Το δικαίωμα συνυπηρέτησης των συζύγων δικαστικών λειτουργών – Μιχάλης Τσέφας, Πρωτοδίκης

Το δικαίωμα συνυπηρέτησης των συζύγων δικαστικών λειτουργών που είναι δημόσιοι υπάλληλοι και υπάλληλοι ν.π.δ.δ. κατά τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (άρθ. 50 παρ. 5 εδ. β΄ του ν. 1756/1988 όπως ισχύει σήμερα).

                                                                     

                       Μιχάλης Τσέφας Πρωτοδίκης

                                                                     

Ένα σημαντικό ζήτημα που αφορά αρκετούς συναδέλφους, είναι το δικαίωμα συνυπηρέτησης των συζύγων μας οι οποίοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι ν.π.δ.δ. στον τόπο όπου εμείς υπηρετούμε, δηλαδή το δικαίωμα  να έλκουμε τους/τις ανωτέρω συζύγους μας στον τόπο της υπηρεσίας μας. Η ενασχόλησή μου με το ζήτημα αυτό ανέδειξε τον εξαιρετικά ελλειμματικό χαρακτήρα της υφιστάμενης ρύθμισης και τη μη κατ΄ουσίαν κατοχύρωση του δικαιώματός μας για το οποίο προβλέπει η σχετική διάταξη του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.) στο άρθ. 50 παρ. 5 εδ. β΄ του ν. 1756/1988, όπως ισχύει σήμερα με το άρθρο 94 παρ.1 του ν.4055/2012, ΦΕΚ Α΄ 51/12.3.2012. Το δικαίωμά μας αυτό, πρέπει να το κατοχυρώσουμε πλήρως με αντικατάσταση της υφιστάμενης διάταξης, έτσι ώστε να μην επιδέχεται ερμηνεία κατά το δοκούν από τη Διοίκηση και να προστίθενται προβλήματα στο ήδη επιβαρημένο έργο μας.  Αυτό είναι επιβεβλημένο, λόγω των ειδικών συνθηκών της εργασίας μας και της ειδικής υπηρεσιακής μας κατάστασης που σχετίζεται και με τις μετακινήσεις μας λόγω μετάθεσης, απόσπασης ή προαγωγής, προς ενίσχυση της απρόσκοπτης άσκησης των καθηκόντων μας ως δικαστικών λειτουργών, αλλά και δίκαιο,  καθώς  πέραν των πρακτικών ζητημάτων που είναι γνωστά ως προς τις υπηρεσιακές μας δυσκολίες, το αντίστοιχο δικαίωμα συνυπηρέτησης των συζύγων σε  διάφορες κατηγορίες  υπαλλήλων του δημοσίου ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί,  αναγνωρίζεται ήδη, με πλήρη και απόλυτη κατοχύρωση σε σύγκριση με εμάς, μη επιδεχόμενη ερμηνεία από τη Διοίκηση και με ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν ακόμη και κατά τη διάρκεια των «μνημονιακών χρόνων».

 

Α. Τι ισχύει σήμερα στη δική μας περίπτωση.

Στο άρθ. 50 παρ. 5 εδ. β΄ του ν. 1756/1988 (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.) όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 94 παρ.1 του ν.4055/2012, ΦΕΚ Α΄51/12.3.2012 (με ισχύ από 02.4.2012), ορίζεται ότι: «Δημόσιος υπάλληλος και υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου σύζυγος δικαστικού λειτουργού μπορεί να μετατίθεται ύστερα από αίτησή του στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγός του, εφόσον υπάρχει κενή θέση σε αντίστοιχη υπηρεσία».

Πριν την αντικατάσταση της  διάταξης  (με το άρθ. 94 παρ.1 του ν.4055/2012), αυτή ίσχυε υπό το άρθ.  8 του ν.1868/1989  [όπου αναριθμήθηκε με την παρ.2 του άρθρου 6 του  ν.2172/1993 (ΦΕΚ Α΄ 207) σε παράγραφο 2 (του άρθ. 50 ν. 1756/1988) από παράγραφο 3] και είχε την εξής διατύπωση: «Δημόσιος  υπάλληλος  και  υπάλληλος  νομικού  προσώπου  δημοσίου  δικαίου σύζυγος δικαστικού λειτουργού μετατίθεται  ύστερα  από  αίτησή του στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγός του, εφ` όσον υπάρχει κενή θέση  σε  αντίστοιχη  υπηρεσία.   Η  αποδοχή  της  αίτησης  δεν  είναι υποχρεωτική για  τη  διοίκηση  αν  δεν  έχει  παρέλθει  έτος  από  την προηγούμενη   μετάθεση». 

Κατ΄αρχάς, η απλή σύγκριση των δύο διατάξεων, καταδεικνύει πόσο αδύναμη κατέστη η δεσμευτικότητα που παράγει η εν λόγω ρύθμιση υπό τη νεώτερη σήμερα ισχύουσα διατύπωση, σε σχέση με την προϋφιστάμενη.  Τούτο, διότι με τη σημερινή της διατύπωση υπό το άρθ. 94 παρ.1 του ν.4055/2012, τίθεται πλέον το ρήμα «μπορεί», που σημαίνει ότι η Διοίκηση στην οποία υπηρετεί ο δημόσιος υπάλληλος ή ο υπάλληλος ν.π.δ.δ., έχει ευχέρεια και όχι υποχρεωτική δέσμευση, να επιτρέψει τη συνυπηρέτηση του υπαλλήλου αυτού με τον σύζυγό του δικαστικό λειτουργό στον τόπο όπου υπηρετεί ο τελευταίος.  Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στην προϋφιστάμενη διάταξη υπό το άρθ.  8 του Ν.1868/1989, αναφέρεται μόνον το ρήμα «μετατίθεται», στο δε δεύτερο εδάφιο της προϋφιστάμενης διάταξης, ορίζονταν  ως εκτέθη ότι: «η αποδοχή  της  αίτησης  δεν  είναι υποχρεωτική για  τη  διοίκηση  αν  δεν  έχει  παρέλθει  έτος  από  την προηγούμενη   μετάθεση», δηλαδή και σε αντιπαραβολή με το πρώτο εδάφιο, προκύπτει ότι η μετάθεση του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ν.π.δ.δ. λόγω συνυπηρέτησης με σύζυγο δικαστικό λειτουργό, ήταν πάντα υποχρεωτική για τη Διοίκηση (εφόσον υπήρχε κενή θέση σε αντίστοιχη υπηρεσία), πλην μιας εξαίρεσης όπου η Διοίκηση μπορούσε να αρνηθεί τη μετάθεση του υπαλλήλου της στον τόπο όπου υπηρετεί ο σύζυγός του δικαστικός λειτουργός, δηλαδή μόνον  αν  δεν  έχει  παρέλθει  έτος  από  την προηγούμενη   μετάθεσή του.

Είναι προφανής λοιπόν με την προϋφιστάμενη διατύπωση, η απόλυτη υποχρέωση της Διοίκησης (εφόσον υπήρχε κενή  οργανική θέση) να επιτρέπει τη μετάθεση του  υπαλλήλου της λόγω συνυπηρέτησης με το σύζυγό του δικαστικό λειτουργό και η μόνη εξαίρεση που της έδινε (της Διοίκησης) τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί, ήταν όταν  δεν είχε  παρέλθει  έτος  από  την προηγούμενη   μετάθεση και ο υπάλληλος ζητούσε νέα (μετάθεση). Σε αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε και το ΔΕφΑθ με την 1785/1997 απόφασή του (ΔΔΙΚΗ/1998. 670, ηλ.ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ») όπου το εν λόγω Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τον ειδικό χαρακτήρα της  επίμαχης ρύθμισης, αποφάνθηκε ρητά για την  υποχρεωτικότητα της συνυπηρέτησης (αφορούσε περίπτωση αίτησης μετάθεσης εκπαιδευτικού για να συνυπηρετήσει με τον σύζυγό της δικαστικό λειτουργό, την οποία αρνήθηκε η υπηρεσία της), αναφέροντας στην αιτιολογία του τα εξής: «…..Επειδή το π.δ. 50/8.3.1996 (ΦΕΚ Α` 45), το οποίο εξεδόθη κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 16 κεφ. Β` § 8 του ν. 1566/1985, ορίζει στο άρθρο 8 ότι: «1. Για τη μετάθεση εκπαιδευτικών που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτού του Π.Δ. απαιτείται υπηρεσία ενός έτους στην κατεχόμενη οργανική θέση μέχρι 31 Αυγούστου του έτους κατά το οποίο πραγματοποιούνται οι μεταθέσεις». Εξ άλλου το άρθρο 50 του ν. 1756/1988 «Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάσταση δικαστικών λειτουργών», όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α` 230), ορίζει στην § 3 αυτού ότι: «Δημόσιος υπάλληλος και υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου σύζυγος δικαστικού λειτουργού μετατίθεται ύστερα από αίτηση του στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγος του, εφ` όσον υπάρχει κενή θέση σε αντίστοιχη υπηρεσία. Η αποδοχή της αίτησης δεν είναι υποχρεωτική για τη διοίκηση αν δεν έχει παρέλθει έτος από προηγούμενη μετάθεση…». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η διάταξη της § 3 του άρθρου 8 του ν. 1868/1989 είναι ειδική, και ως τοιαύτη κατισχύει κάθε άλλης γενικής διατάξεως. Έτσι, αίτηση για μετάθεση συζύγου δικαστικού λειτουργού, που υπηρετεί στο Δημόσιο ή στα Ν.Π.Δ.Δ., στον τόπο που υπηρετεί ο σύζυγος δικαστικός λειτουργός, είναι υποχρεωτικά αποδεκτή για τη Διοίκηση, εφόσον υπάρχει κενή θέση, ενώ αν δεν έχει παρέλθει έτος από προηγούμενη μετάθεση ανήκει στη διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως να αποδεχθεί ή όχι την αίτηση μεταθέσεως του δημοσίου υπαλλήλου – συζύγου δικαστικού λειτουργού. Η ερμηνεία της διατάξεως αυτής (§ 3 άρθρου 8 ν. 1868/89) ως ειδικής συνάγεται: Εκ του ότι αναφέρεται στον ειδικό νόμο περί δικαστικών λειτουργών (ν. 1756/1988), με ρητή ρύθμιση των μεταθέσεων των δημοσίων υπαλλήλων -συζύγων δικαστικών λειτουργών. Εκ του σκοπού της διατάξεως αυτής, που αποβλέπει στην απρόσκοπτη αφοσίωση των δικαστικών λειτουργών στο λειτούργημα της απονομής της δικαιοσύνης, με τη συνυπηρέτηση των συζύγων. Εκ της γραμματικής ερμηνείας των εδαφίων α και β της παραγράφου αυτής. Εκ του γεγονότος ότι η θέσπιση και μόνο της διατάξεως αυτής αποσκοπεί στην ειδική μεταχείριση των δημοσίων υπαλλήλων – συζύγων δικαστικών λειτουργών, δεδομένου ότι, αν εφηρμόζοντο και στην περίπτωση αυτή, οι γενικές περί μεταθέσεων διατάξεις του ν. 1566/1985, και του π.δ. 50/1996, η διάταξη αυτή δεν θα είχε λόγο υπάρξεως. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση ………..Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με την παραπάνω μείζονα νομική σκέψη, η προσβαλλόμενη πράξη, κατά το μέρος που αφορά την αιτούσα, είναι μη νόμιμη, αφού εφήρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του π.δ. 50/1996, αντί της εφαρμοστέας εν προκειμένω ειδικής διατάξεως του άρθρου 8 § 3 του ν. 1868/1989. Επομένως εφόσον η αιτούσα υπέβαλε τη σχετική αίτηση για μετάθεση στον τόπο που υπηρετεί ο σύζυγος της – δικαστικός λειτουργός, στην περιοχή Α` Θεσσαλονίκης, όπου, όπως δέχεται η Διοίκηση, υπήρχε κενή θέση, όφειλε το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με το δεδομένο ότι η αιτούσα ουδέποτε από το 1991 που διορίστηκε μέχρι το 1997 που υπέβαλε την παραπάνω αίτηση (βλ. στοιχεία φακέλου της), μετατέθηκε, να αποδεχθεί το αίτημα της και να την μεταθέσει στην Α` περιοχή Θεσσαλονίκης, κατά προτεραιότητα. Ως εκ τούτου πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλομένη πράξη κατά το μέρος που παρέλειψε να μεταθέσει την αιτούσα στην Α` περιοχή Θεσσαλονίκης…».

Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφερθεί ότι είναι άξιο απορίας πως μπόρεσε και με ποιο σκεπτικό να νομοθετηθεί η τελευταία  διάταξη  του 94 παρ.1 του ν.4055/2012, που κατέστησε εμφανώς πιο αδύναμη την εν λόγω ρύθμιση συνυπηρέτησης για εμάς  και μάλιστα σε καιρούς «μνημονίου» όπου οι οικονομικές μας δυσχέρειες εντάθηκαν και καθιστούσαν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη να συνυπηρετούμε με τους/τις συζύγους μας. Αντί λοιπόν στην τότε συγκυρία, όπως έπραξαν και πέτυχαν με νομοθετικές παρεμβάσεις διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του δημοσίου οι οποίοι μάλιστα στερούνται τη δική μας θεσμική θωράκιση και θα εκτεθεί αμέσως παρακάτω γι αυτούς, να καταφέρουμε και εμείς με αντίστοιχη νομοθετική πρωτοβουλία, να ενισχυθεί και να διευρυνθεί η εν λόγω ρύθμιση του δικαιώματος συνυπηρέτησης των συζύγων μας υπαλλήλων στο δημόσιο, αυτή κατέστη μεταβληθείσα «επί τα χείρω».

Με την υφιστάμενη ρύθμιση, αναδείχθηκαν εξάλλου, συνολικά οι  δυσχέρειες που αυτή δημιουργεί για τη συνυπηρέτηση των συζύγων μας ως άνω υπαλλήλων και σχετίζονται: α) με τη δυνατότητα της Διοίκησης να εγκρίνει ή να απορρίψει ακωλύτως την αίτηση  μετάθεσης του  υπαλλήλου της στον τόπο όπου υπηρετεί ο σύζυγός του δικαστικός λειτουργός, β) με την παράλειψη της ρύθμισης του ζητήματος της «μετάταξης»  των συζύγων υπαλλήλων ν.π.δ.δ. καθώς η οριστική μετακίνηση υπαλλήλου   από ν.π.δ.δ. σε άλλο ν.π.δ.δ.   θεωρείται «μετάταξη» και όχι «μετάθεση»(βλ. άρθ. 67 και 71 ν.3528/2007 «Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.», και μετά την κατάργηση του άρθ.71 με το άρθ. 19παρ.3 ν. 4440/2016/ΦΕΚ Α΄224 ως αντικ. με το άρθ. 100παρ.6 ν.4472/2017/ΦΕΚ Α΄74, βλ. άρθ. 13 ν. 4440/2016), γ) με τη διατήρηση της προϋπόθεσης ύπαρξης κενής θέσης στον αιτούμενο τόπο μετάθεσης σε αντίστοιχη υπηρεσία, ε) με τον ορισμό του δημοσίου υπαλλήλου, (αν δηλαδή περιλαμβάνει τους ένστολους όπως τους στρατιωτικούς, καθώς και τους υπαλλήλους του δημοσίου ή ν.π.δ.δ. αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου/ι.δ.α.χ.), δ) με την παράλειψη ρύθμισης του δικαιώματος απόσπασης ως το πλέον ευέλικτο μέτρο μετακίνησης.   Οι ελλείψεις μάλιστα αυτές, σε πολλές περιπτώσεις, προκάλεσαν και προκαλούν σημαντικά προβλήματα  και δυσχέρειες στην υλοποίηση των αιτούμενων μεταθέσεων (ή γενικά μετακινήσεων) λόγω συνυπηρέτησης των συζύγων μας, ενώ έχουν υπάρξει και περιπτώσεις άρνησης της Διοίκησης να υλοποιήσει τέτοιες αιτήσεις συνυπηρέτησης.

 

Β. Τι ισχύει  με το δικαίωμα συνυπηρέτησης των  υπαλλήλων του δημοσίου και ν.π.δ.δ.,  με τους συζύγους τους υπαλλήλους  του δημόσιου ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης.

Παρατίθενται οι σχετικές ρυθμίσεις:

-1) άρθ. 21 ν. 2946/2001 (όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 91 ν. 4139/2013,  ΦΕΚ Α΄ 74/20.3.2013 και άρθρο 72 παρ.5 ν.4316/2014,ΦΕΚ Α΄ 270/24.12.2014 και όπως εκ νέου τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθ. 151 ν. 4600/2019, ΦΕΚ Α΄ 43/09.03.2019), όπου ορίζει: «1.Τακτικοί υπάλληλοι και υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δημοσίων υπηρεσιών  και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που κατέχουν οργανικές θέσεις και είναι σύζυγοι στρατιωτικών των Ενόπλων Δυνάμεων, ένστολου προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού, Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής, του προσωπικού των Καταστημάτων Κράτησης, των υπαλλήλων πληρωμάτων ασθενοφόρων (Ε.Κ.Α.Β) καθώς και θρησκευτικών λειτουργών της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος (ιερέων και διακόνων) που υπηρετούν ως διδάσκαλοι ή καθηγητές οποιασδήποτε βαθμίδας και με οποιοδήποτε γνωστικό αντικείμενο στην πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση, επιτρέπεται να αποσπώνται, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων, σε υπηρεσίες του στενού δημόσιου τομέα κατά προτεραιότητα και σε περίπτωση έλλειψης υπηρεσιακών αναγκών σε υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στην περιοχή που υπηρετεί ο σύζυγός τους».

-2)  Η  ανωτέρω διάταξη,  εφαρμόζεται ακόμη και για το ειδικό ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας κατά τη ρητή διάταξη του άρθ. 12 παρ.1 ν.4071/2012(ΦΕΚ Α΄ 85/2012), όπου ορίζει: « 1. Οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2946/2001, όπως ισχύει, εφαρμόζονται ανάλογα και για το ειδικό ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας».

-3) Η  ανωτέρω διάταξη περί συνυπηρέτησης,  εφαρμόζεται ακόμη και για το προσωπικό των καταργηθέντων νομικών προσώπων  με το άρθ. 1 ν. 4109/2013 (ΦΕΚ Α΄ 16/23.01.2013),   όπως του ν.π.δ.δ. «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΕΝΩΣΗ» (ΕΘΕ) του ν.π.ι.δ. «ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ» (ΙΟΚ), του ν.π.ι.δ. «ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ» (ΤΔΠΕΑΕ), του ν.π.δ.δ. «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ  ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ» (ΟΤΕΚ), όπου κατά τη ρητή διάταξη του άρθ. 13 παρ.1γ του νόμου αυτού (4109/2013) ορίζεται: «Εξαιρείται από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 περίπτωση β`του παρόντος άρθρου του νόμου αυτού το προσωπικό, το καθεστώς απόσπασης του οποίου διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2946/2001 (Α` 224).  Για το εν λόγω προσωπικό συνεχίζουν να ισχύουν τα διαλαμβανόμενα στις οικείες διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2946/2001, ως τροποποιηθέν ισχύει».

-4) Παρόμοια, ρητή ρύθμιση, ισχύει  και για το νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ, όπου,  στο άρθ. 54παρ.4 εδ.β΄ ν. 4223/2013(ΦΕΚ Α΄ 287/2013), στην παράγραφο 4 εδ.β΄(ως ισχύει με την παρ.1 του άρθ. 41 ν.4238/2014/ΦΕΚ Α΄38/17.02.2014), ορίζεται: «Νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. που είναι σύζυγοι στρατιωτικών, ένστολου προσωπικού της ΕΛ.ΑΣ., του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, – Ελληνικής Ακτοφυλακής, καθώς και του προσωπικού των καταστημάτων κράτησης, επιτρέπεται να αποσπώνται, κατά σειρά προτεραιότητας, σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., Κέντρα Υγείας, ΕΚΑΒ, ΕΟΠΥΥ, και λοιπές υπηρεσίες που εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας, στην περιοχή που υπηρετεί ο/η σύζυγος τους».

– 5)  Για το προσωπικό του Λιμενικού Σώματος, στο άρθ. 28παρ.2 του π.δ. 33/2009 (όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το π.δ. 97/2012/ΦΕΚ Α’ 156/08.08.2012) «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις του προσωπικού Λιμενικού Σώματος στο εσωτερικό και στο εξωτερικό», ορίζεται ότι: «Στην περίπτωση υποβολής αίτησης για συνυπηρέτηση με σύζυγο δικαστικό λειτουργό, το στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. τοποθετείται ή μετατίθεται υποχρεωτικά, μετά από αίτηση του στην υπηρεσία του τόπου μετάθεσης του δικαστικού λειτουργού, εφόσον το επιτρέπει η οργανική κατά βαθμό σύνθεση της υπηρεσίας, ή εάν δεν υφίσταται αυτή, στην πλησιέστερη υπηρεσία, όπου το επιτρέπει η οργανική κατά βαθμό σύνθεση της. Της ανωτέρω ρύθμισης εξαιρούνται οι Ανώτατοι Αξιωματικοί και Πλοίαρχοι Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.».

