Η «επιτέλεση» του ρόλου ενός μνημείου και η σημασία της, Ελευθερία Κώνστα, Εφέτης

Η «επιτέλεση» του ρόλου ενός μνημείου και η σημασία της

Ελευθερία Κώνστα

Εφέτης

Η έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς καλύπτει όλες τις εκδηλώσεις και τα μηνύματα της πνευματικής δραστηριότητας του ανθρώπου στο περιβάλλον του, μηνύματα που περνούν από γενιά σε γενιά μέσω της μάθησης, της πνευματικής αναζήτησης και των ιδεών. Η ύπαρξη ενός μνημείου καταδεικνύει την άμεση σύνδεση του υλικού πολιτισμού με την πολιτισμική ταυτότητα μιας κοινότητας. Πολλές φορές η καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει εθνικές, κοινωνικές και πολιτικές φιλοδοξίες μιας εθνικής κοινότητας. Η σκόπιμη αλλοτρίωση των πολιτιστικών μνημείων και η καταστροφή έργων τέχνης και εκτός περιόδων ένοπλων συγκρούσεων, ιδιαίτερα από ομάδα που καθορίζει την  εθνοτική άποψη, χρησιμεύει για να συσκοτίσει τη φύση της ίδιας της πολιτιστικής κληρονομιάς και να επιτελέσει ρόλο της στην κατασκευή της ταυτότητας. Συνεπώς, αντί να χρησιμοποιηθεί η πολιτιστική κληρονομιά ως μια πολυεθνική ταυτότητα και ένα μέτρο σταθερότητας για την πολυεθνική κοινωνία,  η αλλοτρίωσή της αποτελεί εξέχουσα  πολιτικής σημασίας στρατηγική.

Ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας θεμελιώνεται από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο το 330 μ.Χ. και πυρπολείται κατά την εποχή του Αρκαδίου, το 404 ενώ θα κτισθεί εκ νέου από τον Θεοδόσιο Β’. Ο ναός όμως θα πυρποληθεί και πάλι το 532, κατά τη Στάση του Νίκα για να δρομολογηθεί εκ νέου η ανέγερσή της από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό τον Α’ το 532 με αρχιτέκτονες τους Ανθέμιο και Ισίδωρο. Οι τελευταίοι εκπόνησαν ένα πρωτότυπο και μεγαλεπήβολο αρχιτεκτονικό σχέδιο, που οδήγησε στην κατασκευή ενός ναού, που υπήρξε το σημαντικότερο επίτευγμα όχι μόνο της Ιουστινιάνειας, αλλά και της βυζαντινής ναοδομίας. Στον βυζαντινό κόσμο του 5ο και 6ο αιώνα, ήταν μια περίοδος αλλαγών και μετάβασης. Ο ναός της Αγιάς Σοφιάς αποτελώντας κορυφαία εκδήλωση της πολιτιστικής κληρονομιάς της χριστιανοσύνης αλλά και της ιστορίας του Βυζαντίου επιτελεί το ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ του δομημένου περιβάλλοντος και του τοπίου με την άυλη πολιτιστική κληρονομιά, την θρησκευτική πνευματική συνέχεια της χριστιανής κοινότητας.

Καθώς η κληρονομιά του παρελθόντος είναι παντού γύρω μας, καθετί που έρχεται σε μας από το παρελθόν είναι μέρος της ιστορικής κληρονομιάς όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο  παγκόσμιας κοινότητας. Η Αγιά Σοφιά ως σύμβολο  και χώρος πολιτιστικής κληρονομιάς εκπέμπει μια πολλαπλότητα φωνών που δύναται να ακουστεί μέσα από την αποκαλυπτική δράση διαφορετικών παραστάσεων και να γίνει χώρος όπου μπορεί να λάβει χώρα ένας διηνεκής διάλογος μεταξύ των εκπροσώπων άλλων θρησκειών. Μπορεί να αφυπνίσει, εμπνεύσει και να αποτελέσει εφαλτήριο ως φορέας του νοήματος και της επικοινωνίας της πολιτιστικής κληρονομιάς.   Είναι πλέον κατανοητό ότι ο ναός της Αγιάς Σοφιάς δεν αποτελεί μόνο αντικείμενο διδασκαλίας και διάδοσης ιδεών, αλλά διαμέσου των ιδεών της χριστιανοσύνης που εκφράζει, διευκολύνει την επικοινωνία, τη συζήτηση, την ανταλλαγή απόψεων και την αλληλεπίδραση. Η απόδοση του όρου «τζαμί» στο παγκόσμιο αυτό σύμβολο πολιτισμού το φορτίζει ιδεολογικά, το ιδεολογικοποιεί.  Η μετατροπή του παγκόσμιου συμβόλου πολιτιστικής κληρονομιάς σε μουσουλμανικό χώρο λατρείας εντάσσεται στις προσπάθειες της σημερινής τουρκικής κυβέρνησης να συσπειρώσει  τον πληθυσμό του υπό την σκεπή μιας ενιαίας εθνικής θρησκευτικής ταυτότητας που περνάει, μέσα από την «παράδοση». Η αλλαγή της λειτουργίας της Αγιάς Σοφιάς έρχεται να επανασηματοδοτήσει ένα σύμβολο αποσκοπώντας στην πολιτική εκμετάλλευση της θρησκευτικής ταυτότητας του τουρκικού έθνους,  στοχεύει μέσω του νέου επιτελικού ρόλου να προωθήσει την ιδέα της μουσουλμανικής τουρκικής ταυτότητας ζητούμενο όχι μόνο της πολιτικής ελίτ του κράτους αλλά προφανώς και της πνευματικής ελίτ της Τουρκίας. Η συγκεκριμένη πολιτική επιλογή με τον ισχυρό συμβολισμό της για την χριστιανική Ευρώπη, επιζητεί την ενίσχυση των εκπροσώπων της εξουσίας του τουρκικού καθεστώτος και την κατασκευή μιας νέας πολιτικής πραγματικότητας.

Οριστική απόφαση – Οριστική δικαίωση…! Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης, Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

Οριστική απόφαση – Οριστική δικαίωση…!

 

                                                                           Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης,

Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών,

                                                    Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

 

Δημοσιεύθηκε σήμερα η με αριθμό 1541/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί των αιτήσεων διορισμού προσωρινής διοίκησης που κατέθεσαν αφενός τα 8 μέλη του απερχόμενου Δ.Σ., αφετέρου εμείς ως μέλη του απερχόμενου Προεδρείου, που συνεκδικάσθηκαν με την πρόσθετη παρέμβαση που κατέθεσαν και 17 ανεξάρτητοι συνάδελφοι. Το Δικαστήριο, δεχόμενο το επικουρικό μας αίτημα και την πρόσθετη παρέμβαση, όρισε προσωρινή διοίκηση και έκρινε ότι θα πρέπει να προκριθούν ως μέλη της οι συνάδελφοι εκείνοι, που δεν συμμετείχαν στο προηγούμενο Δ.Σ., έχοντας λάβει τη θέση του αναπληρωματικού στις τελευταίες αρχαιρεσίες, με σκοπό να προκηρύξουν και να διενεργήσουν εκλογές, που θα πρέπει να ολοκληρωθούν έως τις 30 Σεπτεμβρίου.

Η απόφαση αυτή, που όλοι οφείλουμε να σεβαστούμε, αποτελεί κόλαφο για τα 8 μέλη του απελθόντος Δ.Σ. που εμπόδισαν τις εκλογές και προσπάθησαν να καταχραστούν το περιεχόμενο της προσωρινής διαταγής, ορίζοντας αυθαίρετα ημερομηνία εκλογών πέραν της 30η Σεπτεμβρίου και σπεύδοντας χωρίς νομιμοποίηση να συναντηθούν με υπουργούς της κυβέρνησης. Το Δικαστήριο διέγνωσε ορθά ότι η συγκρότηση προσωρινής διοίκησης από τα ίδια μέλη, ενδέχεται να οδηγούσε σε «ολιγωρία» ως προς την προκήρυξη αρχαιρεσιών και σε «επ΄ αόριστον αναβολή τους», έκβαση που αποδείχθηκε ότι θα ήταν αντίθετη με τη βούληση των μελών της Ένωσής μας.

Το Δικαστήριο, με την απόφασή του, στέρησε οριστικά τη Διοίκηση της Ένωσης, από εκείνους που δε σεβάστηκαν ούτε τη βούληση εκατοντάδων συναδέλφων να γίνουν άμεσα εκλογές, ούτε τη βούλησή τους να μην οδηγηθούμε σε δικαστική περιπέτεια, όπως αποτυπώθηκε στην πρόσφατη ηλεκτρονική ψηφοφορία και άνοιξε το δρόμο για τη διενέργεια εκλογών το συντομότερο δυνατό, με απώτερο χρονικό σημείο την 30η Σεπτεμβρίου, όπως κι εμείς αλλά και οι προσθέτως παρεμβαίνοντες συνάδελφοι είχαμε ζητήσει και όχι ως τις 30 Οκτωβρίου, που είχαν ζητήσει με την αίτησή τους τα 8 μέλη του απερχόμενου Δ.Σ.

