Οι θέσεις που διατύπωσε η Ομάδα μας «Δικαστική Πρωτοβουλία» κατά τη συνάντηση του ΔΣ της ΕνΔΕ της 1ης Οκτωβρίου 2020 με τον Υπουργό Δικαιοσύνης

Οι θέσεις που διατύπωσε η Ομάδα μας «Δικαστική Πρωτοβουλία» κατά τη συνάντηση του ΔΣ της ΕνΔΕ της 1ης Οκτωβρίου 2020 με τον Υπουργό Δικαιοσύνης                                                                            

Αθήνα, 26-10-2020

Κατά τη συνάντηση του νεοεκλεγέντος Δ.Σ. της ΕνΔΕ της 1ης Οκτωβρίου 2020 με τον Υπουργό της Δικαιοσύνης και επί των θεμάτων, που συζητήθηκαν, όπως αυτά προσδιορίστηκαν στο με αριθμό πρωτ. 420/25-9-2020 έγγραφο της Ένωσης συμφωνήσαμε:

1) Στην επίσπευση της διαδικασίας επικαιροποίησης του σχεδίου του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών ώστε η ψήφιση του να έχει ολοκληρωθεί εντός του τρέχοντος δικαστικού έτους 2020-2021

2) Στο καθολικό αίτημα περί της αναγκαιότητας σύνταξης ενιαίου πρωτοκόλλου για την αντιμετώπιση της πανδημίας κατά τη λειτουργία των δικαστηρίων, που θα έχει θετικά αποτελέσματα σε ζητήματα εν γένει συντονισμού ενεργειών. Εξάλλου, επί του εν λόγω ζητήματος (της πανδημίας) και των τρόπων αντιμετώπισης της είχαμε δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στο προεκλογικό μας πρόγραμμα

3) Στην κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων των Ειρηνοδικών, που αποτελεί διαχρονικά πάγιο αίτημα της Ένωσης και στην προκήρυξη διαγωνισμού για την Κατεύθυνση Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών. Ο Υπουργός δεσμεύθηκε ότι η σχετική προκήρυξη θα εκδοθεί το συντομότερο δυνατόν

4) Στην ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης οικονομικών απαιτήσεων, η οποία καθυστερεί λόγω της υποστελέχωσης του σχετικού τμήματος του Υπουργείου.

5) Στην κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων των Δικαστικών Υπαλλήλων.

Ως προς τα ανωτέρω θέματα η Ομάδα μας συμφώνησε απόλυτα ότι πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητες τόσο της Ένωσής μας όσο και του αρμόδιου Υπουργείου Δικαιοσύνης.

 

Ιδιαίτερη συζήτηση διεξήχθη για:

Α) το θέμα του σχεδίου νόμου για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα και δη τον επαναπροσδιορισμό και την εκδίκαση 40.000 περίπου εκκρεμών υποθέσεων ενώπιον 30 Ειρηνοδικείων της χώρας εντός χρονικού διαστήματος ενός εξαμήνου. Τα μέλη της Ομάδας μας – υπογράφοντες την παρούσα διατυπώσαμε τη διαφωνία μας στην επίσπευση της συζήτησης αυτών των υποθέσεων σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, διότι, πλην του γεγονότος ότι δεν παρέχονται εγγυήσεις ορθής απονομής της Δικαιοσύνης και τούτο θα αποβεί εις βάρος των πολιτών, παραβιάζεται η αρχή της αυτοδιοίκησης των Δικαστηρίων λόγω της μη τήρησης των Κανονισμών Λειτουργίας των Ειρηνοδικείων. Προτείναμε, δε, ο επαναπροσδιορισμός των ανωτέρω υποθέσεων να γίνει εντός τριών ετών,   χρονικό διάστημα, το οποίο είχε προβλεφθεί ως εύλογος χρόνος περαίωσης των εκκρεμών υποθέσεων κατά το έτος 2015 με το Ν. 4336/2015. Τονίσαμε, επίσης, ότι από 1-1-2021 τα Ειρηνοδικεία της χώρας θα επιβαρυνθούν, και πάλι, ιδιαίτερα, καθότι, με σχετικό σχέδιο νόμου, του οποίου εκκρεμεί η ψήφιση, αλλάζει η αρμοδιότητα των πτωχευτικών υποθέσεων και ποσοστό περίπου 90% αυτών των υποθέσεων θα υπάγεται στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων. Εκφράσαμε, δε, τις επιφυλάξεις μας σχετικά με το γεγονός ότι με τις νέες διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα πτωχευτική ικανότητα αποκτούν και φυσικά πρόσωπα για οφειλές σε πιστωτικά ιδρύματα υπό τις προϋποθέσεις, που καθορίζονται και ότι στην πτωχευτική περιουσία υπάγεται και η πρώτη κατοικία.   Τέλος, αναφέραμε ότι ο διαχωρισμός σε «καλά» και «κακά» Ειρηνοδικεία είναι προσβλητικός για πολλούς συναδέλφους και ότι πρέπει να διερευνηθούν τα αίτια της καθυστέρησης προσδιορισμού των παραπάνω υποθέσεων, π.χ. κενές οργανικές θέσεις, μη ειδικά τμήματα, μη ορθή κατανομή των οργανικών θέσεων στα Ειρηνοδικεία κατά την αύξηση αυτών (οργανικών θέσεων) και με βάση τα εισερχόμενα δικόγραφα κλπ.

Β) την πρόταση περί νομοθετικής παρέμβασης, που θα απαγορεύει στους αφυπηρετούντες Δικαστικούς Λειτουργούς ν’ αναλαμβάνουν δημόσια αξιώματα εντός διαστήματος δύο ετών από την αφυπηρέτησή τους. Επί της πρότασης αυτής η Ομάδα μας δια της Εφέτη κ. Μαργαρίτας Στενιώτη διατύπωσε την άποψη ότι πρέπει να διαχωρίσουμε την ηθική από τη νομική διάσταση του ζητήματος. Σε νομικό επίπεδο εκφράσαμε τον προβληματισμό μας περί της συνταγματικότητας μίας τέτοιας διάταξης νόμου και κυρίως σε σχέση με τις αρχές της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, της οικονομικής ελευθερίας κλπ., απόψεις, που είχαμε εκθέσει εκτενώς και κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνελεύσεως του 2018. Σε κάθε, όμως, περίπτωση επίσημη θέση της Ένωσης μας αποτελεί η θέση, που υιοθέτησε η Γενική Συνέλευση του Σώματος το έτος 2018 περί θέσπισης της σχετικής απαγόρευσης.