 – 6) Για τους Αστυνομικούς, στο άρθρο 17 παρ.1 περ. ιδ` του π.δ. 100/2003 (όπως αντικαταστάθηκε  με το άρθρο 10 παρ.3 του π.δ. 75/2016, ΦΕΚ Α΄ 138, με έναρξη ισχύος σύμφωνα με το άρθρο 26 του αυτού π.δ. από 1.9.2016), ορίζεται ότι: «1. Έκτακτες μεταθέσεις του αστυνομικού προσωπικού μπορεί να ενεργούνται οποτεδήποτε και ανεξάρτητα από τον αριθμό των μορίων και το χρόνο παραμονής του μετατιθέμενου στην ίδια περιοχή μετάθεσης στις παρακάτω περιοριστικά  αναφερόμενες, περιπτώσεις:………….. ιδ. Για λόγους συνυπηρέτησης με σύζυγο δικαστικό λειτουργό, συνοριακό φύλακα ή ειδικό φρουρό ή στρατιωτικό ή αστυνομικό ή λιμενικό ή πυροσβεστικό υπάλληλο. Στις τέσσερις τελευταίες περιπτώσεις, ο κατά βαθμό κατώτερος ακολουθεί τον ανώτερο. Στην περίπτωση συνυπηρέτησης με σύζυγο αστυνομικό και εφόσον οι υπηρεσιακές ανάγκες το επιτρέπουν, μέχρι το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου δύναται να μην ισχύει ο προαναφερόμενος περιορισμός. Επιπλέον, για συνυπηρέτηση αστυνομικού με σύζυγο Ειδικό Φρουρό επιτρέπεται μετάθεση μέχρι και το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου……».

Εύκολα διατρέχοντας κανείς τις προαναφερόμενες διατάξεις, διαπιστώνει ότι για πολλές κατηγορίες υπαλλήλων του δημοσίου «εν στενή και εν ευρεία εννοία» ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης (ως άνω άρθ. 21 ν. 2946/2001 όπως ισχύει)  κατοχυρώνεται απολύτως  «χωρίς  αστερίσκους» και προϋποθέσεις (όπως ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης,  διάρκεια προηγούμενης μετάθεσης ή μετακίνησης, έλλειψη προσωπικού της υπηρεσίας απ΄όπου μετακινείται ο υπάλληλος ως λόγος άρνησης  της μετακίνησή του, κ.λπ.) και με πλήρη ευελιξία, καθώς ουσιαστικά θεσπίζεται και η επ΄ αόριστον απόσπαση (βλ. περιπτώσεις 1,2,3,4), το δικαίωμα  συνυπηρέτησης με αυτούς των συζύγων τους υπαλλήλων του δημοσίου ή υπαλλήλων ν.π.δ.δ. (περιλαμβανομένων των υπαλλήλων ι.δ.α.χ. ακόμη και υπαλλήλων καταργηθέντων ν.π.δ.δ. ή ν.π.ι.δ. που ανήκουν στο δημόσιο ή και ένστολου προσωπικού της δημοτικής αστυνομίας), δηλαδή  το δικαίωμα να έλκονται οι τελευταίοι από τον/την σύζυγό τους λόγω της υπηρεσιακής ιδιότητας αυτού (ως υπαγόμενου στις περιπτώσεις του προαναφερόμενου άρθ. 21 ν. 2946/2001 όπως ισχύει). Ενώ, στις δύο τελευταίες περιπτώσεις (υπό α.α. 5,6)  του προσωπικού του λιμενικού σώματος και των αστυνομικών υπαλλήλων,  υπάρχει ρητή πρόβλεψη  στα νομοθετήματα που ρυθμίζουν  την υπηρεσιακή τους κατάσταση, με την οποία ο/η σύζυγός τους δικαστικός λειτουργός  έλκει τον εν λόγω υπάλληλο στον τόπο όπου υπηρετεί (δηλαδή, οι τελευταίοι και έλκουν τους/τις συζύγους τους υπαλλήλους του δημοσίου ή υπαλλήλους ν.π.δ.δ., αλλά και έλκονται από τους/τις συζύγους τους δικαστικούς λειτουργούς).

 

Γ. Συμπεράσματα και προτάσεις.

Με τη σύγκριση των ανωτέρω ρυθμίσεων και της ρύθμισης που ισχύει σήμερα στην περίπτωσή μας για την συνυπηρέτηση των συζύγων μας δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων ν.π.δ.δ., καθίσταται απολύτως σαφές πόσο υπολειπόμαστε ως δικαστικοί λειτουργοί, παρόλο που συντρέχει και στη δική μας περίπτωση το στοιχείο της ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης  το  οποίο σαφώς περιλαμβάνει  τις μεταθέσεις, αποσπάσεις και τις τοποθετήσεις μας λόγω προαγωγής, οι οποίες μάλιστα δεν υπολείπονται από  άλλες κατηγορίες υπαλλήλων του δημοσίου εδικής υπηρεσιακής κατάστασης.  Είναι λοιπόν επιβεβλημένο και δίκαιο να δοθεί το συντομότερο μια λύση στο ζήτημα αυτό και να αντικατασταθεί η υφιστάμενη διάταξη με ρύθμιση η οποία να στοιχίζεται τουλάχιστον με τις διατάξεις που υφίστανται  για τις προαναφερόμενες κατηγορίες υπαλλήλων  του δημοσίου ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης.

Προς την κατεύθυνση αυτή σωστά έγινε ένα σημαντικό βήμα  με το σχέδιο του «νέου Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ» (υπ’ αριθ. 11063/20.02.2017 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων/ΦΕΚ Υ.Ο.Δ.Δ. 86/24.02.2017),  που ολοκληρώθηκε  από την αρμόδια  Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2018  στην οποία μετείχαν ως εκπρόσωποι της Ένωσής μας ο κος Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών και η κα Ακριβή Ερμίδου, Ειρηνοδίκης, το οποίο σχέδιο  νόμου για το συγκεκριμένο ζήτημα  της συνυπηρέτησης προβλέπει υπό το άρθ. 61 παρ.5 εδ.β΄,γ΄: «Δημόσιος υπάλληλος και υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, σύζυγος δικαστικού λειτουργού μετατίθεται, ύστερα από αίτησή του, στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγός του σε αντίστοιχη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Αν δεν καθίσταται δυνατή η μετάθεση, ο δημόσιος υπάλληλος και ο υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αποσπάται, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων και κατά προτεραιότητα, σε αντίστοιχη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου στην περιφέρεια, όπου υπηρετεί ο σύζυγός του δικαστικός λειτουργός ή ο συνδεόμενος με σύμφωνο συμβίωσης μ’ αυτόν και για όσο χρόνο υπηρετεί στην περιφέρεια αυτή». Δυστυχώς, ο σχετικός νόμος που αφορούσε την αναμόρφωση ολόκληρου του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.  και περιελάμβανε τη σχετική ρύθμιση, δεν ψηφίστηκε και δεν τέθηκε σε ισχύ. Η εν λόγω διάταξη, όπως διατυπώθηκε παραπάνω από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή κινείται όπως προείπα στη σωστή κατεύθυνση, πρέπει ωστόσο με βάση τα προαναφερθέντα, να συμπληρωθεί, ώστε να αντιμετωπιστεί: α)το ζήτημα της «μετάταξης» σε αντιστοιχία με τη «μετάθεση», αφού η οριστική μετακίνηση υπαλλήλου από ν.π.δ.δ. σε άλλο ν.π.δ.δ.   θεωρείται «μετάταξη» και όχι «μετάθεση», β) το ζήτημα των μονίμων υπαλλήλων του δημοσίου και των ν.π.δ.δ. που είναι ι.δ.α.χ., γ) των στρατιωτικών και όλου του ένστολου  προσωπικού ώστε να υφίσταται  ρητή πρόβλεψη και ως προς αυτούς.

Καταλήγοντας, αν σκεφτεί κανείς το πλήθος των διατάξεων που έχουν ψηφιστεί  τα τελευταία χρόνια για άλλες κατηγορίες υπαλλήλων του δημοσίου ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης και σε τι  βαθμό και έκταση κατοχυρώθηκε το δικαίωμα συνυπηρέτησης των συζύγων τους υπαλλήλων του δημοσίου και ν.π.δ.δ. (αλλά και άλλων κατηγοριών του δημοσίου τομέα όπως εκτέθηκε), διαπιστώνει ότι έχει χαθεί πολύς χρόνος στην περίπτωσή μας και δεν πρέπει να  περιμένουμε άλλο με αυτήν την εκκρεμότητα, αλλά οφείλουμε να ενεργήσουμε γρήγορα για την τελική λύση του ζητήματος με άμεση νομοθετική πρωτοβουλία.

 

 

 

 

 

 

Η «επιτέλεση» του ρόλου ενός μνημείου και η σημασία της, Ελευθερία Κώνστα, Εφέτης

Η «επιτέλεση» του ρόλου ενός μνημείου και η σημασία της

Ελευθερία Κώνστα

Εφέτης

Η έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς καλύπτει όλες τις εκδηλώσεις και τα μηνύματα της πνευματικής δραστηριότητας του ανθρώπου στο περιβάλλον του, μηνύματα που περνούν από γενιά σε γενιά μέσω της μάθησης, της πνευματικής αναζήτησης και των ιδεών. Η ύπαρξη ενός μνημείου καταδεικνύει την άμεση σύνδεση του υλικού πολιτισμού με την πολιτισμική ταυτότητα μιας κοινότητας. Πολλές φορές η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει εθνικές, κοινωνικές και πολιτικές φιλοδοξίες μιας εθνικής κοινότητας. Η σκόπιμη αλλοτρίωση των πολιτιστικών μνημείων και η καταστροφή έργων τέχνης και εκτός περιόδων ένοπλων συγκρούσεων, ιδιαίτερα από ομάδα που καθορίζει την  εθνοτική άποψη, χρησιμεύει για να συσκοτίσει τη φύση της ίδιας της πολιτιστικής κληρονομιάς και να επιτελέσει ρόλο της στην κατασκευή της ταυτότητας. Συνεπώς, αντί να χρησιμοποιηθεί η πολιτιστική κληρονομιά ως μια πολυεθνική ταυτότητα και ένα μέτρο σταθερότητας για την πολυεθνική κοινωνία,  η αλλοτρίωσή της αποτελεί εξέχουσα  πολιτικής σημασίας στρατηγική.

Ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας θεμελιώνεται από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο το 330 μ.Χ. και πυρπολείται κατά την εποχή του Αρκαδίου, το 404 ενώ θα κτισθεί εκ νέου από τον Θεοδόσιο Β’. Ο ναός όμως θα πυρποληθεί και πάλι το 532, κατά τη Στάση του Νίκα για να δρομολογηθεί εκ νέου η ανέγερσή της από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό τον Α’ το 532 με αρχιτέκτονες τους Ανθέμιο και Ισίδωρο. Οι τελευταίοι εκπόνησαν ένα πρωτότυπο και μεγαλεπήβολο αρχιτεκτονικό σχέδιο, που οδήγησε στην κατασκευή ενός ναού, που υπήρξε το σημαντικότερο επίτευγμα όχι μόνο της Ιουστινιάνειας, αλλά και της βυζαντινής ναοδομίας. Στον βυζαντινό κόσμο του 5ο και 6ο αιώνα, ήταν μια περίοδος αλλαγών και μετάβασης. Ο ναός της Αγιάς Σοφιάς αποτελώντας κορυφαία εκδήλωση της πολιτιστικής κληρονομιάς της χριστιανοσύνης αλλά και της ιστορίας του Βυζαντίου επιτελεί το ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ του δομημένου περιβάλλοντος και του τοπίου με την άυλη πολιτιστική κληρονομιά, την θρησκευτική πνευματική συνέχεια της χριστιανής κοινότητας.