Τώρα πια υπάρχει μια προσωρινή διοίκηση που απολαμβάνει της εμπιστοσύνης όλων μας, ώστε να υλοποιήσει άμεσα την οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, να συγκροτηθεί σε σώμα και να προκηρύξει άμεσα εκλογές, που πρέπει να διενεργηθούν ως τις 30 Σεπτεμβρίου 2020, επιμελούμενη και όλες τις επείγουσες ενέργειες για την εύρυθμη λειτουργία της Ένωσής μας. Μετά από μια ταραγμένη περίοδο, η ίδια η Δικαιοσύνη οδηγεί την Ένωσή μας στο δρόμο της σύνεσης και της δημοκρατίας…

 

Για τις συναντήσεις της ανομιμοποίητης Διοίκησης της ΕΔΕ, Χρ. Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης, Χαρ. Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Π. Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

 

Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης,

Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών,

Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

 

Το Προεδρείο των 8 μελών της Προσωρινής Διοίκησης που κατέλαβε χωρίς εκλογές την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων πραγματοποίησε τις προηγούμενες ημέρες, όπως μας ενημερώνει, συναντήσεις με τον Υπουργό Δικαιοσύνης και τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης. Επαναλαμβάνουμε αρχικά ότι καμία τέτοια νομιμοποίηση δεν έχει από την προσωρινή διαταγή της Δικαστή του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία καθόρισε συγκεκριμένο πλαίσιο καθηκόντων, που περιορίζονται στις «επείγουσες διαχειριστικές πράξεις».

Κατά δεύτερο επισημαίνουμε ότι τόσο ο Υπουργός Δικαιοσύνης όσο και ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης επί ένα ολόκληρο έτος δεν συνομιλούσαν με τις αιρετές διοικήσεις των Δικαστικών Ενώσεων για θέματα ιδιαίτερα σημαντικά, όπως η μείωση των δικαστικών διακοπών, αποφασίζοντας μονομερώς και χωρίς διάλογο, ενώ αντίθετα έσπευσαν άμεσα μετά την συγκρότηση του πραξικοπηματικού Προεδρείου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων να πραγματοποιήσουν συνάντηση μαζί τους. Τέτοιου είδους συμπεριφορές όχι μόνο δηλώνουν απαξίωση της πολιτικής ηγεσίας στις εκλεγμένες Δικαστικές Ενώσεις που έχουν συνταγματική κατοχύρωση αλλά μας βοηθούν αφάνταστα στην προσπάθεια που κάνουμε να κατανοηθεί ο ρόλος που ανέλαβε να επωμιστεί ο καθένας από εμάς.

Τρίτον, από την ιδιαίτερα «διαφωτιστική» ανακοίνωση της Προσωρινής Διοίκησης πληροφορηθήκαμε ότι υπήρξε αναγνώριση του θεσμικού ρόλου μας, ότι δεν υπάρχει νομοθετική πρωτοβουλία επί του σχεδίου για τη Δικαιοσύνη που δημοσιοποίησε πριν λίγες εβδομάδες ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και ότι σε περίπτωση που ληφθεί τέτοια πρωτοβουλία θα προηγηθεί διάλογος. Τα συμπεράσματα λοιπόν που εξάγονται είναι τα εξής: Ότι το Σχέδιο που θα εισηγηθεί ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης –και τα οποίο με λεπτομέρεια παρουσίασε στο Forum των Δελφών- προς τον Πρωθυπουργό και το οποίο περιλαμβάνει διαχωρισμό των Δικαστών σε τακτικούς και επί θητεία, προαγωγές όχι με βάση την επετηρίδα αλλά με συνεχείς γραπτές εξετάσεις κατά τα πρότυπα της Σχολής Πολέμου, μείωση του αριθμού των δικαστών και κατάργηση των περιφερειακών Δικαστηρίων, συνιστά σαφή αναγνώριση του θεσμικού μας ρόλου. Συνάγεται επίσης το συμπέρασμα ότι για όλα τα παραπάνω θέματα που μπήκαν στο τραπέζι από τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης θα υπάρξει «διάλογος» με την Προσωρινή Διοίκηση. Αλήθεια σε ποια ακριβώς θέματα είναι διατεθειμένη η Προσωρινή Διοίκηση να κάνει διάλογο; Η τήρηση της Συνταγματικής επιταγής για ισοβιότητα των Δικαστικών Λειτουργών μπαίνει στο τραπέζι της συζήτησης; Είναι επίσης καινοφανές να προχωρούν σε συζητήσεις για τόσο σοβαρά θέματα, ως ψευδοεκπρόσωποι 2.500 Δικαστών και Εισαγγελέων και να μην έχουν διατυπώσει δημόσια τις θέσεις τους. Η ομάδα μας τοποθετήθηκε άμεσα την επομένη κιόλας ημέρα που δημοσιοποιήθηκαν οι απαράδεκτες δηλώσεις του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης που αποδεικνύουν τους σχεδιασμούς της επόμενης ημέρας για τη Δικαιοσύνη. Αντίθετα το Προεδρείο της Προσωρινής Διοίκησης δεν τόλμησε ούτε καν να διαμαρτυρηθεί, ούτε καν να τηρήσει τα προσχήματα. Γνωστή στάση που δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει.

Για τις εξελίξεις αυτές δηλώνουμε την έκδηλη ανησυχία μας. Ο κίνδυνος να περάσουν νομοθετικά μέτρα διάλυσης της Δικαιοσύνης στην παρούσα συγκυρία που υπάρχει η «πρόθυμη και διαλλακτική» Προσωρινή Διοίκηση, είναι περισσότερο από ορατός. Έχοντας την ηθική νομιμοποίηση από τις χιλιάδες ψήφους που λάβαμε στις τελευταίες αρχαιρεσίες της Ένωσης και οι οποίες μας έδωσαν τις πρώτες εκλόγιμες θέσεις, έχοντας την θερμή στήριξη των συναδέλφων την οποία εισπράττουμε καθημερινά στις επισκέψεις μας στα Δικαστήρια της Χώρας,  δηλώνουμε ότι η νέα Διοίκηση της Ένωσης που θα προκύψει από τις επόμενες αρχαιρεσίες ΔΕΝ θα δεχτεί να συζητήσει θέματα σαν αυτά που άνοιξε με την παρέμβασή του ο κ. Πικραμμένος, διότι θεωρούμε προσβλητική για το Δικαστικό Σώμα κάθε συζήτηση με τέτοιο περιεχόμενο. Εάν η Κυβέρνηση προχωρήσει στην υλοποίηση οποιουδήποτε από τα μέτρα που εξαγγέλθηκαν, θα βρει μπροστά της τη σφοδρή αντίδραση όλων των Δικαστών και Εισαγγελέων.

 

Δικαστήρια στην εξυπηρέτηση του επιχειρηματικού κέρδους ή Δικαιοσύνη για όλους τους πολίτες; – Χριστόφορου Σεβαστίδη, Δ.Ν. – Εφέτη

 

            Χριστόφορου Σεβαστίδη, Δ.Ν. – Εφέτη,

5 Ιουνίου 2020.

 

Ο παραπάνω αυστηρά μανιχαϊκός τρόπος που εισάγεται για συζήτηση ένα κεφαλαιώδες ζήτημα όπως ο σκοπός στον οποίο οφείλει να υποτάσσεται μία κορυφαία κρατική λειτουργία, δεν είναι ούτε υπερβολική ρητορεία ούτε εμπεριέχει κάποιου είδους ιδεολογική προκατάληψη. Αποτελεί μία ακριβή αποτύπωση της πραγματικότητας όπως αυτή διαμορφώνεται με μορφή καταιγιστική εδώ και μερικά χρόνια. Επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης του οποίου ολοκληρώθηκε η διαβούλευση με τίτλο «Ρυθμίσεις για το Ελεγκτικό Συνέδριο και διατάξεις για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης» και τελεί σε αδιάσπαστη ενότητα με το σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τίτλο «Εκσυγχρονισμός περιβαλλοντικής νομοθεσίας … και λοιπές διατάξεις», καθώς εξυπηρετεί την ίδια λογική.

Στη Γενική Συνέλευση της Ένωσής μας στις 14 Δεκεμβρίου 2019 αναφέρθηκα σε μία αντίληψη, που προσπαθεί να κερδίσει έδαφος σε πολλές κοινωνίες και απαιτεί την αξιοποίηση της Δικαιοσύνης ως μοχλού οικονομικής ανάπτυξης μιας Χώρας. Η θεωρία αυτή του συσχετισμού Δικαιοσύνης και επενδύσεων καλλιεργείται ήδη από καιρό στην ΕΕ. Ο Γιούνκερ σε μια ομιλία του για την κατάσταση της Ένωσης το 2016, η οποία εκφωνήθηκε ενώπιον του Ευρωπαϊκού  Κοινοβουλίου στις 14 Σεπτεμβρίου 2016 σημείωσε ότι «τα αποτελεσματικά συστήματα δικαιοσύνης στηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη και υπερασπίζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα». Όμοια και η Επίτροπος Viviane Reding επισήμαινε ότι η ελκυστικότητα μιας χώρας ως τόπου πραγματοποίησης επενδύσεων και ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας ενισχύεται από την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου και αποτελεσματικού συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Την ίδια λογική υπηρετούν πολλές δεξαμενές σκέψεις και διεθνείς οργανισμοί. Σε μελέτη του 2017 που εκπονήθηκε από το ευρωπαϊκό Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC) καταγράφεται συσχέτιση μεταξύ της βελτίωσης της αποδοτικότητας των δικαστηρίων και του ποσοστού ανάπτυξης της οικονομίας καθώς και μεταξύ της αντίληψης που έχουν οι ιδιοκτήτες και τα στελέχη επιχειρήσεων για την ανεξαρτησία του συστήματος της Δικαιοσύνης και της αύξησης της παραγωγικότητας. Ίδιες μελέτες με εξαγωγή όμοιων συμπερασμάτων έχουν γίνει από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τον ΟΟΣΑ, το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ και την Παγκόσμια Τράπεζα.

