονται είναι  γενικά για τις δικαστικές διακοπές και το χρόνο τους και όχι λόγω της συγκεκριμένης και μόνο συγκυρίας.  Χαρακτηριστική η χθεσινή δήλωση του κου Υπουργού σε τηλεοπτική του συνέντευξη όπου αναφερόμενος στο θέμα των δικαστικών διακοπών είπε μεταξύ άλλων ότι «είναι προφανώς μια συζήτηση taboo η επιμήκυνση του δικαστικού έτους». Χρησιμοποιείται δηλαδή από το Υπουργείο Δικαιοσύνης η αρνητική συγκυρία της πανδημίας για να θεσπιστεί το μέτρο της μείωσης του χρόνου των δικαστικών διακοπών με επιχειρήματα όμως που δεν έχουν να κάνουν με την αντιμετώπιση των ειδικών συνθηκών που επικρατούν. Διότι εάν πραγματική πρόθεση του Υπουργείου ήταν η εκδίκαση των υποθέσεων που ματαιώθηκαν λόγω της αναστολής των εργασιών στα Δικαστήρια, τότε θα μπορούσε η κατάσταση εύκολα να αντιμετωπιστεί με την ανάλογη αύξηση  του αριθμού των υποθέσεων στις υφιστάμενες δικασίμους και στις δικασίμους των πρώτων μηνών του επόμενου δικαστικού έτους. Ο δήθεν προβληματισμός της «χαμένης δικαστικής ύλης» είναι φανερά προσχηματικός αφού στο παρελθόν υπήρχαν πολύμηνες αποχές των δικηγόρων από τα καθήκοντά τους όταν αντιδρούσαν σε κυβερνητικά μέτρα που λαμβάνονταν σε βάρος τους. Πιο πρόσφατο και χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αποχή των δικηγόρων ολόκληρο σχεδόν το δικαστικό έτος 2015-2016 που αντιμετωπίστηκε με τον παραπάνω τρόπο,  δηλαδή με την ανάλογη αύξηση του αριθμού των υποθέσεων στις επόμενες δικασίμους. Η δικαστική ύλη αυξήθηκε υπέρμετρα την επόμενη χρονιά (2016-2017) και η χρέωσή μας έφτασε σε επίπεδα εν πολλοίς μη διαχειρίσιμα. Ωστόσο κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε ζήτησε  κάτι, ούτε αντέδρασε,  αφού αυτό θεωρήσαμε ότι εμπίπτει στα υπηρεσιακά μας καθήκοντα.  Γίνεται επομένως εύκολα αντιληπτό ότι η παρούσα συγκυρία δεν είναι η αιτία για τη μείωση των δικαστικών διακοπών αλλά η αφορμή να υλοποιηθεί ένας σχεδιασμός που έρχεται από παλιά.

Θεωρώ λοιπόν υποχρέωσή μας να μην παρασυρθούμε από την αρνητική  συγκυρία που επιβάλει τη σιωπή και τη συναίνεση. Που δημιουργεί ενοχικά σύνδρομα σε όποιον διεκδικεί τα αυτονόητα. Οι δημόσιες τοποθετήσεις μας πρέπει να είναι συνεχείς και κατανοητές στην κοινωνία.  Να καταδειχτεί ότι η μείωση των δικαστών διακοπών είναι ένα μέτρο μη αναγκαίο  είτε ληφθεί ως συγκυριακό είτε ως μόνιμο. Ότι θα προκαλέσει  πολλαπλάσια βάρη εντατικοποίησης της εργασίας μας σε ένα περιβάλλον  ήδη βεβαρημένο για μας και ότι δε συνιστά μέτρο ουσιαστικό για την επιτάχυνση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, αλλά αντίθετα θα προκαλέσει μεγάλη επιβράδυνση.  Καλώ προς την κατεύθυνση αυτή το προεδρείο της ένωσής μας να συνεχίσει να ανθίσταται και καλώ και  όλα τα μέλη του διοικητικού μας συμβουλίου αλλά και των εφετειακών επιτροπών να πράξουν ανάλογα. Ο  δημόσιος λόγος μας σε μια τέτοια συγκυρία και η φωνή όλων των εκπροσώπων μας θα λειτουργήσει θετικά. Ας ακουστούμε λοιπόν όλοι!