Τέλος, η Ομάδα μας τόνισε την ανάγκη εκσυγχρονισμού της Δικαιοσύνης, ώστε να καταπολεμηθούν χρόνιες παθογένειές της, την ανάγκη ψηφιοποίησης της Δικαιοσύνης και την άμεση πρόβλεψη νομοθετικού πλαισίου για χορήγηση ψηφιακής υπογραφής σε Δικαστικούς Λειτουργούς και Δικαστικούς Υπαλλήλους, η αναγκαιότητα της οποίας αναδείχθηκε εντονότερα λόγω της πανδημίας.                                          

 Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, Μέλος ΔΣ της ΕνΔΕ

Κώστας Βουλγαρίδης, Εφέτης, Μέλος ΔΣ της ΕνΔΕ

Νικήτας Βελίας, Ειρηνοδίκης, Μέλος ΔΣ της ΕνΔΕ

Μάνος Φωτάκης, Ειρηνοδίκης Μέλος ΔΣ της ΕνΔΕ

 

                                                          Αθήνα, 26-10-2020

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Tα όρια της κριτικής σε βάρος δικαστικών λειτουργών και ο ρόλος των Δικαστικών Ενώσεων, Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Τα όρια της κριτικής σε βάρος δικαστικών λειτουργών 

και ο ρόλος των Δικαστικών Ενώσεων

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη, 

ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Θεμελιώδης δημοκρατική κατάκτηση είναι η ελευθερία έκφρασης του πολίτη και η ανεμπόδιστη άσκηση κριτικής. Αντικείμενο της κριτικής μπορεί να είναι οποιοσδήποτε. Ιδιαίτερη ωστόσο αξία αποκτά η κριτική όταν στρέφεται εναντίον φορέων της κρατικής εξουσίας. Όσο πιο διευρυμένο είναι το πλαίσιο της κριτικής και όσο πιο ελεύθερα ασκείται τόσο περισσότερο εμπεδωμένη είναι η Δημοκρατία στο Λαό, τόσο μεγαλύτερη νομιμοποίηση αποκτούν οι θεσμοί. Εισαγωγικά μπορούμε να ομολογήσουμε ότι ενώ είναι δυσάρεστη σε προσωπικό και ανθρώπινο επίπεδο, είναι απόλυτα αναγκαία σε επίπεδο θεσμικό. 

Στη συνήθη σύγκρουση ανάμεσα στην ελευθερία έκφρασης και στην προστασία της προσωπικότητας η στάση των κοινωνιών παραλλάσει ανάλογα με την παράδοση και τα ιστορικά βιώματα. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, το περισσότερο φιλελεύθερο στον κόσμο στα ζητήματα ελεύθερης έκφρασης και ανεμπόδιστης κριτικής, θεωρεί ότι «ο διάλογος πάνω σε δημόσια θέματα πρέπει να είναι χωρίς αναστολές, ζωηρός και ανοιχτός στα πάντα». Κάθε άποψη, κάθε ιδέα, ακόμα και η πιο εξωφρενική ή αστήριχτη, έχει τη θέση της στην αγορά των ιδεών (Χρ. Βρεττού, Η αιχμηρή κριτική ως συνταγματικό δικαίωμα, έκδ. Νομική Βιβλιοθήκη). Στην υπόθεση The New York Times v. Sullivan το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η προστασία του λόγου υπερτερεί έναντι της προστασίας της υπόληψης των δημοσίων προσώπων, εκτός από την περίπτωση της συκοφαντικής δυσφήμησης. 

Το ΕΔΔΑ σε αντίθεση με την απόλυτη προστασία που παρέχει στην ελευθερία λόγου το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, δεν παρέχει απόλυτο προβάδισμα στην εν λόγω ελευθερία αλλά εφαρμόζει την αρχή της στάθμισης των αντικρουόμενων συμφερόντων υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Παρέχεται ωστόσο τεκμήριο υπέρ της ελευθερίας του λόγου, ιδίως όταν οι ισχυρισμοί αφορούν δημόσια πρόσωπα. Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει επανειλημμένα ότι τα όρια της κριτικής κατά πολιτικών προσώπων είναι ευρύτερα από τα όρια κριτικής κατά ιδιωτών. Και ναι μεν έκρινε ότι τα περιθώρια κριτικής σε βάρος δικαστικών λειτουργών είναι στενότερα από αυτά σε βάρος των πολιτικών, διότι οι δικαστικοί λειτουργοί υπόκεινται στο καθήκον αυτοσυγκράτησης και δεν μπορούν να απαντήσουν, ενώ σε περίπτωση προσβολής της τιμής τους υπονομεύεται η δημόσια εμπιστοσύνη στην ακεραιότητα του Δικαστικού Σώματος ως συνόλου (υπoθέσεις Busuioc κατά Μολδαβίας, 12-12-2004 και Prager and Oberschlick κατά Αυστρίας, 26-4-1995), ωστόσο σε ορισμένες περιπτώσεις όταν ενεργούν υπό την επίσημη ιδιότητά τους, τα όρια κριτικής είναι σαφώς ευρύτερα σε σχέση με τους υπόλοιπους πολίτες. Στην υπόθεση Ρίζος και Ντάσκας κατά Ελλάδος (ΕΔΔΑ 27-4-2004, ΤοΣ 2007,509) το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταδίκη δημοσιογράφων σε καταβολή αποζημίωσης σε εισαγγελικό λειτουργό λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας ανακριβούς δημοσιεύματος, προσέβαλε την ελευθερία έκφρασης, καταλήγοντας ότι το συμφέρον του εισαγγελέα να προστατεύσει την τιμή και την υπόληψή του δεν υπερισχύει του συμφέροντος του κοινού για πληροφόρηση. Σε στάθμιση υπέρ της ελευθερίας του Τύπου κατέληξε το ΕΔΔΑ και σε πολλές άλλες υποθέσεις (De Haes and Gijsels κατά Βελγίου, της 24-2-1997, Kobenter and Standard Verlags GMBH κατά Αυστρίας, της 2-11-2006) που αφορούσαν κριτική σε βάρος Δικαστών από τον Τύπο. Τελευταία το ΕΔΔΑ έκρινε την υπόθεση Tolmachev κατά Ρωσίας της 2-6-2020. Ο προσφεύγων δημοσιογράφος έγραψε για μία Δικαστή ότι «έχει ντροπιάσει τον εαυτό της σε ολόκληρη τη χώρα και είμαι πεπεισμένος ότι άτομα όπως ο κ…. η κα … δεν πρέπει να έχουν δικαστικές εξουσίες. Τις χρησιμοποιούν για το προσωπικό τους όφελος και αποτελούν ντροπή για τη ρωσική δικαστική εξουσία». Για άλλη Δικαστή έγραψε  «Η εμπειρία της πρώην δικαστίνας του Επαρχιακού Δικαστηρίου L., η κα. A., που εντοπίστηκε να δωροδοκείται, αποτελεί καθιερωμένη πρακτική μεταξύ των δικαστών εδώ και πολύ καιρό …». Μετά από άσκηση αγωγών εναντίον του υποχρεώθηκε με δικαστικές αποφάσεις να καταβάλει σημαντικά ποσά αποζημίωσης λόγω των άρθρων του. Διαμαρτυρόμενος για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης, κατήγγειλε ότι στερήθηκε το δικαίωμα του να ξεσκεπάσει τη δικαστική διαφθορά. Κατά το Στρασβούργο η λειτουργία του συστήματος δικαιοσύνης εμπίπτει  στο δημόσιο συμφέρον. Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι η προστασία του δικαστή από κάθε κριτική του Τύπου δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως μέτρο που προάγει το κράτος δικαίου και έκρινε πως υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ (ελευθερία έκφρασης).

