ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ – ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΣ, ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ – ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΣ

Οι παρακάτω προτάσεις αποτελούν το αποτέλεσμα του αναμφισβήτητου από τους πάντες αδιεξόδου στο οποίο έχουν επέλθει οι Έλληνες Ειρηνοδίκες, αφού οι όποιες νομοθετικές διατάξεις που διέπουν τους όρους τις προϋποθέσεις ασκήσεως της υπηρεσιακής τους κατάστασης και του δικαιοδοτικού τους έργου είναι ασαφείς και νεφελώδεις. Οι διατάξεις αυτές πρέπει επιτέλους να συγκεκριμενοποιηθούν όχι απολύτως και αναγκαστικά όπως τις οραματίζεται η γράφουσα που τυγχάνει ανεξάρτητη υποψήφια στις επικείμενες εκλογές της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων αλλά όπως επιθυμεί η πλειοψηφία των Ειρηνοδικών σε συνεργασία πάντα με τους συναδέλφους του πρώτου βαθμού προκειμένου να επιτευχθεί η σύνθεση, η συναδελφική αλληλεγγύη και η αρμονική συνεργασία. Ανεξαρτήτως της τελικής διατύπωσης που θα λάβει χώρα κατόπιν διαβουλεύσεων το σίγουρο είναι ότι οι συνθήκες εργασίας και η υπηρεσιακή κατάσταση των Ειρηνοδικών πρέπει να αποτελέσει μέλημα του επόμενου ΔΣ και τα σχετικά ζητήματα να τίθενται στην ημερήσια agenda όλων ανεξαιρέτως των συνεδριάσεων με τοποθετήσεις των μελών του ΔΣ οι οποίες θα γνωστοποιούνται δημόσια. Θεωρώ ότι οι παρακάτω προτάσεις -κάποιες από αυτές αποτελούν χρόνιο αίτημα των Ειρηνοδικών- εκφράζουν την συντριπτική πλειοψηφία των Ειρηνοδικών ωστόσο κάθε κριτική είναι καλοδεχούμενη.

  1. Βιώσιμη λύση στο νομοσχέδιο που επίκειται για την επίσπευση των εκκρεμών αιτήσεων του ν.3869/2010, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τις υπηρεσιακές ανάγκες εκάστου Ειρηνοδικείου και τις αντοχές των υπηρετούντων Ειρηνοδικών, με σεβασμό στους Κανονισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας των Ειρηνοδικείων.
  2. Αύξηση των οργανικών θέσεων των Ειρηνοδικών και άμεση αναπλήρωση όλων των υφιστάμενων κενών στα Ειρηνοδικεία.
  3. Κατάργηση ανενεργών Ειρηνοδικείων.
  4. Μισθολογική εξομοίωση των Ειρηνοδικών με τους συναδέλφους του πρώτου βαθμού, τους Στρατιωτικούς Δικαστές και τους Δικαστικούς πληρεξουσίους του ΝΣΚ δεδομένης της από 10 ετίας ανάθεσης στα Ειρηνοδικεία του μεγαλύτερου μέρους της δικαστηριακής ύλης του πρώτου βαθμού.
  5. Νομοθετική διάταξη κατά την οποία ρητά πλέον θα ανατίθενται σε όλους τους δικαστικούς λειτουργούς οι κατ οίκον έρευνες του άρθρου 9 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις αρχές της δίκαιης κατανομής και της ισότητας που προβλέπει το Σύνταγμα ώστε να μην πραγματοποιούνται αυτές στην πράξη αποκλειστικά σε Ειρηνοδίκες και Πταισματοδίκες.
  6. Τροποποίηση του άρθρου 5 παρ.1 περ. δ του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων ώστε η αναπλήρωση Πρωτοδίκη από Ειρηνοδίκη να λαμβάνει χώρα μόνο όταν στην έδρα του Πρωτοδικείου υπηρετούν κάτω από 6 Πρωτοδίκες ήτοι 2 συνθέσεις Τριμελών Πλημμελειοδικείων.
  7. Δικαίωμα των Ειρηνοδικών μετά από κάποια έτη ευδόκιμης υπηρεσίας, ο αριθμός των οποίων θα καθορισθεί μετά από διαβούλευση, να μεταταχθούν στον βαθμό του Πρωτοδίκη.
  8. Νομοθέτηση της λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων είτε από τους δικηγόρους είτε από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου στον οποίου απευθύνονται είτε από τον Γραμματέα του Ειρηνοδικείου.
  9. Βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής για συναινετικά διαζύγια από ΚΕΠ ή συμβολαιογράφο ή δικηγόρο και όχι από τη γραμματεία του Ειρηνοδικείου, για την αποσυμφόρηση των γραμματειών.
  10. Συναινετικές προσημειώσεις και εξαλείψεις αυτών, σύσταση / τροποποίηση/διάλυση σωματείων, συνεταιρισμών, ενεργειακών κοινοτήτων κ.λπ., σφράγιση οικίας αποκλειστικά από συμβολαιογράφους, χωρίς την καθ΄ οιονδήποτε τρόπο εμπλοκή Ειρηνοδίκη.
  11. Καθολική κατάργηση της θεώρησης βιβλίων από Ειρηνοδίκη, κατά τον τρόπο της συλλήβδην κατάργησης των πταισμάτων, και την ανάθεση τους σε συμβολαιογράφους ή δικηγόρους.
  12. Εισαγωγή του τεκμηρίου ομολογίας στην ερήμην υποθέσεις των εργατικών διαφορών.

Συνάδελφοι, λόγω της μη ένταξής μου σε ομάδες και μηχανισμούς γνωρίζω ότι η εκλογή μου είναι δύσκολη. Με τις ως άνω προτάσεις με τις οποίες ζητώ το νομοθετικό προσδιορισμό της θέσης μας σε σχέση με τους υπόλοιπους συναδέλφους του πρώτου βαθμού η εκλογή μου γίνεται ακόμα δυσκολότερη. Αποφάσισα όμως ο καθένας συνάδελφος να ξέρει τι ψηφίζει, να δημοσιοποιήσω την αλήθεια μου και τα οράματά μου αναλαμβάνοντας το κόστος. Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος, σας ζητώ μία τελευταία χάρη.

ΝΑ ΑΓΩΝΙΖΕΣΤΕ

Με συναδελφικούς χαιρετισμούς

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ

ΑΝΕΞΡΤΗΤΗ ΥΠΟΨΗΦΙΑ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

 

 

Η ΕΠΙΣΠΕΥΣΗ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΤΟΥ Ν. 3869/2010, Ακριβής Ερμίδου, Ειρηνοδίκη Α΄ Αθηνών

Η ΕΠΙΣΠΕΥΣΗ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΚΚΡΕΜΩΝ

 

ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΤΟΥ Ν. 3869/2010

 

    Ακριβής Ερμίδου,Ειρηνοδίκη Α΄Αθηνών

 

————————-

 

Επίκειται εντός των αμέσως επομένων ημερών να τεθεί  σε δημόσια διαβούλευση σχέδιο Νόμου, που περιέχει διατάξεις  με τις  οποίες ρυθμίζεται η επιτάχυνση εκδίκασης εκκρεμών δικών του ν. 3869/2010 .

Ειδικότερα, για τις  συγκεκριμένες   ρυθμίσεις είχε συσταθεί με την ΥΑ 93724/φ.335/19.12.2019 Ομάδα Εργασίας με αντικείμενο τη μελέτη και την πρόταση λύσεων επί του δικονομικού πλαισίου εκδίκασης των διαφορών του ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις» και την  εναρμόνιση προς στις επιταγές της παρ.1 του άρθρου 6  της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για την εύλογη διάρκεια της δίκης και την αποτελεσματικότητα της έννομης προστασίας. Μετά την συγκρότησή της, υπό την προεδρία του καθηγητή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, κ. Παναγιώτη Γιαννόπουλου, και  στην οποία η γράφουσα συμμετείχε με την ιδιότητα της  εκπροσώπου της ΕΔΕ , που ορίσθηκε από το Προεδρείο της  και απολάμβανε της εμπιστοσύνης του,  η Ομάδα Εργασίας, κατόπιν πολυάριθμων και πολύωρων συνεδριάσεων, αφού  επεξεργάσθηκε τα διαθέσιμα στατιστικά του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τα έτη 2018, 2019 σε σχέση με τις υποθέσεις του Ν. 3869/2010 και κάλεσε προς ακρόαση αρμόδιους φορείς και Υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων τις διοικήσεις των Ειρηνοδικείων Αθηνών και Πειραιώς ,συνέταξε πόρισμα που κατέθεσε στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης .

Σύμφωνα με το  παραπάνω πόρισμα   η  αναμόρφωση του ουσιαστικού πλαισίου παροχής προστασίας σε υπερχρεωμένα νοικοκυριά, έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικών παρεμβάσεων με τους Ν. 4161/2013, 4366/2016, 4384/2016, 4549/2018, 4336/2015 κ.α.  και κατά συνέπεια  η αποσυμφόρηση των επιβαρυμένων Ειρηνοδικείων θα έπρεπε  να υλοποιηθεί μέσω στοχευμένων δικονομικών μέτρων που θα αφορούν αποκλειστικά τις αιτήσεις που είναι εκκρεμείς πέραν ορισμένης ημερομηνίας δικασίμου  και με γνώμονα την παροχή επαρκούς χρονικού περιθωρίου σε όλους τους ενδιαφερόμενους (ειρηνοδίκες, δικηγόροι, δανειολήπτες, πιστωτικά ιδρύματα, λοιποί πιστωτές) για την προετοιμασία τους.

 

Κατά τις εργασίες της Ομάδας  επιχειρήσαμε, σε πρώτο επίπεδο, να αναδείξουμε την πλήρη ανταπόκριση των Ειρηνοδικών στην εφαρμογή του Ν. 3869/2010, και  επιπλέον, να συμβάλλουμε στον εντοπισμό  των  αιτίων που προκάλεσαν την υπερφόρτωση συγκεκριμένων Ειρηνοδικείων, κυρίως της περιφέρειας Αττικής, που  είχε σαν συνέπεια τον προσδιορισμό  μεγάλου  αριθμού υποθέσεων  του Ν. 3869/2010  σε δικασίμους μετά την 1.1.2021,   ακόμη και πέραν του έτους 2030. Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία προέκυπτε ότι τα περισσότερα Ειρηνοδικεία είχαν  εναρμονίσει τον  Κανονισμό  Λειτουργίας τους στο ν. 4336/2015,  είχαν προβεί σε επαναπροσδιορισμό των υποθέσεων που εκκρεμούσαν μετά την 31.12.2018 εντός των ορίων των δυνατοτήτων  τους  σε ανθρώπινο δυναμικό και  υλικοτεχνική υποδομή ,με συνέπεια την υπερχρέωση  των Ειρηνοδικών, αφού στην πλειοψηφία  τους οι συνάδελφοι, είτε υπηρετούν σε ειδικό τμήμα υπερχρεωμένων είτε όχι, κατά μέσον όρο, χρεώνονται περισσότερες από  180  υποθέσεις (αμιγώς υπερχρεωμένων είτε συνολικά με τις λοιπές  διαδικασίες). Χαρακτηριστική είναι  η περίπτωση  του Ειρηνοδικείου Νικαίας, στο οποίο κάθε δικαστής χρεώνεται κατά μέσο όρο 250 υποθέσεις ανά έτος. Έτσι, λοιπόν, συνάγονταν, εξ αρχής, το συμπέρασμα ότι  υφίσταται διοικητική αδυναμία για διαχείριση των ανωτέρω υποθέσεων, η οποία οφείλονταν – κατά την  γνώμη μας  -αφενός μεν στην έλλειψη  δικαστών (λόγω της  μη ορθολογικής κατανομής  των οργανικών θέσεων  σε σχέση με τις εισερχόμενες στο δικαστήριο υποθέσεις , είτε  λόγω  αναρρωτικών αδειών κοκ), καθώς και στην έλλειψη της κατάλληλης γραμματειακής υποστήριξης, αφετέρου, δε,  και κυρίως, στον ιδιαίτερα μεγάλο όγκο των εισερχομένων  υποθέσεων των υπερχρεωμένων  φυσικών  προσώπων  κατά τα τελευταία  έτη, γεγονός που  αυτονόητα συνεπαγόταν ότι η όποια  λύση  προκρινόταν  για  την  εκδίκαση  των συγκεκριμένων υποθέσεων, θα έπρεπε να λάβει   υπόψη της    τον ανθρώπινο παράγοντα.