Ήδη από τον Ιούλιο του 2019 είχε διαφανεί μία από τις προτεραιότητες της Κυβέρνησης που ήταν η σύσταση «ειδικών τμημάτων στα δικαστήρια όπου θα εκδικάζονται ειδικού χαρακτήρα υποθέσεις (όπως επενδύσεων, εμπορικών συμβάσεων, ανταγωνισμού κ.α.) από δικαστές με αντίστοιχη εξειδίκευση» (βλ. ανάρτηση στην ηλεκτρονική σελίδα www.capital.gr της 15ης Ιουλίου 2019). Κατά την περίοδο συζήτησης του νέου αναπτυξιακού νόμου (ν. 4635/ΦΕΚ Α’ 167/30-10-2019) τέθηκε και πάλι στο τραπέζι η εξαγγελία της Κυβέρνησης, «με δεδομένο πως βασικός αποτρεπτικός παράγοντας στην διαδικασία προσέλκυσης επενδύσεων θεωρείται από όλους τους επενδυτές, ο πολύ αργός ρυθμός απονομής Δικαιοσύνης» (βλ. ανάρτηση στην ηλεκτρονική σελίδα www.dikastiko.gr της 31ης Αυγούστου 2019). Στη συνέχεια στο ίδιο θέμα αναφέρθηκε και ο Υπουργός Δικαιοσύνης ο οποίος στις 19-11-2019 μιλώντας κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. του Σ.Ε.Β. πέρα από την ιδιαίτερη αναφορά στην ενίσχυση της διαμεσολάβησης ως τρόπου επίλυσης διαφορών, ανακοίνωσε την πρόθεση του Υπουργείου «να συστήσει ειδικά τμήματα στα δικαστήρια όπου θα εκδικάζονται εθνικές και διασυνοριακές υποθέσεις ανταγωνισμού και επενδύσεων» (βλ. ανάρτηση στην ηλεκτρονική σελίδα www.topontiki.gr της 19ης Νοεμβρίου 2019). Στις 6-4-2020 η εφημερίδα «Καθημερινή» με τίτλο «Και η Δικαιοσύνη στη μάχη ανάταξης της οικονομίας» κάνει λόγο για ίδρυση ειδικών τμημάτων στα Δικαστήρια που θα δικάζουν fast track υποθέσεις σημαντικού οικονομικού ενδιαφέροντος (ανταγωνισμού, ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, προσωπικών δεδομένων, διασυνοριακού ενδιαφέροντος, εμπορικές και οικονομικού ενδιαφέροντος που διαθέτουν στοιχεία αλλοδαπότητας). Μάλιστα στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι ο νέος θεσμός «που θα συμβάλει καθοριστικά στην ανάταξη της οικονομίας… προβλέπεται να υπηρετηθεί από δικαστές έμπειρους, που είτε διαθέτουν ανάλογη εμπειρία είτε έχουν μεταπτυχιακούς ή διδακτορικούς τίτλους σπουδών. Σημαντικό στοιχείο των νέων ρυθμίσεων αποτελεί και η πρόβλεψη ώστε σημαντικά αναπτυξιακά προγράμματα να εκδικάζονται κατ’ εξαίρεση όχι μόνο από τα ειδικά τμήματα των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων, αλλά κατευθείαν και σε ανώτερο δικαιοδοτικό βαθμό…». Τέλος στην ηλεκτρονική σελίδα www.dikastiko.gr της 12ης Απριλίου 2020 δικαιολογείται ο στόχος των νέων ειδικών τμημάτων των Δικαστηρίων προκειμένου οι υποθέσεις «να δικάζονται σε χρόνους που θα καθιστούν τη χώρα «κανονική» για τους επενδυτές, δηλαδή να καταργηθεί ένας εκ των βασικών ανασταλτικών παραγόντων για την προσέλκυση επενδύσεων». Με το Σχέδιο Νόμου προβλέπεται στη Δεύτερη Ενότητα και ειδικότερα στο άρθρο 361 η συγκρότηση ειδικών τμημάτων πολιτικών δικαστηρίων. Ειδικότερα προβλέπεται η δυνατότητα να συσταθούν στα Πρωτοδικεία και Εφετεία Αθηνών και Θεσσαλονίκης ειδικά τμήματα για την εκδίκαση των αγωγών που αφορούν διαφορές από ηλεκτρονικές επικοινωνίες, ενέργεια, προσωπικά δεδομένα. Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται ότι «σε κάθε περίπτωση η εκδίκαση των υποθέσεων της παρ. 1 και η έκδοση αποφάσεων γίνονται κατά απόλυτη προτεραιότητα».

Είναι κοινός τόπος ότι στα μεγάλα Δικαστήρια της Χώρας πλάι στα ειδικά τμήματα του Ενοχικού, Εμπραγμάτου, Οικογενειακού δικαίου λειτουργούν και τμήματα Εμπορικού δικαίου που ασχολούνται με την επίλυση όλων των εμπορικών διαφορών. Στο Πρωτοδικείο Αθηνών μάλιστα λειτουργεί εκτός από το γενικό τμήμα του Εμπορικού και Ειδικό τμήμα με εξειδίκευση στα σήματα, στον ανταγωνισμό και στην πνευματική ιδιοκτησία.   Ποια είναι συνεπώς η καινοτομία που πρόκειται να εισαχθεί και τι συνέπειες θα έχει; Μέχρι σήμερα η κατανομή των δικαστικών λειτουργών στα τμήματα ενός Δικαστηρίου γίνεται αναλογικά με τον αριθμό των υποθέσεων που εισάγονται και εκκρεμούν σε κάθε διαδικασία, ώστε να μην παρατηρείται μια ιδιαίτερα μεγάλη καθυστέρηση σε κάποιο από αυτά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα. Ούτε οι ολομέλειες των Δικαστηρίων, ούτε η εκτελεστική εξουσία δεν θα μπορούσαν, χωρίς κάποια προφανή δικαιολογητική βάση, να δώσουν ιδιαίτερη προτεραιότητα στην εκδίκαση μιας συγκεκριμένης κατηγορίας υποθέσεων σε βάρος των υπολοίπων, γιατί με τον τρόπο αυτό θα εισάγονταν μια ειδική μεταχείριση κατά την απόλαυση ενός συνταγματικού δικαιώματος, όπως εν προκειμένω της παροχής έννομης προστασίας. Κατά καιρούς ο νομοθέτης επέβαλε τη συντομότερη έκδοση δικαστικών αποφάσεων, που αφορούν ωστόσο σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (π.χ. εργατικές διαφορές).

Οι επιχειρηματίες και οι επενδυτές δεν θα μπορούσαν υπό οποιαδήποτε προσέγγιση και ερμηνεία να ενταχθούν στις ευαίσθητες κοινωνικές κατηγορίες. Μετά την ικανοποίηση από τα τέλη του προηγούμενου έτους του χρόνιου αιτήματός τους (του Σ.Ε.Β., του ΕΒΕΑ) για θεσμοθέτηση εναλλακτικών μορφών επίλυσης των διαφορών, όπως η ιδιωτική διαμεσολάβηση, φαντάζει αρκετά αντιφατικό και ακατανόητο να είναι οι πρώτοι που επιδιώκουν την ταχύτερη και προνομιακή εκδίκαση των υποθέσεών τους από τα Δικαστήρια. Η απάντηση στις ανησυχίες των επενδυτών για ταχύτερη επίλυση των διαφορών τους θα μπορούσε να είναι η υποχρεωτική προσφυγή και η έκδοση πορίσματος από τις εταιρίες ιδιωτικής διαμεσολάβησης, καθώς η εναλλακτική αυτή μέθοδος απονομής δικαιοσύνης έχει προωθηθεί από τους ίδιους τους επιχειρηματίες ως ένας πολιτισμένος και γρήγορος τρόπος που παρακάμπτει την δυσκίνητη και πολλές φορές αναποτελεσματική κρατική Δικαιοσύνη.  Η έλλειψη εμπιστοσύνης στις ιδιωτικές εταιρίες διαμεσολάβησης που οι ίδιοι προωθούν και χρηματοδοτούν, θα υπέσκαπτε το κύρος που επιχειρούν εναγωνίως να τις προσδώσουν. Οι επενδυτές εξάλλου, σε αντίθεση με την πλειονότητα των πολιτών, θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να ολοκληρώσουν τις πολύωρες και δαπανηρές συζητήσεις ενώπιον των διαμεσολαβητών. Η Δικαιοσύνη οφείλει να έχει στο επίκεντρο των προτεραιοτήτων της τη μεγάλη πλειοψηφία, που στερούμενη οικονομικών πόρων, χρόνου και ειδικών συμβούλων, προσβλέπει στο Κοινωνικό Κράτος και στις δομές του.

