Συνέντευξη του Προέδρου της ΕΔΕ κ. Χριστόφορου Σεβαστίδη στον Real FM – 09/04/2019

Θέσεις επί των σχεδίων του ΠΚ και ΚΠΔ, Μαργ. Στενιώτη, Κων/νου Βουλγαρίδη, Γρ. Κομπολίτη

 

ΘΕΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ  ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ   

                     Μαργαρίτας Στενιώτη, Εφέτη,

                     Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών

                     Γρηγόρη Κομπολίτη, Ειρηνοδίκη

 

Η αναγκαιότητα επανεξέτασης του ποινικού μας συστήματος και εκσυγχρονισμού αυτού είχε τονισθεί επανειλημμένα απ’ όλο το  νομικό κόσμο, δεδομένου ότι η θέση σε ισχύ των βασικών νομοθετήματων ανάγεται σε χρόνο, που οι οικονομικοκοινωνικές συνθήκες της χώρας μας ήταν διαφορετικές. Επομένως, η διαμόρφωση ενός κανονιστικού πλαισίου που να στοχεύει στον εκσυγχρονισμό του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης ήταν επιβεβλημένη.

Οι θέσεις μας, που θα εκτεθούν κατωτέρω, πρέπει να σημειώσουμε, ότι δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν πλήρεις, λόγω του περιορισμένου χρόνου διαβούλευσης των σχεδίων των εν λόγω Κωδίκων. Αντίθετα διακρίνονται για τον αποσπασματικό τους χαρακτήρα κατά τη διατύπωση προτάσεων,  αντιρρήσεων και διορθώσεων.

 

Γενικές παρατηρήσεις

Μέσα στα σχέδια και των δύο Κωδίκων διαφαίνεται η αλλαγή  της φιλοσοφικής προσέγγισης του ποινικού συστήματος της χώρας μας, η προσπάθεια να συμβαδίσει η χώρα μας με τις σύγχρονες τάσεις και να ανταποκριθεί στις διεθνείς και ευρωπαϊκές  δεσμεύσεις για τον εξορθολογισμό της απονομής της ποινικής Δικαιοσύνης από άποψη κόστους και χρόνου και η αντιμετώπιση του υπερπληθυσμού των σωφρονιστικών καταστημάτων. Συγκεκριμένα παρατηρείται:

Α. Εισαγωγή των βασικών αρχών της Αποκαταστατικής – Επανορθωτικής Δικαιοσύνης, δηλαδή ενός ποινικού συστήματος,  που σκοπό έχει τη συμφιλίωση των αντίδικων πλευρών μέσα από θεσμοθετημένες νομικές διαδικασίες και παράλληλα τη συμφιλίωση του δράστη με την κοινωνία π.χ με την πρόβλεψη  ως κύριας ποινής της επιβολής κοινωφελούς εργασίας, που συμβάλλει στη μη περιθωριοποίηση του δράστη.

Β. Εισαγωγή εναλλακτικών διαδικασιών επίλυσης της διαφοράς ως  μέσου εξορθολογισμού της ποινικής διαδικασίας.

Γ . Εξορθολογισμός των ποινών, που βρίσκεται σε σύμπνοια με την ελληνική νομική παράδοση και την επιεική νοοτροπία, που διαπνέει την τελευταία.  

Ωστόσο, επειδή πρόκειται για μία ριζική μεταρρύθμιση οφείλουμε να κάνουμε δύο επισημάνσεις ως προς τα σχέδια, κυρίως δε του Ποινικού Κώδικα και αυτές είναι: η μη αντιμετώπιση του φαινομένου ποινικοποίησης των αστικών διαφορών, που επιβαρύνει ιδιαίτερα τα ποινικά Δικαστήρια και η μη ενσωμάτωση τουλάχιστον μέρους του μεγάλου αριθμού των ειδικών ποινικών νόμων στον Ποινικό Κώδικα με κατηγοριοποίηση αδικημάτων.      

Τοποθέτηση επί του σχεδίου του Ποινικού Κώδικα.

Θετικά αξιολογείται:  

  1. η διεύρυνση της έννοιας των «οικείων» (άρθρο 13 περ. β σχΠΚ)
  2. η δυνητικά ευνοϊκότερη αντιμετώπιση του δράστη εγκλήματος που τελείται με παράλειψη (άρθρο 15 παρ. 2 σχΠΚ)
  3. ο καθορισμός χρόνου τέλεσης της πράξης μόνο του χρόνου κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει (άρθρο 17 σχΠΚ)
  4. ο πληρέστερος ορισμός της συναυτουργίας (άρθρο 45 σχΠΚ)   
  5. η εισαγωγή του θεσμού της κοινωφελούς εργασίας, ως κύριας ποινής, που θα  εκτελείται σε δημόσιες υπηρεσίες, ΟΤΑ κλπ. (άρθρο 55 σχΠΚ). Με την παρατήρηση, όμως, της ανυπαρξίας ελεγκτικών μηχανισμών εκτέλεσης της ποινής.
  6. η κατάργηση της αυτοδίκαιης αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων και των αποτελεσμάτων αυτής και η πρόβλεψη μόνο παρεπόμενων ποινών αποστέρησης θέσεων και αξιωμάτων, απαγόρευσης άσκησης επαγγέλματος, δήμευσης περιουσιακών στοιχείων κλπ.  (άρθρο 59 σχΠΚ)
  7. το πλήρες νομοθετικό πλαίσιο της δήμευσης περιουσιακών στοιχείων, ως παρεπόμενης ποινής (άρθρο 68 σχΠΚ)  
  8. η κατάργηση της μετατροπής της ποινής σε χρήμα στα πλημμελήματα (άρθρο 82 σχΠΚ),
  9. ο επανακαθορισμός  της ελαφρυντικής περίστασης «του προτέρου εντίμου βίου» με την εισαγωγή του όρου «σύννομη ζωή» (άρθρο 84 σχΠΚ)      
  10. η αναμόρφωση του κεφαλαίου των ποινών με τον εξορθολογισμό αυτών, δεδομένου ότι τα «ελαφρά» πλημμελήματα τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης έως τρία έτη, οι οποίες αναστέλλονται με όρους ή δίχως, πλην εξαιρέσεων υποτροπής, ενώ τα «βαριά» πλημμελήματα, τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης από τρία έως πέντε έτη, ποινή η οποία και θα εκτίεται (θετική η πραγματική έκτιση σχΠΚ 99). Ως προς τα κακουργήματα προβλέπεται ποινή από 5 έως 15 έτη κάθειρξης, δηλαδή μείωση του ανώτατου ορίου κάθειρξης (σχΠΚ52). Ωστόσο, πρέπει η μείωση του ανώτατου ορίου να αντιμετωπισθεί συνδυαστικά με το άρθρο 105Β σχΠΚ, που προβλέπει την υφ’ όρον απόλυση, δεδομένου ότι ο χρόνος  πραγματικής έκτισης της ποινής στα κακουργήματα μειώνεται υπερβολικά και δυσανάλογα με την απαξία των εν λόγω πράξεων.  
  11. η πρόβλεψη δεκαπενταετούς παραγραφής των κακουργημάτων, πλην  της ειδικής εικοσαετούς παραγραφής για τα αδικήματα, που ο νόμος προβλέπει ποινή ισόβιας κάθειρξης, διότι ή αρχή του Κράτους Δικαίου επιβάλλει την ταχεία εκκαθάριση των δικαστικών υποθέσεων (άρθρο 111 σχΠΚ)
  12. η ποινική αντιμετώπιση δραστών νεαρής ηλικίας, 18 έως και 25 ετών,  ως και οι ανήλικοι (άρθρο 133 σχΠΚ)
  13. η αντικατάσταση της πράξης της αντίστασης από την ευρύτερη πράξη υπό τον τίτλο «βία κατά υπαλλήλων και δικαστικών προσώπων»  (άρθρο 167 σχΠΚ)
  14. η πρόβλεψη της άδικης πράξης της αθέμιτης επιρροής σε δικαστικό λειτουργό ή διαιτητή ή ένορκο για πράξεις που ανάγονται στα καθήκοντα τους (άρθρο 167Α σχΠΚ).
  15. η κατάργηση του άρθρου  195 του ισχύοντος ΠΚ περί κατάρτισης ένοπλης ομάδας, ως παρωχημένης διάταξης και άνευ εφαρμογής
  16. η κατάργηση του άρθρου 247 του ισχύοντος ΠΚ περί του αξιόποινου χαρακτήρα  της απεργίας των δημοσίων υπαλλήλων, η οποία είχε περιπέσει σε αχρησία και ήταν αναχρονιστική
  17. η κατάργηση του αναχρονιστικού  ν. 1608/50, σύμφωνα με τον οποίο περιουσιακά εγκλήματα επέσυραν ποινές μεγαλύτερες απ’ αυτά κατά της ανθρώπινης ζωής (άρθρο 462 σχΠΚ)

 

Αρνητικά αξιολογείται:

 

  1. η κατάργηση της απρόσφορης απόπειρας ( άρθρο 43 ΠΚ), διότι αν και αμφιλεγόμενη έννοια του Ποινικού Δικαίου, δεν παύει να στοιχειοθετείται με δράση στρεφόμενη κατά ορισμένου έννομου αγαθού
  2. η εξομοίωση της άμεσης με την απλή συνέργεια (σχΠΚ 47)
  3. η πρόβλεψη ως ελαφρυντικής περίπτωσης και της μη εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου (σχΠΚ 84 παρ. 3)
  4.  η ανάθεση της εποπτείας για την τήρηση των υποχρεώσεων του υπό όρο απολυομένου  και σε εταιρεία προστασίας αποφυλακιζομένων (άρθρο 106 παρ. 3 σχΠΚ). Απαιτείται διευκρίνιση ως προς την νομική της μορφή.      
  5. Η κατάργηση του άρθρου 81 Α, ήτοι του ειδικού πλαισίου ποινών για το έγκλημα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά και η λήψη μόνο υπόψη του ρατσιστικού κινήτρου κατά την επιμέτρηση της ποινής  (άρθρο 79 παρ. 5 σχΠΚ)
  6.  η πρόβλεψη ως ανώτατο όριο της συνολικής ποινής φυλάκισης επί αληθινής κατ’ ιδέαν συρροής στην ανθρωποκτονία από αμέλεια τα πέντε (5) έτη (σχΠΚ 94 παρ. 2) από δέκα (10), που προβλέπει ο ισχύον ΠΚ.
  7. Ειδικά για την εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187 σχΠΚ)

Α. Διευρύνεται η έννοια της εγκληματικής οργάνωσης, δεδομένου ότι για τη στοιχειοθέτηση αυτής προβλέπεται η διάπραξη όλων των κακουργημάτων, με απάλειψη της απαρίθμησης κακουργημάτων της ισχύουσας διάταξης.

Β. Στο ισχύον άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα η συγκρότηση ή ένταξη σε εγκληματική οργάνωση τιμωρείται με κάθειρξη 5 έως 10 ετών και η διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης τιμωρείται με πλαίσιο ποινής 10 – 20 έτη. Στην προτεινόμενη διάταξη το πλαίσιο ποινής για την πράξη της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης μειώνεται από 5 – 10 έτη κάθειρξης και  στην παρ. 2 του άρθρου 187 σχΠΚ η διεύθυνση προβλέπεται ως επιβαρυντική περίσταση, με συνέπεια το ανώτατο όριο ποινής να καθορίζεται σε κάθειρξη 15 ετών, που είναι και το ανώτατο όριο της πρόσκαιρης κάθειρξης. Ωστόσο, επειδή ο διευθύνων την εγκληματική οργάνωση έχει ξεχωριστό, σημαντικό, και καθοδηγητικό ρόλο θα πρέπει η απαξία της πράξης του  ν’ αντιμετωπισθεί αυτοτελώς με την πρόβλεψη ποινής κάθειρξης 10 – 15 ετών.

  1. Η διαζευκτική πρόβλεψη της ποινής πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον 10 ετών στην ανθρωποκτονία εκ προθέσεως (άρθρο  299 παρ. 1 σχΠΚ).
  2. Βιασμός (άρθρο 336 σχΠΚ) – Εξαναγκασμός σε γενετήσια πράξη (άρθρο 343 σχΠΚ)

Το νέο άρθρο 336 σχΠΚ προβλέπει αυστηρότερες προϋποθέσεις για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος  Το ανωτέρω άρθρο καθώς και το άρθρο 343 του σχΠΚ (εξαναγκασμός σε γενετήσια πράξη) θέτουν ως προϋπόθεση εφαρμογής τους την κατάργηση της βούλησης του θύματος ή τον περιορισμό της, κατά την τέλεση των ως άνω πράξεων ενώ ορθό θα ήταν να εισαχθεί ως προϋπόθεση η «έλλειψη ελεύθερης συναίνεσης του θύματος». Η δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων (π.χ. γυμνών φωτογραφιών, προσωπικών στιγμών μέσω διαδικτύου κλπ.) με σκοπό τον εξαναγκασμό σε γενετήσια πράξη  και εν τέλει ο εξαναγκασμός σε τέτοια, φαινόμενο το οποίο έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις και εμπίπτει στο πεδίο ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 343 παρ. 2 σχΠΚ αντιμετωπίζεται με άκρα επιείκεια και δυσανάλογα με την απαξία της πράξης αυτής.

  1. η κατ’ έγκληση δίωξη της κλοπής (άρθρα 381 παρ. 1 σχΠΚ). Η πρόβλεψη αυτή γεννά πολλά προβλήματα, π.χ. στην περίπτωση που καταλαμβάνεται ο δράστης από αστυνομικά όργανα να αφαιρεί ξένα πράγματα π.χ. οικίας και απουσιάζει ο παθών.  Η μόνη νόμιμη ενέργεια των αστυνομικών οργάνων είναι η προσαγωγή του δράστη στο αστυνομικό τμήμα, η αναζήτηση και ανεύρεση του παθόντος άμεσα, η κλήση του, ώστε να προσέλθει στο επιληφθέν αστυνομικό τμήμα και κατόπιν η υποβολή σχετικής έγκλησης. Προτείνεται η μη τροποποίηση της παραπάνω διάταξης και επίσης να παραμείνει κακουργηματικής μορφής η πράξη της κλοπής ή ληστείας κατ’ επάγγελμα (άρθρο 374 παρ. 1 σχΠΚ).
  2. Η αυθαίρετη τροποποίηση των προβλεπόμενων ποινών σε ειδικούς ποινικούς νόμους (σχΠΚ 463), π.χ. όπου απειλείται κάθειρξη έως δέκα ετών, αυτή μετατρέπεται σε φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή, δίχως να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, η βαρύτητα κλπ. κάθε εγκλήματος.    
  3. Ειδικά για την κατάργηση των πταισμάτων. Το σχΠΚ διακρίνει τα  ποινικά αδικήματα σε κακουργήματα και πλημμελήματα και συνεπώς  καταργεί δια παραλείψεως τα πταίσματα, είτε αυτά προβλέπονται στον ισχύοντα ΠΚ είτε σε ειδικούς ποινικούς νόμους (Κ.Ο.Κ., Αστυνομικές διατάξεις κλπ.). Η συλλήβδην κατάργηση των πταισμάτων προκαλεί προβληματισμό,  και ναι μεν τα σοβαρά μετατρέπονται σε πλημμελήματα τα υπόλοιπα δε θα τιμωρούνται ως διοικητικές παραβάσεις με πρόστιμα. Συνέπεια της τελευταίας αυτής μετατροπής είναι οι αντιρρήσεις κατά της επιβολής των προστίμων να  εισάγονται προς εκδίκαση στα Διοικητικά Δικαστήρια, που σημαίνει επιπρόσθετο κόστος για τον πολίτη, δεδομένου ότι ενώπιον του πταισματοδικείου ο κατηγορούμενος, κατά κανόνα, εμφανίζεται δίχως συνήγορο υπεράσπισης. Οι αντιρρήσεις αυτές δεν δύνανται να εκδικάζονται από τα πταισματοδικεία, όπως σχετική άποψη διατυπώθηκε, διότι από την επιβολή διοικητικού προστίμου αναφύεται Διοικητικού Δικαίου διαφορά. Η κατάργηση δε αυτή των πταισμάτων δεν λαμβάνει υπόψη την κοινωνική πραγματικότητα και το γεγονός ότι η πρόβλεψη πταισματικών παραβάσεων και η απειλούμενες ποινές συμβάλλουν στη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης, της δημόσιας ασφάλειας και της δημόσιας υγείας, σκοπός, ο οποίος δεν επιτυγχάνεται με τις διοικητικές κυρώσεις. Συνεπώς, απαιτείται επανεξέταση της κατάργησης αυτών.

  

Τοποθέτηση επί του σχεδίου του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Θετικά αξιολογούνται:

 

  1. οι νέοι θεσμοί της ποινικής συνδιαλλαγής (άρθρα 301, 302 σχΚΠΔ), της ποινικής διαπραγμάτευσης (άρθρο 303 σχΚΠΔ) και της ποινικής διαταγής (άρθρο 409 σχΚΠΔ), οι οποίοι θα συμβάλλουν στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων και στην επιτάχυνση της απονομής της ποινικής Δικαιοσύνης, με την προϋπόθεση, όμως, ότι θα υπάρξουν οι απαιτούμενες υποδομές, το απαιτούμενο ανθρώπινο δυναμικό και η εκπαίδευση αυτού. Οι θεσμοί της ποινικής διαπραγμάτευσης και της ποινικής συνδιαλλαγής εναρμονίζονται με τις, αγγλοσαξωνικής προέλευσης, θεσμοθετημένες νομικές διαδικασίες, που στοχεύουν στη συμφιλίωση, είναι ενσωματωμένες και λειτουργούν εντός του επίσημου ποινικού συστήματος απονομής της δικαιοσύνης και ο ρόλος του διαμεσολαβητή ανατίθεται στους εισαγγελείς. Ειδικά, ο θεσμός της ποινικής συνδιαλλαγής, κατά τον οποίο ο Εισαγγελέας θα μπορεί να προτείνει ποινή στον κατηγορούμενο πριν την άσκηση ποινικής δίωξης με δεδομένη την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας ανταποκρίνεται στη διεθνή άποψη της θεωρίας της επικοινωνίας με το δράστη, ώστε αυτός ν’ αποδεχθεί την τιμωρία και το νόημα μεταμέλειας που αυτή περικλείει.

Όσον αφορά την ποινική διαταγή, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μεταφορά της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής των αστικών διαφορών και ανακοπής κατ’ αυτής στην ποινική διαδικασία. Θεσμός γνωστός στις Ευρωπαϊκές χώρες και ιδίως στη Γερμανία, που θεωρείται και επιτυχημένος.  Αποσκοπεί στην αποσυμφόρηση των Δικαστηρίων, δίχως να θίγεται το δικαίωμα ακρόασης και υπεράσπισης των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και συνακόλουθα να παραβιάζεται το Σύνταγμα και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι ο καταδικασθείς μπορεί να υποβάλλει αντιρρήσεις και να επακολουθήσει  ακροαματική διαδικασία στο ποινικό δικαστήριο.

  1. Η πρόβλεψη, στον Κώδικα πλέον, Εισαγγελέων Ειδικών Καθηκόντων  και δη του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος (άρθρο 33 σχΚΠΔ) και του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς (άρθρο 35 σχΚΠΔ), θεσμοί ήδη επιτυχημένοι, η αποτελεσματικότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, όπως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η αναγκαιότητα  ύπαρξης εξειδικευμένων εισαγγελικών λειτουργών για τα ως άνω πολύπλοκα εγκλήματα.
  2. η κατάργηση του παραβόλου υποβολής έγκλησης (άρθρο 51 σχΚΠΔ)
  3. η τροποποίηση των διατάξεων για την πολιτική αγωγή και η  πρόβλεψη παράστασης του δικαιούμενου αποζημίωση κλπ. κατά τον Αστικό Κώδικα ενώπιον ποινικού δικαστηρίου για υποστήριξη της κατηγορίας (άρθρα 63 επ. σχΚΠΔ)     
  4. οι διατάξεις οι σχετικές με την κύρια ανάκριση (άρθρα 246 επ.  σχΚΠΔ)

Αρνητικά αξιολογείται:

 

  1. η κατάργηση των πταισματοδικείων ως δικαστηρίων που ασκούν και ποινική δικαιοδοσία (άρθρο 1 σχΠΚ), δεδομένου ότι θα υφίστανται ως οργανικές μονάδες, προκειμένου οι πταισματοδίκες (και ειρηνοδίκες) να ενεργούν προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση, κατά το άρθρο 31 σχΚΠΔ.
  2. η τροποποίηση της αρμοδιότητας των Μονομελών και Τριμελών Πλημμελειοδικείων, με επιβάρυνση και πάλι των Τριμελών Πλημμελειοδικείων (άρθρα 112,115 σχΚΠΔ)
  3. Ο περιορισμός της αρμοδιότητας του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων μόνο στην ποινική συνδιαλλαγή και διαπραγμάτευση (άρθρο 110 σχΚΠΔ). Η τροποποίηση αυτή παραγνωρίζει την αποτελεσματική λειτουργία των ανωτέρω Δικαστηρίων έως σήμερα και τη συμβολή τους στην  επιτάχυνση της εκδίκασης των ποινικών υποθέσεων, που υπάγονταν στην αρμοδιότητά τους με την έκδοση ποιοτικών αποφάσεων επ’ αυτών καθώς και το γεγονός συγκρότησης αυτών από έμπειρους Δικαστές με υπηρεσία άνω των 20 ετών.       

Μία γενική παρατήρηση. Στο σχέδιο του εν λόγω Κώδικα διαφαίνεται η δυσπιστία απέναντι σε Δικαστήρια συγκροτούμενα από ένα Δικαστή, ανεξαρτήτως βαθμού και αντίθετα η εμπιστοσύνη στις πολυμελείς συνθέσεις, οι οποίες, όπως είναι γνωστό, λόγω του τεράστιου εργασιακού φόρτου των Δικαστών (και Εισαγγελέων) των πολλαπλών καθηκόντων και υπηρεσιών που εκτελούν, είναι δυσλειτουργικές (π.χ. στην περίπτωση των δικών με μεγάλη διάρκεια και πολλές διακοπές συνεδριάσεων, που στα Εφετεία αποτελούν τον κανόνα). Η Επιτροπή, φρονούμε, θα έπρεπε, λαμβάνοντας υπόψη στατιστικά στοιχεία (ποσότητας – ποιότητας) να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση της ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων των μονομελών Δικαστηρίων.  

  1. η μη πρόβλεψη για το ποιες αποφάσεις πρέπει να καθαρογράφονται (άρθρο 142 σχΚΠΔ). Η καθαρογραφή όλων δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τις υπάρχουσες υποδομές και το προσωπικό που υπηρετεί στα Δικαστήρια.
  2. η πρόβλεψη φωνοληψίας της διαδικασίας απ’ όλους τους παράγοντες της δίκης σε κάθε περίπτωση και όταν ακόμη δεν τηρούνται με φωνοληψία τα επίσημα πρακτικά της δίκης (άρθρο 143 παρ. 3 και 6 σχΚΠΔ)    
  3. η ρύθμιση περί ορισμού εισηγητή δικαστή στην εκδίκαση κακουργημάτων (άρθρο 333 παρ. 1 σχΚΠΔ). Η ρύθμιση δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό, αντίθετα δυσχεραίνει το ήδη επιβαρυμένο έργο των Δικαστών.   

Τέλος, πρέπει ν’ αναφέρουμε και να μας προβληματίσει το φαινόμενο ατιμωρησίας που θα παρατηρηθεί, με την εφαρμογή του νέου Ποινικού Κώδικα, δεδομένου ότι, κατ’ εφαρμογή της βασικής αρχής του ευμενέστερου για τον κατηγορούμενο νόμου στις εκκρεμείς υποθέσεις, χιλιάδες εξ αυτών θα υποπέσουν σε παραγραφή.  

                             

                     Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης

                     Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών

                     Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης

 

Παρατηρήσεις επί των νέων σχεδίων ΠΚ και ΚΠΔ, Εφετειακής Επιτροπής Πατρών

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ

 

ΕΦΕΤΕΙΑΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΝΟΜΩΝ ΠΚ ΚΑΙ ΚΠΔ (ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1/02.04.2019).

(Εισήγηση Αντωνίου Αλαπάντα, Προέδρου Πρωτοδικών, με κάποιες τροποποιήσεις και προσθήκες)

 

Γενική παρατήρηση: οι αλλαγές στους κώδικες αυτούς έχουν μεγάλη σπουδαιότητα και κοινωνικό αντίκτυπο και δεν μπορούν να γίνουν βιαστικά, χωρίς ουσιαστική και μακρόχρονη διαβούλευση με την κοινωνία και τους σχετικούς φορείς (Δικαιοσύνη, Νομικές Σχολές, επιστημονικούς και επαγγελματικούς συλλόγους). Εξ άλλου, η ισχύς των νέων αυτών κωδίκων πρέπει να μετατεθεί τουλάχιστον ένα εξάμηνο μετά την ψήφιση τους για να μπορούν να αφομοιωθούν από τους εφαρμοστές οι σημαντικές αλλαγές σε αυτούς.