Καθώς η κληρονομιά του παρελθόντος είναι παντού γύρω μας, καθετί που έρχεται σε μας από το παρελθόν είναι μέρος της ιστορικής κληρονομιάς όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο  παγκόσμιας κοινότητας. Η Αγιά Σοφιά ως σύμβολο  και χώρος πολιτιστικής κληρονομιάς εκπέμπει μια πολλαπλότητα φωνών που δύναται να ακουστεί μέσα από την αποκαλυπτική δράση διαφορετικών παραστάσεων και να γίνει χώρος όπου μπορεί να λάβει χώρα ένας διηνεκής διάλογος μεταξύ των εκπροσώπων άλλων θρησκειών. Μπορεί να αφυπνίσει, εμπνεύσει και να αποτελέσει εφαλτήριο ως φορέας του νοήματος και της επικοινωνίας της πολιτιστικής κληρονομιάς.   Είναι πλέον κατανοητό ότι ο ναός της Αγιάς Σοφιάς δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο διδασκαλίας και διάδοσης ιδεών, αλλά διαμέσου των ιδεών της χριστιανοσύνης που εκφράζει, διευκολύνει την επικοινωνία, τη συζήτηση, την ανταλλαγή απόψεων και την αλληλεπίδραση. Η απόδοση του όρου «τζαμί» στο παγκόσμιο αυτό σύμβολο πολιτισμού το φορτίζει ιδεολογικά, το ιδεολογικοποιεί.  Η μετατροπή του παγκόσμιου συμβόλου πολιτιστικής κληρονομιάς σε μουσουλμανικό χώρο λατρείας εντάσσεται στις προσπάθειες της σημερινής τουρκικής κυβέρνησης να συσπειρώσει  τον πληθυσμό του υπό την σκεπή μιας ενιαίας εθνικής θρησκευτικής ταυτότητας που περνάει, μέσα από την «παράδοση». Η αλλαγή της λειτουργίας της Αγιάς Σοφιάς έρχεται να επανασηματοδοτήσει ένα σύμβολο αποσκοπώντας στην πολιτική εκμετάλλευση της θρησκευτικής ταυτότητας του τουρκικού έθνους,  στοχεύει μέσω του νέου επιτελικού ρόλου να προωθήσει την ιδέα της μουσουλμανικής τουρκικής ταυτότητας ζητούμενο όχι μόνο της πολιτικής ελίτ του κράτους αλλά προφανώς και της πνευματικής ελίτ της Τουρκίας. Η συγκεκριμένη πολιτική επιλογή με τον ισχυρό συμβολισμό της για την χριστιανική Ευρώπη, επιζητεί την ενίσχυση των εκπροσώπων της εξουσίας του τουρκικού καθεστώτος και την κατασκευή μιας νέας πολιτικής πραγματικότητας.

Οριστική απόφαση – Οριστική δικαίωση…! Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης, Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

Οριστική απόφαση – Οριστική δικαίωση…!

 

                                                                           Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης,

Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών,

                                                    Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

 

Δημοσιεύθηκε σήμερα η με αριθμό 1541/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί των αιτήσεων διορισμού προσωρινής διοίκησης που κατέθεσαν αφενός τα 8 μέλη του απερχόμενου Δ.Σ., αφετέρου εμείς ως μέλη του απερχόμενου Προεδρείου, που συνεκδικάσθηκαν με την πρόσθετη παρέμβαση που κατέθεσαν και 17 ανεξάρτητοι συνάδελφοι. Το Δικαστήριο, δεχόμενο το επικουρικό μας αίτημα και την πρόσθετη παρέμβαση, όρισε προσωρινή διοίκηση και έκρινε ότι θα πρέπει να προκριθούν ως μέλη της οι συνάδελφοι εκείνοι, που δεν συμμετείχαν στο προηγούμενο Δ.Σ., έχοντας λάβει τη θέση του αναπληρωματικού στις τελευταίες αρχαιρεσίες, με σκοπό να προκηρύξουν και να διενεργήσουν εκλογές, που θα πρέπει να ολοκληρωθούν έως τις 30 Σεπτεμβρίου.

Η απόφαση αυτή, που όλοι οφείλουμε να σεβαστούμε, αποτελεί κόλαφο για τα 8 μέλη του απελθόντος Δ.Σ. που εμπόδισαν τις εκλογές και προσπάθησαν να καταχραστούν το περιεχόμενο της προσωρινής διαταγής, ορίζοντας αυθαίρετα ημερομηνία εκλογών πέραν της 30η Σεπτεμβρίου και σπεύδοντας χωρίς νομιμοποίηση να συναντηθούν με υπουργούς της κυβέρνησης. Το Δικαστήριο διέγνωσε ορθά ότι η συγκρότηση προσωρινής διοίκησης από τα ίδια μέλη, ενδέχεται να οδηγούσε σε «ολιγωρία» ως προς την προκήρυξη αρχαιρεσιών και σε «επ΄ αόριστον αναβολή τους», έκβαση που αποδείχθηκε ότι θα ήταν αντίθετη με τη βούληση των μελών της Ένωσής μας.

Το Δικαστήριο, με την απόφασή του, στέρησε οριστικά τη Διοίκηση της Ένωσης, από εκείνους που δε σεβάστηκαν ούτε τη βούληση εκατοντάδων συναδέλφων να γίνουν άμεσα εκλογές, ούτε τη βούλησή τους να μην οδηγηθούμε σε δικαστική περιπέτεια, όπως αποτυπώθηκε στην πρόσφατη ηλεκτρονική ψηφοφορία και άνοιξε το δρόμο για τη διενέργεια εκλογών το συντομότερο δυνατό, με απώτερο χρονικό σημείο την 30η Σεπτεμβρίου, όπως κι εμείς αλλά και οι προσθέτως παρεμβαίνοντες συνάδελφοι είχαμε ζητήσει και όχι ως τις 30 Οκτωβρίου, που είχαν ζητήσει με την αίτησή τους τα 8 μέλη του απερχόμενου Δ.Σ.

Τώρα πια υπάρχει μια προσωρινή διοίκηση που απολαμβάνει της εμπιστοσύνης όλων μας, ώστε να υλοποιήσει άμεσα την οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, να συγκροτηθεί σε σώμα και να προκηρύξει άμεσα εκλογές, που πρέπει να διενεργηθούν ως τις 30 Σεπτεμβρίου 2020, επιμελούμενη και όλες τις επείγουσες ενέργειες για την εύρυθμη λειτουργία της Ένωσής μας. Μετά από μια ταραγμένη περίοδο, η ίδια η Δικαιοσύνη οδηγεί την Ένωσή μας στο δρόμο της σύνεσης και της δημοκρατίας…

 

Για τις συναντήσεις της ανομιμοποίητης Διοίκησης της ΕΔΕ, Χρ. Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης, Χαρ. Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Π. Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

 

Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης,

Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών,

Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

 

Το Προεδρείο των 8 μελών της Προσωρινής Διοίκησης που κατέλαβε χωρίς εκλογές την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων πραγματοποίησε τις προηγούμενες ημέρες, όπως μας ενημερώνει, συναντήσεις με τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης. Επαναλαμβάνουμε αρχικά ότι καμία τέτοια νομιμοποίηση δεν έχει από την προσωρινή διαταγή της Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία καθόρισε συγκεκριμένο πλαίσιο καθηκόντων, που περιορίζονται στις «επείγουσες διαχειριστικές πράξεις».

Κατά δεύτερο επισημαίνουμε ότι τόσο ο Υπουργός Δικαιοσύνης όσο και ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης επί ένα ολόκληρο έτος δεν συνομιλούσαν με τις αιρετές διοικήσεις των Δικαστικών Ενώσεων για θέματα ιδιαίτερα σημαντικά, όπως η μείωση των δικαστικών διακοπών, αποφασίζοντας μονομερώς και χωρίς διάλογο, ενώ αντίθετα έσπευσαν άμεσα μετά την συγκρότηση του πραξικοπηματικού Προεδρείου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων να πραγματοποιήσουν συνάντηση μαζί τους. Τέτοιου είδους συμπεριφορές όχι μόνο δηλώνουν απαξίωση της πολιτικής ηγεσίας στις εκλεγμένες Δικαστικές Ενώσεις που έχουν συνταγματική κατοχύρωση αλλά μας βοηθούν αφάνταστα στην προσπάθεια που κάνουμε να κατανοηθεί ο ρόλος που ανέλαβε να επωμιστεί ο καθένας από εμάς.

Τρίτον, από την ιδιαίτερα «διαφωτιστική» ανακοίνωση της Προσωρινής Διοίκησης πληροφορηθήκαμε ότι υπήρξε αναγνώριση του θεσμικού ρόλου μας, ότι δεν υπάρχει νομοθετική πρωτοβουλία επί του σχεδίου για τη Δικαιοσύνη που δημοσιοποίησε πριν λίγες εβδομάδες ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και ότι σε περίπτωση που ληφθεί τέτοια πρωτοβουλία θα προηγηθεί διάλογος. Τα συμπεράσματα λοιπόν που εξάγονται είναι τα εξής: Ότι το Σχέδιο που θα εισηγηθεί ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης –και τα οποίο με λεπτομέρεια παρουσίασε στο Forum των Δελφών- προς τον Πρωθυπουργό και το οποίο περιλαμβάνει διαχωρισμό των Δικαστών σε τακτικούς και επί θητεία, προαγωγές όχι με βάση την επετηρίδα αλλά με συνεχείς γραπτές εξετάσεις κατά τα πρότυπα της Σχολής Πολέμου, μείωση του αριθμού των δικαστών και κατάργηση των περιφερειακών Δικαστηρίων, συνιστά σαφή αναγνώριση του θεσμικού μας ρόλου. Συνάγεται επίσης το συμπέρασμα ότι για όλα τα παραπάνω θέματα που μπήκαν στο τραπέζι από τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης θα υπάρξει «διάλογος» με την Προσωρινή Διοίκηση. Αλήθεια σε ποια ακριβώς θέματα είναι διατεθειμένη η Προσωρινή Διοίκηση να κάνει διάλογο; Η τήρηση της Συνταγματικής επιταγής για ισοβιότητα των Δικαστικών Λειτουργών μπαίνει στο τραπέζι της συζήτησης; Είναι επίσης καινοφανές να προχωρούν σε συζητήσεις για τόσο σοβαρά θέματα, ως ψευδοεκπρόσωποι 2.500 Δικαστών και Εισαγγελέων και να μην έχουν διατυπώσει δημόσια τις θέσεις τους. Η ομάδα μας τοποθετήθηκε άμεσα την επομένη κιόλας ημέρα που δημοσιοποιήθηκαν οι απαράδεκτες δηλώσεις του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης που αποδεικνύουν τους σχεδιασμούς της επόμενης ημέρας για τη Δικαιοσύνη. Αντίθετα το Προεδρείο της Προσωρινής Διοίκησης δεν τόλμησε ούτε καν να διαμαρτυρηθεί, ούτε καν να τηρήσει τα προσχήματα. Γνωστή στάση που δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει.

Για τις εξελίξεις αυτές δηλώνουμε την έκδηλη ανησυχία μας. Ο κίνδυνος να περάσουν νομοθετικά μέτρα διάλυσης της Δικαιοσύνης στην παρούσα συγκυρία που υπάρχει η «πρόθυμη και διαλλακτική» Προσωρινή Διοίκηση, είναι περισσότερο από ορατός. Έχοντας την ηθική νομιμοποίηση από τις χιλιάδες ψήφους που λάβαμε στις τελευταίες αρχαιρεσίες της Ένωσης και οι οποίες μας έδωσαν τις πρώτες εκλόγιμες θέσεις, έχοντας την θερμή στήριξη των συναδέλφων την οποία εισπράττουμε καθημερινά στις επισκέψεις μας στα Δικαστήρια της Χώρας,  δηλώνουμε ότι η νέα Διοίκηση της Ένωσης που θα προκύψει από τις επόμενες αρχαιρεσίες ΔΕΝ θα δεχτεί να συζητήσει θέματα σαν αυτά που άνοιξε με την παρέμβασή του ο κ. Πικραμμένος, διότι θεωρούμε προσβλητική για το Δικαστικό Σώμα κάθε συζήτηση με τέτοιο περιεχόμενο. Εάν η Κυβέρνηση προχωρήσει στην υλοποίηση οποιουδήποτε από τα μέτρα που εξαγγέλθηκαν, θα βρει μπροστά της τη σφοδρή αντίδραση όλων των Δικαστών και Εισαγγελέων.

 

Δικαστήρια στην εξυπηρέτηση του επιχειρηματικού κέρδους ή Δικαιοσύνη για όλους τους πολίτες; – Χριστόφορου Σεβαστίδη, Δ.Ν. – Εφέτη

 

            Χριστόφορου Σεβαστίδη, Δ.Ν. – Εφέτη,

5 Ιουνίου 2020.

 

Ο παραπάνω αυστηρά μανιχαϊκός τρόπος που εισάγεται για συζήτηση ένα κεφαλαιώδες ζήτημα όπως ο σκοπός στον οποίο οφείλει να υποτάσσεται μία κορυφαία κρατική λειτουργία, δεν είναι ούτε υπερβολική ρητορεία ούτε εμπεριέχει κάποιου είδους ιδεολογική προκατάληψη. Αποτελεί μία ακριβή αποτύπωση της πραγματικότητας όπως αυτή διαμορφώνεται με μορφή καταιγιστική εδώ και μερικά χρόνια. Επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης του οποίου ολοκληρώθηκε η διαβούλευση με τίτλο «Ρυθμίσεις για το Ελεγκτικό Συνέδριο και διατάξεις για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης» και τελεί σε αδιάσπαστη ενότητα με το σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Εκσυγχρονισμός περιβαλλοντικής νομοθεσίας … και λοιπές διατάξεις», καθώς εξυπηρετεί την ίδια λογική.

Στη Γενική Συνέλευση της Ένωσής μας στις 14 Δεκεμβρίου 2019 αναφέρθηκα σε μία αντίληψη, που προσπαθεί να κερδίσει έδαφος σε πολλές κοινωνίες και απαιτεί την αξιοποίηση της Δικαιοσύνης ως μοχλού οικονομικής ανάπτυξης μιας Χώρας. Η θεωρία αυτή του συσχετισμού Δικαιοσύνης και επενδύσεων καλλιεργείται ήδη από καιρό στην ΕΕ. Ο Γιούνκερ σε μια ομιλία του για την κατάσταση της Ένωσης το 2016, η οποία εκφωνήθηκε ενώπιον του Ευρωπαϊκού  Κοινοβουλίου στις 14 Σεπτεμβρίου 2016 σημείωσε ότι «τα αποτελεσματικά συστήματα δικαιοσύνης στηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη και υπερασπίζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα». Όμοια και η Επίτροπος Viviane Reding επισήμαινε ότι η ελκυστικότητα μιας χώρας ως τόπου πραγματοποίησης επενδύσεων και ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας ενισχύεται από την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου και αποτελεσματικού συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Την ίδια λογική υπηρετούν πολλές δεξαμενές σκέψεις και διεθνείς οργανισμοί. Σε μελέτη του 2017 που εκπονήθηκε από το ευρωπαϊκό Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC) καταγράφεται συσχέτιση μεταξύ της βελτίωσης της αποδοτικότητας των δικαστηρίων και του ποσοστού ανάπτυξης της οικονομίας καθώς και μεταξύ της αντίληψης που έχουν οι ιδιοκτήτες και τα στελέχη επιχειρήσεων για την ανεξαρτησία του συστήματος της Δικαιοσύνης και της αύξησης της παραγωγικότητας. Ίδιες μελέτες με εξαγωγή όμοιων συμπερασμάτων έχουν γίνει από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τον ΟΟΣΑ, το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ και την Παγκόσμια Τράπεζα.

Ήδη από τον Ιούλιο του 2019 είχε διαφανεί μία από τις προτεραιότητες της Κυβέρνησης που ήταν η σύσταση «ειδικών τμημάτων στα δικαστήρια όπου θα εκδικάζονται ειδικού χαρακτήρα υποθέσεις (όπως επενδύσεων, εμπορικών συμβάσεων, ανταγωνισμού κ.α.) από δικαστές με αντίστοιχη εξειδίκευση» (βλ. ανάρτηση στην ηλεκτρονική σελίδα www.capital.gr της 15ης Ιουλίου 2019). Κατά την περίοδο συζήτησης του νέου αναπτυξιακού νόμου (ν. 4635/ΦΕΚ Α’ 167/30-10-2019) τέθηκε και πάλι στο τραπέζι η εξαγγελία της Κυβέρνησης, «με δεδομένο πως βασικός αποτρεπτικός παράγοντας στην διαδικασία προσέλκυσης επενδύσεων θεωρείται από όλους τους επενδυτές, ο πολύ αργός ρυθμός απονομής Δικαιοσύνης» (βλ. ανάρτηση στην ηλεκτρονική σελίδα www.dikastiko.gr της 31ης Αυγούστου 2019). Στη συνέχεια στο ίδιο θέμα αναφέρθηκε και ο Υπουργός Δικαιοσύνης ο οποίος στις 19-11-2019 μιλώντας κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. του Σ.Ε.Β. πέρα από την ιδιαίτερη αναφορά στην ενίσχυση της διαμεσολάβησης ως τρόπου επίλυσης διαφορών, ανακοίνωσε την πρόθεση του Υπουργείου «να συστήσει ειδικά τμήματα στα δικαστήρια όπου θα εκδικάζονται εθνικές και διασυνοριακές υποθέσεις ανταγωνισμού και επενδύσεων» (βλ. ανάρτηση στην ηλεκτρονική σελίδα www.topontiki.gr της 19ης Νοεμβρίου 2019). Στις 6-4-2020 η εφημερίδα «Καθημερινή» με τίτλο «Και η Δικαιοσύνη στη μάχη ανάταξης της οικονομίας» κάνει λόγο για ίδρυση ειδικών τμημάτων στα Δικαστήρια που θα δικάζουν fast track υποθέσεις σημαντικού οικονομικού ενδιαφέροντος (ανταγωνισμού, ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, προσωπικών δεδομένων, διασυνοριακού ενδιαφέροντος, εμπορικές και οικονομικού ενδιαφέροντος που διαθέτουν στοιχεία αλλοδαπότητας). Μάλιστα στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι ο νέος θεσμός «που θα συμβάλει καθοριστικά στην ανάταξη της οικονομίας… προβλέπεται να υπηρετηθεί από δικαστές έμπειρους, που είτε διαθέτουν ανάλογη εμπειρία είτε έχουν μεταπτυχιακούς ή διδακτορικούς τίτλους σπουδών. Σημαντικό στοιχείο των νέων ρυθμίσεων αποτελεί και η πρόβλεψη ώστε σημαντικά αναπτυξιακά προγράμματα να εκδικάζονται κατ’ εξαίρεση όχι μόνο από τα ειδικά τμήματα των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων, αλλά κατευθείαν και σε ανώτερο δικαιοδοτικό βαθμό…». Τέλος στην ηλεκτρονική σελίδα www.dikastiko.gr της 12ης Απριλίου 2020 δικαιολογείται ο στόχος των νέων ειδικών τμημάτων των Δικαστηρίων προκειμένου οι υποθέσεις «να δικάζονται σε χρόνους που θα καθιστούν τη χώρα «κανονική» για τους επενδυτές, δηλαδή να καταργηθεί ένας εκ των βασικών ανασταλτικών παραγόντων για την προσέλκυση επενδύσεων». Με το Σχέδιο Νόμου προβλέπεται στη Δεύτερη Ενότητα και ειδικότερα στο άρθρο 361 η συγκρότηση ειδικών τμημάτων πολιτικών δικαστηρίων. Ειδικότερα προβλέπεται η δυνατότητα να συσταθούν στα Πρωτοδικεία και Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης ειδικά τμήματα για την εκδίκαση των αγωγών που αφορούν διαφορές από ηλεκτρονικές επικοινωνίες, ενέργεια, προσωπικά δεδομένα. Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται ότι «σε κάθε περίπτωση η εκδίκαση των υποθέσεων της παρ. 1 και η έκδοση αποφάσεων γίνονται κατά απόλυτη προτεραιότητα».

Είναι κοινός τόπος ότι στα μεγάλα Δικαστήρια της Χώρας πλάι στα ειδικά τμήματα του Ενοχικού, Εμπραγμάτου, Οικογενειακού δικαίου λειτουργούν και τμήματα Εμπορικού δικαίου που ασχολούνται με την επίλυση όλων των εμπορικών διαφορών. Στο Πρωτοδικείο Αθηνών μάλιστα λειτουργεί εκτός από το γενικό τμήμα του Εμπορικού και Ειδικό τμήμα με εξειδίκευση στα σήματα, στον ανταγωνισμό και στην πνευματική ιδιοκτησία.   Ποια είναι συνεπώς η καινοτομία που πρόκειται να εισαχθεί και τι συνέπειες θα έχει; Μέχρι σήμερα η κατανομή των δικαστικών λειτουργών στα τμήματα ενός Δικαστηρίου γίνεται αναλογικά με τον αριθμό των υποθέσεων που εισάγονται και εκκρεμούν σε κάθε διαδικασία, ώστε να μην παρατηρείται μια ιδιαίτερα μεγάλη καθυστέρηση σε κάποιο από αυτά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα. Ούτε οι ολομέλειες των Δικαστηρίων, ούτε η εκτελεστική εξουσία δεν θα μπορούσαν, χωρίς κάποια προφανή δικαιολογητική βάση, να δώσουν ιδιαίτερη προτεραιότητα στην εκδίκαση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας υποθέσεων σε βάρος των υπολοίπων, γιατί με τον τρόπο αυτό θα εισάγονταν μια ειδική μεταχείριση κατά την απόλαυση ενός συνταγματικού δικαιώματος, όπως εν προκειμένω της παροχής έννομης προστασίας. Κατά καιρούς ο νομοθέτης επέβαλε τη συντομότερη έκδοση δικαστικών αποφάσεων, που αφορούν ωστόσο σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (π.χ. εργατικές διαφορές).