Η δημιουργία νέων τμημάτων και η στελέχωσή τους με ανθρώπινο δυναμικό ισοδυναμεί κατά λογική ακολουθία με αποδυνάμωση των υπόλοιπων τμημάτων, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αριθμός των υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών παραμένει αμετάβλητος. Θα χρειαζόταν πιστεύω αρκετή προσπάθεια για να πείσει κανείς τον εργαζόμενο που περιμένει να δικαστεί η υπόθεσή του για μη καταβολή δεδουλευμένων, τον γονιό που περιμένει να του επιδικαστεί η μηνιαία διατροφή για τα τέκνα των οποίων έχει την επιμέλεια, τον τραυματισθέντα από τροχαίο ατύχημα που διεκδικεί την αποζημίωση για τα νοσήλια και την θεραπεία του, ότι οι υποθέσεις τους θα καθυστερήσουν ακόμα περισσότερο λόγω της αποψίλωσης των αντίστοιχων τμημάτων των Δικαστηρίων και αντιστρόφως της ενίσχυσης των νέων τμημάτων για τις επιχειρηματικές υποθέσεις.

Τα νέα τμήματα για τις επιχειρηματικές διαφορές όχι μόνο θα αποδυναμώσουν αριθμητικά τα υπόλοιπα τμήματα των μεγάλων Δικαστηρίων αλλά η Κυβέρνηση φιλοδοξεί να τα στελεχώσει με τους εμπειρότερους και τους κατέχοντες μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους δικαστικούς λειτουργούς. Ορίζει σχετικά το άρθρο 361 του παραπάνω Σχεδίου Νόμου «Στα ειδικά τμήματα της παρ. 1 τοποθετούνται με τριετή θητεία που μπορεί να ανανεωθεί, κατά προτίμηση δικαστές με εξειδίκευση ή ιδιαίτερη εμπειρία στη συγκεκριμένη κατηγορία διαφορών, η οποία προκύπτει είτε από σχετικούς μεταπτυχιακούς ή διδακτορικούς τίτλους σπουδών είτε από προγενέστερη συναφή δραστηριότητα». Πέρα από την απαράδεκτη αξιακή κατηγοριοποίηση και τον κίνδυνο ελιτισμού που ελλοχεύει σε τέτοιου είδους διαιρέσεις, ανάλογες απαιτήσεις τυπικών προσόντων δε συναντούμε σε κανένα από τα υπόλοιπα τμήματα.

Όσο κι’ αν τα Συντάγματα θέτουν στο ίδιο επίπεδο αναγνωρισμένα από δεκαετίες ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όσο κι’ αν οι διακηρύξεις διεθνών οργανισμών περί Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποφεύγουν τις ιεραρχήσεις και την προτεραιοποίηση, το Κράτος αποτελεί τον μηχανισμό για την επιβολή τους. Ανάμεσα σε πολλά ίσα δικαιώματα η πολιτική εξουσία αποφασίζει την ειδική βαρύτητα που θα προσδώσει σε καθένα χωριστά. Αρκεί ωστόσο ο καθορισμός και η επιδίωξη ενός πολιτικού προτάγματος για να μεταβάλει τον προσανατολισμό ενός ανεξάρτητου κρατικού θεσμού, όπως η Δικαιοσύνη και να του δώσει μια ορισμένη κατεύθυνση; Η έμμεση υπόδειξη για το προέχον έννομο αγαθό που είναι η επιχειρηματικότητα διαποτίζει ανακοινώσεις, ομιλίες, αρθρογραφία. Στο παραπάνω άρθρο της Εφημερίδας «Καθημερινή» αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Χωρίς τους δικαστές λένε στο Υπουργείο, δεν μπορεί να προχωρήσει ο νέος θεσμός και σημειώνουν πως οι δικαστικοί λειτουργοί πρωτίστως είναι εκείνοι που αντιλαμβάνονται και την κρισιμότητα των στιγμών και την αναγκαιότητα να αναταχθεί η οικονομία και να διευκολυνθούν οι επενδύσεις» (θυμίζει έντονα την προτροπή του Υπουργού Περιβάλλοντος προς την δημόσια διοίκηση ενόψει της κατάθεσης του πρόσφατου σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Περιβάλλοντος). Γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθεί μια κυρίαρχη συνείδηση μη επιδεχόμενη αμφισβήτησης ούτε από τους πολίτες ούτε από τους εφαρμοστές του δικαίου. Το Σύνταγμα ωστόσο που καλούνται οι δικαστικοί λειτουργοί να εφαρμόσουν, αποτελεί προϊόν ενός ιστορικού κοινωνικού συμβιβασμού  και αρνείται να μπει στη λογική συγκυριακών πολιτικών επιδιώξεων.

Επιστολή Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών

Αθήνα, 26-6-2020

Με την παρούσα θα ήθελα, καταρχήν, να ευχαριστήσω τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕνΔΕ, που με την τιμητική τους ψήφο, μου ανέθεσαν τα καθήκοντα του Προέδρου της Προσωρινής Διοικήσεως της Ένωσης, που έχει σαν κύριο έργο τη διεξαγωγή των επικείμενων αρχαιρεσιών και που συγχρόνως νομιμοποιείται στην αντιμετώπιση υποθέσεων με επείγοντα χαρακτήρα όπως ρητώς αναφέρεται στο διατακτικό της από 4-6-2020 Προσωρινής Διαταγής, που διατηρήθηκε σε ισχύ με την από 15-6-2020 νέα Προσωρινή Διαταγή της Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών. 

Στο πλαίσιο αυτό αποφασίστηκαν άμεσες θεσμικές παρεμβάσεις της ΕνΔΕ επί ζητημάτων της επικαιρότητας, δεδομένου ότι η διάρθρωση και οργάνωση του πυλώνα της Δικαιοσύνης στο Σύνταγμα είναι αναμφισβήτητη και οι θεσμικές συνταγματικές εγγυήσεις της προσωπικής και λειτουργικής Ανεξαρτησίας των Δικαστικών Λειτουργών θέτουν σαφείς κόκκινες διαχωριστικές γραμμές στις άλλες δύο εξουσίες (Νομοθετική και Εκτελεστική).

Το έργο των Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών της χώρας αποτελεί σήμερα την πιο πολύτιμη παρακαταθήκη για το νομικό μας πολιτισμό. Οι δικαστικές αποφάσεις, ως θεσμικός λόγος έκφρασης της Δικαστικής Εξουσίας, έχουν συμβάλει τα μέγιστα στην προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και στη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης και συνοχής, ενώ, συγχρόνως, η Νομολογία των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας, καθώς και όλων των Δικαστηρίων της ουσίας αποτελεί αστείρευτη πηγή νομικής γνώσης και έμπνευσης ανοίγοντας συνεχώς νέους δρόμους στη Νομική Επιστήμη.    

              Μετά τη συγκρότηση σε Σώμα της Προσωρινής Διοικήσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 και 15 παρ.1 εδ.α΄ και β΄ του Καταστατικού της Ενώσεως, στην εφαρμογή του οποίου ρητώς παραπέμπουν οι ανωτέρω Προσωρινές Διαταγές, και εν αναμονή της κρίσης της Ελληνικής Δικαιοσύνης, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων εισέρχεται, πλέον, σε τροχιά εκλογικής διαδικασίας. Οι ημερομηνίες, που επιλέχθηκαν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Προσωρινής Διοίκησης στο πρώτο αυτό προπαρασκευαστικό στάδιο (27 Σεπτεμβρίου 2020 για τις Περιφέρειες των Πρωτοδικείων εκτός από την Αθήνα και τον Πειραιά και 4 Οκτωβρίου 2020 για τις τελευταίες) αποτελούν την πλέον συναινετική, ημερολογιακά, λύση, δεδομένου ότι στις 19 Σεπτεμβρίου, ημέρα Σάββατο, θα διεξαχθούν οι εκλογές για την ανάδειξη των αιρετών Διοικήσεων των Δικαστηρίων, ενώ το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου είναι περίοδος μετακινήσεων των συναδέλφων λόγω μεταθέσεων ή τοποθετήσεων.  

Ως εκλεγμένο μέλος επί σειρά ετών στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων με την τιμητική ψήφο των συναδέλφων, γνωρίζω πολύ καλά ότι η επίτευξη των στόχων της ΕνΔΕ αποτελεί προϊόν συλλογικών διαχρονικών διεκδικήσεων και θα καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να ολοκληρωθούν με απόλυτη επιτυχία οι αρχαιρεσίες της Ενώσεως, στις οποίες εκτιμάται, πλέον, ότι θα συμμετάσχει σύσσωμο το Δικαστικό Σώμα.

Καλούμε τους συναδέλφους να συμμετάσχουν σε όλα τα στάδια της επικείμενης εκλογικής διαδικασίας.

Γιατί, αυτή η συμμετοχή είναι που θα αναδείξει στο τέλος μια Ένωση με προοπτική για το μέλλον.