Α.- ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ –ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ  ΣΤΟ ΝΕΟ Π.Κ

1.- Λάθος η κατάργηση της μετατροπής της ποινής σε χρήμα στα πλημ/τα (άρθρο 82 ΠΚ), ορθή η εισαγωγή της κοινωφελούς εργασίας ως κύριας ποινής (νέο άρθρο 55 ΠΚ), με (αναγκαία) άμεση ενίσχυση όμως των υποδομών εφαρμογής της. Λάθος η υποχρεωτική πραγματική έκτιση (σε σωφρονιστικό κατάστημα) των ποινών στα «βαριά» πλημ/τα (από 3 έως 5 έτη Π.Φ, αρ. 99 νέου ΠΚ). Στα πλημ/τα αυτά πρέπει να υπάρχει (εκτός από τη δυνατότητα μετατροπής σε χρήμα της ποινής φυλάκισης  ή την παροχή κοινωφελούς εργασίας), η δυνατότητα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αναστολής της ποινής υπό όρους και επιτήρηση (ισχύον άρθρο 100 ΠΚ).

2.- Λάθος η μείωση του ανώτατου ορίου ποινής για τα κακουργήματα (με το νέο αρ. 52 ΠΚ) στα 15 έτη κάθειρξης (από 20 έτη), με δεδομένο ότι προβλέπεται (στο νέο άρθρο 105 Β ΠΚ) η υφ΄ όρον απόλυση με την έκτιση (και πλασματικά) των 3/5 της ποινής και πραγματικά (σε σωφρονιστικό κατάστημα) με την έκτιση (τουλάχιστον) των 2/5 αυτής (επομένως ανώτερο όριο έκτισης της ποινής 9 και 6 έτη αντίστοιχα). Δημιουργείται ζήτημα ως προς το σκοπό της ποινής (ειδική και γενική πρόληψη), ενώ παραμένει (και με το νέο ΠΚ) μεγάλη η διαφορά μεταξύ του ύψους των προβλεπόμενων (και επιβαλλόμενων από την ανεξάρτητη Δικαιοσύνη) ποινών κάθειρξης και του χρόνου πραγματικής έκτισης τους. Ορθή πάντως η κατάργηση της ποινής της ισόβιας κάθειρξης για τα οικονομικά εγκλήματα (κατάργηση ν. 1608/1950).

3.- Η υφ΄ όρον απόλυση του καταδίκου (αρ. 110 ΠΚ), προς ελάφρυνση του έργου των συμβουλίων πλημ/κων, να γίνεται από τον εισαγγελέα ή από το συμβούλιο των φυλακών με σύμφωνη γνώμη του μετέχοντος εισαγγελέα, με πρόβλεψη προσφυγής κατά της διάταξης αυτής στο συμβούλιο πλημ/κων του τόπου έκτισης της ποινής.

4.- Λάθος η κατάργηση της διάκρισης σε άμεση και απλή συνέργεια (ισχύουσες διατάξεις αρ. 46 §1β και 47 ΠΚ) και η κατ΄ αρχήν εξομοίωση  τους (νέο αρ. 47 ΠΚ, κατ΄ εξαίρεση, δυνητικά και υπό προϋποθέσεις, η αυστηρότερη τιμωρία του άμεσου συνεργού), αφού ο άμεσος συνεργός πρέπει να τιμωρείται αυστηρότερα (η πράξη του ομοιάζει με αυτή του συναυτουργού).

5.-  Λάθος η κατάργηση των πταισμάτων  (και των πταισματοδικείων) και η μετατροπή τους σε διοικητικές παραβάσεις  (μεταφορά ύλης από τη «ζωντανή» ποινική δίκη με βασικό πρόσωπο τον κατ/νο και τις σχετικές θεμελιώδεις αρχές, στη διοικητική δίκη που έχει και μεγαλύτερους χρόνους εκδίκασης).

6.-Λάθος η κατάργηση του ανώτατου ορίου των 10 ετών Π.Φ επί αληθινής κατ΄ ιδέαν συρροής στην ανθρωποκτονία από αμέλεια (ισχύον αρ. 94 §2 ΠΚ) και η πρόβλεψη με το νέο αρ. 94§2 ΠΚ του ορίου των 5 ετών και στην περίπτωση αυτή. Επίσης λάθος η τροποποίηση του αρ. 94§1 ΠΚ, με μείωση των συνολικών ποινών επί πραγματικής συρροής από 25 έτη κάθειρξης σε 20 και από 10 έτη φυλάκισης σε 8, με βάση και τα αναφερόμενα ως άνω (με αρ.2), ενώ το ισχύον ανώτατο όριο στα ¾ της επαύξησης της συνολικής ποινής  από το άθροισμα των συντρεχουσών ποινών να μειωθεί στα 2/3 και όχι στο ½ κατά την ίδια νέα διάταξη.

7- Λάθος η κατάργηση του άρθρου 73 ΠΚ (απαγόρευση διαμονής σε ορισμένο τόπο, δυνητικά, πρόσκαιρα και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ως μέτρο ασφαλείας), καθώς  και του άρθρου 74 ΠΚ (δικαστική απέλαση καταδίκων για κακούργημα αλλοδαπών μετά την έκτιση της ποινής, ως μέτρο ασφαλείας, όπως ισχύει μετά το ν. 4055/2012) που άλλωστε (ορθά) ισχύει δυνητικά, περιορισμένα και με αυστηρές προϋποθέσεις, με βάση την αρχή της αναλογικότητας και τις διεθνείς συμβάσεις (δεν εφαρμόζεται σε πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο).

8.- Λάθος η μετατροπή της κλοπής και της υπεξαίρεσης (στη βασική τους μορφή, αρ. 372 και 375 §1 νέου ΠΚ) ως κατ΄ έγκληση διωκόμενων εγκλημάτων (νέο άρθρο 381 §1 ΠΚ). Eπίσης, εσφαλμένη η μετατροπή (στο νέο ΠΚ) ως κατ΄ έγκληση διωκόμενων εγκλημάτων  της απιστίας (σε όλες τις μορφές και τις κακουργηματικές, αρ.390§1,2 ΠΚ), της απάτης (στα αρ. 386 §1 και 386 Α ΠΚ και στην κακουργηματική μορφή της κατά ιδιώτη, αυτεπαγγέλτως πλέον μόνο η κακουργηματική μορφή της απάτης εις βάρος του Δημοσίου στο αρ. 386 §2 ΠΚ) και της κλεπταποδοχής (αρ.394 ΠΚ),  με το νέο άρθρο 405 §1 ΠΚ. Να παραμείνει κακούργημα η κλοπή από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ΄ επάγγελμα ή κατά συνήθεια (ισχύον άρθρο 374 περ. ε ΠΚ που καταργείται με το άρθρο 374§1 νέου ΠΚ).

9.- Λάθος η μείωση του πλαισίου της ποινής για τον διευθύνοντα την εγκληματική οργάνωση από 10-20 σε 5-10 έτη κάθειρξης με το νέο άρθρο 187 §1,2 ΠΚ. Δεν αρκεί η πρόβλεψη ότι η πράξη αυτή συνιστά επιβαρυντική περίπτωση.

10.- Λάθος η μετατροπή από κακούργημα σε πλημ/μα της δωροδοκίας επί παράνομων πράξεων (αρ. 236 §2 νέου ΠΚ), με τη μνεία ότι η αντίστοιχη διάταξη της δωροληψίας επί παράνομων πράξεων (αρ. 236 §2 νέου ΠΚ) παραμένει κακούργημα. Ορθός ο περιορισμός της έννοιας της υπαλλήλου στα υπηρεσιακά εγκλήματα στον στενό δημόσιο τομέα (κατάργηση ισχύοντος αρ. 263 Α ΠΚ, εφαρμογή αρ. 13 α ΠΚ).

11- Λάθος η διαζευκτική πρόβλεψη της ποινής πρόσκαιρης κάθειρξης τουλάχιστον 10 ετών στην ανθρωποκτονία εκ προθέσεως σε ήρεμη ψυχική κατάσταση (νέο αρ. 299 §1 ΠΚ). Δεν συμβαδίζει με τη σπουδαιότητα του εννόμου αγαθού της ζωής.

12.- Λάθος η συλλήβδην (γενική, χωρίς ειδικά κριτήρια)  αλλαγή των πλαισίων ποινών στους ειδικούς ποινικούς νόμους με το νέο άρθρο 463 ΠΚ (απαιτείται ειδική αντιμετώπιση για καθένα εξ αυτών).

Β.- ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ -ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΣΤΟ ΝΕΟ Κ.Π.Δ

1.- Λάθος η κατάργηση του παραβόλου για την υποβολή έγκλησης (στο νέο αρ. 51 ΚΠΔ) που αποτρέπει σε μεγάλο βαθμό την υποβολή προφανώς αβάσιμων εγκλήσεων. Να υπάρχει  δυνατότητα απαλλαγής από αυτό στους άπορους. Διευκρίνηση στο νόμο ότι επί μηνύσεως (αυτεπαγγέλτως διωκόμενου εγκλήματος) δεν απαιτείται παράβολο.

2- Λάθος η εισαγωγή του θεσμού της ποινικής διαπραγμάτευσης (άρθρο 303 νέου ΚΠΔ) που αλλοιώνει το χαρακτήρα του Ποινικού Δικαίου ως κλάδου του Δημοσίου Δικαίου, φαλκιδεύει το σκοπό της ποινής (γενική και ειδική πρόβλεψη) και περιορίζει το ρόλο του φυσικού δικαστή, ενώ προβληματική (κατά την ΕΣΔΑ) είναι η μη συμμετοχή (έστω η ακρόαση) στη διαδικασία αυτή του παθόντος από το έγκλημα. Η ποινική συνδιαλλαγή (αρ. 301, 302 νέου ΚΠΔ, βλ. και ισχύον αρ. 308 Β ΚΠΔ) πρέπει να ισχύει αποκλειστικά για τα κακουργήματα κατά της ιδιοκτησίας (αρ. 372 επ. ΠΚ), της περιουσίας (αρ. 386 επ. ΠΚ, όχι πάντως σε αυτά που τελούνται με βία ή απειλή, δηλ. όχι στα εγκλήματα των αρ. 380 και 385 ΠΚ) και του ν. 3691/2008, εφόσον αυτά δεν στρέφονται κατά του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ (δηλαδή μόνο μεταξύ ιδιωτών και όχι και με το Δημόσιο όπως προβλέπεται στο νέο ΚΠΔ).

3.- Λάθος η τροποποίηση της αρμοδιότητας των μονομελών και τριμελών πλημ/κείων και πλέον το βάρος θα έχουν τα τριμελή πλημ/κεία (άρθρα 112, 115 νέου ΚΠΔ), με αποτέλεσμα την επιβάρυνση αυτών (περισσότερες εργατοώρες χωρίς λόγο) και  των τριμελών εφετείων πλημ/των (πέραν του ότι απαιτείται εκ νέου σχετική τροποποίηση των κανονισμών των δικαστηρίων). Να μην τροποποιηθούν οι διατάξεις αυτές.

4.- Λάθος η κατάργηση των μονομελών εφετείων κακ/των (προβλέπονται μόνο για την ποινική συνδιαλλαγή και  διαπραγμάτευση, αρ. 110 νέου ΚΠΔ) που άλλωστε έχουν εξαιρετική αρμοδιότητα και στην πράξη απέδωσαν σημαντικά (κυρίως ποσοτικά, χωρίς ποιοτική υστέρηση).

5.- Αμφίβολης συνταγματικότητας (και συμβατότητας με την ΕΣΔΑ) και πρακτικής αξίας (ανεφάρμοστος στην πράξη, δεν θα οδηγήσει σε μείωση της ύλης) είναι ο νέος θεσμός της έκδοσης ποινικής διαταγής χωρίς ακροαματική διαδικασία επί πλημ/των του μονομελούς πλημ/κείου (άρθρα 409 επ. νέου ΚΠΔ). Δεν πρέπει να εισαχθεί.

6.-Ορθές οι νέες διατάξεις για την κύρια ανάκριση (αρ. 246 επ. νέου ΚΠΔ) και ιδίως η σύνταξη κατηγορητηρίου από τον εισαγγελέα που ασκεί την ποινική δίωξη. Ορθές και οι διατάξεις για την απολογία του κατ/νου (αρ. 270 επ νέου ΚΠΔ), με εξαίρεση την υποχρέωση απόρριψης με αιτιολογημένη διάταξη του ανακριτή επί αποδεικτικού αιτήματος του κατ/νου (αρ. 274 εδ. τελ νέου ΚΠΔ, σήμερα είναι χωρίς αιτιολογία) που προσθέτει έργο στην ανακριτική διαδικασία (που άλλωστε ισχύει η αρχή της σκοπιμότητας –αναγκαιότητας των ανακριτικών πράξεων) χωρίς λόγο, αφού ο κατ/νος σε περίπτωση άρνησης του ανακριτή μπορεί να προσφύγει στο συμβούλιο πλημ/κων (άρθρα 101 και 307 περ.α νέου ΚΠΔ).

7.- Ορθή η αποσύνδεση της αστικής αξίωσης από την υποστήριξη της κατηγορίας από τον παθόντα που δημιουργεί στην πράξη διαδικαστικά προβλήματα (νέες διατάξεις για αυτόν που υποστηρίζει την κατηγορία, άρθρα 63 επ και 82 επ νέου  ΚΠΔ, αντί του ισχύοντος όρου πολιτικώς ενάγων).

8.- Λάθος η εισαγωγή της ρύθμισης περί ορισμού εισηγητή δικαστή στην εκδίκαση κακουργημάτων (αρ.333 §1 νέου ΚΠΔ),αφού επιβαρύνει αναίτια το έργο των δικαστών

9.- Εσφαλμένα στο νέο άρθρο 142 ΚΠΔ δεν ορίζεται ποιες ποινικές αποφάσεις καθαρογράφονται και ποιες όχι (για τις οποίες αρκεί απόσπασμα). Εισαγωγή στο νέο άρθρο 142 ΚΠΔ ρύθμισης ανάλογης με αυτή του ισχύοντος αρ. 142 §3-5 ΚΠΔ, με αλλαγή όμως της σχετικής προθεσμίας (από 8 σε 30 ημέρες) και νέα ρύθμιση ότι η καθαρογραφή των αθωωτικών ποινικών αποφάσεων θα γίνεται μόνο επί ασκήσεως ένδικου μέσου κατά αυτών ή κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, εισαγγελέα ή παθόντος.

Τέλος, να εισαχθεί προς ψήφιση στη Βουλή το νομοσχέδιο για τη Δικαστική Αστυνομία που θα βοηθήσει σημαντικά τη Δικαιοσύνη, ιδίως στην ποινική προδικασία, με την παρατήρηση ότι η δημόσια διαβούλευση επ΄ αυτού έχει τελειώσει τον Ιούλιο του 2018.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Αν το κρίνετε απαραίτητο, το πλήρες κείμενο της απόφασης αυτής της ολομέλειας του Πρωτοδικείου Πατρών, θα σας αποσταλεί μετά τη σύνταξή του.                    

                                                                                        Πάτρα 03 Απριλίου 2019

                                                                                    Εκ της Εφετειακής Επιτροπής

                                                                                                Ο Πρόεδρος

                                                                                   Μιχαήλ Τσέφας Πρωτοδίκης

 

Παρατηρήσεις στο σχέδιο νόμου του ΠΚ και του ΚΠΔ, X. Μαυρίδη, Εφέτη και Σ. Γκαρά – Δημουλέα, Ειρηνοδίκη

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ  Δ.Σ. ΤΗΣ ΕΔΕ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΜΑΥΡΙΔΗ – ΕΦΕΤΗ ΚΑΙ
ΣΤΑΜΑΤΙΑΣ ΓΚΑΡΑ – ΔΗΜΟΥΛΕΑ – ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗ

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ – ΘΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Με το νέο υπό ψήφιση Σχέδιο του Ποινικού Κώδικα επέρχονται, κατά κύριο λόγο, οι κατωτέρω αλλαγές:
-Οι αξιόποινες πράξεις διακρίνονται, πλέον, μόνο σε κακουργήματα και πλημμελήματα και καταργούνται τα πταίσματα. Οι προβλεπόμενες δε με βάση το Σχέδιο κύριες ποινές είναι: α) οι στερητικές της ελευθερίας, β) η χρηματική ποινή και γ) η προσφορά κοινωφελούς εργασίας, ενώ στερητικές της ελευθερίας ποινές είναι η κάθειρξη, η φυλάκιση και ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων. Καταργούνται, δηλαδή, η κράτηση και το πρόστιμο, ως συνέπεια της κατάργησης των πταισμάτων, όπως και ο περιορισμός σε ψυχιατρικό κατάστημα.
-Το ανώτατο όριο της πρόσκαιρης κάθειρξης μειώνεται από 20 χρόνια σε 15 και το ανώτατο χρονικό όριο εκτιτέας ποινής πρόσκαιρης κάθειρξης, από 25 σε 20 χρόνια. Ταυτόχρονα, λαμβάνει χώρα μια εντυπωσιακή αποκλιμάκωση των προβλεπόμενων ποινών σε πολλά επί μέρους εγκλήματα, ενώ σχετικοποιείται η ποινική προστασία της ανθρώπινης ζωής, αφού προβλέπεται, εναλλακτικά, με την ισόβια, και πρόσκαιρη κάθειρξη, τουλάχιστον 10 ετών.
-Όσον αφορά, στα βασικά οικονομικά εγκλήματα, καταργείται η διακεκριμένη κακουργηματική περίπτωση της κατ’ επάγγελμα τέλεσης της πράξης, σε συνδυασμό με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας άνω των 30.000 ευρώ και παραμένει ως μόνη κακουργηματική διακεκριμένη περίπτωση το χρηματικό όριο των 120.000 ευρώ, χωρίς την συνδρομή της κατ’ επάγγελμα τέλεσης. Πέραν δε τούτου, προβλέπεται, όταν τα αδικήματα αυτά τελούνται σε βάρος του Δημοσίου, να ισχύει ειδική εικοσαετής παραγραφή.
-Με παντελή έλλειψη δικαιολογίας, καταργείται η κακουργηματική μορφή της κατ’ επάγγελμα τέλεσης κλοπών.
-Αυξάνονται, αδικαιολόγητα, για κάποια από αυτά, τα κατ’ έγκληση διωκόμενα εγκλήματα.
-Η έννοια της κατά συνήθεια τέλεσης, καταργείται, ως διακεκριμένη περίπτωση εγκλημάτων.
-Επίσης, καταργείται η δυνατότητα μετατροπής ποινών στερητικών της ελευθερίας σε χρήμα, ενώ προβλέπεται η δυνατότητα αναστολής ποινών μέχρι 3 ετών κατ’ άρθρο 99, όπως και η έκτιση στην κατοικία π.χ. όταν πρόκειται για μητέρα με ανήλικο μέχρι οκτώ ετών ή ο καταδικασμένος υπερβαίνει το εβδομηκοστό έτος και η έκτιση του 1/10 και η μετατροπή του υπολοίπου σε παροχή κοινωφελούς εργασίας.
-Για πρώτη φορά, προβλέπεται η μερική αναστολή εκτέλεσης της ποινής, καθόσον σε περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση, η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο, σε περίπτωση που κρίνει ότι είναι αναγκαία η έκτιση μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής, για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων, μπορεί να διατάξει την εκτέλεση μέρους της ποινής – η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι κατώτερη των δέκα ημερών ούτε ανώτερη των τριών μηνών – και την αναστολή εκτέλεσης του υπολοίπου.
-Καταργούνται αρκετά αδικήματα που κρίθηκαν αναχρονιστικά ή ότι δεν προστατεύουν κάποιο έννομο αγαθό.
-Καταργείται ο Νόμος 1608/1950, καθώς και κάθε διάταξη που τροποποιούσε τον νόμο αυτό.
-Όλα τα κακουργήματα, που προβλέπονται σε ειδικούς ποινικούς νόμους και για τα οποία σήμερα απειλείται ποινή κάθειρξης έως δέκα έτη, καθίστανται πλημμελήματα.
-Ο τρόπος προσδιορισμού των χρηματικών ποινών, για τον υπολογισμό των οποίων, ως μονάδα μέτρησης ορίζεται η ημερήσια μονάδα, αλλάζει, ριζικά κατά το πρότυπο του ελβετικού Ποινικού Κώδικα. Ανώτερο όριο ορίζονται οι 360 μονάδες, αντίστοιχες, δηλαδή, με τη διάρκεια ενός έτους, της διάρκειας υπολογιζόμενης κάθε μήνα σε 30 ημέρες. Προβλέπεται, ειδικότερα, ότι κατά τον προσδιορισμό του αριθμού των ημερήσιων μονάδων, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του μόνο την βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του δράστη γι’ αυτήν, ενώ, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος κάθε ημερήσιας μονάδας, με βάση την προσωπική, οικογενειακή και οικονομική κατάσταση του δράστη. Με τον ορισμό του εύρους του ύψους της ημερήσιας μονάδας από 1 έως 100 ευρώ, μειώνεται δραστικά το μέγεθος της χρηματικής ποινής. Λαμβάνεται, επίσης, μέριμνα για τις περιπτώσεις που ο καταδικασμένος αδυνατεί να καταβάλει αμέσως το σύνολο της χρηματικής ποινής ή η καταβολή της θα συνεπαγόταν την αδυναμία καταβολής της αποζημίωσης στο θύμα, όπως και για τις περιπτώσεις που η αδυναμία καταβολής των δόσεων της χρηματικής ποινής οφείλεται σε ουσιώδη αλλαγή των όρων της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης του δράστη μετά την επιμέτρηση της ποινής (άρθρο 80).
-Μεταβάλλεται η ποινική αντιμετώπιση του άμεσου συνεργού και προβλέπεται ότι στον συνεργό επιβάλλεται καταρχήν μειωμένη ποινή. Παρέχεται όμως στο δικαστήριο η δυνατότητα να επιβάλει πλήρη ποινή στον άμεσο συνεργό, όταν δηλαδή ο υπαίτιος προσφέρει τη συνδρομή του κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης και θέτει με αυτήν το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού.
-Προβλέπεται η περαιτέρω μείωση της ήδη μειωμένης ποινής, στις περιπτώσεις που στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 85).
-Για πρώτη φορά προβλέπεται ελαφρυντική περίσταση, η οποία δεν ανάγεται στην προσωπικότητα ή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αλλά αφορά αποκλειστική ευθύνη της πολιτείας, αφού ως ελαφρυντική περίσταση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου.
-Ακόμη, ως ανήλικοι θεωρούνται, πλέον, όσοι συμπλήρωσαν το δωδέκατο έτος της ηλικίας τους, αντί του ισχύοντος ογδόου.
-Διευρύνεται η δυνατότητα επιβολής της ποινής του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων για ανηλίκους άνω των 15 ετών, ώστε να είναι εφικτή η επιβολή της για όλα τα σοβαρά εγκλήματα βίας, ακόμα και όταν δεν απειλούνται με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης.
-Διευρύνεται το ηλικιακό όριο της μετεφηβικής ηλικίας ως το 25ο έτος.
-Δεν υπάρχουν ουσιαστικές μεταβολές για την παραγραφή των εγκλημάτων ή των ποινών, ενώ, για τις εκκρεμείς υποθέσεις, ως προς τις οποίες συμπληρώνεται ο χρόνος παραγραφής προβλέπεται ότι, την παύση της ποινικής δίωξης μπορεί να διατάσσει, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα εφετών, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών, θέτοντας τη δικογραφία στο αρχείο.