 

Προς το σκοπό αυτό έθεσα  υπόψη της Ομάδας Εργασίας   την ανάγκη : α) άμεσης κάλυψης των κενών οργανικών θέσεων  που υπάρχουν αυτή τη   στιγμή, όπως έχουν προκύψει  στις 30.6.2019, β)εξέτασης του ζητήματος της   ανακατανομής των οργανικών θέσεων των Ειρηνοδικών  ώστε να επέλθει εξορθολογισμός και να ενισχυθούν τα Ειρηνοδικεία στα οποία κυρίως παρατηρείται δυσαναλογία των εισερχομένων υποθέσεων με τις ήδη υφιστάμενες οργανικές θέσεις (σχετικό το υπ΄αριθμ. πρωτ. 1585/2019 αναλυτικό έγγραφο Ειρηνοδικείου Κρωπίας), γ) εναρμόνισης του Κανονισμού Λειτουργίας σε όποιο Ειρηνοδικείο δεν έχει γίνει ακόμη,  με σκοπό τον επαναπροσδιορισμό των ανωτέρω υποθέσεων σε συντομότερες  δικασίμους καθώς  και  δ) εξισορρόπησης της χρέωσης των  υπηρετούντων σ΄ αυτά Ειρηνοδικών σε αριθμό λογικό μεν, ανάλογο, όμως, του αριθμού των υπηρετούντων .

Ωστόσο, και ανεξάρτητα από τους λόγους που οδήγησαν στην υπερφόρτωση των πινακίων,  κυρίως της περιφέρειας Αθηνών και Πειραιώς, διαπιστώθηκε, επιπλέον, ότι με τα διαθέσιμα δεδομένα, ήταν   αδύνατη η εκκαθάριση των εκκρεμών αιτήσεων του Ν. 3869/2010 σε χρόνους σύμφωνους  με  τις επιταγές του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ .Ετσι λοιπόν η Ομάδα Εργασίας προέβη στην διατύπωση μέτρων που, σαν κύρια βάση τους, έθεσαν την ανάγκη επίσπευσης των εκκρεμών υποθέσεων με επιμέλεια του αιτούντος καθώς  και την απλοποίηση και τον εξορθολογισμό του δικονομικού πλαισίου εισαγωγής των υποθέσεων του Ν. 3869/2010 προς συζήτηση, με την υιοθέτηση συστήματος ανάλογου με το επιτυχημένο  δικονομικό πρότυπο της νέας  τακτικής διαδικασίας αλλά και της ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών.

Στην κατεύθυνση αυτή, ωστόσο, έπρεπε να αντιμετωπισθεί ο ενδεχόμενος κίνδυνος τα Ειρηνοδικεία να βρεθούν μπροστά σε μια νέα επιβάρυνση των πινακίων από το νέο αυτό επαναπροσδιορισμό των υποθέσεων. Για τον λόγο αυτό, και ύστερα από αναλυτική και διεξοδική -εκ μέρους μας  -ανάδειξη των  ανεπιθύμητων συνεπειών , προτείναμε κατ΄αρχήν και έγινε αποδεκτό από τα μέλη της Ομάδας Εργασίας  ότι   η διαδικασία του επαναπροσδιορισμού πρέπει να  γίνει από τα ίδια τα Ειρηνοδικεία στα οποία εκκρεμούσαν οι εν λόγω υποθέσεις ,αποκλείοντας την διερεύνηση της δυνατότητας ίδρυσης Υπερειρηνοδικείων, αποκλειστικά, για τις δίκες του ν. 3869/2010,   όπως, ατυχώς, είχε προταθεί από θεσμικό φορέα, αλλά και άλλων λύσεων, που ενδεχομένως επηρέαζαν την υπηρεσιακή κατάσταση συναδέλφων. Περαιτέρω, όμως, για να αποφευχθεί και ο κίνδυνος της νέας επιβάρυνσης των Ειρηνοδικών που μέχρι τότε είχαν επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια στον επαναπροσδιορισμό και εκκαθάριση των εκκρεμών υποθέσεων, θεωρήσαμε  ως ορθή λύση  την υιοθέτηση ως πλασματικής  ημερομηνίας συζήτησης, της  ημερομηνίας κλεισίματος της δικογραφίας (κατάθεση προσθήκης).[1] Με  το προτεινόμενο αυτό σύστημα, η υπόθεση λογίζεται συζητηθείσα κατά την εκπνοή της ημερομηνίας κατάθεσης των προσθηκών των διαδίκων, χωρίς να  συγχέεται με την ημερομηνία χρέωσης της υπόθεσης στον Δικαστή,  ενώ στη συνέχεια,  και  μετά το κλείσιμο της δικογραφίας, η υπόθεση θα διαβιβάζεται στον Προϊστάμενο του αντίστοιχου Ειρηνοδικείου, ο οποίος θα προβαίνει στη χρέωση της υπόθεσης σε Δικαστή, κατά τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό του οικείου Δικαστηρίου. Έτσι, λοιπόν, επιτυγχάνεται διττός στόχος. Αφενός, δεν παρακάμπτεται ο Κανονισμός των Δικαστηρίων και αφετέρου η προθεσμία για την έκδοση απόφασης συνδέεται με την χρέωση στο Δικαστή και όχι με την πλασματική συζήτησή της.

Τέλος, ή Ομάδα εργασίας πρότεινε, χάριν της πρόληψης αδικιών, την προσωρινή αναστολή της ισχύος του άρθρου 91 § 2 αναφορικά με τις υποθέσεις του Ν. 3869/2010 για διάστημα μιας διετίας, ώστε να υπάρχει  επαρκές χρονικό περιθώριο στους  δικαστικούς λειτουργούς για την έκδοση των αποφάσεων, ενώ σημαντική προϋπόθεση όλων των ανωτέρω ρυθμίσεων κρίθηκε  ι / η ενίσχυση των Ειρηνοδικείων  σε ανθρώπινο δυναμικό, με την άμεση κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων και την τοποθέτηση τουλάχιστον 60 Ειρηνοδικών σε βάθος τριετίας στα Ειρηνοδικεία των πληττόμενων περιφερειών ιι/ η επιμόρφωση τόσο των υπηρετούντων  Ειρηνοδικών  όσο και εκείνων  που θα προσληφθούν κατά το διάστημα 2020-2022. Προς τον σκοπό αυτό  μάλιστα η  Ομάδα Εργασίας εισηγήθηκε  να γίνει χρήση της πρόβλεψης του άρθρου 38 Ν. 3689/2008 (όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4587/2018) με τη διοργάνωση τοπικού επιμορφωτικού προγράμματος στο Εφετείο Αθηνών. Ειδικά στην περίπτωση της επιμόρφωσης των νέων Ειρηνοδικών, ενδείκνυται επιπλέον η συμπλήρωση της ύλης του προγράμματος επιμόρφωσης με συνεδρίες σχετικές με την επεξεργασία δικογραφιών Ν. 3869/2010, τη συγγραφή αποφάσεων και τη διανομή σχεδίων αποφάσεων  .

Με το ανωτέρω προτεινόμενο πόρισμα, συνεπώς: α) αναδείξαμε την επιτυχή διαχείριση του όγκου των αιτήσεων του ν. 3869/2010 τα προηγούμενα χρόνια εφαρμογής του, έτσι ώστε, να γίνει αντιληπτό στην κοινωνία ότι η μεγάλη πλειονότητα των Ειρηνοδικείων ανταπεξήλθε στο δύσκολο έργο που μας ανέθεσε η Πολιτεία, β) αναλύσαμε διεξοδικά, τα αίτια υπάρξεως εκκρεμών αιτήσεων, γ) προτείναμε την υιοθέτηση σύγχρονων δικονομικών λύσεων εκδίκασής τους, με βάση τη νέα τακτική διαδικασία, που με βάση την προηγούμενη εμπειρία μας στην επιτροπή αξιολόγησης του ν. 4335/2015, έχει κριθεί, ως απολύτως επιτυχημένη στα Ειρηνοδικεία, αλλά και την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών, την οποία, ήδη, επίσης, επιτυχημένα εφαρμόζουμε, δ) αποτρέψαμε λύσεις αποσπασματικές με βάση την συγκυρία και την υιοθέτηση των Κανονισμών των Ειρηνοδικείων, ως δικλείδα ασφαλείας εκδίκασης των εκκρεμών αιτήσεων του ν. 3869/2010, αλλά, ε) και την ανάγκη ενίσχυσης σε ανθρώπινο δυναμικό, προκειμένου να εκκαθαριστούν οι εν λογω εκκρεμείς δίκες σε χρόνο που θα εναρμονίζεται με τις επιταγές του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.   

Κλείνοντας την παρούσα ενημέρωση,  θα ήθελα να επισημάνω ότι  οι επιθέσεις στο  πρόσωπό μου  εν όψει των επερχομένων αρχαιρεσιών της ΕΔΕ,  κρίνονται τουλάχιστον κατά  την δική μου άποψη, ανεπιτυχείς και άστοχες λαμβανομένου υπόψη ότι    κατά την 4ετή  θητεία μου   ως μέλος του Προεδρείου της ΕΔΕ, ενήργησα πάντα  θεσμικά και προς το όφελος των συναδέλφων μου.   Κατά συνέπεια δεν θα  ακολουθήσω πρακτικές  φτηνού  συνδικαλιστικού ύφους  που δεν με αντιπροσωπεύουν.

 

[1] (Απόσπασμα του πορίσματος) Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ [ΕΔΔΑ, 29.5.1986, Deumeland v. Germany, 9384/ 81, § 90∙ ΕΔΔΑ, 12.10.1992, Boddaert v. Belgium, 12919/ 87, § 39∙ Jussila v. Finland, § 42] η διενέργεια προφορικής ακροαματικής διαδικασίας στην πρωτοβάθμια πολιτική δίκη δεν ανάγεται σε εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για τη συμμόρφωση των κρατών μελών στις επιταγές του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ, αλλά επιβάλλεται να συνεκτιμώνται πάντοτε οι παράμετροι της οικονομίας της δίκης και της αρχής της αναλογικότητας. Καταλείπεται δε, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ στη διακριτική ευχέρεια των εθνικών νομοθεσιών να προβλέψουν τη μόνον κατ’ εξαίρεση διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν η γενικευμένη πρόβλεψη ακροαματικής διαδικασίας θα αποτελούσε τελικά εμπόδιο στην επιταγή του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ για εύλογη διάρκεια της δίκης [ΕΔΔΑ, 24.6.1993, Schuler-Zgraggen v. Switzerland, 24.6.1993 § 58]. Αυτό που είναι κρίσιμο κατά το ΕΔΔΑ για την κατάφαση του «εξαιρετικού χαρακτήρα» των περιστάσεων, αποτελεί η τη φύση της διαφοράς και όχι η συχνότητα με την οποία ανακύπτει, οπότε ο αποκλεισμός της προφορικότητας δεν είναι αναγκαίο να περιορίζεται μόνον σε «σπάνιες» περιπτώσεις [ΕΔΔΑ, 21.2.1990, Hakanson, Sturresson v. Sweden, § 64]∙ το στοιχείο αυτό συντρέχει π.χ. όταν δεν υφίστανται ιδιαίτερες αμφισβητήσεις για το πραγματολογικό μέρος της υπόθεσης και το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αποφανθεί με ασφάλεια με βάση τις προτάσεις των διαδίκων και τα εγγράφως αποτυπούμενα αποδεικτικά μέσα ΕΔΔΑ, 12.11.2002, Dory v. Sweden, 28394/95, § 37∙ ΕΔΔΑ 25.11.2003, Prusiheimo v. Finland, 57795/00, σ. 7∙ Jussila v. Finland, § 41; Suhadolc v. Slovenia (dec.), σ. 13∙ Grande Stevens and Others v. Italy, 8640/10 18647/ 10 18663/10, § 119]. Κατά τη γνώμη της Ομάδας Εργασίας, η εγκατάλειψη της υποχρεωτικής προφορικής συζήτησης των αιτήσεων του Ν. 3869/2010 δεν αντιμετωπίζει προβλήματα συνταγματικότητας δεδομένου ότι κατά τη γνώμη που φαίνεται να επικρατεί πλέον στην επιστήμη [Μακρίδου, Πορίσματα, 42ο Συνέδριο Ένωσης Ελλήνων Δικονομολόγων, 2017, σ. 440∙ Αθ. Πανταζόπουλος, Η Αρχή της δημοσιότητας στην πολιτική δίκη, 2009, σ. 479 επ., κατά τους οποίους η προφορικότητα δεν πρέπει να συνδέεται με τη δημο-σιότητα. Πρβλ. ακόμη Απαλαγάκη, Το δικαίωμα ακροάσεως των διαδίκων στην πολιτική δίκη. Έννοια, περιεχόμενο, εκφάνσεις, 1989, σ. 42 επ. (σύμφωνα με την οποία υπό το πρίσμα του άρθρου 20 Σ, δεν δεσμεύεται ο νομοθέτης για την προφορική διεξαγωγή της δίκης). Προς στην κατεύθυνση αυτή κινήθηκαν και τα πορίσματα της πρόσφατης Ημερίδας της Ολομελείας των Δικηγορικών Συλλόγων της 14.11.2019, όπου και διατυπώθηκε εισήγηση για την κατάργηση της προφορικής συζήτησης στο πλαίσιο της νέας τακτικής διαδικασίας και να λογίζεται η δικογραφία κλειόμενη και η υπόθεση συζητηθείσα ευθύς μετά την κατάθεση των προτάσεων [βλ. την πρόταση αυτή αναλυθείσα και παλαιότερα σε Καλαβρό, 45 χρόνια εφαρμογής του ΚΠολΔ -Παρελθόν, παρόν, μέλλον- Γενικό Μέρος, ΕλλΔνη 2012. 1 επ].