 

 

Ο Πρόεδρος της Προσωρινής Διοικήσεως της ΕνΔΕ

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης

Πρόεδρος Πρωτοδικών

 

 

  

Το «επαναστατικό» σχέδιο της Κυβέρνησης για τη Δικαιοσύνη, Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη

17 Ιουνίου 2020

 

Για λίγους πλέον συναδέλφους το χθεσινό δημοσίευμα της εφημερίδας «ΕΣΤΙΑ» που αποκαλύπτει τις προθέσεις της Κυβέρνησης για τη Δικαιοσύνη ήταν κεραυνός εν αιθρία. Τα προμηνύματα είχαν έρθει εδώ και καιρό. Η ιδιωτικοποίηση της Δικαιοσύνης με τη μορφή της υποχρεωτικής ιδιωτικής διαμεσολάβησης, η παράταση του δικαστικού έτους με αναπόδραστη συνέπεια την αύξηση της δικαστικής ύλης και τέλος το Σχέδιο Νόμου για τη δημιουργία των «επενδυτικών» δικαστηρίων που μετατρέπουν τη Δικαιοσύνη από ουδέτερο κριτή σε μοχλό οικονομικής ανάπτυξης της Χώρας, σε προστάτη των επενδυτών, έδειχναν την συνολική πορεία και τους σχεδιασμούς. Για όλα αυτά είχαμε έγκαιρα επισημάνει τους κινδύνους, δώσαμε τη μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα τόσο σε επίπεδο Γενικής Συνέλευσης όσο και με άρθρα στον Τύπο και στα πολιτικά κόμματα της Χώρας.

Μιλώντας στο «Forum των Δελφών» ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, κ. Πικραμμένος, παρουσίασε το σχέδιό του για τη Δικαιοσύνη που οραματίζεται. Μια Δικαιοσύνη με διαχωρισμό των Δικαστών σε τακτικούς και επί θητεία. Με ουσιαστική κατάργηση της συνταγματικής πρόβλεψης περί ισοβιότητας και με διαρκείς εξετάσεις των τακτικών δικαστών κατά τα πρότυπα του Στρατού, με μείωση του αριθμού των δικαστικών λειτουργών, με κατάργηση της επετηρίδας. Κι’ ας μην βιαστεί κανείς να δώσει προσωπικό χαρακτήρα στις συγκεκριμένες προτάσεις του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης ή να αναρωτηθεί πως γίνεται να διατυπώνονται τέτοιες σκέψεις από έναν πρώην Πρόεδρο Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ας ψάξει καλύτερα να εντοπίσει τη χρονική συγκυρία και τους στόχους που εξυπηρετούνται.

Εδώ και μήνες ορισμένοι απεργάζονταν σχέδια ανατροπής του Προεδρείου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων γιατί η φωνή του και οι θέσεις του δεν άρεσαν στην Κυβέρνηση. Με μεθοδεύσεις και αξιοποιώντας την πλειοψηφία στο ΔΣ οδήγησαν την Ένωση σε ορισμό δοτής διοίκησης από τα Δικαστήρια, η οποία δεν θα έχει ουσιαστικό λόγο, παρά μόνο την εντολή να διενεργήσει εκλογές μετά από κάποιους μήνες. Η «νεκρή» αυτή περίοδος είναι ιδανική για να έρθουν προς ψήφιση καταιγιστικά νομοθετικά μέτρα, χωρίς καμία αντίδραση από την μεγαλύτερη Δικαστική Ένωση που αριθμεί περισσότερους από 2.500 Δικαστές και Εισαγγελείς. Κι’ αν κάναμε κριτική στον Υπουργό Δικαιοσύνης τις προηγούμενες φορές ότι δεν καλούσε τις Δικαστικές Ενώσεις για συζήτηση σε σοβαρά θέματα, που αφορούν την Δικαιοσύνη, τώρα έχει τη δικαιολογία της έλλειψης θεσμικού συνομιλητή όσον αφορά την πολιτική Δικαιοσύνη (Αλήθεια μήπως αυτό το διάστημα ο Υπουργός Δικαιοσύνης συνομίλησε με κάποια Δικαστική Ένωση για το ζήτημα αυτό;). Η επιλογή αυτής της χρονικής συγκυρίας δεν είναι τυχαία. Κανείς βέβαια δεν τρέφει αυταπάτες ότι η πλειοψηφία του ΔΣ που στάθηκε επάξια στο ρόλο του Σάντσο Πάντσα και συναίνεσε σε όλα τα προαναφερόμενα νομοθετικά μέτρα (ιδιωτική διαμεσολάβηση, παράταση του δικαστικού έτους, επενδυτικά δικαστήρια), που δεν βρήκε να πει μια κουβέντα για τις πολιτικές παρεμβάσεις στο έργο των εισαγγελικών λειτουργών στην υπόθεση των διώξεων στο Κουκάκι, ούτε για τη μείωση της χρηματοδότησης του ΤΑΧΔΙΚ, ούτε για την ανακατανομή των θέσεων στα Εφετεία, θα πράξει τώρα κάτι διαφορετικό. Αυτό που ενδιαφέρει πρώτιστα είναι η αδρανοποίηση της Ένωσης και μάλιστα για όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ώστε να προλάβουν να ψηφιστούν όλες οι «επαναστατικές μεταρρυθμίσεις».

Ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης γνωρίζει ασφαλώς ότι ορισμένα από τα μέτρα που ισχυρίζεται ότι θα εισηγηθεί στον Πρωθυπουργό, όπως ο διαχωρισμός των Δικαστών σε τακτικούς και επί θητεία ή η κατάργηση της ισοβιότητας προσκρούουν στη βασική Συνταγματική επιταγή του άρθρου 88  παρ. 1. Εσκεμμένα ωστόσο δημοσιοποιήθηκαν περισσότερο για να δημιουργήσουν ένα σοκ και ένα κλίμα πανικού στο Δικαστικό Σώμα. Να ανοίξουν μια συζήτηση στην οποία αναγκαστικά θα συμμετέχουμε όλοι. Πίσω από αυτές τις προτάσεις κρύβονται άλλες «μεταρρυθμίσεις» εύκολα υλοποιήσιμες και με πρακτικό ενδιαφέρον για την Κυβέρνηση. Η μείωση του αριθμού των δικαστικών λειτουργών σε συνδυασμό με την κατάργηση Δικαστηρίων, ένας «δικαστικός Καλλικράτης», ήταν πάντοτε στις επιδιώξεις της Κυβέρνησης. Όταν έκανα σχετική αναφορά στη Γενική Συνέλευση του περασμένου Δεκεμβρίου, ο Υπουργός Δικαιοσύνης στη δική του τοποθέτηση αρνήθηκε κατηγορηματικά την ύπαρξη τέτοιου σχεδίου. Αποδεικνύεται πλέον περίτρανα ότι μοναδική επιδίωξη είναι η λιγότερη κρατική Δικαιοσύνη και η ενίσχυση των μορφών διαμεσολάβησης. Η Δικαιοσύνη ως εμπόρευμα με όρους κόστους – οφέλους είναι ασύμφορη και πρέπει να συρρικνωθεί. Όποιο Δικαστήριο δεν φέρνει έσοδα στο Κράτος από την επιβολή χρηματικών ποινών και ενσήμων θα θεωρείται κοστοβόρο και θα καταργείται. Οι επιχειρηματίες είτε ως έμποροι της Δικαιοσύνης, ως ιδιοκτήτες Κέντρων Διαμεσολάβησης, είτε ως διάδικοι που οι υποθέσεις τους προηγούνται των άλλων υποθέσεων και δικάζονται από δικαστές με μεγαλύτερη εμπειρία και προσόντα, έχουν πάντα προτεραιότητα. Ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης ωστόσο ανησυχεί για τον κίνδυνο ιδιωτικοποίησης της Δικαιοσύνης και τούτο διότι «έφυγαν οι διαιτησίες από την Ελλάδα και πήγαν σε διαιτησίες εξωτερικού»!!! Ο ανθρώπινος παράγοντας, η εντατικοποίηση της εργασίας των δικαστών και των εισαγγελέων που έχουν φτάσει στα όρια της εξόντωσης, δεν είναι παράμετρος που υπολογίζεται. Όπως δεν υπολογίζεται και η δυσκολία των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών  να έχουν πρόσβαση στη Δικαιοσύνη. Μετά την αύξηση του κόστους με τη δημιουργία του ενδιάμεσου υποχρεωτικού σταδίου της ιδιωτικής διαμεσολάβησης, ο σχεδιασμός της κατάργησης ορισμένων Δικαστηρίων στην επαρχία θα αυξήσει ακόμα περισσότερο τις δαπάνες και θα δυσχεράνει τόσο τη μετάβαση στα Δικαστήρια όσο και την επικοινωνία του πολίτη με τον δικηγόρο του.

Στα μέτρα που «θα ταρακουνήσουν τη Δικαιοσύνη» εντάσσεται και η κατάργηση της επετηρίδας. Ένας διαχρονικός τρόπος προαγωγών στις βαθμίδες της Δικαιοσύνης που διασφαλίζει αντικειμενικότητα και αποκλείει παρεμβάσεις και αδικίες. Γι’ αυτό ποτέ καμία Δικαστική Ένωση δεν έθεσε θέμα κατάργησης της επετηρίδας, κανένας Δικαστικός Λειτουργός δεν αμφισβήτησε τη σπουδαιότητά της. Ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης κατά τη δήλωσή του «ονειρεύεται όχι μια δημοσιοϋπαλληλική καριέρα στη Δικαιοσύνη, αλλά θέλει να υπάρξει ανταγωνισμός». Με άλλα λόγια να αρχίσει να λειτουργεί η Δικαιοσύνη με όρους ιδιωτικού τομέα.  Να ανοίξουν οι πύλες της αδιαφάνειας, των παρεμβάσεων, της αναξιοκρατίας με την επιλογή «φίλων» και «αρεστών», της αδικίας, των εσωτερικών ανταγωνισμών και του αριβισμού με κάθε μέσο. Σα να μην αξιολογούνται οι Δικαστικοί Λειτουργοί κάθε χρόνο από Επιθεωρητές- Αρεοπαγίτες που κρίνουν και τα επιστημονικά προσόντα και το ήθος καθενός χωριστά, ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης έχει ένα σχέδιο «στρατιωτικοποίησης» της Δικαιοσύνης με εξετάσεις για την κρίση περί της καταλληλότητας προαγωγής κατά το πρότυπο της Σχολής Πολέμου! Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Και ελέγχεται η Δικαιοσύνη με την ανέλιξη ανθρώπων φιλικών προς την κάθε Κυβέρνηση και διαιρείται το Δικαστικό Σώμα με την επικράτηση της λογικής του ατομικού οφέλους που είναι πάνω από κάθε συλλογική προσπάθεια.