Όσον αφορά το Σχέδιο του Ποινικού Κώδικα, επισημαίνουμε τα ακόλουθα:
1) Η διχοτόμηση των αξιόποινων πράξεων, με την κατάργηση όλων των πταισμάτων, δεν είναι ορθή (άρθρο 18), καθώς η άποψη αυτή ήταν διάχυτη, κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας και πραγματοποιήθηκε, κατά ένα μέρος, σε αξιόποινες πράξεις, κυρίως του ΚΟΚ, κατά το παρελθόν. Η διχοτόμηση των αξιόποινων πράξεων θα αποποινικοποιήσει, ορθώς μεν αδικήματα, στα οποία επιβάλλεται πρόστιμο και εν συνεχεία ασκείται δίωξη σε βαθμό πταίσματος (πχ παράβαση του άρθρου 12 του 489/1976, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του Ν.2170/1993 – ανασφάλιστο όχημα), θα μετατρέψει, όμως, κακώς και άλλα αδικήματα ήσσονος σημασίας σε πλημμελήματα, με ταυτόχρονη αύξηση του χρόνου παραγραφής τους (πχ μη κακόβουλης βλασφημίας όλως ελαφράς σωματικής βλάβης άρθρο 308 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ, αυτοδικίας άρθρο 331ΠΚ κ.α), ενώ θα αποποινικοποιήσει αξιόποινες πράξεις, οι οποίες έχουν θεσμοθετηθεί χάριν δημοσίου συμφέροντος.
2) Εσφαλμένα ορίζεται ως χρονικό πλαίσιο της ποινής κάθειρξης, από 5 έως 15 έτη αντί του προϊσχύοντος 5 έως 20 έτη (άρθρ. 52 παρ. 2), καθώς δεν κρίνεται αναγκαία μια τέτοια ρύθμιση, με δεδομένο ότι προβλέπεται (στο νέο άρθρο 105 Β΄) η υφ΄ όρον απόλυση, με την έκτιση (και πλασματικά) των 3/5 της ποινής και πραγματικά (σε σωφρονιστικό κατάστημα) με την έκτιση (τουλάχιστον) των 2/5 αυτής (επομένως ανώτερο όριο έκτισης της ποινής 9 και 6 έτη αντίστοιχα). Δημιουργείται ζήτημα ως προς το σκοπό της ποινής (ειδική και γενική πρόληψη), ενώ παραμένει (και με τον νέο ΠΚ) μεγάλη η διαφορά μεταξύ του ύψους των προβλεπόμενων (και επιβαλλόμενων από την ανεξάρτητη Δικαιοσύνη) ποινών κάθειρξης και του χρόνου πραγματικής έκτισης τους.
 3) Η κατάργηση της δυνατότητας μετατροπής της ποινής σε χρήμα σε όλες τις περιπτώσεις πλημμελημάτων (άρθρ. 82), δεν είναι ορθή, αλλά θα έπρεπε να διατηρηθεί και να μετατρέπεται η ποινή στις περιπτώσεις που ζητείται. Η εισαγωγή της κοινωφελούς εργασίας ως κύριας ποινής (νέο άρθρο 55), είναι ορθή ειδικότερα λόγω των οικονομικών συνθηκών της εποχής αλλά απαιτείται άμεση και σημαντική ενίσχυση των υποδομών εφαρμογής της και εποπτεία στην εκτέλεσή της.
4) Η κατάργηση του άρθρου 100 ΠΚ, ήτοι του δικαιώματος αναστολής σε ποινές ανώτερες των 3 ετών φυλάκισης, δεν είναι ορθή επιλογή του νομοθέτη καθώς θα οδηγούνται προς υποχρεωτική πραγματική έκτιση στα σωφρονιστικά καταστήματα δράστες πλημμελημάτων, χωρίς να δίνεται καμία διακριτική ευχέρεια στο δικαιοδοτικό όργανο.
5) Στο αδίκημα της προσβολής συμβόλων του Κράτους, το οποίο τυποποιείται στο νέο άρθρο 191Α, προστέθηκε η φράση «και έτσι εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη», δημιουργώντας αντίφαση με την νομοτυπική μορφή του άρθρου 155, που αφορά την προσβολή συμβόλων άλλου κράτους, η οποία δεν περιέχει τέτοιο όρο. Έτσι, η απαίτηση να έχει εκτεθεί σε κίνδυνο η δημόσια τάξη, για το αξιόποινο του αδικήματος του άρθρου 191Α, δημιουργεί το παράδοξο, να είναι αποδεκτό και επιτρεπτό να εκδηλώσει κάποιος, Έλληνας ή αλλοδαπός, δημόσια το μίσος ή την περιφρόνησή του για τα εθνικά μας σύμβολα, αρκεί οι πράξεις του να μην εκθέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη, ενώ, σε κάθε περίπτωση, και χωρίς προϋποθέσεις τιμωρείται όποιος με αντίστοιχες πράξεις απλά εκδηλώσει δημόσια το μίσος ή την περιφρόνησή του για τα εθνικά σύμβολα οποιουδήποτε άλλου κράτους. (βλ. άρθρο 155).
6) Στα εγκλήματα κατά της δημόσιας τάξης, περιλαμβάνεται και η εγκληματική καθώς και η τρομοκρατική οργάνωση. Και ενώ οι τροποποιήσεις που επέρχονται στις νομοτυπικές μορφές, τόσο του άρθρου 187 όσο και του 187Α, συνιστούν, πράγματι, εξορθολογισμό των εγκλημάτων, οι μεταβολές στην ποινική αντιμετώπιση των διευθυνόντων τις οργανώσεις, χωρίς, μάλιστα, να υπάρχει κάποια αιτιολογία για την αναγκαιότητα ή, έστω, την σκοπιμότητα της ρύθμισης, δεν φαίνεται να εξυπηρετούν τους σκοπούς της πολιτικής κατά του εγκλήματος, αλλά ούτε και ανταποκρίνονται στην πολύ μεγαλύτερη απαξία, που έχουν οι συμπεριφορές αυτές. Στα άρθρα αυτά καταργείται η αυτοτελής αυστηρότερη ποινική κύρωση σε βάρος των διευθυνόντων τις οργανώσεις και, αντ΄ αυτού, προβλέπεται ότι η διεύθυνση εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης αποτελεί, απλώς, επιβαρυντική περίσταση. Η απαξία της εγκληματικής συμπεριφοράς του διευθύνοντος, δηλαδή του «αρχηγού» της οργάνωσης, του ανθρώπου που αποφασίζει, διατάζει και ελέγχει την συνολική εγκληματική δράση της οργάνωσης, αλλά και την εκτέλεση των επί μέρους εγκλημάτων και καρπούται τα προϊόντα της εγκληματικής δράσης, δεν είναι ίδια με αυτή του απλού μέλους και εκτελεστικού οργάνου και, σαφώς, δεν πρέπει η τιμωρία τους να εντάσσεται στο ίδιο εύρος ποινής. Το γεγονός δε ότι η διευθυντική δράση αποτελεί, σύμφωνα με το Σχέδιο, επιβαρυντική περίσταση, στα ίδια, όμως, πλαίσια ποινής, δεν ανταποκρίνεται στην διαφορά απαξίας της συμπεριφοράς και σίγουρα δεν εξυπηρετεί αντεγκληματικούς σκοπούς. Εκτιμούμε, συνεπώς, ότι η ισχύουσα διαφοροποίηση στην ποινική αντιμετώπιση των διευθυνόντων τις οργανώσεις, δεν πρέπει να καταργηθεί.
7) Διαπιστώνουμε, περαιτέρω, ότι στο άρθρο 216 καταργείται η διακεκριμένη περίπτωση της κατ’ επάγγελμα τέλεσης πράξεων πλαστογραφίας, ενώ στα σχετικά με την υπηρεσία εγκλήματα, σημειώνουμε την κατάργηση των εγκλημάτων απιστίας, σχετικής με την υπηρεσία και υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, κάτι που δεν ήταν γνωστό στην συντακτική επιτροπή του σχεδίου του Κ.Π.Δ., όπου γίνεται ευθεία αναφορά στα εγκλήματα αυτά.
8) Στο κεφάλαιο των εγκλημάτων κατά της ζωής και, συγκεκριμένα, στο γνωστό άρθρο 299, αξίζει να σημειωθεί ότι σχετικοποιείται η μέχρι τώρα απόλυτη προστασία του έννομου αγαθού της ανθρώπινης ζωής. Και ενώ είναι πλήρως και πάγια αποδεκτό ότι η ανθρώπινη ζωή δεν εκτιμάται ούτε αξιολογείται, ώστε η ζωή ενός ανθρώπου να έχει μεγαλύτερη αξία από τη ζωή κάποιου άλλου, και για αυτό η προστασία της είναι απόλυτη, αφού, για την αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής, προβλέπεται ανελαστικά η βαρύτερη τιμωρία, δηλαδή η ισόβια κάθειρξη, με το νέο Σχέδιο η προστασία αυτή σχετικοποιείται, αφού μαζί με την ισόβια κάθειρξη προβλέπεται ως εναλλακτική ποινή η πρόσκαιρη κάθειρξη, τουλάχιστον δέκα ετών. Η σχετικοποίηση δε της ανθρώπινης ζωής, συναντάται και σε άλλα άρθρα του Σχεδίου, όπως στην περίπτωση του άρθρου 239Α για τα βασανιστήρια.
9) Στο κεφάλαιο των εγκλημάτων κατά της σωματικής ακεραιότητας, πρέπει να σημειωθεί η ουσιαστική εξίσωση της προβλεπόμενης ποινικής κύρωσης για τα εγκλήματα της απλής με πρόθεση και από αμέλεια σωματικής βλάβης, η οποία, μάλιστα, στην προνομιούχο μορφή της (εντελώς ελαφρά), τιμωρείται βαρύτερα, όταν τελείται από αμέλεια απ’ ότι όταν τελείται με πρόθεση, αφού στην περίπτωση αμέλειας επιβάλλεται παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή, ενώ όταν τελείται με πρόθεση, τιμωρείται μόνο με παροχή κοινωφελούς εργασίας. Επίσης, καταργείται η απρόκλητη σωματική βλάβη του άρθρου 308Α του ισχύοντος Κώδικα.
10) Το κεφάλαιο που παρουσιάζει και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι αυτό των εγκλημάτων κατά περιουσιακών αγαθών, δεδομένου ότι οι τροποποιήσεις που εισάγονται επιφέρουν πρωτοφανείς αλλαγές στην ποινική αντιμετώπιση των εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας. α) Η πρώτη σημαντική αλλαγή είναι η κατάργηση της διακεκριμένης περίπτωσης της κατ’ επάγγελμα τέλεσης των εγκλημάτων. Και η κατάργηση της διακεκριμένης αυτής μορφής, ειδικά στα εγκλήματα κατά των περιουσιακών αγαθών, είναι σημαντική, γιατί διαχρονικά, οι εγκληματίες που ευθέως προσβάλλουν τα αγαθά αυτά, δρουν «κατ’ επάγγελμα», δηλαδή βιοπορίζονται από τις προσβολές των αγαθών αυτών. Με άλλα λόγια, η επαγγελματική δράση των εγκληματιών αυτών, είναι μια διαχρονική πραγματικότητα, που δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί στην αντεγκληματική πολιτική ενός κράτους, αφού συνιστά τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τα έννομα αυτά αγαθά. Έτσι, μόνο ως «έντονα εσφαλμένη και άκρως επικίνδυνη» για την προστασία των άνω εννόμων αγαθών μπορεί να θεωρηθεί η κατάργηση της διακεκριμένης αυτής μορφής προσβολής τους. Περαιτέρω, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την σημερινή κοινωνική και οικονομική ελληνική πραγματικότητα, αφού τα τελευταία χρόνια, λόγω των γνωστών αιτίων (οικονομική κρίση, αθρόα είσοδος παράτυπων μεταναστών και προσφύγων) τα εγκλήματα κατά των περιουσιακών αγαθών αυξήθηκαν δραματικά και η κατ’ επάγγελμα διάπραξή τους, είναι, πλέον, καθημερινότητα. Η αγνόηση αυτής της πραγματικότητας είναι λάθος και η κατάργηση της διακεκριμένης αυτής μορφής, με βάση την οποία σήμερα είναι κρατούμενοι οι επαγγελματίες του είδους, θα έχει σαν συνέπεια την άμεση αποφυλάκισή τους, με τραγικές, πιστεύουμε, συνέπειες στην ελληνική κοινωνία. β) Περαιτέρω, για πρώτη φορά, απαιτείται η ύπαρξη έγκλησης, για τη δίωξη του εγκλήματος της κλοπής και εστιάζουμε σ΄ αυτό το έγκλημα, γιατί με αυτό προσβάλλεται, βασικά, το αγαθό της ιδιοκτησίας. Είναι αυτονόητο ότι η κλοπή, σχεδόν πάντα, δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή από τον ιδιοκτήτη, τον φορέα, δηλαδή, του έννομου αγαθού και δικαιούμενο σε έγκληση και, συνεπώς, ούτε όταν τελείται η πράξη, αλλά, συνήθως, ούτε και μετά από εύλογα σύντομο χρόνο, μετά την πράξη, δεν υπάρχει, ούτε μπορεί να υπάρξει, η απαιτούμενη έγκληση. Άμεση συνέπεια αυτού θα είναι η αδυναμία της Πολιτείας να προστατεύσει, δια των οργάνων της, άμεσα και αποτελεσματικά των ιδιοκτησία των βλαπτόμενων πολιτών, αφού οι διωκτικές αρχές, μη υπάρχουσας σχετικής έγκλησης, θα αδυνατούν να ενεργήσουν για τη σύλληψη του δράστη, ακόμη και αν το έγκλημα διαπράττεται ενώπιον των διωκτικών οργάνων. Παράδοξα, όπως σύλληψη ενός διαρρήκτη, κράτησή του στο αστυνομικό τμήμα και την άλλη μέρα ο παθών να δηλώνει ότι δεν επιθυμεί την ποινική του δίωξη, ή όπως αδράνεια του αστυνομικού, ενώ παρουσία του λαμβάνει χώρα διάρρηξη καταστήματος ή αυτοκινήτου, προκαλώντας, μάλιστα, την έντονη διαμαρτυρία τρίτων περαστικών, θα είναι καθημερινό φαινόμενο. Και, βέβαια, γίνεται αμέσως αντιληπτό, ότι εάν ο παθών δεν είναι παρών κατά την τέλεση του εγκλήματος της σε βάρος του κλοπής, όπως κατά βάση συμβαίνει, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας και αυτό για ένα έγκλημα, που μέχρι σήμερα, συνήθως διώκεται με την αυτόφωρη διαδικασία. Ακόμη, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις, υπάρχει κίνδυνος να δώσουν την δυνατότητα, στον με (επιείκεια αντιμετωπιζόμενο) επαγγελματία δράστη, να ασκήσει πιέσεις στα θύματά του, ώστε να μην υποβάλουν έγκληση σε βάρος του. Το παράδοξο και εσφαλμένο της απαίτησης για ύπαρξη εγκλήσεως, προκειμένου να διωχθεί το έγκλημα της κλοπής, είναι περισσότερο από εμφανές και θα είναι ολέθριο λάθος αν αυτό θεσπιστεί. γ) Περαιτέρω, για πρώτη, επίσης, φορά, απαιτείται η ύπαρξη έγκλησης, για την δίωξη του εγκλήματος της η απιστίας, που στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και, μάλιστα, και στην κακουργηματική της μορφή. Η ρύθμιση αυτή δεν έχει καμία απολύτως δικαιολογητική βάση και δεν γίνεται κατανοητή. δ) Αξιοσημείωτη είναι και η πλημμεληματοποίηση της κακουργηματικής τοκογλυφίας.
11) Τέλος, η κατάργηση του Ν.1608/50 είναι, κατά την άποψή μας, απολύτως εσφαλμένη, δεδομένου ότι ο ανωτέρω νόμος λειτουργεί αποτρεπτικά, με την αυστηρότητά του, έναντι των επίδοξων καταχραστών δημόσιου χρήματος. Όταν, παρά την ύπαρξή του, σημειώθηκαν τόσες περιπτώσεις διασπάθισης δημόσιου χρήματος, εύκολα γίνεται αντιληπτό πόσα κρούσματα θα έχουμε στο μέλλον με ποινές «χάδι», πέραν του ότι θα οδηγήσει αρκετούς καταχραστές που είτε έχουν ήδη παραπεμφθεί είτε εκτίουν ισόβιες ή πολυετείς ποινές κάθειρξης, εκτός των καταστημάτων κάθειρξης. Ο ισχυρισμός ότι ο νόμος αυτός ήταν αναχρονιστικός, δεν αποτελεί αιτιολογία για την κατάργηση ενός αποτελεσματικού όπλου στα χέρια της Ελληνικής Δικαιοσύνης, σε βάρος αυτών που με τις πράξεις τους έφεραν, κατά κύριο λόγο, τη χώρα μας στη χρεωκοπία και οδήγησαν πολλούς από τους συνανθρώπους μας στην αυτοχειρία.
Όσον αφορά το Σχέδιο του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, επισημαίνουμε τα ακόλουθα:
1) Κακώς έγινε απάλειψη από τα άρθρα 1 και 3 του σχεδίου του ΚΠοινΔ, του Πταισματοδικείου ως ποινικού Δικαστηρίου και ουσιαστικά καταργούνται τα 41 οργανωμένα ειδικά Πταισματοδικεία που λειτουργούν στη Χώρα με αντίστοιχες 109 οργανικές θέσεις Ειρηνοδικών (σύνολο οργανικών θέσεων Ειρηνοδικών 916) που ασκούν καθήκοντα Πταισματοδίκη και προτείνουμε να μετατραπούν πλημμελήματα αρμοδιότητας του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου σε πταίσματα κυρίως παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ και παραβάσεις των διατάξεων Υγειονομικού Κανονισμού καθώς και όλων των Υγειονομικών Διατάξεων  αντί για την εισαγωγή του νέου θεσμού της έκδοσης ποινικής διαταγής χωρίς ακροαματική διαδικασία θεσμός που παραβιάζει διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ. (άρθρα 409 επ.). Στη συνέχεια, αδόκιμα στο νέο άρθρο 31 σχεδίου του ΚΠοινΔ αναγράφεται ο «Πταισματοδίκης» ως γενικός ανακριτικός υπάλληλος που θα διενεργεί προκαταρκτική εξέταση και προανάκριση (άρθρο 243 σχεδίου του ΚΠοινΔ) στα σοβαρότερα κατά τεκμήριο εγκλήματα (κακουργήματα και πλημμελήματα) με σημαντικές εγγυήσεις για το πρόσωπο είτε αυτού που φέρεται ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη, είτε αυτού που απέκτησε την ιδιότητα του κατηγορουμένου. Σαφώς πρέπει να γίνει διάκριση του Ειρηνοδίκη – Πταισματοδίκη ως Δικαστικού Λειτουργού από του υπόλοιπους ανακριτικούς υπαλλήλους, διότι μόνο αυτοί κατά την άσκηση των ανακριτικών τους λειτουργιών αποτελούν τον εγγυητή στην προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και επιφέρουν την επιτάχυνση της ποινικής προδικασίας. Τονίζουμε ότι από το σύνολο των 109 οργανικών θέσεων Ειρηνοδικών που υπηρετούν σε 41 ειδικά Πταισματοδικεία της Χώρας στα 35 ειδικά Πταισματοδικεία υπάρχουν 44 οργανικές θέσεις (δηλαδή υπηρετούν 1 ή 2 Πταισματοδίκες), ενώ οι υπόλοιπες 65 οργανικές θέσεις έχουν κατανεμηθεί στα 6 μεγαλύτερα ειδικά Πταισματοδικεία (Πταισματοδικείο Αθηνών 32, Θεσσαλονίκης 15, Πειραιά 8, Πατρών 4, Ηρακλείου 3, Λάρισας 3), δηλαδή μικρός αριθμός Πταισματοδικών που έχει επιφορτιστεί με τη διενέργεια προκαταρκτικών και προανακριτικών πράξεων, επεξεργάζεται μεγάλο αριθμό δικογραφιών με όγκο και πολυπλοκότητα για την οποία απαιτείται νομική κατάρτιση, εμπειρία, καθημερινή παρουσία καθώς σε ένα μεγάλο ποσοστό αυτών είτε λόγω αντικειμένου της διαφοράς είτε λόγω κινδύνου παραγραφής ζητείται η περαίωση τους σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα (από 3 ημέρες έως 30 ημέρες). Προτείνουμε, λοιπόν, να μην γίνει κατάργηση όλων των πταισμάτων διότι προσβάλλονται ατομικά και προσωπικά έννομα αγαθά και η «απεγκληματοποίησή» τους με βάση δογματικές ευαισθησίες θα έχει δυσάρεστα αποτελέσματα και θα οδηγήσει σε αυθαιρεσίες με την  επιβολή υπέρογκων διοικητικών προστίμων, χωρίς δικαίωμα προγενέστερης ακρόασης και ουσιαστικά στερώντας από τον πολίτη την πρόσβαση του στη δικαιοσύνη (χρόνος και κόστος προσφυγής στη Διοικητική Δικαιοσύνη).
2) Η κατάργηση του παραβόλου υπέρ του Δημοσίου, κατά το άρθρο 42 παρ 4, το οποίο είναι προαπαιτούμενο της υποβολής έγκλησης, με ποινή απαραδέκτου αυτής, είναι μη ορθή, διότι απέτρεπε σε μεγάλο βαθμό την υποβολή αβάσιμων εγκλήσεων και την προσφυγή δικομανών στην δικαιοσύνη.
3) Η κατάργηση, επί της ουσίας, του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων (άρθρο 110), στο οποίο εκδικάστηκαν τα τελευταία χρόνια, με αποτελεσματικότητα, χιλιάδες υποθέσεις και συνετέλεσε τα μέγιστα στην επιτάχυνση της ποινικής δίκης κάτι το οποίο το κατέστησε έναν πετυχημένο θεσμό, είναι απολύτως εσφαλμένη και θα οδηγήσει, με απόλυτη βεβαιότητα, στην καθυστέρηση απονομής της ποινικής  Δικαιοσύνης. Με τη νέα ρύθμιση όλα τα κακουργήματα, εκτός από αυτά που εκδικάζονται από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο, θα εκδικάζονται από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, ο αριθμός των δικασίμων του οποίου αναμένεται, τουλάχιστον, να διπλασιασθεί, όπως θα διπλασιασθούν και οι δικάσιμοι του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, με αντίστοιχη αύξηση των υπηρεσιών των Εφετών. Το ίδιο θα συμβεί και στον πρώτο βαθμό, με την αύξηση των δικασίμων του  Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, αφού τα περισσότερα πλημμελήματα θα εκδικάζονται από αυτό και στη συνέχεια, βέβαια, θα δικάζονται κατ΄ έφεση από τα Τριμελή Εφετεία Πλημμελημάτων. Ο αριθμός των υποθέσεων που εκδικάζονται σήμερα, ανά δικάσιμο, από τα Μονομελή Εφετεία Κακουργημάτων, είναι, τουλάχιστον, τριπλάσιος από αυτόν των Τριμελών Εφετείων Κακουργημάτων. Η επιλογή αυτή – παρά το όποιο σημαντικό κόστος, το οποίο δεν φαίνεται να λαμβάνεται υπόψη – επιχειρείται να τεκμηριωθεί με το επιχείρημα της ανάγκης ορθότερης απονομής της Δικαιοσύνης, για τα κακουργήματα, πράγμα που, κατά την ίδια άποψη, διασφαλίζεται όταν απονέμεται  από τα δικαστήρια με πολυμελή σύνθεση και όχι με μονομελή, διότι, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται, είναι υπαρκτός ο  κίνδυνος, ο μονομελής  Δικαστής να υποπέσει ευκολότερα σε λάθος κρίση που θα καταστεί επώδυνη για τον πολίτη. Όμως η θεώρηση αυτή είναι πολλαπλώς εσφαλμένη, αφενός μεν διότι τα εγκλήματα που καλούνται να δικάσουν οι μονομελείς συνθέσεις του Εφετείου είναι ευκολότερα διαχειρίσιμα, καθόσον είναι επαναλαμβανόμενα και σε σημαντικό βαθμό τυποποιημένα, ώστε να μην απαιτείται ιδιαίτερη δυσκολία στην ανάλυση του ουσιαστικού τους μέρος, αφετέρου δε διότι, σε κάθε περίπτωση, τυχόν λάθος του Δικαστή του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων, μπορεί να διορθωθεί από το δευτεροβάθμιο ποινικό Δικαστήριο που  συγκροτείται πάντοτε σε πολυμελή σύνθεση. Σε κάθε περίπτωση, οι  προεδρεύοντες Δικαστές των Μονομελών Εφετείων Κακουργημάτων, ανταποκρίνονται πλήρως στα καθήκοντά τους, διαψεύδοντας στην πράξη αυτούς που διατύπωσαν και εξακολουθούν να διατυπώνουν επιφυλάξεις.
4) Εσφαλμένη θα πρέπει να θεωρηθεί και η διάταξη του άρθρου 143 παρ. 6, καθόσον η δυνατότητα φωνοληψίας της διαδικασίας με ίδια μέσα από τους παράγοντες της δίκης δεν μπορεί να πραγματοποιηθέι, όπου δεν προβλέπεται υποχρεωτική φωνοληψία με μέσα του δικαστηρίου.
5) Η διάταξη, του άρθρου 333 παρ. 1, στην οποία ορίζεται ότι ο διευθύνων τη συζήτηση, στις δίκες που αφορούν σε υποθέσεις κακουργημάτων, ορίζει προηγουμένως έναν εισηγητή δικαστή, εισάγοντας το πρότυπο της διαδικασίας της αστικής δίκης στην ποινική δίκη, υπονοώντας, προφανώς, ότι οι σύνεδροι δικαστές στην ποινική δίκη δεν συμμετέχουν ενεργά σ΄ αυτήν, οπότε θα πρέπει να υποχρεώθούν να το κάνουν, οριζόμενοι ως εισηγητές είναι και απολύτως εσφαλμένη, αλλά, προεχόντως, άκρως προσβλητική για το σύνολο των δικαστών και, βέβαια, θα προσθέσει, ακόμη μεγαλύτερο φόρτο στους σύνεδρους δικαστές, οι οποίοι, εκτός από την συγγραφή των πολιτικών υποθέσεων που χρεώνονται θα είναι επιφορτισμένοι και με την συγγραφή των ποινικών υποθέσεων, στις οποίες ορίσθηκαν εισηγητές.

Συμπερασματικά, φρονούμε ότι
παρά τα αρκετά θετικά στοιχεία τους, τα υπό ψήφιση νομοσχέδια, τόσο του Ποινικού Κώδικα όσο και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, εμπεριέχουν πλείστες όσες διατάξεις, οι οποίες, με απόλυτη βεβαιότητα, θα οδηγήσουν σε ασφυξία τα Δικαστήρια της χώρας, ιδίως τα Εφετεία, με αποτέλεσμα, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να παραστεί ανάγκη τροποποίησής τους. Και είναι, τουλάχιστον, άκαιρο, σε εποχές που η χώρα μας πλήττεται από ιδιαιτέρως βαριάς μορφής εγκληματικότητα, να εισάγονται προς ψήφιση Κώδικες, αφορώντες το ποινικό δίκαιο, οι οποίοι δεν κατατείνουν στην ορθή και αποτελεσματική αντεγκληματική πολιτική του Κράτους.

Παρατηρήσεις επί των σχεδίων του ΠΚ και ΚΠΔ, Χρισ. Σεβαστίδη, Χαρ. Σεβαστίδη και Παν. Μποροδήμου

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ

ΤΟΥ ΠΚ ΚΑΙ ΚΠΔ

(όπως θα κατατεθούν στα πρακτικά του ΔΣ τα οποία στη συνέχεια θα υποβληθούν στις Νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές)

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου ΕΔΕ

Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, Εκπροσώπου Τύπου ΕΔΕ

Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη, Αναπλ. Ταμία ΕΔΕ

 

Χωρίς να υπάρχει ο αναγκαίος χρόνος για να κάνουμε μια διεξοδική αποτίμηση και έναν επιστημονικό σχολιασμό κάθε άρθρου των σχεδίων των δύο Κωδίκων, που κατατέθηκαν, θα εκθέσουμε συνοπτικά τις απόψεις μας για την γενική κατεύθυνση στην οποία κινούνται. Χρειάζεται να υπογραμμίσουμε εισαγωγικά ότι οι νέοι Κώδικες πρόκειται να αναμορφώσουν συνολικά και εκ θεμελίων το ποινικό σύστημα στη Χώρα μας, καταργώντας εκατοντάδες άρθρα και εισάγοντας νέους θεσμούς.  Πολλές από τις νέες διατάξεις έχουν αναμφίβολα θετικό πρόσημο και κινούνται σε σωστή κατεύθυνση. Υπάρχουν ωστόσο αρκετές που χρειάζονται μια περαιτέρω επεξεργασία και άλλες που πρέπει να εγκαταλειφθούν.

