Μοιραίες συγκρίσεις (ένα σχόλιο για τη νέα απαγόρευση των συναθροίσεων), Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη,

ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Η γενική απαγόρευση των συναθροίσεων κατά την επέτειο του Πολυτεχνείου με διαταγή του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. επικρίθηκε από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων ως κατάφωρα αντισυνταγματική. Σφοδρή κριτική ασκήθηκε από πολλούς πανεπιστημιακούς καθηγητές, από τη Διεθνή Αμνηστία, από την Ελληνική Ένωση για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Προχθές εκδόθηκε όμοια απόφαση απαγόρευσης των συναθροίσεων σε όλη την Επικράτεια για την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Τα συνταγματικά εμπόδια φαίνεται ότι υποχωρούν στην διάθεση επιβολής ενός νέου δόγματος που επιθυμεί να προσλάβει τον χαρακτήρα μιας παγιωμένης πρακτικής και αδιαφορεί για την επιστημονική άποψη όσο τεκμηριωμένη κι’ αν είναι. Αυτή συνήθως καταδικάζεται, μεθοδευμένα διαστρεβλώνεται και απαξιώνεται την επομένη ημέρα με κριτήρια πολιτικής σκοπιμότητας.  Ούτε και οι συλλήψεις δικηγόρων που συμμετείχαν στη χθεσινή επέτειο στέκονται ικανές να διαφοροποιήσουν τη συνολική αντίληψη για τον τρόπο συμμόρφωσης της διοίκησης στις συνταγματικές επιταγές. Δεν υπάρχει επομένως κανένας λόγος να κουράσω με περιττές επαναλήψεις νομικών επιχειρημάτων.

Είναι όμως αρκετά χρήσιμο να γίνουν κάποιες συγκρίσεις που αναδεικνύουν το διαφορετικό επίπεδο λειτουργίας της αστικής δημοκρατίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Γαλλία χρησιμοποιείται πολλές φορές ως παράδειγμα Κράτους που βρίσκεται ψηλά στην πυραμίδα της ανάπτυξης, ως υπόδειγμα Δημοκρατίας, ως πρότυπο μεταρρυθμίσεων και αναγκαίων αλλαγών σε όλους τους τομείς. Την προηγούμενη εβδομάδα η Γαλλία δονούνταν από διαδηλώσεις στο Παρίσι, στη Λιλ, στη Ρεν, στο Στρασβούργο, αντιδρώντας στο σχέδιο Νόμου της Κυβέρνησης για τη «συνολική ασφάλεια». Ο αριθμός των συγκεντρωθέντων υπολογίστηκε από τους διοργανωτές σε 200.000 στο Παρίσι και 500.000 στο σύνολο της χώρας και ήταν αναμφισβήτητα από τις πιο μαζικές συγκεντρώσεις των τελευταίων ετών. Καμία προληπτική απαγόρευση των συγκεντρώσεων δεν υπήρξε παρά το γεγονός ότι λόγω του όγκου τους ήταν προφανώς αδύνατο να τηρηθούν μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Υπάρχει μήπως αδιαφορία της Γαλλικής Κυβέρνησης για την εξάπλωση της πανδημίας ή οι Γάλλοι έχουν πληρώσει μικρότερο τίμημα σε ανθρώπινες ζωές; Τα ερωτήματα βεβαίως είναι ρητορικά και δεν περιμένουν απάντηση. Οι κληρονόμοι του 1789 έμαθαν ωστόσο καλά τη σπουδαιότητα διαφύλαξης και προστασίας του Συντάγματος ως πυλώνα της Δημοκρατίας. Καταλαβαίνουν ότι πίσω από την εμπροσθοφυλακή των διοικητικών απαγορεύσεων και της υπέρμετρης καταστολής προχωράει αργά αλλά σταθερά η διάβρωση του Κράτους Δικαίου, η συνήθεια στην εξαίρεση του κανόνα. Σε ιστορικά κρίσιμες εποχές η διαχείριση των έκτακτων καταστάσεων από τη διοίκηση δεν αντιμετωπίζεται με γενικές και καθολικές απαγορεύσεις συνταγματικών κανόνων αλλά οφείλει να ακολουθεί έναν δρόμο εξισορροπητικό τηρώντας απαρέγκλιτα τις βασικές θεσμικές εγγυήσεις.

Η περίοδος της πανδημίας –εποχή σκληρής δοκιμασίας για την ανθρωπότητα- κρύβει τον κίνδυνο μιας μόνιμης διολίσθησης στο δίκαιο της ανάγκης, μιας υποταγής στην αρχή ex facto oritur ius, της οριστικής υποχώρησης από συλλογικές κατακτήσεις δύο αιώνων, μιας οικειοθελούς και μοιρολατρικής παραίτησης του κυρίαρχου Λαού από τα δικαιώματά του.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ Ν. 4745/2020 (ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ) ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΕΞΟΔΟΥ, Μαργ. Στενιώτη, Νικ. Βελία, Ειρηνοδίκη, Μ. Φωτάκη, Μέλη Δ.Σ. της ΕΔΕ

                 ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ Ν. 4745/2020 (ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ) ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΕΞΟΔΟΥ

 

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης

Νικήτας Βελίας, Ειρηνοδίκης

Μάνος Φωτάκης, Ειρηνοδίκης

Μέλη Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Α) Κατά την πρώτη συνεδρίαση του νέου Δ.Σ. της Ένωσής μας, στις 19-9-2020, με απόφαση του Προεδρείου, συστάθηκε, για πρώτη φορά στα χρονικά της Ένωσης, «Επιτροπή Ειρηνοδικών». Το άρθρο 21 του Καταστατικού της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων προβλέπει τη συγκρότηση «ειδικών» επιτροπών, στις οποίες το Διοικητικό Συμβούλιο αναθέτει τη μελέτη επιστημονικών ή άλλων θεμάτων που ενδιαφέρουν την Ένωση. Με βάση δε το άρθρο αυτό, εδώ και πολλά έτη, έχουν συσταθεί και λειτουργούν ειδικές επιτροπές για ζητήματα που ενδιαφέρουν το σύνολο των συναδέλφων (π.χ. επιτροπή διεθνών σχέσεων της ΕνΝΕ, επιτροπή επιστημονικών και λοιπών εκδηλώσεων) ή μεγάλο αριθμό αυτών (π.χ. επιτροπή  μέριμνας για οικόπεδα στις Ροβιές). Ο σκοπός του ανωτέρω άρθρου του Καταστατικού είναι σαφής και συγκεκριμένος. Σε καμία δε περίπτωση στη ρύθμιση του άνω άρθρου δεν εμπίπτει η σύσταση ειδικής επιτροπής, κατ’ ουσίαν ειδικού οργάνου, που να ασχολείται με τα ζητήματα ενός κλάδου ή ενός βαθμού των Δικαστικών Λειτουργών της Τακτικής Δικαιοσύνης π.χ. Ειρηνοδικών, Εφετών κλπ., διότι για τα ζητήματα αυτά αποκλειστικώς αρμόδιο είναι το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσής μας. Συνεπώς, η απόφαση του Προεδρείου της Ένωσης περί συγκρότησης «Επιτροπής Ειρηνοδικών», γενικώς και αορίστως, είναι αντικαταστατική και, ως τέτοια, πάσχει. Εξάλλου, η επιτροπή αυτή με τις εισηγήσεις της θα καθορίζει το μέλλον των συναδέλφων Ειρηνοδικών, δίχως τα μέλη της, πλην της κ. Κώστα, να  αντλούν τη νομιμοποίησή τους από το Δικαστικό Σώμα, καθότι δεν τυγχάνουν εκλεγμένα μέλη του Δ.Σ.. Η εκχώρηση δε από το Προεδρείο της εκπροσώπησης του 1/3   του Δικαστικού Σώματος σε μια επιτροπή, και μάλιστα συγκροτούμενη από με μη εκλεγμένα μέλη, συνιστά ευθεία υποβάθμιση του θεσμικού ρόλου των Ειρηνοδικών. Αν δικαιολογητικός λόγος είναι η συμβολή στην επίλυση των πολλών  προβλημάτων  που αντιμετωπίζουν οι συνάδελφοι Ειρηνοδίκες κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τότε θα έπρεπε να συσταθούν και επιτροπές  Πρωτοδικών, Εφετών, Εισαγγελέων κλπ., καθότι όλοι οι λειτουργοί αντιμετωπίζουν πλήθος προβλημάτων που επιζητούν επίλυση.  Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων ήταν πάντοτε ανοικτή σε όλα τα μέλη της. Ζητήματα Ειρηνοδικών, όπως και άλλων Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών ετίθεντο απευθείας στα εκλεγμένα μέλη του Δ.Σ., δίχως μεσολαβητές. Εξάλλου, το ίδιο το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. ε του Καταστατικού ορίζει ότι «τα τακτικά μέλη (σ.σ. της Ενώσεως) έχουν το δικαίωμα να προτείνουν οτιδήποτε συντελεί στην εκπλήρωση των σκοπών της Ενώσεως με έγγραφη ή προφορική πρότασή τους προς το Δ.Σ., που είναι υποχρεωμένο να απαντήσει στην πρόταση». Συνεπώς, το ίδιο το Καταστατικό μας θεσπίζει την ανόθευτη και απευθείας επικοινωνία των μελών της Ένωσης με τα μέλη του Δ.Σ., χωρίς τρίτους – μεσολαβητές.

 

Β) Οι επιφυλάξεις μας, ως προς τη σύσταση, τις αρμοδιότητες και τη μη οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της εν λόγω επιτροπής, επιβεβαιώθηκαν πανηγυρικά με τη δημοσιοποίηση της από 26-11-2020 εισήγησης της επιτροπής αυτής περί της αντιμετώπισης του μεγάλου ζητήματος που απασχολεί τους Ειρηνοδίκες του επαναπροσδιορισμού των εκκρεμών υποθέσεων των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και του νέου Πτωχευτικού Κώδικα.

Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι:

– τα μέλη της επιτροπής αυτής δεν προέρχονται από Ειρηνοδικεία με εκκρεμείς αιτήσεις υπερχρεωμένων νοικοκυριών, με αποτέλεσμα να μην έχουν γνώση για τη ροή εκδίκασης των υποθέσεων αυτών στα 30 Ειρηνοδικεία της Χώρας μας, όπου παρατηρείται εκκρεμότητα

– ένα μέλος δε αυτής συμμετείχε και στην Ομάδα Εργασίας που υπέβαλε προτάσεις για την  επίσπευση των εκκρεμών αιτήσεων του ν. 3869/2010, τα πορίσματα της οποίας προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, διότι επιχειρήθηκε και τελικά επετεύχθη μια πρωτοφανής εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης. Οι αντιδράσεις δε των Ειρηνοδικών  έφθασαν σε σημείο ανάληψης πρωτοβουλίας για σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης της ΕνΔΕ,  δεδομένου ότι εν λόγω Ομάδα Εργασίας  αποδέχτηκε και το ενδεχόμενο αποσπάσεων Ειρηνοδικών  και Πταισματοδικών, προκειμένου να εκδικαστούν άμεσα, εντός του 2021, περί τις 80.000 εκκρεμείς αιτήσεις του ν. 3869/2010, γεγονός που επιβεβαιώθηκε κατά την εθιμοτυπική συνάντηση του Δ.Σ της ΕνΔΕ την  1.10.2020 με τον Υπουργό Δικαιοσύνης.