Το ελληνικό Σύνταγμα από μόνο του δεν θα μπορούσε να βάλει όρια στην κριτική. Ούτε φυσικά αυτά μπορούν να τεθούν από τους δέκτες της κριτικής, τους κρατικούς λειτουργούς. Οφείλουμε ωστόσο να αναγνωρίσουμε πως η φύση των λειτουργιών και το είδος της απασχόλησης καθορίζουν μια μικρότερη ή μεγαλύτερη αντοχή στην κριτική. Τα μέλη της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας φέρουν το βάρος της μεγαλύτερης ανεκτικότητας. Οι δικαστικοί λειτουργοί, λιγότερο συνηθισμένοι στη δημόσια προβολή, μακριά από κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, θέτουν πιο κλειστές γραμμές. Κι’ εδώ ωστόσο υπάρχουν διαφοροποιήσεις καθώς τα μέλη των Δικαστικών Ενώσεων περισσότερο εκτεθειμένα στον δημόσιο διάλογο και την αντιπαράθεση οφείλουν να δείχνουν μεγαλύτερη ανεκτικότητα. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι δικαστικοί λειτουργοί ως φορείς δημόσιας εξουσίας οφείλουν να ανέχονται την κριτική, ακόμα και την πιο επιθετική και κακόβουλη. Ένα σημείο σοβαρής παρερμηνείας, που πολλές φορές γίνεται ασυνείδητα, είναι ο αδικαιολόγητος περιορισμός των ορίων της θεμιτής κριτικής μόνο στο επίπεδο που αυτή γίνεται γενικά και αφηρημένα (πχ προς το θεσμό της Δικαιοσύνης), θεωρώντας κάθε άλλου είδους κριτική σε ατομικό επίπεδο ως «ανοίκεια επίθεση» και «προσωπική στοχοποίηση».  

Και ποιος είναι ο ρόλος των Δικαστικών Ενώσεων; Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων μέχρι και το έτος 2016 ήταν ανύπαρκτη στον τομέα αυτό. Θεωρούσε προφανώς ότι δεν εμπίπτει στα καθήκοντά της η στήριξη συναδέλφων από κριτική που δέχονταν κατά καιρούς. Η στάση της Ένωσης άλλαξε ριζικά από το Μάϊο του 2016. Εκδόθηκαν από τότε πάνω από 20 ανακοινώσεις ως απάντηση σε άδικες κριτικές από Μέσα Ενημέρωσης, Δικηγορικούς Συλλόγους, πολιτικούς, επιχειρηματίες και άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Οι Δικαστικές Ενώσεις δεν μπορούν να απαγορεύσουν το αυτονόητο συνταγματικό δικαίωμα της κριτικής, ακόμα και της άδικης. Απειλές για άσκηση ποινικών ή πειθαρχικών διώξεων σε όσους καταφέρονται κατά συναδέλφων, βρίσκονται μακριά από τις αντιλήψεις μας για τον τρόπο λειτουργίας ενός συλλογικού οργάνου, που θεωρεί την αντίθετη άποψη οξυγόνο της δημοκρατίας.  Μπορούν ωστόσο και δικαιούνται οι Ενώσεις να ασκούν κριτική στους επικριτές μας. Θεωρώ ότι θα συμφωνούσε ο καθένας στην εκτίμηση πως οι ανακοινώσεις μιας Δικαστικής Ένωσης δεν μπορούν να εκδίδονται αδιάκριτα σε κάθε περίπτωση που ασκείται κριτική σε συνάδελφο. Η υιοθέτηση μιας τυφλής συντεχνιακής λογικής θα ανέκοπτε κάθε προσπάθεια προσέγγισης της κοινωνίας και θα ακύρωνε τον εξωστρεφή προσανατολισμό των τελευταίων ετών. Η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς είναι πολλές φορές απότοκος του απομονωτισμού και της εσωστρέφειας των φορέων τους. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που πρέπει να σταθμίζονται στη λήψη μιας απόφασης κάλυψης συναδέλφων από αθέμιτη κριτική, όπως η διαφύλαξη του κύρους και της αξιοπιστίας της Ένωσης, ως συλλογικού οργάνου που εκπροσωπεί τη μεγάλη πλειοψηφία του Δικαστικού Σώματος και η προστασία της από λαθεμένες επιλογές. Υπήρχαν τέσσερις περιπτώσεις τα τελευταία χρόνια που η Ένωση επέλεξε να μην τοποθετηθεί, παρά το γεγονός πως υπήρχε αντίθετο αίτημα από ορισμένα μέλη μας. Πιστεύω ότι η εξέλιξη των γεγονότων δικαίωσε τις επιλογές μας και διέσωσε τη συλλογική αξιοπιστία. Σε κάθε περίπτωση και η απόφαση μιας Δικαστικής Ένωσης να σιωπήσει ή να τοποθετηθεί σε ένα ζήτημα που έχει δημόσιο ενδιαφέρον υπόκειται σε κριτική, ακόμα και κακόβουλη! 

Η ουσιαστική προσέγγιση του άρθρου 290 ΠΚ. Επισημάνσεις για τα ειδικά αναφυόμενα ζητήματα και διαχρονικό δίκαιο, Λάμπρου Σ.Τσόγκα, Αντεισαγγελέα Εφετών Θράκης

Αποθήκευση αρχείου (DOCX, Unknown)

Οι λαϊκές συγκεντρώσεις, το τεκμήριο της αθωότητας και η πίεση στην κρατική εξουσία, Χριστόφορου Σεβαστίδη, Δ.Ν Εφέτη- Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Οι λαϊκές συγκεντρώσεις, το τεκμήριο της αθωότητας

και η πίεση στην κρατική εξουσία

Χριστόφορου Σεβαστίδη,

Δ.Ν Εφέτη- Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Η προχθεσινή συγκέντρωση χιλιάδων πολιτών έξω από την αίθουσα του Εφετείου κατά την εκφώνηση της απόφασης στη δίκη της «ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ» άνοιξε μια συζήτηση για το κατά πόσο συνιστά αθέμιτη πίεση στους Δικαστές και κατά πόσο επηρεάζει τη δικαιοδοτική κρίση τους.

Το άρθρο 11 παρ. 1 του Συντάγματος αναγνωρίζει το δικαίωμα των Ελλήνων να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. Αποδέκτης του συνταγματικού αυτού δικαιώματος είναι η κρατική εξουσία. Κανένας περιορισμός δεν μπορεί να υπάρχει ως προς το περιεχόμενο των αιτημάτων μιας συγκέντρωσης ούτε φυσικά μπορούν οι λαϊκές συγκεντρώσεις να χαρακτηριστούν αθέμιτες. Συνηθέστερα τα αιτήματα στρέφονται προς τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία: Πολίτες έξω από τη Βουλή ή από τα Υπουργεία ζητούν κατάργηση ή τροποποίηση ή θέσπιση νομοθετικών διατάξεων. Ορισμένες φορές αποδέκτης των αιτημάτων είναι και η δικαστική εξουσία. Δεν είναι σπάνιες οι συγκεντρώσεις έξω από Δικαστήρια της Χώρας με αιτήματα την απαλλαγή ή την καταδίκη συλληφθέντων. Ο Λαός έχει δικαίωμα να εκφράζει ελεύθερα τα αιτήματά του, να ασκεί μια θεμιτή «πίεση» προς την εξουσία. Είναι άραγε η μοναδική πίεση που ασκείται στο Κράτος; Οι απαιτήσεις επιχειρηματιών για ευνοϊκές ρυθμίσεις (φορολογικές, μισθολογικές, εργασιακές) προκειμένου να παραμείνει μια επένδυση σε συγκεκριμένη Χώρα δεν συνιστούν πίεση προς την Κυβέρνηση; Η σφοδρή επιστημονική κριτική σε αποφάσεις Ανωτάτων Δικαστηρίων με σκοπό να αλλάξει η νομολογία θεωρείται αθέμιτη; Ορισμένες πιέσεις είναι σαφώς περισσότερο αποτελεσματικές γι’ αυτούς που τις ασκούν αν και λιγότερο αντιληπτές από την κοινωνία. Οι κρατικοί λειτουργοί (βουλευτές, υπουργοί, δικαστές, εισαγγελείς) έχουν τέτοια υψηλή συνταγματική θωράκιση ακριβώς για να μπορούν να ενεργούν σύμφωνα με την δική τους συνείδηση και να μην επηρεάζονται στην κρίση τους. Ζουν και εργάζονται μέσα σε μια κοινωνία ζωντανή. Μια κοινωνία με αντιτιθέμενα συμφέροντα, με συγκρούσεις, με πολύπλευρες προσεγγίσεις και αντιλήψεις. Θα ταίριαζε σε ανελεύθερο καθεστώς να απαιτεί από τον κυρίαρχο Λαό συνθήκες απομόνωσης και απόλυτης σιγής ως προϋπόθεσης για να μπορούν να λειτουργούν αποτελεσματικά οι θεσμοί. Θα ήταν μια ξεκάθαρη ομολογία αποτυχίας της Δημοκρατίας. Είναι εντελώς διαφορετικό το ζήτημα της υποχρέωσης της Πολιτείας να προστατεύει τη ζωή και την περιουσία των κρατικών λειτουργών ώστε να μπορούν ανεμπόδιστα να επιτελούν το καθήκον τους.  Η Δημοκρατία πρέπει να επιδιώκει να δημιουργήσει ενημερωμένους και συνειδητοποιημένους πολίτες. Όχι φοβισμένους και απαθείς. Πολίτες που κάνουν θαρρετά χρήση των συνταγματικών δικαιωμάτων τους. Πολίτες που αντιλαμβάνονται ότι η αδράνεια στην άσκηση δικαιώματος, η συναίνεση στον περιορισμό τους οδηγεί στη σταδιακή απονέκρωσή τους και λογίζεται ως οικειοθελής παραίτηση.

Μήπως όμως η συγκέντρωση πολιτών έξω από μια αίθουσα Δικαστηρίου παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων; Το άρθρο 7 ν. 4596/2019 που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2016/343 του Ε.Κ. και του Συμβουλίου της 9-3-2016, προβλέπει τη δυνατότητα αποζημίωσης του κατηγορουμένου προς αποκατάσταση της βλάβης την οποία υπέστη εξαιτίας της προσβολής του τεκμηρίου της αθωότητάς του «από δηλώσεις δημοσίων αρχών.. οι οποίες αναφέρονται σε εκκρεμή ποινική διαδικασία και είτε παροτρύνουν το κοινό να πιστέψει στην ενοχή του είτε προβαίνουν σε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών με την οποία προδικάζουν τη δικαστική κρίση». Δύο επισημάνσεις είναι ουσιαστικές: Πρώτον, η προστασία του τεκμηρίου της αθωότητας δεν είναι απόλυτη υπό την έννοια ότι το προοίμιο της Οδηγίας (παρ. 19) θεωρεί ότι κάμπτεται μπροστά στην ελευθερία του Τύπου και των λοιπών μέσων ενημέρωσης. Πόσο μάλλον μπροστά στο δικαίωμα διαμαρτυρίας των συγκεντρωμένων! Δεύτερον, ότι αποδέκτης της παραπάνω υποχρέωσης είναι «οι δημόσιες αρχές» και όχι ο Λαός. Θα ήταν συνεπώς αδιανόητο να ισχυριστεί κανείς παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας για το λόγο ότι πολίτες ασκούν το συνταγματικό δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης και ζητούν από τις Αρχές (Δικαστήρια) την τιμωρία συγκεκριμένων κατηγορουμένων.

Οι Δικαστές είναι οι μόνοι θεσμικά αρμόδιοι να κρίνουν μία ποινική υπόθεση σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες και εγγυήσεις. Κανένας εξάλλου δεν στερείται του φυσικού του δικαστή (άρθρο 8 Συντάγματος).  Κανείς αντίστοιχα δεν μπορεί να στερήσει το δικαίωμα της κοινωνίας να απαιτεί, να διαμαρτύρεται, να εκφράζεται ελεύθερα με τον τρόπο που αυτή επιλέγει. Δύο δικαιώματα ανεξάρτητα μεταξύ τους και πάντως όχι αλληλοαποκλειόμενα.

*Αναδημοσίευση από την ΕφΣυν της 12-10-2020 

Απάντηση επί των από 2.10.2020 και 6.10.2020 δημοσίων δηλώσεων των κκ. Δ.Φούκα και Ελ.Κώνστα, Ακριβής Ερμίδου, Ειρηνοδίκη Α΄ Αθηνών

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Επι των από 2.10.2020 και 6.10.2020  δημοσίων δηλώσεων των κκ. Δ.Φούκα και Ελ.Κώνστα

Ακριβής Ερμίδου. Ειρηνοδίκη Α’ Αθηνών

——————————————–

 Με κατάπληξη αλλά και έντονη δυσαρέσκεια έλαβα γνώση  της  από  2.10.2020   ανακοίνωσης  των  μελών   του Δ.Σ της Ενδε κ.κ Δημητρίου Φούκα  και Ελευθερίας Κώνστα  που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της ΕΔΕ και  την ιστοσελίδα   «ΔΙΚΑΣΤΗΣ» και  στην οποία αναφέρουν  ότι «ο Πρόεδρος της Ένωσης  κ. Χριστ.Σεβαστίδης  καθώς και   τα ορισθέντα από αυτόν μέλη της επιτροπής για την τροποποίηση του νόμου 3869/2010 συμφώνησαν και απεδέχθησαν την πραγματοποίηση αποσπάσεων συναδέλφων Ειρηνοδικών και την βίαιη μετακίνησή τους σε άλλα Ειρηνοδικεία, ως επίσης και την ανάθεση της εκδίκασης υποθέσεων του ως άνω νόμου στους Πταισματοδίκες». Τον ίδιο  ισχυρισμό , χωρίς ίχνος σεβασμού τουλάχιστον στην πολύχρονη γνωριμία και συνεργασία μας στο Δ.Σ της  Ενωσης , επανέλαβε ο κ.Δημήτριος Φούκας στην σημερινή από 6.10.2020 ανακοίνωσή του,  που αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της Ενωσης  σε απάντηση της από 5.10.2020 ανακοίνωσης του προέδρου  κ. Χριστ.Σεβαστίδη.

Επειδή είναι απολύτως αναληθές ότι , στην ομάδα εργασίας  που συστήθηκε με την ΥΑ 93724/φ.335/19.12.2019  με αντικείμενο τη μελέτη και την πρόταση λύσεων επί του δικονομικού πλαισίου εκδίκασης των διαφορών του ν. 3869/2010 και στην οποία , όπως είναι γνωστό  σε όλους τους συναδέλφους, συμμετείχα ως μέλος που είχε  προταθεί  από το Προεδρείο της ΕΔΕ  ως εκπρόσωπός της, τέθηκε  ως ζήτημα από εμένα ή οποιοδήποτε  άλλο μέλος της επιτροπής κάποιο από τα ανωτέρω αναληθή αναφερόμενα από τους κκ. Δ.Φούκα και Ελ.Κώνστα.

