Επιστολή Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών

Αθήνα, 26-6-2020

Με την παρούσα θα ήθελα, καταρχήν, να ευχαριστήσω τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕνΔΕ, που με την τιμητική τους ψήφο, μου ανέθεσαν τα καθήκοντα του Προέδρου της Προσωρινής Διοικήσεως της Ένωσης, που έχει σαν κύριο έργο τη διεξαγωγή των επικείμενων αρχαιρεσιών και που συγχρόνως νομιμοποιείται στην αντιμετώπιση υποθέσεων με επείγοντα χαρακτήρα όπως ρητώς αναφέρεται στο διατακτικό της από 4-6-2020 Προσωρινής Διαταγής, που διατηρήθηκε σε ισχύ με την από 15-6-2020 νέα Προσωρινή Διαταγή της Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών. 

Στο πλαίσιο αυτό αποφασίστηκαν άμεσες θεσμικές παρεμβάσεις της ΕνΔΕ επί ζητημάτων της επικαιρότητας, δεδομένου ότι η διάρθρωση και οργάνωση του πυλώνα της Δικαιοσύνης στο Σύνταγμα είναι αναμφισβήτητη και οι θεσμικές συνταγματικές εγγυήσεις της προσωπικής και λειτουργικής Ανεξαρτησίας των Δικαστικών Λειτουργών θέτουν σαφείς κόκκινες διαχωριστικές γραμμές στις άλλες δύο εξουσίες (Νομοθετική και Εκτελεστική).

Το έργο των Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών της χώρας αποτελεί σήμερα την πιο πολύτιμη παρακαταθήκη για το νομικό μας πολιτισμό. Οι δικαστικές αποφάσεις, ως θεσμικός λόγος έκφρασης της Δικαστικής Εξουσίας, έχουν συμβάλει τα μέγιστα στην προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και στη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης και συνοχής, ενώ, συγχρόνως, η Νομολογία των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας, καθώς και όλων των Δικαστηρίων της ουσίας αποτελεί αστείρευτη πηγή νομικής γνώσης και έμπνευσης ανοίγοντας συνεχώς νέους δρόμους στη Νομική Επιστήμη.    

              Μετά τη συγκρότηση σε Σώμα της Προσωρινής Διοικήσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 και 15 παρ.1 εδ.α΄ και β΄ του Καταστατικού της Ενώσεως, στην εφαρμογή του οποίου ρητώς παραπέμπουν οι ανωτέρω Προσωρινές Διαταγές, και εν αναμονή της κρίσης της Ελληνικής Δικαιοσύνης, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων εισέρχεται, πλέον, σε τροχιά εκλογικής διαδικασίας. Οι ημερομηνίες, που επιλέχθηκαν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Προσωρινής Διοίκησης στο πρώτο αυτό προπαρασκευαστικό στάδιο (27 Σεπτεμβρίου 2020 για τις Περιφέρειες των Πρωτοδικείων εκτός από την Αθήνα και τον Πειραιά και 4 Οκτωβρίου 2020 για τις τελευταίες) αποτελούν την πλέον συναινετική, ημερολογιακά, λύση, δεδομένου ότι στις 19 Σεπτεμβρίου, ημέρα Σάββατο, θα διεξαχθούν οι εκλογές για την ανάδειξη των αιρετών Διοικήσεων των Δικαστηρίων, ενώ το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου είναι περίοδος μετακινήσεων των συναδέλφων λόγω μεταθέσεων ή τοποθετήσεων.  

Ως εκλεγμένο μέλος επί σειρά ετών στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων με την τιμητική ψήφο των συναδέλφων, γνωρίζω πολύ καλά ότι η επίτευξη των στόχων της ΕνΔΕ αποτελεί προϊόν συλλογικών διαχρονικών διεκδικήσεων και θα καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να ολοκληρωθούν με απόλυτη επιτυχία οι αρχαιρεσίες της Ενώσεως, στις οποίες εκτιμάται, πλέον, ότι θα συμμετάσχει σύσσωμο το Δικαστικό Σώμα.

Καλούμε τους συναδέλφους να συμμετάσχουν σε όλα τα στάδια της επικείμενης εκλογικής διαδικασίας.

Γιατί, αυτή η συμμετοχή είναι που θα αναδείξει στο τέλος μια Ένωση με προοπτική για το μέλλον.

 

 

Ο Πρόεδρος της Προσωρινής Διοικήσεως της ΕνΔΕ

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης

Πρόεδρος Πρωτοδικών

 

 

  

Το «επαναστατικό» σχέδιο της Κυβέρνησης για τη Δικαιοσύνη, Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη

17 Ιουνίου 2020

 

Για λίγους πλέον συναδέλφους το χθεσινό δημοσίευμα της εφημερίδας «ΕΣΤΙΑ» που αποκαλύπτει τις προθέσεις της Κυβέρνησης για τη Δικαιοσύνη ήταν κεραυνός εν αιθρία. Τα προμηνύματα είχαν έρθει εδώ και καιρό. Η ιδιωτικοποίηση της Δικαιοσύνης με τη μορφή της υποχρεωτικής ιδιωτικής διαμεσολάβησης, η παράταση του δικαστικού έτους με αναπόδραστη συνέπεια την αύξηση της δικαστικής ύλης και τέλος το Σχέδιο Νόμου για τη δημιουργία των «επενδυτικών» δικαστηρίων που μετατρέπουν τη Δικαιοσύνη από ουδέτερο κριτή σε μοχλό οικονομικής ανάπτυξης της Χώρας, σε προστάτη των επενδυτών, έδειχναν την συνολική πορεία και τους σχεδιασμούς. Για όλα αυτά είχαμε έγκαιρα επισημάνει τους κινδύνους, δώσαμε τη μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα τόσο σε επίπεδο Γενικής Συνέλευσης όσο και με άρθρα στον Τύπο και στα πολιτικά κόμματα της Χώρας.

Μιλώντας στο «Forum των Δελφών» ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, κ. Πικραμμένος, παρουσίασε το σχέδιό του για τη Δικαιοσύνη που οραματίζεται. Μια Δικαιοσύνη με διαχωρισμό των Δικαστών σε τακτικούς και επί θητεία. Με ουσιαστική κατάργηση της συνταγματικής πρόβλεψης περί ισοβιότητας και με διαρκείς εξετάσεις των τακτικών δικαστών κατά τα πρότυπα του Στρατού, με μείωση του αριθμού των δικαστικών λειτουργών, με κατάργηση της επετηρίδας. Κι’ ας μην βιαστεί κανείς να δώσει προσωπικό χαρακτήρα στις συγκεκριμένες προτάσεις του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης ή να αναρωτηθεί πως γίνεται να διατυπώνονται τέτοιες σκέψεις από έναν πρώην Πρόεδρο Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ας ψάξει καλύτερα να εντοπίσει τη χρονική συγκυρία και τους στόχους που εξυπηρετούνται.

Εδώ και μήνες ορισμένοι απεργάζονταν σχέδια ανατροπής του Προεδρείου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων γιατί η φωνή του και οι θέσεις του δεν άρεσαν στην Κυβέρνηση. Με μεθοδεύσεις και αξιοποιώντας την πλειοψηφία στο ΔΣ οδήγησαν την Ένωση σε ορισμό δοτής διοίκησης από τα Δικαστήρια, η οποία δεν θα έχει ουσιαστικό λόγο, παρά μόνο την εντολή να διενεργήσει εκλογές μετά από κάποιους μήνες. Η «νεκρή» αυτή περίοδος είναι ιδανική για να έρθουν προς ψήφιση καταιγιστικά νομοθετικά μέτρα, χωρίς καμία αντίδραση από την μεγαλύτερη Δικαστική Ένωση που αριθμεί περισσότερους από 2.500 Δικαστές και Εισαγγελείς. Κι’ αν κάναμε κριτική στον Υπουργό Δικαιοσύνης τις προηγούμενες φορές ότι δεν καλούσε τις Δικαστικές Ενώσεις για συζήτηση σε σοβαρά θέματα, που αφορούν την Δικαιοσύνη, τώρα έχει τη δικαιολογία της έλλειψης θεσμικού συνομιλητή όσον αφορά την πολιτική Δικαιοσύνη (Αλήθεια μήπως αυτό το διάστημα ο Υπουργός Δικαιοσύνης συνομίλησε με κάποια Δικαστική Ένωση για το ζήτημα αυτό;). Η επιλογή αυτής της χρονικής συγκυρίας δεν είναι τυχαία. Κανείς βέβαια δεν τρέφει αυταπάτες ότι η πλειοψηφία του ΔΣ που στάθηκε επάξια στο ρόλο του Σάντσο Πάντσα και συναίνεσε σε όλα τα προαναφερόμενα νομοθετικά μέτρα (ιδιωτική διαμεσολάβηση, παράταση του δικαστικού έτους, επενδυτικά δικαστήρια), που δεν βρήκε να πει μια κουβέντα για τις πολιτικές παρεμβάσεις στο έργο των εισαγγελικών λειτουργών στην υπόθεση των διώξεων στο Κουκάκι, ούτε για τη μείωση της χρηματοδότησης του ΤΑΧΔΙΚ, ούτε για την ανακατανομή των θέσεων στα Εφετεία, θα πράξει τώρα κάτι διαφορετικό. Αυτό που ενδιαφέρει πρώτιστα είναι η αδρανοποίηση της Ένωσης και μάλιστα για όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ώστε να προλάβουν να ψηφιστούν όλες οι «επαναστατικές μεταρρυθμίσεις».

Ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης γνωρίζει ασφαλώς ότι ορισμένα από τα μέτρα που ισχυρίζεται ότι θα εισηγηθεί στον Πρωθυπουργό, όπως ο διαχωρισμός των Δικαστών σε τακτικούς και επί θητεία ή η κατάργηση της ισοβιότητας προσκρούουν στη βασική Συνταγματική επιταγή του άρθρου 88  παρ. 1. Εσκεμμένα ωστόσο δημοσιοποιήθηκαν περισσότερο για να δημιουργήσουν ένα σοκ και ένα κλίμα πανικού στο Δικαστικό Σώμα. Να ανοίξουν μια συζήτηση στην οποία αναγκαστικά θα συμμετέχουμε όλοι. Πίσω από αυτές τις προτάσεις κρύβονται άλλες «μεταρρυθμίσεις» εύκολα υλοποιήσιμες και με πρακτικό ενδιαφέρον για την Κυβέρνηση. Η μείωση του αριθμού των δικαστικών λειτουργών σε συνδυασμό με την κατάργηση Δικαστηρίων, ένας «δικαστικός Καλλικράτης», ήταν πάντοτε στις επιδιώξεις της Κυβέρνησης. Όταν έκανα σχετική αναφορά στη Γενική Συνέλευση του περασμένου Δεκεμβρίου, ο Υπουργός Δικαιοσύνης στη δική του τοποθέτηση αρνήθηκε κατηγορηματικά την ύπαρξη τέτοιου σχεδίου. Αποδεικνύεται πλέον περίτρανα ότι μοναδική επιδίωξη είναι η λιγότερη κρατική Δικαιοσύνη και η ενίσχυση των μορφών διαμεσολάβησης. Η Δικαιοσύνη ως εμπόρευμα με όρους κόστους – οφέλους είναι ασύμφορη και πρέπει να συρρικνωθεί. Όποιο Δικαστήριο δεν φέρνει έσοδα στο Κράτος από την επιβολή χρηματικών ποινών και ενσήμων θα θεωρείται κοστοβόρο και θα καταργείται. Οι επιχειρηματίες είτε ως έμποροι της Δικαιοσύνης, ως ιδιοκτήτες Κέντρων Διαμεσολάβησης, είτε ως διάδικοι που οι υποθέσεις τους προηγούνται των άλλων υποθέσεων και δικάζονται από δικαστές με μεγαλύτερη εμπειρία και προσόντα, έχουν πάντα προτεραιότητα. Ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης ωστόσο ανησυχεί για τον κίνδυνο ιδιωτικοποίησης της Δικαιοσύνης και τούτο διότι «έφυγαν οι διαιτησίες από την Ελλάδα και πήγαν σε διαιτησίες εξωτερικού»!!! Ο ανθρώπινος παράγοντας, η εντατικοποίηση της εργασίας των δικαστών και των εισαγγελέων που έχουν φτάσει στα όρια της εξόντωσης, δεν είναι παράμετρος που υπολογίζεται. Όπως δεν υπολογίζεται και η δυσκολία των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών  να έχουν πρόσβαση στη Δικαιοσύνη. Μετά την αύξηση του κόστους με τη δημιουργία του ενδιάμεσου υποχρεωτικού σταδίου της ιδιωτικής διαμεσολάβησης, ο σχεδιασμός της κατάργησης ορισμένων Δικαστηρίων στην επαρχία θα αυξήσει ακόμα περισσότερο τις δαπάνες και θα δυσχεράνει τόσο τη μετάβαση στα Δικαστήρια όσο και την επικοινωνία του πολίτη με τον δικηγόρο του.

Στα μέτρα που «θα ταρακουνήσουν τη Δικαιοσύνη» εντάσσεται και η κατάργηση της επετηρίδας. Ένας διαχρονικός τρόπος προαγωγών στις βαθμίδες της Δικαιοσύνης που διασφαλίζει αντικειμενικότητα και αποκλείει παρεμβάσεις και αδικίες. Γι’ αυτό ποτέ καμία Δικαστική Ένωση δεν έθεσε θέμα κατάργησης της επετηρίδας, κανένας Δικαστικός Λειτουργός δεν αμφισβήτησε τη σπουδαιότητά της. Ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης κατά τη δήλωσή του «ονειρεύεται όχι μια δημοσιοϋπαλληλική καριέρα στη Δικαιοσύνη, αλλά θέλει να υπάρξει ανταγωνισμός». Με άλλα λόγια να αρχίσει να λειτουργεί η Δικαιοσύνη με όρους ιδιωτικού τομέα.  Να ανοίξουν οι πύλες της αδιαφάνειας, των παρεμβάσεων, της αναξιοκρατίας με την επιλογή «φίλων» και «αρεστών», της αδικίας, των εσωτερικών ανταγωνισμών και του αριβισμού με κάθε μέσο. Σα να μην αξιολογούνται οι Δικαστικοί Λειτουργοί κάθε χρόνο από Επιθεωρητές- Αρεοπαγίτες που κρίνουν και τα επιστημονικά προσόντα και το ήθος καθενός χωριστά, ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης έχει ένα σχέδιο «στρατιωτικοποίησης» της Δικαιοσύνης με εξετάσεις για την κρίση περί της καταλληλότητας προαγωγής κατά το πρότυπο της Σχολής Πολέμου! Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Και ελέγχεται η Δικαιοσύνη με την ανέλιξη ανθρώπων φιλικών προς την κάθε Κυβέρνηση και διαιρείται το Δικαστικό Σώμα με την επικράτηση της λογικής του ατομικού οφέλους που είναι πάνω από κάθε συλλογική προσπάθεια.

Η Κυβέρνηση φαίνεται να είναι διατεθειμένη να μας κάνει πολλές ακόμα εκπλήξεις καινοτόμων μεταρρυθμίσεων. Οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί μπορούν να αντιδράσουν συλλογικά και αποτελεσματικά μόνο μέσα από τις Ενώσεις τους. Ενώσεις μαχητικές, δραστήριες, ανεξάρτητες. Ενώσεις που οι εκπρόσωποί τους δεν έχουν προσωπικά ωφελήματα και αναδεικνύονται από τους συναδέλφους τους με δημοκρατικές διαδικασίες. Όσο γρηγορότερα η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων βγει από το σημερινό αδιέξοδο, όσο ταχύτερα αποκτήσει δημοκρατικά εκλεγμένη διοίκηση, τόσο ουσιαστικότερη θα μπορέσει να γίνει.

Οι προσωρινές διοικήσεις στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων: Μια ιστορική καταγραφή, Θεοδώρα Ντάλλη, Δικηγόρος, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ – ΘΕΣΜΙΚΗ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΜΕΙΟΨΗΦΙΚΟΥ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ – ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ – ΚΑΘΑΡΕΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΟΥ ΔΣ ΤΗΣ ΕΔΕ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ – ΘΕΣΜΙΚΗ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΜΕΙΟΨΗΦΙΚΟΥ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ – ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ – ΚΑΘΑΡΕΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΟΥ ΔΣ ΤΗΣ ΕΔΕ  

Στις 26 Μαΐου 2020 και περί ώρα 12.00 λάβαμε ηλεκτρονική αλληλογραφία στις προσωπικές μας ηλεκτρονικές διευθύνσεις  (e- mails) από εταιρεία με την ονομασία «ZEUS» περί διενέργειας ηλεκτρονικής ψηφοφορίας σχετικά με τις αρχαιρεσίες της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και παράλληλα λάβαμε ανακοίνωση του μειοψηφικού Προεδρείου της Ένωσης με οδηγίες για την εν λόγω ψηφοφορία.    

Η ενέργεια αυτή έρχεται να προστεθεί στην πληθώρα αντικαταστατικών ενεργειών του μειοψηφικού προεδρείου της ΕΔΕ και δηλώνει πλήρη έλλειψη σεβασμού στην αρχή της πλειοψηφίας και γενικότερα της δημοκρατικής αρχής, δεδομένου ότι δεν υφίσταται απόφαση του Δ.Σ. περί της διενέργειας τέτοιας ψηφοφορίας, ενώ αντίθετα έχει ληφθεί απόφαση από την πλειοψηφία των μελών του Δ.Σ. για τη διενέργεια των αρχαιρεσιών της ΕΔΕ, εκτός μεν του καταστατικού χρόνου, λόγω της πανδημίας αλλά σε σύντομο χρόνο, που θα ορίσει η προσωρινή διοίκηση, που θα ορισθεί, σύμφωνα με το νόμο, καθότι τη Δευτέρα 1-6-2020 λήγει η θητεία των μελών του νυν Δ.Σ.. Σοβαρό δε ζήτημα τίθεται και είναι ερευνητέο πως διοχετεύθηκε λίστα προσωπικών δεδομένων (e – mails) εκατοντάδων συναδέλφων Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών – μελών της Ένωσής μας σε τρίτο προς επεξεργασία και χρήση, χωρίς την συγκατάθεσή τους.  

Για το λόγο αυτό προβαίνουμε ως πλειοψηφία του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στη δημόσια δήλωση  ότι ουδέποτε το άνω αρμόδιο Συμβούλιο έλαβε σχετική απόφαση περί ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, δεν ευθύνεται έναντι οποιουδήποτε για τις συνέπειες, που τυχόν μπορεί να έχει η διενέργεια αυτή και δεν δεσμεύεται από οποιοδήποτε αποτέλεσμα της αντικαταστατικής και αδιαφανούς αυτής ενέργειας.   