Επί της εισήγησης αυτής που θα «ληφθεί υπόψη από το Δ.Σ. της Ένωσής μας», οι υπογράφοντες την παρούσα θα θέλαμε να επισημάνουμε τα εξής:

 

α) Σε αντίθεση με την αρνητική κριτική που έχει δεχθεί από τον νομικό – και όχι μόνον – κόσμο τόσο ο νόμος για την επίσπευση των εκκρεμών αιτήσεων των υπερχρεωμένων νοικοκυριών όσο και ο νέος πτωχευτικός κώδικας, η εν λόγω επιτροπή ειρηνοδικών στο πόρισμά της καταλήγει: α) στην ανάγκη μιας μικρής παράτασης στις προθεσμίες που ορίζει ο Ν. 4745/2020 και β) στα μικρά/μονοεδρικά Ειρηνοδικεία να μην είναι επιφορτισμένος και με τα καθήκοντα του Εισηγητή Πτωχεύσεων ο εκεί υπηρετών Ειρηνοδίκης, καθώς στα συμπεράσματα της εισήγησης αναφέρει επί λέξει: «Με βάση τα ανωτέρω κρίνεται επιβεβλημένη η αποδέσμευση των Ειρηνοδικείων με μικρό αριθμό υπηρετούντων Ειρηνοδικών από τον ορισμό τους ως Εισηγητών της πτώχευσης, κατόπιν ενεργοποίησης του αρ. 208 του ν. 4738/2020 που ορίζει «Με προεδρικό διάταγμα, έπειτα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μπορεί να ορίζεται ότι στις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου τα Ειρηνοδικεία ορισμένων μόνο περιφερειών έχουν πτωχευτική αρμοδιότητα και να ρυθμίζονται ειδικότερα οι λοιπές περιφέρειες για τις οποίες τα δικαστήρια αυτά έχουν κατά τόπο αρμοδιότητα, θέματα οργάνωσης και στελέχωσής τους και κάθε άλλο ειδικό θέμα και σχετική λεπτομέρεια.», έτσι ώστε να ορίζονται Εισηγητές της Πτώχευσης οι Ειρηνοδίκες που υπηρετούν στα κεντρικά Ειρηνοδικεία των νομών».

β) Τα παραδείγματα, που εμπεριέχονται στην εν λόγω εισήγηση για την εκδίκαση των εκκρεμών υποθέσεων του  ν. 3869/2010 από τα Ειρηνοδικεία στα οποία εκκρεμούν   είναι εντελώς αυθαίρετα, καθότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη στατιστικά στοιχεία από τα εν λόγω Ειρηνοδικεία.  Ωστόσο,  η μεγάλη αυθαιρεσία παρατηρείται στη διαπίστωση της επιτροπής   ότι  «το 30% των υποθέσεων δεν θα επαναπροσδιοριστεί, με τις πλέον δυσοίωνες προβλέψεις», καθότι δεν αναφέρει τα στοιχεία στα οποία βασίζει το συμπέρασμά της αυτό. Συνεπώς,  η αναφορά αυτή αποτελεί ευχολόγιο, καθώς δεν αποδεικνύεται από κανένα στατιστικό στοιχείο.  Σε κάθε περίπτωση μία τέτοια αναφορά σε μία εισήγηση Δικαστών αντίκειται στις αρχές του Κράτους Δικαίου, δεδομένου ότι προσεγγίζει το εν λόγω ζήτημα μόνο από την πλευρά της μείωσης του φόρτου εργασίας των Ειρηνοδικών, δίχως να λαμβάνει υπόψη και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των οφειλετών και μάλιστα τη στιγμή που δεν υφίσταται πλέον άλλη διαδικασία   διάσωσης της κύριας κατοικίας  του οφειλέτη καθώς και τους λόγους,  που θα οδηγήσουν αυτούς στον μη επαναπροσδιορισμό των αιτήσεων τους και αν αυτοί συνέχονται με οικονομική αδυναμία, με ανέχεια λόγω της πανδημίας ή με έλλειψη δυνατότητας να συγκεντρώσουν τα πολλά σε αριθμό έγγραφα που απαιτεί ο ν. 4745/2020.

γ) Η εν λόγω επιτροπή επιμελώς αποφεύγει να παραθέσει ήδη δημοσιευμένα στοιχεία αναφορικά με τις υποθέσεις που δικάζονται σε ετήσια βάση και χρεώνονται ανά Ειρηνοδίκη στα 30 Ειρηνοδικεία,  που παρατηρείται η εκκρεμότητα των εν λόγω υποθέσεων ενώ προκαλεί εντύπωση ότι η  επιτροπή αυτή ουδόλως αναφέρει ως προϋπόθεση για την τήρηση των προθεσμιών που ορίζονται στον ανωτέρω νόμο, όχι μόνο την κάλυψη του συνόλου των κενών οργανικών κενών, αλλά, ταυτοχρόνως, την περαιτέρω αύξηση των οργανικών θέσεων στα Ειρηνοδικεία που έχουν δυσανάλογα μεγάλο αριθμό κατατεθειμένων αιτήσεων σε σχέση με τις υπάρχουσες οργανικές θέσεις. Μήπως άραγε και αυτή η Επιτροπή, θέτοντας ως ανώτατο όριο χρέωσης υποθέσεων του ν. 3869/2010 και  ν. 4745/2020 για κάθε Δικαστή τον αριθμό 180, πλην των άλλων υποθέσεων και καθηκόντων του, υιοθετεί εμμέσως πλην σαφώς το ενδεχόμενο αποσπάσεων, που αποδέχθηκε και η ανωτέρω Ομάδα Εργασίας περί επίσπευσης των υποθέσεων του ν. 3869/2010;  Από τα στοιχεία αυτά, που επιμελώς αποφεύγει να παραθέσει η επιτροπή, εύκολα άγεται κανείς στο συμπέρασμα ότι η αιτία καθυστέρησης εκδίκασης των εκκρεμών αιτήσεων οφείλεται στο γεγονός ότι στα Ειρηνοδικεία αυτά κατατέθηκε πολύ μεγάλος αριθμός αιτήσεων σε σχέση με τον αριθμό των υπηρετούντων Ειρηνοδικών, με συνέπεια την υπερχρέωση των  Ειρηνοδικών  (λ.χ. στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου κάθε Ειρηνοδίκης χρεώθηκε κατ’ έτος  τουλάχιστον 230 υποθέσεις).

δ) Στην εν λόγω εισήγηση, και παρά τη χρήση των αυθαίρετων παραδειγμάτων, που προαναφέρθηκαν,  συνομολογείται ότι οι εκκρεμείς αιτήσεις του Ν. 3869/2010 θα συζητηθούν εν τέλει σε βάθος τριετίας (31 μήνες) και όχι εντός του έτους 2021, καθότι αυτό είναι ανέφικτο. Η παραδοχή αυτή θέτει τον εξής εύλογο προβληματισμό: Σε μία υπόθεση, ο φάκελος της οποίας «έκλεισε» στις αρχές του έτους 2021, ο Ειρηνοδίκης πώς, και στην βάση ποίων εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων, θα εκδώσει απόφαση το έτος 2024; Σε χρονικό διάστημα τριών ετών ένας οφειλέτης είναι δυνατό, ενδεικτικά: α) να απωλέσει την εργασία του, β) να εξεύρει νέα, γ) να αποκτήσει νέα προστατευόμενα μέλη, δ) να κληρονομήσει περιουσιακά στοιχεία κλπ.  Όλα τα ανωτέρω επηρεάζουν ουσιωδώς την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν.3869/2010 και τους όρους αυτής, με αποτέλεσμα να μη διασφαλίζεται η ορθή  απονομή της Δικαιοσύνης και με ουσιαστικούς όρους, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται και επικαιροποίηση των αναγκαίων στοιχείων.

ε) Είναι ανεξήγητο για ποίο λόγο αναφορικά με τις αιτήσεις μεταρρύθμισης και έκπτωσης να ακολουθηθεί η ίδια διαδικασία, δεδομένου ότι δεν παρουσιάζουν μεγάλο αριθμό, η δε εκκαθάρισή τους είναι αναγκαίο να γίνει πολύ πιο άμεσα, δοθέντος ότι οι εν λόγω οφειλέτες έχουν ήδη υπαχθεί στις ρυθμίσεις του Ν.3869/2010.

στ ) Η ανωτέρω επιτροπή συνομολογεί ότι 30 τουλάχιστον Ειρηνοδικεία πρέπει, εν μέσω πανδημίας, να καταρτίσουν νέο Κανονισμό, διαφορετικό από τον ισχύοντα και μάλιστα υπό τον όρο του μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος της έγκρισής του από τον Άρειο Πάγο. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ο πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων διαβεβαίωνε, ήδη από τον χρόνο αρχικής ανάληψης των καθηκόντων του, δηλαδή πριν από 4 χρόνια, ότι επί των ημερών του θα τροποποιούνταν άμεσα οι οικείες διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και κάθε Δικαστήριο θα κατάρτιζε τον Κανονισμό, δίχως να απαιτείται έγκριση αυτού. Οι εξαγγελίες αυτές ουδόλως πραγματοποιήθηκαν.

ζ) Στην εισήγηση της εν λόγω επιτροπής αναφέρεται ως θέσφατο ότι: «Το καταληκτικό σημείο της 15.6.2021 πρέπει να διατηρηθεί προς αποφυγή διπλών πινακίων», δίχως να τίθεται ζήτημα μετάθεσης του καταληκτικού σημείου σε μεταγενέστερο χρόνο, με δεδομένο ότι εξ αιτίας της πανδημίας, δεν εκδικάζονται ήδη από τον μήνα Νοέμβριο του 2020:  α) ούτε οι υποθέσεις που έχουν εισαχθεί στα οικεία πινάκια των Δικαστηρίων β) ούτε αυτές που επαναπροσδιορίστηκαν οίκοθεν λόγω απόσυρσής τους εξ αιτίας του πρώτου κύματος πανδημίας.

η) Η εν λόγω επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη: α) ότι το άνοιγμα της ειδικής πλατφόρμας  επαναπροσδιορισμού των αιτήσεων γίνεται εν μέσω πανδημίας, β) δεν θα είναι ευχερής η εντός 60 ημερών κατάθεση από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων των προτάσεων και των σχετικών τους «σε ηλεκτρονική μορφή», και μάλιστα σε άλλο, δεύτερο, ψηφιακό περιβάλλον, κυρίως λόγω του πλήθους των απαιτούμενων σχετικών κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρ. 4Η παρ. 2 Ν.4745/2020. Η αναφορά δε ότι «κρίνεται σκόπιμη η διερεύνηση της δυνατότητας παράτασης των προθεσμιών με επιμήκυνσή τους, προκειμένου να μπορέσουν τα Ειρηνοδικεία να ανταπεξέλθουν, οργανωτικά, στη νέα διαδικασία είναι γενική και παντελώς  αόριστη.

θ) Η εν λόγω επιτροπή δεν επισημαίνει τη δυνατότητα διαμεσολάβησης, παρά το γεγονός ότι η φύση των υποθέσεων εναρμονίζεται απόλυτα με το σκοπό του του σχετικού νόμου. Η πρόβλεψη δε του άρθρου 4ΙΕ του Ν. 4745/2020 ότι «η πρόσκληση για διαμεσολάβηση δεν αναστέλλει τη διαδικασία ή τις προθεσμίες του παρόντος» είναι μαθηματικά βέβαιο ότι δεν θα οδηγήσει σε καμία εξωδικαστική επίλυση, ενόψει και των ασφυκτικών χρονικών περιθωρίων που τίθενται.

Ενόψει των παραπάνω, οι υπογράφοντες μέλη του Δ.Σ. της ΕνΔΕ προτείνουμε:

Α) Την τροποποίηση του άρθρου 4Α Ν. 4745/2020 και την υπαγωγή στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου των αιτήσεων ρύθμισης οφειλών, που εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό και η συζήτηση έχει προσδιοριστεί μετά τις 31-12-2021 και όχι μετά τις 15-06-2021, που προβλέπει το άνω άρθρο. Και τούτο διότι:

α) Σε πολλά περιφερειακά Ειρηνοδικεία δεν έχουν προσδιοριστεί αιτήσεις του Ν. 3869/2010 μετά την 31-12-2021 ενώ και όσες αιτήσεις  αποσύρονται λόγω του δεύτερου κύματος της πανδημίες, οι γραμματείες των Δικαστηρίων θα έχουν τη δυνατότητα να τις προσδιορίσουν έως την 31-12-2021 και συνεπώς θα απαλλαγούν από το πρόσθετο καθήκον της τήρησης και δημιουργίας δύο διαφορετικών ηλεκτρονικών αρχείων. β) Ακόμη κι αν τηρούνταν κατά γράμμα οι προθεσμίες του Ν. 4745/2020, δεν θα είχαν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις επί των εκκρεμών αυτών αιτήσεων πριν τις 31-12-2021, εξ αιτίας των ανωτέρω λόγων. γ) Με την διατήρηση του ακροατηρίου και την προσκομιδή ενώπιον της Έδρας των πιο πρόσφατων οικονομικών δεδομένων του οφειλέτη επιτυγχάνεται η ουσιαστικότερη απονομή της Δικαιοσύνης, που σε τελική ανάλυση είναι το ζητούμενο.

Β) Για τις αιτήσεις που έχουν προσδιοριστεί μετά την 1-1-2022 προτείνεται ο επαναπροσδιορισμός τους με επιμέλεια του Δικαστηρίου, προς αποφυγή εξόδων του οφειλέτη, εντός χρονικού διαστήματος τριών ετών, κατά τον τρόπο που επαναπροσδιορίστηκαν οίκοθεν οι εκκρεμείς αιτήσεις υπό την ισχύ του Ν.4336/2015. Ο χρόνος   αυτός  κρίνεται σύντομος, αν ληφθεί υπόψη  ο χρόνος προσδιορισμού της συζήτησής τους σήμερα για μετά από 7 και πλέον έτη.   Έτσι εξασφαλίζεται η ορθότητα της δικαστικής κρίσης  και  παράλληλα η ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία των Ειρηνοδικείων που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα. Οι οφειλέτες των οποίων οι αιτήσεις προσδιορίστηκαν μετά την 1-1-2022 θα έχουν χρονικό περιθώριο από 1-1-2021 έως 15-9-2021 να δηλώσουν με μια απλή δήλωση προς την γραμματεία του Δικαστηρίου, η οποία θα δύναται να παραλαμβάνεται και ηλεκτρονικά με σχετική βεβαίωση παραλαβής ότι επιθυμούν την εκδίκαση της αίτησής τους. Στο ίδιο ανωτέρω χρονικό πλαίσιο (1-1-2021 έως 15-9-2021) προτείνεται να τεθεί ως όρος του παραδεκτού της συζήτησης η προηγούμενη απόπειρα διαμεσολάβησης, τα αποτελέσματα της οποίας θα γνωστοποιούνται στην γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την 15-9-2021. Με τον τρόπο αυτόν, θα υπάρχει πραγματική εικόνα για τις εκκρεμείς αιτήσεις που θα πρέπει να προσδιοριστούν στο μετέπειτα χρονικό διάστημα και, αναλόγως, θα έχουν καλυφθεί και οι κενές οργανικές θέσεις των Ειρηνοδικείων.

Σε κάθε περίπτωση, προτείνεται η μετάθεση κατά 6 μήνες όλων των χρονικών διαστημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 4Δ Ν. 4745/2020 (λ.χ. «Επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση επαναπροσδιορισμού υποβάλλεται για αίτηση ρύθμισης οφειλής που κατατέθηκε: α) μέχρι και την 31-12-2014, από την 1-6-2021 ως και τις 1-7-2021 β) από την 1-1-2015 ως και τις 30-6-2015, από την 1-6-2021 ως και τις 31-7-2021 κλπ.».

Αθήνα, 3-12-2020

 

Μαργαρίτα Στενιώτη

Νικήτας Βελίας

Μάνος Φωτάκης

 

ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΣΕ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ; της Αικατερίνης Μάτση, Αντεισαγγελέα Εφετών, Αντιπροέδρου Β΄ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΣΕ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ;

                                                                                        

της Αικατερίνης Μάτση, Αντεισαγγελέα Εφετών

Αντιπροέδρου Β’ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Η προσπάθεια για να έχουμε μία νέα κατάσταση στο σωφρονιστικό σύστημα στη χώρα μας μέσα από την δημιουργία νέων εγκαταστάσεων σωφρονιστικών καταστημάτων βρίσκει το σύνολο του νομικού κόσμου και της κοινωνίας απολύτως σύμφωνο. 

Σύμφωνα με τις εξαγγελίες της πολιτείας, προσεχώς θα δούμε την κατάργηση των φυλακών Κορυδαλλού και τη δημιουργία νέου χώρου κράτησης. Το Δικαστικό Σωφρονιστικό Κατάστημα Αθηνών θα γίνει στον Ασπρόπυργο σε μία έκταση 180 στρεμμάτων. Η δημιουργία σωφρονιστικού  καταστήματος μακριά από τον αστικό ιστό, δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας στους πολίτες. Η δε πρόβλεψη για προαύλια με χώρους πρασίνου, ανοιχτό χώρο συνάθροισης, σχολικό συγκρότημα, γυμναστήριο και χώρους θεραπευτικών προγραμμάτων, υπηρετεί τη διαχρονικά κοπιώδη διαδρομή της πολιτείας για τη συγκρότηση ενός νομικού, πολιτικού και πολιτισμικού κεκτημένου εγγυήσεων. Άλλωστε η προστασία των συνταγματικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων των κρατουμένων μέσω μίας αξιοπρεπούς διαβίωσης εντός της φυλακής με την αποκλιμάκωση του υπερπληθυσμού, αποτελούν τις κατευθυντήριες αρχές του ισχύοντος Σωφρονιστικού Κώδικα.

Οι επτά νέες δικαστικές αίθουσες στο νέο συγκρότημα φυλακών στον Ασπρόπυργο εντούτοις, μόνο ως παραφωνία θα μπορούσε να θεωρηθεί. Η έλλειψη επαρκών χώρων για στέγαση δικαστικών υπηρεσιών και αιθουσών εκδίκασης υποθέσεων είναι μία οδυνηρή πραγματικότητα για τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης και τους πολίτες. Η αναγκαιότητα δημιουργίας νέων χώρων για την κάλυψη των αναγκών είναι επιβεβλημένη. Είναι όμως άστοχη η επιλογή να δημιουργηθούν δικαστικές αίθουσες και να εκδικάζονται ποινικές υποθέσεις εντός σωφρονιστικού καταστήματος. Πρωτίστως διότι είναι απαγορευτικό για το νομικό μας πολιτισμό να συγχέεται από τον μέσο πολίτη η δικαιοδοτική λειτουργία και η απονομή της Δικαιοσύνης με τον ποινικό σωφρονισμό και τον περιορισμό της ελευθερίας. Είναι δε αναμενόμενη η περιρρέουσα σωφρονιστική ατμόσφαιρα για τον διάδικο, τον  κατηγορούμενο, ή τον μάρτυρα που συμμετέχει σε μία ποινική δίκη όταν, αντί να περνάει την είσοδο ενός δικαστικού μεγάρου, εισέρχεται σε ένα καθεστώς φύλαξης. 

Επιπλέον διότι κάμπτεται η αρχή της δημοσιότητας της δίκης. Άραγε πόσο εύκολο θα είναι να υπάρχει ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση αόριστου αριθμού ατόμων σε μία δικαστική αίθουσα που εντάσσεται χωροταξικά σε ένα κατάστημα κράτησης, στο οποίο αντικειμενικά υπάρχει ενδελεχής έλεγχος εισόδου; Και πόσο εύκολη θα είναι η πρόσβαση αυτών, όταν η δικαστική αίθουσα βρίσκεται σε σημείο απομακρυσμένο από τον αστικό ιστό, απομονωμένο, και εκτός κατοικημένης περιοχής; 

Περαιτέρω διότι κάμπτεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος κατά τη συνάντηση του με το φυσικό του Δικαστή, πρέπει και επιβάλλεται να νιώθει ασφαλής ως προς την αμεροληψία και την ανεξαρτησία του τελευταίου. Πώς όμως θα επιτευχθεί αυτό όταν ο φυσικός χώρος αυτής της συνάντησης είναι ταυτόχρονα χώρος εγκλεισμού και έκτισης ποινής των ήδη καταδικασθέντων;

Τέλος, διότι ούτε οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί επιθυμούν να επιτελούν τη συνταγματική τους αποστολή απονομής δικαιοσύνης σε φυλακή, δηλαδή σε έναν χώρο που είναι αποκλειστικά και μόνον τόπος έκτισης της ποινής που επιβλήθηκε. 

Η διεξαγωγή κάποιων δικών στο κατάστημα κράτησης του Κορυδαλλού κατά το παρελθόν έγινε κατ’ εξαίρεση και για λόγους που εκφεύγουν της παρούσας, όμως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει αυτή η πρακτική να παγιωθεί. Το αίτημα των δικαστικών ενώσεων για αναβάθμιση των κτιριακών εγκαταστάσεων στις οποίες στεγάζονται τα δικαστήρια της χώρας τείνει να γίνει διαχρονικό, στο μέτρο που ακόμη και σήμερα υπάρχουν πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία και εισαγγελίες που στεγάζονται σε διαμερίσματα πολυκατοικιών της δεκαετίας του ‘70, εμφανώς εγκαταλελειμμένα και χωρίς ούτε τον στοιχειώδη υλικοτεχνικό εξοπλισμό. Η απάντηση της πολιτείας όμως στο αίτημα αυτό δεν επιτυγχάνεται με τη χωροταξική σύνδεση της δικαιοσύνης με τη φυλακή, γιατί η δικαιοσύνη είναι ένας από τους τρεις πυλώνες της δημοκρατίας και είναι απολύτως απαγορευτική η παραμικρή σύνδεση της στη συνείδηση του πολίτη με θεσμοθετημένο μηχανισμό καταστολής. 

Η ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ, Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Η ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ

Χριστόφορου Σεβαστίδη, 

ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

     Από την σύστασή της η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων είχε θέσει ως καταστατικό σκοπό την «ανάπτυξη πνεύματος αλληλεγγύης» μεταξύ όλων των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών. Στο πέρασμα του χρόνου αναπτύχθηκαν φυγόκεντρες τάσεις με διαφορετικές κάθε φορά αιτιολογίες, το συμπέρασμα ωστόσο και η πείρα που αποκομίσαμε μας έπεισαν ότι η συσπείρωση και η ενότητα είναι αναγκαία συστατικά για την προώθηση των κοινών επιδιώξεων. Παρά τις διαφωνίες σε επιμέρους ζητήματα, που ήταν φυσικό να υπάρχουν, η ενότητα αυτή καλλιεργήθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ένωσή μας.  Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι νέες εγγραφές Εισαγγελικών Λειτουργών ξεπέρασαν κάθε προσδοκία. Το 2016 συμμετείχαν στη Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων μόλις 90 Εισαγγελείς ενώ φέτος φθάσαμε τα 250 μέλη. 

    Οι φετινές συνθήκες της πανδημίας στέρησαν τη δυνατότητα διεξαγωγής μιας τακτικής Γενικής Συνέλευσης και τον καθιερωμένο απολογισμό του έργου του Προεδρείου. Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε στους παλαιότερους συναδέλφους και να πληροφορήσουμε τους νεότερους ενδεικτικά για ορισμένες δράσεις που ανάπτυξε τα τελευταία χρόνια η Ένωσή μας. Οι δράσεις αυτές χωρίζονται σε δύο σκέλη. Το πρώτο αφορά στις πρωτοβουλίες που έχουν ληφθεί για όλους τους συναδέλφους και το δεύτερο ειδικότερα για τους εισαγγελικούς λειτουργούς. 

     Δράσεις που αφορούν όλα τα μέλη μας:

  • Η Ε.Δ.Ε. διοργάνωνε κάθε χρόνο σεμινάρια αγγλικής νομικής ορολογίας ενώ την περσινή χρονιά σεμινάρια οικονομικής/λογιστικής επιστήμης, στα οποία συμμετείχαν εκατοντάδες μέλη μας τόσο στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη όσο και σε άλλες πόλεις όταν υπήρχε ικανός αριθμός αιτημάτων. 
  • Δημιουργήσαμε από το 2019 ειδικό Ταμείο Αλληλεγγύης το οποίο καλύπτει όλες τις επείγουσες περιπτώσεις κάλυψης ιατρικών δαπανών μελών μας καθώς και την ετήσια οικονομική ενίσχυση ανηλίκων τέκνων συναδέλφων που έχουν αποβιώσει.
  • Η Ε.Δ.Ε. καλύπτει κάθε χρόνο τα έξοδα της θερινής κατασκήνωσης των ανηλίκων τέκνων των μελών μας. 
  • Η Ε.Δ.Ε. διοργανώνει κάθε χρόνο παιδικές χριστουγεννιάτικες γιορτές στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη καθώς και σε άλλες πόλεις της Χώρας σε συνεννόηση με τις Εφετειακές Επιτροπές. 
  • Σε κάθε ετήσια Γενική Συνέλευση γίνεται βράβευση και απονομή χρηματικού επάθλου στα τέκνα συναδέλφων που πέτυχαν στις εξετάσεις εισαγωγής σε ΑΕΙ και ΤΕΙ. 
  • Καταθέσαμε τον Ιούλιο του 2019 αίτημα προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης για αύξηση των οργανικών θέσεων Δικαστών και Εισαγγελέων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, το οποίο έγινε αποδεκτό με την ψήφιση του σχετικού Νόμου και απομένει η υλοποίησή του την επόμενη χρονιά. 
  • Πραγματοποιήσαμε μεγάλο τριήμερο Συνέδριο για τους νέους Ποινικούς Κώδικες τον Σεπτέμβριο του 2019 με τη συμμετοχή δεκάδων ομιλητών και χιλιάδων νομικών που το παρακολούθησαν με ζωντανή παρουσία ή διαδικτυακά. 

    Ειδικότερες πρωτοβουλίες για τους Εισαγγελείς:

  • Στην πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης για ανακατανομή των θέσεων Εισαγγελέων και Αντεισαγγελέων Εφετών εξηγήσαμε τις αρνητικές συνέπειες που θα έχει στον φόρτο εργασίας των Αντεισαγγελέων και στην ομαλή λειτουργία των Εισαγγελιών (μεταξύ άλλων και η από 29-4-2020 αρθρογραφία της Αντεισαγγελέως Εφετών κ. Αικατερίνης Μάτση δημοσιευμένη στην ηλεκτρονική σελίδα της Ένωσης). Επικοινώνησε το Προεδρείο τόσο με το Υπουργείο όσο και με τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων όταν το σχέδιο Νόμου συζητούνταν στη Βουλή. 
  • Στο ζήτημα του περιορισμού των δικαστικών διακοπών δώσαμε αγώνα σε όλα τα επίπεδα για να αναδείξουμε το γεγονός ότι δεν πρόκειται κατ’ ουσίαν για χρόνο διακοπών αλλά για την πιο παραγωγική περίοδο εργασίας μας. Στα πλαίσια αυτά η νυν Αντιπρόεδρος της Ένωσης κ. Αικατερίνη Μάτση για να ενισχύσει την επιχειρηματολογία μας ασχολήθηκε ειδικότερα με τα στατιστικά στοιχεία των χρεώσεων των Εισαγγελικών Λειτουργών την περίοδο του θέρους (σχετική η από 22-4-2020 αρθρογραφία της δημοσιευμένη στην ηλεκτρονική σελίδα της Ένωσης).
  • Στις 16-1-2020 το Προεδρείο της Ένωσής μας τοποθετήθηκε για τις έμμεσες πιέσεις που ασκήθηκαν στους Εισαγγελικούς Λειτουργούς για την άσκηση ποινικών διώξεων στην υπόθεση στο Κουκάκι. Υποστηρίξαμε τους συναδέλφους τόσο απέναντι στις κατηγορίες που εκτοξεύτηκαν από συνδικαλιστικά όργανα αστυνομικών υπαλλήλων όσο και από Υπουργούς της Κυβέρνησης. 
  • Στις 22-6-2016 η Ένωσή μας εξέδωσε Δελτίο Τύπου (αριθ πρωτ 198/22-6-2016) με το οποίο στηρίξαμε συνάδελφο Εισαγγελική Λειτουργό έπειτα από καταγγελίες τηλεοπτικού σταθμού σε βάρος της για τον τρόπο που διεξήχθη η διαδικασία έρευνας. 

     Το σημερινό Προεδρείο της Ένωσης εργάζεται με αποκλειστικό σκοπό την προώθηση των συμφερόντων των μελών μας και την περιφρούρηση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Σε μεγάλο βαθμό η επιτυχία των στόχων που θέτουμε εξαρτάται από το καλό κλίμα συνεργασίας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των Δικαστικών Ενώσεων. Οι τάσεις ανταγωνισμού και επιθετικής συμπεριφοράς οδηγούν σε αμοιβαία δυσπιστία και είναι παράγοντες που φέρνουν την ήττα σε όλα τα επίπεδα. Οι επιδιώξεις που θέτουμε δεν μπορούν να τίθενται κάθε φορά στη στενή λογική της αντιπαράθεσης κατά κλάδο (Πρωτοδίκες, Ειρηνοδίκες, Εισαγγελείς κλπ) και της ανάδειξης ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που υπάρχουν. Αυτό θα οδηγούσε σε πολυδιάσπαση και κατακερματισμό με προφανείς αρνητικές επιπτώσεις για όλους. Κλειδί της επιτυχίας θα πρέπει να είναι ο ειλικρινής διάλογος και η αμοιβαία κατανόηση. Σ΄ αυτήν την κατεύθυνση κομβικό ρόλο έχει η συνεκτική δύναμη της Ένωσή μας ως μεγαλύτερης Δικαστικής Ένωσης της Χώρας. Και σ’ αυτήν την κατεύθυνση θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε. 

 

 

ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ – ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΠΟ 1-12-2020 Η΄ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΙΣΧΥΟΣ ΤΟΥ Ν. 4745/2020 ;Μαργαρίτας Στενιώτη, Εφέτη, πρώην Προέδρου της ΕΔΕ και νυν μέλους του Δ.Σ.

ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ – ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΠΟ 1-12-2020 Η΄ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΙΣΧΥΟΣ ΤΟΥ Ν. 4745/2020 ; 

Μαργαρίτας Στενιώτη, Εφέτη, πρώην Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και νυν μέλους του Δ.Σ.

     Την 6-11-2020 δημοσιεύθηκε ο ν. 4745/2020, στο πρώτο μέρος  του οποίου περιλαμβάνονται «Ρυθμίσεις για την επιτάχυνση της εκδίκασης εκκρεμών υποθέσεων του ν. 3869/2010 (υπερχρεωμένα νοικοκυριά)». Η δημοσιοποίηση του σχεδίου νόμου, το θέρος του τρέχοντος έτους, είχε προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις, διότι εμπεριείχε πολλές αντισυνταγματικές διατάξεις. Ο αρμόδιος Υπουργός Δικαιοσύνης, πριν την κατάθεση του εν λόγω νομοσχεδίου στη Βουλή και αφού είχαν επέλθει διορθώσεις και μεταβολές ως προς τις αντισυνταγματικές διατάξεις του, που Δικαστικοί Λειτουργοί και Δικηγόροι είχαμε επισημάνει, διαβίβασε, με το υπ’ αριθμ. 38146οικ./20-08-2020 έγγραφό του, αίτημα προς την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προκειμένου να γνωμοδοτήσει για το υπό κατάθεση νομοσχέδιο. Η                 Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθμ. 36/2020 απόφασή της επί λέξει «γνωμοδοτεί  ομόφωνα ότι είναι σκόπιμες και συνταγματικά επιτρεπτές η υπό νομοθέτηση ρυθμίσεις με το άρθρο ένα του σχεδίου νόμου για την επιτάχυνση της εκδίκασης εκκρεμών υποθέσεων του νόμου 3869/2010 σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 6 παράγραφος 1 ΕΣΔΑ ως προς την εύλογη διάρκεια της πολιτικής δίκης, αφού ληφθούν υπόψη οι επισημάνσεις που διατυπώθηκαν στην εισήγηση και ειδικότερα η αναγκαιότητα κάλυψης των υπαρχουσών κενών οργανικών θέσεων ειρηνοδικών προς αποφυγή υπερχρέωσης των υπηρετούντων δικαστών». Η εισήγηση στην Ολομέλεια του Α.Π. για το άνω θέμα με σαφή τρόπο επισημαίνει: α) ότι ο ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων προσώπων επέφερε ιδιαίτερη επιβάρυνση στο δικαστικό έργο των Ειρηνοδικών και β) ότι ο μεγάλος αριθμός των υποθέσεων που κατατέθηκαν (ανεξαρτήτως της ύπαρξης και άλλων αιτίων) προκάλεσαν την υπερφόρτωση των Ειρηνοδικείων.  Ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε, η Ολομέλεια του Α.Π., ενώ γνωμοδοτεί υπέρ της συνταγματικότητας των διατάξεων του σχεδίου νόμου (και ήδη νόμου), συμπεριλαμβανομένων και των διατάξεων «της ταχείας εκκαθάρισης των πινακίων, εντός έξι μηνών, μέσω της υποχρεωτικής για τους ενδιαφερόμενους υποβολής αίτησης επαναπροσδιορισμού της συζήτησης αποκλειστικά με τη χρήση ηλεκτρονικής πλατφόρμας της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους» και «της κάμψης της υποχρεωτικής προφορικότητας με την καθιέρωση της κατ’ εξαίρεση διαδικασίας εμμάρτυρης απόδειξης» (που θα έχει σαν συνέπεια  ομοειδείς υποθέσεις να εκδικασθούν υπό δύο διαφορετικά καθεστώτα –  παλαιό με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και νέο κατά το δικονομικό πρότυπο της τακτικής διαδικασίας του ν. 4335/2015), θέτει ως κριτήριο επιτυχίας της σχετικής ρύθμισης την αναγκαιότητα κάλυψης των υπαρχουσών κενών οργανικών θέσεων ειρηνοδικών προς αποφυγή υπερχρέωσης των υπηρετούντων δικαστών. Στο συμπέρασμα, όμως, της εισήγησης αναφέρεται και άλλη προϋπόθεση επιτυχίας, και μάλιστα σημαντικότερη, καθότι αναγράφεται, επίσης, επί λέξει: «Η επιτυχία της σχετικής ρύθμισης, ωστόσο, εξαρτάται από την αναλογία των εκκρεμών αιτήσεων, που θα επαναπροσδιορισθούν και θα συζητηθούν σε κάθε Ειρηνοδικείο, σε σχέση με τον αριθμό των υπηρετούντων Ειρηνοδικών, η οποία θα πρέπει να είναι αντίστοιχη του προβλεπόμενου από τον κανονισμό του δικαστηρίου αριθμού υποθέσεων». Συνεπώς, τίθεται το ζήτημα της τήρησης των Κανονισμών Λειτουργίας έκαστου Ειρηνοδικείου, δίχως να εξειδικεύεται ειδικότερα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 17 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών οι Κανονισμοί Εσωτερικής Υπηρεσίας των Δικαστηρίων ορίζουν, μεταξύ των άλλων, και τον αριθμό των δικασίμων και των υποθέσεων καθεμιάς δικασίμου. Με σαφήνεια δε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου γνωμοδοτεί υπέρ της απαρέγκλιτης τήρησης των Κανονισμών των Ειρηνοδικείων, όσον αφορά τον αριθμό των προσδιοριζομένων υποθέσεων, γεγονός που καθιστά αδύνατη την εφαρμογή του άνω νόμου, υπό τις ισχύουσες συνθήκες.          

 Η Ομάδας Εργασίας που συνεστήθη στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το Δεκέμβριο του έτους 2019, με σκοπό τη σύνταξη προτάσεων προς επίλυση του προβλήματος της συσσώρευσης  εκκρεμών  υποθέσεων υπερχρεωμένων νοικοκυριών, προσδιορίζει τις υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άνω νόμου σε 37.000 – 40.000 ενώ οι συνάδελφοι Ειρηνοδίκες ισχυρίζονται, τεκμηριωμένα, ότι ανέρχονται σε 70.000. Έχει γίνει δε κατανοητό απ’ όλους τους θεσμικούς παράγοντες, ότι η εκδίκαση αυτού του μεγάλου αριθμού υποθέσεων και παρά τον προγραμματισμό κάλυψης των κενών οργανικών θέσεων Ειρηνοδικών, συνεπάγεται την παραβίαση των Κανονισμών των Ειρηνοδικείων και συνεπώς και του Αυτοδιοίκητου των Δικαστηρίων.  Στη συνάντηση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων με τον αρμόδιο Υπουργό Δικαιοσύνης ενημερωθήκαμε ότι το πρόβλημα «έχει συμφωνηθεί» (με ποίους άραγε;)  να αντιμετωπισθεί με αποσπάσεις Ειρηνοδικών (από Ειρηνοδικεία δίχως εκκρεμείς υποθέσεις του ν. 3869/2010) και Πταισματοδικών στα επιβαρυμένα Ειρηνοδικεία. Στη λύση αυτή η υπογράφουσα το παρόν, ως μέλος του Δ.Σ. της Εν.Δ.Ε. καθώς και τα μέλη του Δ.Σ., Ειρηνοδίκες Νικήτας Βελίας και Μάνος Φωτάκης διαφωνήσαμε, διότι, πλην της υπηρεσιακής ανασφάλειας που δημιουργεί στους συναδέλφους Ειρηνοδίκες – Πταισματοδίκες το μέτρο αυτό των αποσπάσεων, οι μεν πρώτοι (Ειρηνοδίκες) θα επιβαρυνθούν και πάλι υπέρμετρα, δεδομένου ότι πρόσφατα ψηφίσθηκε ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας, σύμφωνα με τον οποίο η αρμοδιότητα μεγάλου αριθμού πτωχευτικών υποθέσεων (περίπου 90%) μεταφέρεται, από 1-1-2021, από τα Πρωτοδικεία στα Ειρηνοδικεία, οι δε δεύτεροι (Πταισματοδίκες) φέρουν το βαρύ έργο της προανάκρισης και της προκαταρκτικής εξέτασης (άρθρο 31 ΚΠοινΔ).

Η προθεσμία επαναπροσδιορισμού των σχετικών αιτήσεων, και μάλιστα επί ποινή απαραδέκτου, ξεκινά σε μόλις μία εβδομάδα (1-12-2020) και μάλιστα  εν μέσω πανδημίας. Οι επισημάνσεις δε της άνω απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου δεν έχουν ληφθεί υπόψη από το αρμόδιο Υπουργείο Δικαιοσύνης και συνεπώς είναι ευνόητο να γεννάται ζήτημα εφαρμογής του νόμου ή αντίθετα αναστολής ισχύος αυτού. 

 Σ’ ένα Κράτος Δικαίου η Δικαιοσύνη πρέπει να απονέμεται σε εύλογο χρόνο. Ο πολίτης, όμως, έχει ανάγκη όχι μόνο την ταχεία αλλά και τη δίκαιη δίκη, ώστε ν’ απολαμβάνει, πραγματικά, αποτελεσματική δικαστική προστασία. Ο σκοπός του νόμου που είναι η «αποσυμφόρηση» των  Ειρηνοδικείων της χώρας από τις υποθέσεις των υπερχρεωμένων νοικοκυριών, λόγω διεθνών δεσμεύσεων της χώρας για ολοκλήρωση των διαδικασιών εντός του έτους 2021 (βλ. την σχετική από 2-10-2020 ανακοίνωση του Προεδρείου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων), θα οδηγήσει σε «συμφόρηση» στις οικίες των Ειρηνοδικών και κατ’ επέκταση η ταχεία εκκαθάριση θα πλήξει την αρχή της Δίκαιης Δίκης. Όσον αφορά δε τους δανειολήπτες αναφέρεται, ότι με τον άνω νόμο  επιχειρείται να οριστικοποιηθεί το προσωρινό δίχτυ προστασίας που παρέχει ο νόμος 3869/2010 σε όλους όσοι το δικαιούνται. Ο σκοπός αυτός, όμως, του νόμου, είναι βέβαιο ότι δεν θα επιτευχθεί, όχι μόνο για το λόγο ότι ο (αδύναμος) οφειλέτης, καθίσταται αποκλειστικά υπεύθυνος για τον επαναπροσδιορισμό της συζήτησης της αίτησής του εντός συγκεκριμένης προθεσμίας αλλά και παράλληλα διότι καλείται να προσκομίσει σωρεία αποδεικτικών και διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 4Η ν. 4745/2020), των οποίων η κτήση καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής λόγω της μεγάλης εξάπλωσης του covid -19. 

Οι διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας για ολοκλήρωση των διαδικασιών εντός του έτους 2021, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αποβούν σε βάρος των αρχών του Κράτους Δικαίου, της ασφάλειας Δικαίου, της αρχής της Δίκαιης Δίκης και φυσικά των αρχών του Κοινωνικού Κράτους.                  

  

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ 23-11-20, ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΦΟΥΚΑ, ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ, ΜΕΛΟΥΣ ΔΣ ΕνΔΕ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑ, ΕΦΕΤΗ, ΜΕΛΟΥΣ ΔΣ ΕνΔΕ, ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΒΕΡΓΩΝΗ, ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΕΦΕΤΩΝ, ΜΑΡΙΑΣ ΜΠΟΥΤΑΚΗ, ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΦΟΥΚΑ, ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ, ΜΕΛΟΥΣ ΔΣ ΕνΔΕ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑ, ΕΦΕΤΗ, ΜΕΛΟΥΣ ΔΣ ΕνΔΕ

ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΒΕΡΓΩΝΗ, ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΕΦΕΤΩΝ

ΜΑΡΙΑΣ ΜΠΟΥΤΑΚΗ, ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ

                                                                             Αθήνα, 23-11-2020

Κάθε μέρα που περνάει, οι αριθμοί της πανδημίας προβάλλουν μια ζοφερή πραγματικότητα, που όλοι μαζί πρέπει να αντιμετωπίσουμε, ο κάθε ένας από την θέση του, με την καθοδήγηση και την ουσιαστική συμβολή της επιστήμης. Σε αυτή την πορεία δεν συγχωρούνται λάθη. Κάθε λάθος σημαίνει κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Δεν μπορούμε να διαχειριζόμαστε την πανδημία, με τον τρόπο που διαχειριζόμαστε τα άλλα προβλήματα, τα συνήθη, την οικονομία, την κοινωνική πολιτική κλπ. Ούτε βέβαια να δημιουργούμε άσκοπες αντιπαραθέσεις για ζητήματα που σχετίζονται με την πανδημία.

Η διαχείριση της πανδημίας, με κύριο περιεχόμενο τα μέτρα για τον περιορισμό των κοινωνικών δραστηριοτήτων δεν είναι δυνατόν να αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας και των όποιων κοινωνικών εταίρων. Όπου έγινε αυτό πληρώθηκε με ανθρώπινες ζωές.

Η λειτουργία της Δικαιοσύνης εν μέσω πανδημίας αποτελεί θεσμική εγγύηση λειτουργίας της δημοκρατίας και συνεπώς ζητούμενο είναι η ασφαλής λειτουργία της, ιδιαίτερα την κρίσιμη τούτη στιγμή.  Η Δικαιοσύνη ως θεσμός της Δημοκρατίας πρέπει να λειτουργεί με συγκεκριμένα πρωτόκολλα για την πανδημία προς διαφύλαξη της υγείας όλων των παραγόντων που συμβάλλουν στην ομαλή λειτουργία της, πολλώ δε μάλλον και των πολιτών που προσέρχονται σε αυτήν.  Κατ’ επανάληψη έχουμε τονίσει ότι οι αρμόδιοι φορείς όφειλαν να έχουν θεσμοθετήσει  τρόπους διαχείρισης των δικαστικών διαδικασιών προσαρμοσμένους στη ιδιαιτερότητα του θεσμού.  Το αρμόδιο Υπουργείο Δικαιοσύνης αν και αναμενόταν το δεύτερο κύμα έξαρσης της πανδημίας, το οποίο κατακλύει ήδη την χώρα, δεν προέβη εγκαίρως στην καθιέρωση συγκεκριμένων πρωτοκόλλων διαχείρισης τόσο ως προς την λειτουργία των δικαστηρίων όσο και την διαχείριση περιστατικών διαπιστωμένων κρουσμάτων κορωνοιού, προσαρμοσμένα στη ιδιαιτερότητα του θεσμού.

Σήμερα το Κράτος μεταβιβάζει το βάρος της ευθύνης στους υπηρετούντες τον χώρο της Δικαιοσύνης, με την τήρηση των προσωπικών μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας, ενώ με δυσκολία διαθέτει μέσα προστασίας, ακόμα και τα στοιχειώδη. Εν μέσω της ιδιαίτερα κρίσιμης για τα Δικαστήρια της Θεσσαλονίκης και Λάρισας κατάστασης,  λόγω της έξαρσης του ιού στις αντίστοιχες πόλεις και ενόψει των συχνών καταγγελιών των συναδέλφων που υπηρετούν στα δικαστήρια της Αθήνας περί εστιών συνωστισμού κατά την εκδίκαση κυρίως πολιτικών αλλά και ποινικών υποθέσεων, φρονούμε ότι πρέπει να επανεκτιμηθούν τα ληφθέντα μέτρα και να εκδοθεί νέα ΚΥΑ, που να τροποποιεί για το διάστημα της ισχύος της, τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα συνωστισμού, που έχουν προκύψει τις τελευταίες εβδομάδες.

Το δε Προεδρείο της Ένωσης όφειλε, να έχει ως προτεραιότητα να ασκήσει την δέουσα πίεση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης προτείνοντας συγκεκριμένα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης, κατάλληλα για την εφαρμογή τους στο δικαστηριακό περιβάλλον. Ο φόβος του καθενός μας για την υγεία του είναι υπαρκτός και οφείλει το Προεδρείο να τον λάβει υπόψη του.

ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ να επιδιώξουμε άμεσα ως ΕνΔΕ τα ακόλουθα:

1) Υποχρεωτική παράσταση αποκλειστικά με δήλωση όλων των διαδίκων, όχι μόνο σε διαδικασίες, που αυτή επιτρέπεται ήδη προαιρετικά (Άρειος Πάγος, Πολιτικό Εφετείο) αλλά και στις ειδικές διαδικασίες, εκουσία δικαιοδοσία και ασφαλιστικά μέτρα με εξέταση μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφων (ένορκες βεβαιώσεις) και όχι στα Ειρηνοδικεία για την αποφυγή του συνωστισμού στα Δικαστήρια.

2) Διεξαγωγή κανονικά των τυπικών συζητήσεων της νέας τακτικής διαδικασίας σε όλα τα δικαστήρια, αφού εκεί ούτως ή άλλως πρακτικά δεν υπάρχει προφορική διαδικασία.

3) Οι υποθέσεις στις οποίες δεν έχουν υποβάλλει δήλωση όλα τα διάδικα μέρη (ανεξαρτήτως διαδικασίας)  δεν εισάγονται προς συζήτηση και αναβάλλονται οίκοθεν.

4) Ως προς την εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων, εκδίκαση μόνο των υποθέσεων που υπάρχει κίνδυνος παραγραφής και αυτών στις οποίες υπάρχουν προσωρινά κρατούμενοι.

5) Ο επαναπροσδιορισμός των υποθέσεων που δεν θα συζητηθούν είναι αρμοδιότητα του Διευθύνοντος εκάστου δικαστικού σχηματισμού λαμβανομένων πάντα υπόψη των αποφάσεων των οικείων ολομελειών.

 

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΦΟΥΚΑΣ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ, ΜΕΛΟΣ ΔΣ ΕνΔΕ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΩΝΣΤΑ, ΕΦΕΤΗΣ, ΜΕΛΟΣ ΔΣ ΕνΔΕ

ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΒΕΡΓΩΝΗΣ, ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΕΦΕΤΩΝ

ΜΑΡΙΑ ΜΠΟΥΤΑΚΗ, ΠΡΩΤΟΔΙΚΗΣ

 

Για την αντιδιαλεκτική κριτική στις δικαστικές ενώσεις, Βασίλη Φαϊτά, Εφέτη ΔΔ, Γ. Γραμματέα της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

Βασίλης Φαϊτάς,
Εφέτης ΔΔ,  Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

Αθήνα,  21.11.2020

Κάποτε, όταν μια δικαστική ένωση στο πλαίσιο των καταστατικών της σκοπών (π.χ. στο πλαίσιο της ευθύνης της για την προαγωγή της νομικής επιστήμης) τοποθετείται δημόσια για επίκαιρα, ιδιαίτερης σημασίας, νομικά θέματα, εμφανίζονται κάποιες φωνές που μιλούν για «πολιτικοποίηση των δικαστικών ενώσεων» ! Έχει λοιπόν δικαίωμα μια δικαστική ένωση να αναδείξει π.χ. ότι ορισμένη (ιδιαίτερης σημασίας) νομική ρύθμιση παραβιάζει (κατά την νομική της αντίληψη) συνταγματικές διατάξεις, ότι προσβάλλει ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα ή θα πρέπει να μιλάει μόνο όταν θα θεωρεί ότι υπάρχουν αντισυνταγματικές διατάξεις στο νόμο για το πόθεν έσχες; Κι αν «πολιτικολογεί» και άρα δεν θα πρέπει να μιλάει στην πρώτη περίπτωση γιατί να μπορεί να μιλάει στη δεύτερη;
Οι δικαστές μιλάνε με τις αποφάσεις τους, λένε οι φωνές αυτές. Γιατί αλλιώς, λένε, προκαταλαμβάνεται ο φυσικός δικαστής που αύριο θα κληθεί να αποφανθεί για τη συνταγματικότητα των ίδιων διατάξεων. Το τελευταίο αυτό επιχείρημα έχει μια αληθοφάνεια και θα μπορούσε να πείσει εκείνους που επιμένουν σε επιφανειακή θεώρηση των πραγμάτων.
Το ότι «οι δικαστές μιλάνε με τις αποφάσεις τους» είναι αλήθεια. Είναι όμως όλη η αλήθεια; Οι δικαστές μιλάνε με τις αποφάσεις τους στο πλαίσιο του δικαιοδοτικού τους έργου. Όμως οι δικαστές δεν «μιλάνε» με άλλο τρόπο; Δεν κάνουν εισηγήσεις σε συνέδρια, σε ημερίδες και σε άλλες εκδηλώσεις; Δεν αρθρογραφούν για νομικά ζητήματα; Πόσες φορές δικαστές αναδεικνύουν μέσα από ένα συνέδριο ή με ένα άρθρο ότι ορισμένη νομική ρύθμιση παραβιάζει (κατά την νομική τους αντίληψη) συνταγματικές διατάξεις, ότι προσβάλλει ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα; Πόσες φορές ένα άρθρο δικαστή εκφράζει μία θέση για την έννοια μιας διάταξης; Προκαταλαμβάνεται άραγε και στις παραπάνω περιπτώσεις ο φυσικός δικαστής που αύριο θα κληθεί να αποφανθεί για τη συνταγματικότητα ή την έννοια των ίδιων διατάξεων;
Οι δικαστές επίσης «μιλάνε» στο πλαίσιο της δράσης των προβλεπόμενων στο ίδιο το Σύνταγμα δικαστικών ενώσεων. Ειδικότερα, «μιλάνε» με ανακοινώσεις, με δελτία τύπου, με υπομνήματα προς διάφορους θεσμικούς φορείς, ιδίως Υπουργούς και τη Βουλή των Ελλήνων. «Μιλάνε» επίσης στο πλαίσιο των συλλογικών μορφών δράσεων των δικαστικών ενώσεων. Αλήθεια, όταν καλείται μια δικαστική ένωση στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων ως φορέας να τοποθετηθεί για νομοσχέδια, για διατάξεις που είναι υπό διαμόρφωση, η γνώμη της προκαταλαμβάνει τους δικαστές που θα εκδικάζουν αύριο διαφορές ερειδόμενες στις διατάξεις αυτές (οι οποίες στο μεταξύ θα έχουν ψηφιστεί);  Ή μήπως στη συζήτηση που έγινε π.χ. το 2016 στις μεγάλες πανδικαστικές συγκεντρώσεις για το νέο Ασφαλιστικό (μία συζήτηση εξαιρετικού επιστημονικού επιπέδου) οι απόψεις πολλών δικαστών για αντισυνταγματικότητα ορισμένων διατάξεων προκατέλαβαν τάχα το φυσικό δικαστή που στη συνέχεια επιλήφθηκε των σχετικών υποθέσεων;
Είναι, τέλος, αδιαμφισβήτητο ότι οι δικαστές απολαμβάνουν το δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης (άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος και άρθρο 10 της ΕΣΔΑ) με τους περιορισμούς φυσικά που θέτει το Σύνταγμα (άρθρο 29 παρ. 3 εδ. α΄) ή ο νόμος (π.χ. άρθρο 91 παρ. 4 εδ. β΄ του ΚΟΔΚΔΛ). Ένα δικαίωμα που πρέπει να το ασκούν με τη μορφή εκείνη (επίπεδο επιστημονικού λόγου κλπ.) που συνάδει με το θεσμικό τους ρόλο.
Γιατί λοιπόν κάποιοι αντιλαμβάνονται ότι η παρέμβαση των ενώσεων και η τοποθέτησή τους για επίκαιρα, ιδιαίτερης σημασίας, νομικά θέματα, συνιστά μη επιτρεπτή μορφή «πολιτικοποίησης»; Ποιο είναι το σφάλμα της οπτικής τους;
Κάθε νόμος που τέθηκε σε ισχύ πάνω στη Γη οποτεδήποτε, από τα πρώτα χρόνια της αρχαίας δουλοκτητικής κοινωνίας έως σήμερα εμπεριείχε / εμπεριέχει έκφραση των γενικών συμφερόντων που απέρρεαν / απορρέουν από το δοσμένο κάθε φορά υλικό τρόπο παραγωγής. Αυτό ισχύει για όλους τους νόμους, από τον πιο σημαντικό έως το πιο ασήμαντο. Η νομική επιστήμη αναφέρεται στην κοινωνία, δηλαδή στις αμοιβαίες σχέσεις των ανθρώπων στη διαδικασία παραγωγής και ανταλλαγής, όπως άλλωστε και η πολιτική οικονομία. Και η μεν πολιτική οικονομία εξετάζει τις κοινωνικές σχέσεις με έμφαση την οικονομική τους πλευρά, η δε νομική επιστήμη  με έμφαση εκείνες τις πλευρές που τις εκπληρώνουν. Μεταξύ της οικονομίας και του δικαίου υπάρχει αλληλεπίδραση. Το δίκαιο είναι ένα από τα εποικοδομήματα της οικονομικής βάσης, πλην όμως επιδρά και αντίστροφα πάνω στις οικονομικές συνθήκες που το παρήγαγαν και δύναται να τις σταθεροποιεί.
Aκόμη και ο πρωτοετής φοιτητής της Νομικής που διδάσκεται ιστορία, φιλοσοφία και κοινωνιολογία του δικαίου γνωρίζει πως δεν υπάρχει κανένα νομικό θέμα (και το πιο ασήμαντο) που να μην αναφέρεται στην κοινωνική -οικονομική -πολιτική διαπάλη, η οποία διεξάγεται αντικειμενικά δημιουργώντας την ιστορική κίνηση και η οποία αγγίζει το σύνολο της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Δεν υπάρχει αμιγώς νομικό θέμα χωρίς να εμπεριέχει στοιχεία πολιτικής διαπάλης. Αυτό γίνεται πιο εμφανές στη συζήτηση μεγάλων νομικών θεμάτων.
Η μεταφυσική αντίληψη είναι λοιπόν αυτή που ευθύνεται για τέτοιου είδους κριτική στις δικαστικές ενώσεις. Οι δικαστικές ενώσεις δεν θα μπορούσαν να «εξαφανίσουν» εντελώς τα στοιχεία πολιτικής διαπάλης που ενυπάρχουν αντικειμενικά σε κάθε νομικό θέμα που αγγίζουν. Κανείς δεν θα μπορούσε να το κάνει. Σημασία έχει εάν το προσεγγίζουν με επίκεντρο τη νομική επιστήμη και εάν «μιλάνε» διαλεκτικά.

Ο επιστημονικός ρόλος των Δικαστικών Ενώσεων, Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ – Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Ο επιστημονικός ρόλος των Δικαστικών Ενώσεων

Χριστόφορου Σεβαστίδη,
ΔΝ Εφέτη,
Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

       Θεώρησα πιο συνετό να κάνω την παρέμβαση αυτή κρατώντας  χρονικά μια απόσταση από το γεγονός που μου έδωσε την αφορμή ώστε να είναι η κρίση μου περισσότερο αντικειμενική και ψύχραιμη και να έχουν κατασταλάξει οι απόψεις στο νομικό κόσμο.

       Στους καταστατικούς σκοπούς της Ένωσης περιλαμβάνεται και η προαγωγή της Νομικής Επιστήμης. Η διατύπωση επομένως νομικών απόψεων στη βάση του ορθολογισμού και της επιστήμης. Το δικαίωμα αυτό της Ένωσης μετατρέπεται σε επιβεβλημένο καθήκον κάθε φορά που διαπιστώνουμε να πλήττεται στον πυρήνα του ένα θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα, όταν παραβιάζεται από την Διοίκηση μια διάταξη του Συντάγματος. Κάθε προσβολή του Θεμελιώδους Νόμου αξιολογείται ως πληγή στη Δημοκρατία. Το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος στην παρ.2 ορίζει ότι «ο σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους  που συμφωνούν με αυτό  και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία  αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων». Με πόση μεγαλύτερη ένταση απευθύνεται  άραγε ο Συνταγματικός Νομοθέτης στους Δικαστικούς Λειτουργούς; Η έκφραση μιας δικαιοδοτικής κρίσης από τα αρμόδια Δικαστήρια δεν λειτουργεί συγκρουσιακά ούτε αποκλείει το δικαίωμα μιας επιστημονικής ένωσης να εκφράζει τις θέσεις της είτε με ανακοινώσεις είτε σε συνέδρια είτε με αρθρογραφία. Τις περισσότερες φορές υποθέσεις παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων από την κρατική εξουσία δεν φτάνουν στις αίθουσες των δικαστηρίων. Θα έπρεπε σε αυτές τις περιπτώσεις να εθελοτυφλούμε και να αρνούμαστε να τοποθετηθούμε;

       Η Ένωση μας τα τελευταία χρόνια, μετά το 2016, έδειξε ξεκάθαρα ότι δεν διστάζει να διατυπώνει τις επιστημονικές της θέσεις και να αναλαμβάνει  το κόστος αυτής της επιλογής. Την περίοδο 2016-2019 εκδώσαμε πολλές ανακοινώσεις υπέρ της αντισυνταγματικότητας μιας σειράς Νομοθετημάτων. Θυμίζω τους νόμους για το πόθεν έσχες , για τις τηλεοπτικές άδειες, την υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση, την απόπειρα μετατροπής των Ειρηνοδικών σε άμισθους Υποθηκοφύλακες. Η τότε Κυβέρνηση μας είχε χαρακτηρίσει Γραφείο Τύπου της Αντιπολίτευσης. Τα ίδια φαινόμενα αντιμετωπίζουμε και σήμερα. Ακατάπαυστη κριτική από την Κυβέρνηση και άμεση αμφισβήτηση του επιστημονικού μας ρόλου, αήθεις επιθέσεις  δημοσιογράφων, επικρίσεις ορισμένων πανεπιστημιακών, που θα είχαν αξία αν μας έπειθαν με νομικά επιχειρήματα και όχι ως νομικές αυθεντίες. Είναι γνωστή η μόνιμη δυσανεξία της εκτελεστικής εξουσίας στην κριτική ακόμα και αν αυτή γίνεται αποκλειστικά με κριτήρια επιστημονικά. Την κριτική αυτή όπως και τις συκοφαντίες, τις διαστρεβλώσεις τα χοντροκομμένα ψέματα, πρέπει να τα αντιλαμβανόμαστε σαν το αναγκαίο τίμημα για να διατηρήσουμε το δικαίωμα του λόγου. Από το δικαίωμα αυτό το σημερινό προεδρείο της Ένωσης  δεν θα παραιτηθεί, ούτε από φόβο θα επιλέξει τον ασφαλή δρόμο της σιωπής και της αποστασιοποίησης. Η στάση μας αυτή είναι συνειδητή και διαχρονική ανεξάρτητα από τις εναλλαγές των πολιτικών κομμάτων στην εξουσία. Οι πολιτικές εξελίξεις που πολλές φορές πυροδοτούνται μετά από κάποια ανακοίνωση μας η οποία στηρίζεται αποκλειστικά σε επιστημονικά επιχειρήματα, είναι πέρα από τους σκοπούς και τις επιδιώξεις μας και για αυτό πρέπει να μας αφήνουν αδιάφορους.

       Και λίγα λόγια για την τελευταία ανακοίνωση της Ένωσης: Η Ένωση εξέφρασε την άποψη της σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα Στο κατά πόσο η απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. να απαγορεύσει τις συναθροίσεις με τρόπο γενικό και απόλυτο σε όλη την Επικράτεια συνιστά αναστολή του δικαιώματος της συνάθροισης . Η νομολογία του ΣτΕ και η νομική θεωρία δεν έχουν εξαιρέσεις. Ο περιορισμός του δικαιώματος της συνάθροισης είναι θεμιτός μόνο όταν είναι αιτιολογημένος,  αφορά λόγους δημόσιας ασφάλειας και η απόφαση της Αστυνομικής Αρχής προσδιορίζει με ακρίβεια τον τόπο και τον χρόνο της συγκεκριμένης συνάθροισης που απαγορεύει. Μια γενική απαγόρευση χωρίς άλλη εξειδίκευση συνιστά αναστολή της συνταγματικής διάταξης και τέτοια αναστολή είναι νοητή μόνο στην κατάσταση πολιορκίας του άρθρου 48 του Συντάγματος και μετά από απόφαση της Βουλής. Το συμπέρασμα του συλλογισμού είναι προφανές. Η βαθιά ανησυχία που εξέφρασε η Διεθνής Αμνηστία για την γενική απαγόρευση των συναθροίσεων από τις Ελληνικές Αρχές και το κάλεσμα για ανάκληση της απόφασης δείχνει το μέγεθος του προβλήματος. Η Διεθνής Αμνηστία θεωρεί ότι η γενική απαγόρευση είναι δυσανάλογη και παραβιάζει τις υποχρεώσεις της Ελλάδας βάσει του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

       Η Ένωση δεν έλαβε καμία θέση  – ούτε δικαιούται να το κάνει – για την αναγκαιότητα η μη των συναθροίσεων στην επέτειο του Πολυτεχνείου. Ήταν καθαρά πολιτικό ζήτημα και αφορούσε αποκλειστικά τα πολιτικά κόμματα και τους φορείς. Η πανδημία αποτελεί αυτή τη στιγμή τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ανθρωπότητα. Οι περιορισμοί συνεπώς των δικαιωμάτων είναι σε ένα βαθμό θεμιτοί εφόσον είναι αιτιολογημένοι. Δεν μπορούν ωστόσο τα Κράτη να φτάνουν μέχρι το σημείο της πλήρους αναστολής ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στην λεπτή αυτή ισορροπία. Οι παρεμβάσεις του συλλογικού μας οργάνου πρέπει να αποσκοπούν στη διαφύλαξη αυτής της ισορροπίας.

Σχετικά με την από 15-11-2020 ανακοίνωση της ΕνΔΕ


                                                                              Αθήνα, 16-11-2020

Το Προεδρείο της ΕνΔΕ, με την από 15-11-2020 ανακοίνωσή του, έχει επιλέξει να τοποθετήσει την Ένωση στην πολιτική διαμάχη και μάλιστα σε ηγετικό ρόλο! Ταυτόχρονα, στο ζήτημα του καλπάζοντος κινδύνου της πανδημίας, της αποτροπής της μετατροπής των δικαστικών αιθουσών και γραφείων σε εστίες κινδύνου, της προστασίας της υγείας των μελών της Ένωσης, των Γραμματέων, των Δικηγόρων και των διαδίκων, επιδεικνύει αφωνία, μετά την ρήξη με τους συνδικαλιστικούς φορείς των δικηγόρων. Σήμερα που επείγει όσο ποτέ η προσαρμογή της ΚΥΑ λειτουργίας των δικαστηρίων, ο Πρόεδρος της ΕνΔΕ επιλέγει να ενταχθεί σε ένα πολιτικό μέτωπο, καταρρακώνοντας όχι μόνο το καταστατικό, αλλά και τη φύση της Ένωσης. Δεν μπορούμε να μείνουμε σιωπηλοί μπροστά σε αυτή την εκτροπή. Καλούμε όλους τους συναδέλφους, ανεξάρτητα από τις επιλογές τους στις πρόσφατες αρχαιρεσίες, σε εγρήγορση για την επαναφορά της Ένωσης στο ρόλο της, ως προασπιστή του ρόλου της δικαιοσύνης και προστασίας των μελών της και των μετεχόντων στην απονομή του Δικαίου. Δηλώνουμε ότι, δρώντας μέσα στα καταστατικά πλαίσια, θα επιχειρήσουμε κάθε ενέργεια για τον σκοπό αυτό.