ΕΠΙΣΤΟΛΗ , Ευσταθίου Βεργώνη, Αντεισαγγελέα Εφετών, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕνΔΕ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ


Ευσταθίου Βεργώνη, Αντεισαγγελέα Εφετών, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕνΔΕ
 

 

Προς  τον Πρόεδρο του  ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

                                                                                              25-4-2020

                   Κ. Πρόεδρε,

Μετά από πολλά τηλεφωνήματα διαμαρτυρίας Εισαγγελικών Λειτουργών όλων των βαθμών, μελών της ένωσής μας, αλλά και μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Εισαγγελέων, πληροφορήθηκα ότι με ανάρτησή σας στην σελίδα της Ένωσης, ανακοινώσατε ότι επικοινωνήσατε με κυβερνητικούς παράγοντες, τον Υφυπουργό Δικαιοσύνης και τον ΓΓ του Υπουργείου Δικαιοσύνης, θέτοντας ως επείγον αίτημα της Ένωσής μας, και μάλιστα στην παρούσα κρισιμότατη συγκυρία, την αντίθεσή της στην νομοθέτηση της ανακατανομής των θέσεων Εισαγγελέων και Αντεισαγγελέων Εφετών με την δημιουργία 22 νέων θέσεων Εισαγγελέων Εφετών με αντίστοιχη μείωση των θέσεων Αντεισαγγελέων Εφετών.

Αντίθετα στην  σημερινή πρωτόγνωρη συγκυρία δεν ασχοληθήκατε καθόλου με το πλέον επείγον θέμα για την Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της, το οποίο είναι η ομαλή και ασφαλής επάνοδος της λειτουργίας των Δικαστηρίων. Ασχοληθήκατε μόνον με θέματα, πάνω στα οποία επιθυμείτε να δομήσετε την τακτική σας στην επικείμενη εκλογική διαδικασία της Ένωσης. Εντυπωσιάζει μάλιστα και ο ατελέσφορος τρόπος, αφού δεν έχετε επιτύχει να θέσετε οποιοδήποτε ζήτημα στον έχοντα την νομοθετική πρωτοβουλία Υπουργό.

Η νομοθετική αυτή ρύθμιση υπήρξε ομόφωνο αίτημα του ΔΣ της ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδας, εδώ και καιρό, ενώ με αυτό είχαμε συνταχθεί όλοι οι εισαγγελικοί λειτουργοί όλων των βαθμών. Το θέμα δεν είχε συζητηθεί ποτέ σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσής μας, ενώ είχαμε λάβει γνώση στην συνάντηση του διοικητικού μας Συμβουλίου με τον μόνο αρμόδιο, ως έχοντα την νομοθετική πρωτοβουλία, Υπουργό Δικαιοσύνης, στην συνάντησή του με το Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από απόφαση του συμβουλίου, στην οποία είχατε αρνηθεί να παρευρεθείτε.

Αποτελεί επομένως δυσάρεστη έκπληξη για το σύνολο των Εισαγγελέων της χώρας, η προσπάθειά σας να εμφανίσετε την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων να αντιτίθεται με την ρύθμιση αυτή που είναι ευεργετική για την υπηρεσιακή εξέλιξη των εισαγγελικών λειτουργών. Και μάλιστα χωρίς να ζητηθεί η γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου, με διατύπωση αυτής με ηλεκτρονική αλληλογραφία. Άλλωστε την ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των μελών του ΔΣ με τον τρόπο αυτό την αποκλείσατε από τα τέλη Μαρτίου με αντιδημοκρατικό τρόπο.

Ως μοναδικός Εισαγγελέας, συμμετέχων στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσής μας, και εκφράζοντας την άποψη του συνόλου των Εισαγγελικών λειτουργών, εκφράζω την έντονη διαμαρτυρία μου για την ενέργειά σας αυτή και ζητώ την άμεση διατύπωση γνώμης του Διοικητικού Συμβουλίου με την μέθοδο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.