Γνωστοποιούμε σε όλα τα μέλη της Ένωσής μας, ότι προσφεύγουμε άμεσα ΛΟΓΩ ΛΗΞΗΣ ΤΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ ΜΑΣ  ενώπιον της μόνης αρμόδιας θεσμικά Ελληνικής Δικαιοσύνης για τον ορισμό Προσωρινής Διοίκησης στην ΕΔΕ, με αποκλειστικό έργο τη διενέργεια αρχαιρεσιών στην Ένωση.

«Ταμπού» στη λειτουργία των θεσμών σύμφωνα με το νόμο δεν υπάρχουν και δεν δύνανται αυτά να εξελίσσονται σε συμμάχους της αυθαιρεσίας.

Το λόγο, πλέον, έχει ΜΟΝΟ η Ανεξάρτητη Ελληνική Δικαιοσύνη, που αποτελεί και τη μόνη εγγύηση δίκαιων και αμερόληπτων αρχαιρεσιών στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων με τη διασφάλιση της συμμετοχής ολόκληρου του Δικαστικού Σώματος στις πιο κρίσιμες εκλογές της Ένωσης από την ίδρυσή της.  

 Δεν συμμετέχουμε στην αντικαταστατική ενέργεια του Προέδρου της ΕΔΕ

ΚΑΙ  ΚΑΛΟΥΜΕ

τους συναδέλφους να πράξουν το ίδιο για να διαφυλάξουμε ό,τι δυστυχώς απέμεινε από το τρωθέν, ήδη, κύρος της Ένωσής μας .

ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ

Σαλάτας Νικόλαος, Εφέτης 

Βεργώνης Στάθης, Αντ/λέας Εφετών 

ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ

Λυμπερόπουλος Τάκης, Εφέτης

Κώνστα Ελευθερία, Εφέτης

Φούκας Δημήτρης, Πρόεδρος Πρωτοδικών

ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

Στενιώτη Μαργαρίτα, Εφέτης

Βουλγαρίδης Κων/νος, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Κομπολίτης Γρηγόρης, Ειρηνοδίκης

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΜΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΛΗΨΗΣ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΝ Ακριβής Ερμίδου, Ειρηνοδίκη Αθηνών, μέλους Δ.Σ. και Υπεύθυνης Διαχείρισης Οικονομικών της Ενδε Γεωργίου Δελή, υπ. ΔΝ Ειρηνοδίκη Αθηνών

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΜΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ
ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΛΗΨΗΣ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ
ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΝ

Ακριβής Ερμίδου, Ειρηνοδίκη Αθηνών,
μέλους Δ.Σ.   και Υπεύθυνης Διαχείρισης Οικονομικών της Ενδε

Γεωργίου  Δελή, υπ. ΔΝ Ειρηνοδίκη Αθηνών

Αθήνα, 28.5.2020


Με το απο 30.4.2020 και αριθμό πρωτ. 200 έγγραφο της ΄Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων προς τον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης, με θέμα την ανάγκη τήρησης  αναγκαίων μέτρων προστασίας μεταξύ άλλων και στην διαδικασία της λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων στα Ειρηνοδικεία προς αποφυγή του συνωστισμού λόγω της πανδημίας του κορωνοιού, η Ενδε  ζήτησε το πρώτον να εξετασθεί το ζήτημα και να ληφθεί έγκαιρα κάθε αναγκαίο μέτρο.

Προς  αναζήτηση  εφικτών λύσεων  για το ανωτέρω  σημαντικότατο ζήτημα που σύντομα θα απασχολούσε  όλα τα Ειρηνοδικεία της χώρας,  με το  απο 5.5.2020  έγγραφό μας, που αναρτήθηκε  αυθημερόν στην επίσημη ιστοσελίδα της ΕνΔΕ,   προτείναμε  την  προσαρμογή των διατάξεων του ΚΠολΔ στις νέες συνθήκες με σκοπό την αποφυγή  του συνωστισμού στους χώρους των Ειρηνοδικειακών καταστημάτων με την υιοθέτηση, επιπλέον των προβλεπόμενων στην διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, τρόπων, και της δυνατότητας λήψης  των ενόρκων βεβαιώσεων   παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων, στο Δικηγορικό γραφείο του υπερ ου εντολοδόχου, και, μετέπειτα, η κατάθεσή τους στο Δικαστικό Γραμματέα, ο οποίος θα την καταχωρεί στα οικεία βιβλία και θα της δίνει μοναδικό αριθμό, προκειμένου εν συνεχεία να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια Δίκης ,κατά τα πρότυπα συγγενών δικονομικών τάξεων. Η πρότασή μας αυτή  παρουσιάσθηκε    απο την Ενδε, μεταξύ άλλων εναλλακτικών προτάσεων,  στην σύσκεψη των θεσμικών φορέων υπό την προεδρία του Υφυπουργού Δικαιοσύνης κ. Κράνη, που έλαβε χώρα την 6.5.2020 στα γραφεία του ΔΣΑ  και εν συνεχεία ως λύση απολύτως εφικτή,  υιοθετήθηκε απο τη Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας. 

Ηδη διαπιστώνουμε ότι η ανωτέρω πρότασή μας που διευρύνει τα αρμόδια όργανα λήψης  χωρίς να  μεταβάλει το Δίκαιο των Ενόρκων Βεβαιώσεων, κατά τα κύρια χαρακτηριστικά του, έτυχε αποδοχής,από την πολιτεία , κατ΄αρχήν ως προς το βασικό ζήτημα της διεύρυνσης ,αφού σε τροπολογία που περιέχεται σε κατατεθέν την 27.5.2020  σχέδιο νόμου  του Υπουργείου Υγείας  , αναφορικά με την επαναλειτουργία των  πολιτικών Δικαστηρίων,  προβλέπεται   η  δυνατότητα λήψης ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον δικηγόρων  .. Το γεγονός αυτό και με δεδομένο ότι  κατά την κρατούσα γνώμη, η λήψη ένορκης βεβαίωσης   δεν είναι δικαιοδοτικό έργο   ,αλλα αποτελεί εξωδικαστική πράξη της εκούσιας δικαιοδοσίας, με κυριότερο χαρακτηριστικό της την έλλειψη αμεσότητας, εφόσον δεν είναι δυνατή η υποβολή ερωτήσεων από τους διαδίκους, ευελπιστούμε να αποτελέσει μια  μόνιμη μεταβολή  του Δικαίου Εγγράφων Καταθέσων Τρίτων εκτός Δίκης  . Προς την κατεύθυνση αυτή  είμαστε έτοιμοι να συμβάλλουμε για την  περαιτέρω εξέλιξή της  ,  στο πνεύμα και το σκοπό του συνόλου της προτάσεώς μας όπως παραπάνω αρμοδίως διατυπώθηκε.

 

 

ΤΟ «ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΤΟ» ΤΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑΣ ….ΣΕ «ΑΥΤΟΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ»; Γεσθημανής Π. Χατζηπαρασίδου, Εισαγγελέα Πρωτοδικών

  Γεσθημανή Π. Χατζηπαρασίδου

                                               Εισαγγελέας Πρωτοδικών

    Με αφορμή και στα  πλαίσια του δημόσιου διαλόγου που ξεκίνησε αναφορικά με τον θεσμό του « αυτοδιοίκητου»  στον χώρο της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης  θα ήθελα να επιχειρήσω, με κατά το δυνατόν ευσύνοπτο τρόπο , να σας μεταφέρω τις σκέψεις και απόψεις μου για αυτό.

Μια επισκόπηση της ιστορικής διαδρομής και της σειράς των τροποποιήσεων που έχουν δεχτεί τα άρθρα 15 και 16 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων , Δικαστικών Λειτουργών ( εφεξής Κ.Ο.Δ.Δ Λ – Ν. 1756/1988) καταδεικνύει ότι  η εκάστοτε εκτελεστική εξουσία ανάλογα με την ιδεολογία και τις αντιλήψεις που τη διέκριναν αναφορικά με την ερμηνεία και την αποτελεσματικότερη πρακτική εφαρμογή της αρχής περί ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, νομοθετούσε σχετικά με την κατάργηση ή μη του αυτοδιοίκητου της ηγεσίας των πολιτικών – ποινικών Δικαστηρίων και Εισαγγελιών , κατά το μέτρο που οι Συνταγματικές επιταγές επέτρεπαν τη  ρύθμιση του από τον κοινό νομοθέτη.

Αξιολογώντας, εκ του αποτελέσματος, τις συνέπειες που επέφεραν στη λειτουργία των Δικαστηρίων και την απονομή της Δικαιοσύνης, οι κατά καιρούς αλλαγές στον τρόπο διεύθυνσης των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών,  μεγάλο μέρος των εκπροσώπων της νομικής επιστήμης έχει  ταχθεί υπέρ της μη επιλογής και του περαιτέρω ορισμού σε θέση ηγεσίας , λειτουργού επιλεχθέντος από τον επόμενο ή και τον ανώτερο βαθμό της ιεραρχίας της πολιτικής-ποινικής δικαιοσύνης ,σε σχέση με εκείνον στον οποίο καλείται να εκτελέσει  χρέη διευθύνοντος.