Η επιτυχία του εγχειρήματος να αναμορφωθεί το ποινικό σύστημα περνάει μέσα από μια βασική προϋπόθεση: την δημιουργία και στήριξη εκείνων των αναγκαίων δομών που θα το υποστηρίξουν. Η επιλογή για παράδειγμα ενίσχυσης των πολυμελών συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων σε βάρος των μονομελών (Πλημμελειοδικείων και Εφετείων) καθώς και η εισαγωγή των νέων θεσμών της ποινικής διαταγής, της ποινικής διαπραγμάτευσης και της ποινικής συνδιαλλαγής, δεν μπορούν να υλοποιηθούν χωρίς την κατάλληλη αύξηση των οργανικών θέσεων δικαστών και εισαγγελέων. Ο αναμφίβολα θετικός προσανατολισμός της ενίσχυσης της κοινωφελούς εργασίας σε βάρος της στερητικής της ελευθερίας ποινής ως αποκλειστικής ποινής, δεν θα λειτουργήσει χωρίς έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό των δημοσίων υπηρεσιών και των ΟΤΑ στις οποίες θα πραγματοποιείται η κοινωφελής εργασία. Η κατάργηση της μετατροπής της ποινής σε χρηματική σε συνδυασμό με την συλλήβδην κατάργηση της μετατροπής της φυλάκισης άνω των 3 ετών σε κοινωφελή εργασία ή της αναστολής εκτέλεσης της ποινής, θα συμβάλει στην αποσυμφόρηση των φυλακών ή θα επιφέρει αντίστροφο αποτέλεσμα;

Σχολιασμοί στον Ποινικό Κώδικα

  1. Αποτιμάται θετικά η κατάργηση του ν. 1608/50 (περί καταχραστών Δημοσίου) και η ενσωμάτωση των περιπτώσεών του στον Π.Κ, που θέτει τέρμα στην εφαρμογή δρακόντειων και δυσανάλογων με το αδίκημα ποινών
  2. Επίσης θετικά αποτιμάται και η κατάργηση των πταισμάτων, τα οποία αντιστοιχούν σε διοικητικές παραβάσεις, ιδιαίτερα χαμηλής απαξίας. Σημειώνουμε εδώ ότι στη γενικότερη φιλοσοφία του νέου ΠΚ για εξορθολογισμό και μείωση των ποινών σε επίπεδα που θα αντιστοιχούν στο χρόνο της πραγματικής έκτισής τους και μετά την αποποινικοποίηση πλήθους αδικημάτων και την μείωση του ανωτάτου ορίου της προσωρινής κάθειρξης, θα ήταν εντελώς ανορθολογικό να παραμένουν ως εγκλήματα τα πταίσματα, τη στιγμή μάλιστα που δεν αναγνωρίζονται παρά μόνο ως διοικητικές παραβάσεις στα περισσότερα κράτη της Ευρώπης. Η κατάργησή τους δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί ως κατάργηση των Πταισματοδικείων. Αντίθετα με τα σχέδια των Κωδίκων ορθά ενδυναμώνεται ο ρόλος και το έργο των Πταισματοδικών αφού θα διενεργούν πλέον υποχρεωτική προκαταρκτική εξέταση και για τα αδικήματα αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου.
  3. Η αναβάθμιση της κοινωφελούς εργασίας ως αυτοτελούς κατηγορίας ποινής, εναλλακτικής της στέρησης της ελευθερίας είναι σύμφωνη με την σύγχρονες αντιλήψεις για την λειτουργία του ποινικού δικαίου. Δύο επισημάνσεις πρέπει να γίνουν: Όπως αναφέρουμε και στην εισαγωγή στην παρούσα φάση παραγνωρίζεται η πραγματική αδυναμία της Πολιτείας να υλοποιήσει την εκτέλεση χιλιάδων τέτοιων «ελαφρών» ποινών. Επιπλέον η διάταξη, στο βαθμό που εξαρτά το είδος της έκτισης της ποινής από την δικονομική παρουσία του κατηγορουμένου, προβληματίζει από άποψη συνταγματικότητας στη βάση της αρχής της ισότητας, αφού ο δικονομικά παριστάμενος ωφελείται έναντι του απόντος κατηγορουμένου, διότι ο νόμος απειλεί εκ προοιμίου για τους δύο τους για ίδια πράξη, διαφορετική ποινική αντιμετώπιση. Η περίπτωση εμφανίζεται ιδιαίτερα προβληματική στην περίπτωση που δεν συντρέχει περίπτωση δυνατότητας αναστολής εκτέλεσης, οπότε ο παρών θα εκτελεί ποινή κοινωφελούς εργασίας και ο απών θα εκτίει ποινή φυλάκισης, ακόμα και για πολύ χαμηλές ποινές.
  4. Στο άρθρο 52 παρ. 2 θα πρέπει να οριστεί η διάρκεια της πρόσκαιρης κάθειρξης «πέντε έτη και άνω» και όχι «ανώτερη των πέντε ετών» αφού έτσι δεν καλύπτεται η ποινή των 5 ετών.
  5. Η απαίτηση του άρθρου 79 παρ. 7 ότι «η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη» μπορεί να οδηγήσει σε αναίρεση πλήθους αποφάσεων χωρίς σοβαρό λόγο. Ορθή η αλλαγή ώστε να απαιτείται ειδική αιτιολογία μόνο όταν τα στοιχεία που πρέπει να εκτιμηθούν είναι διαφορετικά από εκείνα που μνημονεύονται στο σκεπτικό της απόφασης για την κήρυξη της ενοχής ή εισφέρονται το πρώτον μετά την κήρυξη της ενοχής.
  6. Στο άρθρο 82 θα πρέπει να προβλεφθεί και συνυπολογισμός του χρόνου κράτησης στα πλαίσια εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και στα πλαίσια διαδικασίας έκδοσης.
  7. Στο άρθρο 85 διατηρούμε επιφυλάξεις για την δεύτερη μείωση της ποινής ειδικά για την περίπτωση συνδρομής περισσότερων ελαφρυντικών περιστάσεων, αφού κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα να εξανεμίζεται η απειλούμενη ποινή. Η υποχρεωτικότητα να ελαττώνει το Δικαστήριο την ποινή θα πρέπει να αναθεωρηθεί στην κατεύθυνση της θέσπισης διακριτικής ευχέρειας.
  8. Στο άρθρο 94 να επανεξεταστεί η απάλειψη από την παράγραφο 2 της περίπτωσης επιβολής συνολικής ποινής για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή με βάση την παράγραφο 1
  9. Η νέα μορφή των άρθρων 99 και 104Α δημιουργούν ασάφεια ως προς το πεδίο αλληλοεπικάλυψής τους. Κατά το 99 κάθε ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη είτε μόνη της είτε αθροιζόμενη με παλαιότερες ποινές, αναστέλλεται χωρίς άλλη προϋπόθεση, εκτός αν με ειδική αιτιολογία κρίνει το δικαστήριο ότι πρέπει να εκτελεστεί. Στο δε 104Α ορίζεται ότι η ποινή φυλάκισης για ένα πλημμέλημα, που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, μετατρέπεται σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εκτελεστεί, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του 99 και 100 ΣχΠΚ. Παρατηρεί κανείς μία σημαντική διεύρυνση του πεδίου λειτουργίας της αναστολής, που πλέον απέχει ολοένα και περισσότερο από την αναμενόμενη επιείκεια απέναντι στον «πρωτόπειρο» δράστη, δημιουργώντας στην πράξη ένα πλέγμα προστασίας απέναντι στη συστηματική μικροεγκληματικότητα. Παράλληλα, ενόψει του προσδιορισμού ίδιου ορίου ποινής τόσο για την χορήγηση αναστολής όσο και για την παροχή κοινωφελούς εργασίας (ποινές έως τριών ετών), δημιουργείται ασάφεια για το σε ποια περίπτωση (πλην εκείνης που το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι θα πρέπει να εκτελεστεί η απόφαση) είναι δυνατό ο ένας θεσμός να αποκλείσει τον άλλο. Ο προβληματισμός γίνεται εντονότερος λαμβάνοντας υπόψιν τη διάταξη περί μετατροπής σε κοινωφελή εργασία, που θέτει ως προϋπόθεση την καταδίκη για «ένα» πλημμέλημα. Άραγε αυτό σημαίνει ότι καταδίκη για περισσότερα του ενός πλημμελήματα, που συνολικά δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δεν μετατρέπεται σε κοινωφελή εργασία; Η κλιμάκωση προϋποθέσεων, που έθετε το 99 ΠΚ ως ισχύει, σε συνδυασμό με την διάταξη περί μετατροπής ως ισχύει, δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας για τα όρια των δύο θεσμών και επομένως μία πιο εύστοχη νομοτεχνικά διατύπωση, φαίνεται εν προκειμένω αναγκαία.
  10. Το άρθρο 104Β θα πρέπει να προσαρμοστεί στο άρθρο 45 παρ. 2 και 3 του ΣχΚΠΔ τόσο ως προς τις προϋποθέσεις όσο και ως προς το ότι οι λόγοι δικαστικής άφεσης της ποινής μπορούν να κριθούν από τον εισαγγελέα πριν την άσκηση ποινικής δίωξης
  11. Στο άρθρο 105Β θεωρούμε ότι το ελάχιστο όριο της εκτιθείσας ποινής για την υφ’ όρον απόλυση (περ. α’ και β’) πρέπει να αυξηθεί ενόψει του ότι ήδη με το νέο σχέδιο ΠΚ οι ποινές έχουν μειωθεί
  12. Στο άρθρο 113 το εδ. β΄ της παρ. 1 να ρυθμιστεί σε χωριστή παράγραφο, διότι διαφορετικά μπορεί να ανακύψει ερμηνευτικό ζήτημα σε σχέση με το ανώτατο όριο αναστολής κατά την παρ. 2 δηλ. αν αφορά μόνο το εδ. α΄ ή και το εδ. β΄ της παρ. 1. Στο εδ. β΄ της παρ. 2 να ενταχθεί και ρητά (παρά το ότι μάλλον συνάγεται ερμηνευτικά) και η περίπτωση αναστολής βάσει του άρθρου 366 παρ. 2 ΠΚ. Η παρ. 2 να παραπέμπει ορθότερα στο άρθρο 29 αντί του άρθρου 30 παρ. 2 ΚΠΔ.
  13. Στο άρθρο 129Α η παραπομπή να γίνει στο άρθρο 284 και όχι στο άρθρο 283Α ΚΠΔ
  14. Το άρθρο 187 παρ. 2 (εγκληματική οργάνωση) μειώνει το πλαίσιο ποινής για τον αρχηγό της εγκληματικής οργάνωσης. Η διάταξη που επιφύλασσε διαφορετική ποινική μεταχείριση για τον διευθύνοντα εγκληματική οργάνωση, αξιολογούσε την ιδιαίτερη θέση του διευθύνοντος την οργάνωση σε σχέση με τα απλά μέλη της και κάλυπτε την αποδεδειγμένη αποδεικτική δυσχέρεια που εμφανίζεται στα πλαίσια της αντιμετώπισης της επί μέρους εγκληματικής δράσης της οργάνωσης μέσα από το εργαλείο της ηθικής αυτουργίας. Η δυσχέρεια αυτή είναι προφανής, στο βαθμό που ο διευθύνων την εγκληματική οργάνωση συχνά διατηρεί ρόλο ρυθμιστικό και ελάχιστα εμπλεκόμενο με τη φυσική αυτουργία των επί μέρους εγκληματικών πράξεων, καταλήγοντας στην αυστηρότερη ποινική μεταχείριση των οργάνων, έναντι του εγκεφάλου. Η αλλαγή που επιχειρείται κανένα ζήτημα έλλειψης αναλογικότητας δε λύνει, ούτε η ύπαρξη της διάταξης οδηγεί αναγκαία στην κατασκευή διευθυνόντων εγκληματικής οργάνωσης εκεί που η δομή δεν ανταποκρίνεται στο πυραμιδοειδές σχήμα του νόμου. Αντίθετα αφαιρεί ένα χρήσιμο εργαλείο του ποινικού οπλοστασίου χωρίς εύλογη αιτία, εκθέτοντας το νομοθέτη σε κριτική αναγόμενη στη σκοπιμότητα εκκρεμών δικών.  
  15. Στο άρθρο 167Α εισάγεται νέα ποινική διάταξη με τίτλο «αθέμιτη επιρροή σε δικαστικούς λειτουργούς». Στα θετικά εντάσσεται η πρόβλεψη εγκλήματος άσκησης βίας κατά δικαστικών λειτουργών. Ερμηνευτική δυσχέρεια προκαλείται ωστόσο με την χρήση της έννοιας της «αθέμιτης» επιρροής, δεδομένου ότι ο όρος δεν έχει νόημα, καθώς κανένας τρόπος επιβολής απόφασης σε δικαστικό λειτουργό δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί θεμιτός.
  16. Στο άρθρο 361 η παρ. 2 θεωρούμε ότι πρέπει να παραπέμπει ορθότερα στην παρ. 4 και όχι στην παρ. 3 του άρθρου 308. Στην παρ. 1 μάλλον εσφαλμένα χρησιμοποιείται ο όρος «δημόσια», αφού αυτό μπορεί να γίνει ενώπιον λίγων προσώπων σε δημόσιο χώρο. Μάλλον ορθότερα θα πρέπει να γίνεται λόγος για εξύβριση με χρήση ΜΜΕ (τηλεόρασης, ραδιοφώνου, εφημερίδων και περιοδικών). Το ίδιο και στα άρθρα 362, 363, 369.
  17. Στο άρθρο 366 πρέπει να περιληφθεί διάταξη αντίστοιχη με αυτήν που σήμερα προβλέπεται στο άρθρο 366 παρ. 2 ΠΚ, μετά την τροποποίησή του με το ν. 4596/2019 για ανταπόδειξη.
  18. Στο άρθρο 372 θα πρέπει να επανεκτιμηθεί η κατάργηση της αυτεπάγγελτης δίωξης της κλοπής.
  19. Η κατάργηση της κατ’ επάγγελμα τέλεσης της κλοπής, πλαστογραφίας, απάτης, τοκογλυφίας, δωροληψίας υπαλλήλου και δωροδοκίας και η μετατροπή τους σε πλημμελήματα, αφενός οδηγεί σε αθρόα παραγραφή εκκρεμών κακουργημάτων, αφετέρου αυξάνει κατά πολύ την αρμοδιότητα του Πλημμελειοδικείου σε ένα αντικείμενο που ανήκε παραδοσιακά στην ύλη Εφετείου. Από την πλευρά δε της γενικής πρόληψης,  η κατ’ επάγγελμα τέλεση εγκλημάτων, η οποία συνδέεται ουσιαστικά με την οργανωμένη εγκληματικότητα είναι αμφίβολο αν μπορεί να αντιμετωπισθεί με πλημμεληματικές ποινές και δεν φαίνεται να αποδεικνύεται κάτι αντίθετο από την ποινική πράξη. Ειδικότερα ως προς το πλημμέλημα της κατ’ επάγγελμα τοκογλυφίας, ο νομοθέτης με την μετάπτωσή της σε πλημμέλημα, ουσιαστικά αμνηστεύει όσους την εποχή της κρίσης του τραπεζικού συστήματος, όταν ο τραπεζικός δανεισμός στέρεψε, οργανώθηκαν  και εκμεταλλεύθηκαν με τον σκληρότερο τρόπο, με μεθόδους, που δεν εξαντλούνται στην έκδοση π.χ. μιας διαταγής πληρωμής, εκείνους που βρέθηκαν ξαφνικά σε πρόσκαιρη αδυναμία εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών τους.
  20. Με το άρθρο 314 καταργείται η αυτεπάγγελτη δίωξη στα τροχαία. Δημιουργεί προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο θα επιλαμβάνεται πλέον η Αστυνομία για την καταγραφή των τροχαίων με σωματική βλάβη, ενώ δεν έχει ακόμα υποβληθεί έγκληση.
  21. Στο άρθρο 336 δημιουργείται ερμηνευτικό ζήτημα σχετικά με το ποιες είναι οι πράξεις που θα θεωρούνται «ίσης βαρύτητας με τη συνουσία».
  22. Η μετατροπή του αδικήματος της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας από κακούργημα σε πλημμέλημα είναι λανθασμένη.

Σχολιασμοί στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

  1. Οι νέοι θεσμοί της ποινικής διαταγής, της ποινικής συνδιαλλαγής και της ποινικής διαπραγμάτευσης ως λύσεις ανάγκης προκειμένου να αποφορτιστούν τα πινάκια των ποινικών δικαστηρίων, απαιτούν αύξηση οργανικών θέσεων δικαστών και εισαγγελέων. Το ίδιο και ο περιορισμός της αρμοδιότητας του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων, αλλά και η μεταφορά ύλης από το Μονομελές στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο.
  2. Προβληματική παραμένει η διατήρηση των θεσμών του Οικονομικού Εισαγγελέα και του Εισαγγελέα Διαφθοράς και μάλιστα η ένταξή τους στον ΚΠΔ δίνει σ’ αυτούς έναν μόνιμο χαρακτήρα.
  3. Είναι απολύτως ορθή η πλήρης αποσύνδεση της πολιτικής αγωγής από την αστική αξίωση του ζημιωθέντος. Στην σωστή κατεύθυνση κινούνται η κατάργηση των παραβόλων για κατάθεση μήνυσης και έγκλησης, η υποχρεωτικότητα διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης πριν την άσκηση ποινικής δίωξης για πλημμελήματα αρμοδιότητας Τριμελούς Πλημμελειοδικείου.
  4. Ιδιαίτερα προβληματική η διάταξη του άρθρου 143 παρ. 6. Η δυνατότητα φωνοληψίας της διαδικασίας με ίδια μέσα από τους παράγοντες της δίκης δεν μπορεί να είναι δυνατή όπου δεν προβλέπεται υποχρεωτική φωνοληψία με μέσα του δικαστηρίου. Σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπάρχει συγκριτικός άξονας πιστοποίησης της αλήθειας των φερόμενων ως καταγεγραμμένων και ο κίνδυνος αποσπασματικής αξιοποίησης και μοντάζ των δικών, από τη φωνοληψία με μέσα των διαδίκων θα δώσει της δυνατότητα για εκμετάλλευση ενός αμφίβολης πιστότητας υλικού κατά τις επιδιώξεις των κατόχων της καταγραφής. Ουσιαστικά θα υφίστανται πρακτικά δύο ταχυτήτων, που θα οδηγήσουν σε υποβάθμιση της αξιοπιστίας του Δικαστηρίου.
  5. Λανθασμένη πρέπει να θεωρείται η διάταξη περί ορισμού εισηγητή δικαστή στα κακουργήματα (333), δεδομένου ότι το ισχύον καθεστώς ήταν ιδιαίτερα πετυχημένο και δεν είχε δημιουργήσει κανένα πρόβλημα στην διαδικασία.
  6. Απαιτείται απάλειψη του εδ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 235 ΚΠΔ που επιτρέπει υπό προϋποθέσεις την επιβολή εξόδων διερμηνείας σε βάρος του κατηγορουμένου, αφού κατά τη σχετική Οδηγία η διερμηνεία πρέπει σε κάθε περίπτωση να παρέχεται δωρεάν στον κατηγορούμενο, ανεξάρτητα από την οικονομική του κατάσταση.
  7. Θα πρέπει να γίνει πρόβλεψη σε μεταβατικές διατάξεις για την κατάργηση ειδικών ρυθμίσεων σύντμησης προθεσμιών εμφάνισης στο ακροατήριο στα δια του τύπου τελούμενα εγκλήματα. Μετά την κατάργηση των ειδικών διατάξεων για την παραγραφή και την περιορισμένη διάρκεια της αναστολής της παραγραφής η σύντμηση αυτή δεν είναι δικαιολογημένη.
  8. Στο άρθρο 340 παρ. 4 και στο άρθρο 432 θα πρέπει να περιληφθεί η αντίστοιχη με το ισχύον σήμερα καθεστώς (άρθρο 340 παρ. 3) σχετικά με το ότι η εκδίκαση της υπόθεσης χωρίς την παρουσία ή την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου προϋποθέτει και ενημέρωσή του για τις συνέπειες της ερημοδικίας του.

Απόψεις επί των νέων σχεδίων Ποινικού Κώδικα και Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, Χρήστου Νάστα, Προέδρου Εφετών, τακτικού μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ

 

ΣΧΕΔΙΑ ΚΩΔΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ   

                             Γενικές παρατηρήσεις  

Χρήστου Νάστα, Προέδρου Εφετών, ποινικού Δικαστή αποκλειστικής απασχόλησης, τακτικού μέλους του ΔΣ της  Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

Η νομοθετική πρωτοβουλία ριζικής αναμόρφωσης του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προς το σκοπό της επιτάχυνσης και της ποιοτικής αναβάθμισης της ποινικής δίκης, με βρίσκει κατ΄ αρχήν σύμφωνο. Όμως αρκετές προτεινόμενες ρυθμίσεις, κατά την ταπεινή μου άποψη, κινούνται όχι προς τη σωστή κατεύθυνση και χρίζουν   αλλαγής.

Πριν αναφερθώ σε ορισμένες προτεινόμενες ρυθμίσεις,  θέλω να επισημάνω ότι ο χρόνος της δημόσιας διαβούλευσης και για τους δύο Κώδικες είναι αρκετά μικρός. Είναι αδύνατον μέσα στον χρόνο που όρισε ο κ. Υπουργός να μπορέσει κάποιος νομικός να μελετήσει και τους δύο Κώδικες και να κάνει σοβαρές προτάσεις βελτίωσης των επί μέρους άρθρων. Άποψη μου είναι ότι η δημόσια διαβούλευση πρέπει να συνεχισθεί, τουλάχιστον για ένα εξάμηνο, για να μπορέσουν, τόσο οι θεωρητικοί, όσο και οι εφαρμοστές του Δικαίου, να προτείνουν  αλλαγές- βελτιώσεις στα επί μέρους άρθρα κάθε Κώδικα.

Κατ΄ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι αρκετές από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, όπως α) η βίαιη (χωρίς την αναγκαία ωρίμανση μέσα από δημόσιο διάλογο) μετατροπή πολλών κακουργημάτων σε πλημμελήματα, β) η αναγνώριση ελαφρυντικών για στοιχεία που δεν έχουν σχέση με την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, αλλά είναι της αποκλειστικής ευθύνης της Πολιτείας(υπέρβαση εύλογων χρονικών ορίων δίκης) , γ) η τροποποίηση του άρθρου  263 Α του ΠΚ , δ) η κατάργηση του ν. 1608/1950, θα οδηγήσουν αρκετούς εγκληματίες, που έχουν παραπεμφθεί για σοβαρά αδικήματα ή εκτίουν πολυετείς ποινές κάθειρξης, εκτός των Καταστημάτων Κράτησης, καθιστώντας έτσι τις πράξεις τους ουσιαστικά ατιμώρητες.

Δεύτερον, η κατάργηση της μετατροπής της ποινής φυλάκισης σε χρηματική ποινή θα στερήσει από την Πολιτεία ένα σημαντικό όπλο στη μάχη κατά της παρανομίας, καθώς η απειλή χρηματικής ποινής σε πλημμεληματικές παραβάσεις – ιδίως οικονομικού χαρακτήρα – λειτουργούσε αποτελεσματικά, τόσο ως αποτρεπτικό μέσο, καθώς ο παραβάτης που έχει απωλέσει το δικαίωμα αναστολής της ποινής του στην επόμενη εγκληματική του συμπεριφορά αξιολογούσε υψηλά τον κίνδυνο επιβολής χρηματικής ποινής που διέτρεχε, όσο και ως κατασταλτικό μέσο, καθώς με τον τρόπο αυτό ικανοποιείται – πολλές φορές μάλιστα και περισσότερο από τον εγκλεισμό σε κατάστημα κράτησης – το αίσθημα της αδικίας που έχει αφήσει μια μεσαίας απαξίας εγκληματική συμπεριφορά. Πέραν όμως τούτου, εξίσου σημαντική είναι και η απώλεια εσόδων που θα υποστεί το Κράτος, τα οποία θα μπορούσαν να επενδυθούν στην αναβάθμιση των υποδομών των σωφρονιστικών καταστημάτων και στη βελτίωση των συνθηκών κράτησης των λοιπών κρατουμένων για σοβαρότερα εγκλήματα. Εξάλλου, το γεγονός ότι σε πολλά εγκλήματα, ως ποινή παραμένει η χρηματική ποινή, δύσκολα δικαιολογεί την φερόμενη «εξαγνιστική» πρόθεση της Πολιτείας να καταργήσει τη μετατροπή της ποινής φυλάκισης σε χρηματική ποινή.