Η Κυβέρνηση φαίνεται να είναι διατεθειμένη να μας κάνει πολλές ακόμα εκπλήξεις καινοτόμων μεταρρυθμίσεων. Οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί μπορούν να αντιδράσουν συλλογικά και αποτελεσματικά μόνο μέσα από τις Ενώσεις τους. Ενώσεις μαχητικές, δραστήριες, ανεξάρτητες. Ενώσεις που οι εκπρόσωποί τους δεν έχουν προσωπικά ωφελήματα και αναδεικνύονται από τους συναδέλφους τους με δημοκρατικές διαδικασίες. Όσο γρηγορότερα η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων βγει από το σημερινό αδιέξοδο, όσο ταχύτερα αποκτήσει δημοκρατικά εκλεγμένη διοίκηση, τόσο ουσιαστικότερη θα μπορέσει να γίνει.

Οι προσωρινές διοικήσεις στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων: Μια ιστορική καταγραφή, Θεοδώρα Ντάλλη, Δικηγόρος, ΜΔΕ Δημοσίου Δικαίου

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ – ΘΕΣΜΙΚΗ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΜΕΙΟΨΗΦΙΚΟΥ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ – ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ – ΚΑΘΑΡΕΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΟΥ ΔΣ ΤΗΣ ΕΔΕ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ – ΘΕΣΜΙΚΗ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΜΕΙΟΨΗΦΙΚΟΥ ΠΡΟΕΔΡΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ – ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ Η ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ – ΚΑΘΑΡΕΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑΣ ΤΟΥ ΔΣ ΤΗΣ ΕΔΕ  

Στις 26 Μαΐου 2020 και περί ώρα 12.00 λάβαμε ηλεκτρονική αλληλογραφία στις προσωπικές μας ηλεκτρονικές διευθύνσεις  (e- mails) από εταιρεία με την ονομασία «ZEUS» περί διενέργειας ηλεκτρονικής ψηφοφορίας σχετικά με τις αρχαιρεσίες της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και παράλληλα λάβαμε ανακοίνωση του μειοψηφικού Προεδρείου της Ένωσης με οδηγίες για την εν λόγω ψηφοφορία.    

Η ενέργεια αυτή έρχεται να προστεθεί στην πληθώρα αντικαταστατικών ενεργειών του μειοψηφικού προεδρείου της ΕΔΕ και δηλώνει πλήρη έλλειψη σεβασμού στην αρχή της πλειοψηφίας και γενικότερα της δημοκρατικής αρχής, δεδομένου ότι δεν υφίσταται απόφαση του Δ.Σ. περί της διενέργειας τέτοιας ψηφοφορίας, ενώ αντίθετα έχει ληφθεί απόφαση από την πλειοψηφία των μελών του Δ.Σ. για τη διενέργεια των αρχαιρεσιών της ΕΔΕ, εκτός μεν του καταστατικού χρόνου, λόγω της πανδημίας αλλά σε σύντομο χρόνο, που θα ορίσει η προσωρινή διοίκηση, που θα ορισθεί, σύμφωνα με το νόμο, καθότι τη Δευτέρα 1-6-2020 λήγει η θητεία των μελών του νυν Δ.Σ.. Σοβαρό δε ζήτημα τίθεται και είναι ερευνητέο πως διοχετεύθηκε λίστα προσωπικών δεδομένων (e – mails) εκατοντάδων συναδέλφων Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών – μελών της Ένωσής μας σε τρίτο προς επεξεργασία και χρήση, χωρίς την συγκατάθεσή τους.  

Για το λόγο αυτό προβαίνουμε ως πλειοψηφία του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στη δημόσια δήλωση  ότι ουδέποτε το άνω αρμόδιο Συμβούλιο έλαβε σχετική απόφαση περί ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, δεν ευθύνεται έναντι οποιουδήποτε για τις συνέπειες, που τυχόν μπορεί να έχει η διενέργεια αυτή και δεν δεσμεύεται από οποιοδήποτε αποτέλεσμα της αντικαταστατικής και αδιαφανούς αυτής ενέργειας.   

Γνωστοποιούμε σε όλα τα μέλη της Ένωσής μας, ότι προσφεύγουμε άμεσα ΛΟΓΩ ΛΗΞΗΣ ΤΗΣ ΘΗΤΕΙΑΣ ΜΑΣ  ενώπιον της μόνης αρμόδιας θεσμικά Ελληνικής Δικαιοσύνης για τον ορισμό Προσωρινής Διοίκησης στην ΕΔΕ, με αποκλειστικό έργο τη διενέργεια αρχαιρεσιών στην Ένωση.

«Ταμπού» στη λειτουργία των θεσμών σύμφωνα με το νόμο δεν υπάρχουν και δεν δύνανται αυτά να εξελίσσονται σε συμμάχους της αυθαιρεσίας.

Το λόγο, πλέον, έχει ΜΟΝΟ η Ανεξάρτητη Ελληνική Δικαιοσύνη, που αποτελεί και τη μόνη εγγύηση δίκαιων και αμερόληπτων αρχαιρεσιών στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων με τη διασφάλιση της συμμετοχής ολόκληρου του Δικαστικού Σώματος στις πιο κρίσιμες εκλογές της Ένωσης από την ίδρυσή της.  

 Δεν συμμετέχουμε στην αντικαταστατική ενέργεια του Προέδρου της ΕΔΕ

ΚΑΙ  ΚΑΛΟΥΜΕ

τους συναδέλφους να πράξουν το ίδιο για να διαφυλάξουμε ό,τι δυστυχώς απέμεινε από το τρωθέν, ήδη, κύρος της Ένωσής μας .

ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ

Σαλάτας Νικόλαος, Εφέτης 

Βεργώνης Στάθης, Αντ/λέας Εφετών 

ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ

Λυμπερόπουλος Τάκης, Εφέτης

Κώνστα Ελευθερία, Εφέτης

Φούκας Δημήτρης, Πρόεδρος Πρωτοδικών

ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

Στενιώτη Μαργαρίτα, Εφέτης

Βουλγαρίδης Κων/νος, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Κομπολίτης Γρηγόρης, Ειρηνοδίκης

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΜΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΛΗΨΗΣ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΝ Ακριβής Ερμίδου, Ειρηνοδίκη Αθηνών, μέλους Δ.Σ. και Υπεύθυνης Διαχείρισης Οικονομικών της Ενδε Γεωργίου Δελή, υπ. ΔΝ Ειρηνοδίκη Αθηνών

ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΜΑΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ
ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΛΗΨΗΣ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ
ΒΕΒΑΙΩΣΕΩΝ

Ακριβής Ερμίδου, Ειρηνοδίκη Αθηνών,
μέλους Δ.Σ.   και Υπεύθυνης Διαχείρισης Οικονομικών της Ενδε

Γεωργίου  Δελή, υπ. ΔΝ Ειρηνοδίκη Αθηνών

Αθήνα, 28.5.2020


Με το απο 30.4.2020 και αριθμό πρωτ. 200 έγγραφο της ΄Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων προς τον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης, με θέμα την ανάγκη τήρησης  αναγκαίων μέτρων προστασίας μεταξύ άλλων και στην διαδικασία της λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων στα Ειρηνοδικεία προς αποφυγή του συνωστισμού λόγω της πανδημίας του κορωνοιού, η Ενδε  ζήτησε το πρώτον να εξετασθεί το ζήτημα και να ληφθεί έγκαιρα κάθε αναγκαίο μέτρο.

Προς  αναζήτηση  εφικτών λύσεων  για το ανωτέρω  σημαντικότατο ζήτημα που σύντομα θα απασχολούσε  όλα τα Ειρηνοδικεία της χώρας,  με το  απο 5.5.2020  έγγραφό μας, που αναρτήθηκε  αυθημερόν στην επίσημη ιστοσελίδα της ΕνΔΕ,   προτείναμε  την  προσαρμογή των διατάξεων του ΚΠολΔ στις νέες συνθήκες με σκοπό την αποφυγή  του συνωστισμού στους χώρους των Ειρηνοδικειακών καταστημάτων με την υιοθέτηση, επιπλέον των προβλεπόμενων στην διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, τρόπων, και της δυνατότητας λήψης  των ενόρκων βεβαιώσεων   παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων, στο Δικηγορικό γραφείο του υπερ ου εντολοδόχου, και, μετέπειτα, η κατάθεσή τους στο Δικαστικό Γραμματέα, ο οποίος θα την καταχωρεί στα οικεία βιβλία και θα της δίνει μοναδικό αριθμό, προκειμένου εν συνεχεία να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια Δίκης ,κατά τα πρότυπα συγγενών δικονομικών τάξεων. Η πρότασή μας αυτή  παρουσιάσθηκε    απο την Ενδε, μεταξύ άλλων εναλλακτικών προτάσεων,  στην σύσκεψη των θεσμικών φορέων υπό την προεδρία του Υφυπουργού Δικαιοσύνης κ. Κράνη, που έλαβε χώρα την 6.5.2020 στα γραφεία του ΔΣΑ  και εν συνεχεία ως λύση απολύτως εφικτή,  υιοθετήθηκε απο τη Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας. 