Οι λόγοι για τους οποίους κρίνεται ως ορθή, κατά τη γνώμη μου, η ανωτέρω θέση επικεντρώνονται σε δυο παραμέτρους, αναφορικά κυρίως με τη διεύθυνση των εισαγγελιών. Η πρώτη παράμετρος συνίσταται  στο ότι η επιλογή και ο διορισμός από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, με όσα κριτήρια αξιοκρατίας και αν έχει λάβει χώρα, ως διευθύνοντος την Εισαγγελία Πρωτοδικών ή την Εισαγγελία Εφετών, λειτουργού  από τον επόμενο ή τον  ανώτερο βαθμό της ιεραρχίας ήτοι εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα Εφετών ή ( στη δεύτερη περίπτωση ) αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου,  θίγει κατάφωρα τη συνταγματική επιταγή ( αρθ. 87 του Συντ.) περί λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των «διοικούμενων» υπ’ αυτού εισαγγελικών λειτουργών. Γεγονός το οποίο γίνεται έτι περαιτέρω αντιληπτό δοθείσης της έλλειψης ανάλογης έκτασης , διάρθρωσης και εξειδίκευσης των αρμοδιοτήτων του θεσμού της Ολομέλειας των Εισαγγελιών σε σχέση με αυτή του οργάνου της Ολομέλειας των πολιτικών δικαστηρίων,  όπως  το τελευταίο προβλέπεται νομοθετικά και διατυπώνεται ρητά στο αρθ.  14 του  Κ.Ο.Δ.Δ Λ. Η διοίκηση δηλαδή των Εισαγγελιών ,ασκείται κατά κύριο λόγο  από τον διευθύνοντα αυτής , έχοντας αναθέσει ο κοινός νομοθέτης στην αρμοδιότητα της Ολομέλειας της Εισαγγελίας τις κάτωθι ρητές και περιορισμένες αρμοδιότητες, όπως χαρακτηριστικά ορίζονται στην παράγραφο 5 του αρθ. 14Α του Κ.Ο.Δ.Δ Λ.:  «Στην αρμοδιότητα της ολομέλειας υπάγονται: α) η κατάρτιση , συμπλήρωση, τροποποίηση αντικατάσταση ή κατάργηση διατάξεων του κανονισμού λειτουργίας της εισαγγελίας, β) η λήψη αποφάσεων για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος οργάνωσης και λειτουργίας της εισαγγελίας και απονομής της ποινικής δικαιοσύνης και γ) η κατάρτιση των τμημάτων διακοπών».  Xωρίς ουσιαστικά να υφίστανται δικλείδες ασφαλείας που να προστατεύουν από τυχόν αστοχίες ή λάθος επιλογές του διευθύνοντος και να περιφρουρούν την προσωπική ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια των εισαγγελικών λειτουργών.

Η δεύτερη παράμετρος συνίσταται στο ότι η διεύθυνση της εισαγγελίας πρωτοδικών από εισαγγελικό λειτουργό , ανωτέρου βαθμού, του στερεί τη δυνατότητα να διαχειρίζεται  «ιδιοχείρως» την άσκηση της ποινικής δίωξης των εγκλημάτων ,καθώς αυτή εκ του νόμου, κατά κύριο ρόλο, έχει ανατεθεί στον εισαγγελέα πρωτοδικών ( βλ. αρθ. 27 του ΚΠΔ – Ν. 4620/2019) , δεδομένο που από τη μια  προβάλει ως αντιφατική επιλογή, ήτοι ο διευθύνων της εισαγγελίας που είναι καθ’ ύλιν αρμόδια για την ποινική δίωξη των εγκλημάτων να μη δύναται ο ίδιος  να ασκήσει ποινική δίωξη στο όνομα και για λογαριασμό της Πολιτείας, από την άλλη αυτή η αδυναμία να ελλοχεύει κινδύνους επηρεασμού από μέρους του αναφορικά με την άσκηση ποινικής δίωξης από τους υπηρετούντες υπό τη διεύθυνσή του εισαγγελικούς  λειτουργούς.

Η έτερη θέση που έχει διαχρονικά εφαρμοστεί αναφορικά με τον τρόπο επιλογής του διευθύνοντος την Εισαγγελία, όπου αυτή προβλέπεται, είναι  της εκλογής του με μυστική ψηφοφορία από τις ολομέλειες των κατά περίπτωση εισαγγελιών ,με τους όρους και τη διαδικασία  που ορίζει το αρθ. 16 του  Κ.Ο.Δ.Δ Λ ( θεσμός του « αυτοδιοίκητου»). Επ’ αυτής αξίζει να επισημάνουμε τα εξής: Κατ’ αρχάς ο θεσμός του αυτοδιοίκητου  αποτελεί προϊόν συλλογικής απόφασης που εκπορεύεται μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες και ως εκ τούτου έχει εκ προοιμίου προβάδισμα. Ο κοινός νομοθέτης, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει μείζονα διαφάνεια και συμμορφούμενος στη ρητή εξουσιοδότηση της συνταγματικής επιταγής περί διάκρισης των εξουσιών και ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, ρύθμισε με τον παραπάνω τρόπο την επιλογή του διευθύνοντος την εισαγγελία (εκλογή με μυστική ψηφοφορία) θέλοντας να διευρύνει τη δημοκρατική νομιμοποίηση της εν γένει διαδικασίας επιλογής των ηγεσιών των πολιτικών–ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών.

Έτσι διατρέχοντας ιστορικά τον χρόνο εφαρμογής και κρίνοντας τα αποτελέσματα, αρχικά φαίνεται να επιτυγχάνεται ο σκοπός του νόμου με την καθιέρωση του θεσμού του αυτοδιοίκητου στην ηγεσία της πολιτικής δικαιοσύνης. Το θετικό αυτό αποτέλεσμα πιστώνεται ,κατά τη γνώμη μου , και στην θέσπιση ρητά θεσμοθετημένων οργάνων με συγκεκριμένες αρμοδιότητες που ασκούν έλεγχο και εποπτεία στο έργο του διευθύνοντος , τα μέλη των οποίων είναι επίσης εκλεγμένα ( βλ. τριμελές συμβούλιο διοίκησης ) , όπως επίσης στις αυξημένες αρμοδιότητες και εξουσίες της Ολομέλειας των πολιτικών δικαστηρίων αλλά και της ρητής πρόβλεψης περί προσφυγής των υπηρετούντων δικαστών κατά των πράξεων του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου .

Ωστόσο στον χώρο της Εισαγγελίας η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική.  Εν αντιθέσει με τη διάθρωση και εξειδίκευση των αρμοδιοτήτων της Ολομέλειας των δικαστών , το όργανο της Ολομέλειας των Εισαγγελιών, όπως προαναφέρθηκε και ανωτέρω ,στερείται ουσιαστικών και καίριων αρμοδιοτήτων που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την αρχή της ίσης μεταχείρισης και  ανεξαρτησίας των υπηρετούντων εισαγγελέων και να συμβάλλει  έτι περαιτέρω στην επιτάχυνση της απόδοσης της Δικαιοσύνης εν γένει.

Εντοπίζοντας αυτές τις δυσχέρειες στην ομαλή και αποδοτική λειτουργία του θεσμού του «αυτοδιοίκητου», αναφορικά με τις εισαγγελίες , και επιδιώκοντας να καλύψουν τα νομοθετικά κενά, προσβλέποντας στη δίκαιη και αξιοκρατική διεύθυνση των εισαγγελιών , εγνωσμένου κύρους εισαγγελικοί λειτουργοί επιχείρησαν, κατά το παρελθόν, να αναβαθμίσουν την Ολομέλεια της Εισαγγελίας σε θεσμό « Διευθύνουσας Ολομέλειας» , προσδίνοντάς της μέσω της κατάρτισης του κανονισμού λειτουργίας, αρμοδιότητες που άπτονταν θεμάτων διεύθυνσης πέραν αυτών που de lege lata  με νομοθετική πρόβλεψη και ρητή διατύπωση της ανέθετε ο νόμος . Επιδίωξη τους ήταν προφανώς να ορίσουν εκ των προτέρων τις αρχές και συνθήκες ανεξαρτησίας και εργασίας των εισαγγελικών λειτουργών ,ασκώντας με αυτό τον τρόπο τον ελλείποντα νομοθετικά έλεγχο στην εξουσία του διευθύνοντος την Εισαγγελία. Η ανωτέρω θέση ωστόσο έτυχε σοβαρής και εμπεριστατωμένης κριτικής με επιχείρημα ότι  επιδιώκεται  contra legem ερμηνεία των αρμοδιοτήτων της Ολομέλειας και ότι οι τελευταίες είναι περιοριστικά αναφερόμενες στον νόμο, μη δυνάμενης της Ολομέλειας  των εισαγγελικών λειτουργών να υπερκεράσει τις εξουσίες του διευθύνοντος.( βλ. Σημείωμα Εισαγ. Πρωτ.Θεσ. 4716/1997, Υπεράσπιση 1998, σελ. 393).

Ωστόσο παρελθόντος του χρόνου ,με τη δικαστηριακή ύλη διαρκώς να αυξάνεται, με την πολυνομία να εκτείνεται δυσδιάκριτα, τις μεταβολές και τις   τροποποιήσεις της νομοθεσίας και νομολογίας να απαιτούν διαρκή επαγρύπνηση και γενικότερα τους ταχείς και άκρως αποδοτικούς ρυθμούς στους οποίους καλούμαστε να ανταποκριθούμε,  φρονώ ότι ο διευθύνων  των εν λόγω εισαγγελιών πολύ δύσκολα μπορεί να ανταποκριθεί στον θεσμικό του ρόλο ώστε να κατευθύνει ορθά σε νομικό επίπεδο το έργο των συναδέλφων, χωρίς να παρεμβαίνει εννοείται επί της ουσίας των υποθέσεων, να επιτηρεί και να προΐσταται των εργασιών των δικαστικών υπαλλήλων,  να επιλύει τα ανακύπτοντα προβλήματα, να συνεργάζεται αποτελεσματικά με «εξωεισαγγελικούς» παράγοντες (Δικαστές, Δικηγόρους, Δημοτικές Υπηρεσίες κλπ) , αξιοποιώντας ισοδύναμα και αξιοκρατικά τα μέλη της εισαγγελίας, χωρίς τη διακριτική μεν αλλά ουσιαστική επικουρία από αξιοκρατικά όργανα (π.χ. τριμελές συμβούλιο διεύθυνσης, Ολομέλεια με αναβαθμισμένες αρμοδιότητες ) που θα θεσμοθετηθούν και θα λειτουργούν προς υποστήριξη του έργου του συνόλου των εισαγγελικών λειτουργών και θα ασκούν τον απαραίτητο έλεγχο στις ενέργειες του εκάστοτε διευθύνοντος.  Εξίσου δε σημαντική χαρακτηρίζεται η ύπαρξη διοικητικών ικανοτήτων στο πρόσωπο του διευθύνοντος, οι οποίες θα προκύπτουν από την αποκτηθείσα εμπειρία του σε ανάλογη θέση ,τη θεωρητική κατάρτιση αλλά και την άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση των ζητημάτων επί καθημερινής βάσεως.  Η παραμονή στην παρούσα κατάσταση προβάλλει σχεδόν ουτοπιστική  αν θέλουμε να αναβαθμίσουμε τον θεσμό του Εισαγγελέα και να μην οδηγηθούμε  σε κοντόφθαλμες και πελατειακού είδους τακτικές, εκχωρώντας αρμοδιότητες σε κάθε είδους « σχετικούς» και «έμπιστους». Μικρό δείγμα προς την κατεύθυνση  εμπέδωσης του αισθήματος της αξιοκρατίας θεωρώ τη μεταβολή που επήλθε, σε μια από τις πολλές τροποποιήσεις του άρθρου 16 του Κ.Ο.Δ.Δ Λ , με το άρθ. 6 του Ν. 2298/1995 όπου προβλέπονταν ότι : «….. στα τμήματα ή γραφεία των εισαγγελιών πρωτοδικών και εφετών που προβλέπονται από τους οικείους κανονισμούς, τοποθετούνται εισαγγελείς ή αντιεισαγγελείς πρωτοδικών και εφετών αντίστοιχα, ύστερα από έγγραφη αίτηση τους η οποία λαμβάνεται υπόψη υποχρεωτικά από τον διευθύνοντα , κατά τη σειρά αρχαιότητας των αιτούντων». Όπως επίσης ορθά έχει υποστηριχθεί ότι η θητεία των υπηρετούντων σε κάθε περίπτωση ως διευθυνόντων δεν πρέπει  να είναι μικρότερη της διετίας ούτε ανώτερη της τετραετίας.

Εν κατακλείδι οι ίδιοι οι εισαγγελικοί λειτουργοί, πρωτίστως, θα πρέπει να εγκύψουν με πλήρες αίσθημα της ανεξαρτησίας η οποία οφείλει να τους διακρίνει, με απόλυτη ελευθερία σκέψης και βούλησης και να εκφράσουν τις απόψεις και τις θέσεις τους  για τα υπηρεσιακά θέματα που τους αφορούν άμεσα και επηρεάζουν τις συνθήκες της επαγγελματικής και έμμεσα της προσωπικής τους ζωής. Οι οποιεσδήποτε απόπειρες χειραγώγησης τους θα πρέπει να παραμείνουν απρόσφορες. Στην προσπάθεια αυτή η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία καλούνται να σταθούν αρωγοί καθώς η περιφρούρηση της ανεξαρτησίας των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών συνεπάγεται αρτιότερο, ποιοτικά και ποσοτικά, επίπεδο απονομής Δικαιοσύνης για τους Πολίτες αυτού του Κράτους.

Γεσθημανή Π. Χατζηπαρασίδου

Εισαγγελέας Πρωτοδικών

 

Τοποθέτηση Π.Λυμπερόπουλου, Δ.Φούκα, Ε.Κώνστα

Αθήνα, 18.5.2020

 

Η αληθινή και επικίνδυνη εκτροπή

Στην τελευταία συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβούλιου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων οι θέσεις και η στάση του Προεδρείου έθιξαν βάναυσα το κύρος της και την εικόνα του Δικαστικού Σώματος. 

Είμαστε αναγκασμένοι, ακόμα μια φορά, να παρέμβουμε σε δημόσιο διάλογο, που ξεκίνησε χωρίς δική μας επιθυμία. Με σεβασμό στην ανάγκη της πληροφόρησης και του διαλόγου και από τα πραγματικά περιστατικά που έχουν πλέον δημόσια καταγραφεί καταλήγουμε στις εξής διαπιστώσεις:

Το Προεδρείο και προσωπικά ο Πρόεδρος επιβεβαίωσε την  εμμονή του στην μη συμμόρφωση με βασικές αρχές της Δημοκρατίας. Το φαινόμενο, που εμφανίστηκε επανειλημμένως τους τελευταίους μήνες, με την άρνηση της εκτέλεσης των αποφάσεων της πλειοψηφίας (συνάντηση με την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων προς άρση του αδιεξόδου που ο ίδιος ο Πρόεδρος προκάλεσε, συνδιάσκεψη με τις λοιπές δικαστικές Ενώσεις, εθελοντισμός Δικαστών και Εισαγγελέων στην πανδημία) εξειδικεύθηκε σε κάτι χειρότερο: στην δημόσια καταγγελία, ως πραξικόπημα, της νομιμοποίησης του Δικαστηρίου, ως μόνου αρμόδιου οργάνου της Πολιτείας στον καθορισμό της προσωρινής διοίκησης ενόψει της αναγκαιότητας για αναβολή των εκλογών της ΕνΔΕ. Το παράδοξο αυτό, εκφράσθηκε από δικαστικούς λειτουργούς, που φρόντισαν να «ξεχάσουν» όχι μόνον την ίδια την υπόσταση του λειτουργήματος τους, αλλά και το αυτονόητο για τους φοιτητές πρώτου εξαμήνου της Νομικής στο δίκαιο των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου. Το ερώτημα, που τίθεται,  είναι ποιος φοβάται την δικαστική κρίση και την τήρηση της νομιμότητας και ποια σκοπιμότητα υπηρετεί; 

Το Προεδρείο και προσωπικά ο Πρόεδρος επιχείρησαν, με επιμονή, να καταστήσουν μία δράση του Δικαστικού Σώματος, που έχει συνταγματική πρόβλεψη (ίδρυση δικαστικών ενώσεων άρθρο 89 παρ,   5 Σ), υποχείριο της Εκτελεστικής Εξουσίας, ζητώντας την παράταση της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, δηλαδή του Προεδρείου, με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, χωρίς χρονικό όριο και χωρίς εκ μέρους τους δέσμευση για διενέργεια εκλογών εντός συγκεκριμένου χρόνου. Για πρώτη φορά δικαστικοί λειτουργοί με τις δράσεις τους παραιτούνται των Συνταγματικών Αρχών της Προσωπικής και Λειτουργικής Ανεξαρτησίας και της  Διάκρισης των Λειτουργιών. Το ερώτημα, που τίθεται, είναι ποιος θέλει τον δικαστή εξαρτώμενο και ποια σκοπιμότητα υπηρετεί;

Το Προεδρείο και προσωπικά ο Πρόεδρος, στη συνεδρίαση του ΔΣ, «εξαφάνισαν» από την Χώρα την πανδημία του Covid-19 και την αναγκαιότητα της εφαρμογής μέτρων που η Πολιτεία και οι Υγειονομικές Αρχές έχουν επιβάλει και διαφήμισαν την δυνατότητα διενέργειας εκλογών με τη λήψη μέτρων υγειονομικής προστασίας που ήταν αδύνατο να εφαρμοσθούν από τις υποδομές της Ένωσης. Παρόλα αυτά στο πλαίσιο της διπλής ρητορικής που εφαρμόζουν (γι αυτό θα αναφερθούμε διεξοδικότερα όταν θα είναι ο κατάλληλος χρόνος), όταν υπέβαλαν τα αιτήματα για δοτή από την Κυβέρνηση διοίκηση, μόλις δέκα ημέρες πριν τη συνεδρίαση του ΔΣ, η πανδημία ήταν ο υπαρκτός κίνδυνος, που συνεπαγόταν την διατήρηση των αξιωμάτων τους. Το ερώτημα, που τίθεται, είναι ποιος παίζει με την διγλωσσία και το φόβο και ποια σκοπιμότητα υπηρετεί;  

Δυστυχώς ο Πρόεδρος και το Προεδρείο επιδιώκουν μια Ένωση δέσμια, όπως το πέτυχαν  πριν ένα χρόνο, όταν μετέτρεψαν την Ένωση σε σιωπηλό παρακολούθημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης κατά την διαδικασία ψήφισης των Ποινικών Κωδίκων και επιπλέον καθιέρωσαν τη συστηματική επιχείρηση ανάδειξης ιδεολογικών προσήμων σε πρόσωπα και στην ίδια την Ένωση με την έκδοση πιστοποιητικών κοινωνικών και πολιτικών φρονημάτων. Σήμερα η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων δεν έχει ανάγκη από «μεσσίες» ή τους αυτόκλητους και μη χειροκροτητές τους. Η ρητορική μίσους και η εμμονή στην διατήρηση της εξουσίας χωρίς δημοκρατικές διαδικασίες δεν ανήκουν στην κανονικότητα και στο ήθος του Δικαστικού Σώματος. Το Δικαστικό Σώμα έχει αρχές, διέπεται από σοβαρότητα και έχει την απαιτούμενη ενότητα για να σταθεί όρθιο και σε αυτή τη συγκυρία. Δεν χρειάζεται αντιλήψεις, μεθόδους και πρακτικές άλλων συστημάτων. 

    Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου 

           Δημήτρης Φούκας                                              Ελευθερία Κώνστα 

Πρόεδρος Πρωτοδικών                                              Εφέτης 

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος 

Εφέτης

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΟΜΑΔΑΣ ΕΔΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ, Μαργ. Στενιώτη, Εφέτη, Κ. Βουλγαρίδη , Πρ. Πρωτοδικών, Γρ. Κομπολίτη, Ειρηνοδίκη

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΟΜΑΔΑΣ ΕΔΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ 
Α. Υπεύθυνη στάση η αναβολή των αρχαιρεσιών της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων – Διασφάλιση της καθολικής συμμετοχής του Δικαστικού Σώματος στη μελλοντική εκλογική διαδικασία – Ανεύθυνη η πρόταση για κλήση 3000 Δικαστών και Εισαγγελέων στις κάλπες
Β. Η χρονολογική σειρά των γεγονότων και τα έγγραφα, που συνυπέβαλε ο Πρόεδρος της Ενώσεως προς τον Υπουργό της Δικαιοσύνης με αίτημα την παράταση της θητείας του ΔΣ της ΕΔΕ με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου – Απόρριψη του αιτήματος και αιφνιδιαστική σύγκληση ΔΣ για προκήρυξη εκλογών στην ΕΔΕ τέσσερις (4) εργάσιμες ημέρες πριν την καταληκτική ημερομηνία υποβολής υποψηφιοτήτων

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, Μέλος ΔΣ της ΕΔΕ
Κώστας Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Μέλος ΔΣ της ΕΔΕ
Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης, Μέλος ΔΣ της ΕΔΕ  
Αθήνα, 16-5-2020              

Α. Ως προς το πρώτο θέμα:
– Η απόφαση της συντριπτικής πλειοψηφίας των εννέα (9) μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, κατά τη συνεδρίαση του της 14ης – 5 – 2020, δυνάμει της οποίας αποφασίστηκε η αναβολή των αρχαιρεσιών της Ενώσεως, υπήρξε αποτέλεσμα στάθμισης και Υπεύθυνη Στάση του Δικαστικού Σώματος, κατά την οποία  η συνταγματικά κατοχυρωμένη προστασία της Δημόσιας Υγείας και της ίδιας της ανθρώπινης ζωής «εισέρχεται» με αυξημένη βαρύτητα στη διαδικασία αυτής (στάθμισης). Η πανδημία έχει οδηγήσει στην αναβολή κάθε είδους εκλογικών διαδικασιών όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.   – Διαφυλάξαμε το κύρος των αρχαιρεσιών της Ενώσεως από μία εκλογική διαδικασία, που θα διεξαγόταν υπό συνθήκες υγειονομικής ανασφάλειας, απαγορεύσεων, δικαιοστασίου, αλλά συγχρόνως και μεθοδεύσεων, το κύριο χαρακτηριστικό της οποίας θα ήταν, με απόλυτη βεβαιότητα, η Αποχή. Από μία διαδικασία με ανύπαρκτη την προεκλογική ενημέρωση των μελών της Ενώσεως. Από μία εκλογική διαδικασία με σχεδόν αδύνατη την χρονικά απρόσκοπτη υποβολή υποψηφιοτήτων. 

– Διαφυλάξαμε το κύρος των αρχαιρεσιών της Ενώσεως από μία εκλογική διαδικασία, που θα εξελισσόταν σε παρωδία.

– Τα μέλη της Ομάδας μας διαφωνήσαμε το Γενάρη του 2020 στο μη νόμιμο αίτημα διενέργειας πρόωρων εκλογών στην ΕΔΕ, που απορρίφθηκε σχεδόν ομόφωνα από το ΔΣ ως αντίθετο με τις διατάξεις του καταστατικού.

– Διαφωνήσαμε, επίσης, στον καθορισμό της ημερομηνίας των καταστατικών αρχαιρεσιών της Ενώσεως από τον μήνα Φλεβάρη του 2020 (το ζήτημα τέθηκε 6 Φεβρουαρίου και 27 Φεβρουαρίου), που θα εγκαινίαζε μία μακρά προεκλογική περίοδο στην Ένωση τη στιγμή, που εκκρεμούσαν προς επίλυση σοβαρά ζητήματα του Δικαστικού Σώματος. Προκήρυξη εκλογών στην ΕΔΕ μήνα Φεβρουάριο ουδέποτε κατά το παρελθόν αποφασίστηκε. 

– Μετά την από 14-5-2020 απόφαση μας για τη μετάθεση του χρόνου των εκλογών ψηφίσαμε όπως ορισθεί Προσωρινή Διοίκηση της Ενώσεως, όπως ο Νόμος ορίζει, με έργο τη διενέργεια των αρχαιρεσιών στην ΕΔΕ για το λόγο ότι την 1η Ιουνίου 2020 λήγει η διετής θητεία του παρόντος Διοικητικού Συμβουλίου και θα υφίσταται, πλέον, έλλειψη πραγματικής διοίκησης (ΑΠ 561/2018).

Αυτές ήταν οι αποφάσεις της Ομάδας μας κατά τη συνεδρίαση του ΔΣ της ΕΔΕ της 14ης-5-2020.

Β. Ως προς το δεύτερο θέμα (Η χρονολογική σειρά των γεγονότων και τα έγγραφα, που συνυπέβαλε ο Πρόεδρος της Ενώσεως προς τον Υπουργό της Δικαιοσύνης με αίτημα την παράταση της θητείας του ΔΣ της ΕΔΕ με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου – Απόρριψη του αιτήματος – Η αιφνιδιαστική σύγκληση ΔΣ για ορισμό ημερομηνίας αρχαιρεσιών τέσσερις εργάσιμες ημέρες πριν την καταληκτική ημερομηνία υποβολής υποψηφιοτήτων):    

– Από το μήνα Μάρτιο 2020 και μετά, λόγω της πανδημίας και της αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και μέχρι τις 14 Μαΐου 2020, ήτοι για ένα ολόκληρο και πλέον δίμηνο, ουδεμία συνεδρίαση του ΔΣ πραγματοποιήθηκε με θέμα τον καθορισμό ημερομηνίας εκλογών στην ΕΔΕ, ενώ αποκλείστηκε από το Προεδρείο της Ενώσεως η πραγματοποίηση συνεδριάσεων του ΔΣ με τη διαδικασία της τηλεδιάσκεψης.

– 9 Απριλίου 2020 (ένα σχεδόν μήνα μετά): Το σοβαρό ενδεχόμενο αναβολής των εκλογών της Ενώσεως λόγω της πανδημίας αντιλήφθηκε, κατά τη γνώμη μας, από νωρίς και ο Πρόεδρος της ΕΔΕ. Ειδικότερα, ο τελευταίος στις 9 Απριλίου 2020, εν μέσω πανδημίας και εν αγνοία των μελών του ΔΣ της ΕΔΕ, με το με αριθμ. πρωτ. 175/9-4-2020 έγγραφο προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης υπογεγραμμένο και από τον ίδιο, επικαλούμενος την από 14-3-2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου με την οποία παρατάθηκε η θητεία των διοικήσεων των συνδικαλιστικών οργανώσεων κλπ., ζήτησε τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της ανωτέρω ΠΝΠ (αρθρ. 17) και στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (!) ώστε να παραταθεί η θητεία του ΔΣ αυτής και άρα και του ιδίου ως Προέδρου.

– Επί του ανωτέρω αιτήματος του ουδεμία απάντηση λαμβάνει από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στο επόμενο χρονικό διάστημα μέχρι τις 4 Μαΐου 2020.   

– Στις 4 Μαΐου 2020 ο υπέρμαχος (;) των εκλογών Πρόεδρος της ΕΔΕ θα αναμενόταν να συγκαλέσει ΔΣ για την προκήρυξη αρχαιρεσιών στην Ένωση δεδομένου, μάλιστα, ότι στένευαν ασφυκτικά οι προθεσμίες υποβολής των υποψηφιοτήτων σε σχέση με την καταληκτική ημερομηνία των εκλογών (21 και 28 Ιουνίου). Αντ΄ αυτού, όμως, έπραξε κάτι άλλο: Με το με αριθμ. πρωτ. 203/4-5-2020 έγγραφο του προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης υπογεγραμμένο και από τον ίδιο, ο Πρόεδρος της ΕΔΕ, ζήτησε εκ νέου, για δεύτερη φορά, επίσης χωρίς καμία απολύτως ενημέρωση του ΔΣ, την παράταση της θητείας του νυν Διοικητικού Συμβουλίου (και άρα και του ιδίου ως Προέδρου) με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (!).