 

      Δημήτριος Φούκας                          Ελευθερία Κώνστα

 

   Πρόεδρος πρωτοδικών                               Εφέτης

      Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ                                 Μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

Συνταγματική απαγόρευση πορείας Πολυτεχνείου 2020, Εμμανουήλ Φωτάκης, Ειρηνοδίκης Αθηνών

Αθήνα,  17/11/2020

Αναφορικά με την συνταγματικότητα ή μη της υπ’ αριθμ. 1029/8/18 Απόφασης του Αρχηγού Ελληνικής Αστυνομίας που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 5046/Β/14-11-2020, δυνάμει της οποίας  απαγορεύονται όλες οι δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις στο σύνολο της Επικράτειας (άρθρο 11 του Συντάγματος και ν. 4703/2020, Α’131) στις οποίες συμμετέχουν τέσσερα (4) ή περισσότερα άτομα και επαπειλούνται κυρώσεις τούτη ελήφθη σε εφαρμογή του Ν.. 4703/2020 για τις Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α 131/10.7.2020) . Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του Νόμου   αυτού, σκοπός είναι η διασφάλιση της άσκησης του δικαιώματος του συνέρχεσθαι δημοσίως σε υπαίθριο χώρο, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Συντάγματος και το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κατά τρόπον ώστε να μην εκτίθεται σε σοβαρό κίνδυνο η δημόσια ασφάλεια και να μην διαταράσσεται υπέρμετρα η κοινωνικοοικονομική ζωή ορισμένης περιοχής. Ειδικότερα το μεν άρθρο 11 του Συντάγματος προβλέπει δυνατότητα απαγόρευσης συναθροίσεως με  αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας της συνάθροισης επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια. Το δε άρθρο 11 της ΕΣΔΑ περί Ελευθερίας του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι προβλέπει ρητά ότι; « η άσκησις των δικαιωμάτων εις την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και εις την ελευθερίαν συναιτερισμού  δεν επιτρέπεται να υπαχθή εις ετέρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Το παρόν άρθρον δεν απαγορεύει την επιβολήν νομίμων περιορισμών εις την άσκησιν των δικαιωμάτων τούτων υπό μελών των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας ή των διοικητικών υπηρεσιών του Κράτους.»  Με την υπερνομοθετικής και υπερσυνταγματικής  ισχύος πρόβλεψη και της υγείας ως συστατικού στοιχείου  των επιτρεπόμενων ορίων του περιορισμού που ανέχεται για το προστατευόμενο δικαίωμα που περιορίζεται έως και πλήττεται ολοκληρωτικά , γίνεται σαφές ότι εφόσον αυτό το προστατευόμενο έννομο αγαθό (της ελευθερίας του συνέρχεσθαί) αντιπαρατεθεί με την αναγκαιότητα προστασίας της υγείας , η τελευταία προφανώς υπερτερεί. Πολλώ δε μάλλον υπό συνθήκες πανδημίας, ήτοι σε παγκόσμια κλίμακα επαπειλούμενης της υγείας για το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού.  Με τον τρόπο αυτό επεκτείνεται η έννοια της δημόσιας ασφάλειας για την οποία και το αρθρο 11 του Συντάγματος ομιλεί. 

Εν προκειμένω, η μόνη αντισυνταγματικότητα που μπορεί να εντοπίσει ο ψύχραιμος νομικός αναγνώστης της Απόφασης του Αρχηγού ΕΛΑΣ είναι αυτή της παράλειψης επίδειξης, αν όχι επισύναψης  της από την από 4.11.2020 γνώμης της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID-19, αλλά η απλή επίκλησή της , καθόσον αυτή αποτελεί προϋπόθεση που θέτει ο Συνταγματικός Νομοθέτης. Είναι σαφές ότι με αυτή την παράλειψη δύναται κατά τον παρεμπίπτον έλεγχο Δικαστηρίου της ουσίας που ήθελε αποφανθεί επί της συνταγματικότητας ή όχι της ως άνω απαγόρευσης να αποβεί καθοριστική στα πλαίσια των προϋποθέσεων που η Συνταγματική Διάταξη επιτάσσει , αλλά και της έλλειψης αιτιολογίας της γενικής απαγόρευσης και των εξειδικεύσεων που αυτή περιέχει με περιορισμό συναθροίσεων έως 4 προσώπων  Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκές ψήγμα για την θεμελίωση της επικαλούμενης παραβίασης του Συντάγματος  σε επίπεδο μάλιστα  γνωμοδότησης ή έκφρασης νομικής άποψης ενός επιστημονικού συλλόγου που επέλεξε να πάρει θέση αν και ουδέποτε το ζήτημα του ετέθη.  Από την άλλη η δημόσια έκφραση της γνώμης αυτής από το θεσμικώς ανώτατο και πολυπληθέστερο δικαστικό συνδικαλιστικό όργανο  ελλοχεύει κίνδυνο  δημιουργίας εσφαλμένων εντυπώσεων για το  σύνολο ή την πλειοψηφία των Δικαστών οι οποίοι φέρονται να συμφωνούν, αν και ουδόλως ερωτήθηκαν τουλάχιστον από όσους τους εκπροσωπούν. Η δεσμευτικότητα  απόψεων  ευτυχώς εξαντλείται στην  χρησιμοποίηση των περιεχόμενων επιχειρημάτων από παραβάτες της απαγόρευσης  και επίκλησης από αυτούς του κύρους με το οποίο περιβάλλονται, προκειμένου να υπερασπιστούν την παραβατική τους συμπεριφορά, αλλά ακριβώς αυτό το κύρος των Δικαστών οφείλουμε να προστατεύσουμε από οποιονδήποτε το απειλεί είτε εκουσίως είτε ακουσίως . 

Εμβαθύνοντας περαιτέρω, σημειώνουμε ότι στον στενό πυρήνα του βαλλόμενου δικαιώματος της ελευθερίας του συνέρχεσθαι βρίσκεται η συνάθροιση . Στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου (εδαφ. 3) δίδεται ο ορισμός της  Κινούμενης συνάθροισης ή «πορείας» και οριζόμενης ως η πεζή ή εποχούμενη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, η οποία πραγματοποιείται με μετακίνηση των συμμετεχόντων ή μέρους των συμμετεχόντων σε συγκεκριμένη οδική διαδρομή. Επομένως , η μετακίνηση αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος . Με τα ληφθέντα μέτρα επιδημιολογικού συναγερμού της 7ης  Νοεμβρίου 2020 (ΦΕΚ 4899/Β/6-11-2020) σχετική Κοινή Υπουργική Απόφαση Δ1α/Γ.Π.οικ.: 71342, προβλέφθηκε και εφαρμόζεται ο περιορισμός της κυκλοφορίας μετά την 9η βραδινή ώρα και οι περαιτέρω περιορισμοί και καταστρατηγήσεις ατομικών δικαιωμάτων ,  προκειμένου να αποφευχθεί κατά κύριο λόγο ο συγχρωτισμός των πολιτών και η περαιτέρω διασπορά του θανατηφόρου ιού . Εντός αυτού του πλαισίου  η κινείται και η απαγόρευση του Αρχηγού ΕΛΑΣ.  

Σε κάθε περίπτωση η εν λόγω Απόφαση, παρότι επικαλείται ότι εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του κυρωθέντος από την Βουλή  ν. 4703/2020 , στην πραγματικότητα φαίνεται να υπηρετεί και να εμπνέεται περισσότερο από  τα οριζόμενα και τις προβλέψεις  του άρθρου 68 παρ. 2 της ΠΝΠ 20.3.2020 (ΠΝΠ  ΦΕΚ Α 68 2020) η οποία κυρώθηκε βάσει του άρθρου 44 παρ. 1 Σ με το άρθρο  1 Ν. 4683/2020 και κατέστη τυπικός νόμος , όπου ορίζεται επί λέξει ότι : «2. Για επιτακτικούς λόγους αντιμετώπισης σοβαρού κινδύνου δημόσιας υγείας που συνίστανται στη μείωση του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, είναι δυνατόν, με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας μετά από γνώμη της Εθνικής Επιτροπής προστασίας της Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID-19, να επιβάλλεται, για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα, σε όλη την Επικράτεια ή σε ορισμένη μόνο περιοχή, απαγόρευση δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων, στις οποίες συμμετέχει ένας ελάχιστος αριθμός ατόμων. Με την ίδια απόφαση μπορούν να προβλέπονται διοικητικά πρόστιμα σε περίπτωση παραβίασης της διάταξης του προηγούμενου εδαφίου, υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής άλλων κυρώσεων που προκύπτουν από την κείμενη νομοθεσία» . 

Όσο για την αρχή της αναλογικότητας, δυστυχώς οι αμείλικτοι αριθμοί των νεκρών (71 νεκροί στις 15 Νοέμβρη , 59 στις 16  ενώ συνολικά, από την αρχή της πανδημίας, 1.165 καταγεγραμμένα θύματα του ιού στην Ελλάδα) και δεδομένης της εμπειρίας των παρελθόντων ετών για τον τρόπο εορτασμού της επετείου της 17 Νοεμβρίου 1973, καθιστούν το περιοριστικό της ελευθερίας μέτρο  μη υπερβαίνων τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου της προστασίας της δημόσιας υγείας, για την οποία έχει εκ του Συντάγματος (αρθρ.21) η πολιτεία υποχρέωση να μεριμνά. 

Τέλος, σημειώνουμε ότι η Δικαστική εξουσία ελέγχει τις άλλες δύο εξουσίες (εκτελεστική και νομοθετική)  και δεν εμπλέκεται περαιτέρω στο έργο τους. Δεν προεξοφλεί την ορθότητα ή το σφάλμα τους και δεν επιχειρεί αυτή να διαμορφώσει την πολιτική επικαιρότητα , αλλά επεμβαίνει μόνο όταν της ζητηθεί ή κρίνεται απαραίτητο από τις συνθήκες. Οφείλει να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση, όταν εκφέρει άποψη για ζητήματα που άπτονται των καταστατικών σκοπών της και της επιστήμης που υπηρετεί . Διατυπώνει τις απόψεις της κατά κανόνα δια των αποφάσεων των λειτουργών της και δη εξατομικευμένα για κάθε υπόθεση που άγεται ενώπιον της, μη δεσμεύοντας  μάλιστα κάθε απόφαση τις επόμενες , έστω και εάν αυτές είναι συναφείς ή ακόμη και όμοιες. Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων εκ  του θεσμικού της ρόλου μπορεί να συμμετέχει στην όποια επιστημονική συζήτηση , και να εκφράζεται δια του Συμβουλίου της , το οποίο πρέπει να ακούγεται με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη καταγραφή όλων των απόψεων μιας και η εκπροσώπηση βάσει καταστατικού επέρχεται με την επιλογή προσώπων (καθόσον ενιαίο το ψηφοδέλτιο κατά τις αρχαιρεσίες ) κι όχι συνδυασμών ή ομάδων με συγκεκριμένη ατζέντα και ιδεολογικό προσανατολισμό . Και τούτο διότι έτσι εξασφαλίζεται μεγαλύτερη αμεσότητα στην εκπροσώπηση και αποτυπώνεται έξωθεν η πραγματική βούληση του Δικαστικού Σώματος εκπεφρασμένου δια των πλειοψηφιών , όπως διαμορφώνεται ανά περίπτωση και όχι με την επικράτηση της άποψης ολίγων ή και ενός που ηγείται υποστηριχθέντος  άπαξ από τη πλειοψηφία που τον εξέλεξε . 

Μάνος Φωτάκης

Ειρηνοδίκης Αθηνών

Μέλος του ΔΣ της 

Ένωσης Δικαστών 

και Εισαγγελέων Ελλάδος