Δήλωση Αγγελικής Λαϊνιώτη, Προέδρου Εφετών ε.τ., πρώην Προέδρου της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών για την απαγόρευση των συναθροίσεων

Συνυπογράφω την από 15/11/2020 ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων με τίτλο «Σύνταγμα και απαγόρευση συναθροίσεων». Η σοβαρή υγειονομική κατάσταση, την οποία βιώνει η χώρα μας, όπως και οι λοιπές χώρες της Ευρώπης, δεν αποτελεί επαρκή δικαιολογία ούτε για τον περιορισμό των Συνταγματικών ελευθεριών ούτε για την φαλκίδευση, απενεργοποίηση ή κατάργηση των στοιχείων της εθνικής μας ταυτότητας και της μακραίωνης ιστορίας μας. Και μάλιστα κατά μείζονα λόγο όταν αυτά φέρουν τον μανδύα του «Αποφασίζομεν και διατάσσομεν». Υπάρχουν τρόποι προφύλαξης από τον ιό και αυστηρά μέτρα που μπορούν να ληφθούν, χωρίς να παραλειφθεί ο στοιχειώδης – ενόψει των συνθηκών –  εορτασμός του Πολυτεχνείου, όπως -δυστυχώς– παραλείφθηκαν η Ανάσταση και το Πάσχα, η 25η Μαρτίου και η 28η Οκτωβρίου. Δεν το απαιτεί μόνο η Δημοκρατία αλλά και η ιστορία της πατρίδας.

 

Αγγελική Λαϊνιώτη, Πρόεδρος Εφετών ε.τ., πρώην Πρόεδρος της Ένωσης  Διοικητικών Δικαστών

 

Δήλωση των μελών του Προεδρείου της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών Βασίλη Φαϊτά και Βανέσσας Παναγιώτας Ντέγκα

Συνυπογράφουμε κατά λέξη την από 15/11/2020 δημόσια τοποθέτηση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων με τίτλο «Σύνταγμα και απαγόρευση συναθροίσεων» που έχει ως εξής:

Με την υπ’ αριθμό 1029/8/18 (ΦΕΚ 5046 Β’/ 14-11-2020) απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας αποφασίστηκε η απαγόρευση όλων των δημόσιων υπαίθριων συγκεντρώσεων στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από 15 Νοεμβρίου και ώρα 06.00’ μέχρι 18 Νοεμβρίου 2020 και ώρα 21.00’, στις οποίες συμμετέχουν 4 ή και περισσότερα άτομα με την απειλή επιβολής κυρώσεων.

Το άρθρο 11 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει ότι «υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευτούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής γενικά αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια…». Η γενική απαγόρευση δεν παύει και αυτή να αφορά συγκεκριμένη συνάθροιση η οποία έχει εξαγγελθεί για ορισμένο τόπο και χρόνο με το ένα ή άλλο περιεχόμενο. Δεν μπορεί να επεκταθεί σε απαγόρευση και κάθε άλλης συνάθροισης σε ολόκληρη γεωγραφική περιοχή (πχ σε Νομό ή πολύ περισσότερο σε όλη την Επικράτεια) διότι τούτο θα ισοδυναμούσε με αναστολή της ισχύος του άρθρου 11 του Συντάγματος κάτι που μόνο στις έκτακτες συνθήκες του άρθρου 48 του Συντάγματος (κατάσταση πολιορκίας) μπορεί να συμβεί (Σβώλου/Βλάχου, Το Σύνταγμα της Ελλάδος , Β’ , 1955, 228 και σε Κ. Χρυσόγονο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, έκδ. 2006, 489). Η δε ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 5 του Συντάγματος, την οποία επικαλείται η απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, αφορά στη λήψη ατομικών διοικητικών μέτρων περιορισμού της ελεύθερης κίνησης (πχ θέση σε καθεστώς καραντίνας συγκεκριμένου πολίτη) και δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στις μαζικές υπαίθριες συναθροίσεις για τις οποίες προβλέπει αποκλειστικά και μόνο το άρθρο 11. Επιπρόσθετα θα πρέπει να τονιστεί, ότι για τις συναθροίσεις κατά την επέτειο του Πολυτεχνείου όπως και της Πρωτομαγιάς,  σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του ΠΔ 73/2020 που εκδόθηκε για τη ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων του ν. 4703/2020,  δεν οφείλεται γνωστοποίηση στις Αρχές.

Η Πολιτεία οφείλει να προστατεύσει τη δημόσια υγεία μέσα στις συνθήκες της πανδημίας, χωρίς να υπερβαίνει τα όρια του Κράτους Δικαίου.  Θεωρούμε ότι η σχολιαζόμενη απόφαση για γενική απαγόρευση των συναθροίσεων σε όλη την Επικράτεια βρίσκεται εκτός  Συνταγματικού πλαισίου και θα πρέπει άμεσα να ανακληθεί.

Βασίλης Φαϊτάς, Εφέτης ΔΔ, Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

Βανέσσα Παναγιώτα Ντέγκα, Πρόεδρος Πρωτοδικών ΔΔ, Ταμίας της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

 

 

Προϋποθέσεις δίωξης, ποινική διαδικασία και παραγραφή επί φορολογικών αδικημάτων- Σχέση ποινικής και διοικητικής δίκης, Χαράλαμπου Θ. Σεβαστίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, Εκπροσώπου Τύπου ΕΔΕ


Προϋποθέσεις δίωξης, ποινική διαδικασία και παραγραφή επί φορολογικών αδικημάτων- Σχέση ποινικής και διοικητικής δίκης

(σκέψεις με αφορμή τις πρόσφατες αλλαγές του Ν. 4745/2020)*

 

Χαράλαμπου Θ. Σεβαστίδη

Προέδρου Πρωτοδικών, Εκπροσώπου Τύπου ΕΔΕ

 

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις- Σκοπός της τροποποίησης της νομοθεσίας για την λαθρεμπορία και την φοροδιαφυγή με το άρθρο 32 Ν. 4745/2020.

Τα τελευταία χρόνια τόσο το ΕΔΔΑ όσο και το ΔΕΕ με σειρά αποφάσεών τους απαιτούν από τα κράτη μέλη την επανεξέταση του ζητήματος των λεγόμενων δυαδικών κυρώσεων για την ίδια παράβαση[1]. Η αναλυτική παράθεση του ζητήματος ξεπερνάει τα όρια της σύντομης αυτής παρουσίασης, αλλά κρίνεται σκόπιμη για την καλύτερη κατανόηση των νέων ρυθμίσεων η αναφορά στα πορίσματα των δύο αυτών δικαστηρίων.

Επί του ζητήματος αυτού γίνονται δεκτά τα ακόλουθα: πρώτον, η σώρευση κυρώσεων διαφορετικού είδους (ποινές στερητικής της ελευθερίας και χρηματικές ποινές) για την ίδια παράβαση δεν είναι καταρχήν απαγορευμένη, ιδίως όταν γίνεται στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας[2]· δεύτερον, εκείνο που απαγορεύεται από τα άρθρα 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ, 4 παρ. 1 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 48 παρ. 1 και 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (που κατοχυρώνουν το δικαίωμα της άπαξ δίωξης και το τεκμήριο της αθωότητας) είναι η επιβολή για την ίδια παράβαση και σε βάρος του ίδιου προσώπου κυρώσεων ποινικής φύσης σε παράλληλες ή διαδοχικές διαδικασίες αφενός από διοικητικά δικαστήρια ή όργανα αφετέρου από ποινικά δικαστήρια. Επομένως, για την κατάφαση της παράβασης της αρχής ne bis in idem πρέπει αρχικά να διαπιστώνεται ο ποινικός χαρακτήρας της κύρωσης που επιβάλλεται από τα διοικητικά δικαστήρια ή όργανα και από τα ποινικά δικαστήρια. Ο χαρακτηρισμός μιας κύρωσης ως ποινικής στηρίζεται σε αυτόνομα ευρωπαϊκά κριτήρια και δεν υπακούει στην κατάταξή τους στην οικεία εθνική νομοθεσία ως «διοικητικών»[3]. Για τη διαπίστωση της ύπαρξης «κατηγορίας ποινικής φύσης» πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τρία κριτήρια και συγκεκριμένα ο νομικός χαρακτηρισμός του επιδίκου μέτρου στο εθνικό δίκαιο, η φύση του αυτή καθ’ εαυτή, καθώς και η φύση και ο βαθμός της αυστηρότητας της κύρωσης· τα κριτήρια αυτά τίθενται διαζευκτικά και επομένως αρκεί η συνδρομή ενός για να χαρακτηριστεί μία κύρωση ως ποινική[4]. Εννοείται, βέβαια, ότι στα πλαίσια του ελληνικού δικαίου «ποινική» κύρωση αποτελεί μόνο η επιβολή του πολλαπλού τέλους σε περίπτωση τέλεσης λαθρεμπορίας και όχι η επιβολή των διαφυγόντων δασμών και φόρων[5]. Σημειώνεται εδώ ότι για τη διαπίστωση του ποινικού ή μη χαρακτήρα μιας κύρωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η βαρύτητα της απειλούμενης στον νόμο κύρωσης και όχι εκείνη της τελικά επιβληθείσας κύρωσης[6]· τρίτον, η ταυτότητα της πράξης κρίνεται επί τη βάσει των ουσιωδών συστατικών των ελεγχόμενων μορφών συμπεριφοράς και δεν επηρεάζεται από τον τυχόν διαφορετικό χαρακτηρισμό ή την τυχόν στενότερη αντίληψη της πράξης στην εθνική νομοθεσία[7]· τέταρτον, για την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem θα πρέπει η πρώτη διαδικασία (ποινική ή διοικητική, εφόσον και η τελευταία αφορά σε κύρωση με ποινικό χαρακτήρα) να έχει περατωθεί αμετάκλητα («final» κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Έβδομου Πρωτοκόλλου του ΕΣΔΑ), με έκδοση είτε αθωωτικής είτε καταδικαστικής απόφασης. Τελειωτική κρίση του πρώτου δικαστηρίου υπάρχει όταν η σχετική απόφαση δεν υπόκειται σε τακτικά ένδικα μέσα ή οι διάδικοι τα έχουν εξαντλήσει ή δεν τα άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη εξαιρετικά ένδικα μέσα, όπως η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας ή για παράταση της προθεσμίας που έχει λήξει[8]. Παράλληλα, το ΕΔΔΑ δέχθηκε πρόσφατα ότι το πλέον κρίσιμο στοιχείο για τη διαπίστωση της παραβίασης της αρχής ne bis in idem αποτελεί ο τυχόν σύνδεσμος των δύο διαδικασιών, ήτοι της ποινικής και της διοικητικής, ο οποίος τις καθιστά ένα ενιαίο σύνολο, με το οποίο αποδοκιμάζεται συνολικά η ίδια αντικειμενική συμπεριφορά· όταν διαπιστώνεται τέτοιος σύνδεσμος δεν ανακύπτει παραβίαση της αρχής αυτής, τέτοιος δε σύνδεσμος υπάρχει όταν συντρέχουν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια, όπως όταν οι δύο διαδικασίες λειτουργούν συμπληρωματικά, όταν η ύπαρξη δύο διαδικασιών είναι προβλέψιμη για τον ενδιαφερόμενο, όταν οι ενέργειες που έχουν γίνει στα πλαίσια της μιας διαδικασίας, ιδίως η θεμελίωση και αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια και της άλλης διαδικασίας και τέλος, κατά κύριο λόγο, όταν η ποινή που επιβλήθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας που ολοκληρώθηκε πρώτη, συνεκτιμήθηκε στα πλαίσια της δεύτερης διαδικασίας, έτσι ώστε το συνολικό βάρος που επιβάλλεται στον ενδιαφερόμενο να μην είναι ιδιαίτερα επαχθές[9]·