Επειδή η Ομάδα Εργασίας κατέθεσε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης το από 15.4.2020 πόρισμα για το οποίο προέβην  σε εκτενή αναφορά με τις   από 17.7.2020 και 28.7.2020 δύο δημόσιες αναρτήσεις μου στις ανωτέρω ιστοσελίδες ,όταν  κάποιες από τις συνδικαλιστικές ομάδες της Ενωσης , ανηλεώς προέβησαν σε  προσωπικές επιθέσεις εις βάρος μου, εν όψει των επερχομένων τότε  αρχαιρεσιών της Ενδε.

Επειδή  στο πόρισμα της ομάδας εργασίας ,  αναφέρεται  υπό το τίτλο   «Ενίσχυση των υποδομών και του ανθρώπινου δυναμικού των ειρηνοδικείων των περιφερειών Αθηνών και Πειραιώς» μεταξύ άλλων  τα εξής: «  … Η Ομάδα Εργασίας εισηγείται ενόψει της διαπίστωσης αυτής την τοποθέτηση του συνόλου των δόκιμων Ειρηνοδικών που θα προσληφθούν κατά τα έτη 2020, 2021 και 2022 σε Ειρηνοδικεία των πληττόμενων περιφερειών καθώς και στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, το οποίο δεν αντιμετωπίζει μεν προβλήματα στη διεκπεραίωση των αιτήσεων του Ν. 3869/2010, αλλά αναφέρει σημαντικό αριθμό επικείμενων αποχωρήσεων από την υπηρεσία….. Ο επιμερισμός των νέων ειρηνοδικών μεταξύ των περιφερειακών ειρηνοδικείων Αθηνών και Πειραιώς ως και των δύο Κεντρικών Ειρηνοδικείων Αθηνών και Πειραιώς θα πρέπει να γίνει με γνώμονα προεχόντως α) τις εκτιμούμενες αποχωρήσεις από την υπηρεσία, β) τις ανάγκες διεκπεραίωσης των εκκρεμών αιτήσεων Ν. 3869/2010 και γ) τις λοιπές εκκρεμότητες και χρεώσεις των ήδη υπηρετούντων δικαστών.»

Επειδή  είναι πλέον   αδικαιολόγητη η εμμονή του κ.Φούκα , κατόπιν της εκ μέρους μου πληροφόρησης  με τις ανωτέρω αναφερόμενες δύο δημόσιες ανακοινώσεις μου,   αναφορικά με τις εργασίες της Ομάδας Εργασίας και τις θέσεις μου σ΄αυτή, να εμφανίζει εν γνώσει του    αναληθή γεγονότα , ως αληθή, χωρίς να κατονομάζει τις πηγές πληροφόρησής του  και χωρίς να έχει διερευνήσει το βάσιμο ή μη αυτών, ενώ η  μόνη αλήθεια  είναι αυτή που αναφέρεται στο ως άνω πόρισμα της Ομάδας Εργασίας  και για την οποία αλήθεια φυσικά επικαλούμαι τις μαρτυρίες όλων των μελών της  Ομάδας Εργασίας.

Επειδή  με τους ανωτέρω αναληθείς ισχυρισμούς τους που απευθύνονται όχι μόνο εις βάρος του κατονομαζομένου Προέδρου της Ενωσης κ. Χριστ. Σεβαστίδη, αλλά σαφώς και  κατά του προσώπου  μου ,αφού  ήμουν  το μόνο μέλος του Δ.Σ της ΕΔΕ που είχα προταθεί από το Προεδρείο της  και συμμετείχα στην ανωτέρω ομάδα εργασίας, ως εκπρόσωπός της,  γεγονός που γνωρίζουν όλοι οι συνάδελφοί μου ,   οι κ.κ. Δημ. Φούκας και Ελ. Κώνστα, ευθέως πλέον προσβάλλουν την τιμή και υπόληψή μου καθώς και την  προσωπικότητά μου ως Δικαστή με 22ετή  υπηρεσία στο κλάδο μου, αλλά και ως άτομο, καθόσον  τέτοιου είδους δηλώσεις , εκφεύγουν των θεμιτών ορίων της κριτικής  και της αναγκαίας ευπρέπειας που πρέπει να επιδεικνύεται από τους δικαστικούς λειτουργούς εντός και εκτός υπηρεσίας.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω   καλώ τα μέλη του Δ.Σ της  ΕΔΕ   κκ. Δημήτριο Φούκα και Ελευθερία Κώνστα , να παύσουν να ισχυρίζονται αναληθή ,συκοφαντικά και δυσφημιστικά γεγονότα εις βάρος μου, διαφορετικά  και σε αντίθετη περίπτωση θα  αναγκασθώ να ζητήσω  νομίμως την δικαστική προστασία  της προσωπικότητάς μου, ενώ συγχρόνως θα αναγκασθώ να προσφύγω και στα αρμόδια θεσμικά όργανα  προς περαιτέρω νόμιμες ενέργειές τους.

 

Επί της από 5-10-2020 ανακοίνωσης Χρ. Σεβαστίδη, Δημήτριος Φούκας, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

Επί της από 5-10-2020 ανακοίνωσης Χρ. Σεβαστίδη

                                                                                Αθήνα, 6-10-2020

Το ύφος και το ήθος του κου Χριστόφορου Σεβαστίδη είναι γνωστό σε όλους και δεν αξίζει περαιτέρω σχολιασμού. Πρέπει, ωστόσο, να γίνουν οι εξής επισημάνσεις: α)φαίνεται ότι όταν ο κος Σεβαστίδης πιέζεται από την πραγματικότητα απαντά με ύβρεις, β)στην μακροσκελή ανακοίνωσή του, ακόμα, δεν έχει διαψεύσει αφ’ ενός ότι εδώ και μήνες ο ίδιος και τα ορισθέντα από αυτόν μέλη της επιτροπής για την τροποποίηση του νόμου 3869/2010 συμφώνησαν και απεδέχθησαν την πραγματοποίηση αποσπάσεων συναδέλφων Ειρηνοδικών και την βίαιη μετακίνησή τους σε άλλα Ειρηνοδικεία, ως επίσης και την ανάθεση της εκδίκασης υποθέσεων του ως άνω νόμου στους Πταισματοδίκες, πράγμα το οποίο απέκρυπτε από το ΔΣ και το σύνολο του Δικαστικού Σώματος, αφ’ ετέρου ότι το αίτημα για την ανακατανομή των θέσεων Προέδρων Εφετών και Εφετών ήταν αίτημα της Ένωσης και διατυπώθηκε από τον ίδιο κατά την συνάντηση του Ιουλίου 2019. Συνεπώς, ήταν εύλογες οι ευχαριστίες που εξέφρασε προς τον κο Υπουργό της Δικαιοσύνης κατά τη συνάντηση της 1-10-2020.

Τέλος, πράγματι, παρουσία τουλάχιστον δέκα από τους συμμετέχοντες στη συνάντηση, παρέδωσα στον κο Υπουργό υπόμνημα θέσεων για το μέλλον της Δικαιοσύνης, δεδομένου ότι το αντίστοιχο που παρέδωσε ο κος Σεβαστίδης δεν περιείχε καμία θέση και περιοριζόταν στην ανάγκη ελέγχου της ποιότητας του χαλκού σε συγκεκριμένη τηλεφωνική σύνδεση.

                                     Δημήτριος Φούκας                         

                            

                 Πρόεδρος Πρωτοδικών

            Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

Οι προκλήσεις Φούκα και Κώνστα συνεχίζονται και μετά τις εκλογές, Χρ. Σεβαστίδη, Δ.Ν.-Εφέτη, Προέδρου της Ε.Δ.Ε.

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη, 

ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Το μήνυμα των εκλογών της Ένωσης ήταν ηχηρό και ξεκάθαρο. Οι συνάδελφοι με συντριπτική πλειοψηφία καταδίκασαν την τακτική του διχασμού, του ψεύδους, της συκοφαντίας, της αμετροέπειας, της εξάρτησης. Επέλεξαν τον δρόμο του ορθολογισμού,  της αλήθειας, της αντικειμενικότητας. Τα μέλη του ΔΣ, Φούκας και Κώνστα, συνεχίζουν ακάθεκτα τις προκλήσεις τους. Απέστειλαν ήδη δύο ανακοινώσεις μετά τις εκλογές με απαράδεκτο περιεχόμενο. Στην πρώτη επιλέξαμε να μην απαντήσουμε για να μην συνεχιστεί το συγκρουσιακό προεκλογικό κλίμα. Εξακολούθησαν με σημερινή ανακοίνωσή τους σχετικά με τη συνάντηση με τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Θεωρώ πλέον υποχρέωσή μας να ενημερώνουμε τους συναδέλφους και να απαντάμε στην παραπληροφόρηση. Στη συνάντηση με τον Υπουργό Δικαιοσύνης στις 1 Οκτωβρίου 2020 δεν παραβρέθηκε η κ. Ελευθερία Κώνστα. Συνεπώς τα όσα αναφέρει στη σημερινή επιστολή που την συνυπογράφει δεν τα γνωρίζει η ίδια. Σύρεται προφανώς από όσα ο «αξιόπιστος» κ. Φούκας της μετέφερε. Ο τελευταίος επιβεβαιώνει με την επιστολή του την διαπίστωση ότι «το γαρ πολύ της θλίψεως γεννά παραφροσύνη». Κατασκεύασε μόνος του ένα σενάριο ότι το Προεδρείο «συμφώνησε και συναποδέχθηκε την πραγματοποίηση αποσπάσεων Ειρηνοδικών και την ανάθεση της εκδίκασης υποθέσεων στους Πταισματοδίκες», όπως και ότι « η ανακατανομή των θέσεων Προέδρων Εφετών και Εφετών ήταν αίτημα της Ένωσης» και «ενημερώνει» μάλιστα τους συναδέλφους για τις διαπιστώσεις του, ώστε είναι να απορεί κανείς με το θράσος του και τον επαγγελματισμό του στο ψέμα. Στο αποκορύφωμα της έξαψης και του παραλογισμού του καταλογίζει στο Προεδρείο ότι «στήριξε τις συμφωνίες της πολιτικής εξουσίας και των θεσμών- δανειστών»!!!.  Το Προεδρείο της Ένωσης υποστήριξε όσα ακριβώς περιέλαβε στον κατάλογο των αιτημάτων προς το Υπουργείο, ο οποίος δόθηκε άμεσα στη δημοσιότητα. Κρυφές συμφωνίες και διαπραγματεύσεις κάτω από το τραπέζι είναι συνήθειες του κ. Φούκα και της διαλυμένης πλέον ομάδας του.  Αξία έχει να σημειωθεί ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της συνάντησης με τον Υπουργό και τα στελέχη του Υπουργείου, που διήρκησε περίπου μιάμιση ώρα, ο κ. Φούκας δεν έκανε απολύτως καμία παρέμβαση ούτε έλαβε τον λόγο. Στο τέλος της συνάντησης και ενώ είχαμε αποχωρήσει από την αίθουσα, επέλεξε να δει κατ’ ιδίαν τον Υπουργό και να του εγχειρίσει ένα έγγραφο με τις θέσεις του, σα να εκπροσωπούσε αυτός την Ένωση! 

Επιχειρήσαμε από τις πρώτες ημέρες ανάληψης του Προεδρείου να λειτουργήσουμε συναινετικά. Στην πρώτη μας Ανακοίνωση δεσμευτήκαμε να μην λειτουργήσουμε εκδικητικά. Προσκαλέσαμε στις συναντήσεις με την ηγεσία του Αρείου Πάγου και με τον Υπουργό Δικαιοσύνης ολόκληρο το νέο ΔΣ. Αναρτούμε στην ηλεκτρονική σελίδα της Ένωσης κάθε επιστολή συναδέλφου. Επιλέξαμε να μην οξύνουμε τους τόνους και να μην απαντάμε στις πρώτες επιστολές «πίκρας και χολής» της μειοψηφίας διότι τις θεωρούσαμε απόνερα της συντριβής τους. Δεν θα δεχτούμε όμως συκοφαντίες και ψεύδη. Θα ενημερώνουμε άμεσα τους συναδέλφους για τις εξελίξεις και τις επίσημες θέσεις της Ένωσης. 

 

Μεταρρυθμίσεις και Απορρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη, Χρ. Σεβαστίδη, Δ.Ν. – Εφέτη, Προέδρου της Ε.Δ.Ε.

Μεταρρυθμίσεις και Απορρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη,

Δ.Ν. – Εφέτη,

Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Η εξελικτική πορεία των πολιτικών θεσμών αφήνει βαθιά το αποτύπωμά της στην οργάνωση και λειτουργία της Δικαιοσύνης. Οι επιδράσεις είναι  ανεπαίσθητες σε περιόδους κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας και περισσότερο έντονες στις κρίσιμες μεταβατικές εποχές αναδιαμόρφωσης της οικονομικής βάσης.  Οι απαιτήσεις της κυρίαρχης τάξης μετουσιώνονται σε πολιτικά προτάγματα που καθορίζουν στη συνέχεια τον προσανατολισμό και τις στοχεύσεις των κρατικών θεσμών (Δικαιοσύνης, Δημόσιας Διοίκησης, Σωμάτων Ασφαλείας).

Η Δικαιοσύνη σε μια καθορισμένη ιστορική περίοδο έλαβε τη μορφή του δημόσιου αγαθού, προσιτή στους πολίτες, προορισμένη κατά το Σύνταγμα να υπηρετεί το Λαό. Οι αδυναμίες και οι ελλείψεις, που παρατηρούνται στη λειτουργία της, αποτελούν τις περισσότερες φορές σαφή ένδειξη του μειωμένου κρατικού ενδιαφέροντος για στήριξή της. Οι προτάσεις βελτίωσης των συνθηκών απονομής της Δικαιοσύνης σκοντάφτουν πάντοτε στην απροθυμία του Κράτους να αυξήσει τα κονδύλια του προϋπολογισμού τα οποία επιτρέπουν την οριακή επιβίωσή της. Δικαστικές αίθουσες με ελλιπή συντήρηση και χωρίς θέρμανση τον χειμώνα, ανεπαρκές δίκτυο τηλεφωνίας και internet ακόμα και στα μεγαλύτερα Δικαστήρια της Χώρας, υποστελέχωση της γραμματείας σε ποσοστό πάνω από το 30%, απραγματοποίητες υποσχέσεις για σύσταση δικαστικής αστυνομίας –μιας υπηρεσίας πραγματογνωμόνων που θα συνεπικουρεί τους δικαστές και εισαγγελείς στο έργο τους- είναι μόνιμες διαπιστώσεις διαχρονικά ενταγμένες στον κατάλογο των αιτημάτων των Δικαστικών Ενώσεων προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Χωρίς την ικανοποίηση των πρωτευουσών αναγκών τα μεγαλεπήβολα «μεταρρυθμιστικά» σχέδια που προωθούνται το τελευταίο διάστημα από την Κυβέρνηση και προπαγανδίζονται από τον Τύπο όχι απλά κρύβουν τα πραγματικά προβλήματα αλλά επιχειρούν να προσδώσουν σε έναν κορυφαίο κρατικό θεσμό το ρόλο της θεραπαινίδας των επενδυτικών συμφερόντων. Η επιμονή να προωθηθεί η πολυδάπανη υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση τον περασμένο Νοέμβριο αντί να υιοθετηθεί το ολοκληρωμένο σχέδιο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων για τη δικαστική μεσολάβηση, αδάπανη για τους πολίτες και αδιάβλητη στην ουσία της, ήταν ένα πρώτο δείγμα για την πορεία που θα έπαιρναν τα πράγματα. Ακολούθησε η ίδρυση ειδικών τμημάτων στα Δικαστήρια για επενδυτικές διαφορές με υποχρεωτική αποψίλωση των υπόλοιπων τμημάτων από Δικαστές που δικάζουν τις διαφορές των πολιτών. Παρουσιάστηκε ως καινοτομία από το Υπουργείο Δικαιοσύνης η λεγόμενη «τεχνητή νοημοσύνη» για την οποία έγκαιρα επισημάναμε σε άρθρο μας ότι συνιστά ένα επικίνδυνο εργαλείο με πολλαπλές χρήσεις στα χέρια ιδιωτικών εταιριών, αφού θα μπορεί δυνητικά να καθοδηγεί και να εκφοβίζει δικαστικούς λειτουργούς, ενώ ταυτόχρονα καταργεί την αρχή της νομιμότητας και την αρχή του φυσικού δικαστή, υποτάσσει το τεκμήριο της αθωότητας σε αδιαφανείς διαδικασίες, αναπαράγει στερεότυπα και προκαταλήψεις, παραβιάζει την ίδια τη Συνταγματική πρόβλεψη για δικαίωμα δίκαιης δίκης ενώπιον δικαστών, άρα ενώπιον φυσικών προσώπων και αξιοποιείται από ιδιωτικές εταιρίες και Κράτη που θέλουν να υποκαταστήσουν την ανεξάρτητη, απρόβλεπτη και άρα επικίνδυνη ανθρώπινη σκέψη με ελεγχόμενες ψηφιακές πλατφόρμες και λογισμικά που οδηγούν σε δεδομένα αποτελέσματα. Πρόσφατα κατατέθηκε το σχέδιο της επιτροπής Πισσαρίδη με το ενδιαφέρον μονόπλευρα στραμμένο στην προστασία που παρέχει το δικαστικό σύστημα στους επενδυτές και με προτάσεις για δημιουργία δικαστών manager οι οποίοι «θα ικανοποιούν τους φιλόδοξους στόχους που θα τους τεθούν» από την Κυβέρνηση!

Οι μεταρρυθμίσεις που εντατικά προετοιμάζονται και σταδιακά επιβάλλονται συνιστούν απορρυθμίσεις ενός Κοινωνικού Κράτους όπως το γνωρίσαμε μεταπολεμικά και το οποίο αποχαιρετήσαμε στην αυγή του 21ου αιώνα. Οι απαιτήσεις των αγορών για λιγότερο Κράτος, που ξεκίνησαν με τις ιδιωτικοποιήσεις τομέων της δημόσιας διοίκησης, αμφισβητούν πλέον φανερά τον σκληρό πυρήνα της κρατικής λειτουργίας. Η «λιγότερη» κρατική Δικαιοσύνη θα διέπεται από τη λογική κόστους – οφέλους (όπως η πρόταση του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης για κατάργηση μικρών περιφερειακών Δικαστηρίων και μείωση του αριθμού των Δικαστών), με επαναχάραξη του συνταγματικού προσανατολισμού της, κατάργηση της τυπικής της ουδετερότητας και της παραδοσιακής αποστολής της και αξιοποίησή της ως χρήσιμου εργαλείου για την προώθηση των επιχειρηματικών συμφερόντων και του μεγάλου ιδιωτικού κέρδους.

*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Καθημερινή της 4ης Οκτωβρίου 2020

Σχετικά με την συνάντηση του Δ.Σ. της ΕνΔΕ με την ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης την 1-10-2020, Δημ. Φούκα, Πρ. Πρωτοδικών, Ελ. Κώνστα, Εφέτη

 

                                                                                Αθήνα, 2-10-2020

Κατά τη συνάντηση του διοικητικού συμβουλίου της ΕνΔΕ με τον κο Υπουργό της Δικαιοσύνης και τον κο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου, που πραγματοποιήθηκε την 1-10-2020, ο Πρόεδρος της ΕνΔΕ υπέβαλε κατάλογο θεμάτων, επί των οποίων έγινε συζήτηση.

Τα θέματα που τέθηκαν από το προεδρείο της Ένωσης χαρακτηρίζονται -επιεικώς- ως «χαμηλής πολιτικής» και δεν άπτονται στο ελάχιστο των σοβαρών θεμάτων της Δικαιοσύνης, περιορίζονται δε στην ενημέρωση της ένωσης σχετικά με τον ρυθμό εκκαθάρισης των απαιτήσεων συναδέλφων από χρονοεπιδόματα και οικονομικές προαγωγές, για την οποία αρκούσε η τηλεφωνική επικοινωνία με την αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου και στην ταχύτητα του internet στην περιοχή της Κυψέλης. Για την επιλογή της θεματολογίας αυτής το προεδρείο της Ένωσης οφείλει εξηγήσεις στους συναδέλφους.

Αναμφισβήτητα, το σημείο της συνάντησης με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον ήταν εκείνο κατά το οποίο οι συμμετέχοντες ενημερωθήκαμε ότι το Προεδρείο της Ένωσης, ο Πρόεδρός της και τα ορισθέντα από αυτόν μέλη της επιτροπής για την τροποποίηση του νόμου 3869/2010 συμφώνησαν και απεδέχθησαν την πραγματοποίηση αποσπάσεων συναδέλφων Ειρηνοδικών και την βίαιη μετακίνησή τους σε άλλα Ειρηνοδικεία, ως επίσης και την ανάθεση της εκδίκασης υποθέσεων του ως άνω νόμου στους Πταισματοδίκες, πράγμα το οποίο ο Πρόεδρος της Ένωσης και τα μέλη του προεδρείου του απέκρυπταν επί μήνες από το ΔΣ και το σύνολο του Δικαστικού Σώματος. Επίσης, ενδιαφέρουσα ήταν η εκ μέρους του Προέδρου αναγνώριση ότι η γενομένη ανακατανομή των θέσεων Προέδρων Εφετών και Εφετών ήταν αίτημα της Ένωσης και διατυπώθηκε από τον ίδιο κατά την συνάντηση του Ιουλίου 2019 και η έκφραση ευχαριστιών προς τον Υπουργό για την ικανοποίηση των αιτημάτων που είχαν περιληφθεί στο σχετικό υπόμνημα.