Ηδη διαπιστώνουμε ότι η ανωτέρω πρότασή μας που διευρύνει τα αρμόδια όργανα λήψης  χωρίς να  μεταβάλει το Δίκαιο των Ενόρκων Βεβαιώσεων, κατά τα κύρια χαρακτηριστικά του, έτυχε αποδοχής,από την πολιτεία , κατ΄αρχήν ως προς το βασικό ζήτημα της διεύρυνσης ,αφού σε τροπολογία που περιέχεται σε κατατεθέν την 27.5.2020  σχέδιο νόμου  του Υπουργείου Υγείας  , αναφορικά με την επαναλειτουργία των  πολιτικών Δικαστηρίων,  προβλέπεται   η  δυνατότητα λήψης ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον δικηγόρων  .. Το γεγονός αυτό και με δεδομένο ότι  κατά την κρατούσα γνώμη, η λήψη ένορκης βεβαίωσης   δεν είναι δικαιοδοτικό έργο   ,αλλα αποτελεί εξωδικαστική πράξη της εκούσιας δικαιοδοσίας, με κυριότερο χαρακτηριστικό της την έλλειψη αμεσότητας, εφόσον δεν είναι δυνατή η υποβολή ερωτήσεων από τους διαδίκους, ευελπιστούμε να αποτελέσει μια  μόνιμη μεταβολή  του Δικαίου Εγγράφων Καταθέσων Τρίτων εκτός Δίκης  . Προς την κατεύθυνση αυτή  είμαστε έτοιμοι να συμβάλλουμε για την  περαιτέρω εξέλιξή της  ,  στο πνεύμα και το σκοπό του συνόλου της προτάσεώς μας όπως παραπάνω αρμοδίως διατυπώθηκε.

 

 

ΤΟ «ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΤΟ» ΤΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑΣ ….ΣΕ «ΑΥΤΟΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ»; Γεσθημανής Π. Χατζηπαρασίδου, Εισαγγελέα Πρωτοδικών

  Γεσθημανή Π. Χατζηπαρασίδου

                                               Εισαγγελέας Πρωτοδικών

    Με αφορμή και στα  πλαίσια του δημόσιου διαλόγου που ξεκίνησε αναφορικά με τον θεσμό του « αυτοδιοίκητου»  στον χώρο της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης  θα ήθελα να επιχειρήσω, με κατά το δυνατόν ευσύνοπτο τρόπο , να σας μεταφέρω τις σκέψεις και απόψεις μου για αυτό.

Μια επισκόπηση της ιστορικής διαδρομής και της σειράς των τροποποιήσεων που έχουν δεχτεί τα άρθρα 15 και 16 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων , Δικαστικών Λειτουργών ( εφεξής Κ.Ο.Δ.Δ Λ – Ν. 1756/1988) καταδεικνύει ότι  η εκάστοτε εκτελεστική εξουσία ανάλογα με την ιδεολογία και τις αντιλήψεις που τη διέκριναν αναφορικά με την ερμηνεία και την αποτελεσματικότερη πρακτική εφαρμογή της αρχής περί ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, νομοθετούσε σχετικά με την κατάργηση ή μη του αυτοδιοίκητου της ηγεσίας των πολιτικών – ποινικών Δικαστηρίων και Εισαγγελιών , κατά το μέτρο που οι Συνταγματικές επιταγές επέτρεπαν τη  ρύθμιση του από τον κοινό νομοθέτη.

Αξιολογώντας, εκ του αποτελέσματος, τις συνέπειες που επέφεραν στη λειτουργία των Δικαστηρίων και την απονομή της Δικαιοσύνης, οι κατά καιρούς αλλαγές στον τρόπο διεύθυνσης των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών,  μεγάλο μέρος των εκπροσώπων της νομικής επιστήμης έχει  ταχθεί υπέρ της μη επιλογής και του περαιτέρω ορισμού σε θέση ηγεσίας , λειτουργού επιλεχθέντος από τον επόμενο ή και τον ανώτερο βαθμό της ιεραρχίας της πολιτικής-ποινικής δικαιοσύνης ,σε σχέση με εκείνον στον οποίο καλείται να εκτελέσει  χρέη διευθύνοντος.

Οι λόγοι για τους οποίους κρίνεται ως ορθή, κατά τη γνώμη μου, η ανωτέρω θέση επικεντρώνονται σε δυο παραμέτρους, αναφορικά κυρίως με τη διεύθυνση των εισαγγελιών. Η πρώτη παράμετρος συνίσταται  στο ότι η επιλογή και ο διορισμός από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, με όσα κριτήρια αξιοκρατίας και αν έχει λάβει χώρα, ως διευθύνοντος την Εισαγγελία Πρωτοδικών ή την Εισαγγελία Εφετών, λειτουργού  από τον επόμενο ή τον  ανώτερο βαθμό της ιεραρχίας ήτοι εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα Εφετών ή ( στη δεύτερη περίπτωση ) αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου,  θίγει κατάφωρα τη συνταγματική επιταγή ( αρθ. 87 του Συντ.) περί λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των «διοικούμενων» υπ’ αυτού εισαγγελικών λειτουργών. Γεγονός το οποίο γίνεται έτι περαιτέρω αντιληπτό δοθείσης της έλλειψης ανάλογης έκτασης , διάρθρωσης και εξειδίκευσης των αρμοδιοτήτων του θεσμού της Ολομέλειας των Εισαγγελιών σε σχέση με αυτή του οργάνου της Ολομέλειας των πολιτικών δικαστηρίων,  όπως  το τελευταίο προβλέπεται νομοθετικά και διατυπώνεται ρητά στο αρθ.  14 του  Κ.Ο.Δ.Δ Λ. Η διοίκηση δηλαδή των Εισαγγελιών ,ασκείται κατά κύριο λόγο  από τον διευθύνοντα αυτής , έχοντας αναθέσει ο κοινός νομοθέτης στην αρμοδιότητα της Ολομέλειας της Εισαγγελίας τις κάτωθι ρητές και περιορισμένες αρμοδιότητες, όπως χαρακτηριστικά ορίζονται στην παράγραφο 5 του αρθ. 14Α του Κ.Ο.Δ.Δ Λ.:  «Στην αρμοδιότητα της ολομέλειας υπάγονται: α) η κατάρτιση , συμπλήρωση, τροποποίηση αντικατάσταση ή κατάργηση διατάξεων του κανονισμού λειτουργίας της εισαγγελίας, β) η λήψη αποφάσεων για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος οργάνωσης και λειτουργίας της εισαγγελίας και απονομής της ποινικής δικαιοσύνης και γ) η κατάρτιση των τμημάτων διακοπών».  Xωρίς ουσιαστικά να υφίστανται δικλείδες ασφαλείας που να προστατεύουν από τυχόν αστοχίες ή λάθος επιλογές του διευθύνοντος και να περιφρουρούν την προσωπική ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια των εισαγγελικών λειτουργών.

Η δεύτερη παράμετρος συνίσταται στο ότι η διεύθυνση της εισαγγελίας πρωτοδικών από εισαγγελικό λειτουργό , ανωτέρου βαθμού, του στερεί τη δυνατότητα να διαχειρίζεται  «ιδιοχείρως» την άσκηση της ποινικής δίωξης των εγκλημάτων ,καθώς αυτή εκ του νόμου, κατά κύριο ρόλο, έχει ανατεθεί στον εισαγγελέα πρωτοδικών ( βλ. αρθ. 27 του ΚΠΔ – Ν. 4620/2019) , δεδομένο που από τη μια  προβάλει ως αντιφατική επιλογή, ήτοι ο διευθύνων της εισαγγελίας που είναι καθ’ ύλιν αρμόδια για την ποινική δίωξη των εγκλημάτων να μη δύναται ο ίδιος  να ασκήσει ποινική δίωξη στο όνομα και για λογαριασμό της Πολιτείας, από την άλλη αυτή η αδυναμία να ελλοχεύει κινδύνους επηρεασμού από μέρους του αναφορικά με την άσκηση ποινικής δίωξης από τους υπηρετούντες υπό τη διεύθυνσή του εισαγγελικούς  λειτουργούς.

Η έτερη θέση που έχει διαχρονικά εφαρμοστεί αναφορικά με τον τρόπο επιλογής του διευθύνοντος την Εισαγγελία, όπου αυτή προβλέπεται, είναι  της εκλογής του με μυστική ψηφοφορία από τις ολομέλειες των κατά περίπτωση εισαγγελιών ,με τους όρους και τη διαδικασία  που ορίζει το αρθ. 16 του  Κ.Ο.Δ.Δ Λ ( θεσμός του « αυτοδιοίκητου»). Επ’ αυτής αξίζει να επισημάνουμε τα εξής: Κατ’ αρχάς ο θεσμός του αυτοδιοίκητου  αποτελεί προϊόν συλλογικής απόφασης που εκπορεύεται μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες και ως εκ τούτου έχει εκ προοιμίου προβάδισμα. Ο κοινός νομοθέτης, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει μείζονα διαφάνεια και συμμορφούμενος στη ρητή εξουσιοδότηση της συνταγματικής επιταγής περί διάκρισης των εξουσιών και ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, ρύθμισε με τον παραπάνω τρόπο την επιλογή του διευθύνοντος την εισαγγελία (εκλογή με μυστική ψηφοφορία) θέλοντας να διευρύνει τη δημοκρατική νομιμοποίηση της εν γένει διαδικασίας επιλογής των ηγεσιών των πολιτικών–ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών.

Έτσι διατρέχοντας ιστορικά τον χρόνο εφαρμογής και κρίνοντας τα αποτελέσματα, αρχικά φαίνεται να επιτυγχάνεται ο σκοπός του νόμου με την καθιέρωση του θεσμού του αυτοδιοίκητου στην ηγεσία της πολιτικής δικαιοσύνης. Το θετικό αυτό αποτέλεσμα πιστώνεται ,κατά τη γνώμη μου , και στην θέσπιση ρητά θεσμοθετημένων οργάνων με συγκεκριμένες αρμοδιότητες που ασκούν έλεγχο και εποπτεία στο έργο του διευθύνοντος , τα μέλη των οποίων είναι επίσης εκλεγμένα ( βλ. τριμελές συμβούλιο διοίκησης ) , όπως επίσης στις αυξημένες αρμοδιότητες και εξουσίες της Ολομέλειας των πολιτικών δικαστηρίων αλλά και της ρητής πρόβλεψης περί προσφυγής των υπηρετούντων δικαστών κατά των πράξεων του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου .

Ωστόσο στον χώρο της Εισαγγελίας η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική.  Εν αντιθέσει με τη διάθρωση και εξειδίκευση των αρμοδιοτήτων της Ολομέλειας των δικαστών , το όργανο της Ολομέλειας των Εισαγγελιών, όπως προαναφέρθηκε και ανωτέρω ,στερείται ουσιαστικών και καίριων αρμοδιοτήτων που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την αρχή της ίσης μεταχείρισης και  ανεξαρτησίας των υπηρετούντων εισαγγελέων και να συμβάλλει  έτι περαιτέρω στην επιτάχυνση της απόδοσης της Δικαιοσύνης εν γένει.

Εντοπίζοντας αυτές τις δυσχέρειες στην ομαλή και αποδοτική λειτουργία του θεσμού του «αυτοδιοίκητου», αναφορικά με τις εισαγγελίες , και επιδιώκοντας να καλύψουν τα νομοθετικά κενά, προσβλέποντας στη δίκαιη και αξιοκρατική διεύθυνση των εισαγγελιών , εγνωσμένου κύρους εισαγγελικοί λειτουργοί επιχείρησαν, κατά το παρελθόν, να αναβαθμίσουν την Ολομέλεια της Εισαγγελίας σε θεσμό « Διευθύνουσας Ολομέλειας» , προσδίνοντάς της μέσω της κατάρτισης του κανονισμού λειτουργίας, αρμοδιότητες που άπτονταν θεμάτων διεύθυνσης πέραν αυτών που de lege lata  με νομοθετική πρόβλεψη και ρητή διατύπωση της ανέθετε ο νόμος . Επιδίωξη τους ήταν προφανώς να ορίσουν εκ των προτέρων τις αρχές και συνθήκες ανεξαρτησίας και εργασίας των εισαγγελικών λειτουργών ,ασκώντας με αυτό τον τρόπο τον ελλείποντα νομοθετικά έλεγχο στην εξουσία του διευθύνοντος την Εισαγγελία. Η ανωτέρω θέση ωστόσο έτυχε σοβαρής και εμπεριστατωμένης κριτικής με επιχείρημα ότι  επιδιώκεται  contra legem ερμηνεία των αρμοδιοτήτων της Ολομέλειας και ότι οι τελευταίες είναι περιοριστικά αναφερόμενες στον νόμο, μη δυνάμενης της Ολομέλειας  των εισαγγελικών λειτουργών να υπερκεράσει τις εξουσίες του διευθύνοντος.( βλ. Σημείωμα Εισαγ. Πρωτ.Θεσ. 4716/1997, Υπεράσπιση 1998, σελ. 393).

Ωστόσο παρελθόντος του χρόνου ,με τη δικαστηριακή ύλη διαρκώς να αυξάνεται, με την πολυνομία να εκτείνεται δυσδιάκριτα, τις μεταβολές και τις   τροποποιήσεις της νομοθεσίας και νομολογίας να απαιτούν διαρκή επαγρύπνηση και γενικότερα τους ταχείς και άκρως αποδοτικούς ρυθμούς στους οποίους καλούμαστε να ανταποκριθούμε,  φρονώ ότι ο διευθύνων  των εν λόγω εισαγγελιών πολύ δύσκολα μπορεί να ανταποκριθεί στον θεσμικό του ρόλο ώστε να κατευθύνει ορθά σε νομικό επίπεδο το έργο των συναδέλφων, χωρίς να παρεμβαίνει εννοείται επί της ουσίας των υποθέσεων, να επιτηρεί και να προΐσταται των εργασιών των δικαστικών υπαλλήλων,  να επιλύει τα ανακύπτοντα προβλήματα, να συνεργάζεται αποτελεσματικά με «εξωεισαγγελικούς» παράγοντες (Δικαστές, Δικηγόρους, Δημοτικές Υπηρεσίες κλπ) , αξιοποιώντας ισοδύναμα και αξιοκρατικά τα μέλη της εισαγγελίας, χωρίς τη διακριτική μεν αλλά ουσιαστική επικουρία από αξιοκρατικά όργανα (π.χ. τριμελές συμβούλιο διεύθυνσης, Ολομέλεια με αναβαθμισμένες αρμοδιότητες ) που θα θεσμοθετηθούν και θα λειτουργούν προς υποστήριξη του έργου του συνόλου των εισαγγελικών λειτουργών και θα ασκούν τον απαραίτητο έλεγχο στις ενέργειες του εκάστοτε διευθύνοντος.  Εξίσου δε σημαντική χαρακτηρίζεται η ύπαρξη διοικητικών ικανοτήτων στο πρόσωπο του διευθύνοντος, οι οποίες θα προκύπτουν από την αποκτηθείσα εμπειρία του σε ανάλογη θέση ,τη θεωρητική κατάρτιση αλλά και την άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση των ζητημάτων επί καθημερινής βάσεως.  Η παραμονή στην παρούσα κατάσταση προβάλλει σχεδόν ουτοπιστική  αν θέλουμε να αναβαθμίσουμε τον θεσμό του Εισαγγελέα και να μην οδηγηθούμε  σε κοντόφθαλμες και πελατειακού είδους τακτικές, εκχωρώντας αρμοδιότητες σε κάθε είδους « σχετικούς» και «έμπιστους». Μικρό δείγμα προς την κατεύθυνση  εμπέδωσης του αισθήματος της αξιοκρατίας θεωρώ τη μεταβολή που επήλθε, σε μια από τις πολλές τροποποιήσεις του άρθρου 16 του Κ.Ο.Δ.Δ Λ , με το άρθ. 6 του Ν. 2298/1995 όπου προβλέπονταν ότι : «….. στα τμήματα ή γραφεία των εισαγγελιών πρωτοδικών και εφετών που προβλέπονται από τους οικείους κανονισμούς, τοποθετούνται εισαγγελείς ή αντιεισαγγελείς πρωτοδικών και εφετών αντίστοιχα, ύστερα από έγγραφη αίτηση τους η οποία λαμβάνεται υπόψη υποχρεωτικά από τον διευθύνοντα , κατά τη σειρά αρχαιότητας των αιτούντων». Όπως επίσης ορθά έχει υποστηριχθεί ότι η θητεία των υπηρετούντων σε κάθε περίπτωση ως διευθυνόντων δεν πρέπει  να είναι μικρότερη της διετίας ούτε ανώτερη της τετραετίας.

Εν κατακλείδι οι ίδιοι οι εισαγγελικοί λειτουργοί, πρωτίστως, θα πρέπει να εγκύψουν με πλήρες αίσθημα της ανεξαρτησίας η οποία οφείλει να τους διακρίνει, με απόλυτη ελευθερία σκέψης και βούλησης και να εκφράσουν τις απόψεις και τις θέσεις τους  για τα υπηρεσιακά θέματα που τους αφορούν άμεσα και επηρεάζουν τις συνθήκες της επαγγελματικής και έμμεσα της προσωπικής τους ζωής. Οι οποιεσδήποτε απόπειρες χειραγώγησης τους θα πρέπει να παραμείνουν απρόσφορες. Στην προσπάθεια αυτή η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία καλούνται να σταθούν αρωγοί καθώς η περιφρούρηση της ανεξαρτησίας των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών συνεπάγεται αρτιότερο, ποιοτικά και ποσοτικά, επίπεδο απονομής Δικαιοσύνης για τους Πολίτες αυτού του Κράτους.

Γεσθημανή Π. Χατζηπαρασίδου

Εισαγγελέας Πρωτοδικών