Ενόψει της πιο πάνω σταθερής νομολογίας του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ, η ανάγκη για διάσωση του σημαντικού δημοσίου εσόδου από την είσπραξη προστίμων και πολλαπλών τελών στα εγκλήματα της φοροδιαφυγής και της λαθρεμπορίας, χωρίς να συνεχίσει η Ελλάδα να είναι εκτεθειμένη σε καταδίκες από το ΕΔΔΑ, οδήγησε στην τροποποίηση με το άρθρο 32 Ν. 4745/2020 των Ν. 2960/2001 και 4174/2013. Ο νομοθετικός αυτός σκοπός, που αποτυπώνεται και στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4745/2020, αλλά και υποδεικνύεται στον τίτλο τόσο του Κεφαλαίου Γ΄ του Μέρους Α΄ του νόμου αυτού όσο και του άρθρου 32 αυτού, είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την κατανόηση και ερμηνεία των νέων διατάξεων.

            ΙΙ. Οι αλλαγές που επέρχονται στην κίνηση της ποινικής δίωξης, την ποινική διαδικασία και την έναρξη και αναστολή της παραγραφής στα φορολογικά εγκλήματα.

Ο Ν. 4174/2013, μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4745/2020, προέβλεπε α) τη δυνατότητα κίνησης της ποινικής δίωξης για φορολογικά αδικήματα του άρθρου 66 Ν. 4174/2013 και πριν την οριστικοποίηση της σχετικής φορολογικής εγγραφής, β) τον διαφορετικό χρόνο τέλεσης της πράξης και έναρξης της παραγραφής, η οποία άρχιζε από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής (είτε με την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας προσφυγής είτε με την άπρακτη παρέλευση της προβλεπόμενης 30ήμερης προθεσμίας για άσκηση προσφυγής), γ) τη δυνητική αναστολή (αναβολή) της ποινικής δίκης από το ποινικό δικαστήριο μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσας προσφυγής. Σε σχέση με τα ζητήματα αυτά οι αλλαγές που επέρχονται με τον Ν. 4745/2020 καταγράφονται στις επόμενες παραγράφους:

i) η επίδραση της εκκρεμότητας της φορολογικής εγγραφής στην κίνηση της ποινικής δίωξης και την περαιτέρω πορεία της ποινικής διαδικασίας. Σε αντίθεση με το προγενέστερο καθεστώς, όπου η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής ή προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια δεν εμπόδιζε την ποινική δίωξη και τη συνέχιση της ποινικής διαδικασίας, το άρθρο 68 παρ. 3 στοιχ. α΄ Ν. 4174/2013, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 32 παρ. 4 Ν. 4745/2020, προβλέπει λόγο υποχρεωτικής αναβολής της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και σε περίπτωση ασκηθείσας ήδη ποινικής δίωξης λόγο υποχρεωτικής αναστολής της ποινικής διαδικασίας από τον ανακριτή ή το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο. Η αναβολή της ποινικής δίωξης ή η αναστολή της ποινικής διαδικασίας, κατά τις πιο πάνω διακρίσεις, που είναι ανεξάρτητη από τη βαρύτητα του εγκλήματος, ξεκινάει από την έκδοση εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής, με την οποία διαπιστώνεται η διάπραξη του φορολογικού εγκλήματος και διαρκεί μέχρι την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής (είτε με την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας προσφυγής είτε με την άπρακτη παρέλευση της προβλεπόμενης 30ήμερης προθεσμίας για άσκηση προσφυγής).

Η εκτελεστή πράξη της φορολογικής αρχής που επιφέρει τα πιο πάνω αποτελέσματα είναι η απόφαση επιβολής προστίμου σε περίπτωση έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή έκδοσης πλαστών φορολογικών στοιχείων, η πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. σε περίπτωση μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης Φ.Π.Α. και το φύλλο υπολογισμού φόρου εισοδήματος σε περίπτωση μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας.

Διαπιστώνεται εδώ ότι στην πράξη μετά την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου και την έκδοση εκτελεστής πράξης κατά τα προαναφερόμενα, η φορολογική αρχή ανακοινώνει στον αρμόδιο εισαγγελέα τη διάπραξη του φορολογικού αδικήματος. Συνεπώς, με την ανακοίνωση του φορολογικού αδικήματος ταυτόχρονα συντρέχει και λόγος υποχρεωτικής για τον εισαγγελέα αναβολής της ποινικής δίωξης[10].

ii) χρόνος τέλεσης της πράξης και έναρξης της παραγραφής- διάρκεια αναστολής της παραγραφής. Υπό το προγενέστερο καθεστώς (άρθρα 55Α παρ. 3 και 68 παρ. 2 Ν. 4174/2913) η παραγραφή των φορολογικών εγκλημάτων άρχιζε από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δηλαδή είτε από την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας προσφυγής είτε από την άπρακτη παρέλευση της προβλεπόμενης 30ήμερης προθεσμίας για άσκηση της προσφυγής. Η ειδική αυτή πρόβλεψη της παρ. 2 του άρθρου 68 Ν. 4174/2013 (όχι όμως και του άρθρου 55Α παρ. 3 Ν. 4174/2013, τουλάχιστον για τα εγκλήματα που τελέστηκαν πριν την 6.11.2020, όπως θα φανεί π.κ., στην ενότητα ΙΙΙ) καταργήθηκε με το άρθρο 92 Ν. 4745/2020.

Υπό το νέο καθεστώς, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση του άρθρου 68 παρ. 3 Ν. 4174/2013 με το άρθρο 32 παρ. 4 Ν. 4745/2020, η προθεσμία παραγραφής των φορολογικών εγκλημάτων φαίνεται να ξεκινάει από την τέλεση της σχετικής πράξης του υπαιτίου[11]. Συνεπώς, ο χρόνος τέλεσης της πράξης και έναρξης της παραγραφής πλέον ταυτίζεται. Ωστόσο, με την έκδοση της εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής, για την οποία έγινε λόγος στην αμέσως πιο πάνω παράγραφο, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται και η αναστολή αυτή διαρκεί μέχρι την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής (άρθρο 68 παρ. 3 στοιχ. α΄ και γ΄ Ν. 4174/2013, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 32 παρ. 4 Ν. 4745/2020).

Η πιο πάνω παρατήρηση σημαίνει ότι αν από την τέλεση του φορολογικού εγκλήματος μέχρι την έκδοση της εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής συμπληρωθεί η προβλεπόμενη προθεσμία παραγραφής (π.χ. επί πλημμελήματος αν από την τέλεση του φορολογικού εγκλήματος μέχρι την έκδοση της εκτελεστής πράξης της φορολογικής αρχής μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 5 ετών), το αξιόποινο εξαλείφεται λόγω παραγραφής και συνεπώς δεν συντρέχει πλέον λόγος αναστολής της σχετικής προθεσμίας, που σε κάθε περίπτωση προϋποθέτει μη συμπλήρωσή της μέχρι τη συνδρομή του λόγου αναστολής.

Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν αναμενόμενη και μάλλον δεν εντάσσεται στον νομοθετικό σκοπό μεταρρύθμισης του δικαίου των αδικημάτων για τη φορολογία και την λαθρεμπορία σε σχέση με την αποφυγή παράλληλης λειτουργίας χωριστών και διακριτών διαδικασιών κατά παράβαση της σχετικής νομολογίας του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ. Επιβάλλεται, συνεπώς, σε σχέση  με το ζήτημα αυτό η επάνοδος στο προγενέστερο καθεστώς, διότι σε διαφορετική περίπτωση στην πράξη όλα τα φορολογικά εγκλήματα, τουλάχιστον εκείνα που τιμωρούνται σε βαθμό πλημμελήματος, θα οδηγούνται σε βέβαιη παραγραφή πριν την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου.

Περαιτέρω, το άρθρο 68 παρ. 3 στοιχ. ε΄ Ν. 4174/2013, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 32 παρ. 4 Ν. 4745/2020, προβλέπει χρονικά απεριόριστη διάρκεια της αναστολής της παραγραφής, καθώς εισάγεται εξαίρεση από το άρθρο 113 παρ. 2 εδ. α΄ ΠΚ.

            ΙΙΙ. Οι μεταβατικές διατάξεις του Ν. 4745/2020 και το καθεστώς που διέπει τις πράξεις φοροδιαφυγής που τελούνται πριν και μετά την 6.11.2020.

Η αρχική διατύπωση του σχετικού Σχεδίου Νόμου προέβλεπε στο άρθρο 71 (αντίστοιχο του άρθρου 96 του τελικού κειμένου του Ν. 4745/2020) ότι οι διατάξεις των άρθρων 32 και 33 του Σχεδίου Νόμου καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού υποθέσεις.

Με παρέμβασή της κατά την ακρόαση των φορέων από την Βουλή η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων διατύπωσε επιφυλάξεις για την ορθότητα της επιλογής να επεκταθούν οι νέες ρυθμίσεις των άρθρων 32 και 33 Ν. 4745/2020 σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, δεδομένου ότι η κατά τα προαναφερόμενα υποχρεωτική αναβολή της ποινικής δίωξης ή αναστολή της ποινικής διαδικασίας θα οδηγούσε σε παραγραφή όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις λαθρεμπορίας και φορολογικών αδικημάτων. Και τούτο διότι μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), ήτοι μέχρι και την 30.6.2019, η αναβολή της ποινικής δίκης κατ’ άρθρο 61 ΚΠΔ μέχρι την έκδοση απόφασης πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου είχε ως αποτέλεσμα το χρονικά περιορισμένο της αναστολής της προθεσμίας παραγραφής, ήτοι μέχρι 3 έτη για τα πλημμελήματα και 5 έτη για τα κακουργήματα. Ο νέος ΠΚ προέβλεψε στο άρθρο 113 παρ. 2 το χρονικά απεριόριστο της αναστολής της παραγραφής λόγω αναβολής κατ’ εφαρμογή του άρθρου 61 ΚΠΔ, αλλά ως δυσμενέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη δεν εφαρμόζεται για τις πράξεις που είχαν τελεστεί μέχρι και την 30.6.2019. Για τον λόγο αυτό ζητήθηκε η ειδική νομοθετική πρόβλεψη ώστε για τα εγκλήματα που είχαν τελεστεί μέχρι και την 30.6.2019 η αναστολή της ποινικής διαδικασίας να διατάσσεται από τα αρμόδια δικαστικά όργανα κατά τρόπο προαιρετικό, μετά από συνεκτίμηση των ιδιαιτεροτήτων κάθε υπόθεσης, καθώς και του χρόνου τέλεσης της πράξης και συνακόλουθα και του κινδύνου παραγραφής του εγκλήματος.

Τελικά, ο Ν. 4745/2020 επέλεξε σε σχέση με την λαθρεμπορία και τα φορολογικά εγκλήματα να περιορίσει την εφαρμογή του άρθρου 32 του νόμου αυτού μόνο στις πράξεις που τελούνται μετά από την έναρξη ισχύος του, ήτοι με βάση το άρθρο 101 Ν. 4745/2020 και με δεδομένο ότι ο νόμος αυτός δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ την 6.11.2020 στις πράξεις που τελούνται μετά την 6.11.2020 (βλ. και άρθρο 96 εδ. α΄ Ν. 4745/2020). Η καταρχήν ορθή αυτή νομοθετική επιλογή δημιουργεί στην πράξη τεράστια ερμηνευτικά προβλήματα από τον τρόπο που επέλεξε ο νομοθέτης να μεταβάλει το καθεστώς των φορολογικών αδικημάτων.

Ειδικότερα, για τα φορολογικά εγκλήματα που τελούνται μετά την 6.11.2020 ισχύουν οι ειδικότερες ρυθμίσεις με βάση τις τροποποιήσεις που επέφερε στον Ν. 4174/2013 το άρθρο 32 Ν. 4745/2020 και για τις οποίες έγινε λόγος πιο πάνω.

Αντίθετα, για τα μέχρι την 6.11.2020 τελεσθέντα φορολογικά εγκλήματα ισχύουν μεταξύ άλλων οι διατάξεις των άρθρων 55Α και 68 Ν. 4174/2013, όπως ίσχυαν πριν τον Ν. 4745/2020· ωστόσο, τίθεται το ερώτημα για τα εγκλήματα αυτά πώς θα αντιμετωπιστεί η παραγραφή και ειδικότερα από πότε ξεκινάει η παραγραφή των εγκλημάτων αυτών. Το άρθρο 92 Ν. 4745/2020 καταργεί το άρθρο 68 παρ. 2 Ν. 4174/2013, το οποίο προέβλεπε ότι η παραγραφή των φορολογικών εγκλημάτων αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής. Μάλιστα, η κατάργηση αυτή φαίνεται να αφορά τόσο τα παλιά όσο και τα νέα φορολογικά αδικήματα, αφού η μεταβατική διάταξη του άρθρου 96 εδ. α΄ Ν. 4745/2020 δεν αφορά και το άρθρο 92 Ν. 4745/2020. Ερωτάται, επομένως, αν για τα παλιά φορολογικά αδικήματα (που τελέστηκαν μέχρι την 6.11.2020) η έναρξη της παραγραφής τους ελλείψει ειδικότερης πρόβλεψης ξεκινάει κατά τις γενικές διατάξεις του ΠΚ (δηλ. από τον χρόνο τέλεσης της πράξης) ή εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι προβλέψεις του Ν. 4174/2013, όπως είχαν πριν την ψήφιση του Ν. 4745/2020.

Αρχικά πρέπει να παρατηρηθεί ότι με βάση όσα προαναφέρθηκαν, αλλά και τον σκοπό του νομοθέτη το ζήτημα της παραγραφής ρυθμίστηκε αυτοτελώς στο άρθρο 68 παρ. 3 Ν. 4174/2013, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 32 Ν. 4745/2020 και η κατάργηση του άρθρου 68 παρ. 2 Ν. 4174/2013 οφείλεται ακριβώς στο ότι οι τροποποιούμενες με τον Ν. 4745/2020 διατάξεις του Ν. 4174/2013 περιέχουν ειδική ρύθμιση για την παραγραφή, που την καθιστούν άνευ αντικειμένου. Συνεπώς, οι τροποποιήσεις των άρθρων 32 και 92 Ν. 4745/2020 εμφανίζουν μία ενότητα και δεν μπορεί να διαχωριστεί η εφαρμογή τους για τα παλαιά και νέα φορολογικά αδικήματα.

Θα πρέπει επομένως να γίνει ορθότερα δεκτό ότι για τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν πριν την 6.11.2020 εξακολουθεί να ισχύει η διάταξη του άρθρου 55Α παρ. 3 Ν. 4174/2013, το οποίο δεν καταργήθηκε για τα παλιά φορολογικά αδικήματα, ενώ η τροποποίησή του με το άρθρο 32 παρ. 3 Ν. 4745/2020 ισχύει βάσει του άρθρου 96 εδ. α΄ Ν. 4745/2020 μόνο για τα αδικήματα που τελούνται μετά την 6.11.2020. Συνεπώς, τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν μέχρι την 6.11.2020 υπάγονται στο σύνολο των διατάξεων του Ν. 4174/2013, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τον Ν. 4745/2020, με την διευκρίνιση ότι ειδικά για την παραγραφή εφαρμόζεται το άρθρο 55Α παρ. 3 Ν. 4174/2013 ακόμα και μετά την κατάργηση του άρθρου 68 παρ. 2 Ν. 4174/2013 με το άρθρο 92 Ν. 4745/2020.


IV
. Τελικές διαπιστώσεις και προτάσεις για νομοθετική παρέμβαση.

Το παράδειγμα του Ν. 4745/2020, κατά το μέρος που επανεξετάζει το ζήτημα των δυαδικών κυρώσεων και επιχειρεί να εναρμονίσει την ελληνική νομοθεσία με τις απαιτήσεις του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κακής νομοθέτησης που ενώ περιέχει ορθές επί της ουσίας ρυθμίσεις, εντούτοις η έλλειψη γενικής εποπτείας της ρυθμιζόμενης ύλης από τους συντάκτες του[12] οδηγεί σε μεγαλύτερα προβλήματα από εκείνα που επιλύει.

Από την ανάλυση που προηγήθηκε αξίζει κανείς να σταθεί στα ακόλουθα σημεία: α) επί της ουσίας οι νέες διατάξεις δημιουργούν ένα ικανοποιητικό νομοθετικό πλαίσιο, προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ ώστε σε ένα πρώτο στάδιο να αντιμετωπίζονται τα σχετικά ζητήματα από τους έχοντες εμπειρία και μεγαλύτερη εξειδίκευση διοικητικούς δικαστές, ενώ στη συνέχεια η ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του υπαιτίου θα λαμβάνει υπόψη την οριστικοποιημένη διοικητική κύρωση, ώστε τελικά το συνολικό βάρος του δράστη να μην εμφανίζεται ιδιαίτερα επαχθές, β) οι νέες διατάξεις μεταβάλλουν αδικαιολόγητα τον χρόνο έναρξης της ποινικής παραγραφής και δημιουργούν σοβαρό κίνδυνο για εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής σε υποθέσεις φοροδιαφυγής που αποκαλύπτονται αρκετά χρόνια μετά την τέλεση της πράξης ή σε υποθέσεις στις οποίες ο φορολογικός έλεγχος λόγω της φύσης και έκτασης της εγκληματικής δραστηριότητας διαρκεί μεγάλο χρονικό διάστημα, γ) οι υποθέσεις φορολογικών αδικημάτων που τελέστηκαν μέχρι την 6.11.2020 εξακολουθούν να διέπονται από τις ρυθμίσεις του Ν. 4174/2013, όπως είχαν πριν την τροποποίησή τους με τον Ν. 4745/2020, με την επισήμανση μόνο ότι τα σχετικά με την έναρξη της παραγραφής ζητήματα ρυθμίζονται αποκλειστικά από το άρθρο 55Α παρ. 3 Ν. 4174/2013.

Για την αποφυγή δυσάρεστων εκπλήξεων (παραγραφή σοβαρών φορολογικών αδικημάτων, ακόμα και κακουργηματικής μορφής), που θα διαπιστωθούν σε βάθος χρόνου, όταν πλέον δεν θα μπορεί να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα νομοθετικά, είναι αναγκαία η άμεση νομοθετική παρέμβαση, ώστε να επαναληφθεί στο άρθρο 68 Ν. 4174/2013, όπως τροποποιημένο ισχύει, η ρύθμιση των άρθρων 55Α παρ. 3 και 68 παρ. 2 Ν. 4174/2013, υπό την προηγούμενή τους μορφή, που προέβλεπαν έναρξη της παραγραφής των φορολογικών αδικημάτων από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής.

* Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω στον Αναπληρωτή Καθηγητή του Α.Π.Θ. κ. Θ.Παπακυριάκου για τις πολύτιμες σκέψεις και τους προβληματισμούς που μοιράστηκε μαζί μου.

[1] Παρουσίαση και σύγκριση της νομολογίας των δύο αυτών δικαστηρίων βλ. και σε Ο.Τσόλκα, το εσωτερικό δυαδικό σύστημα κυρώσεων υπό το πρίσμα των άρθρων 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 50 ΧΘΔΕΕ- Οι πρόσφατες εξελίξεις της νομολογίας του ΕΔΔΑ, του ΔΕΕ και των εθνικών ανωτάτων δικαστηρίων, ΠοινΧρ (ΞΘ/2019), σελ. 575 επ.

[2] ΔΕΕ της 26.2.2013 (υπόθεση C-617/10, Äklagaren κατά Äkerberg Fransson), ΠοινΧρ (ΞΕ/2015), 617.

[3] Βλ. και Η.Αναγνωστόπουλο, το τέλος των δυαδικών κυρώσεων; ΠοινΧρ (ΞΕ/2015), σελ. 623, τον ίδιο, τα πολλαπλά τέλη για τη λαθρεμπορία υπό το πρίσμα της ΕΣΔΑ, ΝοΒ (60/2012), σελ. 2274, Μ.Καϊάφα-Γκμπάντι, η πρόσφατη νομολογία του ΔΕΕ σε ποινικές υποθέσεις: Η προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων στο ενωσιακό δίκαιο και η σημασία της για τον Έλληνα εφαρμοστή του δικαίου, ΠοινΧρ (ΞΖ/2017), σελ. 562 επ., Λ.Μαργαρίτη/Χ.Σατλάνη, η έννοια και το περιεχόμενο του δεδικασμένου στη Νομολογία του ΕΔΔΑ, ΠοινΔικ (2014), σελ. 724 επ.

[4] Βλ. έτσι και ΕΔΔΑ Mihalache κατά Ρουμανίας της 8.7.2019 (αριθ. προσφυγής 54012/10) (: που δέχθηκε ότι η επιβολή διοικητικού προστίμου, πέραν της ποινής φυλάκισης, για την άρνηση οδηγού οχήματος να υποβληθεί σε εξέταση αίματος στα πλαίσια αστυνομικού ελέγχου για τον προσδιορισμό του επιπέδου αλκοόλ στο αίμα του, συνιστά κατ’ ουσία ποινική κύρωση), ΕΔΔΑ Nodet κατά Γαλλίας της 6.6.2019 (αριθ. προσφυγής 47342/14) (: που δέχθηκε ότι η επιβολή διοικητικού προστίμου από την αρμόδια Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για εκμετάλλευση εμπιστευτικών πληροφοριών συνιστά κατ’ ουσία ποινική κύρωση), ΕλλΔνη (60/2019), 1259, ΕΔΔΑ Bjarni Armannsson κατά Ισλανδίας της 16.4.2019 (αριθ. προσφυγής 72098/14) (: που δέχθηκε ότι η προσαύξηση από τις φορολογικές αρχές του φόρου κατά 25% λόγω φορολογικών παραβάσεων συνιστά κατ’ ουσία ποινική κύρωση), ΕλλΔνη (60/2019), 930, ΕΔΔΑ Α. και Β. κατά Νορβηγίας της 15.11.2016, ΕΔΔΑ Καπετάνιος κ.λ.π. κατά Ελλάδας, της 30.4.2015 (: δέχθηκε ότι το προβλεπόμενο στην ελληνική νομοθεσία (Τελωνειακός Κώδικας) πολλαπλό τέλος συνιστά κατ’ ουσία ποινική κύρωση, ενόψει της σοβαρής φύσης του αδικήματος της λαθρεμπορίας, του αποτρεπτικού και κατασταλτικού χαρακτήρα της επιβληθείσας κύρωσης, καθώς και του πολύ υψηλού ποσοστού του προστίμου), ΠοινΧρ (ΞΕ/2015), 612, ΕΔΔΑ Grande Stevens κ.λ.π. κατά Ιταλίας, της 4.3.2014 (: δέχθηκε ότι έχει ποινικό χαρακτήρα η διοικητική κύρωση για την πράξη της χειραγώγησης της αγοράς, που αποβλέπει στην εξασφάλιση της ακεραιότητας των χρηματοπιστωτικών αγορών και στην εμπιστοσύνη του κοινού στην ασφάλεια των συναλλαγών, ενόψει και του ότι η κύρωση αυτή είχε ως σκοπό την τιμωρία προς αποτροπή της υποτροπής, δηλ. σκοπό προληπτικό και ταυτόχρονα κατασταλτικό, παρά το ότι το επιβαλλόμενο πρόστιμο, σε περίπτωση μη καταβολής του, δεν μπορεί να αντικατασταθεί κατά την εθνική νομοθεσία με ποινή στερητική της ελευθερίας, ενώ παράλληλα ελήφθη υπόψη το ύψος του προβλεπόμενου προστίμου και το γεγονός ότι ως επιπλέον διοικητική κύρωση προβλεπόταν η έκπτωση των παραβατών να διοικήσουν εταιρίες εισηγμένες στο χρηματιστήριο), ΠοινΧρ (ΞΕ/2015), 609, ΔΕΕ Απόφαση της 26.2.2013 (υπόθεση C-617/10, Äklagaren κατά Äkerberg Fransson), ΠοινΧρ (ΞΕ/2015), 617, ΕΔΔΑ Μαμιδάκης κατά Ελλάδας, της 11.1.2007 (: δέχθηκε ότι το προβλεπόμενο στην ελληνική νομοθεσία (Τελωνειακός Κώδικας) πολλαπλό τέλος συνιστά κατ’ ουσία ποινική κύρωση, ενόψει της σοβαρής φύσης του αδικήματος της λαθρεμπορίας, του αποτρεπτικού και κατασταλτικού χαρακτήρα της επιβληθείσας κύρωσης, καθώς και του πολύ υψηλού ποσοστού του προστίμου), ΕΔΔΑ Engel κ.λ.π. κατά Ολλανδίας, της 8.6.1976

[5] Βλ. ενδ. ολΑΠ 359/2020, Αρμ (2020), 1378 (με παρατ. Σ.Κυβέλου), ΣτΕ 1779/2020, αδημ.

[6] ΕΔΔΑ Καπετάνιος κ.λ.π. κατά Ελλάδας, της 30.4.2015, ό.π., ΕΔΔΑ Grande Stevens κ.λ.π. κατά Ιταλίας, της 4.3.2014, ό.π.

[7] Βλ. σχετ. ΕΔΔΑ Grande Stevens κ.λ.π. κατά Ιταλίας, της 4.3.2014, ό.π., ΕΔΔΑ Zolotukhin κατά Ρωσίας, της 10.2.2009· βλ. έτσι και Η.Αναγνωστόπουλο, το τέλος των δυαδικών κυρώσεων; ΠοινΧρ (ΞΕ/2015), σελ. 623, Ο.Τσόλκα, «Ne bis in idem» και εσωτερικό δυαδικό σύστημα κυρώσεων για την «αυτή παράβαση»: Μια σύνθετη  προβληματική εν μέσω «διασταυρώσεων» της ΕΣΔΑ με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., ΠοινΧρ (ΞΕ/2015), σελ. 633.

[8] ΕΔΔΑ Zolotukhin κατά Ρωσίας, της 10.2.2009.

[9] Βλ. έτσι ΕΔΔΑ Nodet κατά Γαλλίας της 6.6.2019 (αριθ. προσφυγής 47342/14), ΕλλΔνη (60/2019), 1259, που έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε στενός σύνδεσμος μεταξύ των δύο διαδικασιών και παραβιάστηκε η αρχή ne bis in idem, ΕΔΔΑ Bjarni Armannsson κατά Ισλανδίας της 16.4.2019 (αριθ. προσφυγής 72098/14), ΕλλΔνη (60/2019), 930, που έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε στενός σύνδεσμος μεταξύ των δύο διαδικασιών και παραβιάστηκε η αρχή ne bis in idem, ενόψει του ότι οι δύο διαδικασίες έβαιναν παράλληλα μόνο για λίγους μήνες από την πολυετή διοικητική και ποινική διαδικασία, ενώ η συλλογή και αξιολόγηση των στοιχείων έγινε σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα, ΕΔΔΑ Johannesson κ.λ.π. κατά Ισλανδίας της 18.5.2017, που έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε στενός σύνδεσμος μεταξύ των δύο διαδικασιών και παραβιάστηκε η αρχή ne bis in idem, ενόψει του ότι οι δύο διαδικασίες έβαιναν παράλληλα μόνο για ένα έτος, ενώ η ποινική διαδικασία ολοκληρώθηκε πέντε έτη μετά τη λήξη της διοικητικής διαδικασίας, ΕΔΔΑ Α. και Β. κατά Νορβηγίας της 15.11.2016, που έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παραβιάστηκε η αρχή ne bis in idem από την επιβολή διοικητικής και ποινικής κύρωσης από τη Νορβηγία για φορολογικές παραβάσεις.

[10] Ορθά πάντως επισημαίνεται ότι ο αρμόδιος εισαγγελέας δεν εκδίδει πράξη αναβολής της ποινικής δίωξης, αλλά αρχειοθετεί την υπόθεση σε περίπτωση που η σχετική ανακοίνωση της φορολογικής αρχής αφορά σε πράξηκάτω του ορίου του αξιοποίνου (βλ. έτσι Λ.Τσόγκα, πρώτες γενικές σκέψεις για το νέο τοπίο στη δίωξη, στην εκδίκαση και στην παραγραφή των εγκλημάτων φοροδιαφυγής με τις ρυθμίσεις του Ν. 4745/2020 με ειδική μνεία στις μεταβατικές του διατάξεις, δημοσιευμένη στην ηλεκτρονική σελίδα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (www.ende.gr)).

[11] Χρόνος έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων είναι ο χρόνος σύνταξής τους από τον εκδότη τους, χρόνος τέλεσης της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων είναι ο χρόνος που ο λήπτης τα παραλαμβάνει προς καταχώρισή τους στα λογιστικά του βιβλία, χρόνος τέλεσης της μη υποβολής δήλωσης απόδοσης Φ.Π.Α. είναι η τελευταία ημέρα του επόμενου μήνα, που πρέπει να γίνει η σχετική δήλωση για την περίοδο που έληξε, χρόνος τέλεσης της μη υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος είναι η τελευταία ημέρα της νόμιμης προθεσμίας για την υποβολή της φορολογικής δήλωσης.

[12] Είναι φανερό ότι η ρύθμιση του άρθρου 32 παρ. 4 Ν. 4745/2020 σχετικά με τα φορολογικά αδικήματα αποτελεί αντιγραφή της αντίστοιχης ρύθμισης του άρθρου 32 παρ. 1 Ν. 4745/2020 σχετικά με την λαθρεμπορία, όπου όμως δεν ανακύπτουν αντίστοιχα ζητήματα για την παραγραφή.

Νέο νομοθετικό τοπίο στο έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, Λάμπρου Σ.Τσόγκα, Αντεισαγγελέα Εφετών Θράκης

Νέο νομοθετικό τοπίο στο έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

Σχόλιο: Λάμπρου Σ.Τσόγκα
Αντεισαγγελέα Εφετών Θράκης

Σχόλιο για ορθή εφαρμογή της νέας νομοθεσία για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες:

Στο άρθρο 3 Ν.4734/2020 καθορίζεται (περιοριστικά) ο κατάλογος των βασικών εγκλημάτων, ένα τουλάχιστον από τα οποία πρέπει ήδη να έχει διαπιστωθεί ότι έχει τελεστεί για να μπορεί να θεωρείται (μεταγενέστερα βέβαια χρονικά) τελεσθέν το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (βλ. σχετ. ΑΠ 1386/2010).

Το εν λόγω άρθρο ακολουθεί πιο κάτω. Επειδή όμως ανέκυψε ζήτημα (γραμματικής) ερμηνείας της τελευταίας περίπτωσης, που τούτο τροποποίησε στο άρθρο 4 Ν.4557/2018, σημειώνεται, ότι ακολούθησε η ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 27 Ν.4736/2020, που επίσης παρατίθεται πιο κάτω. Κατά συνέπεια ο εφαρμοστής του δικαίου πρέπει να έχει κατά νου και τις δύο αυτές διατάξεις.

Παράθεση διατάξεων:
Αρθρο 3 Ν.4734/2020
Η περ. β) του άρθρου 4 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139) αντικαθίσταται και το άρθρο 4 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 4
Βασικά αδικήματα (παρ. 4 του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849)
Για τους σκοπούς του παρόντος, ως «βασικά αδικήματα» νοούνται τα ακόλουθα:
α) η εγκληματική οργάνωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 187 ΠΚ,
β) οι τρομοκρατικές πράξεις, η τρομοκρατική οργάνωση, η αξιόποινη υποστήριξή τους (χρηματοδότηση της τρομοκρατίας) και τα τρομοκρατικά εγκλήματα, όπως ορίζονται στα άρθρα 187Α και 187Β ΠΚ και στα άρθρα 32 έως 35 του ν. 4689/2020 (Α΄ 103),
γ) η δωροληψία και δωροδοκία υπαλλήλου, όπως ορίζονται στα άρθρα 235 και 236 ΠΚ,
δ) η εμπορία επιρροής-μεσάζοντες και δωροληψία και δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα, όπως ορίζονται στα άρθρα 237α και 237β ΠΚ,
ε) η δωροληψία και δωροδοκία πολιτικών προσώπων και δικαστικών λειτουργών, όπως ορίζονται στα άρθρα 159, 159α και 237 ΠΚ,
στ) η εμπορία ανθρώπων, όπως ορίζεται στο άρθρο 323α ΠΚ,
ζ) η απάτη με υπολογιστή, όπως ορίζεται στο άρθρο 386α ΠΚ,
η) η σωματεμπορία, όπως ορίζεται στο άρθρο 351 ΠΚ,
θ) τα αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 20 έως και 23 του ν. 4139/2013 (Α΄ 74),
ι) τα αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 15 και 17 του ν. 2168/1993 (Α΄ 147),
ια) τα αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 53, 54, 55, 61 και 63 του ν. 3028/2002 (Α΄ 153),
ιβ) τα αδικήματα που προβλέπονται στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 8 του ν.δ. 181/1974 (Α΄ 347),
ιγ) τα αδικήματα που προβλέπονται στις παρ. 5 έως και 8 του άρθρου 29 και στο άρθρο 30 του ν. 4251/2014 (Α΄ 80),
ιδ) τα αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα τέταρτο και έκτο του ν. 2803/2000 (Α΄ 48),
ιε) τα χρηματιστηριακά αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 28 έως και 31 του ν. 4443/2016 (Α΄ 232),
ιστ) τα αδικήματα: αα) φοροδιαφυγής που προβλέπονται στο άρθρο 66 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) με την εξαίρεση του πρώτου εδαφίου της παρ. 5, ββ) λαθρεμπορίας που προβλέπονται στα άρθρα 155 έως και 157 του ν. 2960/2001 (Α΄ 265), γγ) μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο που προβλέπονται στο άρθρο 25 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43), με την εξαίρεση της περ. α΄ της παρ. 1, καθώς και της μη καταβολής 02/0χρεών που προκύπτουν από χρηματικές ποινές ή πρόσ ιμα που έχουν επιβληθεί από τα δικαστήρια ή από διοικητικές και άλλες αρχές,
ιζ) τα αδικήματα που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 1650/1986 (Α΄160),
ιη) κάθε άλλο αδίκημα από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης.»

Αρθρο 30
Στο άρθρο 39 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139) προστίθεται παρ. 6 και το άρθρο 39 διαμορφώνεται ως εξής:
«Άρθρο 39
Ποινικές κυρώσεις
(άρθρο 58 παρ. 1 της Οδηγίας 2015/849)
1. α) Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο υπαίτιος πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
β) Ο υπαίτιος των πράξεων της περ. α) τιμωρείται με κάθειρξη και με χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ έως ένα εκατομμύριο πεντακόσιες χιλιάδες (1.500.000) ευρώ, αν έδρασε ως υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου ή αν το βασικό αδίκημα περιλαμβάνεται στα αδικήματα των περ. γ) και ε) του άρθρου 4, ακόμη και αν για αυτά προβλέπεται ποινή φυλάκισης.
γ) Ο υπαίτιος των πράξεων της περ. α) τιμωρείται με κάθειρξη δέκα (10) τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ έως δύο εκατομμύρια (2.000.000) ευρώ, αν ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έδρασε για λογαριασμό, προς όφελος ή εντός των πλαισίων εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή ομάδας.
δ) Με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών τιμωρείται ο υπάλληλος του υπόχρεου νομικού προσώπου ή όποιο άλλο υπόχρεο προς αναφορά ύποπτων συναλλαγών πρόσωπο παραλείπει από πρόθεση να αναφέρει αρμοδίως ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές ή δραστηριότητες ή παρουσιάζει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, κατά παράβαση των σχετικών νομοθετικών, διοικητικών ή κανονιστικών διατάξεων και κανόνων, εφόσον για την πράξη του δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή από άλλες διατάξεις.
ε) Η ποινική ευθύνη για το βασικό αδίκημα δεν αποκλείει την τιμωρία των υπαιτίων, αυτουργού και συμμέτοχων, για τις πράξεις των περ. α), β) και γ), εφόσον τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι διαφορετικά από εκείνα του βασικού αδικήματος.
στ) Αν η προβλεπόμενη ποινή για βασικό αδίκημα είναι φυλάκιση, ο υπαίτιος αυτού τιμωρείται για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων με φυλάκιση ενός (1) τουλάχιστον έτους και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων, που δεν είναι συμμέτοχος στη διάπραξη του βασικού αδικήματος, εφόσον είναι συγγενής εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή ή εκ πλαγίου μέχρι και του β΄ βαθμού ή σύζυγος, θετός γονέας ή θετό τέκνο του υπαιτίου του βασικού αδικήματος.
ζ) Αν εχώρησε καταδίκη του υπαιτίου για βασικό αδίκημα, η ποινή κατ’ αυτού ή τρίτου από τους αναφερόμενους στο δεύτερο εδάφιο της περ. στ) για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων που έχουν προκύψει από το ίδιο βασικό αδίκημα δεν μπορεί να υπερβαίνει την επιβληθείσα ποινή για την τέλεση του βασικού αδικήματος.
η) Οι περ. στ) και ζ) δεν ισχύουν στις περιστάσεις της περ. γ) και στα βασικά αδικήματα που αναφέρονται στην περ. β).
θ) Αν η προβλεπόμενη ποινή για βασικό αδίκημα είναι φυλάκιση και τα έσοδα που έχουν προκύψει δεν υπερβαίνουν το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες είναι φυλάκιση έως δύο (2) ετών. Αν στην περίπτωση αυτή συντρέχουν στο πρόσωπο του υπαιτίου του βασικού αδικήματος ή τρίτου οι περιστάσεις της περ. γ), η ποινή για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων είναι φυλάκιση δύο (2) τουλάχιστον ετών και χρηματική ποινή από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, έως πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.
ι) Στα εγκλήματα νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, για την εφαρμογή των άρθρων 88 έως 93 ΠΚ, λαμβάνονται υπόψη και οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις που εκδίδουν δικαστήρια άλλων κρατών μερών της Σύμβασης της Βαρσοβίας της 16ης Μάϊου 2005 του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη νομιμοποίηση, την ανίχνευση, την κατάσχεση και τη δήμευση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (ν. 4478/2017, Α΄ 91).
2. Η άσκηση ποινικής δίωξης και η καταδίκη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες δεν προϋποθέτει ποινική δίωξη ή καταδίκη του υπαιτίου για το βασικό αδίκημα.
3. Στις περιπτώσεις εξάλειψης του αξιόποινου, αθώωσης λόγω του ότι η πράξη κατέστη ανέγκλητη ή απαλλαγής του υπαιτίου από την ποινή λόγω ικανοποίησης του ζημιωθέντος για το βασικό αδίκημα, για το οποίο προβλέπεται ότι η ικανοποίηση του ζημιωθέντος επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα, αίρεται το αξιόποινο ή κηρύσσεται αθώος ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος από την ποινή και για τις συναφείς πράξεις νομιμοποίησης εσόδων. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται, όταν το αξιόποινο εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής.
4. Όπου στο παρόν άρθρο προβλέπεται αθροιστικά ποινή στερητική της ελευθερίας και χρηματική ποινή, δεν εφαρμόζεται η περ. ε΄ του άρθρου 83 ΠΚ.
5. Τα κακουργήματα που προβλέπονται στο άρθρο 2 δικάζονται από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων.
6. Όταν οι αρχές του άρθρου 6 εντοπίζουν αξιόποινες πράξεις, ενημερώνουν αμελλητί τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές.»
Ν.4736/2020
Άρθρο 27
Ερμηνευτική διάταξη της περ. ιη)
του άρθρου 4 του ν. 4557/2018
Κατά την αληθή έννοια της περ. ιη) του άρθρου 4 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4734/2020 (Α΄ 196), στα «βασικά αδικήματα» του ν. 4557/2018, περιλαμβάνονται όλα τα αδικήματα από τα οποία προκύπτει περιουσιακό όφελος και τα οποία τιμωρούνται τουλάχιστον με ποινή φυλάκισης.

Πρώτες γενικές σκέψεις για το νέο τοπίο στη δίωξη, στην εκδίκαση και στην παραγραφή των εγκλημάτων φοροδιαφυγής με τις ρυθμίσεις του Ν.4745/2020 με ειδική μνεία στις μεταβατικές του διατάξεις, Λάμπρου Σ.Τσόγκα, Αντεισαγγελέα Εφετών Θράκης

Πρώτες γενικές σκέψεις για το νέο τοπίο στη δίωξη, στην εκδίκαση και στην παραγραφή των εγκλημάτων φοροδιαφυγής με τις ρυθμίσεις του Ν.4745/2020 με ειδική μνεία στις μεταβατικές του διατάξεις.

Επιμέλεια
Λάμπρος Σ.Τσόγκας
Αντεισαγγελέας Εφετών Θράκης

Σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ.4 Ν.4745/2020 η παράγραφος 3 του άρθρου 68 του ν. 4174/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «3. α) Αν, με βάση εκτελεστή πράξη της φορολογικής αρχής, συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής, εκ των οριζομένων στο άρθρο 66, η έκδοση τέτοιας πράξης αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής του σχετικού εγκλήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας. Για τον σκοπό αυτόν, η οικεία φορολογική αρχή ενημερώνει αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα και του αποστέλλει αντίγραφο της ως άνω διοικητικής πράξης. β) Αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια της ποινικής διαδικασίας. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας. Αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, σε κάθε άλλη δε περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. γ) Η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής και η αναβολή ή αναστολή της ποινικής διαδικασίας διαρκούν μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της φορολογικής αρχής, λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε. δ) Η εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας και η έκδοση των σχετικών αποφάσεων γίνονται κατά προτεραιότητα. Η φορολογική αρχή που εξέδωσε την πράξη ή η γραμματεία του οικείου διοικητικού δικαστηρίου ενημερώνουν αμελλητί τον αρμόδιο εισαγγελέα, αντιστοίχως, για την οριστικοποίηση της πράξης, λόγω μη άσκησης προσφυγής, ή για την έκδοση αμετάκλητης απόφασης του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου και υποβάλλουν, κατά περίπτωση, υπηρεσιακό αντίγραφο του διοικητικού φακέλου ή της δικογραφίας της υπόθεσης. ε) Σε περίπτωση αναστολής της προθεσμίας της παραγραφής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περ. α΄, δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα.»

Επισημάνσεις:
1ον Η δίωξη των εγκλημάτων φοροδιαφυγής προϋποθέτει πια τα εξής:
Α) Ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου και σύνταξη σχετικής έκθεσης ελέγχου και ακολούθως την έκδοση της πράξης επιβολής προστίμου σε περίπτωση έκδοσης-αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης πλαστών φορολογικών στοιχείων, της πράξης προσδιορισμού ΦΠΑ σε περίπτωση μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης του εν λόγω φόρου, του φύλλου υπολογισμού φόρου εισοδήματος σε περίπτωση μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.
Β) Επίδοση των ανωτέρω εκτελεστών πράξεων από την αρμόδια αρχή στον καθού και άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας των 30 ημερών για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων κατά αυτών.
Γ) Αν ασκηθούν αυτά, τότε απαιτείται έκδοση αμετάκλητης απόφασης των Διοικητικών Δικαστηρίων. Βέβαια στο αποτέλεσμα αυτό μπορούν να οδηγηθούν δικονομικά τα πράγματα με το να μην ασκήσει ο φορολογούμενος όλα τα ένδικα μέσα στα Διοικητικά Δικαστήρια κατά τη διαδικασία αμφισβήτησης της σε βάρος του εκτελεστής πράξης για τη διαπιστωθείσα από τη διοίκηση φοροδιαφυγή. Γι’αυτό ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών πρέπει να έχει υπόψη του τις πιθανές δικονομικές προοπτικές μιας δικοικητικής – φορολογικής διαφοράς.
Δ) Η έκδοση της εκτελεστής πράξης της διοίκησης (απόφαση επιβολής προστίμου, πράξης προσδιορισμού ΦΠΑ, φύλλο υπολογισμού φόρου εισοδήματος ανάλογα με την περιπτωσιολογία του εγκλήματος κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα) συνοδεύεται με αποστολή της προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα. Τούτο συνιστά ανακοίνωση της φορολογικής παράβασης, πλην όμως ο Εισαγγελέας δεν μπορεί να προβεί σε άσκηση ποινικής δίωξης,παρά μόνο όταν επισυμβεί η οριστικοποίηση της φορολογικής διαφοράς (άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης ενδίκων βοηθημάτων, ή το αμετάκλητο της διαφοράς). Έτσι ο αρμόδιος Εισαγγελέας συντάσσει πράξη αναβολής της ποινικής διαδικασίας της υπόθεσης αναμένοντας την αποστολή προς αυτόν έγγραφης ανακοίνωσης ή από την αρμόδια αρχή (σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας των ενδίκων βοηθημάτων) ή από τη Γραμματεία του αρμοδίου Δικαστηρίου (σε περίπτωση αμετάκλητης απόφασης). Η δεύτερη αυτή (έγγραφη) ανακοίνωση αποτελεί την απαιτούμενη δικονομική προύπόθεση για να γίνει λόγος για άσκηση ποινικής δίωξης με τις προϋποθέσεις που το άρθρο 43 ΚΠΔ ορίζει. Τότε μόνο ο αρμόδιος Εισαγγελέας δεν συντάσσει πράξη αναβολής, αλλά προχωρά σε ενέργειες κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 43 ΚΠΔ, όταν δηλαδή κατά την αποστολή της εκτελεστής πράξης έχει ήδη παρέλθει άπρακτος ο χρόνος της προσφυγής, οπότε η εκτελεστή πράξη της αρχής πρέπει να συνοδεύεται με μηνυτήρια αναφορά, η οποία αν δεν υπάρχει σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να ζητηθεί από τον αρμόδιο Εισαγγελέα.
2ον. Περαιτέρω υπάρχουν και αντίστοιχα αναβλητικά μέτρα της διαδικασίας σε πιο προχωρημένα στάδια της υπόθεσης, αν δηλαδή παρά τα ανωτέρω αναφερθέντα ασκηθεί ποινική δίωξη. Έτσι αν η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας. Αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, σε κάθε άλλη δε περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. Η τελευταία περίπτωση προφανώς αφορά τη διενέργεια προανάκρισης για την υπόθεση. Προδήλως τούτες οι προβλέψεις αποτελούν πρόσθετες εγγυήσεις ώστε η ποινική διαδικασία της υπόθεσης να μην ενεργοποιηθεί προς έκδοση δικανικής κρίσης, πριν η διαφορά οριστικοποιηθεί διοικητικά. Η προσοχή, που πρέπει να επιδειχθεί από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών στην περίπτωση της (πρώτης) ενημέρωσής του με την αποστολή της εκτελεστής πράξης της διοίκησης είναι αν σε περίπτωση μη απόδοσης ΦΠΑ ή μη υποβολής ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, σχετίζεται με το ύψος του ποσού του (μη αποδοθέντος) φόρου. Τούτο διότι σε περίπτωση που ο μη αποδοθείς φόρος είναι (ανάλογα με την οικεία στο άρθρο 66 Ν.4174/2013 περιπτωσιολγία) κάτω του ορίου του αξιοποίνου, δεν έχει νόημα να αναμένει περαιτέρω (τη δεύτερη κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα) ενημέρωσή του και πρέπει να θέσει στο αρχείο την υπόθεση.
3ον. Οι πιο πάνω προβλέψεις είναι ακόλουθες με την αποφυγή του κινδύνου αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων και αποβλέπουν στην κατά το δυνατό προσαρμογή της νομοθεσίας στις θέσεις του ΕΔΔΑ για την αποφυγή παραβίασης της αρχής ne bis in idem. Είναι γνωστό ότι το ΕΔΔΑ ακολουθεί τα εξής κριτήρια για να διαπιστωθεί αν μια διαφορά είναι αμιγώς διοικητική ή έχει και ποινικά χαρακτηριστικά, τα οποία είναι τα εξής: α) ο χαρακτηρισμός της παράβασης στο δίκαιο του κράτους του κατηγορουμένου, β) η φύση του αδικήματος, γ) ο βαθμός σοβαρότητας της ποινής. Το πρώτο κριτήριο είναι αυστηρά τυπικό, δεδομένου ότι στηρίζεται αποκλειστικά στο νομικό χαρακτηρισμό, που αποδίδεται στις κυρώσεις από το εσωτερικό δίκαιο. Το κριτήριο αυτό είναι το πρώτο, που πρέπει να ληφθεί υπόψη, αν και δεν είναι από μόνο του αρκετό. Τα άλλα δύο εναλλακτικά κριτήρια συμπεριλαμβάνουν μια ουσιαστική προσέγγιση. Αναφέρονται αντίστοιχα στην ταυτότητα της παράβασης (στο τι συνίσταται πραγματικά και νομικά η παράβαση) και το βαθμό σοβαρότητας της επιβληθείσας κύρωσης. Αν ένα από τα τρία κριτήρια πληρούται, η ποινή, που διακυβεύεται από το κράτος σε βαρος του ιδιώτη, αξιολογείται ως «ποινική» και οι εγγυήσεις, που προβλέπονται από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθίστανται εφαρμόσιμες.
4ον. Η αναβολή της ποινικής διαδικασίας για τους λόγους, που αναφέρονται πιο πάνω, επιφέρουν αναστολή της παραγραφής της πράξης και μάλιστα στην αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής δεν ισχύει ο προβλεπόμενος στο άρθρο 113 ΠΚ χρονικός περιορισμός της αναστολής.
5ον. Συνεχίζεται να υφίσταται η διάκριση μεταξύ του χρόνου τέλεσης της πράξης και του χρόνου παραγραφής της, η δε έναρξη της τελευταίας αποτελεί και την αφετηρία της ποινικής δίωξης. Ωστόσο παύει πια να ισχύει το φαινόμενο να ασκείται η ποινική δίωξη και παρά ταύτα η παραγραφή της πράξης να μην έχει αρχίσει ακόμη.
6ον. Ειδική μνεία γίνεται στη μεταβατική διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 96 Ν.4745/2020, σύμφωνα με το οποίο οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις, που τελούνται μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου,η οποία είναι η 6η-11-2020. Χρόνος τέλεσης στην πράξη της έκδοσης εικονικών ή πλαστών φορολογικών στοιχείων είναι ο χρόνος, που ο εκδότης τα συντάσσει και αναγράφει σε αυτά, χρόνος αποδοχής των εικονικών φορολογικών στοιχείων είναι ο χρόνος, που ο λήπτης τα παραλαμβάνει για καταχώρηση στα λογιστικά του βιβλία από τον εκδότη, χρόνος τέλεσης της μη υποβολής δήλωσης απόδοσης ΦΠΑ είναι η τελευταία ημέρα του επόμενου μήνα, που πρέπει να γίνει η σχετική δήλωση για τη φορολογική (μηνιαία ή τριμηνιαία) περίοδο που έληξε, χρόνος της μη υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος είναι η τελευταία ημέρα, που με βάση το ΑΦΜ ο φορολογούμενος πρέπει να προβεί σε αυτή.

Η περιπέτεια του αυτονόητου, Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Χριστόφορου Σεβαστίδη,

ΔΝ Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Την περασμένη Δευτέρα σε αναμονή της ΚΥΑ, η οποία θα ρύθμιζε τον τρόπο λειτουργίας των Δικαστηρίων σε έκτακτες συνθήκες κορύφωσης της πανδημίας, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία καταλήγει στην ανάγκη αναστολής των δικών της πολιτικής διαδικασίας που γίνονται με παρουσία μαρτύρων θεωρώντας αυτονόητη και την αναστολή των ποινικών δικών με εξαίρεση τις κατεπείγουσες υποθέσεις. Την ίδια ημέρα ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, κ. Βερβεσός πανηγύριζε διότι «μετά από συνεχή και επίμονη παρέμβασή μου  (σε ποιους άραγε;) τα δικαστήρια όλων των δικαιοδοσιών και στις περιοχές με επιδημιολογικό επίπεδο αυξημένου κινδύνου παραμένουν ανοικτά»!!! Αισθάνθηκε δικαιωμένος διότι μετά από παρεμβάσεις του θα έμπαινε σε κίνδυνο η υγεία και η ζωή χιλιάδων πολιτών και παραγόντων της δίκης που θα συνωστίζονταν στα ακροατήρια των Δικαστηρίων. Κατηγόρησε μάλιστα εντελώς απρόκλητα σε απαράδεκτο και ανάρμοστο ύφος τους Δικαστικούς Λειτουργούς ότι είναι προστατευμένοι θεσμικά και οικονομικά και επιχειρούν χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση να περιορίσουν τη λειτουργία των Δικαστηρίων και να στερήσουν την απρόσκοπτη πρόσβαση των πολιτών σ’ αυτά. Στην ίδια λογική η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων αποφάνθηκε με στόμφο ότι «η Δικαιοσύνη δεν είναι φέουδο κανενός». Αλήθεια γιατί δεν υπήρχαν παρόμοιες ευαισθησίες για την απρόσκοπτη λειτουργία των Δικαστηρίων όταν οι Δικηγορικοί Σύλλογοι αποφάσιζαν στο παρελθόν πολύμηνες αποχές από τα καθήκοντά τους και μάλιστα για δικαιολογημένες μεν, συντεχνιακές ωστόσο διεκδικήσεις τους; Οι Δικαστικές Ενώσεις αποφάσισαν την προειδοποιητική διακοπή συνεδριάσεων για μία ημέρα όχι για την επιδίωξη κάποιου δικού τους συμφέροντος αλλά με αίτημα την διαφύλαξη της δημόσιας υγείας.  Το εάν τα αιτήματα των Δικαστικών Ενώσεων είχαν ή όχι επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση αποδείχθηκε τέσσερις ημέρες αργότερα όταν η Κυβέρνηση ακολουθώντας τις υποδείξεις των ειδικών επιστημόνων αποφάσισε το γενικό lock down στη Χώρα. Αντίθετα η Συντονιστική Επιτροπή των Δικηγορικών Συλλόγων διαπίστωσε με δικά της επιστημονικά κριτήρια ότι «τα δικαστήρια μέχρι σήμερα δεν έχουν αποτελέσει εστία υπερμετάδοσης του ιού». Θα είχε αλήθεια ενδιαφέρον να μας ενημερώσουν για τις επιστημονικές έρευνες πάνω στις οποίες βασίζουν τα συμπεράσματά τους. Οφείλουν επίσης ορισμένες εξηγήσεις για την αλλοπρόσαλλη στάση τους να απαιτούν στις 11 Μαρτίου 2020 από τους Υπουργούς Δικαιοσύνης και Υγείας την αναστολή λειτουργίας των Δικαστηρίων σε μια περίοδο που τα κρούσματα του κορονοϊού ήταν πολύ λιγότερα και να επιμένουν σήμερα για πλήρη λειτουργία, όταν η πανδημία έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της. Βασίζεται κι’ αυτή η απόφαση σε κάποια επιστημονική έρευνα που δεν γνωρίζουμε;

Η μόνιμη επωδός της ηγεσίας του ΔΣΑ για θεσμικά και οικονομικά προνομιούχους, που αγνοούν τις συνθήκες επαγγελματικής ανασφάλειας στην ελεύθερη αγορά, επιχειρεί για άλλη μια φορά να διχάσει και να θέσει ψεύτικες διαχωριστικές γραμμές στο νομικό κόσμο. Επαναλάβαμε πολλές φορές και αποδείξαμε έμπρακτα στο παρελθόν την αλληλεγγύη και την στήριξή μας στα δίκαια αιτήματα των Δικηγόρων, πολλοί από τους οποίους υφίστανται με τρόπο οδυνηρό τις συνέπειες της οικονομικής πολιτικής από τις αρχές του 2010. Την ίδια σύμπνοια και ενότητα χρειάζεται η νομική κοινότητα σήμερα και προς τούτο είμαστε ανοιχτοί σε συζητήσεις και προτάσεις. Η δημιουργία ενός εικονικού εχθρού λειτουργεί αποπροσανατολιστικά και συγκαλύπτει τις πραγματικές ευθύνες και τους υπαίτιους. Προσυπογράφω στο σημείο αυτό κάθε λέξη του πρόσφατου άρθρου του συναδέλφου Βασίλη Φαϊτά, Γενικού Γραμματέα της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, για τον κοινωνικό αυτοματισμό στον χώρο της Δικαιοσύνης, όπως και την εξαιρετική σε τεκμηρίωση και ουσία Ανοιχτή Επιστολή 48 Δικηγόρων Ιωαννίνων.

Οι υποθέσεις που δεν συζητήθηκαν λόγω της πανδημίας από τον Μάρτιο μέχρι και τον Μάΐο του 2020 έχουν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους εκδικαστεί ήδη με υπερφόρτωση των πινακίων των Δικαστηρίων και με υπερένταση των προσπαθειών που κατέβαλαν οι δικαστικοί λειτουργοί. Το ίδιο θα γίνει και με τις υποθέσεις που δεν θα εκδικαστούν εντός του Νοεμβρίου λόγω της νέας αναστολής. Αυτές οι λεπτομέρειες παραλήφθηκαν στις σχοινοτενείς ανακοινώσεις της Συντονιστικής Επιτροπής. Δεν υπήρχε εξ αρχής καμία λογική βάση στην απαίτηση της ηγεσίας του ΔΣΑ να παραμείνουν ανοιχτά τα Δικαστήρια σε περιοχές αυξημένου επιδημιολογικού φορτίου και να τεθεί σε κίνδυνο η δημόσια υγεία. Η τελική απόφαση της Κυβέρνησης, υπαγορευόμενη από την σκληρή πραγματικότητα, δικαίωσε πλήρως τις θέσεις μας. Η υπεύθυνη στάση των Δικαστικών Ενώσεων νίκησε τον παραλογισμό!

Αθλητική Δικαιοσύνη συγκροτούμενη από Τακτικούς Δικαστικούς Λειτουργούς. Το Αυτοδιοίκητο της Ε.Π.Ο. υποχωρεί στο Αυτοδιοίκητο της Δικαιοσύνης. Προς τη σωστή θεσμική κατεύθυνση η διάταξη σε σχέδιο νόμου, που προβλέπει την υπόδειξη των Αθλητικών Δικαστών από θεσμικά όργανα της Δικαιοσύνης. Άρθρο Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Εφέτη – Μέλους του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ Δημητρίου Φούκα, Προέδρου Πρωτοδικών, μέλους ΔΣ ΕνΔε, Ελευθερίας Κώνστα, Εφέτη, μέλους ΔΣ ΕνΔε

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

Κοινωνικός αυτοματισμός και δημόσια υγεία , Βασίλης Φαϊτάς, Εφέτης ΔΔ, Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

Δικηγόροι ως συλλειτουργοί της δικαιοσύνης: Δικαιώματα ή και Υποχρεώσεις; του Γεωργίου Κασίμη, Προέδρου Πρωτοδικών

                                                                                               Του Γεωργίου Κασίμη, Προέδρου Πρωτοδικών

 

Η έννοια του “Συλλειτουργού της δικαιοσύνης”, αναφερομένη στους ασκούντες την δικηγορία, χρησιμοποιήθηκε κατά την δεκαετία του 1980 από την νομολογία του Δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που εδρεύει στο Στρασβούργο (ΕΔΔΑ) και εκδικάζει υποθέσεις που άπτονται της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Μία από τις πρώτες υποθέσεις όπου το ΕΔΔΑ είχε την δυνατότητα να αναπτύξει αυτή την έννοια αφορούσε την προσφυγή Γάλλου δικηγόρου, η οποία εκδικάσθηκε το 1991, υπόθεση EZELIN c. FRANCE (Requête no11800/85), http://hudoc.echr.coe.int/sites/fra/pages/search.aspx?i=001-62231.

Τα περιστατικά ήταν τα εξής: Κατά την διάρκεια διαδηλώσεων που έλαβαν χώρα στην πρωτεύουσα της Γουαδελούπης, Μπάς-Τερ, η οποία σημειωτέον είναι γαλλική κτήση, σημειώθηκαν διάφορα έκτροπα όπως ύβρεις και φθορές με γκράφιτι στους τοίχους του δικαστικού μεγάρου. Στις διαδηλώσεις αυτές συμμετείχε και ο προσφεύγων, δικηγόρος, Εζελίν, ο οποίος τιμωρήθηκε από το πειθαρχικό όργανο του οικείου δικηγορικού συλλόγου με επίπληξη επειδή, εκ της μόνης συμμετοχής του στη διαδήλωση, δεν αποδοκίμασε τις φθορές επί των δημοσίων κτιρίων, ως θα όφειλε εφόσον ήταν δικηγόρος. Η τιμωρία αυτή ήταν πειθαρχική και όχι ποινική και, όπως εξετέθη και κατά τη διάρκεια της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, απορρέει από την έννοια του “συλλειτουργού της δικαιοσύνης”. Ο Εζελίν προσέφυγε στο ΕΔΔΑ ισχυριζόμενος ότι η τιμωρία αυτή παραβιάζει την Ελευθερία εκφράσεως και την Ελευθερία τoυ συvέρχεσθαι και συvεταιρίζεσθαι που προστατεύεται από τα άρθρα 10 και 11 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Το ΕΔΔΑ τον δικαίωσε, όχι επειδή η δικηγορική ιδιότητά του ήταν άσχετη με τις διαδηλώσεις, αλλά επειδή απεδείχθη ότι η διαδήλωση στην οποία συμμετείχε ο εν λόγω προσφεύγων, ήταν ειρηνική. Όπως καθαρά προκύπτει από τις σκέψεις 52 και 53της αποφάσεως του ΕΔΔΑ, ο δικηγόρος μπορεί να συμμετέχει σε διαδηλώσεις όταν είναι ειρηνικές, εφόσον ο ίδιος δεν διαπράττει καμία αξιόποινη πράξη. Σε αντίθετη περίπτωση είναι ελεγκτέος, όχι μόνο ποινικά, πράγμα άσχετο με την παρούσα περίπτωση, αλλά και πειθαρχικά βάσει του άρθρου 106 του εκεί εφαρμοζομένου κώδικα περί δικηγόρων εφόσον εκ της ιδιότητός του υποχρεούται σε αυτοσυγκράτηση και délicatesse, όπως ακριβώς λέει το άρθρο.

Έτυχε να παρίσταμαι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στα πλαίσια εκπαιδευτικής επισκέψεως στο ΕΔΔΑ και κατά τη συζήτηση που είχαμε εκ των υστέρων με τους δικαστές του ΕΔΔΑ εξετέθη η έννοια του “συλλειτουργού της δικαιοσύνης” ως έννοια που διέτρεχε όλη την ανωτέρω υπόθεση και ως έννοια που ενέχει κυρίως υποχρεώσεις για τους δικηγόρους. Δηλαδή, αν ο προσφεύγων Εζελίν, είχε χρησιμοποιήσει γκράφιτι στο δικαστικό μέγαρο, πέραν των όποιων ποινικών ευθυνών, θα είχε και πειθαρχικές ευθύνες επί τη βάσει όχι του τελεσθέντος ποινικού αδικήματος αλλά ως “συλλειτουργός της δικαισύνης”, εφόσον φαντάζεσθε τις κυρώσεις θα είχαμε εμείς αν αύριο χρησιμοποιούσαμε γκράφιτι στην Ευελπίδων.

Η έννοια του συλλειτουργού της δικαιοσύνης, την οποία σπεύδει ο ΑΝΩΝΥΜΟΣ “Ενάγων” να επικαλεσθεί στην πρώτη παράγραφο της “αγωγής” του, ως θεμέλιο αυτής, είναι έννοια ΕΥΘΥΝΗΣ και ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ, κατά το ΕΔΔΑ πάντοτε, και όχι έννοια ασυδοσίας.

Βέβαια στην Ελλάδα όλα αντιστρέφονται, γι’ αυτό και κάποιοι δικηγόροι θα φθάσουν να ζητούν από εμάς αποζημίωση για τις ενέργειές μας, λες και όλο αυτόν τον καιρό, δεν γράφουμε, δεν διασκεπτόμασθε, δεν δικάζουμε τα αυτόφωρα και τις παραγραφές.

Ούτως ή άλλως βέβαια θα μου πείτε οι Δικηγόροι, ως “ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΌΤΕΡΟΙ” της δικαιοσύνης μπορούν να κάνουν αποχές και να παρεμποδίζουν την πρόοδο της δίκης (άρθρο 349 ΚΠΔ) εφόσον, φυσικά, ουδεμία σχέση έχουν με την κρίση, απλά η τρόικα τους επιβουλεύεται επειδή είναι κακιά (η τρόικα εννοείται).

 

Το παρόν άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την ηλεκτρονική σελίδα dikastis.blogspot.com και αναρτήθηκε πρώτη φορά στις 26 Οκτωβρίου 2012