Επειδή τα ανωτέρω ήταν για εμάς αναμενόμενα, επειδή θεωρούμε απαράδεκτο οι συμφωνίες που συνήφθησαν μεταξύ της πολιτικής εξουσίας και των θεσμών-δανειστών, με την στήριξη του Προέδρου της Ένωσης, ερήμην όμως του Δικαστικού Σώματος, να οδηγούν στην βίαιη ανατροπή της υπηρεσιακής και οικογενειακής ζωής των συναδέλφων, επειδή δεν εκπροσωπούμε κανέναν παρά μόνο τους συναδέλφους μας και επειδή έχουμε την άποψη ότι στις συναντήσεις αυτού του επιπέδου η ΕνΔΕ οφείλει να προωθεί στόχους και αιτήματα που θα βελτιώσουν την απονομή της δικαιοσύνης, υποβάλαμε υπόμνημα με τις εξής κύριες θέσεις:

α)ενημέρωση της ΕνΔΕ επί του υφισταμένου σχεδίου ΚΟΔΚΔΛ, εξέτασή του και αποστολή σχολίων από τα μέλη του ΔΣ της ΕνΔΕ,

β)αναμόρφωση του συστήματος ενδίκων μέσων σε πολιτική και ποινική δίκη ώστε να αποφεύγεται η άσκοπη χρήση τους, ενδεχομένως με τον περιορισμό των λόγων αναίρεσης και την εισαγωγή θεσμών όπως η προδικαστική έρευνα της βασιμότητας του ενδίκου μέσου και περαιτέρω εξέτασή του κατ’ ουσίαν εφόσον κριθεί πιθανή η ευδοκίμησή του,

γ)εφαρμογή του θεσμού της πιλοτικής δίκης στην πολιτική δίκη,

δ)κατάργηση της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων με την μορφή που ισχύει σήμερα και αντικατάστασή της από μία διαδικασία έκδοσης διαταγών ασφαλιστικών μέτρων από τον αρμόδιο Δικαστή αντί αποφάσεων,

ε)αντικατάσταση της εκδόσεως δικαστικής αποφάσεως με την έκδοση πράξεως σε όσες διαδικασίες είναι αυτό δυνατό, όπως στη διαδικασία καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας στις απαλλοτριώσεις, κατόπιν αίτησης του δικαιούχου της αποζημίωσης ή του αρμόδιου φορέα της απαλλοτρίωσης,

στ)Ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας με την μετατροπή των Ειρηνοδικείων σε Δικαστήρια ειδικών διαδικασιών,

ζ)επέκταση και στήριξη των εναλλακτικών μορφών επίλυσης των διαφορών, ιδίως της διαμεσολάβησης. Ειδικά ως προς την επερχόμενη τροποποίηση του Ν. 3869/2010, πρόβλεψη σταδίου υποχρεωτικής διαμεσολάβησης πριν την συζήτηση της αιτήσεως,

η)αναδιάρθρωση του θεσμού της ανάκρισης και οργάνωσή της υπό μορφή ενιαίου τμήματος, το οποίο θα είναι αρμόδιο για το σύνολο των ανακριτικών υποθέσεων, με σκοπό τον καλύτερο συντονισμό της έρευνας και του ανακριτικού έργου, την αποφυγή αλληλοεπικαλύψεων και την βέλτιστη διαχείριση συναφών υποθέσεων, με πιθανή χρέωση υποθέσεων σε περισσότερους από έναν ανακριτές, ανάλογα με τον βαθμό δυσκολίας και την πολυπλοκότητα ή την συνάφεια μεταξύ των.

 

      Δημήτριος Φούκας                          Ελευθερία Κώνστα

 

   Πρόεδρος πρωτοδικών                               Εφέτης

      Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ                                 Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

Σχετικά με την συνεδρίαση του Δ.Σ. της ΕνΔΕ της 19-9-2020, Ελευθερία Κώνστα, Εφέτης, Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ, Δημήτριος Φούκας, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

Σχετικά με την συνεδρίαση του Δ.Σ. της ΕνΔΕ της 19-9-2020

                                                                                Αθήνα, 23-9-2020

Κατά τη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕνΔΕ, της 19-9-2020, υπεβλήθη το με αριθμό πρωτοκόλλου 191/19-9-2020 αίτημα εκδόσεως ανακοίνωσης στήριξης συναδέλφων και καταδίκης κακόβουλων δημοσιευμάτων, καθώς κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 14ης και της 18ης του τρέχοντος μηνός, σε μερίδα του ηλεκτρονικού τύπου υπήρξαν δημοσιεύματα προσβλητικά για την προσωπικότητα συναδέλφων, υποψηφίων στις πρόσφατες εκλογές της ΕνΔΕ, ενώ με έτερα δημοσιεύματα επιχειρήθηκε «δολοφονία χαρακτήρα» συναδέλφου, υποψηφίου για την θέση του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παρά το ότι οι ενέργειες αυτές προσβάλλουν το κύρος της Δικαιοσύνης και των Λειτουργών της και συνιστούν απόπειρα παρέμβασης ακόμα και στο θεσμό της αυτοδιοίκησης των Δικαστηρίων, ο πρόεδρος της ΕνΔΕ αρνήθηκε την εισαγωγή του θέματος προς συζήτηση με την πρόφαση ότι αντικείμενο της συνεδρίασης ήταν μόνο η συγκρότηση προεδρείου. Επίσης, αρνήθηκε την έκδοση δελτίου τύπου, χωρίς να ερωτηθούν τα λοιπά μέλη του Γραφείου Τύπου και χωρίς να παράσχει οποιαδήποτε αιτιολόγηση. Ακολούθως, με αφορμή άρθρο του μέλους του δ.σ. κου Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη και την αποστολή του στους συναδέλφους με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ο πρόεδρος της ΕνΔΕ γνωστοποίησε στα μέλη του δ.σ. την απόφασή του να απαγορεύσει την αποστολή με newsletter, μέσω της ΕνΔΕ, των άρθρων και παρεμβάσεων των λοιπών μελών του δ.σ., δυνατότητα που διατηρείται μόνο για το προεδρείο.

Οι ενέργειες αυτές συνιστούν σαφή ένδειξη του τρόπου με τον οποίο ο πρόεδρος αντιλαμβάνεται την λειτουργία της ΕνΔΕ και ταυτόχρονα γυρίζουν την Ένωση σε εποχές προ του 2016, όταν πετύχαμε την επί ίσοις όροις διακίνηση όλων των απόψεων, όλων των μελών της. Είναι βέβαιο ότι αυτού του είδους οι πρακτικές, που σκοπεύουν στην λογοκρισία και την φίμωση των μη αρεστών στον πρόεδρο, αποδοκιμάζονται από την συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων και τελικά παράγουν αποτελέσματα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα.

 

  Δημήτριος Φούκας                          Ελευθερία Κώνστα

 

Πρόεδρος Πρωτοδικών                               Εφέτης

    Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ                                 Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