Τρίτον, η αναβάθμιση της κοινωφελούς εργασίας σε κύρια ποινή για τα πλημμελήματα, πέραν της αμφίβολης αποτελεσματικότητάς της σε επίπεδο πρόληψης των εγκλημάτων,  δημιουργεί μεγάλο προβληματισμό και στο επίπεδο της εφαρμογής της, καθόσον είναι γνωστό ότι το Κράτος δεν διαθέτει τις υποδομές εκείνες που θα απορροφήσουν χιλιάδες ανθρώπων που θα επιδιώκουν να εκτίσουν την ποινή τους με αυτόν τον τρόπο. Έτσι, οι ποινές σε εγκλήματα μέτριας απαξίας θα εκτίονται, είτε με την ποινή της φυλάκισης, με αποτέλεσμα την υπερπλήρωση των φυλακών υπό συνθήκες αβίωτες, είτε με την πλασματική παροχή κοινωφελούς εργασίας, με αποτέλεσμα τον πλήρη ευτελισμό του ποινικοκατασταλτικού μας μηχανισμού, ενώ θα οδηγήσει αναπόδραστα και στην αύξηση των παραβατικών συμπεριφορών.

Τέταρτον, η κατ΄ ουσίαν κατάργηση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων, το οποίο κατά γενική ομολογία είναι ένας πετυχημένος θεσμός, θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην καθυστέρηση απονομής της ποινικής  Δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα με τη νέα ρύθμιση όλα τα κακουργήματα, εκτός απ΄ όσα εκδικάζονται από το ΜΟΔ, θα εκδικάζονται από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, των οποίων ο αριθμός των δικασίμων αναμένεται να διπλασιασθεί. Το ίδιο βέβαια θα συμβεί και στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων με διπλασιασμό των δικασίμων και αντίστοιχη αύξηση των υπηρεσιών των Εφετών. Η αλλαγή αυτή αμφιβάλλω εάν έχει μετρήσει τις πρακτικές συνέπειες, τόσο σε επίπεδο υλικοτεχνικής υποδομής (αριθμό αιθουσών, γραμματέων), όσο και σε επίπεδο δυνατότητας διαχείρισης της δικαστικής ύλης που καλούνται να σηκώσουν οι Εφέτες δικαστές. Είναι γνωστές σε όλους οι συνθήκες απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, όταν οι συνθέσεις απεγνωσμένα ψάχνουν να βρουν ημέρες που δεν έχουν υπηρεσία για να χωρέσουν τις διακοπτόμενες έδρες τους (πολλές φορές και πέραν του διμήνου, ενώ προσπαθούν να εκμεταλλευθούν και το χρόνο των δικαστικών διακοπών), αφαιρώντας συνάμα αντίστοιχο χρόνο από τις πολιτικές τους υποθέσεις. Το ίδιο θα συμβεί και στον πρώτο βαθμό με την αύξηση των δικασίμων του  Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, αφού τα περισσότερα πλημμελήματα θα εκδικάζονται από αυτό. Από μια πρόχειρη στατιστική ανάλυση, σημειώνεται ότι σήμερα στο Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων εκδικάζονται περισσότερες από 15-18 υποθέσεις ανά δικάσιμο, ενώ στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ο αριθμός των υποθέσεων ουσίας που εκδικάζονται ανά δικάσιμο δεν υπερβαίνει τις 5-6 και τούτο οφείλεται όχι μόνο στη σοβαρότητα των υποθέσεων αλλά διότι το Δικαστήριο είναι δυσκίνητο στη λειτουργία του. Από την άλλη πλευρά, η επιλογή αυτή – παρά το όποιο σημαντικό κόστος, το οποίο δεν φαίνεται να προσμετράται – προσπαθεί να δικαιωθεί με το επιχείρημα της ανάγκης ορθότερης απονομής της Δικαιοσύνης για τα κακουργήματα, πράγμα που, κατά την ίδια άποψη, διασφαλίζεται όταν απονέμεται από τα δικαστήρια με πολυμελή σύνθεση και όχι μόνο από έναν δικαστή, διότι υπάρχει κίνδυνος ο μονομελής Δικαστής να υποπέσει ευκολότερα σε λάθος κρίση που καταστεί επώδυνη για τον πολίτη. Όμως η θεώρηση αυτή είναι πολλαπλώς εσφαλμένη, αφενός διότι τα εγκλήματα που καλούνται να δικάσουν οι μονομελείς συνθέσεις του Εφετείου είναι ευκολότερα διαχειρίσιμα, είναι επαναλαμβανόμενα και σε σημαντικό βαθμό τυποποιημένα, ώστε να μην απαιτείται ιδιαίτερη δυσκολία στην ανάλυση του ουσιαστικού τους μέρος. Επίσης, οι δικαστές που τα δικάζουν – όντας αποκλειστικής απασχόλησης στα μεγάλα τουλάχιστον Εφετεία της Χώρας – έχουν αποκτήσει πλήρη γνώση του αντικειμένου τους και την ανάλογη εμπειρία για την απονομή ταχείας, έγκυρης και αποτελεσματικής δικαιοσύνης. Σε κάθε δε περίπτωση, τυχόν λάθος του Δικαστή του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων, μπορεί να διορθωθεί από το δευτεροβάθμιο ποινικό Δικαστήριο που  συγκροτείται πάντοτε σε πολυμελή σύνθεση. Είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε μέσα από την εκδίκαση των εφέσεων κατά των αποφάσεων των Μονομελών Εφετείων Κακουργημάτων ότι οι  προεδρεύοντες δικαστές των Μονομελών Εφετείων Κακουργημάτων, ανταποκρίνονται πλήρως στα καθήκοντά τους, διαψεύδοντας στην πράξη αυτούς που κατά καιρούς διατύπωσαν επιφυλάξεις. Μάλιστα, η προηγούμενη νομοπαρασκευαστική επιτροπή του 2013-2014,αναγνωρίζοντας την αποτελεσματική λειτουργία των  Μονομελών Εφετείων Κακουργημάτων, είχε προτείνει τη σημαντική αύξηση της ύλης τους  αλλά και την κατάργηση του δυσκίνητου Πενταμελούς Εφετείου. Τι άλλαξε από τότε μέχρι σήμερα και  καταργούν -κατ΄ ουσία -το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων;  Ως ποινικός Δικαστής αποκλειστικής απασχόλησης από το 2015 μέχρι και σήμερα, πιστεύω ότι  ο θεσμός του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων είναι απολύτως επιτυχής και ειδικά στα μεγάλα  Εφετεία, δικάστηκαν με ταχύ και έγκυρο τρόπο χιλιάδες υποθέσεις, οι οποίες ακόμα θα παρέμεναν αδίκαστες. Ανακεφαλαιώνοντας, θεωρώ ότι η υποβάθμιση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων, σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη στο νέο σχέδιο ΚΠΔ μεταφορά ήσσονος σημασίας πλημμελημάτων από τα Μονομελή στα Τριμελή Πλημμελειοδικεία, θα επιβαρύνει υπερβολικά τα Τριμελή Εφετεία, με δυσμενέστατα αποτελέσματα για την ταχύτητα και αποτελεσματικότητα της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης.

Τέταρτον, στο Ειδικό μέρος του  σχεδίου Ποινικού Κώδικα διευρύνεται – λάθος κατά την άποψή μου για ορισμένα από αυτά – η αρχή της κατ’ έγκληση δίωξης των εγκλημάτων (πλημμελημάτων και ορισμένων κακουργημάτων), καθ’ όσον κατ’ έγκληση θα διώκονται πλέον οι ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: απλή και εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη, πλην της τελεσθείσας κατά δημοσίου υπαλλήλου, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή επ’ αφορμή αυτής (άρθρ. 308 παρ. 1 και 2 σχΠΚ), σωματική βλάβη από αμέλεια, απλή και εντελώς ελαφρά (άρθρ. 314 παρ. 1 σχΠΚ), αυτοδικία (άρθρ. 331 σχΠΚ), απλή περίπτωση απειλής (άρθρ. 333 παρ. 1 σχΠΚ), διατάραξη οικιακής ειρήνης (άρθρ. 334 παρ. 1 σχΠΚ), προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας, καθώς και αυτή που τελείται σε βάρος προσώπου εργασιακά εξαρτημένου από το δράστη (άρθρ. 337 παρ. 1 σχΠΚ), προσβολή της γενετήσιας ευπρέπειας άλλου (άρθρ. 353 παρ. 1 σχΠΚ), παραβίαση της υποχρέωσης διατροφής (άρθρ. σχ358 ΠΚ), εγκατάλειψη εγκύου (άρθρ. 359 σχΠΚ), εξύβριση (άρθρ. 361 παρ. 1 σχΠΚ), δυσφήμηση (άρθρ. 362 σχΠΚ), συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρ. 363-362 σχΠΚ), παραβίαση του απορρήτου εγγράφων και ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (άρθρ. 370 παρ. 1, 2 σχ ΠΚ), παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα (άρθρ. 370Β παρ. 1, 4 σχΠΚ), παραβίαση απόρρητων στοιχείων ή προγραμμάτων υπολογιστών (άρθρ. 370Γ παρ. 1, 2 σχΠΚ), παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας (άρθρ. 371 σχΠΚ), απλή κλοπή (άρθρ. 372 σχΠΚ), αυθαίρετη χρήση μεταφορικού μέσου (άρθρ. 374AσχΠΚ), υπεξαίρεση, εκείνη που τελείται από εντολοδόχο, επίτροπο, κηδεμόνα του παθόντος, μεσεγγυούχο ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, καθώς και αυτή η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ (και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος) (άρθρ. 375 παρ. 1, 2 σχΠΚ), κλοπή και υπεξαίρεση ευτελούς αξίας (άρθρ. 377 σχΠΚ), απλή και ελαφρά φθορά ξένης ιδιοκτησίας, καθώς και η φθορά πράγματος που χρησιμεύει για κοινό όφελος ή καλλιτεχνικού ή ιστορικού μνημείου ή αντικειμένου τοποθετημένου σε δημόσιο χώρο ή τελεσθείσα με φωτιά ή με εκρηκτικές ύλες (άρθρ. 378 σχΠΚ), απάτη καθώς και απάτη εκ της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ (και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος) (άρθρ. 386 παρ. 1 σχΠΚ), απάτη με υπολογιστή, καθώς και εκείνη εκ της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, όπως και εκείνη που στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, εκ της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ (οι δύο τελευταίες μορφές τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος) (άρθρ. 386A σχΠΚ), απατηλή πρόκληση βλάβης (άρθρ. 389 σχΠΚ), απιστία, καθώς και εκείνη εκ της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, όπως και εκείνη που στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, εκ της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ (οι δύο τελευταίες μορφές τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος (άρθρ. 390 σχΠΚ), αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος (άρθρ. 394 σχΠΚ), παρακώλυση συναγωνισμού (άρθρ. 395 σχΠΚ), δωροδοκία και δωροληψία στον ιδιωτικό τομέα (άρθρ. 396 σχΠΚ), καταδολίευση δανειστών (άρθρ. 397 σχΠΚ) και τοκογλυφία, η οποία τιμωρείται πλέον μόνο σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρ. 404 σχΠΚ).Συνέπεια των τροποποιήσεων αυτών είναι η μη σύλληψη των εγκληματιών από τα αστυνομικά όργαναεάν δεν υπάρχει έγκληση του παθόντος, έστω και αν τα εγκλήματα αυτά τελούνται ενώπιον τους, παρότι στη συνείδηση των πολιτών υπάρχει ενεργός η αίσθηση ότι η απαξία της παράβασης πολλών από αυτά υπερβαίνει τα όρια του ατομικού συμφέροντος και θίγει ολόκληρη την κοινωνία. Πέραν όμως τούτου, με τις παραπάνω τροποποιήσεις είναι βέβαιο ότι θα  προκύψουν θέματα διαχρονικού δικαίου, σε σχέση με την ύπαρξη ή όχι έγκλησης σε ήδη εκκρεμείς υποθέσεις, που θα δικαστούν είτε από Πλημ/κεία, είτε από Εφετεία Κακουργημάτων.

Πέμπτον, όσον   αφορά το σχΚΠΔ, εξόχως προβληματική θεωρώ ότι είναι η   περίληψη στα αποκλειόμενα από την ποινική διαδικασία πρόσωπα, του εισαγγελέα που έχει συμπράξει στην παραπομπή του κατηγορουμένου, ειδικά στη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (άρθ. 14§2 περ. στ’ του σχΚΠΔ). Εκτός της προφανούς ασυμφωνίας της με τις ισχύουσες συνταγματικές διατάξεις, καθώς προκρίνει την εφαρμογή της διάταξης, κατά περίπτωση (με κριτήριο τη δυνατότητα συγκρότησης του δικαστηρίου), δημιουργεί σημαντικά προβλήματα στη λειτουργία κυρίως των μεγάλων εισαγγελιών. Να τονιστεί πως στις μεγάλες Εισαγγελίες  της χώρας, άλλος εισαγγελικός λειτουργός επεξεργάζεται την μήνυση ή έγκληση, παραγγέλλοντας προκαταρτική εξέταση. Άλλος εισαγγελικός λειτουργός επεξεργάζεται τη δικογραφία που σχηματίζεται μετά από την ολοκλήρωση της προκαταρτικής εξέτασης, ασκώντας ποινική δίωξη, και άλλος εισαγγελικός λειτουργός υπογράφει το κλητήριο θέσπισμα που επιδίδεται στον κατηγορούμενο. Έτσι σε κάθε υπόθεση αποκλείονται τρεις εισαγγελικοί λειτουργοί από την εκδίκασή της (εάν πρόκειται για βούλευμα μπορεί άλλος να υποβάλλει την πρόταση προς το Συμβούλιο Πλημ/κών και άλλος να παρασταθεί ενώπιον αυτού). Και εάν εκδικάζεται κατ’ έφεση στο Τριμελές Πλημ/κείο, αποκλείεται και τέταρτος εισαγγελικός λειτουργός, αυτός που δίκασε πρωτοδίκως. Καθίσταται, επομένως, σαφές πως εάν εφαρμοστεί η διάταξη θα πρέπει όλοι οι εισαγγελείς να βρίσκονται στο δικαστικό μέγαρο, αντικαθιστώντας ο ένας των άλλο στις  ποινικές έδρες που συνεδριάζουν καθημερινά.

Έκτον, στο άρθρο 333§1 του σχΚΠοινΔ, ορίζεται πως ο διευθύνων τη συζήτηση, στις δίκες που αφορούν σε υποθέσεις κακουργημάτων ορίζει προηγουμένως έναν εισηγητή δικαστή. Η διάταξη αυτή που αποτελεί εισαγωγή του προτύπου της διαδικασίας της αστικής δίκης στις ποινικές, εκκινεί από την υπόνοια ότι οι σύνεδροι στην ποινική δίκη δεν συμμετέχουν ενεργά σ΄ αυτή, οπότε θα πρέπει να τους υποχρεώσουμε να το κάνουν, μεταβιβάζοντάς τους μέρος της ποινικής διαδικασίας. Η σκέψη αυτή, πέραν του ότι είναι άκρως προσβλητική για το σύνολο των δικαστών, είναι και εσφαλμένη, καθώς η εμπειρία έχει διδάξει ότι εφόσον ο Προεδρεύων δικαστής καθοδηγήσει σωστά την ακροαματική διαδικασία, όλη η σύνθεση – η οποία αποτελείται από έμπειρους συναδέλφους – είναι σε θέση εύκολα να αποκτήσει πλήρη αντίληψη της δικαζόμενης υπόθεσης και να εκφέρει ουσιαστική κρίση. Δεν είναι, εξάλλου, λίγες οι φορές που συνάδελφοι δικαστές, οι οποίοι  δεν μελέτησαν σε προγενέστερο χρόνο τις υποθέσεις που ήγοντο ενώπιόν τους, είχαν την άνεση και επάρκεια να εκφέρουν μια διαφορετική – καθόλα έγκυρη – άποψη στην αξιολόγηση των πραγματικών και νομικών περιστατικών. Εξάλλου, εάν δεν εμπιστευόμαστε την αποτελεσματικότητα της άμεσης προφορικής διαδικασίας σε συνθέσεις που απαρτίζονται αποκλειστικά από δικαστές, πως θα αντιδράσουμε στα μεικτά ορκωτά δικαστήρια; Μήπως θα δώσουμε και στους ενόρκους να διαχειρίζονται μέρος των ποινικών δικών, για να εξασφαλίσουμε την προσοχή τους; Αυτονόητο τέλος είναι ότι και το μέτρο αυτό θα επιφέρει ακόμα μεγαλύτερο φόρτο στους Εφέτες – συνέδρους των ποινικών εδρών, αφού θα είναι επιφορτισμένοι κατ’ ουσία τόσο με τη διαδικασία της ποινικής έδρας και τη συγγραφή των αποφάσεων στις υποθέσεις όπου θα ορίζονται εισηγητές, όσο και με τις πολιτικές τους υποθέσεις, οι οποίες μοιραία θα περιέλθουν σε καθυστέρηση, με ορατή πλέον και την πειθαρχική τους ευθύνη.

Έβδομον, με το σχΚΠοινΔ τα πταίσματα ως αξιόποινες πράξεις  καταργούνται και το Πταισματοδικείο ως ποινικό δικαστήριο δεν θα υπάρχει. Οι εκτελούντες όμως μέχρι την ψήφιση των Κωδίκων, χρέη Πταισματοδίκη, δεν πρέπει να μετακινηθούν , αλλά να παραμείνουν στις θέσεις τους και, εν όψει της νομικής τους κατάρτισης και της πολύχρονης εμπειρίας τους στο εν λόγω αντικείμενο, να διενεργούν, ως πταισματοδίκες- προανακριτές, προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση ύστερα από παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.     

Ελπίζω ότι οι νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές των νέων Κωδίκων Ποινικού και Ποινικής Δικονομίας, μετά το πέρας της δημόσιας διαβούλευσης, να μελετήσουν και πάλι χωρίς εγωισμό και υπό το φως των σκέψεων που με την εμπειρία μας καταθέτουμε,  τις προτεινόμενες αλλαγές- βελτιώσεις και να καταλήξουν σε πιο ορθολογικές λύσεις.

 

                                                                            Χρήστος Νάστας

                                                                            Πρόεδρος Εφετών                                                                                    

 

ΝΕΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΚΠΔ ΚΑΙ ΜΟΝΟΜΕΛΗ ΕΦΕΤΕΙΑ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΩΝ, Της Βαρβάρας Πάπαρη, Εφέτη Λάρισας, μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ

Με αφορμή την επιχειρούμενη, με το νέο σχέδιο του ΚΠΔ, κατάργηση- επί της ουσίας- του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων,θα ήθελα να επισημάνω,για μια ακόμα φορά (βλ.σχετική δημοσίευσή μου στα Δικαστικά Νέα 12/2016), τα ακόλουθα:Με τη διάταξη του άρθρου 29 παράγραφος 2 του νόμου 4055/2012,  ο κοινός νομοθέτης πρόσθεσε στο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας το άρθρο 110 και προέβλεψε, το «Μονομελές» Εφετείο, το οποίο άλλωστε  συμπεριλαμβάνεται στα δικάζοντα κακουργήματα δικαστήρια του άρθρου 8 του ιδίου Κώδικα, ως καθ’ ύλην αρμόδιο γιά την εκδίκαση των κακουργημάτων των αναφερομένων στη παράγραφο 1 του άρθρου 308Α  (ν.δ. 86/1969 (Α` 7),Ν.998/1979 (Α` 289)<δασικά>,Ν. 2168/1993 (Α`147) <όπλα>,Ν. 4174/2013 (Α`170) <φορολογικά>,Ν. 4251/2014 (Α` 80) <αλλοδαποί>,Ν.2960/2001 (Α` 265) <τελωνειακά>, και Ν.4139/2013 (Α` 74) <ναρκωτικά>, του εμπρησμού δασών και των άρθρων 374 <διακεκριμένη κλοπή> και 380 <ληστεία> του ΠΚ και Ν. 2523/1997 (Α` 179) <φορολογικά>, Ν.3386/2005 (Α` 212) <αλλοδαποί> και Ν.3459/2006 (Α` 103) <ναρκωτικά>, των κακουργημάτων της παραγράφου 1 του άρθρου 308Β (ποινική συνδιαλλαγή),ήτοι των άρθρων  375 <υπεξαίρεση>,386 <απάτη>,386Α <απάτη με υπολογιστή>,390 <απιστία> και 404 <τοκογλυφία> του ΠΚ,εφ’ όσον συνετάγη πρακτικό συνδιαλλαγής, των κακουργημάτων των άρθρων 114 του νόμου 1892/1990 <δασικά που καταργήθηκε>, 66 του νόμου 2121/1993 <πνευματική ιδιοκτησία> και 52 του νόμου 4002/2011 <παίγνια> και των κακουργημάτων των νόμων 2725/1999 <αθλητικά> και 3028/2002<αρχαιότητες>, «εκτός αν στο νόμο απειλείται κατά αυτών η ποινή τής ισόβιας κάθειρξης», ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παράγραφος 3 του νόμου 4055/2012 ,αντικατέστησε τον τίτλο και τη πρώτη περίοδο του άρθρου 111 του ίδιου Κώδικα και εξαίρεσε από τη δικαιοδοσία του Τριμελούς Εφετείου τα παραπάνω κακουργήματα. Στην αιτιολογική έκθεση  του ως άνω νόμου 4055/2012 αναφέρεται: «Τοµή είναι η καθιέρωση Μονοµελών Εφετείων για την εκδίκαση σε πρώτο βαθµό συγκεκριµένης κατηγορίας κακουργηµάτων, όπως παραβάσεις του νόµου περί ναρκωτικών, κλοπές, ληστείες κ.λπ.. Οι υποθέσεις αυτές δεν έχουν αποδεικτικές δυσκολίες, ούτε πολύπλοκα νοµικά ζητήµατα. Και είναι προς το συµφέρον και της κοινωνίας αλλά και των ίδιων των εµπλεκόµενων προσώπων η όσο το δυνατόν πιο σύντοµη εκδίκαση των υποθέσεων αυτών. Άλλωστε αυτό αποτελεί πρόταση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας. Σε κάθε περίπτωση, οι συγκεκριµένες αυτές υποθέσεις θα εκδικάζονται σε δεύτερο βαθµό από τριµελή σύνθεση».Με την πρόβλεψη από τον νομοθέτη του «Μονομελούς» Εφετείου υπηρετείται ο σκοπός της ταχύτητας και της τονώσεως της ευθύνης του δικαστή στην εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων,ενώ  η  πρόβλεψη γιά την σε δεύτερο βαθμό εκδίκαση των εν λόγω υποθέσεων από πολυμελές Εφετείο (του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων) αντισταθμίζει τις όποιες «δικαστικές αυθαιρεσίες». Η καθιέρωση Μονομελών Εφετείων για την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό συγκεκριμένης κατηγορίας κακουργημάτων, όπως πχ οι παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, κλοπές, ληστείες, αθλητικά, παίγνια, πνευματική ιδιοκτησία,φορολογικά κλπ.,εκτός από τομή,είχαμε επισημάνει ότι συνιστούσε,στη σύγχρονη εποχή, εκτός των άλλων,  και μια αναγκαιότητα. Η μονομελής σύνθεση ενός τέτοιου δικαστηρίου, ασφαλώς έχει κάποια μειονεκτήματα, τα οποία δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, αλλά είναι η καλύτερη λύση και από την θέσπισή του λειτουργεί ικανοποιητικά και με αποτελεσματικότητα και έχει επιφέρει την επιτάχυνση της ποινικής δίκης. Οι προεδρεύοντες δικαστές,ασκούν τα καθήκοντά τους με υψηλό αίσθημα ευθύνης και ανταποκρίνονται πλήρως στο ανατεθέν σ’ αυτούς δυσχερές καθήκον εκδικάσεως συγκεκριμένων κακουργημάτων, διαψεύδοντας στην πράξη αυτούς που διατύπωσαν επιφυλάξεις. Αποδείχθηκε ότι η εμπειρία, οι ικανότητες και η επιδειχθείσα αυξημένη ευθύνη των δικαζόντων Εφετών εξισορρόπησε τις όποιες ατέλειες, επομένως από την λειτουργία του Μονομελούς Εφετείου Κακ/των ούτε τα δικαιώματα των κατηγορουμένων παραβλάπτονται, ούτε υπάρχει έκπτωση στην ποιότητα ή την ορθότητα των εκδιδομένων αποφάσεων.Μάλιστα η προηγούμενη νομοπαρασκευαστική επιτροπή του 2013- 2014,αναγνωρίζοντας την αποτελεσματική λειτουργία των  Μονομελών Εφετείων Κακ/των είχε προτείνει τη σημαντική αύξηση της ύλης τους (π.χ. όλα τα κακ/τα των ειδικών ποινικών νόμων, όπως ξέπλυμα χρήματος, αρχαιοκαπηλία, προσ. δεδομένα κλπ.),αλλά και την κατάργηση του πολυτελούς και δυσκίνητου Πενταμελούς Εφετείου. Ειδικότερα το σχέδιο νόμου της ως άνω επιτροπής, προέβλεπε την καθιέρωση του θεσμού του «ποινικού εισαγγελέα συνδιαλλαγής», ο οποίος θα έχει τη δυνατότητα να συνδιαλέγεται με τον κατηγορούμενο και να συμφωνεί για το ύψος της ποινής, χωρίς η υπόθεση στο ακροατήριο,Η διαμεσολάβηση του εισαγγελέα αφορούσε τα κακουργήματα για τα οποία προβλέπονται ποινές μέχρι 10 χρόνια κάθειρξη, ενώ στους κανόνες της συνδιαλλαγής δεν μπορούσαν να υπαχθούν αδικήματα που τιμωρούνται με βάση το νόμο περί καταχραστών του δημοσίου. Ακόμη, προτείνονταν η κατάργηση των Πενταμελών Εφετείων Κακουργημάτων, και η εκδίκαση των περισσότερων κακουργημάτων να γίνεται από Μονομελή Εφετεία. Εξαιρούνται τα αδικήματα που χαρακτηρίζονται σύνθετα, καθώς και αδικήματα που καταλαμβάνονται από το νόμο περί καταχραστών του δημοσίου, τα οποία θα δικάζονται από Τριμελή Εφετεία (βλ. το σχέδιο νόμου https://www.tovima.gr/2014/02/15/society/olo-to-nomosxedio-gia-tin-poiniki-dikonomia ).