 

Επιστολή προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης σχετικά με την επανέναρξη λειτουργίας των Ειρηνοδικείων

Αθήνα, 23-4-2020  

 Αρ. Πρωτ. 181

 

ΠΡΟΣ ΤΟΝ κ. ΥΠΟΥΡΓΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Κοιν.

κ. Υφυπουργό Δικαιοσύνης

κ. Γενικό Γραμματέα Υπουργείου Δικαιοσύνης

κ. Πρόεδρο Αρείου Πάγου

—————-  

Θέμα: Σχετικά με την  επανέναρξη λειτουργίας των Ειρηνοδικείων

 

Αξιότιμε κ. Υπουργέ,

Κατόπιν των δημόσιων δηλώσεών σας, ότι η  άρση των περιοριστικών μέτρων που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση των συνεπειών από την εξάπλωση του κορωνοιού, θα ξεκινήσει με την  επαναλειτουργία των  Ειρηνοδικείων ,  με υποθέσεις εγγραφής συναινετικών προσημειώσεων , γεγονός που θα συμβάλει στην εκκίνηση της οικονομίας ,θα επιθυμούσαμε να θέσουμε υπόψη σας τα εξής:

Ως γνωστόν βάσει του άρθρου   683παρ.3 του   ΚΠολΔ τα Ειρηνοδικεία είναι αποκλειστικά αρμόδια για την συναινετική  εγγραφή  ή άρση προσημείωσης  υποθήκης. Κατά συνέπεια κάθε Ειρηνοδικείο είτε μεγάλης περιφέρειας όπως τα Ειρηνοδικεία Αθηνών ,Θεσσαλονίκης ,Πειραιά, είτε μικρότερης  ακόμη και το πιο απομακρυσμένο, είναι αρμόδιο και θα κληθεί να εκδικάσει αντίστοιχες υποθέσεις. Ακόμη κι αν επιλεγεί τελικά ο φημολογούμενος τρόπος με την κατάθεση   του  φακέλλου της δικογραφίας από  τους πληρεξούσιους δικηγόρους στην γραμματεία,   με σκοπό την αποφυγή του συνωστισμού, ο οποίος είναι αναμενόμενος στα μεγάλα κυρίως Ειρηνοδικεία, ανακύπτει ως σημαντικό το ζήτημα της λήψης των κατάλληλων μέτρων ασφαλείας . Ήδη έγινε γνωστό μέσω δημοσιεύματος ότι  εξετάζεται  ενα ευρύ πλέγμα προστατευτικών μέτρων για την επαναλειτουργία του Πρωτοδικείου Αθηνών ,που θα περιλαμβάνει έλεγχο  από  άνδρες ιδιωτικής φύλαξης καθώς και  θερμομέτρηση των εισερχομένων προσώπων. Φρονούμε ότι αντίστοιχα μέτρα πρέπει να ληφθούν για όλα τα μεγάλα Ειρηνοδικεία  στα οποία θα παρατηρηθεί  εισροή υποθέσεων  για την εγγραφή συναινετικών προσημειώσεων , αλλά και πέραν τούτου  είναι  απολύτως αναγκαίο να  ληφθεί μέριμνα με την αποστολή  σε όλα τα Ειρηνοδικεία επαρκούς υλικού ( μάσκες, γάντια  και αντισηπτικά) , είτε  μέσω της ομάδας Διαχείρισης Κρίσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης,  είτε μέσω άλλων αρμοδίων υπηρεσιών ,για την προστασία των  δικαστικών λειτουργών  και των δικαστικών υπαλλήλων.  

Είναι αυτονόητο ότι ,αφού  η σταδιακή μετάβαση στην κανονικότητα θα γίνει ΣΥΜΒΟΛΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ  όπως ανέφερε ο κ. κυβερνητικός εκπρόσωπος, και  επιλέχθηκαν για την μετάβαση  αυτή   τα Ειρηνοδικεία  , θεωρούμε  εξίσου αυτονόητο, ότι θα ληφθεί η κάθε απαιτούμενη μέριμνα για την  προστασία της ζωής και της υγείας των   δικαστικών λειτουργών .   