Οι επιχειρηματίες και οι επενδυτές δεν θα μπορούσαν υπό οποιαδήποτε προσέγγιση και ερμηνεία να ενταχθούν στις ευαίσθητες κοινωνικές κατηγορίες. Μετά την ικανοποίηση από τα τέλη του προηγούμενου έτους του χρόνιου αιτήματός τους (του Σ.Ε.Β., του ΕΒΕΑ) για θεσμοθέτηση εναλλακτικών μορφών επίλυσης των διαφορών, όπως η ιδιωτική διαμεσολάβηση, φαντάζει αρκετά αντιφατικό και ακατανόητο να είναι οι πρώτοι που επιδιώκουν την ταχύτερη και προνομιακή εκδίκαση των υποθέσεών τους από τα Δικαστήρια. Η απάντηση στις ανησυχίες των επενδυτών για ταχύτερη επίλυση των διαφορών τους θα μπορούσε να είναι η υποχρεωτική προσφυγή και η έκδοση πορίσματος από τις εταιρίες ιδιωτικής διαμεσολάβησης, καθώς η εναλλακτική αυτή μέθοδος απονομής δικαιοσύνης έχει προωθηθεί από τους ίδιους τους επιχειρηματίες ως ένας πολιτισμένος και γρήγορος τρόπος που παρακάμπτει την δυσκίνητη και πολλές φορές αναποτελεσματική κρατική Δικαιοσύνη.  Η έλλειψη εμπιστοσύνης στις ιδιωτικές εταιρίες διαμεσολάβησης που οι ίδιοι προωθούν και χρηματοδοτούν, θα υπέσκαπτε το κύρος που επιχειρούν εναγωνίως να τις προσδώσουν. Οι επενδυτές εξάλλου, σε αντίθεση με την πλειονότητα των πολιτών, θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να ολοκληρώσουν τις πολύωρες και δαπανηρές συζητήσεις ενώπιον των διαμεσολαβητών. Η Δικαιοσύνη οφείλει να έχει στο επίκεντρο των προτεραιοτήτων της τη μεγάλη πλειοψηφία, που στερούμενη οικονομικών πόρων, χρόνου και ειδικών συμβούλων, προσβλέπει στο Κοινωνικό Κράτος και στις δομές του.

Η δημιουργία νέων τμημάτων και η στελέχωσή τους με ανθρώπινο δυναμικό ισοδυναμεί κατά λογική ακολουθία με αποδυνάμωση των υπόλοιπων τμημάτων, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αριθμός των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών παραμένει αμετάβλητος. Θα χρειαζόταν πιστεύω αρκετή προσπάθεια για να πείσει κανείς τον εργαζόμενο που περιμένει να δικαστεί η υπόθεσή του για μη καταβολή δεδουλευμένων, τον γονιό που περιμένει να του επιδικαστεί η μηνιαία διατροφή για τα τέκνα των οποίων έχει την επιμέλεια, τον τραυματισθέντα από τροχαίο ατύχημα που διεκδικεί την αποζημίωση για τα νοσήλια και την θεραπεία του, ότι οι υποθέσεις τους θα καθυστερήσουν ακόμα περισσότερο λόγω της αποψίλωσης των αντίστοιχων τμημάτων των Δικαστηρίων και αντιστρόφως της ενίσχυσης των νέων τμημάτων για τις επιχειρηματικές υποθέσεις.

Τα νέα τμήματα για τις επιχειρηματικές διαφορές όχι μόνο θα αποδυναμώσουν αριθμητικά τα υπόλοιπα τμήματα των μεγάλων Δικαστηρίων αλλά η Κυβέρνηση φιλοδοξεί να τα στελεχώσει με τους εμπειρότερους και τους κατέχοντες μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους δικαστικούς λειτουργούς. Ορίζει σχετικά το άρθρο 361 του παραπάνω Σχεδίου Νόμου «Στα ειδικά τμήματα της παρ. 1 τοποθετούνται με τριετή θητεία που μπορεί να ανανεωθεί, κατά προτίμηση δικαστές με εξειδίκευση ή ιδιαίτερη εμπειρία στη συγκεκριμένη κατηγορία διαφορών, η οποία προκύπτει είτε από σχετικούς μεταπτυχιακούς ή διδακτορικούς τίτλους σπουδών είτε από προγενέστερη συναφή δραστηριότητα». Πέρα από την απαράδεκτη αξιακή κατηγοριοποίηση και τον κίνδυνο ελιτισμού που ελλοχεύει σε τέτοιου είδους διαιρέσεις, ανάλογες απαιτήσεις τυπικών προσόντων δε συναντούμε σε κανένα από τα υπόλοιπα τμήματα.

Όσο κι’ αν τα Συντάγματα θέτουν στο ίδιο επίπεδο αναγνωρισμένα από δεκαετίες ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όσο κι’ αν οι διακηρύξεις διεθνών οργανισμών περί Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποφεύγουν τις ιεραρχήσεις και την προτεραιοποίηση, το Κράτος αποτελεί τον μηχανισμό για την επιβολή τους. Ανάμεσα σε πολλά ίσα δικαιώματα η πολιτική εξουσία αποφασίζει την ειδική βαρύτητα που θα προσδώσει σε καθένα χωριστά. Αρκεί ωστόσο ο καθορισμός και η επιδίωξη ενός πολιτικού προτάγματος για να μεταβάλει τον προσανατολισμό ενός ανεξάρτητου κρατικού θεσμού, όπως η Δικαιοσύνη και να του δώσει μια ορισμένη κατεύθυνση; Η έμμεση υπόδειξη για το προέχον έννομο αγαθό που είναι η επιχειρηματικότητα διαποτίζει ανακοινώσεις, ομιλίες, αρθρογραφία. Στο παραπάνω άρθρο της Εφημερίδας «Καθημερινή» αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Χωρίς τους δικαστές λένε στο Υπουργείο, δεν μπορεί να προχωρήσει ο νέος θεσμός και σημειώνουν πως οι δικαστικοί λειτουργοί πρωτίστως είναι εκείνοι που αντιλαμβάνονται και την κρισιμότητα των στιγμών και την αναγκαιότητα να αναταχθεί η οικονομία και να διευκολυνθούν οι επενδύσεις» (θυμίζει έντονα την προτροπή του Υπουργού Περιβάλλοντος προς την δημόσια διοίκηση ενόψει της κατάθεσης του πρόσφατου σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος). Γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθεί μια κυρίαρχη συνείδηση μη επιδεχόμενη αμφισβήτησης ούτε από τους πολίτες ούτε από τους εφαρμοστές του δικαίου. Το Σύνταγμα ωστόσο που καλούνται οι δικαστικοί λειτουργοί να εφαρμόσουν, αποτελεί προϊόν ενός ιστορικού κοινωνικού συμβιβασμού  και αρνείται να μπει στη λογική συγκυριακών πολιτικών επιδιώξεων.

Επιστολή Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών

Αθήνα, 26-6-2020

Με την παρούσα θα ήθελα, καταρχήν, να ευχαριστήσω τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕνΔΕ, που με την τιμητική τους ψήφο, μου ανέθεσαν τα καθήκοντα του Προέδρου της Προσωρινής Διοικήσεως της Ένωσης, που έχει σαν κύριο έργο τη διεξαγωγή των επικείμενων αρχαιρεσιών και που συγχρόνως νομιμοποιείται στην αντιμετώπιση υποθέσεων με επείγοντα χαρακτήρα όπως ρητώς αναφέρεται στο διατακτικό της από 4-6-2020 Προσωρινής Διαταγής, που διατηρήθηκε σε ισχύ με την από 15-6-2020 νέα Προσωρινή Διαταγή της Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών. 

Στο πλαίσιο αυτό αποφασίστηκαν άμεσες θεσμικές παρεμβάσεις της ΕνΔΕ επί ζητημάτων της επικαιρότητας, δεδομένου ότι η διάρθρωση και οργάνωση του πυλώνα της Δικαιοσύνης στο Σύνταγμα είναι αναμφισβήτητη και οι θεσμικές συνταγματικές εγγυήσεις της προσωπικής και λειτουργικής Ανεξαρτησίας των Δικαστικών Λειτουργών θέτουν σαφείς κόκκινες διαχωριστικές γραμμές στις άλλες δύο εξουσίες (Νομοθετική και Εκτελεστική).

Το έργο των Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών της χώρας αποτελεί σήμερα την πιο πολύτιμη παρακαταθήκη για το νομικό μας πολιτισμό. Οι δικαστικές αποφάσεις, ως θεσμικός λόγος έκφρασης της Δικαστικής Εξουσίας, έχουν συμβάλει τα μέγιστα στην προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και στη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης και συνοχής, ενώ, συγχρόνως, η Νομολογία των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας, καθώς και όλων των Δικαστηρίων της ουσίας αποτελεί αστείρευτη πηγή νομικής γνώσης και έμπνευσης ανοίγοντας συνεχώς νέους δρόμους στη Νομική Επιστήμη.    

              Μετά τη συγκρότηση σε Σώμα της Προσωρινής Διοικήσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 και 15 παρ.1 εδ.α΄ και β΄ του Καταστατικού της Ενώσεως, στην εφαρμογή του οποίου ρητώς παραπέμπουν οι ανωτέρω Προσωρινές Διαταγές, και εν αναμονή της κρίσης της Ελληνικής Δικαιοσύνης, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων εισέρχεται, πλέον, σε τροχιά εκλογικής διαδικασίας. Οι ημερομηνίες, που επιλέχθηκαν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Προσωρινής Διοίκησης στο πρώτο αυτό προπαρασκευαστικό στάδιο (27 Σεπτεμβρίου 2020 για τις Περιφέρειες των Πρωτοδικείων εκτός από την Αθήνα και τον Πειραιά και 4 Οκτωβρίου 2020 για τις τελευταίες) αποτελούν την πλέον συναινετική, ημερολογιακά, λύση, δεδομένου ότι στις 19 Σεπτεμβρίου, ημέρα Σάββατο, θα διεξαχθούν οι εκλογές για την ανάδειξη των αιρετών Διοικήσεων των Δικαστηρίων, ενώ το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου είναι περίοδος μετακινήσεων των συναδέλφων λόγω μεταθέσεων ή τοποθετήσεων.  