Με το νέο σχέδιο του ΚΠΔ η καθ’ύλη αρμοδιότητα του Μονομελούς Εφετείου,ορίζεται ως εξής: «Άρθρο 110: Μονομελές Εφετείο. Το  Mονομελές Εφετείο δικάζει αποκλειστικά τα κακουργήματα που αναφέρονται στα άρθρα 301 και 303, εφόσον γι’ αυτά έχει  συνταχθεί πρακτικό συνδιαλλαγής ή διαπραγμάτευσης.Σύμφωνα δε με το νέο σχέδιο στο άρθρο 301: Ποινική συνδιαλλαγή μέχρι την τυπική  περάτωση της ανάκρισης. 1. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου για την ποινική συνδιαλλαγή εφαρμόζονται στα κακουργήματα που προβλέπονται  από τις διατάξεις: α) του ποινικού κώδικα, τα οποία χωρίς βία ή απειλή στρέφονται κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας (δηλαδή της κλοπής,υπεξαίρεσης,φθοράς ξένης ιδιοκτησίας,απάτης,απιστίας,τοκογλυφίας) και β) του ν. 2803/2000 (Κύρωση της Σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των συναφών με αυτήν Πρωτοκόλλων), γ) του ν. 2960/2001(Τελωνειακός Κώδικας), δ) του ν. 3691/2008 (Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και Άλλες διατάξεις) και  ε) του  ν. 4174/2013(Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας),  ανεξάρτητα από την συνδρομή ή μη επιβαρυντικών  περιστάσεων.Στο δε άρθρο 303: Ποινική διαπραγμάτευση. 1. Στις περιπτώσεις των αυτεπαγγέλτως διωκομένων πλημμελημάτων και  των κακουργημάτων που τιμωρούνται με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης, ο κατηγορούμενος δικαιούται μέχρι την τυπική περάτωση της κύριας ανάκρισης ή της προανάκρισης   να ζητήσει εγγράφως ο ίδιος ή δια του συνηγόρου του την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαπραγμάτευσης, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι μόνο η επιβλητέα κύρια  ή παρεπόμενη ποινή». Επί της ουσίας δηλαδή,καλείται το Μονομελές Εφετείο να επικυρώσει τα πρακτικά συνδιαλλαγής ή διαπραγμάτευσης!Αυτό,όμως, συνιστά πλήρη υποβάθμιση του Μονομελούς Εφετείου Κακ/των.Αντί  να καταργηθεί το Πενταμελές Εφετείο Κακ/των, καταργείται -εν τοις πράγμασι- το Μονομελές Εφετείο Κακ/των.Και αναρωτιέται κανείς,τι άλλαξε από το 2014,όταν η τότε νομοπαρασκευαστική επιτροπή πρότεινε την σημαντική αύξηση της ύλης των Μονομελών Εφετείων Κακ/των, μέχρι σήμερα που προτείνεται η υποβάθμισή του.Μήπως υπάρχουν στοιχεία για τέτοιες αποκλίσεις ως προς την περί ενοχής και ποινής κρίση των δικαστών του  Μονομελούς Εφετείου , ώστε η απόθεση της δικαιοδοτικής κρίσης σε έναν λειτουργό να αποτελεί θέμα τύχης για την έκβαση της δίκης;Ή μήπως υπάρχουν στοιχεία για τάση καταδικαστικής κρίσης; Πιστεύω πως όχι.Αντίθετα,όπως προανέφερα,ο θεσμός του Μονομελούς Εφετείου Κακ/των είναι απολύτως επιτυχής και ειδικά στα μεγάλα  Εφετεία,δικάστηκαν χιλιάδες υποθέσεις, οι οποίες ακόμα θα ήταν αδίκαστες χωρίς την θέσπισή του.Βέβαια,όλοι οι δικαστές είμαστε υπέρ του εκσυγχρονισμού του ποινικού συστήματος με βάση τη λογική και τα σύγχρονα δεδομένα της ποινικής επιστήμης και των ατομικών δικαιωμάτων. Αλλαγές χρειάζονταν, όχι όμως σ’ έναν τόσο πετυχημένο θεσμό,όπως το Μονομελές Εφετείο Κακ/των.Πιστεύω ότι η ενίσχυση του Μονομελούς Εφετείου Κακ/των εξυπηρετεί το εκσυγχρονισμό που επιχειρείται με το νέο σχέδιο νόμου για τον ΚΠΔ και τον ΠΚ,διότι με αυτόν τον τρόπο,γίνεται μία μετάβαση στην απλοποίηση, χωρίς να παραβλάπτεται η ορθή , ουσιαστική και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης.Εξάλλου,είναι αντιφατικό να αποδεχόμαστε το Μονομελές Πολιτικό Εφετείο,το οποίο εκδικάζει σε δεύτερο βαθμό και να υποβαθμίζουμε σε βαθμό καταργήσεως το πολύ πετυχημένο Μονομελές Εφετείο Κακ/των,το οποίο εκδικάζει σε πρώτο βαθμό.Η υποβάθμιση του Μονομελούς Εφετείου Κακ/των,σε συνδυασμό με  τη προβλεπόμενη στο νέο σχέδιο ΚΠΔ μεταφορά ήσσονος σημασίας πλημμελημάτων από τα Μονομελή στα Τριμελή Πλημμελειοδικεία, θα επιβαρύνει υπερβολικά τα Τριμελή Εφετεία, με δυσμενέστατα αποτελέσματα για την ταχύτητα και αποτελεσματικότητα της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Έχω τη γνώμη,που είναι και η γνώμη, εξ όσων γνωρίζω, και της πλειοψηφίας των δικαστών του β΄βαθμού, ότι η συρρίκνωση της καθ’ύλην αρμοδιότητας του Μονομελούς Εφετείου Κακ/των που επιχειρείται με την ανωτέρω διάταξη του νέου σχεδίου νόμου για τον ΚΠΔ, είναι ατυχής και θα πρέπει να τροποποιηθεί προς την κατεύθυνση της σημαντικής αύξησης αυτής (ύλης).Για τις υπόλοιπες διατάξεις του νέου σχεδίου για τον ΠΚ και ΚΠΔ, επιφυλάσσομαι να διατυπώσω τις ενστάσεις μου στο ΔΣ της Ένωσής μας.

Βαρβάρα Πάπαρη,

Εφέτης,μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Πόσο αποστασιοποιημένος είναι ο Δικαστής από την πραγματικότητα και πόσο αποφασιστικά την διαμορφώνει;

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

ΕΝΑ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ, ΔΥΟ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη
Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Την προηγούμενη εβδομάδα συζητήθηκε στη Βουλή νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Κύρωση του Πρωτοκόλλου υπ’ αριθμόν 16 στη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών,…». Το άρθρο 22 του ν/σ τροποποιούσε το άρθρο 17 παρ. 7 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και προέβλεπε ότι οι Κανονισμοί των Δικαστηρίων δεν θα μπορούν πλέον  να συμπληρώνονται, να τροποποιούνται ή να ακυρώνονται από τις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων αλλά μόνο να αναπέμπονται στο Δικαστήριο ως προς όλα τα σημεία και ειδικότερα ως προς τον αριθμό των δικασίμων και των υποθέσεων που προσδιορίζονται. Στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου ως δικαιολογητική βάση της νομοθετικής αλλαγής σημειώνονταν «η ενίσχυση του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων η οποία είχε επιτυχημένα αποτελέσματα όσον αφορά στην αποδοτικότερη άσκηση της δικαιοσύνης». Όμοια ακριβώς διάταξη τέθηκε και στο νέο Σχέδιο του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων που κατατέθηκε στο Υπουργείο από την αρμόδια Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2018. Και πράγματι η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία του Υπουργείου χαιρετίστηκε από την Ένωσή μας με την από 15-2-2019 ανακοίνωση ως «διάταξη  που διαπνέεται από πνεύμα εμπιστοσύνης στις δυνατότητες των δικαστικών λειτουργών των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων Δικαστηρίων να ρυθμίζουν τον αριθμό των δικασίμων και των υποθέσεων που εισάγονται ενώπιον τους». Στην ακρόαση των φορέων στη Βουλή ενόψει της συζήτησης του νομοσχεδίου ταχθήκαμε θετικά ως προς το συγκεκριμένο άρθρο, ενώ αντίθετη άποψη δεν διατυπώθηκε από κανέναν. Εντελώς αιφνιδιαστικά και αναιτιολόγητα η διάταξη, που αποτιμήθηκε θετικά ως προς το περιεχόμενό της, τελικά αποσύρθηκε από το Υπουργείο και δεν ψηφίστηκε.  Δεν λάβαμε μέχρι σήμερα πειστικές απαντήσεις για την απόφαση του Υπουργείου να υπαναχωρήσει από την πρόταση που το ίδιο εισήγαγε προς ψήφιση.
Στο ίδιο νομοσχέδιο και στο άρθρο 18 προβλέπονταν τα προσόντα για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Ο θεσμός του Ευρωπαίου Εισαγγελέα θεσπίστηκε δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 και το υπό ψήφιση νομοσχέδιο εισήχθη σε εναρμόνιση με τον Κανονισμό. Είναι επίσης γνωστό ότι ο εθνικός νομοθέτης οφείλει να συμμορφώνεται πλήρως με το γράμμα και το πνεύμα του Κανονισμού, ο οποίος έχει άμεση εφαρμογή και υπερτερεί από άποψη τυπικής ισχύος. Σε αντίθετη περίπτωση είναι πρόδηλος ο κίνδυνος να βρεθεί η χώρα μας εκτεθειμένη ενώπιον της Ευρωπαϊκής Ένωσης για παραβίασή του. Ο συγκεκριμένος Κανονισμός, ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις που μπορεί κανείς να διατυπώσει για τις σκοπιμότητες που υπηρετεί στην ουσία του,  ορίζει στο άρθρο 16 παρ. 1 περ. α’, ότι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς διορίζονται όσοι «είναι ενεργά μέλη της εισαγγελικής αρχής ή του δικαστικού σώματος του κράτους μέλους». Επισημάναμε με την από 15-2-2019 ανακοίνωσή μας τους κινδύνους από μια στρεβλή νομοθέτηση, που αναγνωρίζει ότι Έλληνας Ευρωπαίος Εισαγγελέας διορίζεται μόνο από τον Εισαγγελικό κλάδο και εκφράσαμε την αντίθεσή μας τόσο γραπτά όσο και προφορικά κατά την ακρόαση των φορέων στη Βουλή. Το Υπουργείο αγνόησε τις επισημάνσεις μας και προχώρησε στην ψήφιση της συγκεκριμένης διάταξης. Και πάλι δεν εξηγήθηκε ο λόγος της επιμονής σε μια διάταξη που κατάφωρα παραβιάζει τον  Κανονισμό.
Σε ένα νομοσχέδιο δύο αντιφάσεις, δύο αντινομίες. Το θετικό μέτρο, που επικροτείται, αποσύρεται. Το αρνητικό, το προβληματικό, υιοθετείται. Ένα συμπέρασμα σταθερά και διαχρονικά μένει ίδιο: Η ακρόαση των φορέων στη Βουλή γίνεται εντελώς προσχηματικά, χωρίς κανένα απολύτως ουσιαστικό νόημα…

ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Εκπροσώπου Τύπου

Ακριβής Ερμίδου, Υπεύθυνης Διαχείρισης Οικονομικών

 

Τον Φεβρουάριο 2017 συγκροτήθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων νομοπαρασκευαστική επιτροπή για τη σύνταξη νέου Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ΚΟΔΚΔΛ). Μετά από εντατική και συστηματική εργασία η Επιτροπή ολοκλήρωσε το έργο της και τον Δεκέμβριο 2018 παρέδωσε το Σχέδιο του νέου ΚΟΔΚΔΛ μαζί με την Αιτιολογική Έκθεση και ήδη το Υπουργείο έχει ξεκινήσει τις διαδικασίες για την ψήφισή του.

Η Ένωσή μας κατάρτισε έγκαιρα τις αναλυτικές προτάσεις της, τις οποίες έθεσε σε διαβούλευση προς τα μέλη της και τελικά υπέβαλε το αναλυτικό υπόμνημά της στην Επιτροπή, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της Επιτροπής, η ΕΔΕ εκπροσωπήθηκε από τους υπογράφοντες, που μετείχαν ανελλιπώς στις εργασίες της.

Στο κείμενο που ακολουθεί γίνεται προσπάθεια σύντομης παρουσίασης των αλλαγών που επέρχονται στον ΚΟΔΚΔΛ με το Σχέδιο και των θέσεων της ΕΔΕ σε κάθε νέα διάταξη, ενώ παράλληλα θα αναφερθούν και οι προτάσεις της ΕΔΕ, που τελικά δεν υιοθετήθηκαν από την Επιτροπή

Αθήνα, Φεβρουάριος 2019

Άρθρο 2 (άρθρο 2 Σχεδίου)

Το άρθρο αυτό αφορά στην ίδρυση, συγχώνευση, κατάργηση και τον προσδιορισμό της περιφέρειας των δικαστηρίων. Οι μεταβολές αυτές, όταν αφορούν σε πολιτικά-ποινικά δικαστήρια, εξακολουθούν να γίνονται με προεδρικό διάταγμα μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αν αφορά σε εφετείο ή του οικείου εφετείου, αν αφορά σε οποιοδήποτε άλλο δικαστήριο. Εκείνο που προβλέπει για πρώτη φορά το Σχέδιο είναι η προηγούμενη ακρόαση των Δικαστικών Ενώσεων, των δικαστικών υπαλλήλων και του οικείου δικηγορικού συλλόγου από την Ολομέλεια (του αρμόδιου εφετείου), αναγνωρίζοντας τον ιδιαίτερο θεσμικό ρόλο των Δικαστικών Ενώσεων.

Στην παρ. 3 του άρθρου 2 μνημονεύονται τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το αρμόδιο όργανο (Ολομέλεια Αρείου Πάγου ή Εφετείου) προκειμένου να τεκμηριώσει την γνώμη της σχετικά με την ίδρυση, συγχώνευση, κατάργηση, κ.λ.π. δικαστηρίων. Σκοπός της υιοθέτησης των κριτηρίων αυτών, που είναι σύμφωνα και με την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι ο εξορθολογισμός της χωροταξικής οργάνωσης των δικαστηρίων

 

Άρθρο 4 (άρθρο 4 Σχεδίου)

Στο άρθρο 4 δεν επέρχονται ουσιαστικές αλλαγές, αλλά προσαρμόζεται το περιεχόμενό του στις μέχρι σήμερα νομοθετικές εξελίξεις, όπως π.χ. είναι η κατάργηση της δυνατότητας του εισαγγελέα να παρίσταται στα πταισματοδικεία, ενώ η σημερινή παρ. 7, που προβλέπει ίδρυση και λειτουργία ειδικών τμημάτων στα ειρηνοδικεία για την εκδίκαση υποθέσεων του Ν. 3859/2010 (υπερχρεωμένα νοικοκυριά) με απόφαση του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου απαλείφεται, ενόψει του ότι εξέλιπε η επείγουσα ανάγκη που επέβαλε τη θέσπισή της, δεδομένου ότι σήμερα τα περισσότερα ειρηνοδικεία έχουν τροποποιήσει τους κανονισμούς τους και πλέον η ανάγκη για την κατάρτιση ή μη τέτοιων τμημάτων θα πρέπει να κρίνεται από την ολομέλεια του οικείου Ειρηνοδικείου με αντίστοιχη τροποποίηση του κανονισμού. Είναι προφανές ότι με την τελευταία αυτή τροποποίηση (όπως και με σειρά άλλων διατάξεων που αναφερθούν πιο κάτω) ενισχύεται ο ρόλος της ολομέλειας των δικαστηρίων.

 

Άρθρο 6Α (άρθρο 7 Σχεδίου)

Σε σχέση με το άρθρο αυτό (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 7) η ΕΔΕ πρότεινε την ρύθμιση των υπηρεσιών των ειρηνοδικών με πράξη όχι του προέδρου πρωτοδικών, αλλά με πράξη του διευθύνοντος το ειρηνοδικείο της έδρας του πρωτοδικείου, όπου υπάγεται, ώστε να εκδηλώνεται έμπρακτα και σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας ο σεβασμός στο αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων, που προϋποθέτει αποκλεισμό οποιασδήποτε υπηρεσιακής ανάμιξης του ανώτερου δικαστικού σχηματισμού στη λειτουργία του κατώτερου δικαστηρίου. Τελικά λόγω ισοψηφίας και υπερίσχυσης της ψήφου της Προέδρου της Επιτροπής η πρότασή μας αυτή απορρίφθηκε.

 

Άρθρο 7 (άρθρο 8 Σχεδίου)

Μετά από πρόταση της ΕΔΕ, η σημερινή παρ. 2 του άρθρου 7 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 8), που προβλέπει ότι σε περίπτωση κωλύματος του γραμματέα το ειρηνοδικείο συνεδριάζει χωρίς την παρουσία του και ο ειρηνοδίκης τηρεί ο ίδιος τα πρακτικά, καταργείται αφού η υφιστάμενη διάταξη συνιστά υποβάθμιση του ρόλου των ειρηνοδικών, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι πάντοτε δυνατή η αναπλήρωση του γραμματέα που κωλύεται από δικαστικό υπάλληλο από εκείνους που υπηρετούν στην περιφέρεια του πρωτοδικείου κατά το άρθρο 10 παρ. 5 ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ.

 

Άρθρα 8 και 9 (άρθρα 9 και 10 Σχεδίου)

Στο άρθρο 8 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 9) επήλθαν επουσιώδεις αλλαγές και συγκεκριμένα διευρύνθηκε το κώλυμα σύμπραξης στην ίδια διαδικαστική πράξη αφενός στους ενόρκους αφετέρου σε όσους συνδέονται με σύμφωνο συμβίωσης και παράλληλα προβλέφθηκε η δυνατότητα να δίνεται σε δικαστικές αίθουσες το όνομα δικαστικού λειτουργού που διακρίθηκε για τις δικαστικές του αρετές.

Στο άρθρο 9 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 10) διευκρινίζεται στην παρ. 2 ότι η συνδρομή των οργάνων των ενόπλων δυνάμεων στις δικαστικές αρχές μπορεί να ζητηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Άρθρο 10 (άρθρο 11 Σχεδίου)

Το άρθρο 10 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 11) αφορά τα σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία της γραμματείας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών. Εκείνου που αξίζει να αναφερθεί είναι ότι γίνεται σαφής νομοθετική διάκριση μεταξύ «προϊσταμένου της γραμματείας» δικαστικού υπαλλήλου, ο οποίος διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας και δίνει τις αναγκαίες οδηγίες στο προσωπικό της και «δικαστή ή προέδρου του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ή εισαγγελέα που διευθύνει την εισαγγελία» (ή εν συντομία «διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία»), ο οποίος προΐσταται της γραμματείας ως εποπτεύων και δίνει τις αναγκαίες οδηγίες προεχόντως στον προϊστάμενο της γραμματείας για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία αυτής. Σημειώνεται ότι στο τελ. εδ. της νέας παρ. 3 ανατίθενται και νέες αρμοδιότητες στον προϊστάμενο της γραμματείας.

Απαλείφθηκαν οι παρ. 6 και 7 του ισχύοντος σήμερα άρθρου 10 ΚΟΔΚΔΛ που προβλέπουν προσωρινή ανάθεση καθηκόντων γραμματέα σε οποιονδήποτε ημεδαπό πολίτη εφόσον δεν υπάρχει γραμματέας και δεν είναι εφικτή η αναπλήρωσή του.

 

Άρθρο 14 (άρθρο 15 Σχεδίου)

Στο άρθρο 14 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 15) παρ. 2 προστέθηκε περ. ε΄ που προβλέπει ως υποχρεωτική τη σύγκληση της ολομέλειας του δικαστηρίου όταν ζητηθεί από τον προϊστάμενο της γραμματείας μετά από απόφαση της υπηρεσιακής συνέλευσης, που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών της. Με το Σχέδιο του ΚΟΔΚΔΛ η σύγκληση της ολομέλειας του δικαστηρίου στις περιπτώσεις της παρ. 2 πρέπει να γίνεται υποχρεωτικά εντός 15 ημερών. Περαιτέρω, απαλείφθηκε ως περιττή η πρόβλεψη της ισχύουσας σήμερα παρ. 2 για σύγκληση της ολομέλειας του δικαστηρίου από εκείνον που τη ζήτησε, σε περίπτωση αδράνειας του διευθύνοντος το δικαστήριο. Ειδικότερα, η Επιτροπή έκρινε ως περιττή τη σημερινή πρόβλεψη, διότι η σύγκληση της ολομέλειας στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού είναι υποχρεωτική. Ωστόσο, κατά της απάλειψης της πρόβλεψης αυτής τάχθηκε η ΕΔΕ, καθώς και οι εκπρόσωποι των μελών του ΣτΕ, του Εφετείου Αθηνών, της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, με το σκεπτικό ότι με την ισχύουσα σήμερα ρύθμιση εξυπηρετείται η αρχή της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας στον κρίσιμο τομέα της διοίκησης των δικαστηρίων. Με την τελική ρύθμιση του Σχεδίου δεν φαίνεται να δίνεται διέξοδος στο εύλογο αίτημα των προσώπων της παρ. 2 να συγκληθεί και μάλιστα άμεσα η ολομέλεια του δικαστηρίου σε περίπτωση αδράνειας του διευθύνοντος το δικαστήριο.

 

Άρθρο 14Α (άρθρο 16 Σχεδίου)

Το άρθρο 14Α (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 16), που αφορά την σύγκληση και λειτουργία της ολομέλειας της εισαγγελίας, προσαρμόστηκε κατά κύριο λόγο στις αλλαγές που επήλθαν στο ισχύον άρθρο 14 ΚΟΔΚΔΛ, για τις οποίες έγινε λόγος πιο πάνω.

 

Άρθρο 15 (άρθρο 17 Σχεδίου)

Στην παρ. 4 του άρθρου 15 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 17), που αναφέρεται στην εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων διοίκησης σε ορισμένα δικαστήρια, προστέθηκε, μετά από πρόταση της ΕΔΕ, εδάφιο που καθορίζει την ολομέλεια του δικαστηρίου ως το αρμόδιο για τη σύνταξη και οριστικοποίηση του καταλόγου των εκλόγιμων δικαστικών λειτουργών, καθώς και για την επίλυση κάθε επιμέρους ζητήματος σχετιζόμενου με την εκλογική διαδικασία.

Παράλληλα, μετά από πρόταση της ΕΔΕ ρυθμίζεται με ειδικό τρόπο η υποψηφιότητα των μελών του συμβουλίου διεύθυνσης στα ειρηνοδικεία, δεδομένου ότι η ισχύουσα ρύθμιση προκαλεί δυσλειτουργίες, αφού δεν διασαφηνίζεται μ’ αυτήν αν οι αρχαιότεροι ειρηνοδίκες Α΄ Τάξης είναι ή όχι ταυτόχρονα υποψήφιοι τόσο για τη θέση του προέδρου όσο και των μελών του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης. Με τη νέα ρύθμιση της παρ. 4 διευκρινίζεται ότι για την εξεύρεση του αριθμού του ½ των οργανικών θέσεων δεν υπολογίζονται όσοι είναι υποψήφιοι πρόεδροι και παράλληλα προσαρμόζεται στην τροποποίηση αυτή και το εύρος της απαγόρευσης επανεκλογής στην ίδια θέση του ίδιου προσώπου για περισσότερες από δύο θητείες.

Επίσης, μετά από πρόταση της ΕΔΕ αποφασίστηκε η διευκρίνιση στην παρ. 5 ότι η έκπτωση από τη θέση του προέδρου ή του μέλους του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης προϋποθέτει το αμετάκλητο της επιβολής πειθαρχικής ποινής, ώστε να μην κρίνονται πρόωρα ζητήματα σχετιζόμενα με το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων.

Στην παρ. 7 αυξήθηκε ο χρόνος που μπορεί κάθε δικαστής να υπηρετεί στο ίδιο τμήμα, από 4 σε 6 έτη.  

Περαιτέρω, με πρόταση της ΕΔΕ προστέθηκε νέα παράγραφος με αρίθμηση 8, προκειμένου να διευκρινιστεί ότι η υπηρεσιακή χρέωση του δικαστικού λειτουργού (δικαστών και εισαγγελέων) πρέπει να είναι πάντοτε ανάλογη με τον πραγματικό χρόνο υπηρεσίας του εντός του συγκεκριμένου δικαστικού έτους και επομένως η λήψη μακροχρόνιας άδειας (άνω του ενός μηνός) για οποιονδήποτε λόγο (αναρρωτική άδεια ή άδεια ανατροφής τέκνου, κ.λ.π.) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την υπηρεσιακή χρέωση. Αντίστοιχα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η κατάσταση της υγείας του δικαστικού λειτουργού μετά τη λήξη της άδειάς του, δεδομένου ότι η πλήρης ένταξή του στην υπηρεσία (π.χ. η πλήρης ανάρρωση) πολλές φορές απαιτεί την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος.