Το σχέδιο νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά Πράξεις και παραλείψεις – Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, Εφέτης

Το σχέδιο νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά 

Πράξεις και παραλείψεις

 

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, Εφέτης

      Σε αρθρογραφία της στον ηλεκτρονικό τύπο πριν λίγες ημέρες (dikastis.blogspot.com/8.7.2020, dikastiko.gr/9.7.2020) Συνάδελφος Ειρηνοδίκης, παρουσίασε σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το οποίο επέρχονται σημαντικές αλλαγές στην διαδικασία του ν.3869/2010. Στο ίδιο άρθρο παρατίθεται σχεδόν όλο το περιεχόμενο των ρυθμίσεων, ενώ σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυκλοφόρησε το σύνολό τους.

     Η έκπληξη, που προκλήθηκε, δεν αφορά μόνον σε ορισμένες εκ των ρυθμίσεων, αλλά και στο γεγονός, ότι σε αυτές φαίνεται, ότι συνέπραξαν, άνευ αντιρρήσεων, εκπρόσωποι του Δικαστικού Σώματος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την υπ αρ. 93724/Φ.35/19.12.2019 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ τ.Υ.Ο.Δ.Δ. 1102/27.12.2019), συστάθηκε Ομάδα Εργασίας, προκειμένου να εκπονήσει μελέτη, που αποτέλεσε τη βάση για τις ρυθμίσεις του ανωτέρω σχεδίου νόμου. Στην Ομάδα αυτή εκπροσωπήθηκε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων από την Ειρηνοδίκη κ. Α.Ερμίδου, τότε Υπεύθυνη Οικονομικής Διαχείρισης της Ένωσης και το Ειρηνοδικείο Αθηνών από τους Ειρηνοδίκες κ.κ. Β.Φούρκα και Γ.Δελή. Η Ομάδα εργασίας φαίνεται να ολοκληρώνει τις εργασίες της τον Απρίλιο τ.ε., πλην όμως το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης ουδέποτε πληροφορήθηκε από τους ανωτέρω εκπροσώπους μας τις εργασίες της  Ομάδας, ουδέποτε ετέθη υπόψη του η μελέτη και το επίμαχο σχέδιο νόμου, ώστε να γίνει η απαραίτητη διαβούλευση και ουδέποτε οι χειρισμοί των εκπρόσωπων μας έτυχαν της έγκρισης του. 

     Αν είχαμε λάβει εγκαίρως γνώση του περιεχομένου του πορίσματος και του σχεδίου νόμου, ή έστω κάποιες πληροφορίες για την πορεία των εργασιών της Ομάδας Εργασίας (αλήθεια, η ημερομηνία ολοκλήρωσης του και σύνταξης των σχετικών πορισμάτων συμπίπτει με άλλα γεγονότα που σχετίζονται με τη λειτουργία της ΕνΔΕ;) θα είχαμε εκφέρει δημόσια, όπως η δεοντολογία και η μεθοδολογία της νομοθέτησης με τη συμμετοχή των εμπλεκόμενων φορέων επιβάλλει, τους προβληματισμούς και την διαφωνία μας προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης για συγκεκριμένες ρυθμίσεις και οπωσδήποτε θα είχαμε εξοπλίσει τους καλούς συναδέλφους (οι οποίοι εξ όσων γνωρίζω δεν υπηρετούν στο Τμήμα Υπερχρεωμένων) στο έργο τους στην Ομάδα Εργασίας με επιχειρήματα για τα όρια της ορθής νομοθέτησης εντός του πλαισίου, που καθορίζει το Σύνταγμα και ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών.  

     Το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου, του οποίου η ύπαρξη και το περιεχόμενο δεν αμφισβητήθηκε, ούτε από τους μετέχοντες στην Ομάδα Εργασίας συναδέλφους, εμφανίζει  τουλάχιστον τρία σοβαρά προβλήματα. Το πρώτο: η διαδικασία επαναπροσδιορισμού δεν προβλέπει συζήτηση σε δημόσια συνεδρίαση. Η συγκεκριμένη παράλειψη συνιστά ευθεία παραβίαση του Συντάγματος και συγκεκριμένα του άρθρου 93 παρ.2 το οποίο επιβάλει την   δημοσιότητα των συνεδριάσεων και τον κατ’ εξαίρεση περιορισμό τους με αυστηρά κριτήρια, που εκφεύγουν του περιεχόμενου του ν.3869/2010. Να θυμίσω ότι η νέα τακτική διαδικασία που καθιερώθηκε με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας του 2015 προβλέπει δημόσια συζήτηση των υποθέσεων ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Το δεύτερο:  η ασάφεια της ρύθμισης της άρσης του φορολογικού και τραπεζικού απορρήτου του αιτούντος. Η ρύθμιση είναι ελλιπής, διότι δεν λαμβάνει υπόψη της την ειδική νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα και την επεξεργασία τους, ενώ παραμένουν ασαφείς οι ρυθμίσεις για την διαδικασία και το εύρος της πληροφορίας, που θα τίθεται υπόψη των πιστωτών. Το τρίτο : η ρύθμιση περί επαναπροσδιορισμού όλων των εκκρεμουσών υποθέσεων κατά το χρονικό διάστημα από 15.11.2020 έως την 31.3.2021 σε συνδυασμό με την θεσμοθέτηση της υποχρέωσης των Δικαστών να εκδώσουν τις αποφάσεις επ’ αυτών εντός εξαμήνου, δηλαδή έως την 30.9.2021. Η ρύθμιση αυτή είναι εξαιρετικά προβληματική, γιατί θα μετακυλήσει την εκκρεμότητα των αδίκαστων υποθέσεων από τα ράφια της Γραμματείας των Δικαστηρίων στα σπίτια των Δικαστών. Είναι λογικά ανέφικτο στο ανωτέρω χρονικό διάστημα (15.11.2020-30.9.2021), από το υπάρχον ανθρώπινο δυναμικό των Ειρηνοδικείων της Χώρας (έστω και αν δια μαγείας αυξανόταν), να έχουν εκδοθεί 37.000 αποφάσεις σε 37.000 εκκρεμείς υποθέσεις (σύμφωνα με τα στατιστικά του Υπ.Δικαιοσύνης) και εξαιρετικά προβληματικό ως αντίληψη να μετατραπεί το πρόβλημα των υπερχρεωμένων νοικοκυριών σε πρόβλημα εκκρεμότητας των Ειρηνοδικών, που θα τις δικάσουν

     Τα προβλήματα αυτά του σχεδίου νόμου και κάποια ακόμα, που δεν είναι δυνατόν αυτή τη στιγμή να αναλυθούν, θα είχαν αποφευχθεί, αν οι εμπλεκόμενοι εκπρόσωποί μας είχαν τηρήσει την υποχρέωση τους για θεσμική επικοινωνία με τους φορείς που εκπροσωπούσαν. Το γιατί δεν το έπραξαν ας το απαντήσουν οι ίδιοι. 

    Το κρίσιμο αυτή τη στιγμή, για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης, είναι η αναγκαιότητα το Υπουργείο Δικαιοσύνης να προχωρήσει σε αναθεώρηση του ανωτέρω σχεδίου νόμου. Πρέπει να δοθεί χρόνος για διαβούλευση, που θα προφυλάξει την Πολιτεία από μια ακόμα αναποτελεσματική νομοθέτηση και τους Ειρηνοδίκες από την μετακύλιση σε αυτούς δικαστικής ύλης, που σε μεγάλο βαθμό δημιουργήθηκε από τις αστοχίες του νομοθέτη και θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί  με άλλα μέσα και οπωσδήποτε με τους θεσμοθετημένους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης των διαφορών. 

    Για τους λόγους αυτούς ζητώ την αναστολή της νομοθετικής πρωτοβουλίας με το ως άνω περιεχόμενο, προκειμένου να δοθεί χρόνος στην Προσωρινή Διοίκηση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και στο Ειρηνοδικείο Αθηνών για την  υποβολή παρατηρήσεων και την ανεύρεση ρεαλιστικών λύσεων.

      Πρέπει να καταστεί σαφές, ότι ο Δικαστής δεν μπορεί να είναι η λύση όλων των προβλημάτων σε αυτή τη Χώρα και οπωσδήποτε δεν έχει το μαγικό ραβδί να εξαφανίσει από τις Γραμματείες των Δικαστηρίων 37.000 εκκρεμείς υποθέσεις μέσα σε λιγότερο από έντεκα μήνες. Αν η Ομάδα Εργασίας δεν υπολόγισε αυτές τις παραμέτρους, ας συνειδητοποιήσει ο Νομοθέτης έστω την ύστατη στιγμή το ατελέσφορο του εγχειρήματος που του προτάθηκε.  

 

Επιστολή Αικατερίνης Μάτση, Αντεισαγγελέα Εφετών

                                                      Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι, 

Στιγμιότυπο 2020-07-16, 12.12.45 μ.μ.     Η μέχρι τώρα ενασχόληση μου με την ΕΔΕ εξαντλούνταν στην κριτική των θέσεων και του έργου των εκπροσώπων της και στην ψήφιση των εκάστοτε υποψηφίων. Ως απλή θεατής και με δεδομένο ότι μετά από κάποιο διάστημα όλοι λίγο πολύ γνωριζόμαστε μεταξύ μας, δεν άργησα να αντιληφθώ ότι υπήρξαν ευτυχώς  μεμονωμένες   περιπτώσεις  εκπροσώπων,  οι οποίοι  είχαν την πεποίθηση ότι λόγω της ιδιότητας τους, θα εξασφαλίσουν κάποια στιγμή του υπηρεσιακού τους βίου ανταποδοτικά οφέλη και ότι εν τέλει η εξασφάλιση προνομίων θα είναι η αυτοεκπλήρωσή τους. Ριζική ανατροπή στην παραπάνω άποψη έφερε η θέση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης τα τελευταία χρόνια, όταν πια έγινε σαφές, μέσα από τη σταθερή στάση συγκεκριμένων μελών του, ότι η Ένωση δεν είναι υπουργείο τύπου της εκάστοτε κυβέρνησης και τα μέλη της δεν επιδιώκουν a priori την υπηρεσιακή τους αναβάθμιση ή την κατάληψη κάποιας περίοπτης θέσης μετά τη συνταξιοδότηση τους. Αυτό οδήγησε αφενός στην επιθυμία μου για εγγύτερη παρακολούθηση των εργασιών της Ένωσης – αφού πλέον οι διαδικασίες δεν παρέμεναν αδιαφανείς –  αφετέρου στην ελπίδα ότι η έννοια του συνδικαλισμού βρήκε το αρχικό της νόημα, δηλαδή τη διαφύλαξη και προαγωγή των συμφερόντων του συνόλου των εργαζομένων του κλάδου μας.

Δυστυχώς, το τελευταίο διάστημα αποδείχθηκε ότι υπήρχε κατά τα φαινόμενα μόνο  ισορροπία στο διοικητικό συμβούλιο της Ένωσης. Όλοι μας γίναμε δέκτες των συγκρούσεων αναφορικά με τα ζητήματα που ανέκυψαν με αφορμή το νόμο για την ιδιωτική διαμεσολάβηση, την ανακατανομή των θέσεων των προέδρων και εισαγγελέων εφετών, τον περιορισμό των δικαστικών διακοπών, τις προτάσεις του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης κ. Πικραμμένου για τη Δικαιοσύνη, τις πολιτικές παρεμβάσεις στο έργο των εισαγγελικών λειτουργών στην υπόθεση στο Κουκάκι. Με κριτική διάθεση απέναντι σε όλους, τάχθηκα με τις θέσεις των μελών εκείνων που αταλάντευτα, χωρίς προσωπικά κίνητρα και ιδεολογικές αγκυλώσεις και κυρίως χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για το ποια κυβέρνηση διαδέχεται την άλλη, συνέχισαν έντιμα και καθαρά, χωρίς προσωπικές επιδιώξεις, να αγωνίζονται για τα αιτήματα όλων μας. Αυτοί οι τελευταίοι άνθρωποι με οδήγησαν στην απόφαση να συμμετάσχω στην εκλογική διαδικασία ως συνυποψήφια, με την ομάδα των συναδέλφων, Χριστόφορου Σεβαστίδη, Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Παντελή Μποροδήμου, Αικατερίνης Ντόκα, Ιωάννας Ξυλιά, Μιχάλη Τσέφα και Έφης Κώστα, με μοναδικό στόχο στο πλαίσιο της κοινής μας δράσης, τον επαναπροσδιορισμό του συνδικαλιστικού θεσμού μέσα από την έντιμη αντιμετώπιση των ζητημάτων, χωρίς δεύτερες σκέψεις και προσωπικά κίνητρα. Άλλωστε, με γνώμονα το συμφέρον όλων, είναι δυνατή η επίτευξη των στόχων μας, που θεωρώ αναγκαίο να μην εξαντλείται μόνο στα οικονομικά ζητήματα, αλλά να εστιάζει και στη βελτίωση των συνθηκών της ζωής μας και των οικογενειών μας, μέσα από τον εξορθολογισμό των μετακινήσεων μας στη διάρκεια του υπηρεσιακού μας βίου. Τέλος, εξίσου σημαντικό θεωρώ και το άνοιγμα μας στη κοινωνία με την παράλληλη διάχυση της άποψης ότι οι δικαστές και οι εισαγγελείς αποτελούμε ενεργά μέλη του κοινωνικού γίγνεσθαι, με ευρύτερη κουλτούρα, ικανοί να ανταποκριθούμε στον συνταγματικά κατοχυρωμένο ρόλο μας. 

Ανακοίνωση για την μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί

Αθήνα, 15.7.2020

 

Ανακοίνωση για την μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί

Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας, ενός μνημείου παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς και συμβόλου του Χριστιανισμού, σε μουσουλμανικό τέμενος, προσβάλλει θεμελιώδη δικαιώματα και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους όρους της Συνθήκης της UNESCO για την προστασία των μνημείων και περιοχών παγκόσμιας κληρονομιάς (1981), που έχει υπογράψει μεταξύ άλλων και η Τουρκία.

Το θέμα πρέπει να αποτελέσει μείζον ζήτημα επεξεργασίας για τη νέα Διοίκηση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, που θα προκύψει μετά τις εκλογές, προκειμένου να δώσουμε κοινό αγώνα με το σύνολο του δικηγορικού και νομικού κόσμου της Χώρας, ώστε να ανατραπεί μια τέτοια εξέλιξη, που θίγει την παγκόσμια ιστορία.

Ευστάθιος Βεργώνης , Αντεισαγγελέας Εφετών

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Ελευθερία Κώνστα, Εφέτης

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, Εφέτης

Νίκος Σαλάτας, Πρόεδρος Εφετών

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης

Δημήτριος Φούκας, Πρόεδρος Πρωτοδικών

 

Το δικαίωμα συνυπηρέτησης των συζύγων δικαστικών λειτουργών – Μιχάλης Τσέφας, Πρωτοδίκης

Το δικαίωμα συνυπηρέτησης των συζύγων δικαστικών λειτουργών που είναι δημόσιοι υπάλληλοι και υπάλληλοι ν.π.δ.δ. κατά τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (άρθ. 50 παρ. 5 εδ. β΄ του ν. 1756/1988 όπως ισχύει σήμερα).

                                                                     

                       Μιχάλης Τσέφας Πρωτοδίκης

                                                                     

Ένα σημαντικό ζήτημα που αφορά αρκετούς συναδέλφους, είναι το δικαίωμα συνυπηρέτησης των συζύγων μας οι οποίοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι ν.π.δ.δ. στον τόπο όπου εμείς υπηρετούμε, δηλαδή το δικαίωμα  να έλκουμε τους/τις ανωτέρω συζύγους μας στον τόπο της υπηρεσίας μας. Η ενασχόλησή μου με το ζήτημα αυτό ανέδειξε τον εξαιρετικά ελλειμματικό χαρακτήρα της υφιστάμενης ρύθμισης και τη μη κατ΄ουσίαν κατοχύρωση του δικαιώματός μας για το οποίο προβλέπει η σχετική διάταξη του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.) στο άρθ. 50 παρ. 5 εδ. β΄ του ν. 1756/1988, όπως ισχύει σήμερα με το άρθρο 94 παρ.1 του ν.4055/2012, ΦΕΚ Α΄ 51/12.3.2012. Το δικαίωμά μας αυτό, πρέπει να το κατοχυρώσουμε πλήρως με αντικατάσταση της υφιστάμενης διάταξης, έτσι ώστε να μην επιδέχεται ερμηνεία κατά το δοκούν από τη Διοίκηση και να προστίθενται προβλήματα στο ήδη επιβαρημένο έργο μας.  Αυτό είναι επιβεβλημένο, λόγω των ειδικών συνθηκών της εργασίας μας και της ειδικής υπηρεσιακής μας κατάστασης που σχετίζεται και με τις μετακινήσεις μας λόγω μετάθεσης, απόσπασης ή προαγωγής, προς ενίσχυση της απρόσκοπτης άσκησης των καθηκόντων μας ως δικαστικών λειτουργών, αλλά και δίκαιο,  καθώς  πέραν των πρακτικών ζητημάτων που είναι γνωστά ως προς τις υπηρεσιακές μας δυσκολίες, το αντίστοιχο δικαίωμα συνυπηρέτησης των συζύγων σε  διάφορες κατηγορίες  υπαλλήλων του δημοσίου ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί,  αναγνωρίζεται ήδη, με πλήρη και απόλυτη κατοχύρωση σε σύγκριση με εμάς, μη επιδεχόμενη ερμηνεία από τη Διοίκηση και με ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν ακόμη και κατά τη διάρκεια των «μνημονιακών χρόνων».

 

Α. Τι ισχύει σήμερα στη δική μας περίπτωση.

Στο άρθ. 50 παρ. 5 εδ. β΄ του ν. 1756/1988 (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.) όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 94 παρ.1 του ν.4055/2012, ΦΕΚ Α΄51/12.3.2012 (με ισχύ από 02.4.2012), ορίζεται ότι: «Δημόσιος υπάλληλος και υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου σύζυγος δικαστικού λειτουργού μπορεί να μετατίθεται ύστερα από αίτησή του στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγός του, εφόσον υπάρχει κενή θέση σε αντίστοιχη υπηρεσία».

Πριν την αντικατάσταση της  διάταξης  (με το άρθ. 94 παρ.1 του ν.4055/2012), αυτή ίσχυε υπό το άρθ.  8 του ν.1868/1989  [όπου αναριθμήθηκε με την παρ.2 του άρθρου 6 του  ν.2172/1993 (ΦΕΚ Α΄ 207) σε παράγραφο 2 (του άρθ. 50 ν. 1756/1988) από παράγραφο 3] και είχε την εξής διατύπωση: «Δημόσιος  υπάλληλος  και  υπάλληλος  νομικού  προσώπου  δημοσίου  δικαίου σύζυγος δικαστικού λειτουργού μετατίθεται  ύστερα  από  αίτησή του στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγός του, εφ` όσον υπάρχει κενή θέση  σε  αντίστοιχη  υπηρεσία.   Η  αποδοχή  της  αίτησης  δεν  είναι υποχρεωτική για  τη  διοίκηση  αν  δεν  έχει  παρέλθει  έτος  από  την προηγούμενη   μετάθεση». 

Κατ΄αρχάς, η απλή σύγκριση των δύο διατάξεων, καταδεικνύει πόσο αδύναμη κατέστη η δεσμευτικότητα που παράγει η εν λόγω ρύθμιση υπό τη νεώτερη σήμερα ισχύουσα διατύπωση, σε σχέση με την προϋφιστάμενη.  Τούτο, διότι με τη σημερινή της διατύπωση υπό το άρθ. 94 παρ.1 του ν.4055/2012, τίθεται πλέον το ρήμα «μπορεί», που σημαίνει ότι η Διοίκηση στην οποία υπηρετεί ο δημόσιος υπάλληλος ή ο υπάλληλος ν.π.δ.δ., έχει ευχέρεια και όχι υποχρεωτική δέσμευση, να επιτρέψει τη συνυπηρέτηση του υπαλλήλου αυτού με τον σύζυγό του δικαστικό λειτουργό στον τόπο όπου υπηρετεί ο τελευταίος.  Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στην προϋφιστάμενη διάταξη υπό το άρθ.  8 του Ν.1868/1989, αναφέρεται μόνον το ρήμα «μετατίθεται», στο δε δεύτερο εδάφιο της προϋφιστάμενης διάταξης, ορίζονταν  ως εκτέθη ότι: «η αποδοχή  της  αίτησης  δεν  είναι υποχρεωτική για  τη  διοίκηση  αν  δεν  έχει  παρέλθει  έτος  από  την προηγούμενη   μετάθεση», δηλαδή και σε αντιπαραβολή με το πρώτο εδάφιο, προκύπτει ότι η μετάθεση του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ν.π.δ.δ. λόγω συνυπηρέτησης με σύζυγο δικαστικό λειτουργό, ήταν πάντα υποχρεωτική για τη Διοίκηση (εφόσον υπήρχε κενή θέση σε αντίστοιχη υπηρεσία), πλην μιας εξαίρεσης όπου η Διοίκηση μπορούσε να αρνηθεί τη μετάθεση του υπαλλήλου της στον τόπο όπου υπηρετεί ο σύζυγός του δικαστικός λειτουργός, δηλαδή μόνον  αν  δεν  έχει  παρέλθει  έτος  από  την προηγούμενη   μετάθεσή του.

Είναι προφανής λοιπόν με την προϋφιστάμενη διατύπωση, η απόλυτη υποχρέωση της Διοίκησης (εφόσον υπήρχε κενή  οργανική θέση) να επιτρέπει τη μετάθεση του  υπαλλήλου της λόγω συνυπηρέτησης με το σύζυγό του δικαστικό λειτουργό και η μόνη εξαίρεση που της έδινε (της Διοίκησης) τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί, ήταν όταν  δεν είχε  παρέλθει  έτος  από  την προηγούμενη   μετάθεση και ο υπάλληλος ζητούσε νέα (μετάθεση). Σε αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε και το ΔΕφΑθ με την 1785/1997 απόφασή του (ΔΔΙΚΗ/1998. 670, ηλ.ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ») όπου το εν λόγω Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τον ειδικό χαρακτήρα της  επίμαχης ρύθμισης, αποφάνθηκε ρητά για την  υποχρεωτικότητα της συνυπηρέτησης (αφορούσε περίπτωση αίτησης μετάθεσης εκπαιδευτικού για να συνυπηρετήσει με τον σύζυγό της δικαστικό λειτουργό, την οποία αρνήθηκε η υπηρεσία της), αναφέροντας στην αιτιολογία του τα εξής: «…..Επειδή το π.δ. 50/8.3.1996 (ΦΕΚ Α` 45), το οποίο εξεδόθη κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 16 κεφ. Β` § 8 του ν. 1566/1985, ορίζει στο άρθρο 8 ότι: «1. Για τη μετάθεση εκπαιδευτικών που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτού του Π.Δ. απαιτείται υπηρεσία ενός έτους στην κατεχόμενη οργανική θέση μέχρι 31 Αυγούστου του έτους κατά το οποίο πραγματοποιούνται οι μεταθέσεις». Εξ άλλου το άρθρο 50 του ν. 1756/1988 «Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάσταση δικαστικών λειτουργών», όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α` 230), ορίζει στην § 3 αυτού ότι: «Δημόσιος υπάλληλος και υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου σύζυγος δικαστικού λειτουργού μετατίθεται ύστερα από αίτηση του στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγος του, εφ` όσον υπάρχει κενή θέση σε αντίστοιχη υπηρεσία. Η αποδοχή της αίτησης δεν είναι υποχρεωτική για τη διοίκηση αν δεν έχει παρέλθει έτος από προηγούμενη μετάθεση…». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η διάταξη της § 3 του άρθρου 8 του ν. 1868/1989 είναι ειδική, και ως τοιαύτη κατισχύει κάθε άλλης γενικής διατάξεως. Έτσι, αίτηση για μετάθεση συζύγου δικαστικού λειτουργού, που υπηρετεί στο Δημόσιο ή στα Ν.Π.Δ.Δ., στον τόπο που υπηρετεί ο σύζυγος δικαστικός λειτουργός, είναι υποχρεωτικά αποδεκτή για τη Διοίκηση, εφόσον υπάρχει κενή θέση, ενώ αν δεν έχει παρέλθει έτος από προηγούμενη μετάθεση ανήκει στη διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως να αποδεχθεί ή όχι την αίτηση μεταθέσεως του δημοσίου υπαλλήλου – συζύγου δικαστικού λειτουργού. Η ερμηνεία της διατάξεως αυτής (§ 3 άρθρου 8 ν. 1868/89) ως ειδικής συνάγεται: Εκ του ότι αναφέρεται στον ειδικό νόμο περί δικαστικών λειτουργών (ν. 1756/1988), με ρητή ρύθμιση των μεταθέσεων των δημοσίων υπαλλήλων -συζύγων δικαστικών λειτουργών. Εκ του σκοπού της διατάξεως αυτής, που αποβλέπει στην απρόσκοπτη αφοσίωση των δικαστικών λειτουργών στο λειτούργημα της απονομής της δικαιοσύνης, με τη συνυπηρέτηση των συζύγων. Εκ της γραμματικής ερμηνείας των εδαφίων α και β της παραγράφου αυτής. Εκ του γεγονότος ότι η θέσπιση και μόνο της διατάξεως αυτής αποσκοπεί στην ειδική μεταχείριση των δημοσίων υπαλλήλων – συζύγων δικαστικών λειτουργών, δεδομένου ότι, αν εφηρμόζοντο και στην περίπτωση αυτή, οι γενικές περί μεταθέσεων διατάξεις του ν. 1566/1985, και του π.δ. 50/1996, η διάταξη αυτή δεν θα είχε λόγο υπάρξεως. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση ………..Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με την παραπάνω μείζονα νομική σκέψη, η προσβαλλόμενη πράξη, κατά το μέρος που αφορά την αιτούσα, είναι μη νόμιμη, αφού εφήρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του π.δ. 50/1996, αντί της εφαρμοστέας εν προκειμένω ειδικής διατάξεως του άρθρου 8 § 3 του ν. 1868/1989. Επομένως εφόσον η αιτούσα υπέβαλε τη σχετική αίτηση για μετάθεση στον τόπο που υπηρετεί ο σύζυγος της – δικαστικός λειτουργός, στην περιοχή Α` Θεσσαλονίκης, όπου, όπως δέχεται η Διοίκηση, υπήρχε κενή θέση, όφειλε το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με το δεδομένο ότι η αιτούσα ουδέποτε από το 1991 που διορίστηκε μέχρι το 1997 που υπέβαλε την παραπάνω αίτηση (βλ. στοιχεία φακέλου της), μετατέθηκε, να αποδεχθεί το αίτημα της και να την μεταθέσει στην Α` περιοχή Θεσσαλονίκης, κατά προτεραιότητα. Ως εκ τούτου πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλομένη πράξη κατά το μέρος που παρέλειψε να μεταθέσει την αιτούσα στην Α` περιοχή Θεσσαλονίκης…».

Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφερθεί ότι είναι άξιο απορίας πως μπόρεσε και με ποιο σκεπτικό να νομοθετηθεί η τελευταία  διάταξη  του 94 παρ.1 του ν.4055/2012, που κατέστησε εμφανώς πιο αδύναμη την εν λόγω ρύθμιση συνυπηρέτησης για εμάς  και μάλιστα σε καιρούς «μνημονίου» όπου οι οικονομικές μας δυσχέρειες εντάθηκαν και καθιστούσαν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη να συνυπηρετούμε με τους/τις συζύγους μας. Αντί λοιπόν στην τότε συγκυρία, όπως έπραξαν και πέτυχαν με νομοθετικές παρεμβάσεις διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του δημοσίου οι οποίοι μάλιστα στερούνται τη δική μας θεσμική θωράκιση και θα εκτεθεί αμέσως παρακάτω γι αυτούς, να καταφέρουμε και εμείς με αντίστοιχη νομοθετική πρωτοβουλία, να ενισχυθεί και να διευρυνθεί η εν λόγω ρύθμιση του δικαιώματος συνυπηρέτησης των συζύγων μας υπαλλήλων στο δημόσιο, αυτή κατέστη μεταβληθείσα «επί τα χείρω».

Με την υφιστάμενη ρύθμιση, αναδείχθηκαν εξάλλου, συνολικά οι  δυσχέρειες που αυτή δημιουργεί για τη συνυπηρέτηση των συζύγων μας ως άνω υπαλλήλων και σχετίζονται: α) με τη δυνατότητα της Διοίκησης να εγκρίνει ή να απορρίψει ακωλύτως την αίτηση  μετάθεσης του  υπαλλήλου της στον τόπο όπου υπηρετεί ο σύζυγός του δικαστικός λειτουργός, β) με την παράλειψη της ρύθμισης του ζητήματος της «μετάταξης»  των συζύγων υπαλλήλων ν.π.δ.δ. καθώς η οριστική μετακίνηση υπαλλήλου   από ν.π.δ.δ. σε άλλο ν.π.δ.δ.   θεωρείται «μετάταξη» και όχι «μετάθεση»(βλ. άρθ. 67 και 71 ν.3528/2007 «Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.», και μετά την κατάργηση του άρθ.71 με το άρθ. 19παρ.3 ν. 4440/2016/ΦΕΚ Α΄224 ως αντικ. με το άρθ. 100παρ.6 ν.4472/2017/ΦΕΚ Α΄74, βλ. άρθ. 13 ν. 4440/2016), γ) με τη διατήρηση της προϋπόθεσης ύπαρξης κενής θέσης στον αιτούμενο τόπο μετάθεσης σε αντίστοιχη υπηρεσία, ε) με τον ορισμό του δημοσίου υπαλλήλου, (αν δηλαδή περιλαμβάνει τους ένστολους όπως τους στρατιωτικούς, καθώς και τους υπαλλήλους του δημοσίου ή ν.π.δ.δ. αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου/ι.δ.α.χ.), δ) με την παράλειψη ρύθμισης του δικαιώματος απόσπασης ως το πλέον ευέλικτο μέτρο μετακίνησης.   Οι ελλείψεις μάλιστα αυτές, σε πολλές περιπτώσεις, προκάλεσαν και προκαλούν σημαντικά προβλήματα  και δυσχέρειες στην υλοποίηση των αιτούμενων μεταθέσεων (ή γενικά μετακινήσεων) λόγω συνυπηρέτησης των συζύγων μας, ενώ έχουν υπάρξει και περιπτώσεις άρνησης της Διοίκησης να υλοποιήσει τέτοιες αιτήσεις συνυπηρέτησης.

 

Β. Τι ισχύει  με το δικαίωμα συνυπηρέτησης των  υπαλλήλων του δημοσίου και ν.π.δ.δ.,  με τους συζύγους τους υπαλλήλους  του δημόσιου ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης.

Παρατίθενται οι σχετικές ρυθμίσεις:

-1) άρθ. 21 ν. 2946/2001 (όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 91 ν. 4139/2013,  ΦΕΚ Α΄ 74/20.3.2013 και άρθρο 72 παρ.5 ν.4316/2014,ΦΕΚ Α΄ 270/24.12.2014 και όπως εκ νέου τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθ. 151 ν. 4600/2019, ΦΕΚ Α΄ 43/09.03.2019), όπου ορίζει: «1.Τακτικοί υπάλληλοι και υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δημοσίων υπηρεσιών  και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που κατέχουν οργανικές θέσεις και είναι σύζυγοι στρατιωτικών των Ενόπλων Δυνάμεων, ένστολου προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού, Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής, του προσωπικού των Καταστημάτων Κράτησης, των υπαλλήλων πληρωμάτων ασθενοφόρων (Ε.Κ.Α.Β) καθώς και θρησκευτικών λειτουργών της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος (ιερέων και διακόνων) που υπηρετούν ως διδάσκαλοι ή καθηγητές οποιασδήποτε βαθμίδας και με οποιοδήποτε γνωστικό αντικείμενο στην πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση, επιτρέπεται να αποσπώνται, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων, σε υπηρεσίες του στενού δημόσιου τομέα κατά προτεραιότητα και σε περίπτωση έλλειψης υπηρεσιακών αναγκών σε υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στην περιοχή που υπηρετεί ο σύζυγός τους».

-2)  Η  ανωτέρω διάταξη,  εφαρμόζεται ακόμη και για το ειδικό ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας κατά τη ρητή διάταξη του άρθ. 12 παρ.1 ν.4071/2012(ΦΕΚ Α΄ 85/2012), όπου ορίζει: « 1. Οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2946/2001, όπως ισχύει, εφαρμόζονται ανάλογα και για το ειδικό ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας».

-3) Η  ανωτέρω διάταξη περί συνυπηρέτησης,  εφαρμόζεται ακόμη και για το προσωπικό των καταργηθέντων νομικών προσώπων  με το άρθ. 1 ν. 4109/2013 (ΦΕΚ Α΄ 16/23.01.2013),   όπως του ν.π.δ.δ. «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΕΝΩΣΗ» (ΕΘΕ) του ν.π.ι.δ. «ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ» (ΙΟΚ), του ν.π.ι.δ. «ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ» (ΤΔΠΕΑΕ), του ν.π.δ.δ. «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ  ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ» (ΟΤΕΚ), όπου κατά τη ρητή διάταξη του άρθ. 13 παρ.1γ του νόμου αυτού (4109/2013) ορίζεται: «Εξαιρείται από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 περίπτωση β`του παρόντος άρθρου του νόμου αυτού το προσωπικό, το καθεστώς απόσπασης του οποίου διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2946/2001 (Α` 224).  Για το εν λόγω προσωπικό συνεχίζουν να ισχύουν τα διαλαμβανόμενα στις οικείες διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2946/2001, ως τροποποιηθέν ισχύει».

-4) Παρόμοια, ρητή ρύθμιση, ισχύει  και για το νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ, όπου,  στο άρθ. 54παρ.4 εδ.β΄ ν. 4223/2013(ΦΕΚ Α΄ 287/2013), στην παράγραφο 4 εδ.β΄(ως ισχύει με την παρ.1 του άρθ. 41 ν.4238/2014/ΦΕΚ Α΄38/17.02.2014), ορίζεται: «Νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. που είναι σύζυγοι στρατιωτικών, ένστολου προσωπικού της ΕΛ.ΑΣ., του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, – Ελληνικής Ακτοφυλακής, καθώς και του προσωπικού των καταστημάτων κράτησης, επιτρέπεται να αποσπώνται, κατά σειρά προτεραιότητας, σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., Κέντρα Υγείας, ΕΚΑΒ, ΕΟΠΥΥ, και λοιπές υπηρεσίες που εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας, στην περιοχή που υπηρετεί ο/η σύζυγος τους».

– 5)  Για το προσωπικό του Λιμενικού Σώματος, στο άρθ. 28παρ.2 του π.δ. 33/2009 (όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το π.δ. 97/2012/ΦΕΚ Α’ 156/08.08.2012) «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις του προσωπικού Λιμενικού Σώματος στο εσωτερικό και στο εξωτερικό», ορίζεται ότι: «Στην περίπτωση υποβολής αίτησης για συνυπηρέτηση με σύζυγο δικαστικό λειτουργό, το στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. τοποθετείται ή μετατίθεται υποχρεωτικά, μετά από αίτηση του στην υπηρεσία του τόπου μετάθεσης του δικαστικού λειτουργού, εφόσον το επιτρέπει η οργανική κατά βαθμό σύνθεση της υπηρεσίας, ή εάν δεν υφίσταται αυτή, στην πλησιέστερη υπηρεσία, όπου το επιτρέπει η οργανική κατά βαθμό σύνθεση της. Της ανωτέρω ρύθμισης εξαιρούνται οι Ανώτατοι Αξιωματικοί και Πλοίαρχοι Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.».

 – 6) Για τους Αστυνομικούς, στο άρθρο 17 παρ.1 περ. ιδ` του π.δ. 100/2003 (όπως αντικαταστάθηκε  με το άρθρο 10 παρ.3 του π.δ. 75/2016, ΦΕΚ Α΄ 138, με έναρξη ισχύος σύμφωνα με το άρθρο 26 του αυτού π.δ. από 1.9.2016), ορίζεται ότι: «1. Έκτακτες μεταθέσεις του αστυνομικού προσωπικού μπορεί να ενεργούνται οποτεδήποτε και ανεξάρτητα από τον αριθμό των μορίων και το χρόνο παραμονής του μετατιθέμενου στην ίδια περιοχή μετάθεσης στις παρακάτω περιοριστικά  αναφερόμενες, περιπτώσεις:………….. ιδ. Για λόγους συνυπηρέτησης με σύζυγο δικαστικό λειτουργό, συνοριακό φύλακα ή ειδικό φρουρό ή στρατιωτικό ή αστυνομικό ή λιμενικό ή πυροσβεστικό υπάλληλο. Στις τέσσερις τελευταίες περιπτώσεις, ο κατά βαθμό κατώτερος ακολουθεί τον ανώτερο. Στην περίπτωση συνυπηρέτησης με σύζυγο αστυνομικό και εφόσον οι υπηρεσιακές ανάγκες το επιτρέπουν, μέχρι το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου δύναται να μην ισχύει ο προαναφερόμενος περιορισμός. Επιπλέον, για συνυπηρέτηση αστυνομικού με σύζυγο Ειδικό Φρουρό επιτρέπεται μετάθεση μέχρι και το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου……».

Εύκολα διατρέχοντας κανείς τις προαναφερόμενες διατάξεις, διαπιστώνει ότι για πολλές κατηγορίες υπαλλήλων του δημοσίου «εν στενή και εν ευρεία εννοία» ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης (ως άνω άρθ. 21 ν. 2946/2001 όπως ισχύει)  κατοχυρώνεται απολύτως  «χωρίς  αστερίσκους» και προϋποθέσεις (όπως ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης,  διάρκεια προηγούμενης μετάθεσης ή μετακίνησης, έλλειψη προσωπικού της υπηρεσίας απ΄όπου μετακινείται ο υπάλληλος ως λόγος άρνησης  της μετακίνησή του, κ.λπ.) και με πλήρη ευελιξία, καθώς ουσιαστικά θεσπίζεται και η επ΄ αόριστον απόσπαση (βλ. περιπτώσεις 1,2,3,4), το δικαίωμα  συνυπηρέτησης με αυτούς των συζύγων τους υπαλλήλων του δημοσίου ή υπαλλήλων ν.π.δ.δ. (περιλαμβανομένων των υπαλλήλων ι.δ.α.χ. ακόμη και υπαλλήλων καταργηθέντων ν.π.δ.δ. ή ν.π.ι.δ. που ανήκουν στο δημόσιο ή και ένστολου προσωπικού της δημοτικής αστυνομίας), δηλαδή  το δικαίωμα να έλκονται οι τελευταίοι από τον/την σύζυγό τους λόγω της υπηρεσιακής ιδιότητας αυτού (ως υπαγόμενου στις περιπτώσεις του προαναφερόμενου άρθ. 21 ν. 2946/2001 όπως ισχύει). Ενώ, στις δύο τελευταίες περιπτώσεις (υπό α.α. 5,6)  του προσωπικού του λιμενικού σώματος και των αστυνομικών υπαλλήλων,  υπάρχει ρητή πρόβλεψη  στα νομοθετήματα που ρυθμίζουν  την υπηρεσιακή τους κατάσταση, με την οποία ο/η σύζυγός τους δικαστικός λειτουργός  έλκει τον εν λόγω υπάλληλο στον τόπο όπου υπηρετεί (δηλαδή, οι τελευταίοι και έλκουν τους/τις συζύγους τους υπαλλήλους του δημοσίου ή υπαλλήλους ν.π.δ.δ., αλλά και έλκονται από τους/τις συζύγους τους δικαστικούς λειτουργούς).

 

Γ. Συμπεράσματα και προτάσεις.

Με τη σύγκριση των ανωτέρω ρυθμίσεων και της ρύθμισης που ισχύει σήμερα στην περίπτωσή μας για την συνυπηρέτηση των συζύγων μας δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων ν.π.δ.δ., καθίσταται απολύτως σαφές πόσο υπολειπόμαστε ως δικαστικοί λειτουργοί, παρόλο που συντρέχει και στη δική μας περίπτωση το στοιχείο της ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης  το  οποίο σαφώς περιλαμβάνει  τις μεταθέσεις, αποσπάσεις και τις τοποθετήσεις μας λόγω προαγωγής, οι οποίες μάλιστα δεν υπολείπονται από  άλλες κατηγορίες υπαλλήλων του δημοσίου εδικής υπηρεσιακής κατάστασης.  Είναι λοιπόν επιβεβλημένο και δίκαιο να δοθεί το συντομότερο μια λύση στο ζήτημα αυτό και να αντικατασταθεί η υφιστάμενη διάταξη με ρύθμιση η οποία να στοιχίζεται τουλάχιστον με τις διατάξεις που υφίστανται  για τις προαναφερόμενες κατηγορίες υπαλλήλων  του δημοσίου ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης.

Προς την κατεύθυνση αυτή σωστά έγινε ένα σημαντικό βήμα  με το σχέδιο του «νέου Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ» (υπ’ αριθ. 11063/20.02.2017 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων/ΦΕΚ Υ.Ο.Δ.Δ. 86/24.02.2017),  που ολοκληρώθηκε  από την αρμόδια  Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2018  στην οποία μετείχαν ως εκπρόσωποι της Ένωσής μας ο κος Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών και η κα Ακριβή Ερμίδου, Ειρηνοδίκης, το οποίο σχέδιο  νόμου για το συγκεκριμένο ζήτημα  της συνυπηρέτησης προβλέπει υπό το άρθ. 61 παρ.5 εδ.β΄,γ΄: «Δημόσιος υπάλληλος και υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, σύζυγος δικαστικού λειτουργού μετατίθεται, ύστερα από αίτησή του, στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγός του σε αντίστοιχη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Αν δεν καθίσταται δυνατή η μετάθεση, ο δημόσιος υπάλληλος και ο υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αποσπάται, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων και κατά προτεραιότητα, σε αντίστοιχη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου στην περιφέρεια, όπου υπηρετεί ο σύζυγός του δικαστικός λειτουργός ή ο συνδεόμενος με σύμφωνο συμβίωσης μ’ αυτόν και για όσο χρόνο υπηρετεί στην περιφέρεια αυτή». Δυστυχώς, ο σχετικός νόμος που αφορούσε την αναμόρφωση ολόκληρου του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.  και περιελάμβανε τη σχετική ρύθμιση, δεν ψηφίστηκε και δεν τέθηκε σε ισχύ. Η εν λόγω διάταξη, όπως διατυπώθηκε παραπάνω από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή κινείται όπως προείπα στη σωστή κατεύθυνση, πρέπει ωστόσο με βάση τα προαναφερθέντα, να συμπληρωθεί, ώστε να αντιμετωπιστεί: α)το ζήτημα της «μετάταξης» σε αντιστοιχία με τη «μετάθεση», αφού η οριστική μετακίνηση υπαλλήλου από ν.π.δ.δ. σε άλλο ν.π.δ.δ.   θεωρείται «μετάταξη» και όχι «μετάθεση», β) το ζήτημα των μονίμων υπαλλήλων του δημοσίου και των ν.π.δ.δ. που είναι ι.δ.α.χ., γ) των στρατιωτικών και όλου του ένστολου  προσωπικού ώστε να υφίσταται  ρητή πρόβλεψη και ως προς αυτούς.

Καταλήγοντας, αν σκεφτεί κανείς το πλήθος των διατάξεων που έχουν ψηφιστεί  τα τελευταία χρόνια για άλλες κατηγορίες υπαλλήλων του δημοσίου ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης και σε τι  βαθμό και έκταση κατοχυρώθηκε το δικαίωμα συνυπηρέτησης των συζύγων τους υπαλλήλων του δημοσίου και ν.π.δ.δ. (αλλά και άλλων κατηγοριών του δημοσίου τομέα όπως εκτέθηκε), διαπιστώνει ότι έχει χαθεί πολύς χρόνος στην περίπτωσή μας και δεν πρέπει να  περιμένουμε άλλο με αυτήν την εκκρεμότητα, αλλά οφείλουμε να ενεργήσουμε γρήγορα για την τελική λύση του ζητήματος με άμεση νομοθετική πρωτοβουλία.

 

 

 

 

 

 

Η «επιτέλεση» του ρόλου ενός μνημείου και η σημασία της, Ελευθερία Κώνστα, Εφέτης

Η «επιτέλεση» του ρόλου ενός μνημείου και η σημασία της

Ελευθερία Κώνστα

Εφέτης

Η έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς καλύπτει όλες τις εκδηλώσεις και τα μηνύματα της πνευματικής δραστηριότητας του ανθρώπου στο περιβάλλον του, μηνύματα που περνούν από γενιά σε γενιά μέσω της μάθησης, της πνευματικής αναζήτησης και των ιδεών. Η ύπαρξη ενός μνημείου καταδεικνύει την άμεση σύνδεση του υλικού πολιτισμού με την πολιτισμική ταυτότητα μιας κοινότητας. Πολλές φορές η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει εθνικές, κοινωνικές και πολιτικές φιλοδοξίες μιας εθνικής κοινότητας. Η σκόπιμη αλλοτρίωση των πολιτιστικών μνημείων και η καταστροφή έργων τέχνης και εκτός περιόδων ένοπλων συγκρούσεων, ιδιαίτερα από ομάδα που καθορίζει την  εθνοτική άποψη, χρησιμεύει για να συσκοτίσει τη φύση της ίδιας της πολιτιστικής κληρονομιάς και να επιτελέσει ρόλο της στην κατασκευή της ταυτότητας. Συνεπώς, αντί να χρησιμοποιηθεί η πολιτιστική κληρονομιά ως μια πολυεθνική ταυτότητα και ένα μέτρο σταθερότητας για την πολυεθνική κοινωνία,  η αλλοτρίωσή της αποτελεί εξέχουσα  πολιτικής σημασίας στρατηγική.

Ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας θεμελιώνεται από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο το 330 μ.Χ. και πυρπολείται κατά την εποχή του Αρκαδίου, το 404 ενώ θα κτισθεί εκ νέου από τον Θεοδόσιο Β’. Ο ναός όμως θα πυρποληθεί και πάλι το 532, κατά τη Στάση του Νίκα για να δρομολογηθεί εκ νέου η ανέγερσή της από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό τον Α’ το 532 με αρχιτέκτονες τους Ανθέμιο και Ισίδωρο. Οι τελευταίοι εκπόνησαν ένα πρωτότυπο και μεγαλεπήβολο αρχιτεκτονικό σχέδιο, που οδήγησε στην κατασκευή ενός ναού, που υπήρξε το σημαντικότερο επίτευγμα όχι μόνο της Ιουστινιάνειας, αλλά και της βυζαντινής ναοδομίας. Στον βυζαντινό κόσμο του 5ο και 6ο αιώνα, ήταν μια περίοδος αλλαγών και μετάβασης. Ο ναός της Αγιάς Σοφιάς αποτελώντας κορυφαία εκδήλωση της πολιτιστικής κληρονομιάς της χριστιανοσύνης αλλά και της ιστορίας του Βυζαντίου επιτελεί το ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ του δομημένου περιβάλλοντος και του τοπίου με την άυλη πολιτιστική κληρονομιά, την θρησκευτική πνευματική συνέχεια της χριστιανής κοινότητας.

Καθώς η κληρονομιά του παρελθόντος είναι παντού γύρω μας, καθετί που έρχεται σε μας από το παρελθόν είναι μέρος της ιστορικής κληρονομιάς όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο  παγκόσμιας κοινότητας. Η Αγιά Σοφιά ως σύμβολο  και χώρος πολιτιστικής κληρονομιάς εκπέμπει μια πολλαπλότητα φωνών που δύναται να ακουστεί μέσα από την αποκαλυπτική δράση διαφορετικών παραστάσεων και να γίνει χώρος όπου μπορεί να λάβει χώρα ένας διηνεκής διάλογος μεταξύ των εκπροσώπων άλλων θρησκειών. Μπορεί να αφυπνίσει, εμπνεύσει και να αποτελέσει εφαλτήριο ως φορέας του νοήματος και της επικοινωνίας της πολιτιστικής κληρονομιάς.   Είναι πλέον κατανοητό ότι ο ναός της Αγιάς Σοφιάς δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο διδασκαλίας και διάδοσης ιδεών, αλλά διαμέσου των ιδεών της χριστιανοσύνης που εκφράζει, διευκολύνει την επικοινωνία, τη συζήτηση, την ανταλλαγή απόψεων και την αλληλεπίδραση. Η απόδοση του όρου «τζαμί» στο παγκόσμιο αυτό σύμβολο πολιτισμού το φορτίζει ιδεολογικά, το ιδεολογικοποιεί.  Η μετατροπή του παγκόσμιου συμβόλου πολιτιστικής κληρονομιάς σε μουσουλμανικό χώρο λατρείας εντάσσεται στις προσπάθειες της σημερινής τουρκικής κυβέρνησης να συσπειρώσει  τον πληθυσμό του υπό την σκεπή μιας ενιαίας εθνικής θρησκευτικής ταυτότητας που περνάει, μέσα από την «παράδοση». Η αλλαγή της λειτουργίας της Αγιάς Σοφιάς έρχεται να επανασηματοδοτήσει ένα σύμβολο αποσκοπώντας στην πολιτική εκμετάλλευση της θρησκευτικής ταυτότητας του τουρκικού έθνους,  στοχεύει μέσω του νέου επιτελικού ρόλου να προωθήσει την ιδέα της μουσουλμανικής τουρκικής ταυτότητας ζητούμενο όχι μόνο της πολιτικής ελίτ του κράτους αλλά προφανώς και της πνευματικής ελίτ της Τουρκίας. Η συγκεκριμένη πολιτική επιλογή με τον ισχυρό συμβολισμό της για την χριστιανική Ευρώπη, επιζητεί την ενίσχυση των εκπροσώπων της εξουσίας του τουρκικού καθεστώτος και την κατασκευή μιας νέας πολιτικής πραγματικότητας.

Οριστική απόφαση – Οριστική δικαίωση…! Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης, Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

Οριστική απόφαση – Οριστική δικαίωση…!

 

                                                                           Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης,

Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών,

                                                    Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

 

Δημοσιεύθηκε σήμερα η με αριθμό 1541/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί των αιτήσεων διορισμού προσωρινής διοίκησης που κατέθεσαν αφενός τα 8 μέλη του απερχόμενου Δ.Σ., αφετέρου εμείς ως μέλη του απερχόμενου Προεδρείου, που συνεκδικάσθηκαν με την πρόσθετη παρέμβαση που κατέθεσαν και 17 ανεξάρτητοι συνάδελφοι. Το Δικαστήριο, δεχόμενο το επικουρικό μας αίτημα και την πρόσθετη παρέμβαση, όρισε προσωρινή διοίκηση και έκρινε ότι θα πρέπει να προκριθούν ως μέλη της οι συνάδελφοι εκείνοι, που δεν συμμετείχαν στο προηγούμενο Δ.Σ., έχοντας λάβει τη θέση του αναπληρωματικού στις τελευταίες αρχαιρεσίες, με σκοπό να προκηρύξουν και να διενεργήσουν εκλογές, που θα πρέπει να ολοκληρωθούν έως τις 30 Σεπτεμβρίου.

Η απόφαση αυτή, που όλοι οφείλουμε να σεβαστούμε, αποτελεί κόλαφο για τα 8 μέλη του απελθόντος Δ.Σ. που εμπόδισαν τις εκλογές και προσπάθησαν να καταχραστούν το περιεχόμενο της προσωρινής διαταγής, ορίζοντας αυθαίρετα ημερομηνία εκλογών πέραν της 30η Σεπτεμβρίου και σπεύδοντας χωρίς νομιμοποίηση να συναντηθούν με υπουργούς της κυβέρνησης. Το Δικαστήριο διέγνωσε ορθά ότι η συγκρότηση προσωρινής διοίκησης από τα ίδια μέλη, ενδέχεται να οδηγούσε σε «ολιγωρία» ως προς την προκήρυξη αρχαιρεσιών και σε «επ΄ αόριστον αναβολή τους», έκβαση που αποδείχθηκε ότι θα ήταν αντίθετη με τη βούληση των μελών της Ένωσής μας.

Το Δικαστήριο, με την απόφασή του, στέρησε οριστικά τη Διοίκηση της Ένωσης, από εκείνους που δε σεβάστηκαν ούτε τη βούληση εκατοντάδων συναδέλφων να γίνουν άμεσα εκλογές, ούτε τη βούλησή τους να μην οδηγηθούμε σε δικαστική περιπέτεια, όπως αποτυπώθηκε στην πρόσφατη ηλεκτρονική ψηφοφορία και άνοιξε το δρόμο για τη διενέργεια εκλογών το συντομότερο δυνατό, με απώτερο χρονικό σημείο την 30η Σεπτεμβρίου, όπως κι εμείς αλλά και οι προσθέτως παρεμβαίνοντες συνάδελφοι είχαμε ζητήσει και όχι ως τις 30 Οκτωβρίου, που είχαν ζητήσει με την αίτησή τους τα 8 μέλη του απερχόμενου Δ.Σ.

Τώρα πια υπάρχει μια προσωρινή διοίκηση που απολαμβάνει της εμπιστοσύνης όλων μας, ώστε να υλοποιήσει άμεσα την οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, να συγκροτηθεί σε σώμα και να προκηρύξει άμεσα εκλογές, που πρέπει να διενεργηθούν ως τις 30 Σεπτεμβρίου 2020, επιμελούμενη και όλες τις επείγουσες ενέργειες για την εύρυθμη λειτουργία της Ένωσής μας. Μετά από μια ταραγμένη περίοδο, η ίδια η Δικαιοσύνη οδηγεί την Ένωσή μας στο δρόμο της σύνεσης και της δημοκρατίας…

 

Για τις συναντήσεις της ανομιμοποίητης Διοίκησης της ΕΔΕ, Χρ. Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης, Χαρ. Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Π. Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

 

Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης,

Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών,

Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

 

Το Προεδρείο των 8 μελών της Προσωρινής Διοίκησης που κατέλαβε χωρίς εκλογές την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων πραγματοποίησε τις προηγούμενες ημέρες, όπως μας ενημερώνει, συναντήσεις με τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης. Επαναλαμβάνουμε αρχικά ότι καμία τέτοια νομιμοποίηση δεν έχει από την προσωρινή διαταγή της Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία καθόρισε συγκεκριμένο πλαίσιο καθηκόντων, που περιορίζονται στις «επείγουσες διαχειριστικές πράξεις».

Κατά δεύτερο επισημαίνουμε ότι τόσο ο Υπουργός Δικαιοσύνης όσο και ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης επί ένα ολόκληρο έτος δεν συνομιλούσαν με τις αιρετές διοικήσεις των Δικαστικών Ενώσεων για θέματα ιδιαίτερα σημαντικά, όπως η μείωση των δικαστικών διακοπών, αποφασίζοντας μονομερώς και χωρίς διάλογο, ενώ αντίθετα έσπευσαν άμεσα μετά την συγκρότηση του πραξικοπηματικού Προεδρείου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων να πραγματοποιήσουν συνάντηση μαζί τους. Τέτοιου είδους συμπεριφορές όχι μόνο δηλώνουν απαξίωση της πολιτικής ηγεσίας στις εκλεγμένες Δικαστικές Ενώσεις που έχουν συνταγματική κατοχύρωση αλλά μας βοηθούν αφάνταστα στην προσπάθεια που κάνουμε να κατανοηθεί ο ρόλος που ανέλαβε να επωμιστεί ο καθένας από εμάς.

Τρίτον, από την ιδιαίτερα «διαφωτιστική» ανακοίνωση της Προσωρινής Διοίκησης πληροφορηθήκαμε ότι υπήρξε αναγνώριση του θεσμικού ρόλου μας, ότι δεν υπάρχει νομοθετική πρωτοβουλία επί του σχεδίου για τη Δικαιοσύνη που δημοσιοποίησε πριν λίγες εβδομάδες ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και ότι σε περίπτωση που ληφθεί τέτοια πρωτοβουλία θα προηγηθεί διάλογος. Τα συμπεράσματα λοιπόν που εξάγονται είναι τα εξής: Ότι το Σχέδιο που θα εισηγηθεί ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης –και τα οποίο με λεπτομέρεια παρουσίασε στο Forum των Δελφών- προς τον Πρωθυπουργό και το οποίο περιλαμβάνει διαχωρισμό των Δικαστών σε τακτικούς και επί θητεία, προαγωγές όχι με βάση την επετηρίδα αλλά με συνεχείς γραπτές εξετάσεις κατά τα πρότυπα της Σχολής Πολέμου, μείωση του αριθμού των δικαστών και κατάργηση των περιφερειακών Δικαστηρίων, συνιστά σαφή αναγνώριση του θεσμικού μας ρόλου. Συνάγεται επίσης το συμπέρασμα ότι για όλα τα παραπάνω θέματα που μπήκαν στο τραπέζι από τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης θα υπάρξει «διάλογος» με την Προσωρινή Διοίκηση. Αλήθεια σε ποια ακριβώς θέματα είναι διατεθειμένη η Προσωρινή Διοίκηση να κάνει διάλογο; Η τήρηση της Συνταγματικής επιταγής για ισοβιότητα των Δικαστικών Λειτουργών μπαίνει στο τραπέζι της συζήτησης; Είναι επίσης καινοφανές να προχωρούν σε συζητήσεις για τόσο σοβαρά θέματα, ως ψευδοεκπρόσωποι 2.500 Δικαστών και Εισαγγελέων και να μην έχουν διατυπώσει δημόσια τις θέσεις τους. Η ομάδα μας τοποθετήθηκε άμεσα την επομένη κιόλας ημέρα που δημοσιοποιήθηκαν οι απαράδεκτες δηλώσεις του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης που αποδεικνύουν τους σχεδιασμούς της επόμενης ημέρας για τη Δικαιοσύνη. Αντίθετα το Προεδρείο της Προσωρινής Διοίκησης δεν τόλμησε ούτε καν να διαμαρτυρηθεί, ούτε καν να τηρήσει τα προσχήματα. Γνωστή στάση που δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει.

Για τις εξελίξεις αυτές δηλώνουμε την έκδηλη ανησυχία μας. Ο κίνδυνος να περάσουν νομοθετικά μέτρα διάλυσης της Δικαιοσύνης στην παρούσα συγκυρία που υπάρχει η «πρόθυμη και διαλλακτική» Προσωρινή Διοίκηση, είναι περισσότερο από ορατός. Έχοντας την ηθική νομιμοποίηση από τις χιλιάδες ψήφους που λάβαμε στις τελευταίες αρχαιρεσίες της Ένωσης και οι οποίες μας έδωσαν τις πρώτες εκλόγιμες θέσεις, έχοντας την θερμή στήριξη των συναδέλφων την οποία εισπράττουμε καθημερινά στις επισκέψεις μας στα Δικαστήρια της Χώρας,  δηλώνουμε ότι η νέα Διοίκηση της Ένωσης που θα προκύψει από τις επόμενες αρχαιρεσίες ΔΕΝ θα δεχτεί να συζητήσει θέματα σαν αυτά που άνοιξε με την παρέμβασή του ο κ. Πικραμμένος, διότι θεωρούμε προσβλητική για το Δικαστικό Σώμα κάθε συζήτηση με τέτοιο περιεχόμενο. Εάν η Κυβέρνηση προχωρήσει στην υλοποίηση οποιουδήποτε από τα μέτρα που εξαγγέλθηκαν, θα βρει μπροστά της τη σφοδρή αντίδραση όλων των Δικαστών και Εισαγγελέων.

 

Δικαστήρια στην εξυπηρέτηση του επιχειρηματικού κέρδους ή Δικαιοσύνη για όλους τους πολίτες; – Χριστόφορου Σεβαστίδη, Δ.Ν. – Εφέτη

 

            Χριστόφορου Σεβαστίδη, Δ.Ν. – Εφέτη,

5 Ιουνίου 2020.

 

Ο παραπάνω αυστηρά μανιχαϊκός τρόπος που εισάγεται για συζήτηση ένα κεφαλαιώδες ζήτημα όπως ο σκοπός στον οποίο οφείλει να υποτάσσεται μία κορυφαία κρατική λειτουργία, δεν είναι ούτε υπερβολική ρητορεία ούτε εμπεριέχει κάποιου είδους ιδεολογική προκατάληψη. Αποτελεί μία ακριβή αποτύπωση της πραγματικότητας όπως αυτή διαμορφώνεται με μορφή καταιγιστική εδώ και μερικά χρόνια. Επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης του οποίου ολοκληρώθηκε η διαβούλευση με τίτλο «Ρυθμίσεις για το Ελεγκτικό Συνέδριο και διατάξεις για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης» και τελεί σε αδιάσπαστη ενότητα με το σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Εκσυγχρονισμός περιβαλλοντικής νομοθεσίας … και λοιπές διατάξεις», καθώς εξυπηρετεί την ίδια λογική.

Στη Γενική Συνέλευση της Ένωσής μας στις 14 Δεκεμβρίου 2019 αναφέρθηκα σε μία αντίληψη, που προσπαθεί να κερδίσει έδαφος σε πολλές κοινωνίες και απαιτεί την αξιοποίηση της Δικαιοσύνης ως μοχλού οικονομικής ανάπτυξης μιας Χώρας. Η θεωρία αυτή του συσχετισμού Δικαιοσύνης και επενδύσεων καλλιεργείται ήδη από καιρό στην ΕΕ. Ο Γιούνκερ σε μια ομιλία του για την κατάσταση της Ένωσης το 2016, η οποία εκφωνήθηκε ενώπιον του Ευρωπαϊκού  Κοινοβουλίου στις 14 Σεπτεμβρίου 2016 σημείωσε ότι «τα αποτελεσματικά συστήματα δικαιοσύνης στηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη και υπερασπίζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα». Όμοια και η Επίτροπος Viviane Reding επισήμαινε ότι η ελκυστικότητα μιας χώρας ως τόπου πραγματοποίησης επενδύσεων και ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας ενισχύεται από την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου και αποτελεσματικού συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Την ίδια λογική υπηρετούν πολλές δεξαμενές σκέψεις και διεθνείς οργανισμοί. Σε μελέτη του 2017 που εκπονήθηκε από το ευρωπαϊκό Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC) καταγράφεται συσχέτιση μεταξύ της βελτίωσης της αποδοτικότητας των δικαστηρίων και του ποσοστού ανάπτυξης της οικονομίας καθώς και μεταξύ της αντίληψης που έχουν οι ιδιοκτήτες και τα στελέχη επιχειρήσεων για την ανεξαρτησία του συστήματος της Δικαιοσύνης και της αύξησης της παραγωγικότητας. Ίδιες μελέτες με εξαγωγή όμοιων συμπερασμάτων έχουν γίνει από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τον ΟΟΣΑ, το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ και την Παγκόσμια Τράπεζα.

Ήδη από τον Ιούλιο του 2019 είχε διαφανεί μία από τις προτεραιότητες της Κυβέρνησης που ήταν η σύσταση «ειδικών τμημάτων στα δικαστήρια όπου θα εκδικάζονται ειδικού χαρακτήρα υποθέσεις (όπως επενδύσεων, εμπορικών συμβάσεων, ανταγωνισμού κ.α.) από δικαστές με αντίστοιχη εξειδίκευση» (βλ. ανάρτηση στην ηλεκτρονική σελίδα www.capital.gr της 15ης Ιουλίου 2019). Κατά την περίοδο συζήτησης του νέου αναπτυξιακού νόμου (ν. 4635/ΦΕΚ Α’ 167/30-10-2019) τέθηκε και πάλι στο τραπέζι η εξαγγελία της Κυβέρνησης, «με δεδομένο πως βασικός αποτρεπτικός παράγοντας στην διαδικασία προσέλκυσης επενδύσεων θεωρείται από όλους τους επενδυτές, ο πολύ αργός ρυθμός απονομής Δικαιοσύνης» (βλ. ανάρτηση στην ηλεκτρονική σελίδα www.dikastiko.gr της 31ης Αυγούστου 2019). Στη συνέχεια στο ίδιο θέμα αναφέρθηκε και ο Υπουργός Δικαιοσύνης ο οποίος στις 19-11-2019 μιλώντας κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. του Σ.Ε.Β. πέρα από την ιδιαίτερη αναφορά στην ενίσχυση της διαμεσολάβησης ως τρόπου επίλυσης διαφορών, ανακοίνωσε την πρόθεση του Υπουργείου «να συστήσει ειδικά τμήματα στα δικαστήρια όπου θα εκδικάζονται εθνικές και διασυνοριακές υποθέσεις ανταγωνισμού και επενδύσεων» (βλ. ανάρτηση στην ηλεκτρονική σελίδα www.topontiki.gr της 19ης Νοεμβρίου 2019). Στις 6-4-2020 η εφημερίδα «Καθημερινή» με τίτλο «Και η Δικαιοσύνη στη μάχη ανάταξης της οικονομίας» κάνει λόγο για ίδρυση ειδικών τμημάτων στα Δικαστήρια που θα δικάζουν fast track υποθέσεις σημαντικού οικονομικού ενδιαφέροντος (ανταγωνισμού, ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, προσωπικών δεδομένων, διασυνοριακού ενδιαφέροντος, εμπορικές και οικονομικού ενδιαφέροντος που διαθέτουν στοιχεία αλλοδαπότητας). Μάλιστα στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι ο νέος θεσμός «που θα συμβάλει καθοριστικά στην ανάταξη της οικονομίας… προβλέπεται να υπηρετηθεί από δικαστές έμπειρους, που είτε διαθέτουν ανάλογη εμπειρία είτε έχουν μεταπτυχιακούς ή διδακτορικούς τίτλους σπουδών. Σημαντικό στοιχείο των νέων ρυθμίσεων αποτελεί και η πρόβλεψη ώστε σημαντικά αναπτυξιακά προγράμματα να εκδικάζονται κατ’ εξαίρεση όχι μόνο από τα ειδικά τμήματα των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων, αλλά κατευθείαν και σε ανώτερο δικαιοδοτικό βαθμό…». Τέλος στην ηλεκτρονική σελίδα www.dikastiko.gr της 12ης Απριλίου 2020 δικαιολογείται ο στόχος των νέων ειδικών τμημάτων των Δικαστηρίων προκειμένου οι υποθέσεις «να δικάζονται σε χρόνους που θα καθιστούν τη χώρα «κανονική» για τους επενδυτές, δηλαδή να καταργηθεί ένας εκ των βασικών ανασταλτικών παραγόντων για την προσέλκυση επενδύσεων». Με το Σχέδιο Νόμου προβλέπεται στη Δεύτερη Ενότητα και ειδικότερα στο άρθρο 361 η συγκρότηση ειδικών τμημάτων πολιτικών δικαστηρίων. Ειδικότερα προβλέπεται η δυνατότητα να συσταθούν στα Πρωτοδικεία και Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης ειδικά τμήματα για την εκδίκαση των αγωγών που αφορούν διαφορές από ηλεκτρονικές επικοινωνίες, ενέργεια, προσωπικά δεδομένα. Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται ότι «σε κάθε περίπτωση η εκδίκαση των υποθέσεων της παρ. 1 και η έκδοση αποφάσεων γίνονται κατά απόλυτη προτεραιότητα».

Είναι κοινός τόπος ότι στα μεγάλα Δικαστήρια της Χώρας πλάι στα ειδικά τμήματα του Ενοχικού, Εμπραγμάτου, Οικογενειακού δικαίου λειτουργούν και τμήματα Εμπορικού δικαίου που ασχολούνται με την επίλυση όλων των εμπορικών διαφορών. Στο Πρωτοδικείο Αθηνών μάλιστα λειτουργεί εκτός από το γενικό τμήμα του Εμπορικού και Ειδικό τμήμα με εξειδίκευση στα σήματα, στον ανταγωνισμό και στην πνευματική ιδιοκτησία.   Ποια είναι συνεπώς η καινοτομία που πρόκειται να εισαχθεί και τι συνέπειες θα έχει; Μέχρι σήμερα η κατανομή των δικαστικών λειτουργών στα τμήματα ενός Δικαστηρίου γίνεται αναλογικά με τον αριθμό των υποθέσεων που εισάγονται και εκκρεμούν σε κάθε διαδικασία, ώστε να μην παρατηρείται μια ιδιαίτερα μεγάλη καθυστέρηση σε κάποιο από αυτά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα. Ούτε οι ολομέλειες των Δικαστηρίων, ούτε η εκτελεστική εξουσία δεν θα μπορούσαν, χωρίς κάποια προφανή δικαιολογητική βάση, να δώσουν ιδιαίτερη προτεραιότητα στην εκδίκαση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας υποθέσεων σε βάρος των υπολοίπων, γιατί με τον τρόπο αυτό θα εισάγονταν μια ειδική μεταχείριση κατά την απόλαυση ενός συνταγματικού δικαιώματος, όπως εν προκειμένω της παροχής έννομης προστασίας. Κατά καιρούς ο νομοθέτης επέβαλε τη συντομότερη έκδοση δικαστικών αποφάσεων, που αφορούν ωστόσο σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (π.χ. εργατικές διαφορές).

Οι επιχειρηματίες και οι επενδυτές δεν θα μπορούσαν υπό οποιαδήποτε προσέγγιση και ερμηνεία να ενταχθούν στις ευαίσθητες κοινωνικές κατηγορίες. Μετά την ικανοποίηση από τα τέλη του προηγούμενου έτους του χρόνιου αιτήματός τους (του Σ.Ε.Β., του ΕΒΕΑ) για θεσμοθέτηση εναλλακτικών μορφών επίλυσης των διαφορών, όπως η ιδιωτική διαμεσολάβηση, φαντάζει αρκετά αντιφατικό και ακατανόητο να είναι οι πρώτοι που επιδιώκουν την ταχύτερη και προνομιακή εκδίκαση των υποθέσεών τους από τα Δικαστήρια. Η απάντηση στις ανησυχίες των επενδυτών για ταχύτερη επίλυση των διαφορών τους θα μπορούσε να είναι η υποχρεωτική προσφυγή και η έκδοση πορίσματος από τις εταιρίες ιδιωτικής διαμεσολάβησης, καθώς η εναλλακτική αυτή μέθοδος απονομής δικαιοσύνης έχει προωθηθεί από τους ίδιους τους επιχειρηματίες ως ένας πολιτισμένος και γρήγορος τρόπος που παρακάμπτει την δυσκίνητη και πολλές φορές αναποτελεσματική κρατική Δικαιοσύνη.  Η έλλειψη εμπιστοσύνης στις ιδιωτικές εταιρίες διαμεσολάβησης που οι ίδιοι προωθούν και χρηματοδοτούν, θα υπέσκαπτε το κύρος που επιχειρούν εναγωνίως να τις προσδώσουν. Οι επενδυτές εξάλλου, σε αντίθεση με την πλειονότητα των πολιτών, θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να ολοκληρώσουν τις πολύωρες και δαπανηρές συζητήσεις ενώπιον των διαμεσολαβητών. Η Δικαιοσύνη οφείλει να έχει στο επίκεντρο των προτεραιοτήτων της τη μεγάλη πλειοψηφία, που στερούμενη οικονομικών πόρων, χρόνου και ειδικών συμβούλων, προσβλέπει στο Κοινωνικό Κράτος και στις δομές του.

Η δημιουργία νέων τμημάτων και η στελέχωσή τους με ανθρώπινο δυναμικό ισοδυναμεί κατά λογική ακολουθία με αποδυνάμωση των υπόλοιπων τμημάτων, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αριθμός των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών παραμένει αμετάβλητος. Θα χρειαζόταν πιστεύω αρκετή προσπάθεια για να πείσει κανείς τον εργαζόμενο που περιμένει να δικαστεί η υπόθεσή του για μη καταβολή δεδουλευμένων, τον γονιό που περιμένει να του επιδικαστεί η μηνιαία διατροφή για τα τέκνα των οποίων έχει την επιμέλεια, τον τραυματισθέντα από τροχαίο ατύχημα που διεκδικεί την αποζημίωση για τα νοσήλια και την θεραπεία του, ότι οι υποθέσεις τους θα καθυστερήσουν ακόμα περισσότερο λόγω της αποψίλωσης των αντίστοιχων τμημάτων των Δικαστηρίων και αντιστρόφως της ενίσχυσης των νέων τμημάτων για τις επιχειρηματικές υποθέσεις.

Τα νέα τμήματα για τις επιχειρηματικές διαφορές όχι μόνο θα αποδυναμώσουν αριθμητικά τα υπόλοιπα τμήματα των μεγάλων Δικαστηρίων αλλά η Κυβέρνηση φιλοδοξεί να τα στελεχώσει με τους εμπειρότερους και τους κατέχοντες μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους δικαστικούς λειτουργούς. Ορίζει σχετικά το άρθρο 361 του παραπάνω Σχεδίου Νόμου «Στα ειδικά τμήματα της παρ. 1 τοποθετούνται με τριετή θητεία που μπορεί να ανανεωθεί, κατά προτίμηση δικαστές με εξειδίκευση ή ιδιαίτερη εμπειρία στη συγκεκριμένη κατηγορία διαφορών, η οποία προκύπτει είτε από σχετικούς μεταπτυχιακούς ή διδακτορικούς τίτλους σπουδών είτε από προγενέστερη συναφή δραστηριότητα». Πέρα από την απαράδεκτη αξιακή κατηγοριοποίηση και τον κίνδυνο ελιτισμού που ελλοχεύει σε τέτοιου είδους διαιρέσεις, ανάλογες απαιτήσεις τυπικών προσόντων δε συναντούμε σε κανένα από τα υπόλοιπα τμήματα.

Όσο κι’ αν τα Συντάγματα θέτουν στο ίδιο επίπεδο αναγνωρισμένα από δεκαετίες ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όσο κι’ αν οι διακηρύξεις διεθνών οργανισμών περί Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποφεύγουν τις ιεραρχήσεις και την προτεραιοποίηση, το Κράτος αποτελεί τον μηχανισμό για την επιβολή τους. Ανάμεσα σε πολλά ίσα δικαιώματα η πολιτική εξουσία αποφασίζει την ειδική βαρύτητα που θα προσδώσει σε καθένα χωριστά. Αρκεί ωστόσο ο καθορισμός και η επιδίωξη ενός πολιτικού προτάγματος για να μεταβάλει τον προσανατολισμό ενός ανεξάρτητου κρατικού θεσμού, όπως η Δικαιοσύνη και να του δώσει μια ορισμένη κατεύθυνση; Η έμμεση υπόδειξη για το προέχον έννομο αγαθό που είναι η επιχειρηματικότητα διαποτίζει ανακοινώσεις, ομιλίες, αρθρογραφία. Στο παραπάνω άρθρο της Εφημερίδας «Καθημερινή» αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Χωρίς τους δικαστές λένε στο Υπουργείο, δεν μπορεί να προχωρήσει ο νέος θεσμός και σημειώνουν πως οι δικαστικοί λειτουργοί πρωτίστως είναι εκείνοι που αντιλαμβάνονται και την κρισιμότητα των στιγμών και την αναγκαιότητα να αναταχθεί η οικονομία και να διευκολυνθούν οι επενδύσεις» (θυμίζει έντονα την προτροπή του Υπουργού Περιβάλλοντος προς την δημόσια διοίκηση ενόψει της κατάθεσης του πρόσφατου σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος). Γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθεί μια κυρίαρχη συνείδηση μη επιδεχόμενη αμφισβήτησης ούτε από τους πολίτες ούτε από τους εφαρμοστές του δικαίου. Το Σύνταγμα ωστόσο που καλούνται οι δικαστικοί λειτουργοί να εφαρμόσουν, αποτελεί προϊόν ενός ιστορικού κοινωνικού συμβιβασμού  και αρνείται να μπει στη λογική συγκυριακών πολιτικών επιδιώξεων.