– Αφού παρέρχονται δύο ημέρες χωρίς απάντηση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης επί του παραπάνω αιτήματός του και ενώ οι μόνες ημερομηνίες, που έχουν απομείνει για εκλογές, σύμφωνα με το καταστατικό, είναι η 21η και η 28η Ιουνίου 2020, αποστέλλει εσπευσμένα στις 6 Μαΐου 2020 κλήσεις για συνεδρίαση του ΔΣ της ΕΔΕ στις 14-5-2020 με θέμα τον καθορισμό της ημερομηνίας των αρχαιρεσιών στην ΕΔΕ, ακολουθώντας τη μέθοδο του απόλυτου αιφνιδιασμού και δη ορίζει τη συνεδρίαση του ΔΣ για ορισμό ημερομηνίας εκλογών τέσσερις (4) μόλις εργάσιμες ημέρες πριν την καταληκτική ημερομηνία της υποβολής των υποψηφιοτήτων.

– Τέλος, και στο μεταξύ, το Υπουργείο Δικαιοσύνης με το με αριθμ. πρωτ. 1578/13-5-2020 έγγραφό του«κόλαφο» για την Ένωσή μας, απορρίπτει τα ανωτέρω αιτήματα του Προέδρου της ΕΔΕ περί παράτασης με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της θητείας του ΔΣ της Ενώσεως, με την αιτιολογία ότι οι Δικαστικές Ενώσεις δεν συνιστούν συνδικαλιστικές οργανώσεις και κάθε παρέμβαση στο αυτοδιοίκητο και την ανεξάρτητη λειτουργία αυτών (Δικαστικών Ενώσεων) συνιστά προσβολή της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών και της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών και ότι, σε κάθε περίπτωση, η κείμενη νομοθεσία προβλέπει ρυθμίσεις για την αδιάκοπη συνέχιση της λειτουργίας των διοικήσεων. 

Εμείς παραθέσαμε τα γεγονότα για να εξάγει ο καθένας τα συμπεράσματα του.

Κλείνοντας:

Οι Εκλογές στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, ύψιστη πράξη δημοκρατίας, θα διενεργηθούν υπό συνθήκες ομαλότητας και διασφάλισης της μαζικής συμμετοχής σε αυτές ολόκληρου του Δικαστικού Σώματος και όχι υπό συνθήκες υγειονομικής ανασφάλειας λόγω της πανδημίας και μεθοδεύσεων, που οδηγούν στην αποχή – αποκλεισμό από τις αρχαιρεσίες μεγάλου αριθμού συναδέλφων αλλά και υποψηφίων. 

Οι συνάδελφοι, καλούνται, πλέον, μαζικά να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις, από τις οποίες θα εξαρτηθεί εάν η Ένωση στο μέλλον θα πορεύεται απομονωμένη και βλέποντας ολόγυρα εχθρούς και πραξικοπήματα ή εάν θα ακολουθήσει μια πορεία εκσυγχρονισμού της Δικαιοσύνης, που έχει ήδη ξεκινήσει σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.        

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, Μέλος ΔΣ της ΕΔΕ
Κώστας Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Μέλος ΔΣ της ΕΔΕ
Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης, Μέλος ΔΣ της ΕΔΕ

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΙΣΑΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ – Των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Χαράλαμπου Μαυρίδη, Εφέτη Σταματίας Γκαρά – Δημουλέα, Ειρηνοδίκη

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΙΣΑΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ

Των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων
Χαράλαμπου Μαυρίδη, Εφέτη
Σταματίας Γκαρά – Δημουλέα, Ειρηνοδίκη

Αθήνα 15-5-2020

            Η άσκηση των καθηκόντων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων προϋποθέτει την τήρηση δύο ελάχιστων όρων. Αυτών της αντικειμενικότητας και της ορθολογικότητας. Οτιδήποτε κινείται πέραν των ανωτέρω, μπορεί να διαμορφώσει συμπεριφορές και πρακτικές το λιγότερο ασύμβατες με την πραγματικότητα, το περισσότερο υπερφίαλες και αμετροεπείς. Μπορεί η αντίληψη της πραγματικότητας να μην είναι δυνατό να είναι κοινή για όλους, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούμε να επιχειρηματολογούμε με ευφυολογήματα, προκειμένου να πείσουμε για θέσεις και απόψεις που προφανώς βρίσκονται εκτός της νομιμότητας, της ερμηνευόμενης κατά το δοκούν αναγκαιότητας αλλά και της πραγματικότητας.
Η λειτουργία του κατ’ ευφημισμόν ενωτικού Προεδρείου του Δ.Σ. διήρκεσε έως και τα τέλη Ιουλίου του έτους 2019. Από εκείνο το χρονικό σημείο και με φανερές αφορμές τις διαφωνίες των μελών του επί των θεμάτων της διαμεσολάβησης και της θέσπισης των 86 νέων οργανικών θέσεων Προέδρων Εφετών, με αντίστοιχη μείωση των θέσεων των Εφετών, επήλθε η διάσπασή του, με την διαφοροποίηση της θέσης της πλειοψηφίας των μελών των, που ανήκουν στις ομάδες των Νικόλαου Σαλάτα και Τάκη Λυμπερόπουλου. Ακολούθησε σειρά έκτακτων Διοικητικών Συμβουλίων, με εντονότατες αντιπαραθέσεις και η πλήρης ρήξη επήλθε στην τακτική Γενική Συνέλευση του Δεκεμβρίου, όπου ακούσθηκαν τοποθετήσεις, ενώπιον εκατοντάδων παρισταμένων μελών της Ένωσής μας, που, κυριολεκτικά, εκθέτουν το Δικαστικό Σώμα. Στην συνεδρίαση του Δ.Σ. της 23-1-2020 και, μετά από νέα εκτράχυνση της κατάστασης, με αντεγκλήσεις εκατέρωθεν, εγχειρίσαμε το από 23-1-2020 έγγραφό μας, με το οποίο καλούσαμε τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ., να καταθέσουμε, όλοι μαζί, τις παραιτήσεις μας καθώς και να καλέσουμε και τα αναπληρωματικά μέλη να προβούν σε δηλώσεις μη ανάληψης των κενών θέσεων που θα προκύψουν και να προκηρυχθεί διενέργεια έκτακτων αρχαιρεσιών. Το αίτημά μας αυτό, παρότι η υλοποίησή του θα έβγαζε άμεσα την Ένωση από το αδιέξοδο, δεν έγινε δεκτό. Έγινε, όμως, αφορμή, για να δημιουργηθεί η ομάδα των εννέα (9) μελών του Δ.Σ., τα οποία, από το σημείο εκείνο και μετέπειτα, λειτουργούν, εν τοις πράγμασι, ως ενιαία, πλειοψηφούσα ομάδα του Δ.Σ.
Στο χθεσινό (14-5-2020) Δ.Σ., η ομάδα αυτή, πριν από τη συζήτηση του θέματος του ορισμού του χρόνου διεξαγωγής των τακτικών αρχαιρεσιών της Ένωσης, εγχείρισε έγγραφο, με το οποίο, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτό και που ανάγονται στην προστασία της δημόσιας υγείας, κατ’ άρθρο 21 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος, ζήτησε την αναβολή των αρχαιρεσιών και, δεδομένου ότι η θητεία του τωρινού Δ.Σ. λήγει στις 31-5-2020, την προσφυγή στο αρμόδιο Δικαστήριο, για τον διορισμό προσωρινής Διοίκησης, με την ευχή να διεξαχθούν οι αρχαιρεσίες στις 11-10-2020 και στις 18-10-2020. Εμείς αντιλέξαμε κατηγορηματικά στην πρόταση αυτή, δεδομένου ότι στο καταστατικό της Ένωσής μας δεν προβλέπεται αναβολή των εκλογών και ζητήσαμε ρητά και κατηγορηματικά την διεξαγωγή των αρχαιρεσιών στις δύο τελευταίες Κυριακές του Ιουνίου, αφού δεν τίθεται πλέον θέμα αποκλεισμού τους για υγειονομικούς λόγους, λαμβάνοντας υπόψη και το προσκομισθέν από το Προεδρείο της Ένωσης έγγραφο του ΕΟΔΥ (Τμήμα Μικροβιακής Αντοχής και Λοιμώξεων, που σχετίζονται με φροντίδα υγείας), που τιτλοφορείται «προτεινόμενη διαδικασία ψηφοφορίας για την εκλογή Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων», σύμφωνα με το οποίο η ψηφοφορία μπορεί να διεξαχθεί, εφόσον τηρηθούν οι σ’ αυτό αναγραφόμενες προϋποθέσεις. Τελικά, η πρόταση της πλειοψηφούσας ομάδας των μελών του Δ.Σ. υπερψηφίστηκε απ’ αυτά και καταψηφίστηκε από τα υπόλοιπα έξι (6) μέλη του Δ.Σ., στα οποία ανήκουμε και εμείς.
Καταγγέλλουμε την απόφαση αυτή, ως πλήρως αντικαταστατική και αντιθεσμική, που εκθέτει από άποψη νομιμότητας το Δ.Σ. της Ένωσης στους συναδέλφους αλλά και στους τρίτους πολίτες. Άλλωστε και ο λόγος, για τον οποίο αποφασίσθηκε από την πλειοψηφία η αναβολή των αρχαιρεσιών δεν ευσταθεί σε καμία περίπτωση και αποτελεί, κυριολεκτικά, πρόφαση, αντιβαίνουσα, πλήρως στην κοινή λογική, , δεδομένου ότι τα εννέα (9) μέλη του Δ.Σ., σε δύο προηγούμενες συνεδριάσεις του, στις 6-2-2020 και στις 27-2-2020 απέφυγαν, με έωλες δικαιολογίες, να αποφασίσουν για τον χρόνο διεξαγωγής των εκλογών. Μας προξενεί δε μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι οι εννέα (9) συνάδελφοι ψήφισαν τη δικαστική προσφυγή για το διορισμό προσωρινής Διοίκησης, όταν, μετά την κατάθεση της ανωτέρω πρότασής μας, για διεξαγωγή πρόωρων αρχαιρεσιών, ο Τάκης Λυμπερόπουλος, παρανοώντας, προφανώς, την πρότασή μας, είπε ότι διαφωνεί με τον ορισμό προσωρινής Διοίκησης. Τι, άραγε, άλλαξε από τότε; Τελικά, μήπως στα πλαίσια του «δικαίου της ανάγκης» τα μέλη του Δ.Σ. θα ορίζουν τα Δικαστήρια και όχι οι συνάδελφοι, οι μόνοι αρμόδιοι να δώσουν ένα έγκυρο τέλος στο σοβαρό και μακροχρόνιο αδιέξοδο, που ταλανίζει την Ένωσή μας;
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η χθεσινή συνεδρίαση του Δ.Σ. της Ένωσής μας ήταν η τελευταία, με τη σημερινή σύνθεσή του, στην οποία παρασταθήκαμε. Δηλώνουμε δε ρητά ότι δεν προτιθέμεθα να συμμετάσχουμε, με κανέναν τρόπο, στον αντικαταστατικό και αντιθεσμικό ορισμό προσωρινής Διοίκησης, διαφωνώντας πλήρως με την, κατά πλειοψηφία, ληφθείσα ως άνω απόφαση. Αν τα μέλη της πλειοψηφίας του Δ.Σ. θεωρούν τα μέλη του τωρινού Προεδρείου ακατάλληλα να συνεχίσουν το έργο τους, γιατί δεν απευθύνονται στο εκλογικό σώμα και με σαφή και λογικά επιχειρήματα να το πείσουν για τη βασιμότητά τους; Εμείς έχουμε αναπτύξει σε όλα τα κρίσιμα θέματα που αφορούν τους συναδέλφους σαφείς και ρητές θέσεις, όπως για παράδειγμα το θέμα της μείωσης των δικαστικών διακοπών του τρέχοντος δικαστικού έτους, σκεπτόμενοι μόνο το καλώς εννοούμενο συμφέρον τους και όχι άλλες σκοπιμότητες, που δυστυχώς έχουν επικρατήσει και έχουν οδηγήσει την Ένωση στο έσχατο σημείο ανυποληψίας. Στα πλαίσια αυτά, άλλωστε, δεν θεωρούμε ότι αποτελεί επιτυχία η πρόβλεψη στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με τίτλο «Ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των Οδηγιών 2016/800, ….και άλλες διατάξεις», για την καταβολή μισθολογικών ωριμάνσεων (άρθρ. 61) και μισθολογικών προαγωγών των ετών 2017-2018 εφάπαξ μέχρι 31-12-2021 αλλά και για την αύξηση των οργανικών θέσεων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών κατά εξήντα πέντε (άρθ. 62 παρ. 2), οι οποίες θα πληρωθούν από την 1-7-2022, δεδομένου ότι οι προβλέψεις αυτές, προφανώς φαίνεται να παραγνωρίζουν την λογική αρχή ότι η χρονική μετάθεση της υλοποίησης ενός αιτήματος και, μάλιστα, σε απώτερο, ούτε καν βραχυπρόθεσμο χρόνο, επί της ουσίας συνιστά μη υλοποίηση, καθόσον τίποτα δεν αποκλείει την εξάντληση των ανωτέρω προθεσμιών και την περαιτέρω επιμήκυνσή τους, με την επίκληση οποιασδήποτε δικαιολογίας από την ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, πρακτική όχι ασυνήθιστη, δυστυχώς κυρίως τον τελευταίο καιρό. Κλείνοντας, καλούμε, έστω και την ύστατη στιγμή, τα μέλη της πλειοψηφίας του Δ.Σ. να αναθεωρήσουν την προφανώς λανθασμένη απόφασή τους και να απευθυνθούμε εντός των καταστατικών πλαισίων στους μόνους αρμόδιους να αποφασίσουν: Στους συναδέλφους ΔΙΚΑΣΤΕΣ και ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ.

ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ – Ευσταθίου Βεργώνη, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, μέλους του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

Ευσταθίου Βεργώνη, Αντεισαγγελέως Εφετών Αθηνών, μέλους του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων 

 

Νομίζω ότι κάποια πράγματα σε σχέση με την ζωή της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων θα πρέπει να διευκρινισθούν από την παρουσίαση και αποτίμηση των γεγονότων, για την αποφυγή ”επικοινωνιακών” εντυπώσεων, που δημιουργούν μύθους. 

Πρώτος μύθος: Υπάρχει διχασμένη ένωση. Η διαμόρφωση της πλειοψηφίας των 9 μελών του διοικητικού συμβουλίου, για την λήψη της συγκεκριμένης απόφασης για τις εκλογές, ήταν αποτέλεσμα διαλόγου μεταξύ αιρετών εκπροσώπων των δικαστών και εισαγγελέων, όπως οι κ.κ. Στενιώτη, Λυμπερόπουλος και Σαλάτας που στο πρόσφατο παρελθόν, και σε βάθος οκταετίας τουλάχιστον, είχαν συγκρουστεί, εντός των επιτρεπτών και επιβαλλομένων ορίων, πάνω στο σύνολο των ζητημάτων που ετίθεντο για την Ένωση, ιδίως στον σχηματισμό του Προεδρείου. Σημαντικό ότι δεν υπάρχει κοινή ιδεολογικοπολιτική προέλευση, η οποία άλλωστε πρέπει να μένει εκτός του χώρου του δικαστικού συνδικαλισμού. Η δημιουργία εντύπωσης βαθέος διχασμού, όταν μάλιστα συγκροτείται ευρεία και καταστατική πλειοψηφία μεταξύ των αιρετών και των ομάδων τους, είναι φανερό ότι επιδιώκεται από όποιον επιδιώκει (με τον νου του) εκλογικά οφέλη από την πλαστή εικόνα διχασμού, και επιτυγχάνεται με την οξεία έκφραση της αντίθεσης στην απόφαση της πλειοψηφίας. 

Μύθος δεύτερος: Η πλειοψηφία επιτίθεται στην δημοκρατία, που για τον λόγο αυτόν κινδυνεύει, αποφασίζοντας την αναβολή των εκλογών της ένωσης, με πρόσχημα την πανδημία. Τα γεγονότα εδώ είναι αμείλικτα. Τον Μάρτιο του 2020, κατά την έναρξη των μέτρων για την πανδημία, ο Πρόεδρος της ένωσης και οι περί αυτόν, εν κρυπτώ και παραβύστω, δύο φορές με δύο διαδοχικά έγγραφα, έθεσαν το θέμα της αναβολής των εκλογών του 2020,όχι στα εκλεγμένα όργανα της ένωσης, ή σε άλλο καταστατικό όργανο, αλλά στον Υπουργό (!) – ναι αυτόν για τον οποίο σήμερα κατηγορεί την πλειοψηφία ότι υλοποιεί σχέδιό του – ζητώντας την μη επιτρεπτή συνταγματικά νομοθετική παράταση της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου. Το ζήτημα επομένως της αδυναμίας πραγματοποίησης των εκλογών τέθηκε για πρώτη φορά από τον Πρόεδρο και όχι από την πλειοψηφία που ανέμενε να γίνουν πιο σαφή τα πράγματα για την πανδημία και να θέσει θεσμικά το θέμα σε συνεδρίαση του ΔΣ, και τέθηκε από τον Πρόεδρο με αντιθεσμικό τρόπο και κρυφίως, χωρίς να τον κατηγορεί κανένας, αν και θα μπορούσε, για επίθεση στην δημοκρατία στην Ένωση. 

Μύθος τρίτος: Ο ΕΟΔΥ κρίνει ότι είναι εφικτό να γίνουν οι εκλογές ακινδύνως εντός του Ιουνίου. Πέραν των όσων αναφέρονται στην ανακοίνωση της απόφασης του ΔΣ, θα πρέπει να ειπωθεί ότι το θέμα είναι τι ερώτημα υποβλήθηκε στον ΕΟΔΥ. Γιατί αν τέθηκε ως δεδομένο ότιθαγίνουν οι εκλογές οπωσδήποτε και δώστε μας οδηγίες ασφαλείας, αυτή θα ήταν η απάντηση. Αν όμως το ερώτημα ήταν ότι οι αρχαιρεσίες γίνονται τότε, προσέρχονται κατά μέσο όρο τόσοι, οπότε πείτε μας αν είναι ασφαλές ή όχι να γίνουν, διαφοροποιεί και την απάντηση. Για την πλειοψηφία το ζητούμενο είναι να γίνουν οι εκλογές σε αίσθημα ασφάλειας, που μόνον η χρονική απόσταση μπορεί να δώσει, ώστε να μη οδηγηθούμε σε αρχαιρεσίες με συμμετοχή μικρότερη των 500 ψηφοφόρων, όπως είναι βέβαιο ότι θα συνέβαινε αν γίνονταν το Ιούνιο, αλλά στην συμμετοχή όσο το δυνατόν μεγαλύτερου αριθμού συναδέλφων. Τέλος ο ορισμός των ίδιων μελών του ΔΣ ως προσωρινής διοίκησης, που είναι η μόνη νόμιμη οδός μετά την λήξη της θητείας και την μη πραγματοποίηση εκλογών, διασφαλίζει την συνέχεια της ένωσης, με σεβασμό στην εκφρασθείσα βούληση των μελών της.