Στην νέα παρ. 10 του άρθρου διευκρινίστηκε, μετά από πρόταση της ΕΔΕ, ότι στα δικαστήρια, στα οποία δεν διενεργούνται εκλογές για την ανάδειξη μελών τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης, η διοίκηση ασκείται από δικαστικό λειτουργό, η θητεία του οποίου δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 4 έτη, καθώς κρίθηκε ότι οι ίδιοι λόγοι που επιβάλλουν τη χρονικά περιορισμένη θητεία σε δικαστικούς σχηματισμού, όπου διενεργούνται εκλογές για την ανάδειξη του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης, συντρέχουν και σε όσα δικαστήρια η διοίκηση ασκείται από τον αρχαιότερο δικαστή, ενώ μόνο ο διαφορετικός τρόπος ορισμού του διευθύνοντος το δικαστήριο δεν δικαιολογεί διαφοροποίηση ως προς τη διάρκεια της θητείας του.

Στα πλαίσια συζήτησης για την αναμόρφωση του ισχύοντος σήμερα άρθρου 15 ΚΟΔΚΔΛ (άρθρο 17 του Σχεδίου) προτάθηκε από την ΕΔΕ η κατάργηση της δυνατότητας επανεκλογής του ίδιου προσώπου ως προέδρου ή τακτικού μέλους συμβουλίου διεύθυνσης δικαστηρίου στον ίδιο βαθμό, προκειμένου να αποδεσμευτεί ο πρόεδρος και τα μέλη της διοίκηση των δικαστηρίων από την «πίεση» να ενεργούν πράξεις με σκοπό την επανεκλογή τους και να μειωθεί ο κίνδυνος δημιουργίας ομάδων και «φίλων» της διοίκησης και διχασμού των συναδέλφων. Η πρότασή μας αυτή ψηφίστηκε από τους εκπροσώπους του Αρείου Πάγου, της Ένωσης Εισαγγελέων και των δικαστικών υπαλλήλων, ενώ καταψηφίστηκε από τα υπόλοιπα μέλη τη Επιτροπής.

Άρθρο 17 (άρθρα 19, 20 και 21 Σχεδίου)

Το περιεχόμενο του ισχύοντος σήμερα άρθρου 17 ΚΟΔΚΔΛ ρυθμίζεται στο Σχέδιο σε τρία (3) άρθρα, ήτοι στα άρθρα 19 (που αφορά στους κανονισμούς εσωτερικής υπηρεσίας), 20 (που αφορά στις κληρώσεις των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων) και 21 (στις κληρώσεις των συνθέσεων σε υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων). Οι διατάξεις των νέων άρθρων 20 και 21 του Σχεδίου διατηρούν ακέραιες τις σημερινές προβλέψεις του άρθρου 17 κεφ. Β΄ και Γ΄ ΚΟΔΚΔΛ.

Σε σχέση με τις ρυθμίσεις του άρθρου 19 του Σχεδίου (που αποτυπώνει τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του ισχύοντος Κεφαλαίου Α του άρθρου 17 ΚΟΔΚΔΛ) διαπιστώθηκε από την Επιτροπή ότι η αρχή του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, που ερείδεται στη συνταγματική αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, είχε κατά την εφαρμογή της στην πράξη επιτυχημένα αποτελέσματα όσον αφορά την αποδοτικότερη άσκηση της δικαιοσύνης και για το λόγο αυτό και με δεδομένο ότι ο κανονισμός αποτελεί αμιγώς εσωτερικό ζήτημα των δικαστηρίων και εισαγγελιών διατηρήθηκαν κατά βάση οι διατάξεις του ισχύοντος σήμερα ΚΟΔΚΔΛ με ορισμένες διαφοροποιήσεις, που ενισχύουν το αυτοδιοίκητο. Στην παρ. 4 του νέου άρθρου 17 ΚΟΔΚΔΛ ορίζονται τα πρόσωπα που μπορούν να ζητήσουν την σύνταξη, συμπλήρωση, τροποποίηση ή αντικατάσταση κανονισμού. Το Σχέδιο στα πλαίσια της απόφασης της Επιτροπής για δραστικό περιορισμό των αρμοδιοτήτων του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε θέματα που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία της δικαιοσύνης απάλειψε την σημερινή πρόβλεψη για σχετικό δικαίωμα του Υπουργού. Στην παρ. 5 του νέου άρθρου 19 του Σχεδίου ορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο κάθε κανονισμού και τα κριτήρια για την ορθολογική οργάνωση των δικαστηρίων και την κατανομή των υποθέσεων ανά τμήμα ή ανά δικαστικό λειτουργό με κύριο γνώμονα την ποιοτική άσκηση του δικαιοδοτικού έργου, λαμβανομένης υπόψη της «φέρουσας ικανότητας» κάθε δικαστηρίου και των δικαστικών λειτουργών. Σύμφωνη με την επιλογή αυτή της Επιτροπής είναι και η κατάργηση της υφιστάμενης σήμερα πρόβλεψης στο άρθρο 17 Κεφ. Α΄, παρ. 5 για τον εύλογο χρόνο προσδιορισμού δικασίμου, που γίνεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες και δυνατότητες κάθε δικαστηρίου. Στην παρ. 7 διατηρείται η υποχρέωση υποβολής των κανονισμών στις Ολομέλειες των οικείων Ανώτατων Δικαστηρίων, οι οποίες ενόψει του θεσμικού τους ρόλου είναι οι αρμόδιες να προβούν σε έλεγχο αυτών, κριθέντος ότι η εποπτεία από οποιοδήποτε άλλο όργανο θίγει τον πυρήνα του αυτοδιοίκητου. Πλην, όμως, μετά από αίτημα και επιμονή της ΕΔΕ καταργήθηκε η αναγνωριζόμενη σήμερα δυνατότητα των Ανωτάτων Δικαστηρίων να συμπληρώνουν, τροποποιούν και ακυρώνουν τις τροποποιήσεις που αποφάσισαν οι ολομέλειας των δικαστηρίων, διότι θεωρείται πλήγμα στο αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων. Έτσι, με τη νέα διάταξη του άρθρου 17 παρ. 7 του Σχεδίου το Ανώτατο Δικαστήριο έχει δικαίωμα μόνο αναπομπής του κανονισμού στην ολομέλεια του δικαστηρίου, χωρίς δυνατότητα διαμόρφωσης του ουσιαστικού του περιεχομένου. Εδώ τονίζουμε μόνο ότι η αρχική πρόταση της ΕΔΕ περιόριζε την αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αναπομπή μόνο σε περίπτωση τυπικής παράλειψης κατά τη διαδικασία τροποποίησης του κανονισμού.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διάταξη της παρ. 5 περ. β΄ του νέου άρθρου 17 του Σχεδίου που ορίζει ότι οι ρυθμίσεις του κανονισμού ως προς τον τρόπο χρέωσης των υποθέσεων πρέπει να «διασφαλίζουν την ποιοτική και αποδοτική άσκηση του δικαιοδοτικού έργου, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών κάθε δικαστηρίου και εισαγγελίας και της στελέχωσης αυτών». Επομένως, η νομοθετική αυτή πρόβλεψη δεσμεύει τόσο τις ολομέλειες των δικαστηρίων κατά την σύνταξη και τροποποίηση των κανονισμών και των διευθύνοντα το δικαστήριο κατά την κατανομή των υποθέσεων ανά τμήμα και δικαστή όσο και το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την έγκριση ή αναπομπή των τροποποιήσεων των κανονισμών.

Άρθρο 18 (άρθρο 22 Σχεδίου)

Το άρθρο 18 παρ. 1 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 22 παρ. 1) αφορά στα δικαστικά καταστήματα. Στο Σχέδιο διευκρινίζεται το αυτονόητο, ότι η δικαιοσύνη πρέπει να απονέμεται σε χώρους και υπό συνθήκες που συνάδουν με τη σημασία της ύψιστης πολιτειακής λειτουργίας και που διασφαλίζουν τον σεβασμό στην αξιοπρέπεια όλων αδιακρίτως των συμμετεχόντων, με έμφαση στην ευχερή πρόσβαση των ατόμων με προβλήματα κινητικότητας, σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις και τάσεις στον τομέα της χωροταξίας και της οργάνωσης των δικαστηρίων. Όπως ρητά αναφέρεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου, η διακήρυξη αυτή δεν αποτελεί απλό ευχολόγιο, αλλά μεταξύ άλλων υποχρεώνει την κανονιστική Διοίκηση να ορίζει κατάλληλο δικαστικό κατάστημα.

 

Άρθρο 20 (άρθρο 24 Σχεδίου)

Τα προβλεπόμενα στο άρθρο 20 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 24) γραφεία έρευνας και νομολογίας αναβαθμίζονται σε γραφεία έρευνας, νομολογίας και δικαστικής ιστορίας και έχουν επιπλέον αρμοδιότητες για τη συλλογή, αρχειοθέτηση και διαφύλαξη κάθε πρόσφορου στοιχείου, που αφορά στη δικαστική ιστορία.

 

Άρθρο 21 (άρθρο 25 Σχεδίου)

Το άρθρο 21 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 25) ορίζει ότι εκτός της ήδη προβλεπόμενης επίθεσης υπηρεσιακής σφραγίδας ως προϋπόθεσης για την εγκυρότητα των δικαστικών εγγράφων υπάρχει η δυνατότητα χρήσης ψηφιακής υπογραφής.

 

Άρθρο 22 (άρθρο 26 Σχεδίου)

Το άρθρο 22 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 26) επιδιώκει με τη νέα του μορφή να συμβάλει στον εκσυγχρονισμό των διαδικασιών και τον περιορισμό της γραφειοκρατίας μέσω της χρήσης τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών, με απώτατο στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη.

 

Άρθρο 23 (άρθρο 27 Σχεδίου)

Στο άρθρο 23 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 27), το οποίο περιέχει ειδικές ρυθμίσεις για τον Άρειο Πάγο, απαλείφονται οι ρυθμίσεις που αφορούν στην κατανομή των υποθέσεων στα ποινικά τμήματα του Αρείου Πάγου και παραμένει μόνο η εξουσιοδοτική διάταξη, ώστε η κατανομή των αιτήσεων αναίρεσης στα Τμήματα να ρυθμίζεται από τον κανονιστικό νομοθέτη. Επίσης, στην παρ. 6 απαλείφεται η δυνατότητα αναπλήρωσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από αρεοπαγίτη, διότι ο προβλεπόμενος αριθμός οργανικών θέσεων αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου είναι επαρκής σε κάθε περίπτωση.

 

Άρθρο 26 (άρθρο 30 Σχεδίου)

Το άρθρο 26 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 30) διατήρησε κατά βάση το σημερινό του περιεχόμενο με βελτιώσεις στην ορολογία προς άρση ερμηνευτικών αμφιβολιών που ανέκυψαν κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής. Επίσης, με τη νέα διατύπωση της διάταξης αυτής γίνεται σαφές ότι απαιτείται προεδρικό διάταγμα και για τον ορισμό δικαστών ανηλίκων σε πολυμελή δικαστήρια. Στα πλαίσια των συζητήσεων για την αναμόρφωση του περιεχομένου του άρθρου 26 ΚΟΔΚΔΛ, η ΕΔΕ πρότεινε την αντιστροφή της αρμοδιότητας που αναγνωρίζει η σημερινή διάταξη στον διευθύνοντα το δικαστήριο και στον εισαγγελέα εφετών για τον ορισμό ανακριτών και δικαστών ανηλίκων, καθώς η διάταξη αυτή υπό τη σημερινή της μορφή πλήττει κατά ένα σημαντικό μέρος το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων. Ειδικότερα προτάθηκε ο ορισμός των ανακριτών και των δικαστών ανηλίκων να γίνεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από γνώμη (προφανώς όχι κατ’ ανάγκη σύμφωνη) του εισαγγελέα εφετών και πρόταση του συμβουλίου ή του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Η θέση αυτή της ΕΔΕ δεν υπερψηφίστηκε από τα μέλη της Επιτροπής.

 

Άρθρο 27 (άρθρο 31 Σχεδίου)

Το άρθρο 27 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 31) αφορά στον καθορισμό των (πολιτικών και ποινικών) υποθέσεων που εκδικάζονται κατά την περίοδο των δικαστικών διακοπών. Από την παρ. 3 του νέου άρθρου 31 του Σχεδίου απαλείφονται τα δύο τελευταία εδάφια που προβλέπουν σήμερα αρμοδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να ζητήσει από ανώτερο δικαστήριο την τροποποίηση ή συμπλήρωση ή ακύρωση της απόφασης της ολομέλειας ενός δικαστηρίου σχετικά με την κατάρτιση των τμημάτων που θα λειτουργήσουν κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Όπως ήδη αναφέρθηκε η διάταξη αυτή (όπως και πολλές άλλες) αποτυπώνουν την επιλογή της Επιτροπής να απαλείψει ισχύουσες ρυθμίσεις που αναγνωρίζουν δικαίωμα του Υπουργού να παρεμβαίνει στη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Παράλληλα, απαλείφεται και η ισχύουσα σήμερα παρ. 5 του άρθρου 27 ΚΟΔΚΔΛ, που προβλέπει την υποχρέωση δήλωσης του τόπου διακοπών των δικαστικών λειτουργών, η οποία ενόψει και της σύγχρονης τεχνολογίας έχει περιπέσει σε αχρησία. Τέλος, το άρθρο αυτό προσαρμόζεται στις νομοθετικές μεταβολές στον ΚΠΔ και ειδικότερα στην πρόβλεψη πλέον αίτησης ακύρωσης της διαδικασίας και επί κακουργημάτων (άρθρο 435 ΚΠΔ).

Σημειώνεται εδώ ότι ο εκπρόσωπος της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του ΣτΕ πρότεινε τη δραστική μείωση των δικαστικών διακοπών και την παράταση του χρόνου λειτουργίας των δικαστηρίων. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από το σύνολο των μελών της Επιτροπής.

Άρθρα 37 και 38 (άρθρα 45 και 46 Σχεδίου)

Τα άρθρα αυτά (που στο Σχέδιο έλαβαν αρίθμηση 45 και 46 αντίστοιχα) που αφορούν στα κωλύματα διορισμού ως δικαστικού λειτουργού και στην άρση αυτών προσαρμόστηκαν στις σύγχρονες αντιλήψεις για πλήρη και ουσιαστικό σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας και έτσι απαλείφεται το εδ. α΄ της παρ. 1 του ισχύοντος σήμερα άρθρου 38 ΚΟΔΚΔΛ και αντίστοιχα προστίθεται στην περ. ι΄ της παρ. 1 του άρθρου ισχύοντος σήμερα άρθρου 38 ΚΟΔΚΔΛ σχετική πρόβλεψη, ώστε το κώλυμα διορισμού ως δικαστικού λειτουργού να αίρεται σε περίπτωση αμετάκλητης οριστικής παύσης της ποινική δίωξης λόγω παραγραφής του εγκλήματος.

 

Άρθρο 40 (άρθρο 48 Σχεδίου)

Καταργείται ως αναχρονιστική η σημερινή παρ. 4 του άρθρου 40 ΚΟΔΚΔΛ, που προβλέπει ουσιαστικά άδεια του διευθύνοντος το δικαστήριο για την απομάκρυνση του δικαστικού λειτουργού από την έδρα του κατά της ημέρες αργίας, σύμφωνα με την πρόταση της ΕΔΕ. Αντίθετα, δεν έγινε δεκτή η πρότασή μας για κατάργηση της (ομοίως αναχρονιστικής) παρ. 3 του άρθρου 40 ΚΟΔΚΔΛ, που προβλέπει ότι ο δικαστικός λειτουργός οφείλει να διαμένει στην πόλη, όπου είναι η έδρα του δικαστηρίου, στο οποίο υπηρετεί η σε προάστιό της.

 

Άρθρο 42 (άρθρο 50 Σχεδίου)

Το άρθρο 42 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 50) αφορά στα κωλύματα εντοπιότητας κατά την τοποθέτηση ή μετάθεσή τους σε ορισμένη δικαστική περιφέρεια. Με το Σχέδιο έγινε προσπάθεια εξορθολογισμού των σχετικών διατάξεων και προσαρμογής τους στις σύγχρονες συνθήκες και ανάγκες. Ειδικότερα, απαλείφθηκε από τις δύο πρώτες παραγράφους ο τόπος γέννησης του δικαστικού λειτουργού ως λόγος κωλύματος υπηρέτησής του σε ορισμένο δικαστήριο, διότι κρίθηκε ότι ο ιδιαίτερος δεσμός του δικαστικού λειτουργού με ορισμένο τόπο, που μπορεί να επηρεάσει την άσκηση των καθηκόντων του, δεν μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στο τυχαίο γεγονός της γέννησής του σε ορισμένο τόπο, χωρίς τη συνδρομή άλλου πρόσθετου στοιχείου. Παράλληλα, γίνεται προσπάθεια ορθολογικής αντιμετώπισης των κωλυμάτων εντοπιότητας λαμβάνοντας υπόψη πληθυσμιακά κριτήρια, καθώς και τις ανάγκες λειτουργίας των μικρότερων σε αριθμό υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών δικαστηρίων. Επίσης, στην παρ. 2 το χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα υπολογιστεί η 3ετής εγκατάσταση του δικαστικού λειτουργού ή του/της συζύγου του μειώνεται από 10 σε 5 έτη, μετά από πρόταση της ΕΔΕ, ώστε να περιοριστεί σε λογικά πλαίσια το σχετικό κώλυμα. Τέλος, διευκρινίζεται ότι τα κωλύματα εντοπιότητας εκ της εξ αγχιστείας συγγένειας ισχύουν μόνο κατά τη διάρκεια του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης και δεν διατηρούνται μετά την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή τη λύση του συμφώνου συμβίωσης.

Εδώ τονίζεται ότι η πρόταση της ΕΔΕ, που τελικά δεν υιοθετήθηκε από την Επιτροπή, ήταν οι εξαιρέσεις της παρ. 4 από τα κωλύματα εντοπιότητας να επεκταθούν (πέρα από τις υφιστάμενες σήμερα εξαιρέσεις στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιά, Πάτρα, Ηράκλειο, Λάρισα, Βόλο, Ιωάννινα, Χανιά και Ρόδο) και στις εξής πόλεις: Τρίκαλα, Χαλκίδα, Σέρρες, Αλεξανδρούπολη, Ξάνθη, Κατερίνη, Καλαμάτα, Καβάλα, Αγρίνιο, Λαμία και Κομοτηνή.

Άρθρο 43 (άρθρο 51 Σχεδίου)

Απαλείφεται ως μη σκόπιμη η προβλεπόμενη στην παρ. 3 του άρθρου 43 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 51) επιβολή περικοπής μισθού σε δικαστικό λειτουργό λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης παράδοσης σχεδίων αποφάσεων και δικογραφιών που του ανατίθενται προς επεξεργασίας, καθώς και λόγω αδικαιολόγητης μη συμμετοχής στις συνεδριάσεις των οργάνων του δικαστηρίου ή της αδικαιολόγητης μη εκτέλεσης υπηρεσίας που του ανατέθηκε αρμοδίως διότι συνιστά άσκηση οιονεί πειθαρχικής εξουσίας, κατά παρέκκλιση από τα ουσιαστικά και δικονομικά εχέγγυα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 90 επ. ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ για την εν γένει απόδοση πειθαρχικών ευθυνών σε δικαστικούς λειτουργούς. Στην παρ. 8 προστίθεται εδ. β΄, κατά το οποίο τα οδοιπορικά έξοδα και η ημερήσια αποζημίωση καταβάλλονται εντός μηνός από την εκτέλεση της υπηρεσίας. Αυτό κρίθηκε αναγκαίο προκειμένου να μην καθυστερεί υπέρμετρα η καταβολή των ως άνω εξόδων και αποζημιώσεων, δεδομένου ότι οι δικαστικοί λειτουργοί, που μετακινούνται εκτός έδρας, προκαταβάλλουν όλα τα έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση της υπηρεσίας αυτής.

 

Άρθρο 52 Σχεδίου (νέα διάταξη)

Το άρθρο 52 του Σχεδίου αποτελεί νέα διάταξη, με την οποία αφενός θεσπίζεται εξαίρεση των δικαστικών λειτουργών από την αυτόφωρη διαδικασία επί πλημμελημάτων σε εναρμόνιση με τα ισχύοντα για άλλες κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων (π.χ. δικηγόροι, αστυνομικά όργανα), αλλά και προς προστασία των δικαστικών λειτουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους από καταχρηστικές απόπειρες παρέλκυσης της δίκης και προς διασφάλιση της ομαλής περάτωσης αυτής αφετέρου εκδηλώνεται η μέριμνα της Πολιτείας για τις οικογένειες των δικαστικών λειτουργών, θυμάτων εγκληματικών ή τρομοκρατικών ενεργειών και η αναγνώριση της προσφοράς τους με σεβασμό στο δημόσιο συμφέρον, κατ’ αναλογία προς τα προβλεπόμενα για άλλες κατηγορίες θυμάτων τέτοιων ενεργειών.

 

Άρθρο 44 (άρθρα 53 και 54 Σχεδίου)

Οι διατάξεις του άρθρου 44 ΚΟΔΚΔΛ σχετικά με τις κανονικές άδειες των δικαστικών λειτουργών επαναλαμβάνονται στο νέο άρθρο 53 του Σχεδίου, ενώ οι διατάξεις σχετικά με την άδεια κύησης, λοχείας και ανατροφής τέκνου προβλέπονται σε ειδικό άρθρο (άρθρο 54 του Σχεδίου). Σε σχέση με το καθεστώς των κανονικών αδειών παρατηρείται ότι επαναλαμβάνονται κατά βάση οι ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 44 ΚΟΔΚΔΛ. Πάντως, προς αποσυμφόρηση των υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από τη γραφειοκρατία για ήσσονος σημασίας και περιορισμένης διάρκειας άδειες απουσίας δικαστικών λειτουργών, οι σχετικές αρμοδιότητες ανατίθενται (με τις παρ. 6 και 12) στους διευθύνοντες τα οικεία δικαστήρια και εισαγγελίες.

Σημαντική αλλαγή συνιστά η (κατά πρόταση της ΕΔΕ) κατάργηση της προβλεπόμενης σήμερα δυνατότητας στέρησης του δικαιώματος του δικαστικού λειτουργού να κάνει χρήση των δικαστικών διακοπών ή κανονικής άδειας, εφόσον κατά την κρίση του διευθύνοντος το δικαστήριο υπάρχει κίνδυνος ουσιώδους καθυστέρησης στην έκδοση αποφάσεων ή βουλευμάτων σε επείγουσες υποθέσεις. Η διάταξη αυτή επικρίθηκε εξαρχής ως αντισυνταγματική, αφού υποκρύπτει στην πραγματικότητα επιβολή πειθαρχικής ποινής.

Αναδιατυπώθηκε η διάταξη της παρ. 17 του άρθρου 44 ΚΟΔΚΔΛ (η οποία στο Σχέδιο περιλήφθηκε στην παρ. 12 του άρθρου 53) και συγκεκριμένα η ανάκληση κανονικής άδειας δικαστικού λειτουργού δεν γίνεται απευθείας από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά από τον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία, μετά από αίτημα του Υπουργού. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι η ΕΔΕ εξέφρασε την άποψη ότι έπρεπε να καταργηθεί (και όχι να αναμορφωθεί) η διάταξη αυτή.

Στο άρθρο 54 του Σχεδίου επαναλαμβάνονται κατά βάση οι ισχύουσες σήμερα διατάξεις για τις άδειες μητρότητας και ανατροφής τέκνων υπό τον νέο τίτλο «άδειες κύησης, λοχείας και ανατροφής τέκνου». Οι άδειες αυτές θα χορηγούνται από τον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία. Καταργείται κατά πρόταση της ΕΔΕ η σημερινή διάταξη της παρ. 24 του άρθρου 44 ΚΟΔΚΔΛ, που ορίζει ότι σε περίπτωση που ο σύζυγος δικαστικού λειτουργού δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο δικαστικός λειτουργός δεν δικαιούται να κάνει χρήση της άδειας ανατροφής τέκνου, διάταξη που κρίθηκε ότι αντίκειται στο άρθρο 21 παρ. 1 Συντ.

Εδώ αξίζει να τονιστεί ότι ο εκπρόσωπος της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του ΣτΕ πρότεινε τον περιορισμό του συνολικού χρόνου διάρκειας της άδειας κύησης-λοχείας-ανατροφής τέκνου και παράλληλα την πρόβλεψη δυνατότητας του διευθύνοντος το οικείο δικαστήριο να χορηγήσει την άδεια ανατροφής τέκνου σε πολύ μεταγενέστερο του τοκετού χρόνο. Η πρόταση αυτή αποκρούστηκε από το σύνολο των μελών της Επιτροπής, μεταξύ των οποίων και οι εκπρόσωποι της ΕΔΕ, που επιχειρηματολόγησαν υπέρ της διατήρησης του υφιστάμενου σε σχέση με τα ζητήματα αυτά καθεστώτος, τονίζοντας τον ιδιαίτερο σκοπό που υπηρετούν οι άδειες αυτές.

Άρθρο 46 (άρθρο 56 Σχεδίου)

Με τις διατάξεις του άρθρου 56 του Σχεδίου (αντίστοιχου του άρθρου 46 ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ) επιδιώκεται ο εκσυγχρονισμός του θεσμού των εκπαιδευτικών αδειών. Ειδικότερα, αυξάνεται το ανώτατο όριο ηλικίας των δικαστικών λειτουργών που έχουν τη δυνατότητα επιμόρφωσης από 45 στα 55 έτη, λαμβανομένου υπόψη και της αύξησης του μέσου όρου ηλικίας εισόδου στο δικαστικό σώμα. Καταργείται η προβλεπόμενη σήμερα (στην παρ. 3 του άρθρου 46 ΚΟΔΚΔΛ) δυνατότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να διαφωνήσει με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου σχετικά με τη χορήγηση εκπαιδευτικής άδειας.