 

 Μετά τιμής

Ακριβή Ερμίδου, Ειρηνοδίκης  Α΄

Υπεύθυνη Διαχείρισης Οικονομικών Ενδε.

 

Οι «λαγοί» του Πάσχα, Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη, Γεν. Γραμματέα Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Οι «λαγοί» του Πάσχα

Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης, Γενικός Γραμματέας Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Οι μέρες ισχύος των μέτρων περιορισμού της λειτουργίας των υπηρεσιών του Κράτους μεταξύ των οποίων και των δικαστηρίων, δεν ήταν για όλους νεκρός χρόνος. Οι δικαστές και εισαγγελείς συνέχισαν μέσα στις ειδικές συνθήκες που δημιούργησε η πανδημία, να εργάζονται, να διασκέπτονται, τόσο με φυσική παρουσία όσο και με τηλεδιασκέψεις και να δημοσιεύουν αποφάσεις καθόλο το διάστημα που πέρασε. Το έκαναν, σε συνθήκες όχι εργασιακής αγρανάπαυσης, αλλά σε συνθήκες απόλυτης ανατροπής της κανονικότητας των εργασιακών συνθηκών. Εργάστηκαν με τα παιδιά τους να μην πηγαίνουν σχολείο και έχοντας την υποχρέωση να γίνουν και δάσκαλοι για αυτά. Εργάστηκαν, ενώ φρόντιζαν τους ηλικιωμένους γονείς και τα μέλη της οικογένειάς τους, που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες καλύπτοντας τις ανάγκες τους για τροφοδοσία και περίθαλψη. Και δεν αξιώνουν για αυτό κανένα χειροκρότημα, ούτε θεωρούν ότι ο σεβασμός μετριέται σε χειροκροτήματα. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς δεν ανακάλυψαν τώρα την έννοια του καθήκοντος, ζουν με αυτή όλη τους τη ζωή.

Η Δικαιοσύνη μπορεί να λένε ότι είναι τυφλή, οι δικαστές και εισαγγελείς όμως δεν είναι. Έχουμε μάτια και βλέπουμε ότι το διάστημα αυτό δεν ήταν νεκρός χρόνος και για άλλους. Ακόμα και μέσα στις ημέρες του Πάσχα, αντί για πασχαλινά… κουνελάκια, εμφανίσθηκαν στα ΜΜΕ πασχαλινοί…λαγοί, που συστηματικά προετοιμάζουν το έδαφος για μόνιμες δυσμενείς αλλαγές στη Δικαιοσύνη. Πρώτος στόχος, οι κατ΄ όνομα «δικαστικές διακοπές». Δε χρειάζεται να είναι κανείς πολύ παρατηρητικός για να διαπιστώσει την πορεία διαμόρφωσης του δημόσιου λόγου. Πρώτα η επίκληση στο καθήκον όλων ενόψει πανδημίας, στη συνέχεια η επίθεση ειρωνείας σε εκείνους που αντιδρούν, ως κοινωνικά ανάλγητων, ακολουθεί η συσχέτιση με τις εντελώς άσχετες σχολικές διακοπές και τέλος η εκκίνηση της συζήτησης περί της μονιμοποίησης του έκτακτου μέτρου. Υπερπροβολή των λίγων εντός της Δικαιοσύνης, που έσπευσαν να αποδεχθούν το μέτρο, πριν καν λάβει οριστική μορφή πρότασης από το υπουργείο, κριτική αγνόηση των περισσότερων που βλέπουμε την κατεύθυνση που διαμορφώνεται. Ταυτόχρονα, αξιοποιείται και η τεχνική του απορρυθμιστικού μαξιμαλισμού, το παλιό «σπίτι του Χότζα», κατά το οποίο η δημόσια συζήτηση για την υιοθέτηση ενός δυσμενούς μέτρου, πρέπει να γίνεται στην ακραία της εκδοχή, ώστε να καταστεί εύπεπτη η υλοποίηση της πιο ήπιας εκδοχής του. Σε αυτή θα ψάχνουν εκ των υστέρων έδαφος δικαίωσης και όσοι σήμερα χαρακτηρίζουν συνωμοσιολογία, την έγκαιρή μας κριτική.

Η πολιτική ηγεσία πρέπει να γνωρίζει ότι η ευθύτητα και ο διάλογος με εκείνους που εκπροσωπούν τις δικαστικές Ενώσεις, είναι πιο αποτελεσματικός δρόμος για την επιτυχημένη συνεργασία όλων των φορέων στους κόλπους της Δικαιοσύνης, ιδίως τη δύσκολη αυτή εποχή. Ταυτόχρονα και η εκ των έσω ενίσχυση της εσωστρέφειας στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, καταγράφεται από κοντόφθαλμη ως υπονομευτική προσπάθεια, που θα αξιοποιηθεί στην πρώτη ευκαιρία από την πολιτική εξουσία. Όλοι όσοι υπηρετούμε την πολιτική και ποινική Δικαιοσύνη ξέρουμε ότι η ταχύτητα στην απονομή της υπηρετείται και δεν εμποδίζεται από το χρόνο των δικαστικών διακοπών, άλλωστε έγκαιρα η Ένωσή μας συγκέντρωσε και έθεσε στη διάθεση των αρμοδίων, τα μετρήσιμα στοιχεία που οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα. Η συστηματική αγνόηση αυτών των αντικειμενικών δεδομένων άνευ ουσιαστικής αντίκρουσης, αναδεικνύει ότι η προσπάθεια αποτροπής της περικοπής των δικαστικών διακοπών, δεν είναι συντεχνιακό αίτημα, είναι απλή επίκληση στη λογική, που βάλλεται από την ιδεοληψία και το λαϊκισμό. Ένα τέτοιο μέτρο υπηρετεί μόνο ανάγκες βραχυπρόθεσμης επικοινωνιακής διαχείρισης της κρίσης έναντι των δικηγόρων, χωρίς να λύνει το πραγματικά σοβαρό τους πρόβλημα ενώ θα γεννήσει μεγαλύτερα προβλήματα, από όσα διατείνεται ότι θα λύσει. Και πλέον δε χωρά εθελοτυφλία και εφησυχασμός, έρχεται σαφώς για να μείνει

«Δικαστικές διακοπές»: ένας τίτλος που ξεγελά – Αικατερίνη Μάτση, Αντεισαγγελέας Εφετών

Τo τελευταίο διάστημα πληθαίνουν τα δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για δήθεν απαίτηση των δικαστών να ξεκουραστούν και το φετινό καλοκαίρι, ενώ οι πολίτες αγωνιούν πέραν της υγείας τους και για την οικονομική ύφεση που θα αντιμετωπίσει η χώρα από την αναστολή της παραγωγικής διαδικασίας λόγω της πανδημίας. Μάλιστα σε κάποια απ’ αυτά επιχειρείται πλήρης στρέβλωση της πραγματικότητας, καθόσον αναφέρεται ότι “κάποιες δικαστικές ενώσεις διαφωνούν για τη παράταση του δικαστικού έτους”, ενώ είναι σαφές ότι οι τρεις μεγαλύτερες ενώσεις, που αντιπροσωπεύουν τη συντριπτική πλειοψηφία των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, έχουν ήδη εκφράσει τη διαφωνία τους για τη παράταση του δικαστικού έτους, όταν μάλιστα πιθανολογείται  ότι δεν πρόκειται για ένα πρόσκαιρο και έκτακτο μέτρο. 

Ήδη έχει γραφεί και αποτυπωθεί με σαφήνεια δια της παράθεσης στατιστικών στοιχείων ότι οι δικαστικές διακοπές δεν αποτελούν επ’ ουδενί τη γνωστή σε όλους άδεια αναψυχής (ή ανάπαυσης) που χορηγείται σε όλους τους εργαζόμενους. Και τούτο διότι η τελευταία «αποβλέπει αφενός στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου». Η αναλυτική δε παράθεση του αριθμού των δικαστικών αποφάσεων, που δημοσιεύονται από τους συναδέλφους δικαστές κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, καταδεικνύει ακριβώς το αντίθετο. Ότι δηλαδή το θέρος είναι γι’ αυτούς χρόνος πλήρους εργασιακής απασχόλησης και μεγάλης παραγωγικότητας, αφού ο αριθμός των δικαστικών αποφάσεων που δημοσιεύονται δεν είναι μικρότερος από τον αριθμό των αποφάσεων που δημοσιεύονται κατά την διάρκεια του δικαστικού έτους. 

Προς επίρρωση των ανωτέρω αξίζει να αναφερθεί ότι παρόμοια είναι η κατάσταση και στους εισαγγελικούς λειτουργούς. Ενδεικτικά επισημαίνεται ότι για το έτος 2019, οι εισερχόμενες μηνύσεις στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ήταν τον μήνα Ιούλιο 4.423, τον μήνα Αύγουστο 3.423 και τον μήνα Σεπτέμβριο 5.092, ενώ ο μέσος όρος των εισερχόμενων μηνύσεων κατά τους λοιπούς εννέα μήνες του δικαστικού έτους ανήλθε σε 4.764. Επίσης μόνο κατά τον μήνα Ιούλιο οι παρεμπίπτουσες προτάσεις ανήλθαν σε 159, ενώ όλους τους υπόλοιπους μήνες ο αριθμός τους κυμάνθηκε από 60 έως και 120. Τέλος, οι αυτόφωρες συνοδείες κατά τον μήνα Ιούλιο ήταν 483, κατά τον μήνα Αύγουστο 413 και κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 434, ενώ τους υπόλοιπους εννέα μήνες ο μέσος όρος ανήλθε σε 455. Αντίστοιχη εικόνα εμφάνισε και η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, αφού  οι εισερχόμενες μηνύσεις  ήταν τον μήνα Ιούλιο 7.394, τον μήνα Αύγουστο 5.968 και τον μήνα Σεπτέμβριο 9.837, ενώ ο μέσος όρος των εισερχόμενων μηνύσεων κατά τους λοιπούς εννέα μήνες του δικαστικού έτους ανήλθε σε 14.556. Επίσης κατά τον μήνα Ιούλιο οι παρεμπίπτουσες προτάσεις ανήλθαν σε 136, τον Αύγουστο σε 95 και τον Σεπτέμβριο σε 154, ενώ όλους τους υπόλοιπους μήνες ο αριθμός τους κυμάνθηκε από 140 έως και 217. Τέλος, οι αυτόφωρες συνοδείες κατά τον μήνα Ιούλιο ήταν 838, κατά τον μήνα Αύγουστο 830 και κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 1.091, ενώ τους υπόλοιπους εννέα μήνες ο μέσος όρος ανήλθε σε 927. Παρέλκει δε να αναφερθεί ότι εκτός από την ποινική δίωξη, ο Εισαγγελέας κατά τα τμήματα διακοπών είναι επιφορτισμένος με τις ακροάσεις, τις γνωμοδοτήσεις και όλα τα ανακύπτοντα ζητήματα που αφορούν την εκτέλεση των ποινών. Και δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στις επαρχιακές εισαγγελίες, που ο αριθμός των υπηρετούντων εισαγγελέων είναι πολύ μικρός, το τμήμα διακοπών του εκάστοτε υπηρετούντος εισαγγελέα αγγίζει τις σαράντα ημέρες. Επομένως, είναι τουλάχιστον αστείο να γίνεται οποιοσδήποτε παραλληλισμός των δικαστικών διακοπών με την άδεια αναψυχής των λοιπών εργαζομένων. 

Άλλωστε, και επειδή η συζήτηση αναφορικά με τη παράταση του δικαστικού έτους γίνεται με αφορμή την έκτακτη αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων, αξίζει να σημειωθεί ότι ο πραγματικός δικαστικός χρόνος, που χάθηκε λόγω της πανδημίας, θα μπορούσε να αναπληρωθεί με μικρή ή και μεγάλη ποσοστιαία αύξηση των πινακίων στις δικασίμους των τμημάτων διακοπών αλλά και στις δικασίμους του επόμενου δικαστικού έτους. Ενώ δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι καμία επαγγελματική ομάδα και ιδιαίτερα οι δικηγορικοί σύλλογοι της χώρας δεν υπέβαλαν μέχρι σήμερα σχετικό αίτημα, αν και το επιχείρημα που διατυπώθηκε για την ανάγκη παράτασης του δικαστικού έτους, εδράζεται στο ότι η παράταση θα λειτουργήσει ως αντιστάθμισμα στην απώλεια ύλης για τους δικηγόρους από την αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων.  

Η αναφορά αυτή δεν γίνεται προκειμένου να εκφραστεί κάποιο παράπονο για την στέρηση από το δικαίωμα αδείας, αφού όλοι έχουμε επίγνωση του συνταγματικού μας ρόλου.  Η αναφορά αυτή γίνεται προκειμένου να αναδειχθεί, με την παράθεση πραγματικών στοιχείων και όχι με αοριστολογίες, ότι η παγίωση μιας τυχόν μείωσης των δικαστικών διακοπών, όχι μόνο δεν θα επιφέρει την πολυπόθητη επιτάχυνση στην απονομή της δικαιοσύνης, αλλά θα επιδεινώσει ακόμη περισσότερο το πρόβλημα με τη σώρευση περισσότερων εκκρεμών δικογραφιών. Και τούτο διότι η αιτία για την παρατηρούμενη επί σειρά ετών επιβράδυνση στη περαίωση των δικογραφιών δεν είναι οι παρατεταμένες δικαστικές διακοπές, ούτε βέβαια η νωθρότητα και η ανεπάρκεια μας, αλλά το ότι είμαστε εξαιρετικά λίγοι άνθρωποι που καλούμαστε κάθε χρόνο να εντατικοποιούμε περισσότερο τις προσπάθειες μας για να αντεπεξέλθουμε στις ογκωδέστατες χρεώσεις. Η λύση λοιπόν θα ήταν η πραγματικά γενναία αύξηση των οργανικών θέσεων όλων των βαθμών, προκειμένου επιτέλους να επέλθει μία εξισορρόπηση στο ανθρώπινο δυναμικό και στον συνεχώς αυξανόμενο όγκο εργασίας. Με τον τρόπο αυτό, και όχι με ημίμετρα που συνήθως προτάσσονται από τον νομοθέτη για να αντιμετωπιστεί προσωρινά το πρόβλημα της συσσώρευσης των υποθέσεων (όπως  μαζικές παραγραφές αδικημάτων αμφιβόλου συνταγματικότητας) ή με «ακατανόητες» ενέργειες (όπως η ανακατανομή μεγάλου αριθμού εφετών σε προέδρους εφετών και τώρα αντεισαγγελέων εφετών σε εισαγγελείς εφετών, με την ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων των πρώτων εξ αυτών), θα μπορούσαμε να μιλήσουμε αφενός για ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, αφετέρου για το δικαίωμα έστω και σε ολιγοήμερη ξεκούραση από τις υπηρεσιακές μας υποχρεώσεις. Και το κυριότερο, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε ρεαλιστικά και αφήνοντας στην άκρη το κυνήγι μαγισσών για ουσιαστική επιτάχυνση στην απονομή της δικαιοσύνης. Ωστόσο είναι λυπηρή η διαπίστωση ότι αναφαίνονται και πάλι ποιες είναι οι πραγματικές προθέσεις της πολιτείας πίσω από το ψευτοεπιχείρημα της αναπλήρωσης των χαμένων δικασίμων. Μα προφανώς η εντατικοποίηση της εργασίας με το ήδη υπάρχον έμψυχο δυναμικό.