Ως εκλεγμένο μέλος επί σειρά ετών στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων με την τιμητική ψήφο των συναδέλφων, γνωρίζω πολύ καλά ότι η επίτευξη των στόχων της ΕνΔΕ αποτελεί προϊόν συλλογικών διαχρονικών διεκδικήσεων και θα καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να ολοκληρωθούν με απόλυτη επιτυχία οι αρχαιρεσίες της Ενώσεως, στις οποίες εκτιμάται, πλέον, ότι θα συμμετάσχει σύσσωμο το Δικαστικό Σώμα.

Καλούμε τους συναδέλφους να συμμετάσχουν σε όλα τα στάδια της επικείμενης εκλογικής διαδικασίας.

Γιατί, αυτή η συμμετοχή είναι που θα αναδείξει στο τέλος μια Ένωση με προοπτική για το μέλλον.

 

 

Ο Πρόεδρος της Προσωρινής Διοικήσεως της ΕνΔΕ

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης

Πρόεδρος Πρωτοδικών

 

 

  

Το «επαναστατικό» σχέδιο της Κυβέρνησης για τη Δικαιοσύνη, Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη

17 Ιουνίου 2020

 

Για λίγους πλέον συναδέλφους το χθεσινό δημοσίευμα της εφημερίδας «ΕΣΤΙΑ» που αποκαλύπτει τις προθέσεις της Κυβέρνησης για τη Δικαιοσύνη ήταν κεραυνός εν αιθρία. Τα προμηνύματα είχαν έρθει εδώ και καιρό. Η ιδιωτικοποίηση της Δικαιοσύνης με τη μορφή της υποχρεωτικής ιδιωτικής διαμεσολάβησης, η παράταση του δικαστικού έτους με αναπόδραστη συνέπεια την αύξηση της δικαστικής ύλης και τέλος το Σχέδιο Νόμου για τη δημιουργία των «επενδυτικών» δικαστηρίων που μετατρέπουν τη Δικαιοσύνη από ουδέτερο κριτή σε μοχλό οικονομικής ανάπτυξης της Χώρας, σε προστάτη των επενδυτών, έδειχναν την συνολική πορεία και τους σχεδιασμούς. Για όλα αυτά είχαμε έγκαιρα επισημάνει τους κινδύνους, δώσαμε τη μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα τόσο σε επίπεδο Γενικής Συνέλευσης όσο και με άρθρα στον Τύπο και στα πολιτικά κόμματα της Χώρας.

Μιλώντας στο «Forum των Δελφών» ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, κ. Πικραμμένος, παρουσίασε το σχέδιό του για τη Δικαιοσύνη που οραματίζεται. Μια Δικαιοσύνη με διαχωρισμό των Δικαστών σε τακτικούς και επί θητεία. Με ουσιαστική κατάργηση της συνταγματικής πρόβλεψης περί ισοβιότητας και με διαρκείς εξετάσεις των τακτικών δικαστών κατά τα πρότυπα του Στρατού, με μείωση του αριθμού των δικαστικών λειτουργών, με κατάργηση της επετηρίδας. Κι’ ας μην βιαστεί κανείς να δώσει προσωπικό χαρακτήρα στις συγκεκριμένες προτάσεις του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης ή να αναρωτηθεί πως γίνεται να διατυπώνονται τέτοιες σκέψεις από έναν πρώην Πρόεδρο Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ας ψάξει καλύτερα να εντοπίσει τη χρονική συγκυρία και τους στόχους που εξυπηρετούνται.

Εδώ και μήνες ορισμένοι απεργάζονταν σχέδια ανατροπής του Προεδρείου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων γιατί η φωνή του και οι θέσεις του δεν άρεσαν στην Κυβέρνηση. Με μεθοδεύσεις και αξιοποιώντας την πλειοψηφία στο ΔΣ οδήγησαν την Ένωση σε ορισμό δοτής διοίκησης από τα Δικαστήρια, η οποία δεν θα έχει ουσιαστικό λόγο, παρά μόνο την εντολή να διενεργήσει εκλογές μετά από κάποιους μήνες. Η «νεκρή» αυτή περίοδος είναι ιδανική για να έρθουν προς ψήφιση καταιγιστικά νομοθετικά μέτρα, χωρίς καμία αντίδραση από την μεγαλύτερη Δικαστική Ένωση που αριθμεί περισσότερους από 2.500 Δικαστές και Εισαγγελείς. Κι’ αν κάναμε κριτική στον Υπουργό Δικαιοσύνης τις προηγούμενες φορές ότι δεν καλούσε τις Δικαστικές Ενώσεις για συζήτηση σε σοβαρά θέματα, που αφορούν την Δικαιοσύνη, τώρα έχει τη δικαιολογία της έλλειψης θεσμικού συνομιλητή όσον αφορά την πολιτική Δικαιοσύνη (Αλήθεια μήπως αυτό το διάστημα ο Υπουργός Δικαιοσύνης συνομίλησε με κάποια Δικαστική Ένωση για το ζήτημα αυτό;). Η επιλογή αυτής της χρονικής συγκυρίας δεν είναι τυχαία. Κανείς βέβαια δεν τρέφει αυταπάτες ότι η πλειοψηφία του ΔΣ που στάθηκε επάξια στο ρόλο του Σάντσο Πάντσα και συναίνεσε σε όλα τα προαναφερόμενα νομοθετικά μέτρα (ιδιωτική διαμεσολάβηση, παράταση του δικαστικού έτους, επενδυτικά δικαστήρια), που δεν βρήκε να πει μια κουβέντα για τις πολιτικές παρεμβάσεις στο έργο των εισαγγελικών λειτουργών στην υπόθεση των διώξεων στο Κουκάκι, ούτε για τη μείωση της χρηματοδότησης του ΤΑΧΔΙΚ, ούτε για την ανακατανομή των θέσεων στα Εφετεία, θα πράξει τώρα κάτι διαφορετικό. Αυτό που ενδιαφέρει πρώτιστα είναι η αδρανοποίηση της Ένωσης και μάλιστα για όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ώστε να προλάβουν να ψηφιστούν όλες οι «επαναστατικές μεταρρυθμίσεις».

Ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης γνωρίζει ασφαλώς ότι ορισμένα από τα μέτρα που ισχυρίζεται ότι θα εισηγηθεί στον Πρωθυπουργό, όπως ο διαχωρισμός των Δικαστών σε τακτικούς και επί θητεία ή η κατάργηση της ισοβιότητας προσκρούουν στη βασική Συνταγματική επιταγή του άρθρου 88  παρ. 1. Εσκεμμένα ωστόσο δημοσιοποιήθηκαν περισσότερο για να δημιουργήσουν ένα σοκ και ένα κλίμα πανικού στο Δικαστικό Σώμα. Να ανοίξουν μια συζήτηση στην οποία αναγκαστικά θα συμμετέχουμε όλοι. Πίσω από αυτές τις προτάσεις κρύβονται άλλες «μεταρρυθμίσεις» εύκολα υλοποιήσιμες και με πρακτικό ενδιαφέρον για την Κυβέρνηση. Η μείωση του αριθμού των δικαστικών λειτουργών σε συνδυασμό με την κατάργηση Δικαστηρίων, ένας «δικαστικός Καλλικράτης», ήταν πάντοτε στις επιδιώξεις της Κυβέρνησης. Όταν έκανα σχετική αναφορά στη Γενική Συνέλευση του περασμένου Δεκεμβρίου, ο Υπουργός Δικαιοσύνης στη δική του τοποθέτηση αρνήθηκε κατηγορηματικά την ύπαρξη τέτοιου σχεδίου. Αποδεικνύεται πλέον περίτρανα ότι μοναδική επιδίωξη είναι η λιγότερη κρατική Δικαιοσύνη και η ενίσχυση των μορφών διαμεσολάβησης. Η Δικαιοσύνη ως εμπόρευμα με όρους κόστους – οφέλους είναι ασύμφορη και πρέπει να συρρικνωθεί. Όποιο Δικαστήριο δεν φέρνει έσοδα στο Κράτος από την επιβολή χρηματικών ποινών και ενσήμων θα θεωρείται κοστοβόρο και θα καταργείται. Οι επιχειρηματίες είτε ως έμποροι της Δικαιοσύνης, ως ιδιοκτήτες Κέντρων Διαμεσολάβησης, είτε ως διάδικοι που οι υποθέσεις τους προηγούνται των άλλων υποθέσεων και δικάζονται από δικαστές με μεγαλύτερη εμπειρία και προσόντα, έχουν πάντα προτεραιότητα. Ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης ωστόσο ανησυχεί για τον κίνδυνο ιδιωτικοποίησης της Δικαιοσύνης και τούτο διότι «έφυγαν οι διαιτησίες από την Ελλάδα και πήγαν σε διαιτησίες εξωτερικού»!!! Ο ανθρώπινος παράγοντας, η εντατικοποίηση της εργασίας των δικαστών και των εισαγγελέων που έχουν φτάσει στα όρια της εξόντωσης, δεν είναι παράμετρος που υπολογίζεται. Όπως δεν υπολογίζεται και η δυσκολία των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών  να έχουν πρόσβαση στη Δικαιοσύνη. Μετά την αύξηση του κόστους με τη δημιουργία του ενδιάμεσου υποχρεωτικού σταδίου της ιδιωτικής διαμεσολάβησης, ο σχεδιασμός της κατάργησης ορισμένων Δικαστηρίων στην επαρχία θα αυξήσει ακόμα περισσότερο τις δαπάνες και θα δυσχεράνει τόσο τη μετάβαση στα Δικαστήρια όσο και την επικοινωνία του πολίτη με τον δικηγόρο του.

Στα μέτρα που «θα ταρακουνήσουν τη Δικαιοσύνη» εντάσσεται και η κατάργηση της επετηρίδας. Ένας διαχρονικός τρόπος προαγωγών στις βαθμίδες της Δικαιοσύνης που διασφαλίζει αντικειμενικότητα και αποκλείει παρεμβάσεις και αδικίες. Γι’ αυτό ποτέ καμία Δικαστική Ένωση δεν έθεσε θέμα κατάργησης της επετηρίδας, κανένας Δικαστικός Λειτουργός δεν αμφισβήτησε τη σπουδαιότητά της. Ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης κατά τη δήλωσή του «ονειρεύεται όχι μια δημοσιοϋπαλληλική καριέρα στη Δικαιοσύνη, αλλά θέλει να υπάρξει ανταγωνισμός». Με άλλα λόγια να αρχίσει να λειτουργεί η Δικαιοσύνη με όρους ιδιωτικού τομέα.  Να ανοίξουν οι πύλες της αδιαφάνειας, των παρεμβάσεων, της αναξιοκρατίας με την επιλογή «φίλων» και «αρεστών», της αδικίας, των εσωτερικών ανταγωνισμών και του αριβισμού με κάθε μέσο. Σα να μην αξιολογούνται οι Δικαστικοί Λειτουργοί κάθε χρόνο από Επιθεωρητές- Αρεοπαγίτες που κρίνουν και τα επιστημονικά προσόντα και το ήθος καθενός χωριστά, ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης έχει ένα σχέδιο «στρατιωτικοποίησης» της Δικαιοσύνης με εξετάσεις για την κρίση περί της καταλληλότητας προαγωγής κατά το πρότυπο της Σχολής Πολέμου! Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Και ελέγχεται η Δικαιοσύνη με την ανέλιξη ανθρώπων φιλικών προς την κάθε Κυβέρνηση και διαιρείται το Δικαστικό Σώμα με την επικράτηση της λογικής του ατομικού οφέλους που είναι πάνω από κάθε συλλογική προσπάθεια.

Η Κυβέρνηση φαίνεται να είναι διατεθειμένη να μας κάνει πολλές ακόμα εκπλήξεις καινοτόμων μεταρρυθμίσεων. Οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί μπορούν να αντιδράσουν συλλογικά και αποτελεσματικά μόνο μέσα από τις Ενώσεις τους. Ενώσεις μαχητικές, δραστήριες, ανεξάρτητες. Ενώσεις που οι εκπρόσωποί τους δεν έχουν προσωπικά ωφελήματα και αναδεικνύονται από τους συναδέλφους τους με δημοκρατικές διαδικασίες. Όσο γρηγορότερα η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων βγει από το σημερινό αδιέξοδο, όσο ταχύτερα αποκτήσει δημοκρατικά εκλεγμένη διοίκηση, τόσο ουσιαστικότερη θα μπορέσει να γίνει.

Οι προσωρινές διοικήσεις στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων: Μια ιστορική καταγραφή, Θεοδώρα Ντάλλη, Δικηγόρος, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ – ΘΕΣΜΙΚΗ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΜΕΙΟΨΗΦΙΚΟΥ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ – ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ – ΚΑΘΑΡΕΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΟΥ ΔΣ ΤΗΣ ΕΔΕ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ – ΘΕΣΜΙΚΗ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΜΕΙΟΨΗΦΙΚΟΥ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ – ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ – ΚΑΘΑΡΕΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΟΥ ΔΣ ΤΗΣ ΕΔΕ  

Στις 26 Μαΐου 2020 και περί ώρα 12.00 λάβαμε ηλεκτρονική αλληλογραφία στις προσωπικές μας ηλεκτρονικές διευθύνσεις  (e- mails) από εταιρεία με την ονομασία «ZEUS» περί διενέργειας ηλεκτρονικής ψηφοφορίας σχετικά με τις αρχαιρεσίες της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και παράλληλα λάβαμε ανακοίνωση του μειοψηφικού Προεδρείου της Ένωσης με οδηγίες για την εν λόγω ψηφοφορία.    

Η ενέργεια αυτή έρχεται να προστεθεί στην πληθώρα αντικαταστατικών ενεργειών του μειοψηφικού προεδρείου της ΕΔΕ και δηλώνει πλήρη έλλειψη σεβασμού στην αρχή της πλειοψηφίας και γενικότερα της δημοκρατικής αρχής, δεδομένου ότι δεν υφίσταται απόφαση του Δ.Σ. περί της διενέργειας τέτοιας ψηφοφορίας, ενώ αντίθετα έχει ληφθεί απόφαση από την πλειοψηφία των μελών του Δ.Σ. για τη διενέργεια των αρχαιρεσιών της ΕΔΕ, εκτός μεν του καταστατικού χρόνου, λόγω της πανδημίας αλλά σε σύντομο χρόνο, που θα ορίσει η προσωρινή διοίκηση, που θα ορισθεί, σύμφωνα με το νόμο, καθότι τη Δευτέρα 1-6-2020 λήγει η θητεία των μελών του νυν Δ.Σ.. Σοβαρό δε ζήτημα τίθεται και είναι ερευνητέο πως διοχετεύθηκε λίστα προσωπικών δεδομένων (e – mails) εκατοντάδων συναδέλφων Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών – μελών της Ένωσής μας σε τρίτο προς επεξεργασία και χρήση, χωρίς την συγκατάθεσή τους.  

Για το λόγο αυτό προβαίνουμε ως πλειοψηφία του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στη δημόσια δήλωση  ότι ουδέποτε το άνω αρμόδιο Συμβούλιο έλαβε σχετική απόφαση περί ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, δεν ευθύνεται έναντι οποιουδήποτε για τις συνέπειες, που τυχόν μπορεί να έχει η διενέργεια αυτή και δεν δεσμεύεται από οποιοδήποτε αποτέλεσμα της αντικαταστατικής και αδιαφανούς αυτής ενέργειας.   

Γνωστοποιούμε σε όλα τα μέλη της Ένωσής μας, ότι προσφεύγουμε άμεσα ΛΟΓΩ ΛΗΞΗΣ ΤΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ ΜΑΣ  ενώπιον της μόνης αρμόδιας θεσμικά Ελληνικής Δικαιοσύνης για τον ορισμό Προσωρινής Διοίκησης στην ΕΔΕ, με αποκλειστικό έργο τη διενέργεια αρχαιρεσιών στην Ένωση.

«Ταμπού» στη λειτουργία των θεσμών σύμφωνα με το νόμο δεν υπάρχουν και δεν δύνανται αυτά να εξελίσσονται σε συμμάχους της αυθαιρεσίας.

Το λόγο, πλέον, έχει ΜΟΝΟ η Ανεξάρτητη Ελληνική Δικαιοσύνη, που αποτελεί και τη μόνη εγγύηση δίκαιων και αμερόληπτων αρχαιρεσιών στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων με τη διασφάλιση της συμμετοχής ολόκληρου του Δικαστικού Σώματος στις πιο κρίσιμες εκλογές της Ένωσης από την ίδρυσή της.  

 Δεν συμμετέχουμε στην αντικαταστατική ενέργεια του Προέδρου της ΕΔΕ

ΚΑΙ  ΚΑΛΟΥΜΕ

τους συναδέλφους να πράξουν το ίδιο για να διαφυλάξουμε ό,τι δυστυχώς απέμεινε από το τρωθέν, ήδη, κύρος της Ένωσής μας .

ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ

Σαλάτας Νικόλαος, Εφέτης 

Βεργώνης Στάθης, Αντ/λέας Εφετών 

ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ

Λυμπερόπουλος Τάκης, Εφέτης

Κώνστα Ελευθερία, Εφέτης

Φούκας Δημήτρης, Πρόεδρος Πρωτοδικών

ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

Στενιώτη Μαργαρίτα, Εφέτης

Βουλγαρίδης Κων/νος, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Κομπολίτης Γρηγόρης, Ειρηνοδίκης

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΜΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΛΗΨΗΣ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΝ Ακριβής Ερμίδου, Ειρηνοδίκη Αθηνών, μέλους Δ.Σ. και Υπεύθυνης Διαχείρισης Οικονομικών της Ενδε Γεωργίου Δελή, υπ. ΔΝ Ειρηνοδίκη Αθηνών

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΜΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ
ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΛΗΨΗΣ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ
ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΝ

Ακριβής Ερμίδου, Ειρηνοδίκη Αθηνών,
μέλους Δ.Σ.   και Υπεύθυνης Διαχείρισης Οικονομικών της Ενδε

Γεωργίου  Δελή, υπ. ΔΝ Ειρηνοδίκη Αθηνών

Αθήνα, 28.5.2020


Με το απο 30.4.2020 και αριθμό πρωτ. 200 έγγραφο της ΄Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων προς τον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης, με θέμα την ανάγκη τήρησης  αναγκαίων μέτρων προστασίας μεταξύ άλλων και στην διαδικασία της λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων στα Ειρηνοδικεία προς αποφυγή του συνωστισμού λόγω της πανδημίας του κορωνοιού, η Ενδε  ζήτησε το πρώτον να εξετασθεί το ζήτημα και να ληφθεί έγκαιρα κάθε αναγκαίο μέτρο.

Προς  αναζήτηση  εφικτών λύσεων  για το ανωτέρω  σημαντικότατο ζήτημα που σύντομα θα απασχολούσε  όλα τα Ειρηνοδικεία της χώρας,  με το  απο 5.5.2020  έγγραφό μας, που αναρτήθηκε  αυθημερόν στην επίσημη ιστοσελίδα της ΕνΔΕ,   προτείναμε  την  προσαρμογή των διατάξεων του ΚΠολΔ στις νέες συνθήκες με σκοπό την αποφυγή  του συνωστισμού στους χώρους των Ειρηνοδικειακών καταστημάτων με την υιοθέτηση, επιπλέον των προβλεπόμενων στην διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, τρόπων, και της δυνατότητας λήψης  των ενόρκων βεβαιώσεων   παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων, στο Δικηγορικό γραφείο του υπερ ου εντολοδόχου, και, μετέπειτα, η κατάθεσή τους στο Δικαστικό Γραμματέα, ο οποίος θα την καταχωρεί στα οικεία βιβλία και θα της δίνει μοναδικό αριθμό, προκειμένου εν συνεχεία να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια Δίκης ,κατά τα πρότυπα συγγενών δικονομικών τάξεων. Η πρότασή μας αυτή  παρουσιάσθηκε    απο την Ενδε, μεταξύ άλλων εναλλακτικών προτάσεων,  στην σύσκεψη των θεσμικών φορέων υπό την προεδρία του Υφυπουργού Δικαιοσύνης κ. Κράνη, που έλαβε χώρα την 6.5.2020 στα γραφεία του ΔΣΑ  και εν συνεχεία ως λύση απολύτως εφικτή,  υιοθετήθηκε απο τη Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας. 

Ηδη διαπιστώνουμε ότι η ανωτέρω πρότασή μας που διευρύνει τα αρμόδια όργανα λήψης  χωρίς να  μεταβάλει το Δίκαιο των Ενόρκων Βεβαιώσεων, κατά τα κύρια χαρακτηριστικά του, έτυχε αποδοχής,από την πολιτεία , κατ΄αρχήν ως προς το βασικό ζήτημα της διεύρυνσης ,αφού σε τροπολογία που περιέχεται σε κατατεθέν την 27.5.2020  σχέδιο νόμου  του Υπουργείου Υγείας  , αναφορικά με την επαναλειτουργία των  πολιτικών Δικαστηρίων,  προβλέπεται   η  δυνατότητα λήψης ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον δικηγόρων  .. Το γεγονός αυτό και με δεδομένο ότι  κατά την κρατούσα γνώμη, η λήψη ένορκης βεβαίωσης   δεν είναι δικαιοδοτικό έργο   ,αλλα αποτελεί εξωδικαστική πράξη της εκούσιας δικαιοδοσίας, με κυριότερο χαρακτηριστικό της την έλλειψη αμεσότητας, εφόσον δεν είναι δυνατή η υποβολή ερωτήσεων από τους διαδίκους, ευελπιστούμε να αποτελέσει μια  μόνιμη μεταβολή  του Δικαίου Εγγράφων Καταθέσων Τρίτων εκτός Δίκης  . Προς την κατεύθυνση αυτή  είμαστε έτοιμοι να συμβάλλουμε για την  περαιτέρω εξέλιξή της  ,  στο πνεύμα και το σκοπό του συνόλου της προτάσεώς μας όπως παραπάνω αρμοδίως διατυπώθηκε.