 

Άρθρο 57 Σχεδίου (νέα διάταξη)

Το άρθρο 57 προστέθηκε στο Σχέδιο προκειμένου να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες που παρέχει το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικαστικής Εκπαίδευσης για την παρακολούθηση προγραμμάτων επιμόρφωσης από δικαστικούς λειτουργούς, με σκοπό την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της χώρας μας στην ευρωπαϊκή δικαστική εκπαίδευση. Παράλληλα, προβλέπονται δυνατότητες συμμετοχής σε ποικίλες δραστηριότητες διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών καθώς και παρακολούθησης των εργασιών των ευρωπαϊκών δικαστηρίων και του ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου.

 

Άρθρο 47 (άρθρο 58 Σχεδίου)

Το άρθρο 58 του Σχεδίου επαναλαμβάνει κατά βάση τις ρυθμίσεις του ισχύοντος σήμερα άρθρου 47 ΚΟΔΚΔΛ, με ορισμένες νομοτεχνικές βελτιώσεις και διευκρινίσεις. Ενόψει της διαπίστωσης αντίθετης πρακτικής σε ορισμένα δικαστήρια κρίθηκε αναγκαίο να τεθεί στη νέα διάταξη ρητά στην περ. στ΄ της παρ. 3 η αυτονόητη προσθήκη ότι το δικαίωμα του δικαστικού λειτουργού να λαμβάνει γνώση του ατομικού φακέλου εμπεριέχει και το δικαίωμα να λαμβάνει αντίγραφα, με φωτοτυπία ή μα κάθε άλλο μηχανικό μέσο, χωρίς την ανάγκη οποιασδήποτε προηγούμενης άδειας προς τούτο, όλων των στοιχείων του φακέλου, περιλαμβανομένων και των στοιχείων που αφορούν στην επιθεώρηση αυτού ή σε πειθαρχικές διαδικασίες. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η απαγόρευση ανακοίνωσης των στοιχείων του φακέλου δικαστικού λειτουργού σε άλλα πρόσωπα, πλην των ρητώς αναφερόμενων, αφορά σε όλα τα στοιχεία του ατομικού φακέλου, ήτοι και στις εκθέσεις επιθεώρησης.

 

Άρθρο 49 (άρθρο 60 Σχεδίου)

Στο άρθρο 60 του Σχεδίου (αντίστοιχο του ισχύοντος σήμερα άρθρου 49 ΚΟΔΚΔΛ), που αφορά στις τοποθετήσεις και προαγωγές των δικαστικών λειτουργών επέρχονται σημαντικές αλλαγές κυρίως στον τρόπο επιλογής των δικαστικών λειτουργών των Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Ενόψει του ενιαίου των οργανικών θέσεων των ειρηνοδικών, που έχει ως συνέπεια την προαγωγή τους από μία τάξη στην αμέσως επόμενη με τη συμπλήρωση των προβλεπόμενων στο νόμο ετών υπηρεσίας και προκειμένου να εξαλειφθούν ανισότητες και αδικίες που ενδέχεται να δημιουργηθούν ανάμεσα στους ειρηνοδίκες και στους λοιπούς δικαστικούς λειτουργού εκ του λόγου ότι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και η έκδοση του σχετικού προεδρικού διατάγματος προαγωγής τους μπορεί να απέχει χρονικά από τη συμπλήρωση του απαιτούμενου για την προαγωγή χρόνου υπηρεσίας, στη διάταξη της παρ. 2 εδ. β΄ γίνεται προσθήκη, σύμφωνα με την οποία οι προαγωγές των ειρηνοδικών ανατρέχουν στο χρόνο κατά τον οποίο συμπληρώνουν τα απαιτούμενα έτη υπηρεσίας για την προαγωγή τους στο επόμενο βαθμό.

Με τη νέα διάταξη της παρ. 3 καταργείται η ισχύουσα σήμερα διαδικασία προεπιλογής από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των υποψήφιων για προαγωγή στο βαθμό του Προέδρου, Εισαγγελέα, Γενικού Επιτρόπου και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, καθώς και παροχής από τη Διάσκεψη των προέδρων της Βουλής γνώμης στο Υπουργικό Συμβούλιο σχετικά με αυτούς. Και τούτο ενόψει του ότι κρίθηκε από τις διοικητικές ολομέλειας του ΣτΕ και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι στη διαδικασία επιλογής των πιο πάνω ανώτατων δικαστικών λειτουργών δεν επιτρέπεται η συμμετοχή οργάνων της νομοθετικής λειτουργίας (βλ. ενδεικτικά Πρακτικά Διοικητικής Ολομέλειας ΣτΕ 2/2010 και Πρακτικά 13ης Γενικής Συνέλευσης Ολομέλειας Ελεγκτικού Συνεδρίου της 29ης Ιουνίου 2015).

Η Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη ότι ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας (Προέδρου, Εισαγγελέα και Αντιπροέδρων) αποτελεί ουσιώδη εγγύησης της δικαστικής ανεξαρτησίας και θεμελιώδες στοιχείο της ορθολογικής οργάνωσης της Δικαιοσύνης και με δεδομένο ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 Συντάγματος, ως εισάγουσα εξαίρεση σε σχέση με τη διάκριση των εξουσιών και δικαστική ανεξαρτησία, είναι στενώς ερμηνευτέα και δεν έχει την έννοια ότι παρέχει στην εκτελεστική εξουσία τη δυνατότητα να επιλέγει την ηγεσία των Ανωτάτων Δικαστηρίων κατ’ απόλυτη διακριτική ευχέρεια, χωρίς σαφή και ρητά κριτήρια, επανακαθόρισε τα κριτήρια επιλογής των Ανώτατων αυτών Δικαστικών Λειτουργών. Η νέα διάταξη περιορίζει σημαντικά τον κύκλο των δικαστικών λειτουργών από τους οποίους μπορεί να επιλεγούν οι πιο πάνω Ανώτατοι Δικαστικοί Λειτουργοί, με σεβασμό και τήρηση της αρχαιότητας, ως θεμελιώδους αρχής επί τη βάσει της οποίας διαμορφώνονται κατά το νόμο και την πάγια δικαστική παράδοση οι μεταξύ δικαστικών λειτουργών υπηρεσιακές σχέσεις καθ’ όλη της διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, χωρίς ωστόσο να εξουδετερώνεται η διακριτική ευχέρεια του Υπουργικού Συμβουλίου. Ειδικότερα, κατά το Σχέδιο η επιλογή γίνεται μεταξύ των 6 αρχαιοτέρων από τους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν τα τυπικά προσόντα, όταν η προς πλήρωση θέση είναι μία, ενώ για κάθε επιπλέον θέση ο αριθμός των υποψηφίων προς επιλογή αυξάνεται κατά δύο.

Σε σχέση με το άρθρο 49 ΚΟΔΚΔΛ η ΕΔΕ πρότεινε να τροποποιηθεί ουσιωδώς η υφιστάμενη παρ. 9, που αφορά στην παράλειψη από προαγωγή λόγω καθυστέρησης στην δημοσίευση και θεώρηση αποφάσεων. Ειδικότερα, πρότεινε να καταργηθεί το εδ. α΄ της διάταξης αυτής και να τεθεί η ακόλουθη διάταξη «Δεν αποτελεί λόγο παράλειψης από την προαγωγή στον επόμενο βαθμό η καθυστέρηση στη δημοσίευση και θεώρηση αποφάσεων που εκδίδει ο δικαστής, καθώς και η επεξεργασία δικογραφιών από τον εισαγγελικό λειτουργό, παρά μόνο με ειδική αιτιολογία του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου» και παράλληλα να τεθεί νέο εδάφιο ως εξής «Δεν είναι αδικαιολόγητη η καθυστέρηση που οφείλεται στην ιδιαίτερη δυσκολία ή στον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που χειρίζεται ο δικαστικός λειτουργός». Δικαιολογητικός λόγος για την πρόταση της πιο πάνω μεταβολής είναι οι προφανείς αδικίες στις οποίες μπορεί να οδηγήσει η υφιστάμενη σήμερα ρύθμιση, που έχει απόλυτο χαρακτήρα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η βαρύτητα των υποθέσεων που επεξεργάζεται ο δικαστικός λειτουργός. Τελικά η πρότασή μας αυτή δεν υιοθετήθηκε από την Επιτροπή.

Άρθρο 50 (άρθρο 61 Σχεδίου)

Σημαντική αλλαγή επέρχεται στο καθεστώς συνυπηρέτησης δικαστικών λειτουργών με συζύγους ή συνδεόμενους με σύμφωνο συμβίωσης. Ειδικότερα, με πρόταση της ΕΔΕ αναδιατυπώθηκε η παρ. 5, ώστε να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο η συνυπηρέτηση δικαστικού λειτουργού με σύζυγο ή μέρος συμφώνου συμβίωσης δημόσιο υπάλληλο ή υπάλληλο νπδδ, κατ’ αναλογία όσων ισχύουν σε άλλους κλάδους εργαζομένων στο Δημόσιο.

Παράλληλα, η ΕΔΕ πρότεινε την προσθήκη εδαφίου στην παρ. 3 με το εξής περιεχόμενο: «η απόφαση για την τοποθέτηση ή την μετάθεση δικαστικών λειτουργών λαμβάνεται με βάση την αρχαιότητα. Κατ’ εξαίρεση και για θέσεις που δεν υπερβαίνουν το 10% των κρινομένων επιτρέπεται η παρά την αρχαιότητα μετάθεση ή τοποθέτηση για κοινωνικούς λόγους, ιδίως για λόγους υγείας, συνυπηρέτησης και οικογενειακούς λόγους. Μετάθεση ή τοποθέτηση σε θέση καθ’ υπέρβαση των οργανικών θέσεων αποκλείεται». Η πρόταση αυτή της ΕΔΕ σεβόμενη πλήρως την θεμελιώδη αρχή της αρχαιότητας, η οποία αποτέλεσε βάση για τη διαμόρφωση του νέου τρόπου επιλογής των Ανωτάτων Δικαστικών Λειτουργών (κατά το άρθρο 60 του Σχεδίου, για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω), πρότεινε μία διαφανή και δίκαιη διαδικασία μεταθέσεων και τοποθετήσεων των δικαστικών λειτουργών. Τελικά, με οριακή πλειοψηφία και μετά από έντονες συζητήσεις η Επιτροπή δεν υιοθέτησε την πρότασή μας.

Άρθρο 51 (άρθρο 62 Σχεδίου)

Στο άρθρο 62 του Σχεδίου (αντίστοιχο του ισχύοντος σήμερα άρθρου 51 ΚΟΔΚΔΛ) προστέθηκε νέα παρ. 7, με υιοθέτηση της σχετικής πρότασης της ΕΔΕ, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το απαράδεκτο φαινόμενο της καθυστέρησης καταβολής στους δικαστικούς λειτουργούς των ποσών που οφείλονται σε αυτούς για τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό υπηρεσιακές μετακινήσεις.

 

Άρθρο 63 Σχεδίου (νέα διάταξη)

Στο άρθρο 63 του Σχεδίου συγκεντρώθηκαν ισχύουσες διατάξεις, αλλά και εντάχθηκαν νέες ρυθμίσεις σχετικά με τη συμμετοχή δικαστών σε διεθνή και ευρωπαϊκά όργανα. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού η ανάθεση των καθηκόντων εκπροσώπησης της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς γίνεται με σεβασμό στην αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας και με βάση τις σχετικές εγγυήσεις, ήτοι μετά από προηγούμενη κρίση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και σε ορισμένες περιπτώσεις του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία. Σημειώνεται ότι με τις νέες ρυθμίσεις καλύπτεται ένα κενό της νομοθεσίας μας σχετικά με θέσεις δικαστών μερικής απασχόλησης σε διεθνή όργανα ή που έχουν δημιουργηθεί σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς και οι οποίες μπορεί να καταλαμβάνονται και από δικαστικούς λειτουργούς χωρίς να απαιτείται πλήρης και αποκλειστική απασχόληση και χωρίς να καταβάλλεται μισθός παρά μόνο αποζημίωση των εξόδων ταξιδιού.

 

Άρθρο 74 (άρθρο 88 Σχεδίου)

Ενόψει του ότι το συσταθέν με το άρθρο 74 του ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ «Κέντρο Δικαστικών Σπουδών» ουδέποτε λειτούργησε, αλλά σήμερα η εκπαίδευση και επιμόρφωση των Δικαστικών Λειτουργών έχει ανατεθεί στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔΙ), η οποία μετέχει ως μέλος στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικαστικής Εκπαίδευσης, η νέα διάταξη του άρθρου 88 του Σχεδίου αφενός καταργεί το «Κέντρο Δικαστικών Μελετών», αφού δεν επαναλαμβάνεται η σχετική πρόβλεψη αφετέρου προβλέπει ότι η ΕΣΔΙ αναλαμβάνει την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών κατά τις κείμενες διατάξεις, ενώ παράλληλα προβλέπεται ότι εκπαιδευτικές δραστηριότητας μπορεί να αναλαμβάνουν και οι Γενικές Επιτροπείες της Επικρατείας, καθώς και τα κατ’ ιδίαν δικαστήρια και οι εισαγγελίες για τους δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν σ’ αυτά.

 

Άρθρο 75 (άρθρο 89 Σχεδίου)

Στο άρθρο αυτό επαναλαμβάνονται οι ισχύουσες και σήμερα διατάξεις των παρ. 7-18 του άρθρου 75 ΚΟΔΚΔΛ με κατάλληλη προσαρμογή στη νομοθεσία για την ΕΣΔΙ.

Εδώ αξίζει να σημειωθεί η πρόταση της ΕΔΕ για ρητή πρόβλεψη διενέργειας ειδικού χωριστού διαγωνισμού στην ΕΣΔΙ μεταξύ των υπηρετούντων ειρηνοδικών Γ΄ και Δ΄ Τάξης, που έχουν συμπληρώσει διετή τουλάχιστον υπηρεσία, από τον οποίοι θα καλύπτεται ποσοστό 10% από τον συνολικό αριθμό των εισακτέων κατά τον ετήσιο διαγωνισμό, χωρίς η συμμετοχή στο διαγωνισμό αυτό να αποκλείει τη συμμετοχή των ειρηνοδικών κάθε τάξης στον γενικό διαγωνισμό της ΕΣΔΙ. Η πρόταση αυτή με την αντίστοιχη εξειδίκευση στην Αιτιολογική Έκθεση, όπως προτάθηκε από την ΕΔΕ, δεν υιοθετήθηκε τελικά από την Επιτροπή.

Άρθρο 77 (άρθρο 91 Σχεδίου)

Καταργούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό προαγωγές σε προσωποπαγείς θέσεις, που έχουν κριθεί αντισυνταγματικές (βλ. ΟλΣτΕ 11/2002). Στην παρ. 10 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι πλέον σε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου προάγεται Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και όχι και Αρεοπαγίτης. Περαιτέρω, για την ενίσχυση του εισαγγελικού θεσμού ορίζεται ότι στη θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προάγεται μόνο Αντεισαγγελέας ή Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και όχι Αρεοπαγίτης.

 

Άρθρο 77Α (άρθρο 92 Σχεδίου)

Η διάταξη αυτή αναμορφώθηκε, ώστε οι σχετικές με τον τρόπο διεξαγωγής του διαγωνισμού για την πρόσληψη ειρηνοδικών διατάξεις να εναρμονιστούν με τα ισχύοντα με τις εξετάσεις της ΕΣΔΙ, λαμβάνοντας υπόψη και την αναβάθμιση του κλάδου των ειρηνοδικών κατά τα τελευταία έτη. Σημειώνεται εδώ ότι κατά πάγιο αίτημα της ΕΔΕ ο διορισμός ειρηνοδικών πρέπει να γίνεται αποκλειστικά μέσω της ΕΣΔΙ με έκδοση του προβλεπόμενου στο άρθρο 45 παρ. 1 Ν. 3689/2008 προεδρικού διατάγματος και προς την κατεύθυνση αυτή εργάζεται το σημερινό προεδρείο της ΕΔΕ.

 

Άρθρο 77Β (άρθρο 93 Σχεδίου)

Μετά από πρόταση της ΕΔΕ προσαρμόζεται ο τρόπος άσκησης των ειρηνοδικών στις σύγχρονες ανάγκες και συγκεκριμένα η νέα διάταξη προβλέπει εξάμηνη ειδική άσκηση όχι μόνο στο πρωτοδικείο της έδρας, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα, αλλά και στο ειρηνοδικείο της έδρας της τοποθέτησης του δόκιμου ειρηνοδίκη, ενόψει του ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ορισμένων διαδικασιών καθιστούν αναγκαία την απόκτηση από τον ειρηνοδίκη ανάλογης γνώσης και εμπειρίας. Επιπλέον περιλαμβάνονται στον ΚΟΔΚΔΛ οι διατάξεις για τις προϋποθέσεις της προαγωγής των ειρηνοδικών σε τάξεις, που μέχρι τώρα προβλέπονταν σε άλλο νόμο.

 

Άρθρα 78 και 79 (άρθρο 94 Σχεδίου)

Η διάταξη αυτή αφορά στη συγκρότηση, αρμοδιότητα και λειτουργία του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (Α.Δ.Σ.). Με τη νέα διάταξη καταργείται η υποχρέωση των μελών που μετέχουν στο Α.Δ.Σ. χωρίς ψήφο να αποχωρούν πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας, δεδομένου ότι τούτο δεν προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 τελ. εδ. Συντ.

Σε σχέση με τη λειτουργία του Α.Δ.Σ. η ΕΔΕ είχε προτείνει την προσθήκη νέας παραγράφου με το εξής περιεχόμενο: «Όταν στα θέματα του Α.Δ.Σ. συζητείται θέμα απόσπασης δικαστικών λειτουργών σε θέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή άλλων ειδικών νόμων η ημερομηνία συνεδρίασης και το θέμα γνωστοποιούνται δέκα ημέρες πριν εγγράφως σε όσους δικαστικούς λειτουργούς έχουν τα τυπικά προσόντα για την απόσπαση με κλήση για υποβολή υποψηφιότητας αν το επιθυμούν και αυτοπρόσωπη παράσταση κατά τη συνεδρίαση. Επίσης υποχρέωση κοινοποίησης της σχετικής εισήγησης με την ίδια προθεσμία υφίσταται και όταν πρόκειται να παραλειφθεί από προαγωγή ή να μετατεθεί χωρίς αίτησή στο δικαστικός λειτουργός, ο οποίος δύναται να παρασταθεί αυτοπροσώπως κατά τη συζήτηση». Τελικά η πρόταση αυτή δεν υιοθετήθηκε από την Επιτροπή.

Άρθρο 84 (άρθρο 101 Σχεδίου)

Με τις τροποποιήσεις στο άρθρο αυτό επιδιώκεται η αποσαφήνιση των κριτηρίων επιθεώρησης και του αντικειμένου αυτής με στόχο την κατά το δυνατό ομοιόμορφη εφαρμογή του θεσμού, ανεξαρτήτως των συγκεκριμένων προσώπων που κληρώνονται ως επιθεωρητές.

Με τη νέα διάταξη καταργείται η διάταξη του τελ. εδ. της παρ. 7 περί ειδικού ελέγχου από τους επιθεωρητές των αποφάσεων περί αναβολών, δεδομένου ότι η αναβολή των υποθέσεων μπορεί να οφείλεται σε πλείστα αίτια (ωράριο, κωλύματα ή αποχή δικηγόρων, κ.λ.π.) και όχι σε υπαιτιότητα δικαστών.

Τέλος, απαλείφεται η ρύθμιση του εδ. α΄ της παρ. 8 και αναδιατυπώνεται ανάλογα η διάταξη του εδ. β΄ της ίδιας παραγράφου.

Άρθρο 85 (άρθρο 102 Σχεδίου)

Με τη νέα διάταξη εμπλουτίζονται τα κριτήρια επί τη βάσει των οποίων διενεργείται η αξιολόγηση. Και με τη νέα διάταξη διατηρήθηκε η ισχύουσα κλίμακα αξιολόγησης. Από τη διάταξη της παρ. 2 απαλείφθηκαν ως περιττά τα εδάφια που αναφέρονται σήμερα στην επιθεώρηση σχετικά με τον χειρισμό των υποθέσεων που υπάγονται στο Ν. 4033/2011. Σε σχέση με τους προέδρους πρωτοδικών και προέδρους εφετών τα κριτήρια αξιολόγησής τους συνάπτονται με την αποτελεσματικότητα των τμημάτων τους, καθώς και με το περιεχόμενο των αποφάσεων των δικαστών που υπάγονται στο τμήμα τους. Ιδιαίτερες ρυθμίσεις περιλήφθηκαν για την αξιολόγηση των προϊσταμένων δικαστηρίων και εισαγγελιών.

 

Άρθρο 90 (άρθρο 107 Σχεδίου)

Στα πλαίσια επεξεργασίας του άρθρου αυτού η ΕΔΕ πρότεινε την προσθήκη εδ. γ΄ στην παρ. 9 με το εξής περιεχόμενο: «Όταν το πειθαρχικό παράπτωμα φέρεται να έχει τελεστεί στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων για την οποία διενεργείται ποινική προκαταρκτική εξέταση ή έχει κινηθεί ποινική δίωξη, τότε η πειθαρχική διαδικασία αναστέλλεται μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας». Η πρόταση αυτή δεν υιοθετήθηκε από την Επιτροπή.

 

Άρθρο 91 (άρθρο 108 Σχεδίου)

Η ΕΔΕ πρότεινε σε σχέση με την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος της παρ. 2 περ. ε΄ (αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση καθηκόντων δικαστικών λειτουργών) την εισαγωγή εκτός του χρονικού κριτηρίου και ποσοτικού κριτηρίου, ήτοι ενός ελάχιστου αριθμού περαιωμένων πολιτικών υποθέσεων (150 αποφάσεις για τα πρωτοδικεία και τα ειρηνοδικεία και 50 αποφάσεις για τα εφετεία), ο οποίος εφόσον έχει συμπληρωθεί για το συγκεκριμένο δικαστικό έτος δεν θα κρίνεται αδικαιολόγητη η τυχόν καθυστέρηση ούτε θα αφαιρείται η δικογραφία από τον δικαστή που τη χειρίζεται. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε με οριακή πλειοψηφία.

Ιδιαίτερα σημαντικό σε σχέση με τη διάταξη αυτή είναι η διευκρίνιση και νομοθετική κατοχύρωση της νομολογιακά διαμορφωμένης αρχής ότι η κρίση που ο δικαστικός λειτουργός εκφέρει κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεν είναι πειθαρχικό παράπτωμα.

Άρθρο 98 (άρθρο 115 Σχεδίου)

Η νέα διάταξη διευκρινίζει ότι οι ανώνυμες αναφορές ιδιωτών σε βάρος δικαστικών λειτουργών δεν θα λαμβάνονται υπόψη, διότι πρέπει να αποφεύγεται ο άδικος διασυρμός των δικαστικών λειτουργών. Πάντως, η Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου διευκρινίζει αφενός ότι δεν εμποδίζεται ο λαβών την ανώνυμη αναφορά να ασκήσει αυτεπάγγελτα δίωξη αν στην αναφορά αυτή περιέχονται στοιχεία από τα οποία ενδεχόμενα μπορεί να προκύψει η τέλεση πειθαρχικών παραπτωμάτων αφετέρου ότι στις ανώνυμες αναφορές δεν περιλαμβάνονται τα δημοσιεύματα στον τύπο.

Στην παρ. 3 του νέου άρθρου προβλέπεται ότι οι αναφορές ιδιωτών είναι απαράδεκτες αν δεν συνοδεύονται από ηλεκτρονικό παράβολο 50 ευρώ υπέρ του Δημοσίου, το οποίο επιστρέφεται αν γίνουν ολικά ή μερικά δεκτές με την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης. Η θέσπιση παραβόλου κρίθηκε αναγκαία για να περιοριστεί το φαινόμενο των αστήρικτων αναφορών.

Άρθρο 99 (άρθρο 116 Σχεδίου)

Σε σχέση με τα αρμόδια για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης πρόσωπα η ΕΔΕ πρότεινε την απάλειψη από τη διάταξη αυτή της αναφοράς στους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, διότι η ειδική θεσμική τους αρμοδιότητα για εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων των δικαστικών λειτουργών προκαλεί χωρίς λόγο κίνδυνο σύγχυσης αρμοδιοτήτων. Τελικά η Επιτροπή διατήρησε τη σχετική αρμοδιότητά τους, διότι κρίθηκε από την πλειοψηφία της Επιτροπής ότι οι Πρόεδροι των Ανωτάτων Δικαστηρίων έχουν την εποπτεία επί των δικαστικών λειτουργών όλης της χώρας.

Περαιτέρω, υπερψηφίστηκε η πρόταση της ΕΔΕ να περιγράφονται με ακρίβεια σε γραπτή κλήση του ενεργούντος την (πειθαρχική) προκαταρκτική εξέταση προς τον ελεγχόμενο δικαστικό λειτουργό τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν το ερευνώμενο πειθαρχικό παράπτωμα και να αναγράφονται οι διατάξεις που το προβλέπουν. Με τον τρόπο αυτό δίνεται τέλος σε προκαταρκτικές εξετάσεις που πολλές φορές διενεργούνται χωρίς να υπάρχει στην πραγματικότητα οποιαδήποτε ένδειξη για τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος ή πολύ περισσότερο σε περιπτώσεις που τα καταγγελλόμενα περιστατικά δεν στοιχειοθετούν οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα.