Απόψεις επί των νέων σχεδίων Ποινικού Κώδικα και Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, Χρήστου Νάστα, Προέδρου Εφετών, τακτικού μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ

 

ΣΧΕΔΙΑ ΚΩΔΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ   

                             Γενικές παρατηρήσεις  

Χρήστου Νάστα, Προέδρου Εφετών, ποινικού Δικαστή αποκλειστικής απασχόλησης, τακτικού μέλους του ΔΣ της  Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

Η νομοθετική πρωτοβουλία ριζικής αναμόρφωσης του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προς το σκοπό της επιτάχυνσης και της ποιοτικής αναβάθμισης της ποινικής δίκης, με βρίσκει κατ΄ αρχήν σύμφωνο. Όμως αρκετές προτεινόμενες ρυθμίσεις, κατά την ταπεινή μου άποψη, κινούνται όχι προς τη σωστή κατεύθυνση και χρίζουν   αλλαγής.

Πριν αναφερθώ σε ορισμένες προτεινόμενες ρυθμίσεις,  θέλω να επισημάνω ότι ο χρόνος της δημόσιας διαβούλευσης και για τους δύο Κώδικες είναι αρκετά μικρός. Είναι αδύνατον μέσα στον χρόνο που όρισε ο κ. Υπουργός να μπορέσει κάποιος νομικός να μελετήσει και τους δύο Κώδικες και να κάνει σοβαρές προτάσεις βελτίωσης των επί μέρους άρθρων. Άποψη μου είναι ότι η δημόσια διαβούλευση πρέπει να συνεχισθεί, τουλάχιστον για ένα εξάμηνο, για να μπορέσουν, τόσο οι θεωρητικοί, όσο και οι εφαρμοστές του Δικαίου, να προτείνουν  αλλαγές- βελτιώσεις στα επί μέρους άρθρα κάθε Κώδικα.

Κατ΄ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι αρκετές από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, όπως α) η βίαιη (χωρίς την αναγκαία ωρίμανση μέσα από δημόσιο διάλογο) μετατροπή πολλών κακουργημάτων σε πλημμελήματα, β) η αναγνώριση ελαφρυντικών για στοιχεία που δεν έχουν σχέση με την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, αλλά είναι της αποκλειστικής ευθύνης της Πολιτείας(υπέρβαση εύλογων χρονικών ορίων δίκης) , γ) η τροποποίηση του άρθρου  263 Α του ΠΚ , δ) η κατάργηση του ν. 1608/1950, θα οδηγήσουν αρκετούς εγκληματίες, που έχουν παραπεμφθεί για σοβαρά αδικήματα ή εκτίουν πολυετείς ποινές κάθειρξης, εκτός των Καταστημάτων Κράτησης, καθιστώντας έτσι τις πράξεις τους ουσιαστικά ατιμώρητες.

Δεύτερον, η κατάργηση της μετατροπής της ποινής φυλάκισης σε χρηματική ποινή θα στερήσει από την Πολιτεία ένα σημαντικό όπλο στη μάχη κατά της παρανομίας, καθώς η απειλή χρηματικής ποινής σε πλημμεληματικές παραβάσεις – ιδίως οικονομικού χαρακτήρα – λειτουργούσε αποτελεσματικά, τόσο ως αποτρεπτικό μέσο, καθώς ο παραβάτης που έχει απωλέσει το δικαίωμα αναστολής της ποινής του στην επόμενη εγκληματική του συμπεριφορά αξιολογούσε υψηλά τον κίνδυνο επιβολής χρηματικής ποινής που διέτρεχε, όσο και ως κατασταλτικό μέσο, καθώς με τον τρόπο αυτό ικανοποιείται – πολλές φορές μάλιστα και περισσότερο από τον εγκλεισμό σε κατάστημα κράτησης – το αίσθημα της αδικίας που έχει αφήσει μια μεσαίας απαξίας εγκληματική συμπεριφορά. Πέραν όμως τούτου, εξίσου σημαντική είναι και η απώλεια εσόδων που θα υποστεί το Κράτος, τα οποία θα μπορούσαν να επενδυθούν στην αναβάθμιση των υποδομών των σωφρονιστικών καταστημάτων και στη βελτίωση των συνθηκών κράτησης των λοιπών κρατουμένων για σοβαρότερα εγκλήματα. Εξάλλου, το γεγονός ότι σε πολλά εγκλήματα, ως ποινή παραμένει η χρηματική ποινή, δύσκολα δικαιολογεί την φερόμενη «εξαγνιστική» πρόθεση της Πολιτείας να καταργήσει τη μετατροπή της ποινής φυλάκισης σε χρηματική ποινή.

Τρίτον, η αναβάθμιση της κοινωφελούς εργασίας σε κύρια ποινή για τα πλημμελήματα, πέραν της αμφίβολης αποτελεσματικότητάς της σε επίπεδο πρόληψης των εγκλημάτων,  δημιουργεί μεγάλο προβληματισμό και στο επίπεδο της εφαρμογής της, καθόσον είναι γνωστό ότι το Κράτος δεν διαθέτει τις υποδομές εκείνες που θα απορροφήσουν χιλιάδες ανθρώπων που θα επιδιώκουν να εκτίσουν την ποινή τους με αυτόν τον τρόπο. Έτσι, οι ποινές σε εγκλήματα μέτριας απαξίας θα εκτίονται, είτε με την ποινή της φυλάκισης, με αποτέλεσμα την υπερπλήρωση των φυλακών υπό συνθήκες αβίωτες, είτε με την πλασματική παροχή κοινωφελούς εργασίας, με αποτέλεσμα τον πλήρη ευτελισμό του ποινικοκατασταλτικού μας μηχανισμού, ενώ θα οδηγήσει αναπόδραστα και στην αύξηση των παραβατικών συμπεριφορών.

Τέταρτον, η κατ΄ ουσίαν κατάργηση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων, το οποίο κατά γενική ομολογία είναι ένας πετυχημένος θεσμός, θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην καθυστέρηση απονομής της ποινικής  Δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα με τη νέα ρύθμιση όλα τα κακουργήματα, εκτός απ΄ όσα εκδικάζονται από το ΜΟΔ, θα εκδικάζονται από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, των οποίων ο αριθμός των δικασίμων αναμένεται να διπλασιασθεί. Το ίδιο βέβαια θα συμβεί και στο Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων με διπλασιασμό των δικασίμων και αντίστοιχη αύξηση των υπηρεσιών των Εφετών. Η αλλαγή αυτή αμφιβάλλω εάν έχει μετρήσει τις πρακτικές συνέπειες, τόσο σε επίπεδο υλικοτεχνικής υποδομής (αριθμό αιθουσών, γραμματέων), όσο και σε επίπεδο δυνατότητας διαχείρισης της δικαστικής ύλης που καλούνται να σηκώσουν οι Εφέτες δικαστές. Είναι γνωστές σε όλους οι συνθήκες απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, όταν οι συνθέσεις απεγνωσμένα ψάχνουν να βρουν ημέρες που δεν έχουν υπηρεσία για να χωρέσουν τις διακοπτόμενες έδρες τους (πολλές φορές και πέραν του διμήνου, ενώ προσπαθούν να εκμεταλλευθούν και το χρόνο των δικαστικών διακοπών), αφαιρώντας συνάμα αντίστοιχο χρόνο από τις πολιτικές τους υποθέσεις. Το ίδιο θα συμβεί και στον πρώτο βαθμό με την αύξηση των δικασίμων του  Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, αφού τα περισσότερα πλημμελήματα θα εκδικάζονται από αυτό. Από μια πρόχειρη στατιστική ανάλυση, σημειώνεται ότι σήμερα στο Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων εκδικάζονται περισσότερες από 15-18 υποθέσεις ανά δικάσιμο, ενώ στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ο αριθμός των υποθέσεων ουσίας που εκδικάζονται ανά δικάσιμο δεν υπερβαίνει τις 5-6 και τούτο οφείλεται όχι μόνο στη σοβαρότητα των υποθέσεων αλλά διότι το Δικαστήριο είναι δυσκίνητο στη λειτουργία του. Από την άλλη πλευρά, η επιλογή αυτή – παρά το όποιο σημαντικό κόστος, το οποίο δεν φαίνεται να προσμετράται – προσπαθεί να δικαιωθεί με το επιχείρημα της ανάγκης ορθότερης απονομής της Δικαιοσύνης για τα κακουργήματα, πράγμα που, κατά την ίδια άποψη, διασφαλίζεται όταν απονέμεται από τα δικαστήρια με πολυμελή σύνθεση και όχι μόνο από έναν δικαστή, διότι υπάρχει κίνδυνος ο μονομελής Δικαστής να υποπέσει ευκολότερα σε λάθος κρίση που καταστεί επώδυνη για τον πολίτη. Όμως η θεώρηση αυτή είναι πολλαπλώς εσφαλμένη, αφενός διότι τα εγκλήματα που καλούνται να δικάσουν οι μονομελείς συνθέσεις του Εφετείου είναι ευκολότερα διαχειρίσιμα, είναι επαναλαμβανόμενα και σε σημαντικό βαθμό τυποποιημένα, ώστε να μην απαιτείται ιδιαίτερη δυσκολία στην ανάλυση του ουσιαστικού τους μέρος. Επίσης, οι δικαστές που τα δικάζουν – όντας αποκλειστικής απασχόλησης στα μεγάλα τουλάχιστον Εφετεία της Χώρας – έχουν αποκτήσει πλήρη γνώση του αντικειμένου τους και την ανάλογη εμπειρία για την απονομή ταχείας, έγκυρης και αποτελεσματικής δικαιοσύνης. Σε κάθε δε περίπτωση, τυχόν λάθος του Δικαστή του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων, μπορεί να διορθωθεί από το δευτεροβάθμιο ποινικό Δικαστήριο που  συγκροτείται πάντοτε σε πολυμελή σύνθεση. Είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε μέσα από την εκδίκαση των εφέσεων κατά των αποφάσεων των Μονομελών Εφετείων Κακουργημάτων ότι οι  προεδρεύοντες δικαστές των Μονομελών Εφετείων Κακουργημάτων, ανταποκρίνονται πλήρως στα καθήκοντά τους, διαψεύδοντας στην πράξη αυτούς που κατά καιρούς διατύπωσαν επιφυλάξεις. Μάλιστα, η προηγούμενη νομοπαρασκευαστική επιτροπή του 2013-2014,αναγνωρίζοντας την αποτελεσματική λειτουργία των  Μονομελών Εφετείων Κακουργημάτων, είχε προτείνει τη σημαντική αύξηση της ύλης τους  αλλά και την κατάργηση του δυσκίνητου Πενταμελούς Εφετείου. Τι άλλαξε από τότε μέχρι σήμερα και  καταργούν -κατ΄ ουσία -το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων;  Ως ποινικός Δικαστής αποκλειστικής απασχόλησης από το 2015 μέχρι και σήμερα, πιστεύω ότι  ο θεσμός του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων είναι απολύτως επιτυχής και ειδικά στα μεγάλα  Εφετεία, δικάστηκαν με ταχύ και έγκυρο τρόπο χιλιάδες υποθέσεις, οι οποίες ακόμα θα παρέμεναν αδίκαστες. Ανακεφαλαιώνοντας, θεωρώ ότι η υποβάθμιση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων, σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη στο νέο σχέδιο ΚΠΔ μεταφορά ήσσονος σημασίας πλημμελημάτων από τα Μονομελή στα Τριμελή Πλημμελειοδικεία, θα επιβαρύνει υπερβολικά τα Τριμελή Εφετεία, με δυσμενέστατα αποτελέσματα για την ταχύτητα και αποτελεσματικότητα της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης.

Τέταρτον, στο Ειδικό μέρος του  σχεδίου Ποινικού Κώδικα διευρύνεται – λάθος κατά την άποψή μου για ορισμένα από αυτά – η αρχή της κατ’ έγκληση δίωξης των εγκλημάτων (πλημμελημάτων και ορισμένων κακουργημάτων), καθ’ όσον κατ’ έγκληση θα διώκονται πλέον οι ακόλουθες αξιόποινες πράξεις: απλή και εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη, πλην της τελεσθείσας κατά δημοσίου υπαλλήλου, κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή επ’ αφορμή αυτής (άρθρ. 308 παρ. 1 και 2 σχΠΚ), σωματική βλάβη από αμέλεια, απλή και εντελώς ελαφρά (άρθρ. 314 παρ. 1 σχΠΚ), αυτοδικία (άρθρ. 331 σχΠΚ), απλή περίπτωση απειλής (άρθρ. 333 παρ. 1 σχΠΚ), διατάραξη οικιακής ειρήνης (άρθρ. 334 παρ. 1 σχΠΚ), προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας, καθώς και αυτή που τελείται σε βάρος προσώπου εργασιακά εξαρτημένου από το δράστη (άρθρ. 337 παρ. 1 σχΠΚ), προσβολή της γενετήσιας ευπρέπειας άλλου (άρθρ. 353 παρ. 1 σχΠΚ), παραβίαση της υποχρέωσης διατροφής (άρθρ. σχ358 ΠΚ), εγκατάλειψη εγκύου (άρθρ. 359 σχΠΚ), εξύβριση (άρθρ. 361 παρ. 1 σχΠΚ), δυσφήμηση (άρθρ. 362 σχΠΚ), συκοφαντική δυσφήμηση (άρθρ. 363-362 σχΠΚ), παραβίαση του απορρήτου εγγράφων και ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (άρθρ. 370 παρ. 1, 2 σχ ΠΚ), παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα (άρθρ. 370Β παρ. 1, 4 σχΠΚ), παραβίαση απόρρητων στοιχείων ή προγραμμάτων υπολογιστών (άρθρ. 370Γ παρ. 1, 2 σχΠΚ), παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας (άρθρ. 371 σχΠΚ), απλή κλοπή (άρθρ. 372 σχΠΚ), αυθαίρετη χρήση μεταφορικού μέσου (άρθρ. 374AσχΠΚ), υπεξαίρεση, εκείνη που τελείται από εντολοδόχο, επίτροπο, κηδεμόνα του παθόντος, μεσεγγυούχο ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, καθώς και αυτή η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ (και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος) (άρθρ. 375 παρ. 1, 2 σχΠΚ), κλοπή και υπεξαίρεση ευτελούς αξίας (άρθρ. 377 σχΠΚ), απλή και ελαφρά φθορά ξένης ιδιοκτησίας, καθώς και η φθορά πράγματος που χρησιμεύει για κοινό όφελος ή καλλιτεχνικού ή ιστορικού μνημείου ή αντικειμένου τοποθετημένου σε δημόσιο χώρο ή τελεσθείσα με φωτιά ή με εκρηκτικές ύλες (άρθρ. 378 σχΠΚ), απάτη καθώς και απάτη εκ της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ (και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος) (άρθρ. 386 παρ. 1 σχΠΚ), απάτη με υπολογιστή, καθώς και εκείνη εκ της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, όπως και εκείνη που στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, εκ της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ (οι δύο τελευταίες μορφές τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος) (άρθρ. 386A σχΠΚ), απατηλή πρόκληση βλάβης (άρθρ. 389 σχΠΚ), απιστία, καθώς και εκείνη εκ της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, όπως και εκείνη που στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, εκ της οποίας η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ (οι δύο τελευταίες μορφές τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος (άρθρ. 390 σχΠΚ), αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος (άρθρ. 394 σχΠΚ), παρακώλυση συναγωνισμού (άρθρ. 395 σχΠΚ), δωροδοκία και δωροληψία στον ιδιωτικό τομέα (άρθρ. 396 σχΠΚ), καταδολίευση δανειστών (άρθρ. 397 σχΠΚ) και τοκογλυφία, η οποία τιμωρείται πλέον μόνο σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρ. 404 σχΠΚ).Συνέπεια των τροποποιήσεων αυτών είναι η μη σύλληψη των εγκληματιών από τα αστυνομικά όργαναεάν δεν υπάρχει έγκληση του παθόντος, έστω και αν τα εγκλήματα αυτά τελούνται ενώπιον τους, παρότι στη συνείδηση των πολιτών υπάρχει ενεργός η αίσθηση ότι η απαξία της παράβασης πολλών από αυτά υπερβαίνει τα όρια του ατομικού συμφέροντος και θίγει ολόκληρη την κοινωνία. Πέραν όμως τούτου, με τις παραπάνω τροποποιήσεις είναι βέβαιο ότι θα  προκύψουν θέματα διαχρονικού δικαίου, σε σχέση με την ύπαρξη ή όχι έγκλησης σε ήδη εκκρεμείς υποθέσεις, που θα δικαστούν είτε από Πλημ/κεία, είτε από Εφετεία Κακουργημάτων.

Πέμπτον, όσον   αφορά το σχΚΠΔ, εξόχως προβληματική θεωρώ ότι είναι η   περίληψη στα αποκλειόμενα από την ποινική διαδικασία πρόσωπα, του εισαγγελέα που έχει συμπράξει στην παραπομπή του κατηγορουμένου, ειδικά στη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (άρθ. 14§2 περ. στ’ του σχΚΠΔ). Εκτός της προφανούς ασυμφωνίας της με τις ισχύουσες συνταγματικές διατάξεις, καθώς προκρίνει την εφαρμογή της διάταξης, κατά περίπτωση (με κριτήριο τη δυνατότητα συγκρότησης του δικαστηρίου), δημιουργεί σημαντικά προβλήματα στη λειτουργία κυρίως των μεγάλων εισαγγελιών. Να τονιστεί πως στις μεγάλες Εισαγγελίες  της χώρας, άλλος εισαγγελικός λειτουργός επεξεργάζεται την μήνυση ή έγκληση, παραγγέλλοντας προκαταρτική εξέταση. Άλλος εισαγγελικός λειτουργός επεξεργάζεται τη δικογραφία που σχηματίζεται μετά από την ολοκλήρωση της προκαταρτικής εξέτασης, ασκώντας ποινική δίωξη, και άλλος εισαγγελικός λειτουργός υπογράφει το κλητήριο θέσπισμα που επιδίδεται στον κατηγορούμενο. Έτσι σε κάθε υπόθεση αποκλείονται τρεις εισαγγελικοί λειτουργοί από την εκδίκασή της (εάν πρόκειται για βούλευμα μπορεί άλλος να υποβάλλει την πρόταση προς το Συμβούλιο Πλημ/κών και άλλος να παρασταθεί ενώπιον αυτού). Και εάν εκδικάζεται κατ’ έφεση στο Τριμελές Πλημ/κείο, αποκλείεται και τέταρτος εισαγγελικός λειτουργός, αυτός που δίκασε πρωτοδίκως. Καθίσταται, επομένως, σαφές πως εάν εφαρμοστεί η διάταξη θα πρέπει όλοι οι εισαγγελείς να βρίσκονται στο δικαστικό μέγαρο, αντικαθιστώντας ο ένας των άλλο στις  ποινικές έδρες που συνεδριάζουν καθημερινά.

Έκτον, στο άρθρο 333§1 του σχΚΠοινΔ, ορίζεται πως ο διευθύνων τη συζήτηση, στις δίκες που αφορούν σε υποθέσεις κακουργημάτων ορίζει προηγουμένως έναν εισηγητή δικαστή. Η διάταξη αυτή που αποτελεί εισαγωγή του προτύπου της διαδικασίας της αστικής δίκης στις ποινικές, εκκινεί από την υπόνοια ότι οι σύνεδροι στην ποινική δίκη δεν συμμετέχουν ενεργά σ΄ αυτή, οπότε θα πρέπει να τους υποχρεώσουμε να το κάνουν, μεταβιβάζοντάς τους μέρος της ποινικής διαδικασίας. Η σκέψη αυτή, πέραν του ότι είναι άκρως προσβλητική για το σύνολο των δικαστών, είναι και εσφαλμένη, καθώς η εμπειρία έχει διδάξει ότι εφόσον ο Προεδρεύων δικαστής καθοδηγήσει σωστά την ακροαματική διαδικασία, όλη η σύνθεση – η οποία αποτελείται από έμπειρους συναδέλφους – είναι σε θέση εύκολα να αποκτήσει πλήρη αντίληψη της δικαζόμενης υπόθεσης και να εκφέρει ουσιαστική κρίση. Δεν είναι, εξάλλου, λίγες οι φορές που συνάδελφοι δικαστές, οι οποίοι  δεν μελέτησαν σε προγενέστερο χρόνο τις υποθέσεις που ήγοντο ενώπιόν τους, είχαν την άνεση και επάρκεια να εκφέρουν μια διαφορετική – καθόλα έγκυρη – άποψη στην αξιολόγηση των πραγματικών και νομικών περιστατικών. Εξάλλου, εάν δεν εμπιστευόμαστε την αποτελεσματικότητα της άμεσης προφορικής διαδικασίας σε συνθέσεις που απαρτίζονται αποκλειστικά από δικαστές, πως θα αντιδράσουμε στα μεικτά ορκωτά δικαστήρια; Μήπως θα δώσουμε και στους ενόρκους να διαχειρίζονται μέρος των ποινικών δικών, για να εξασφαλίσουμε την προσοχή τους; Αυτονόητο τέλος είναι ότι και το μέτρο αυτό θα επιφέρει ακόμα μεγαλύτερο φόρτο στους Εφέτες – συνέδρους των ποινικών εδρών, αφού θα είναι επιφορτισμένοι κατ’ ουσία τόσο με τη διαδικασία της ποινικής έδρας και τη συγγραφή των αποφάσεων στις υποθέσεις όπου θα ορίζονται εισηγητές, όσο και με τις πολιτικές τους υποθέσεις, οι οποίες μοιραία θα περιέλθουν σε καθυστέρηση, με ορατή πλέον και την πειθαρχική τους ευθύνη.

Έβδομον, με το σχΚΠοινΔ τα πταίσματα ως αξιόποινες πράξεις  καταργούνται και το Πταισματοδικείο ως ποινικό δικαστήριο δεν θα υπάρχει. Οι εκτελούντες όμως μέχρι την ψήφιση των Κωδίκων, χρέη Πταισματοδίκη, δεν πρέπει να μετακινηθούν , αλλά να παραμείνουν στις θέσεις τους και, εν όψει της νομικής τους κατάρτισης και της πολύχρονης εμπειρίας τους στο εν λόγω αντικείμενο, να διενεργούν, ως πταισματοδίκες- προανακριτές, προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση ύστερα από παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.     

Ελπίζω ότι οι νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές των νέων Κωδίκων Ποινικού και Ποινικής Δικονομίας, μετά το πέρας της δημόσιας διαβούλευσης, να μελετήσουν και πάλι χωρίς εγωισμό και υπό το φως των σκέψεων που με την εμπειρία μας καταθέτουμε,  τις προτεινόμενες αλλαγές- βελτιώσεις και να καταλήξουν σε πιο ορθολογικές λύσεις.

 

                                                                            Χρήστος Νάστας

                                                                            Πρόεδρος Εφετών                                                                                    

 

ΝΕΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΚΠΔ ΚΑΙ ΜΟΝΟΜΕΛΗ ΕΦΕΤΕΙΑ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΩΝ, Της Βαρβάρας Πάπαρη, Εφέτη Λάρισας, μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ

Με αφορμή την επιχειρούμενη, με το νέο σχέδιο του ΚΠΔ, κατάργηση- επί της ουσίας- του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων,θα ήθελα να επισημάνω,για μια ακόμα φορά (βλ.σχετική δημοσίευσή μου στα Δικαστικά Νέα 12/2016), τα ακόλουθα:Με τη διάταξη του άρθρου 29 παράγραφος 2 του νόμου 4055/2012,  ο κοινός νομοθέτης πρόσθεσε στο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας το άρθρο 110 και προέβλεψε, το «Μονομελές» Εφετείο, το οποίο άλλωστε  συμπεριλαμβάνεται στα δικάζοντα κακουργήματα δικαστήρια του άρθρου 8 του ιδίου Κώδικα, ως καθ’ ύλην αρμόδιο γιά την εκδίκαση των κακουργημάτων των αναφερομένων στη παράγραφο 1 του άρθρου 308Α  (ν.δ. 86/1969 (Α` 7),Ν.998/1979 (Α` 289)<δασικά>,Ν. 2168/1993 (Α`147) <όπλα>,Ν. 4174/2013 (Α`170) <φορολογικά>,Ν. 4251/2014 (Α` 80) <αλλοδαποί>,Ν.2960/2001 (Α` 265) <τελωνειακά>, και Ν.4139/2013 (Α` 74) <ναρκωτικά>, του εμπρησμού δασών και των άρθρων 374 <διακεκριμένη κλοπή> και 380 <ληστεία> του ΠΚ και Ν. 2523/1997 (Α` 179) <φορολογικά>, Ν.3386/2005 (Α` 212) <αλλοδαποί> και Ν.3459/2006 (Α` 103) <ναρκωτικά>, των κακουργημάτων της παραγράφου 1 του άρθρου 308Β (ποινική συνδιαλλαγή),ήτοι των άρθρων  375 <υπεξαίρεση>,386 <απάτη>,386Α <απάτη με υπολογιστή>,390 <απιστία> και 404 <τοκογλυφία> του ΠΚ,εφ’ όσον συνετάγη πρακτικό συνδιαλλαγής, των κακουργημάτων των άρθρων 114 του νόμου 1892/1990 <δασικά που καταργήθηκε>, 66 του νόμου 2121/1993 <πνευματική ιδιοκτησία> και 52 του νόμου 4002/2011 <παίγνια> και των κακουργημάτων των νόμων 2725/1999 <αθλητικά> και 3028/2002<αρχαιότητες>, «εκτός αν στο νόμο απειλείται κατά αυτών η ποινή τής ισόβιας κάθειρξης», ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παράγραφος 3 του νόμου 4055/2012 ,αντικατέστησε τον τίτλο και τη πρώτη περίοδο του άρθρου 111 του ίδιου Κώδικα και εξαίρεσε από τη δικαιοδοσία του Τριμελούς Εφετείου τα παραπάνω κακουργήματα. Στην αιτιολογική έκθεση  του ως άνω νόμου 4055/2012 αναφέρεται: «Τοµή είναι η καθιέρωση Μονοµελών Εφετείων για την εκδίκαση σε πρώτο βαθµό συγκεκριµένης κατηγορίας κακουργηµάτων, όπως παραβάσεις του νόµου περί ναρκωτικών, κλοπές, ληστείες κ.λπ.. Οι υποθέσεις αυτές δεν έχουν αποδεικτικές δυσκολίες, ούτε πολύπλοκα νοµικά ζητήµατα. Και είναι προς το συµφέρον και της κοινωνίας αλλά και των ίδιων των εµπλεκόµενων προσώπων η όσο το δυνατόν πιο σύντοµη εκδίκαση των υποθέσεων αυτών. Άλλωστε αυτό αποτελεί πρόταση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας. Σε κάθε περίπτωση, οι συγκεκριµένες αυτές υποθέσεις θα εκδικάζονται σε δεύτερο βαθµό από τριµελή σύνθεση».Με την πρόβλεψη από τον νομοθέτη του «Μονομελούς» Εφετείου υπηρετείται ο σκοπός της ταχύτητας και της τονώσεως της ευθύνης του δικαστή στην εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων,ενώ  η  πρόβλεψη γιά την σε δεύτερο βαθμό εκδίκαση των εν λόγω υποθέσεων από πολυμελές Εφετείο (του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων) αντισταθμίζει τις όποιες «δικαστικές αυθαιρεσίες». Η καθιέρωση Μονομελών Εφετείων για την εκδίκαση σε πρώτο βαθμό συγκεκριμένης κατηγορίας κακουργημάτων, όπως πχ οι παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών, κλοπές, ληστείες, αθλητικά, παίγνια, πνευματική ιδιοκτησία,φορολογικά κλπ.,εκτός από τομή,είχαμε επισημάνει ότι συνιστούσε,στη σύγχρονη εποχή, εκτός των άλλων,  και μια αναγκαιότητα. Η μονομελής σύνθεση ενός τέτοιου δικαστηρίου, ασφαλώς έχει κάποια μειονεκτήματα, τα οποία δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, αλλά είναι η καλύτερη λύση και από την θέσπισή του λειτουργεί ικανοποιητικά και με αποτελεσματικότητα και έχει επιφέρει την επιτάχυνση της ποινικής δίκης. Οι προεδρεύοντες δικαστές,ασκούν τα καθήκοντά τους με υψηλό αίσθημα ευθύνης και ανταποκρίνονται πλήρως στο ανατεθέν σ’ αυτούς δυσχερές καθήκον εκδικάσεως συγκεκριμένων κακουργημάτων, διαψεύδοντας στην πράξη αυτούς που διατύπωσαν επιφυλάξεις. Αποδείχθηκε ότι η εμπειρία, οι ικανότητες και η επιδειχθείσα αυξημένη ευθύνη των δικαζόντων Εφετών εξισορρόπησε τις όποιες ατέλειες, επομένως από την λειτουργία του Μονομελούς Εφετείου Κακ/των ούτε τα δικαιώματα των κατηγορουμένων παραβλάπτονται, ούτε υπάρχει έκπτωση στην ποιότητα ή την ορθότητα των εκδιδομένων αποφάσεων.Μάλιστα η προηγούμενη νομοπαρασκευαστική επιτροπή του 2013- 2014,αναγνωρίζοντας την αποτελεσματική λειτουργία των  Μονομελών Εφετείων Κακ/των είχε προτείνει τη σημαντική αύξηση της ύλης τους (π.χ. όλα τα κακ/τα των ειδικών ποινικών νόμων, όπως ξέπλυμα χρήματος, αρχαιοκαπηλία, προσ. δεδομένα κλπ.),αλλά και την κατάργηση του πολυτελούς και δυσκίνητου Πενταμελούς Εφετείου. Ειδικότερα το σχέδιο νόμου της ως άνω επιτροπής, προέβλεπε την καθιέρωση του θεσμού του «ποινικού εισαγγελέα συνδιαλλαγής», ο οποίος θα έχει τη δυνατότητα να συνδιαλέγεται με τον κατηγορούμενο και να συμφωνεί για το ύψος της ποινής, χωρίς η υπόθεση στο ακροατήριο,Η διαμεσολάβηση του εισαγγελέα αφορούσε τα κακουργήματα για τα οποία προβλέπονται ποινές μέχρι 10 χρόνια κάθειρξη, ενώ στους κανόνες της συνδιαλλαγής δεν μπορούσαν να υπαχθούν αδικήματα που τιμωρούνται με βάση το νόμο περί καταχραστών του δημοσίου. Ακόμη, προτείνονταν η κατάργηση των Πενταμελών Εφετείων Κακουργημάτων, και η εκδίκαση των περισσότερων κακουργημάτων να γίνεται από Μονομελή Εφετεία. Εξαιρούνται τα αδικήματα που χαρακτηρίζονται σύνθετα, καθώς και αδικήματα που καταλαμβάνονται από το νόμο περί καταχραστών του δημοσίου, τα οποία θα δικάζονται από Τριμελή Εφετεία (βλ. το σχέδιο νόμου https://www.tovima.gr/2014/02/15/society/olo-to-nomosxedio-gia-tin-poiniki-dikonomia ).

Με το νέο σχέδιο του ΚΠΔ η καθ’ύλη αρμοδιότητα του Μονομελούς Εφετείου,ορίζεται ως εξής: «Άρθρο 110: Μονομελές Εφετείο. Το  Mονομελές Εφετείο δικάζει αποκλειστικά τα κακουργήματα που αναφέρονται στα άρθρα 301 και 303, εφόσον γι’ αυτά έχει  συνταχθεί πρακτικό συνδιαλλαγής ή διαπραγμάτευσης.Σύμφωνα δε με το νέο σχέδιο στο άρθρο 301: Ποινική συνδιαλλαγή μέχρι την τυπική  περάτωση της ανάκρισης. 1. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου για την ποινική συνδιαλλαγή εφαρμόζονται στα κακουργήματα που προβλέπονται  από τις διατάξεις: α) του ποινικού κώδικα, τα οποία χωρίς βία ή απειλή στρέφονται κατά της ιδιοκτησίας και της περιουσίας (δηλαδή της κλοπής,υπεξαίρεσης,φθοράς ξένης ιδιοκτησίας,απάτης,απιστίας,τοκογλυφίας) και β) του ν. 2803/2000 (Κύρωση της Σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των συναφών με αυτήν Πρωτοκόλλων), γ) του ν. 2960/2001(Τελωνειακός Κώδικας), δ) του ν. 3691/2008 (Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και Άλλες διατάξεις) και  ε) του  ν. 4174/2013(Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας),  ανεξάρτητα από την συνδρομή ή μη επιβαρυντικών  περιστάσεων.Στο δε άρθρο 303: Ποινική διαπραγμάτευση. 1. Στις περιπτώσεις των αυτεπαγγέλτως διωκομένων πλημμελημάτων και  των κακουργημάτων που τιμωρούνται με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης, ο κατηγορούμενος δικαιούται μέχρι την τυπική περάτωση της κύριας ανάκρισης ή της προανάκρισης   να ζητήσει εγγράφως ο ίδιος ή δια του συνηγόρου του την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαπραγμάτευσης, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι μόνο η επιβλητέα κύρια  ή παρεπόμενη ποινή». Επί της ουσίας δηλαδή,καλείται το Μονομελές Εφετείο να επικυρώσει τα πρακτικά συνδιαλλαγής ή διαπραγμάτευσης!Αυτό,όμως, συνιστά πλήρη υποβάθμιση του Μονομελούς Εφετείου Κακ/των.Αντί  να καταργηθεί το Πενταμελές Εφετείο Κακ/των, καταργείται -εν τοις πράγμασι- το Μονομελές Εφετείο Κακ/των.Και αναρωτιέται κανείς,τι άλλαξε από το 2014,όταν η τότε νομοπαρασκευαστική επιτροπή πρότεινε την σημαντική αύξηση της ύλης των Μονομελών Εφετείων Κακ/των, μέχρι σήμερα που προτείνεται η υποβάθμισή του.Μήπως υπάρχουν στοιχεία για τέτοιες αποκλίσεις ως προς την περί ενοχής και ποινής κρίση των δικαστών του  Μονομελούς Εφετείου , ώστε η απόθεση της δικαιοδοτικής κρίσης σε έναν λειτουργό να αποτελεί θέμα τύχης για την έκβαση της δίκης;Ή μήπως υπάρχουν στοιχεία για τάση καταδικαστικής κρίσης; Πιστεύω πως όχι.Αντίθετα,όπως προανέφερα,ο θεσμός του Μονομελούς Εφετείου Κακ/των είναι απολύτως επιτυχής και ειδικά στα μεγάλα  Εφετεία,δικάστηκαν χιλιάδες υποθέσεις, οι οποίες ακόμα θα ήταν αδίκαστες χωρίς την θέσπισή του.Βέβαια,όλοι οι δικαστές είμαστε υπέρ του εκσυγχρονισμού του ποινικού συστήματος με βάση τη λογική και τα σύγχρονα δεδομένα της ποινικής επιστήμης και των ατομικών δικαιωμάτων. Αλλαγές χρειάζονταν, όχι όμως σ’ έναν τόσο πετυχημένο θεσμό,όπως το Μονομελές Εφετείο Κακ/των.Πιστεύω ότι η ενίσχυση του Μονομελούς Εφετείου Κακ/των εξυπηρετεί το εκσυγχρονισμό που επιχειρείται με το νέο σχέδιο νόμου για τον ΚΠΔ και τον ΠΚ,διότι με αυτόν τον τρόπο,γίνεται μία μετάβαση στην απλοποίηση, χωρίς να παραβλάπτεται η ορθή , ουσιαστική και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης.Εξάλλου,είναι αντιφατικό να αποδεχόμαστε το Μονομελές Πολιτικό Εφετείο,το οποίο εκδικάζει σε δεύτερο βαθμό και να υποβαθμίζουμε σε βαθμό καταργήσεως το πολύ πετυχημένο Μονομελές Εφετείο Κακ/των,το οποίο εκδικάζει σε πρώτο βαθμό.Η υποβάθμιση του Μονομελούς Εφετείου Κακ/των,σε συνδυασμό με  τη προβλεπόμενη στο νέο σχέδιο ΚΠΔ μεταφορά ήσσονος σημασίας πλημμελημάτων από τα Μονομελή στα Τριμελή Πλημμελειοδικεία, θα επιβαρύνει υπερβολικά τα Τριμελή Εφετεία, με δυσμενέστατα αποτελέσματα για την ταχύτητα και αποτελεσματικότητα της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Έχω τη γνώμη,που είναι και η γνώμη, εξ όσων γνωρίζω, και της πλειοψηφίας των δικαστών του β΄βαθμού, ότι η συρρίκνωση της καθ’ύλην αρμοδιότητας του Μονομελούς Εφετείου Κακ/των που επιχειρείται με την ανωτέρω διάταξη του νέου σχεδίου νόμου για τον ΚΠΔ, είναι ατυχής και θα πρέπει να τροποποιηθεί προς την κατεύθυνση της σημαντικής αύξησης αυτής (ύλης).Για τις υπόλοιπες διατάξεις του νέου σχεδίου για τον ΠΚ και ΚΠΔ, επιφυλάσσομαι να διατυπώσω τις ενστάσεις μου στο ΔΣ της Ένωσής μας.

Βαρβάρα Πάπαρη,

Εφέτης,μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Πόσο αποστασιοποιημένος είναι ο Δικαστής από την πραγματικότητα και πόσο αποφασιστικά την διαμορφώνει;

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 36KB)

ΕΝΑ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ, ΔΥΟ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη
Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Την προηγούμενη εβδομάδα συζητήθηκε στη Βουλή νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Κύρωση του Πρωτοκόλλου υπ’ αριθμόν 16 στη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών,…». Το άρθρο 22 του ν/σ τροποποιούσε το άρθρο 17 παρ. 7 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και προέβλεπε ότι οι Κανονισμοί των Δικαστηρίων δεν θα μπορούν πλέον  να συμπληρώνονται, να τροποποιούνται ή να ακυρώνονται από τις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων αλλά μόνο να αναπέμπονται στο Δικαστήριο ως προς όλα τα σημεία και ειδικότερα ως προς τον αριθμό των δικασίμων και των υποθέσεων που προσδιορίζονται. Στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου ως δικαιολογητική βάση της νομοθετικής αλλαγής σημειώνονταν «η ενίσχυση του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων η οποία είχε επιτυχημένα αποτελέσματα όσον αφορά στην αποδοτικότερη άσκηση της δικαιοσύνης». Όμοια ακριβώς διάταξη τέθηκε και στο νέο Σχέδιο του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων που κατατέθηκε στο Υπουργείο από την αρμόδια Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2018. Και πράγματι η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία του Υπουργείου χαιρετίστηκε από την Ένωσή μας με την από 15-2-2019 ανακοίνωση ως «διάταξη  που διαπνέεται από πνεύμα εμπιστοσύνης στις δυνατότητες των δικαστικών λειτουργών των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων Δικαστηρίων να ρυθμίζουν τον αριθμό των δικασίμων και των υποθέσεων που εισάγονται ενώπιον τους». Στην ακρόαση των φορέων στη Βουλή ενόψει της συζήτησης του νομοσχεδίου ταχθήκαμε θετικά ως προς το συγκεκριμένο άρθρο, ενώ αντίθετη άποψη δεν διατυπώθηκε από κανέναν. Εντελώς αιφνιδιαστικά και αναιτιολόγητα η διάταξη, που αποτιμήθηκε θετικά ως προς το περιεχόμενό της, τελικά αποσύρθηκε από το Υπουργείο και δεν ψηφίστηκε.  Δεν λάβαμε μέχρι σήμερα πειστικές απαντήσεις για την απόφαση του Υπουργείου να υπαναχωρήσει από την πρόταση που το ίδιο εισήγαγε προς ψήφιση.
Στο ίδιο νομοσχέδιο και στο άρθρο 18 προβλέπονταν τα προσόντα για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Ο θεσμός του Ευρωπαίου Εισαγγελέα θεσπίστηκε δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 και το υπό ψήφιση νομοσχέδιο εισήχθη σε εναρμόνιση με τον Κανονισμό. Είναι επίσης γνωστό ότι ο εθνικός νομοθέτης οφείλει να συμμορφώνεται πλήρως με το γράμμα και το πνεύμα του Κανονισμού, ο οποίος έχει άμεση εφαρμογή και υπερτερεί από άποψη τυπικής ισχύος. Σε αντίθετη περίπτωση είναι πρόδηλος ο κίνδυνος να βρεθεί η χώρα μας εκτεθειμένη ενώπιον της Ευρωπαϊκής Ένωσης για παραβίασή του. Ο συγκεκριμένος Κανονισμός, ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις που μπορεί κανείς να διατυπώσει για τις σκοπιμότητες που υπηρετεί στην ουσία του,  ορίζει στο άρθρο 16 παρ. 1 περ. α’, ότι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς διορίζονται όσοι «είναι ενεργά μέλη της εισαγγελικής αρχής ή του δικαστικού σώματος του κράτους μέλους». Επισημάναμε με την από 15-2-2019 ανακοίνωσή μας τους κινδύνους από μια στρεβλή νομοθέτηση, που αναγνωρίζει ότι Έλληνας Ευρωπαίος Εισαγγελέας διορίζεται μόνο από τον Εισαγγελικό κλάδο και εκφράσαμε την αντίθεσή μας τόσο γραπτά όσο και προφορικά κατά την ακρόαση των φορέων στη Βουλή. Το Υπουργείο αγνόησε τις επισημάνσεις μας και προχώρησε στην ψήφιση της συγκεκριμένης διάταξης. Και πάλι δεν εξηγήθηκε ο λόγος της επιμονής σε μια διάταξη που κατάφωρα παραβιάζει τον  Κανονισμό.
Σε ένα νομοσχέδιο δύο αντιφάσεις, δύο αντινομίες. Το θετικό μέτρο, που επικροτείται, αποσύρεται. Το αρνητικό, το προβληματικό, υιοθετείται. Ένα συμπέρασμα σταθερά και διαχρονικά μένει ίδιο: Η ακρόαση των φορέων στη Βουλή γίνεται εντελώς προσχηματικά, χωρίς κανένα απολύτως ουσιαστικό νόημα…

ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Εκπροσώπου Τύπου

Ακριβής Ερμίδου, Υπεύθυνης Διαχείρισης Οικονομικών

 

Τον Φεβρουάριο 2017 συγκροτήθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων νομοπαρασκευαστική επιτροπή για τη σύνταξη νέου Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ΚΟΔΚΔΛ). Μετά από εντατική και συστηματική εργασία η Επιτροπή ολοκλήρωσε το έργο της και τον Δεκέμβριο 2018 παρέδωσε το Σχέδιο του νέου ΚΟΔΚΔΛ μαζί με την Αιτιολογική Έκθεση και ήδη το Υπουργείο έχει ξεκινήσει τις διαδικασίες για την ψήφισή του.

Η Ένωσή μας κατάρτισε έγκαιρα τις αναλυτικές προτάσεις της, τις οποίες έθεσε σε διαβούλευση προς τα μέλη της και τελικά υπέβαλε το αναλυτικό υπόμνημά της στην Επιτροπή, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της Επιτροπής, η ΕΔΕ εκπροσωπήθηκε από τους υπογράφοντες, που μετείχαν ανελλιπώς στις εργασίες της.

Στο κείμενο που ακολουθεί γίνεται προσπάθεια σύντομης παρουσίασης των αλλαγών που επέρχονται στον ΚΟΔΚΔΛ με το Σχέδιο και των θέσεων της ΕΔΕ σε κάθε νέα διάταξη, ενώ παράλληλα θα αναφερθούν και οι προτάσεις της ΕΔΕ, που τελικά δεν υιοθετήθηκαν από την Επιτροπή

Αθήνα, Φεβρουάριος 2019

Άρθρο 2 (άρθρο 2 Σχεδίου)

Το άρθρο αυτό αφορά στην ίδρυση, συγχώνευση, κατάργηση και τον προσδιορισμό της περιφέρειας των δικαστηρίων. Οι μεταβολές αυτές, όταν αφορούν σε πολιτικά-ποινικά δικαστήρια, εξακολουθούν να γίνονται με προεδρικό διάταγμα μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αν αφορά σε εφετείο ή του οικείου εφετείου, αν αφορά σε οποιοδήποτε άλλο δικαστήριο. Εκείνο που προβλέπει για πρώτη φορά το Σχέδιο είναι η προηγούμενη ακρόαση των Δικαστικών Ενώσεων, των δικαστικών υπαλλήλων και του οικείου δικηγορικού συλλόγου από την Ολομέλεια (του αρμόδιου εφετείου), αναγνωρίζοντας τον ιδιαίτερο θεσμικό ρόλο των Δικαστικών Ενώσεων.

Στην παρ. 3 του άρθρου 2 μνημονεύονται τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το αρμόδιο όργανο (Ολομέλεια Αρείου Πάγου ή Εφετείου) προκειμένου να τεκμηριώσει την γνώμη της σχετικά με την ίδρυση, συγχώνευση, κατάργηση, κ.λ.π. δικαστηρίων. Σκοπός της υιοθέτησης των κριτηρίων αυτών, που είναι σύμφωνα και με την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι ο εξορθολογισμός της χωροταξικής οργάνωσης των δικαστηρίων

 

Άρθρο 4 (άρθρο 4 Σχεδίου)

Στο άρθρο 4 δεν επέρχονται ουσιαστικές αλλαγές, αλλά προσαρμόζεται το περιεχόμενό του στις μέχρι σήμερα νομοθετικές εξελίξεις, όπως π.χ. είναι η κατάργηση της δυνατότητας του εισαγγελέα να παρίσταται στα πταισματοδικεία, ενώ η σημερινή παρ. 7, που προβλέπει ίδρυση και λειτουργία ειδικών τμημάτων στα ειρηνοδικεία για την εκδίκαση υποθέσεων του Ν. 3859/2010 (υπερχρεωμένα νοικοκυριά) με απόφαση του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου απαλείφεται, ενόψει του ότι εξέλιπε η επείγουσα ανάγκη που επέβαλε τη θέσπισή της, δεδομένου ότι σήμερα τα περισσότερα ειρηνοδικεία έχουν τροποποιήσει τους κανονισμούς τους και πλέον η ανάγκη για την κατάρτιση ή μη τέτοιων τμημάτων θα πρέπει να κρίνεται από την ολομέλεια του οικείου Ειρηνοδικείου με αντίστοιχη τροποποίηση του κανονισμού. Είναι προφανές ότι με την τελευταία αυτή τροποποίηση (όπως και με σειρά άλλων διατάξεων που αναφερθούν πιο κάτω) ενισχύεται ο ρόλος της ολομέλειας των δικαστηρίων.

 

Άρθρο 6Α (άρθρο 7 Σχεδίου)

Σε σχέση με το άρθρο αυτό (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 7) η ΕΔΕ πρότεινε την ρύθμιση των υπηρεσιών των ειρηνοδικών με πράξη όχι του προέδρου πρωτοδικών, αλλά με πράξη του διευθύνοντος το ειρηνοδικείο της έδρας του πρωτοδικείου, όπου υπάγεται, ώστε να εκδηλώνεται έμπρακτα και σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας ο σεβασμός στο αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων, που προϋποθέτει αποκλεισμό οποιασδήποτε υπηρεσιακής ανάμιξης του ανώτερου δικαστικού σχηματισμού στη λειτουργία του κατώτερου δικαστηρίου. Τελικά λόγω ισοψηφίας και υπερίσχυσης της ψήφου της Προέδρου της Επιτροπής η πρότασή μας αυτή απορρίφθηκε.

 

Άρθρο 7 (άρθρο 8 Σχεδίου)

Μετά από πρόταση της ΕΔΕ, η σημερινή παρ. 2 του άρθρου 7 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 8), που προβλέπει ότι σε περίπτωση κωλύματος του γραμματέα το ειρηνοδικείο συνεδριάζει χωρίς την παρουσία του και ο ειρηνοδίκης τηρεί ο ίδιος τα πρακτικά, καταργείται αφού η υφιστάμενη διάταξη συνιστά υποβάθμιση του ρόλου των ειρηνοδικών, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι πάντοτε δυνατή η αναπλήρωση του γραμματέα που κωλύεται από δικαστικό υπάλληλο από εκείνους που υπηρετούν στην περιφέρεια του πρωτοδικείου κατά το άρθρο 10 παρ. 5 ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ.

 

Άρθρα 8 και 9 (άρθρα 9 και 10 Σχεδίου)

Στο άρθρο 8 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 9) επήλθαν επουσιώδεις αλλαγές και συγκεκριμένα διευρύνθηκε το κώλυμα σύμπραξης στην ίδια διαδικαστική πράξη αφενός στους ενόρκους αφετέρου σε όσους συνδέονται με σύμφωνο συμβίωσης και παράλληλα προβλέφθηκε η δυνατότητα να δίνεται σε δικαστικές αίθουσες το όνομα δικαστικού λειτουργού που διακρίθηκε για τις δικαστικές του αρετές.

Στο άρθρο 9 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 10) διευκρινίζεται στην παρ. 2 ότι η συνδρομή των οργάνων των ενόπλων δυνάμεων στις δικαστικές αρχές μπορεί να ζητηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Άρθρο 10 (άρθρο 11 Σχεδίου)

Το άρθρο 10 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 11) αφορά τα σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία της γραμματείας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών. Εκείνου που αξίζει να αναφερθεί είναι ότι γίνεται σαφής νομοθετική διάκριση μεταξύ «προϊσταμένου της γραμματείας» δικαστικού υπαλλήλου, ο οποίος διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας και δίνει τις αναγκαίες οδηγίες στο προσωπικό της και «δικαστή ή προέδρου του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ή εισαγγελέα που διευθύνει την εισαγγελία» (ή εν συντομία «διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία»), ο οποίος προΐσταται της γραμματείας ως εποπτεύων και δίνει τις αναγκαίες οδηγίες προεχόντως στον προϊστάμενο της γραμματείας για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία αυτής. Σημειώνεται ότι στο τελ. εδ. της νέας παρ. 3 ανατίθενται και νέες αρμοδιότητες στον προϊστάμενο της γραμματείας.

Απαλείφθηκαν οι παρ. 6 και 7 του ισχύοντος σήμερα άρθρου 10 ΚΟΔΚΔΛ που προβλέπουν προσωρινή ανάθεση καθηκόντων γραμματέα σε οποιονδήποτε ημεδαπό πολίτη εφόσον δεν υπάρχει γραμματέας και δεν είναι εφικτή η αναπλήρωσή του.

 

Άρθρο 14 (άρθρο 15 Σχεδίου)

Στο άρθρο 14 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 15) παρ. 2 προστέθηκε περ. ε΄ που προβλέπει ως υποχρεωτική τη σύγκληση της ολομέλειας του δικαστηρίου όταν ζητηθεί από τον προϊστάμενο της γραμματείας μετά από απόφαση της υπηρεσιακής συνέλευσης, που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών της. Με το Σχέδιο του ΚΟΔΚΔΛ η σύγκληση της ολομέλειας του δικαστηρίου στις περιπτώσεις της παρ. 2 πρέπει να γίνεται υποχρεωτικά εντός 15 ημερών. Περαιτέρω, απαλείφθηκε ως περιττή η πρόβλεψη της ισχύουσας σήμερα παρ. 2 για σύγκληση της ολομέλειας του δικαστηρίου από εκείνον που τη ζήτησε, σε περίπτωση αδράνειας του διευθύνοντος το δικαστήριο. Ειδικότερα, η Επιτροπή έκρινε ως περιττή τη σημερινή πρόβλεψη, διότι η σύγκληση της ολομέλειας στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού είναι υποχρεωτική. Ωστόσο, κατά της απάλειψης της πρόβλεψης αυτής τάχθηκε η ΕΔΕ, καθώς και οι εκπρόσωποι των μελών του ΣτΕ, του Εφετείου Αθηνών, της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, με το σκεπτικό ότι με την ισχύουσα σήμερα ρύθμιση εξυπηρετείται η αρχή της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας στον κρίσιμο τομέα της διοίκησης των δικαστηρίων. Με την τελική ρύθμιση του Σχεδίου δεν φαίνεται να δίνεται διέξοδος στο εύλογο αίτημα των προσώπων της παρ. 2 να συγκληθεί και μάλιστα άμεσα η ολομέλεια του δικαστηρίου σε περίπτωση αδράνειας του διευθύνοντος το δικαστήριο.

 

Άρθρο 14Α (άρθρο 16 Σχεδίου)

Το άρθρο 14Α (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 16), που αφορά την σύγκληση και λειτουργία της ολομέλειας της εισαγγελίας, προσαρμόστηκε κατά κύριο λόγο στις αλλαγές που επήλθαν στο ισχύον άρθρο 14 ΚΟΔΚΔΛ, για τις οποίες έγινε λόγος πιο πάνω.

 

Άρθρο 15 (άρθρο 17 Σχεδίου)

Στην παρ. 4 του άρθρου 15 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 17), που αναφέρεται στην εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων διοίκησης σε ορισμένα δικαστήρια, προστέθηκε, μετά από πρόταση της ΕΔΕ, εδάφιο που καθορίζει την ολομέλεια του δικαστηρίου ως το αρμόδιο για τη σύνταξη και οριστικοποίηση του καταλόγου των εκλόγιμων δικαστικών λειτουργών, καθώς και για την επίλυση κάθε επιμέρους ζητήματος σχετιζόμενου με την εκλογική διαδικασία.

Παράλληλα, μετά από πρόταση της ΕΔΕ ρυθμίζεται με ειδικό τρόπο η υποψηφιότητα των μελών του συμβουλίου διεύθυνσης στα ειρηνοδικεία, δεδομένου ότι η ισχύουσα ρύθμιση προκαλεί δυσλειτουργίες, αφού δεν διασαφηνίζεται μ’ αυτήν αν οι αρχαιότεροι ειρηνοδίκες Α΄ Τάξης είναι ή όχι ταυτόχρονα υποψήφιοι τόσο για τη θέση του προέδρου όσο και των μελών του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης. Με τη νέα ρύθμιση της παρ. 4 διευκρινίζεται ότι για την εξεύρεση του αριθμού του ½ των οργανικών θέσεων δεν υπολογίζονται όσοι είναι υποψήφιοι πρόεδροι και παράλληλα προσαρμόζεται στην τροποποίηση αυτή και το εύρος της απαγόρευσης επανεκλογής στην ίδια θέση του ίδιου προσώπου για περισσότερες από δύο θητείες.

Επίσης, μετά από πρόταση της ΕΔΕ αποφασίστηκε η διευκρίνιση στην παρ. 5 ότι η έκπτωση από τη θέση του προέδρου ή του μέλους του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης προϋποθέτει το αμετάκλητο της επιβολής πειθαρχικής ποινής, ώστε να μην κρίνονται πρόωρα ζητήματα σχετιζόμενα με το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων.

Στην παρ. 7 αυξήθηκε ο χρόνος που μπορεί κάθε δικαστής να υπηρετεί στο ίδιο τμήμα, από 4 σε 6 έτη.  

Περαιτέρω, με πρόταση της ΕΔΕ προστέθηκε νέα παράγραφος με αρίθμηση 8, προκειμένου να διευκρινιστεί ότι η υπηρεσιακή χρέωση του δικαστικού λειτουργού (δικαστών και εισαγγελέων) πρέπει να είναι πάντοτε ανάλογη με τον πραγματικό χρόνο υπηρεσίας του εντός του συγκεκριμένου δικαστικού έτους και επομένως η λήψη μακροχρόνιας άδειας (άνω του ενός μηνός) για οποιονδήποτε λόγο (αναρρωτική άδεια ή άδεια ανατροφής τέκνου, κ.λ.π.) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την υπηρεσιακή χρέωση. Αντίστοιχα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η κατάσταση της υγείας του δικαστικού λειτουργού μετά τη λήξη της άδειάς του, δεδομένου ότι η πλήρης ένταξή του στην υπηρεσία (π.χ. η πλήρης ανάρρωση) πολλές φορές απαιτεί την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος.

Στην νέα παρ. 10 του άρθρου διευκρινίστηκε, μετά από πρόταση της ΕΔΕ, ότι στα δικαστήρια, στα οποία δεν διενεργούνται εκλογές για την ανάδειξη μελών τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης, η διοίκηση ασκείται από δικαστικό λειτουργό, η θητεία του οποίου δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 4 έτη, καθώς κρίθηκε ότι οι ίδιοι λόγοι που επιβάλλουν τη χρονικά περιορισμένη θητεία σε δικαστικούς σχηματισμού, όπου διενεργούνται εκλογές για την ανάδειξη του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης, συντρέχουν και σε όσα δικαστήρια η διοίκηση ασκείται από τον αρχαιότερο δικαστή, ενώ μόνο ο διαφορετικός τρόπος ορισμού του διευθύνοντος το δικαστήριο δεν δικαιολογεί διαφοροποίηση ως προς τη διάρκεια της θητείας του.

Στα πλαίσια συζήτησης για την αναμόρφωση του ισχύοντος σήμερα άρθρου 15 ΚΟΔΚΔΛ (άρθρο 17 του Σχεδίου) προτάθηκε από την ΕΔΕ η κατάργηση της δυνατότητας επανεκλογής του ίδιου προσώπου ως προέδρου ή τακτικού μέλους συμβουλίου διεύθυνσης δικαστηρίου στον ίδιο βαθμό, προκειμένου να αποδεσμευτεί ο πρόεδρος και τα μέλη της διοίκηση των δικαστηρίων από την «πίεση» να ενεργούν πράξεις με σκοπό την επανεκλογή τους και να μειωθεί ο κίνδυνος δημιουργίας ομάδων και «φίλων» της διοίκησης και διχασμού των συναδέλφων. Η πρότασή μας αυτή ψηφίστηκε από τους εκπροσώπους του Αρείου Πάγου, της Ένωσης Εισαγγελέων και των δικαστικών υπαλλήλων, ενώ καταψηφίστηκε από τα υπόλοιπα μέλη τη Επιτροπής.

Άρθρο 17 (άρθρα 19, 20 και 21 Σχεδίου)

Το περιεχόμενο του ισχύοντος σήμερα άρθρου 17 ΚΟΔΚΔΛ ρυθμίζεται στο Σχέδιο σε τρία (3) άρθρα, ήτοι στα άρθρα 19 (που αφορά στους κανονισμούς εσωτερικής υπηρεσίας), 20 (που αφορά στις κληρώσεις των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων) και 21 (στις κληρώσεις των συνθέσεων σε υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων). Οι διατάξεις των νέων άρθρων 20 και 21 του Σχεδίου διατηρούν ακέραιες τις σημερινές προβλέψεις του άρθρου 17 κεφ. Β΄ και Γ΄ ΚΟΔΚΔΛ.

Σε σχέση με τις ρυθμίσεις του άρθρου 19 του Σχεδίου (που αποτυπώνει τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του ισχύοντος Κεφαλαίου Α του άρθρου 17 ΚΟΔΚΔΛ) διαπιστώθηκε από την Επιτροπή ότι η αρχή του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, που ερείδεται στη συνταγματική αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, είχε κατά την εφαρμογή της στην πράξη επιτυχημένα αποτελέσματα όσον αφορά την αποδοτικότερη άσκηση της δικαιοσύνης και για το λόγο αυτό και με δεδομένο ότι ο κανονισμός αποτελεί αμιγώς εσωτερικό ζήτημα των δικαστηρίων και εισαγγελιών διατηρήθηκαν κατά βάση οι διατάξεις του ισχύοντος σήμερα ΚΟΔΚΔΛ με ορισμένες διαφοροποιήσεις, που ενισχύουν το αυτοδιοίκητο. Στην παρ. 4 του νέου άρθρου 17 ΚΟΔΚΔΛ ορίζονται τα πρόσωπα που μπορούν να ζητήσουν την σύνταξη, συμπλήρωση, τροποποίηση ή αντικατάσταση κανονισμού. Το Σχέδιο στα πλαίσια της απόφασης της Επιτροπής για δραστικό περιορισμό των αρμοδιοτήτων του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε θέματα που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία της δικαιοσύνης απάλειψε την σημερινή πρόβλεψη για σχετικό δικαίωμα του Υπουργού. Στην παρ. 5 του νέου άρθρου 19 του Σχεδίου ορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο κάθε κανονισμού και τα κριτήρια για την ορθολογική οργάνωση των δικαστηρίων και την κατανομή των υποθέσεων ανά τμήμα ή ανά δικαστικό λειτουργό με κύριο γνώμονα την ποιοτική άσκηση του δικαιοδοτικού έργου, λαμβανομένης υπόψη της «φέρουσας ικανότητας» κάθε δικαστηρίου και των δικαστικών λειτουργών. Σύμφωνη με την επιλογή αυτή της Επιτροπής είναι και η κατάργηση της υφιστάμενης σήμερα πρόβλεψης στο άρθρο 17 Κεφ. Α΄, παρ. 5 για τον εύλογο χρόνο προσδιορισμού δικασίμου, που γίνεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες και δυνατότητες κάθε δικαστηρίου. Στην παρ. 7 διατηρείται η υποχρέωση υποβολής των κανονισμών στις Ολομέλειες των οικείων Ανώτατων Δικαστηρίων, οι οποίες ενόψει του θεσμικού τους ρόλου είναι οι αρμόδιες να προβούν σε έλεγχο αυτών, κριθέντος ότι η εποπτεία από οποιοδήποτε άλλο όργανο θίγει τον πυρήνα του αυτοδιοίκητου. Πλην, όμως, μετά από αίτημα και επιμονή της ΕΔΕ καταργήθηκε η αναγνωριζόμενη σήμερα δυνατότητα των Ανωτάτων Δικαστηρίων να συμπληρώνουν, τροποποιούν και ακυρώνουν τις τροποποιήσεις που αποφάσισαν οι ολομέλειας των δικαστηρίων, διότι θεωρείται πλήγμα στο αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων. Έτσι, με τη νέα διάταξη του άρθρου 17 παρ. 7 του Σχεδίου το Ανώτατο Δικαστήριο έχει δικαίωμα μόνο αναπομπής του κανονισμού στην ολομέλεια του δικαστηρίου, χωρίς δυνατότητα διαμόρφωσης του ουσιαστικού του περιεχομένου. Εδώ τονίζουμε μόνο ότι η αρχική πρόταση της ΕΔΕ περιόριζε την αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αναπομπή μόνο σε περίπτωση τυπικής παράλειψης κατά τη διαδικασία τροποποίησης του κανονισμού.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διάταξη της παρ. 5 περ. β΄ του νέου άρθρου 17 του Σχεδίου που ορίζει ότι οι ρυθμίσεις του κανονισμού ως προς τον τρόπο χρέωσης των υποθέσεων πρέπει να «διασφαλίζουν την ποιοτική και αποδοτική άσκηση του δικαιοδοτικού έργου, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών κάθε δικαστηρίου και εισαγγελίας και της στελέχωσης αυτών». Επομένως, η νομοθετική αυτή πρόβλεψη δεσμεύει τόσο τις ολομέλειες των δικαστηρίων κατά την σύνταξη και τροποποίηση των κανονισμών και των διευθύνοντα το δικαστήριο κατά την κατανομή των υποθέσεων ανά τμήμα και δικαστή όσο και το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την έγκριση ή αναπομπή των τροποποιήσεων των κανονισμών.

Άρθρο 18 (άρθρο 22 Σχεδίου)

Το άρθρο 18 παρ. 1 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 22 παρ. 1) αφορά στα δικαστικά καταστήματα. Στο Σχέδιο διευκρινίζεται το αυτονόητο, ότι η δικαιοσύνη πρέπει να απονέμεται σε χώρους και υπό συνθήκες που συνάδουν με τη σημασία της ύψιστης πολιτειακής λειτουργίας και που διασφαλίζουν τον σεβασμό στην αξιοπρέπεια όλων αδιακρίτως των συμμετεχόντων, με έμφαση στην ευχερή πρόσβαση των ατόμων με προβλήματα κινητικότητας, σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις και τάσεις στον τομέα της χωροταξίας και της οργάνωσης των δικαστηρίων. Όπως ρητά αναφέρεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου, η διακήρυξη αυτή δεν αποτελεί απλό ευχολόγιο, αλλά μεταξύ άλλων υποχρεώνει την κανονιστική Διοίκηση να ορίζει κατάλληλο δικαστικό κατάστημα.

 

Άρθρο 20 (άρθρο 24 Σχεδίου)

Τα προβλεπόμενα στο άρθρο 20 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 24) γραφεία έρευνας και νομολογίας αναβαθμίζονται σε γραφεία έρευνας, νομολογίας και δικαστικής ιστορίας και έχουν επιπλέον αρμοδιότητες για τη συλλογή, αρχειοθέτηση και διαφύλαξη κάθε πρόσφορου στοιχείου, που αφορά στη δικαστική ιστορία.

 

Άρθρο 21 (άρθρο 25 Σχεδίου)

Το άρθρο 21 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 25) ορίζει ότι εκτός της ήδη προβλεπόμενης επίθεσης υπηρεσιακής σφραγίδας ως προϋπόθεσης για την εγκυρότητα των δικαστικών εγγράφων υπάρχει η δυνατότητα χρήσης ψηφιακής υπογραφής.

 

Άρθρο 22 (άρθρο 26 Σχεδίου)

Το άρθρο 22 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 26) επιδιώκει με τη νέα του μορφή να συμβάλει στον εκσυγχρονισμό των διαδικασιών και τον περιορισμό της γραφειοκρατίας μέσω της χρήσης τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών, με απώτατο στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη.

 

Άρθρο 23 (άρθρο 27 Σχεδίου)

Στο άρθρο 23 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 27), το οποίο περιέχει ειδικές ρυθμίσεις για τον Άρειο Πάγο, απαλείφονται οι ρυθμίσεις που αφορούν στην κατανομή των υποθέσεων στα ποινικά τμήματα του Αρείου Πάγου και παραμένει μόνο η εξουσιοδοτική διάταξη, ώστε η κατανομή των αιτήσεων αναίρεσης στα Τμήματα να ρυθμίζεται από τον κανονιστικό νομοθέτη. Επίσης, στην παρ. 6 απαλείφεται η δυνατότητα αναπλήρωσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από αρεοπαγίτη, διότι ο προβλεπόμενος αριθμός οργανικών θέσεων αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου είναι επαρκής σε κάθε περίπτωση.

 

Άρθρο 26 (άρθρο 30 Σχεδίου)

Το άρθρο 26 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 30) διατήρησε κατά βάση το σημερινό του περιεχόμενο με βελτιώσεις στην ορολογία προς άρση ερμηνευτικών αμφιβολιών που ανέκυψαν κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής. Επίσης, με τη νέα διατύπωση της διάταξης αυτής γίνεται σαφές ότι απαιτείται προεδρικό διάταγμα και για τον ορισμό δικαστών ανηλίκων σε πολυμελή δικαστήρια. Στα πλαίσια των συζητήσεων για την αναμόρφωση του περιεχομένου του άρθρου 26 ΚΟΔΚΔΛ, η ΕΔΕ πρότεινε την αντιστροφή της αρμοδιότητας που αναγνωρίζει η σημερινή διάταξη στον διευθύνοντα το δικαστήριο και στον εισαγγελέα εφετών για τον ορισμό ανακριτών και δικαστών ανηλίκων, καθώς η διάταξη αυτή υπό τη σημερινή της μορφή πλήττει κατά ένα σημαντικό μέρος το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων. Ειδικότερα προτάθηκε ο ορισμός των ανακριτών και των δικαστών ανηλίκων να γίνεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από γνώμη (προφανώς όχι κατ’ ανάγκη σύμφωνη) του εισαγγελέα εφετών και πρόταση του συμβουλίου ή του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Η θέση αυτή της ΕΔΕ δεν υπερψηφίστηκε από τα μέλη της Επιτροπής.

 

Άρθρο 27 (άρθρο 31 Σχεδίου)

Το άρθρο 27 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 31) αφορά στον καθορισμό των (πολιτικών και ποινικών) υποθέσεων που εκδικάζονται κατά την περίοδο των δικαστικών διακοπών. Από την παρ. 3 του νέου άρθρου 31 του Σχεδίου απαλείφονται τα δύο τελευταία εδάφια που προβλέπουν σήμερα αρμοδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να ζητήσει από ανώτερο δικαστήριο την τροποποίηση ή συμπλήρωση ή ακύρωση της απόφασης της ολομέλειας ενός δικαστηρίου σχετικά με την κατάρτιση των τμημάτων που θα λειτουργήσουν κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Όπως ήδη αναφέρθηκε η διάταξη αυτή (όπως και πολλές άλλες) αποτυπώνουν την επιλογή της Επιτροπής να απαλείψει ισχύουσες ρυθμίσεις που αναγνωρίζουν δικαίωμα του Υπουργού να παρεμβαίνει στη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Παράλληλα, απαλείφεται και η ισχύουσα σήμερα παρ. 5 του άρθρου 27 ΚΟΔΚΔΛ, που προβλέπει την υποχρέωση δήλωσης του τόπου διακοπών των δικαστικών λειτουργών, η οποία ενόψει και της σύγχρονης τεχνολογίας έχει περιπέσει σε αχρησία. Τέλος, το άρθρο αυτό προσαρμόζεται στις νομοθετικές μεταβολές στον ΚΠΔ και ειδικότερα στην πρόβλεψη πλέον αίτησης ακύρωσης της διαδικασίας και επί κακουργημάτων (άρθρο 435 ΚΠΔ).

Σημειώνεται εδώ ότι ο εκπρόσωπος της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του ΣτΕ πρότεινε τη δραστική μείωση των δικαστικών διακοπών και την παράταση του χρόνου λειτουργίας των δικαστηρίων. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από το σύνολο των μελών της Επιτροπής.

Άρθρα 37 και 38 (άρθρα 45 και 46 Σχεδίου)

Τα άρθρα αυτά (που στο Σχέδιο έλαβαν αρίθμηση 45 και 46 αντίστοιχα) που αφορούν στα κωλύματα διορισμού ως δικαστικού λειτουργού και στην άρση αυτών προσαρμόστηκαν στις σύγχρονες αντιλήψεις για πλήρη και ουσιαστικό σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας και έτσι απαλείφεται το εδ. α΄ της παρ. 1 του ισχύοντος σήμερα άρθρου 38 ΚΟΔΚΔΛ και αντίστοιχα προστίθεται στην περ. ι΄ της παρ. 1 του άρθρου ισχύοντος σήμερα άρθρου 38 ΚΟΔΚΔΛ σχετική πρόβλεψη, ώστε το κώλυμα διορισμού ως δικαστικού λειτουργού να αίρεται σε περίπτωση αμετάκλητης οριστικής παύσης της ποινική δίωξης λόγω παραγραφής του εγκλήματος.

 

Άρθρο 40 (άρθρο 48 Σχεδίου)

Καταργείται ως αναχρονιστική η σημερινή παρ. 4 του άρθρου 40 ΚΟΔΚΔΛ, που προβλέπει ουσιαστικά άδεια του διευθύνοντος το δικαστήριο για την απομάκρυνση του δικαστικού λειτουργού από την έδρα του κατά της ημέρες αργίας, σύμφωνα με την πρόταση της ΕΔΕ. Αντίθετα, δεν έγινε δεκτή η πρότασή μας για κατάργηση της (ομοίως αναχρονιστικής) παρ. 3 του άρθρου 40 ΚΟΔΚΔΛ, που προβλέπει ότι ο δικαστικός λειτουργός οφείλει να διαμένει στην πόλη, όπου είναι η έδρα του δικαστηρίου, στο οποίο υπηρετεί η σε προάστιό της.

 

Άρθρο 42 (άρθρο 50 Σχεδίου)

Το άρθρο 42 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 50) αφορά στα κωλύματα εντοπιότητας κατά την τοποθέτηση ή μετάθεσή τους σε ορισμένη δικαστική περιφέρεια. Με το Σχέδιο έγινε προσπάθεια εξορθολογισμού των σχετικών διατάξεων και προσαρμογής τους στις σύγχρονες συνθήκες και ανάγκες. Ειδικότερα, απαλείφθηκε από τις δύο πρώτες παραγράφους ο τόπος γέννησης του δικαστικού λειτουργού ως λόγος κωλύματος υπηρέτησής του σε ορισμένο δικαστήριο, διότι κρίθηκε ότι ο ιδιαίτερος δεσμός του δικαστικού λειτουργού με ορισμένο τόπο, που μπορεί να επηρεάσει την άσκηση των καθηκόντων του, δεν μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στο τυχαίο γεγονός της γέννησής του σε ορισμένο τόπο, χωρίς τη συνδρομή άλλου πρόσθετου στοιχείου. Παράλληλα, γίνεται προσπάθεια ορθολογικής αντιμετώπισης των κωλυμάτων εντοπιότητας λαμβάνοντας υπόψη πληθυσμιακά κριτήρια, καθώς και τις ανάγκες λειτουργίας των μικρότερων σε αριθμό υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών δικαστηρίων. Επίσης, στην παρ. 2 το χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα υπολογιστεί η 3ετής εγκατάσταση του δικαστικού λειτουργού ή του/της συζύγου του μειώνεται από 10 σε 5 έτη, μετά από πρόταση της ΕΔΕ, ώστε να περιοριστεί σε λογικά πλαίσια το σχετικό κώλυμα. Τέλος, διευκρινίζεται ότι τα κωλύματα εντοπιότητας εκ της εξ αγχιστείας συγγένειας ισχύουν μόνο κατά τη διάρκεια του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης και δεν διατηρούνται μετά την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή τη λύση του συμφώνου συμβίωσης.

Εδώ τονίζεται ότι η πρόταση της ΕΔΕ, που τελικά δεν υιοθετήθηκε από την Επιτροπή, ήταν οι εξαιρέσεις της παρ. 4 από τα κωλύματα εντοπιότητας να επεκταθούν (πέρα από τις υφιστάμενες σήμερα εξαιρέσεις στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιά, Πάτρα, Ηράκλειο, Λάρισα, Βόλο, Ιωάννινα, Χανιά και Ρόδο) και στις εξής πόλεις: Τρίκαλα, Χαλκίδα, Σέρρες, Αλεξανδρούπολη, Ξάνθη, Κατερίνη, Καλαμάτα, Καβάλα, Αγρίνιο, Λαμία και Κομοτηνή.

Άρθρο 43 (άρθρο 51 Σχεδίου)

Απαλείφεται ως μη σκόπιμη η προβλεπόμενη στην παρ. 3 του άρθρου 43 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 51) επιβολή περικοπής μισθού σε δικαστικό λειτουργό λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης παράδοσης σχεδίων αποφάσεων και δικογραφιών που του ανατίθενται προς επεξεργασίας, καθώς και λόγω αδικαιολόγητης μη συμμετοχής στις συνεδριάσεις των οργάνων του δικαστηρίου ή της αδικαιολόγητης μη εκτέλεσης υπηρεσίας που του ανατέθηκε αρμοδίως διότι συνιστά άσκηση οιονεί πειθαρχικής εξουσίας, κατά παρέκκλιση από τα ουσιαστικά και δικονομικά εχέγγυα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 90 επ. ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ για την εν γένει απόδοση πειθαρχικών ευθυνών σε δικαστικούς λειτουργούς. Στην παρ. 8 προστίθεται εδ. β΄, κατά το οποίο τα οδοιπορικά έξοδα και η ημερήσια αποζημίωση καταβάλλονται εντός μηνός από την εκτέλεση της υπηρεσίας. Αυτό κρίθηκε αναγκαίο προκειμένου να μην καθυστερεί υπέρμετρα η καταβολή των ως άνω εξόδων και αποζημιώσεων, δεδομένου ότι οι δικαστικοί λειτουργοί, που μετακινούνται εκτός έδρας, προκαταβάλλουν όλα τα έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση της υπηρεσίας αυτής.

 

Άρθρο 52 Σχεδίου (νέα διάταξη)

Το άρθρο 52 του Σχεδίου αποτελεί νέα διάταξη, με την οποία αφενός θεσπίζεται εξαίρεση των δικαστικών λειτουργών από την αυτόφωρη διαδικασία επί πλημμελημάτων σε εναρμόνιση με τα ισχύοντα για άλλες κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων (π.χ. δικηγόροι, αστυνομικά όργανα), αλλά και προς προστασία των δικαστικών λειτουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους από καταχρηστικές απόπειρες παρέλκυσης της δίκης και προς διασφάλιση της ομαλής περάτωσης αυτής αφετέρου εκδηλώνεται η μέριμνα της Πολιτείας για τις οικογένειες των δικαστικών λειτουργών, θυμάτων εγκληματικών ή τρομοκρατικών ενεργειών και η αναγνώριση της προσφοράς τους με σεβασμό στο δημόσιο συμφέρον, κατ’ αναλογία προς τα προβλεπόμενα για άλλες κατηγορίες θυμάτων τέτοιων ενεργειών.

 

Άρθρο 44 (άρθρα 53 και 54 Σχεδίου)

Οι διατάξεις του άρθρου 44 ΚΟΔΚΔΛ σχετικά με τις κανονικές άδειες των δικαστικών λειτουργών επαναλαμβάνονται στο νέο άρθρο 53 του Σχεδίου, ενώ οι διατάξεις σχετικά με την άδεια κύησης, λοχείας και ανατροφής τέκνου προβλέπονται σε ειδικό άρθρο (άρθρο 54 του Σχεδίου). Σε σχέση με το καθεστώς των κανονικών αδειών παρατηρείται ότι επαναλαμβάνονται κατά βάση οι ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 44 ΚΟΔΚΔΛ. Πάντως, προς αποσυμφόρηση των υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από τη γραφειοκρατία για ήσσονος σημασίας και περιορισμένης διάρκειας άδειες απουσίας δικαστικών λειτουργών, οι σχετικές αρμοδιότητες ανατίθενται (με τις παρ. 6 και 12) στους διευθύνοντες τα οικεία δικαστήρια και εισαγγελίες.

Σημαντική αλλαγή συνιστά η (κατά πρόταση της ΕΔΕ) κατάργηση της προβλεπόμενης σήμερα δυνατότητας στέρησης του δικαιώματος του δικαστικού λειτουργού να κάνει χρήση των δικαστικών διακοπών ή κανονικής άδειας, εφόσον κατά την κρίση του διευθύνοντος το δικαστήριο υπάρχει κίνδυνος ουσιώδους καθυστέρησης στην έκδοση αποφάσεων ή βουλευμάτων σε επείγουσες υποθέσεις. Η διάταξη αυτή επικρίθηκε εξαρχής ως αντισυνταγματική, αφού υποκρύπτει στην πραγματικότητα επιβολή πειθαρχικής ποινής.

Αναδιατυπώθηκε η διάταξη της παρ. 17 του άρθρου 44 ΚΟΔΚΔΛ (η οποία στο Σχέδιο περιλήφθηκε στην παρ. 12 του άρθρου 53) και συγκεκριμένα η ανάκληση κανονικής άδειας δικαστικού λειτουργού δεν γίνεται απευθείας από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά από τον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία, μετά από αίτημα του Υπουργού. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι η ΕΔΕ εξέφρασε την άποψη ότι έπρεπε να καταργηθεί (και όχι να αναμορφωθεί) η διάταξη αυτή.

Στο άρθρο 54 του Σχεδίου επαναλαμβάνονται κατά βάση οι ισχύουσες σήμερα διατάξεις για τις άδειες μητρότητας και ανατροφής τέκνων υπό τον νέο τίτλο «άδειες κύησης, λοχείας και ανατροφής τέκνου». Οι άδειες αυτές θα χορηγούνται από τον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία. Καταργείται κατά πρόταση της ΕΔΕ η σημερινή διάταξη της παρ. 24 του άρθρου 44 ΚΟΔΚΔΛ, που ορίζει ότι σε περίπτωση που ο σύζυγος δικαστικού λειτουργού δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο δικαστικός λειτουργός δεν δικαιούται να κάνει χρήση της άδειας ανατροφής τέκνου, διάταξη που κρίθηκε ότι αντίκειται στο άρθρο 21 παρ. 1 Συντ.

Εδώ αξίζει να τονιστεί ότι ο εκπρόσωπος της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του ΣτΕ πρότεινε τον περιορισμό του συνολικού χρόνου διάρκειας της άδειας κύησης-λοχείας-ανατροφής τέκνου και παράλληλα την πρόβλεψη δυνατότητας του διευθύνοντος το οικείο δικαστήριο να χορηγήσει την άδεια ανατροφής τέκνου σε πολύ μεταγενέστερο του τοκετού χρόνο. Η πρόταση αυτή αποκρούστηκε από το σύνολο των μελών της Επιτροπής, μεταξύ των οποίων και οι εκπρόσωποι της ΕΔΕ, που επιχειρηματολόγησαν υπέρ της διατήρησης του υφιστάμενου σε σχέση με τα ζητήματα αυτά καθεστώτος, τονίζοντας τον ιδιαίτερο σκοπό που υπηρετούν οι άδειες αυτές.

Άρθρο 46 (άρθρο 56 Σχεδίου)

Με τις διατάξεις του άρθρου 56 του Σχεδίου (αντίστοιχου του άρθρου 46 ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ) επιδιώκεται ο εκσυγχρονισμός του θεσμού των εκπαιδευτικών αδειών. Ειδικότερα, αυξάνεται το ανώτατο όριο ηλικίας των δικαστικών λειτουργών που έχουν τη δυνατότητα επιμόρφωσης από 45 στα 55 έτη, λαμβανομένου υπόψη και της αύξησης του μέσου όρου ηλικίας εισόδου στο δικαστικό σώμα. Καταργείται η προβλεπόμενη σήμερα (στην παρ. 3 του άρθρου 46 ΚΟΔΚΔΛ) δυνατότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να διαφωνήσει με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου σχετικά με τη χορήγηση εκπαιδευτικής άδειας.

 

Άρθρο 57 Σχεδίου (νέα διάταξη)

Το άρθρο 57 προστέθηκε στο Σχέδιο προκειμένου να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες που παρέχει το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικαστικής Εκπαίδευσης για την παρακολούθηση προγραμμάτων επιμόρφωσης από δικαστικούς λειτουργούς, με σκοπό την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της χώρας μας στην ευρωπαϊκή δικαστική εκπαίδευση. Παράλληλα, προβλέπονται δυνατότητες συμμετοχής σε ποικίλες δραστηριότητες διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών καθώς και παρακολούθησης των εργασιών των ευρωπαϊκών δικαστηρίων και του ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου.

 

Άρθρο 47 (άρθρο 58 Σχεδίου)

Το άρθρο 58 του Σχεδίου επαναλαμβάνει κατά βάση τις ρυθμίσεις του ισχύοντος σήμερα άρθρου 47 ΚΟΔΚΔΛ, με ορισμένες νομοτεχνικές βελτιώσεις και διευκρινίσεις. Ενόψει της διαπίστωσης αντίθετης πρακτικής σε ορισμένα δικαστήρια κρίθηκε αναγκαίο να τεθεί στη νέα διάταξη ρητά στην περ. στ΄ της παρ. 3 η αυτονόητη προσθήκη ότι το δικαίωμα του δικαστικού λειτουργού να λαμβάνει γνώση του ατομικού φακέλου εμπεριέχει και το δικαίωμα να λαμβάνει αντίγραφα, με φωτοτυπία ή μα κάθε άλλο μηχανικό μέσο, χωρίς την ανάγκη οποιασδήποτε προηγούμενης άδειας προς τούτο, όλων των στοιχείων του φακέλου, περιλαμβανομένων και των στοιχείων που αφορούν στην επιθεώρηση αυτού ή σε πειθαρχικές διαδικασίες. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η απαγόρευση ανακοίνωσης των στοιχείων του φακέλου δικαστικού λειτουργού σε άλλα πρόσωπα, πλην των ρητώς αναφερόμενων, αφορά σε όλα τα στοιχεία του ατομικού φακέλου, ήτοι και στις εκθέσεις επιθεώρησης.

 

Άρθρο 49 (άρθρο 60 Σχεδίου)

Στο άρθρο 60 του Σχεδίου (αντίστοιχο του ισχύοντος σήμερα άρθρου 49 ΚΟΔΚΔΛ), που αφορά στις τοποθετήσεις και προαγωγές των δικαστικών λειτουργών επέρχονται σημαντικές αλλαγές κυρίως στον τρόπο επιλογής των δικαστικών λειτουργών των Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Ενόψει του ενιαίου των οργανικών θέσεων των ειρηνοδικών, που έχει ως συνέπεια την προαγωγή τους από μία τάξη στην αμέσως επόμενη με τη συμπλήρωση των προβλεπόμενων στο νόμο ετών υπηρεσίας και προκειμένου να εξαλειφθούν ανισότητες και αδικίες που ενδέχεται να δημιουργηθούν ανάμεσα στους ειρηνοδίκες και στους λοιπούς δικαστικούς λειτουργού εκ του λόγου ότι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και η έκδοση του σχετικού προεδρικού διατάγματος προαγωγής τους μπορεί να απέχει χρονικά από τη συμπλήρωση του απαιτούμενου για την προαγωγή χρόνου υπηρεσίας, στη διάταξη της παρ. 2 εδ. β΄ γίνεται προσθήκη, σύμφωνα με την οποία οι προαγωγές των ειρηνοδικών ανατρέχουν στο χρόνο κατά τον οποίο συμπληρώνουν τα απαιτούμενα έτη υπηρεσίας για την προαγωγή τους στο επόμενο βαθμό.

Με τη νέα διάταξη της παρ. 3 καταργείται η ισχύουσα σήμερα διαδικασία προεπιλογής από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των υποψήφιων για προαγωγή στο βαθμό του Προέδρου, Εισαγγελέα, Γενικού Επιτρόπου και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, καθώς και παροχής από τη Διάσκεψη των προέδρων της Βουλής γνώμης στο Υπουργικό Συμβούλιο σχετικά με αυτούς. Και τούτο ενόψει του ότι κρίθηκε από τις διοικητικές ολομέλειας του ΣτΕ και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι στη διαδικασία επιλογής των πιο πάνω ανώτατων δικαστικών λειτουργών δεν επιτρέπεται η συμμετοχή οργάνων της νομοθετικής λειτουργίας (βλ. ενδεικτικά Πρακτικά Διοικητικής Ολομέλειας ΣτΕ 2/2010 και Πρακτικά 13ης Γενικής Συνέλευσης Ολομέλειας Ελεγκτικού Συνεδρίου της 29ης Ιουνίου 2015).

Η Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη ότι ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας (Προέδρου, Εισαγγελέα και Αντιπροέδρων) αποτελεί ουσιώδη εγγύησης της δικαστικής ανεξαρτησίας και θεμελιώδες στοιχείο της ορθολογικής οργάνωσης της Δικαιοσύνης και με δεδομένο ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 Συντάγματος, ως εισάγουσα εξαίρεση σε σχέση με τη διάκριση των εξουσιών και δικαστική ανεξαρτησία, είναι στενώς ερμηνευτέα και δεν έχει την έννοια ότι παρέχει στην εκτελεστική εξουσία τη δυνατότητα να επιλέγει την ηγεσία των Ανωτάτων Δικαστηρίων κατ’ απόλυτη διακριτική ευχέρεια, χωρίς σαφή και ρητά κριτήρια, επανακαθόρισε τα κριτήρια επιλογής των Ανώτατων αυτών Δικαστικών Λειτουργών. Η νέα διάταξη περιορίζει σημαντικά τον κύκλο των δικαστικών λειτουργών από τους οποίους μπορεί να επιλεγούν οι πιο πάνω Ανώτατοι Δικαστικοί Λειτουργοί, με σεβασμό και τήρηση της αρχαιότητας, ως θεμελιώδους αρχής επί τη βάσει της οποίας διαμορφώνονται κατά το νόμο και την πάγια δικαστική παράδοση οι μεταξύ δικαστικών λειτουργών υπηρεσιακές σχέσεις καθ’ όλη της διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, χωρίς ωστόσο να εξουδετερώνεται η διακριτική ευχέρεια του Υπουργικού Συμβουλίου. Ειδικότερα, κατά το Σχέδιο η επιλογή γίνεται μεταξύ των 6 αρχαιοτέρων από τους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν τα τυπικά προσόντα, όταν η προς πλήρωση θέση είναι μία, ενώ για κάθε επιπλέον θέση ο αριθμός των υποψηφίων προς επιλογή αυξάνεται κατά δύο.

Σε σχέση με το άρθρο 49 ΚΟΔΚΔΛ η ΕΔΕ πρότεινε να τροποποιηθεί ουσιωδώς η υφιστάμενη παρ. 9, που αφορά στην παράλειψη από προαγωγή λόγω καθυστέρησης στην δημοσίευση και θεώρηση αποφάσεων. Ειδικότερα, πρότεινε να καταργηθεί το εδ. α΄ της διάταξης αυτής και να τεθεί η ακόλουθη διάταξη «Δεν αποτελεί λόγο παράλειψης από την προαγωγή στον επόμενο βαθμό η καθυστέρηση στη δημοσίευση και θεώρηση αποφάσεων που εκδίδει ο δικαστής, καθώς και η επεξεργασία δικογραφιών από τον εισαγγελικό λειτουργό, παρά μόνο με ειδική αιτιολογία του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου» και παράλληλα να τεθεί νέο εδάφιο ως εξής «Δεν είναι αδικαιολόγητη η καθυστέρηση που οφείλεται στην ιδιαίτερη δυσκολία ή στον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που χειρίζεται ο δικαστικός λειτουργός». Δικαιολογητικός λόγος για την πρόταση της πιο πάνω μεταβολής είναι οι προφανείς αδικίες στις οποίες μπορεί να οδηγήσει η υφιστάμενη σήμερα ρύθμιση, που έχει απόλυτο χαρακτήρα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η βαρύτητα των υποθέσεων που επεξεργάζεται ο δικαστικός λειτουργός. Τελικά η πρότασή μας αυτή δεν υιοθετήθηκε από την Επιτροπή.

Άρθρο 50 (άρθρο 61 Σχεδίου)

Σημαντική αλλαγή επέρχεται στο καθεστώς συνυπηρέτησης δικαστικών λειτουργών με συζύγους ή συνδεόμενους με σύμφωνο συμβίωσης. Ειδικότερα, με πρόταση της ΕΔΕ αναδιατυπώθηκε η παρ. 5, ώστε να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο η συνυπηρέτηση δικαστικού λειτουργού με σύζυγο ή μέρος συμφώνου συμβίωσης δημόσιο υπάλληλο ή υπάλληλο νπδδ, κατ’ αναλογία όσων ισχύουν σε άλλους κλάδους εργαζομένων στο Δημόσιο.

Παράλληλα, η ΕΔΕ πρότεινε την προσθήκη εδαφίου στην παρ. 3 με το εξής περιεχόμενο: «η απόφαση για την τοποθέτηση ή την μετάθεση δικαστικών λειτουργών λαμβάνεται με βάση την αρχαιότητα. Κατ’ εξαίρεση και για θέσεις που δεν υπερβαίνουν το 10% των κρινομένων επιτρέπεται η παρά την αρχαιότητα μετάθεση ή τοποθέτηση για κοινωνικούς λόγους, ιδίως για λόγους υγείας, συνυπηρέτησης και οικογενειακούς λόγους. Μετάθεση ή τοποθέτηση σε θέση καθ’ υπέρβαση των οργανικών θέσεων αποκλείεται». Η πρόταση αυτή της ΕΔΕ σεβόμενη πλήρως την θεμελιώδη αρχή της αρχαιότητας, η οποία αποτέλεσε βάση για τη διαμόρφωση του νέου τρόπου επιλογής των Ανωτάτων Δικαστικών Λειτουργών (κατά το άρθρο 60 του Σχεδίου, για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω), πρότεινε μία διαφανή και δίκαιη διαδικασία μεταθέσεων και τοποθετήσεων των δικαστικών λειτουργών. Τελικά, με οριακή πλειοψηφία και μετά από έντονες συζητήσεις η Επιτροπή δεν υιοθέτησε την πρότασή μας.

Άρθρο 51 (άρθρο 62 Σχεδίου)

Στο άρθρο 62 του Σχεδίου (αντίστοιχο του ισχύοντος σήμερα άρθρου 51 ΚΟΔΚΔΛ) προστέθηκε νέα παρ. 7, με υιοθέτηση της σχετικής πρότασης της ΕΔΕ, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το απαράδεκτο φαινόμενο της καθυστέρησης καταβολής στους δικαστικούς λειτουργούς των ποσών που οφείλονται σε αυτούς για τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό υπηρεσιακές μετακινήσεις.

 

Άρθρο 63 Σχεδίου (νέα διάταξη)

Στο άρθρο 63 του Σχεδίου συγκεντρώθηκαν ισχύουσες διατάξεις, αλλά και εντάχθηκαν νέες ρυθμίσεις σχετικά με τη συμμετοχή δικαστών σε διεθνή και ευρωπαϊκά όργανα. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού η ανάθεση των καθηκόντων εκπροσώπησης της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς γίνεται με σεβασμό στην αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας και με βάση τις σχετικές εγγυήσεις, ήτοι μετά από προηγούμενη κρίση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και σε ορισμένες περιπτώσεις του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία. Σημειώνεται ότι με τις νέες ρυθμίσεις καλύπτεται ένα κενό της νομοθεσίας μας σχετικά με θέσεις δικαστών μερικής απασχόλησης σε διεθνή όργανα ή που έχουν δημιουργηθεί σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς και οι οποίες μπορεί να καταλαμβάνονται και από δικαστικούς λειτουργούς χωρίς να απαιτείται πλήρης και αποκλειστική απασχόληση και χωρίς να καταβάλλεται μισθός παρά μόνο αποζημίωση των εξόδων ταξιδιού.

 

Άρθρο 74 (άρθρο 88 Σχεδίου)

Ενόψει του ότι το συσταθέν με το άρθρο 74 του ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ «Κέντρο Δικαστικών Σπουδών» ουδέποτε λειτούργησε, αλλά σήμερα η εκπαίδευση και επιμόρφωση των Δικαστικών Λειτουργών έχει ανατεθεί στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔΙ), η οποία μετέχει ως μέλος στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικαστικής Εκπαίδευσης, η νέα διάταξη του άρθρου 88 του Σχεδίου αφενός καταργεί το «Κέντρο Δικαστικών Μελετών», αφού δεν επαναλαμβάνεται η σχετική πρόβλεψη αφετέρου προβλέπει ότι η ΕΣΔΙ αναλαμβάνει την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών κατά τις κείμενες διατάξεις, ενώ παράλληλα προβλέπεται ότι εκπαιδευτικές δραστηριότητας μπορεί να αναλαμβάνουν και οι Γενικές Επιτροπείες της Επικρατείας, καθώς και τα κατ’ ιδίαν δικαστήρια και οι εισαγγελίες για τους δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν σ’ αυτά.

 

Άρθρο 75 (άρθρο 89 Σχεδίου)

Στο άρθρο αυτό επαναλαμβάνονται οι ισχύουσες και σήμερα διατάξεις των παρ. 7-18 του άρθρου 75 ΚΟΔΚΔΛ με κατάλληλη προσαρμογή στη νομοθεσία για την ΕΣΔΙ.

Εδώ αξίζει να σημειωθεί η πρόταση της ΕΔΕ για ρητή πρόβλεψη διενέργειας ειδικού χωριστού διαγωνισμού στην ΕΣΔΙ μεταξύ των υπηρετούντων ειρηνοδικών Γ΄ και Δ΄ Τάξης, που έχουν συμπληρώσει διετή τουλάχιστον υπηρεσία, από τον οποίοι θα καλύπτεται ποσοστό 10% από τον συνολικό αριθμό των εισακτέων κατά τον ετήσιο διαγωνισμό, χωρίς η συμμετοχή στο διαγωνισμό αυτό να αποκλείει τη συμμετοχή των ειρηνοδικών κάθε τάξης στον γενικό διαγωνισμό της ΕΣΔΙ. Η πρόταση αυτή με την αντίστοιχη εξειδίκευση στην Αιτιολογική Έκθεση, όπως προτάθηκε από την ΕΔΕ, δεν υιοθετήθηκε τελικά από την Επιτροπή.

Άρθρο 77 (άρθρο 91 Σχεδίου)

Καταργούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό προαγωγές σε προσωποπαγείς θέσεις, που έχουν κριθεί αντισυνταγματικές (βλ. ΟλΣτΕ 11/2002). Στην παρ. 10 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι πλέον σε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου προάγεται Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και όχι και Αρεοπαγίτης. Περαιτέρω, για την ενίσχυση του εισαγγελικού θεσμού ορίζεται ότι στη θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προάγεται μόνο Αντεισαγγελέας ή Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και όχι Αρεοπαγίτης.

 

Άρθρο 77Α (άρθρο 92 Σχεδίου)

Η διάταξη αυτή αναμορφώθηκε, ώστε οι σχετικές με τον τρόπο διεξαγωγής του διαγωνισμού για την πρόσληψη ειρηνοδικών διατάξεις να εναρμονιστούν με τα ισχύοντα με τις εξετάσεις της ΕΣΔΙ, λαμβάνοντας υπόψη και την αναβάθμιση του κλάδου των ειρηνοδικών κατά τα τελευταία έτη. Σημειώνεται εδώ ότι κατά πάγιο αίτημα της ΕΔΕ ο διορισμός ειρηνοδικών πρέπει να γίνεται αποκλειστικά μέσω της ΕΣΔΙ με έκδοση του προβλεπόμενου στο άρθρο 45 παρ. 1 Ν. 3689/2008 προεδρικού διατάγματος και προς την κατεύθυνση αυτή εργάζεται το σημερινό προεδρείο της ΕΔΕ.

 

Άρθρο 77Β (άρθρο 93 Σχεδίου)

Μετά από πρόταση της ΕΔΕ προσαρμόζεται ο τρόπος άσκησης των ειρηνοδικών στις σύγχρονες ανάγκες και συγκεκριμένα η νέα διάταξη προβλέπει εξάμηνη ειδική άσκηση όχι μόνο στο πρωτοδικείο της έδρας, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα, αλλά και στο ειρηνοδικείο της έδρας της τοποθέτησης του δόκιμου ειρηνοδίκη, ενόψει του ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ορισμένων διαδικασιών καθιστούν αναγκαία την απόκτηση από τον ειρηνοδίκη ανάλογης γνώσης και εμπειρίας. Επιπλέον περιλαμβάνονται στον ΚΟΔΚΔΛ οι διατάξεις για τις προϋποθέσεις της προαγωγής των ειρηνοδικών σε τάξεις, που μέχρι τώρα προβλέπονταν σε άλλο νόμο.

 

Άρθρα 78 και 79 (άρθρο 94 Σχεδίου)

Η διάταξη αυτή αφορά στη συγκρότηση, αρμοδιότητα και λειτουργία του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (Α.Δ.Σ.). Με τη νέα διάταξη καταργείται η υποχρέωση των μελών που μετέχουν στο Α.Δ.Σ. χωρίς ψήφο να αποχωρούν πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας, δεδομένου ότι τούτο δεν προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 τελ. εδ. Συντ.

Σε σχέση με τη λειτουργία του Α.Δ.Σ. η ΕΔΕ είχε προτείνει την προσθήκη νέας παραγράφου με το εξής περιεχόμενο: «Όταν στα θέματα του Α.Δ.Σ. συζητείται θέμα απόσπασης δικαστικών λειτουργών σε θέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή άλλων ειδικών νόμων η ημερομηνία συνεδρίασης και το θέμα γνωστοποιούνται δέκα ημέρες πριν εγγράφως σε όσους δικαστικούς λειτουργούς έχουν τα τυπικά προσόντα για την απόσπαση με κλήση για υποβολή υποψηφιότητας αν το επιθυμούν και αυτοπρόσωπη παράσταση κατά τη συνεδρίαση. Επίσης υποχρέωση κοινοποίησης της σχετικής εισήγησης με την ίδια προθεσμία υφίσταται και όταν πρόκειται να παραλειφθεί από προαγωγή ή να μετατεθεί χωρίς αίτησή στο δικαστικός λειτουργός, ο οποίος δύναται να παρασταθεί αυτοπροσώπως κατά τη συζήτηση». Τελικά η πρόταση αυτή δεν υιοθετήθηκε από την Επιτροπή.

Άρθρο 84 (άρθρο 101 Σχεδίου)

Με τις τροποποιήσεις στο άρθρο αυτό επιδιώκεται η αποσαφήνιση των κριτηρίων επιθεώρησης και του αντικειμένου αυτής με στόχο την κατά το δυνατό ομοιόμορφη εφαρμογή του θεσμού, ανεξαρτήτως των συγκεκριμένων προσώπων που κληρώνονται ως επιθεωρητές.

Με τη νέα διάταξη καταργείται η διάταξη του τελ. εδ. της παρ. 7 περί ειδικού ελέγχου από τους επιθεωρητές των αποφάσεων περί αναβολών, δεδομένου ότι η αναβολή των υποθέσεων μπορεί να οφείλεται σε πλείστα αίτια (ωράριο, κωλύματα ή αποχή δικηγόρων, κ.λ.π.) και όχι σε υπαιτιότητα δικαστών.

Τέλος, απαλείφεται η ρύθμιση του εδ. α΄ της παρ. 8 και αναδιατυπώνεται ανάλογα η διάταξη του εδ. β΄ της ίδιας παραγράφου.

Άρθρο 85 (άρθρο 102 Σχεδίου)

Με τη νέα διάταξη εμπλουτίζονται τα κριτήρια επί τη βάσει των οποίων διενεργείται η αξιολόγηση. Και με τη νέα διάταξη διατηρήθηκε η ισχύουσα κλίμακα αξιολόγησης. Από τη διάταξη της παρ. 2 απαλείφθηκαν ως περιττά τα εδάφια που αναφέρονται σήμερα στην επιθεώρηση σχετικά με τον χειρισμό των υποθέσεων που υπάγονται στο Ν. 4033/2011. Σε σχέση με τους προέδρους πρωτοδικών και προέδρους εφετών τα κριτήρια αξιολόγησής τους συνάπτονται με την αποτελεσματικότητα των τμημάτων τους, καθώς και με το περιεχόμενο των αποφάσεων των δικαστών που υπάγονται στο τμήμα τους. Ιδιαίτερες ρυθμίσεις περιλήφθηκαν για την αξιολόγηση των προϊσταμένων δικαστηρίων και εισαγγελιών.

 

Άρθρο 90 (άρθρο 107 Σχεδίου)

Στα πλαίσια επεξεργασίας του άρθρου αυτού η ΕΔΕ πρότεινε την προσθήκη εδ. γ΄ στην παρ. 9 με το εξής περιεχόμενο: «Όταν το πειθαρχικό παράπτωμα φέρεται να έχει τελεστεί στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων για την οποία διενεργείται ποινική προκαταρκτική εξέταση ή έχει κινηθεί ποινική δίωξη, τότε η πειθαρχική διαδικασία αναστέλλεται μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας». Η πρόταση αυτή δεν υιοθετήθηκε από την Επιτροπή.

 

Άρθρο 91 (άρθρο 108 Σχεδίου)

Η ΕΔΕ πρότεινε σε σχέση με την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος της παρ. 2 περ. ε΄ (αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση καθηκόντων δικαστικών λειτουργών) την εισαγωγή εκτός του χρονικού κριτηρίου και ποσοτικού κριτηρίου, ήτοι ενός ελάχιστου αριθμού περαιωμένων πολιτικών υποθέσεων (150 αποφάσεις για τα πρωτοδικεία και τα ειρηνοδικεία και 50 αποφάσεις για τα εφετεία), ο οποίος εφόσον έχει συμπληρωθεί για το συγκεκριμένο δικαστικό έτος δεν θα κρίνεται αδικαιολόγητη η τυχόν καθυστέρηση ούτε θα αφαιρείται η δικογραφία από τον δικαστή που τη χειρίζεται. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε με οριακή πλειοψηφία.

Ιδιαίτερα σημαντικό σε σχέση με τη διάταξη αυτή είναι η διευκρίνιση και νομοθετική κατοχύρωση της νομολογιακά διαμορφωμένης αρχής ότι η κρίση που ο δικαστικός λειτουργός εκφέρει κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεν είναι πειθαρχικό παράπτωμα.

Άρθρο 98 (άρθρο 115 Σχεδίου)

Η νέα διάταξη διευκρινίζει ότι οι ανώνυμες αναφορές ιδιωτών σε βάρος δικαστικών λειτουργών δεν θα λαμβάνονται υπόψη, διότι πρέπει να αποφεύγεται ο άδικος διασυρμός των δικαστικών λειτουργών. Πάντως, η Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου διευκρινίζει αφενός ότι δεν εμποδίζεται ο λαβών την ανώνυμη αναφορά να ασκήσει αυτεπάγγελτα δίωξη αν στην αναφορά αυτή περιέχονται στοιχεία από τα οποία ενδεχόμενα μπορεί να προκύψει η τέλεση πειθαρχικών παραπτωμάτων αφετέρου ότι στις ανώνυμες αναφορές δεν περιλαμβάνονται τα δημοσιεύματα στον τύπο.

Στην παρ. 3 του νέου άρθρου προβλέπεται ότι οι αναφορές ιδιωτών είναι απαράδεκτες αν δεν συνοδεύονται από ηλεκτρονικό παράβολο 50 ευρώ υπέρ του Δημοσίου, το οποίο επιστρέφεται αν γίνουν ολικά ή μερικά δεκτές με την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης. Η θέσπιση παραβόλου κρίθηκε αναγκαία για να περιοριστεί το φαινόμενο των αστήρικτων αναφορών.

Άρθρο 99 (άρθρο 116 Σχεδίου)

Σε σχέση με τα αρμόδια για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης πρόσωπα η ΕΔΕ πρότεινε την απάλειψη από τη διάταξη αυτή της αναφοράς στους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, διότι η ειδική θεσμική τους αρμοδιότητα για εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων των δικαστικών λειτουργών προκαλεί χωρίς λόγο κίνδυνο σύγχυσης αρμοδιοτήτων. Τελικά η Επιτροπή διατήρησε τη σχετική αρμοδιότητά τους, διότι κρίθηκε από την πλειοψηφία της Επιτροπής ότι οι Πρόεδροι των Ανωτάτων Δικαστηρίων έχουν την εποπτεία επί των δικαστικών λειτουργών όλης της χώρας.

Περαιτέρω, υπερψηφίστηκε η πρόταση της ΕΔΕ να περιγράφονται με ακρίβεια σε γραπτή κλήση του ενεργούντος την (πειθαρχική) προκαταρκτική εξέταση προς τον ελεγχόμενο δικαστικό λειτουργό τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν το ερευνώμενο πειθαρχικό παράπτωμα και να αναγράφονται οι διατάξεις που το προβλέπουν. Με τον τρόπο αυτό δίνεται τέλος σε προκαταρκτικές εξετάσεις που πολλές φορές διενεργούνται χωρίς να υπάρχει στην πραγματικότητα οποιαδήποτε ένδειξη για τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος ή πολύ περισσότερο σε περιπτώσεις που τα καταγγελλόμενα περιστατικά δεν στοιχειοθετούν οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα.

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ.

Της Βαρβάρας Πάπαρη,Εφέτη,μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ

Η αιτιολογία  των δικαστικών  αποφάσεων προβλέπεται  από το Σύνταγμα (αρ.93  παρ.3 Σ) , την Ευρωπαϊκή  Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (αρ. 6 ΕΣΔΑ) και τις κατ’ ιδίαν διατάξεις των δικονομικών νομοθεσιών ως conditio sine qua non για τη θεμελίωση και έκδοση των δικαστικών  αποφάσεων. Χρειάστηκαν αγώνες και αιώνες για να σφυρηλατηθεί η αρχή τη αιτιολογίας και αποτελεί κατάκτηση. Πρωτοεμφανίστηκε το 1844 στο τότε ελληνικό σύνταγμα και έκτοτε σε όλα τα ελληνικά συντάγματα, με κάποιες διαφοροποιήσεις ως προς τη χρήση των όρων αιτιολογημένη και ειδικά αιτιολογημένη. Σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος, κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να περιέχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και να απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.  Ο συντακτικός νομοθέτης, θέλησε προφανώς να λάβει πρόνοια ώστε η δικαστική απόφαση να μην είναι αποτέλεσμα δικαστικής αυθαιρεσίας, αλλά προϊόν συλλογισμού του δικαστή σε σχέση με τα στοιχεία της δικογραφίας και τις διατάξεις του νόμου.Η αυθαιρεσία,η αυταρχικότητα και ο δεσποτισµός είναι αντίθετα µε την αρχή της αιτιολογίας. Είναι γι’ αυτό το λόγο που η αρχή έχει ενσωµατωθεί στη θεµελιώδη νοµοθεσία όλων ανεξαίρετα των πολιτισµένων δηµοκρατικών κοινωνιών. Την αιτιολόγηση δεν την  κατονοµάζει ρητά, αλλά είναι καθολικά δεκτό ότι την επιβάλλει και το άρθρο 6 της ΕΣ∆Α, «…ώστε να µην φαίνεται ότι αυθαιρετεί ή ότι δικάζει κατά διαίσθηση…»  (Σατλάνη “Εισαγωγή στο δίκαιο της διεθνούς προστασίας των  ανθρωπίνων δικαιωµάτων”, εκδ. 2003, σελ.365-370, Καστανά–Κτιστάκι  “Επισκόπηση της Νοµολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωµάτων του Ανθρώπου 1977-1998”,εκδ. 2000, σελ.84 &85, Σισιλιάνου  “Ευρωπαϊκή Σύµβαση ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου”,εκδ. 2013, σελ.239-241).Πέραν αυτών,μία νομικά και λογικά δομημένη απόφαση εξοπλίζει το δικαστή έναντι του νομικού κόσμου, της κοινωνίας και της ίδιας του της συνείδησης. Ο δικανικός συλλογισμός και η ειδική-ορισμένη αιτιολογία αποτελούν την ραχοκοκαλιά της αντικειμενικότητας και της ανεξαρτησίας του δικαστή.Επομένως, οι αιτιολογημένες αποφάσεις συμβάλουν στην εμπέδωση της Δικαιοσύνης και του Κράτους Δικαίου, κορυφαίων προσταγμάτων που καθορίζουν τη δράση όλων των εξουσιών ενός κράτους (βλ. Δεσποτοπούλου, Φιλοσοφία Δικαίου, 1954 σελ. 232).Εξάλλου, η δημοκρατική νομιμοποίηση,με την οποία είναι περιβεβλημένοι οι δικαστές βάσει του Συντάγματος, αναφαίνεται ακριβώς στην υποχρέωση τους να αιτιολογούν τις κρίσεις τους δημοσίως, ώστε να υπάρχει διαφάνεια ως προς τη διαδικασία παραγωγής της απόφασης, αλλά και ως προς τη γνωστική διαδικασία που θεμελιώνει το διατακτικό της απόφασης. Αλλιώς ο δικαστής απλώς μονολογεί και ενδεχομένως να αυθαιρετεί. Μόνο με τη παράθεση σε αυτήν επιχειρημάτων μπορεί η δικαστική απόφαση να υποβληθεί στη βάσανο του ελέγχου της ορθότητας της.Γι’αυτό η  αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων αποτελεί µία από τις πιο αξιόπιστες εγγυήσεις υπέρ των υποκείµενων στην εξουσία των δικαστηρίων ατόµων (Κωνσταντίνου Γεωργόπουλου “Ελληνικό Συνταγµατικόν Δίκαιον”, Τεύχος Α΄,εκδ. 1969, σελ. 320-321,του ιδίου “Επίτομο Συνταγματικό Δίκαιο”,εκδ.2001,σελ.396-399). Επιπλέον, η αναδυόμενη εκ των αιτιολογιών διαλεκτική, ακόμα και όταν έχουμε συγκρούσεις ή διχογνωμίες, συμβάλλει στον εκσυγχρονισμό της επιστήμης και των θεσμών.

Στον αντίποδα του άρθρου 93 παρ. 3 βρίσκεται το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και  στο οποίο περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του προσφεύγοντα στη δικαιοσύνη, όπως η υπόθεσή του δικασθεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, ούτως ώστε να μην καταντήσει η δικαστική απόφαση κενό γράμμα,είναι δε γνωστό ότι η χώρα μας έχει καταδικασθεί επανειλημμένα από το ΕΔΔΑ για καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης. Επομένως,δεν μπορούμε να παραβλέπουμε πως η έντονη ανάγκη απόδειξης και τεκμηρίωσης συχνά συνδέεται μεν στη χώρα μας με το υψηλό επίπεδο των δικαστικών λειτουργών, αλλά δυστυχώς και με την επιβράδυνση της απονομής δικαιοσύνης, γνωστής και ως «συστημικής κακοδικίας». Η ανάγκη της επισταμένης τεκμηρίωσης φαίνεται να τροχοπεδεί την ταχύτητα και την ευελιξία του δικαστή να διαχειριστεί τον τεράστιο όγκο των υποθέσεων,οι οποίες,αξίζει να σημειωθεί,ότι είναι περισσότερο περίπλοκες απ’ότι παλιότερα,  και ως προς το νομικό και ως προς το πραγματικό τους μέρος.Γι’αυτό και δεν μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά,ότι οι παλαιότεροι αιτιολογούντες δικαστές γράφανε λιγότερα και οι νεότεροι γράφουν περισσότερα,πλατειάζοντας αδικαιολόγητα,όπως λένε ορισμένοι.Βέβαια, υπάρχουν και περιπτώσεις που οι δικαστικές αποφάσεις, ιδιαίτερα των πολιτικών δικαστηρίων, αναλίσκονται σε απέραντους συλλογισμούς, με αποτέλεσμα να δίνεται η εικόνα σε έναν τρίτο παρατηρητή, ότι ο δικαστής δεν αιτιολογεί την απόφασή του, αλλά «απολογείται» τρόπον τινά στον ηττημένο διάδικο για την απόφαση που εξέδωσε.

Η μεθοδολογία της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης που ακολουθείται στη χώρα μας είναι η μέθοδος της υπαγωγής.Συγκρίνοντας τη μέθοδο αυτή με μεθόδους δικανικού συλλογισμού που ακολουθούνται σε άλλες χώρες, όπως πχ στη Γερμανία, παρατηρούμε ότι ο Έλληνας δικαστής είναι περισσότερο φλύαρος σε σχέση με τους αλλοδαπούς συναδέλφους του, χωρίς να έχει τεθεί ζήτημα ασυμβατότητας μιας τέτοιας απόφασης των συναδέλφων της αλλοδαπής, ως προς τη δομή και το περιεχόμενό της,με αρχές που ισχύουν επί θεμάτων δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Θα πρέπει,όμως, να παραδεχτούμε, ότι είναι πολύπλευρο το πρόβλημα της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης στη χώρα μας, για το οποίο οι μειωμένες απαιτήσεις δικανικής τεκμηρίωσης δεν είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσουν απαραίτητα σε λύση,ενόψει του ότι  για τη διόγκωση της δικαστικής ύλης ευθύνονται κυρίως άλλοι παράγοντες,όπως πχ η δυσλειτουργικότητα της Δημόσιας Διοίκησης.

Θεωρώ ότι η αιτιολόγηση των αποφάσεων, τουλάχιστον ως προς την ελάσσονα πρόταση,δε θα μπορούσε να παρακαμφθεί. Ωστόσο, η αιτιολόγηση με πλήρη ανάπτυξη σκεπτικού για τη μείζονα πρόταση, πράγματι θα μπορούσε να περιοριστεί στην αναφορά των διατάξεων και της ερμηνείας που έχει επικρατήσει ή υιοθετείται από τον δικαστή.Εξάλλου, για υποθέσεις με ομοιότητα πραγματικών περιστατικών η αιτιολογία έχει τυποποιηθεί στο βαθμό που οι νομικές και κοινωνικές βάσεις δεν αναθεωρήθηκαν.  Μάλιστα στις  ΑΠ 1689/2006 και ΑΠ 1426/2006, διατυπώνεται η άποψη ότι η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, «διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης [άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος] δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο». Ο δε κοινός νομοθέτης «στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης» [άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ]. Ως «αιτιολογίες» όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει [άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.]», βλ.παλαιότερα,ΑΠ 387/2004, ΑΠ 354/2004, 349/1995), που δέχονται,επίσης, ότι δεν θεμελιώνεται αναιρετικός λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης, αν δεν υπάρχει στην απόφαση καθόλου μείζων πρόταση, δηλαδή νομικές σκέψεις στις αιτιολογίες της, εφόσον κατά τα λοιπά δεν θεωρούνται ανεπαρκείς οι παραδοχές της, με άλλα λόγια, εφόσον οι παραδοχές συμφωνούν με τον, μη αναφερόμενο αλλά εννοούμενο ως διέποντα την ένδικη σχέση, κανόνα δικαίου. Η θεωρία, αμέσως ή εμμέσως, συμφωνεί με αυτή την ερμηνεία (βλ. Γ. Μητσόπουλου, Η έλλειψη «παντελώς αιτιολογιών» της αποφάσεως ως λόγος αναιρέσεως και ο δικονομικός συλλογισμός, ΝοΒ 55.2281,Σινανιώτης η αναίρεση,195 και εκεί παραπομπές, κατά τον οποίο η συνοπτική διατύπωση των αιτιολογιών αν θεμελιώνει το διατακτικό της απόφασης,μπορεί να θεωρηθεί επαρκής).Σημειώνεται ότι πρόσφατα η ΟλΑΠ 8/2018 (βλ.και ΑΠ 602/2018) δέχτηκε ότι «έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006)».Τέλος, στις υποθέσεις των ασφαλιστικών μέτρων ,ο νομοθέτης,χωρίς την  συνταγματική κάλυψη, αρκείται  σε συνοπτική αιτιολογία (άρθρo 691 παρ.3 του ΚΠολΔ),ενώ συνοπτική αιτιολογία προέβλεπε και το ήδη καταργημένο άρθρο 756 του ΚΠολΔ στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας.  

Στο πλαίσιο της συζήτησης για την αναθεώρηση του Συντάγματος,όσον αφορά στο χώρο της Δικαιοσύνης,προτάθηκε από τα πολιτικά κόμματα,τα οποία έχουν και τη σχετική πρωτοβουλία,μεταξύ των άλλων,να αναθεωρηθούν οι διατάξεις του Συντάγματος οι σχετικές με τους όρους απονομής της  (ρυθμίσεις για την επιτάχυνση),στις οποίες εντάσσεται και το άρθρο 93 παρ.3 για την αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων.Στο πλαίσιο αυτό, διατυπώθηκαν από το ΔΣ της Ένωσής μας δύο βασικές προτάσεις,οι οποίες και τέθηκαν σε ψηφοφορία στη ετήσια Τακτική Γενική μας Συνέλευση,ήτοι η πρόταση να διατηρηθεί η διάταξη του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος ως έχει,η οποία συγκέντρωσε 224 ψήφους (ποσοστό 51,3%) και η πρόταση «Να προστεθεί στο τέλος η φράση :  «ως νόμος ορίζει. Η χρήση νέων τεχνολογιών στην οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων κατά την εκτέλεση του δικαιοδοτικού έργου είναι δυνατή, εφόσον δεν προσκρούει στην έννοια της δίκαιης δίκης»,η οποία συγκέντρωσε 212 ψήφους (ποσοστό 48,6%).Το αποτέλεσμα αυτό δείχνει ότι υπάρχει διχογνωμία στους συναδέλφους για το εάν η αναθεώρηση της σχετικής διάταξης,θα λύσει ή θα δημιουργήσει προβλήματα. Πάντως,όπως προειπώθηκε,είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι   η καθυστέρηση απονομής της πολιτικής δικαιοσύνης,οφείλεται και στην ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων.Επομένως,ενόψει του ότι  η ταχεία δίκη είναι ατομικό δικαίωμα του πολίτη έναντι του Κράτους και όχι δικαίωμα /προνόμιο του Κράτους έναντι των πολιτών,προβάλλει επιτακτική η ανάγκη εκσυγχρονισμού και εξορθολογισμού του συστήματος απονομής δικαιοσύνης για την επιτάχυνσή της ,που είναι και το ζητούμενο. Είναι,όμως, απαραίτητο να αναθεωρηθεί η σχετική διάταξη, έστω και αν το κανονιστικό της βεληνεκές θα είναι από πρακτικής άποψης περιορισμένο, υπό την έννοια ότι θα αποτελεί μια πανηγυρική διακήρυξη της ήδη ισχύουσας νομολογίας, ώστε να αποφευχθεί η καθυστέρηση στην πολιτική δίκη;  Ή μήπως θα πρέπει,χωρίς συνταγματική αναθεώρηση, να καθοριστούν οι αναγκαίες και επαρκείς προϋποθέσεις της αιτιολογίας ,μεταξύ των οποίων και η δέουσα έκτασή της,στα πλαίσια του ευρωπαϊκού και διεθνούς περιβάλλοντος,λαμβανομένων υπόψη και των ιδιαιτεροτήτων της χώρας μας;

 

Βαρβάρα Πάπαρη,Εφέτης,μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ.

 

 

 

 

 

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ Ε.Δ.Ε., ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΣΕΒΑΣΤΙΔΗ ΣΤΗ Γ.Σ. ΤΗΣ 15ης ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2018.

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 84KB)

ΘΕΣΕΙΣ ΟΜΑΔΑΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΣΤΕΝΙΩΤΗ, ΚΩΝ/ΝΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΔΗ & ΓΡΗΓΟΡΗ ΚΟΜΠΟΛΙΤΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ – ΘΕΣΕΙΣ ΟΜΑΔΑΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΤΕΘΕΝ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

 

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Κων/τίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ                      Αθήνα, 12-12-2018

Ενόψει της επερχόμενης Γενικής Συνέλευσης της Ένωσής μας και της ψηφοφορίας, που θα διεξαχθεί, με έντυπο ερωτηματολόγιο, στο οποίο θα εκφράσουμε τις απόψεις μας για τα ζητήματα της Συνταγματικής Αναθεώρησης όσον αφορά το Τμήμα Ε’ του ισχύοντος Συντάγματος για τη Δικαστική Εξουσία σας ενημερώνουμε για τις θέσεις μας.  

Ωστόσο, πρέπει να ξεκινήσουμε με κάποιες παραδοχές, που θα πρέπει να αποτελέσουν και τα κριτήρια, με τα οποία θα εκφέρει ο καθένας από εμάς την άποψή του:

Α) Η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι η κορυφαία νομική και πολιτική διαδικασία.

Β) Η μινιμαλιστική προσέγγιση της Αναθεώρησης υποδηλώνει άρνηση ν’ αρθούν διαπιστωμένες παθογένειες.

Γ) Η κανονιστική επάρκεια ή ανεπάρκεια του ισχύοντος Συντάγματος δεν πρέπει να κριθεί με κριτήρια συγκυριακά ( οικονομικής –  δημοσιονομικής κρίσης).

Δ) Η αναγκαιότητα Αναθεώρησης μίας διάταξης του Συντάγματος σχετικής με τη Δικαιοσύνη, όπως και κάθε συνταγματικής διάταξης, κρίνεται θεσμικά και όχι με βάση τα πρόσωπα, που υπηρετούν τους θεσμούς.

1) ΟΡΙΣΜΟΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Με βάση τις ισχύουσες διατάξεις οι  προαγωγές στις θέσεις Προέδρου, Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου και λοιπών Ανωτάτων Δικαστηρίων ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως ο νόμος ορίζει. Το ίδιο, δε, ισχύει και για την προαγωγή στη θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τη διαφορά ότι η επιλογή γίνεται μεταξύ των μελών του Αρείου Πάγου και των Αντεισαγγελέων του, όπως νόμος ορίζει (άρθρο 90 παρ.5 Συντάγματος). Η εν λόγω συνταγματική διάταξη έχει τεθεί στο επίκεντρο κριτικής εδώ και δεκαετίες. Ενδεχόμενη συνταγματική αναθεώρηση της εν λόγω διάταξης οφείλει να λάβει αναγκαίως υπόψη της αφενός μεν τη θεμελιώδη αρχή του πολιτεύματος μας σύμφωνα με την οποία όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, αφετέρου, δε, τη θεμελιώδη, επίσης, αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

Πρότασή μας αποτελεί η προεπιλογή των υποψηφίων προσώπων, με διεξαγωγή ψηφοφορίας, από Εκλεκτορικό Σώμα Δικαστικών και Εισαγγελικών  Λειτουργών όλων των βαθμών και η τελική επιλογή μέσω Κοινοβουλευτικής Διαδικασίας.

2) ΟΡΙΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ    

Θεωρούμε ότι τα ισχύοντα όρια πρέπει να παραμείνουν αμετάβλητα ως προς τους αριθμητικούς συσχετισμούς (65-67). Να υπενθυμίσουμε, καταρχήν, ότι η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου πρόσφατα έκρινε περί της μη αναγκαιότητας αύξησης των ορίων αποχώρησης από την υπηρεσία.  Σε κάθε περίπτωση, εάν αυτά τα όρια αυξηθούν (είναι αυτονόητο ότι κριτήριο για μια ενδεχόμενη αύξηση δεν μπορεί να αποτελεί η μείωση των συντάξιμων αποδοχών), η αύξηση αυτή πρέπει για λόγους υπηρεσιακής ευρυθμίας να τηρεί την ίδια σημερινή αριθμητική αναλογία, δηλαδή αν άλλαζε το 65-67 θα μπορούσε να γίνει ή 66-68 ή 67-69 δεδομένου ότι το υπηρεσιακό καθεστώς των Δικαστών έχει δομηθεί πάνω στην διαφορά των δύο ετών αποχώρησης από την υπηρεσία. Η πρόταση, δε, για προαιρετική παραμονή  στο Δικαστικό Σώμα ως το 70ο έτος της ηλικίας, μεταβάλλει τους Δικαστικούς Λειτουργούς από άμεσα Όργανα του Κράτους σε απλούς εργαζόμενους, που επιζητούν την παραμονή τους στην υπηρεσία για οικονομικούς λόγους.

3) ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΚΛΠ.   

Η απαγόρευση συμμετοχής συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών σε δημόσιες θέσεις για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά την αποχώρηση τους από την ενεργό υπηρεσία (π.χ. 2 ή 3 ετών), διατυπωμένη με γενικό τρόπο έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και την αρχή της οικονομικής ελευθερίας.

Το συγκεκριμένο ζήτημα, ανεξαρτήτως της ουσίας του θέματος, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του Συντάγματος, αλλά αποτελεί ζήτημα ρύθμισης, που ανήκει στον κοινό νομοθέτη για τους ακόλουθους λόγους (σε κάθε περίπτωση ενδεχόμενη νομοθετική απαγόρευση δεν μπορεί να είναι απόλυτη π.χ. σε αιρετές θέσεις):   

Η άνω απαγόρευση και μάλιστα για πρόσωπα, που αποχωρούν από την ενεργό υπηρεσία συνιστά περιορισμό του συνταγματικού δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Μία τυχόν νομοθετική ρύθμιση θα μπορεί κατά περιεχόμενο να ελεγχθεί ενόψει της σχετικής συνταγματικής διάταξης του άρθρου 5 αλλά και της αρχής της ισότητας (άρθρο 4 Συντάγματος). Η πρόβλεψη, όμως, μιας τέτοιας απαγόρευσης στο ίδιο το Σύνταγμα και μάλιστα για πρόσωπα, που δεν φέρουν την ιδιότητα του εν ενεργεία δικαστικού λειτουργού και δεδομένου ότι δεν νοείται στο Σύνταγμα η ύπαρξη αντισυνταγματικών διατάξεων θα συνιστούσε, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της, άτεγκτο και ανέλεγκτο περιορισμό και σε θεσμικό επίπεδο θα ήταν παντελώς αναιτιολόγητη αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη του ότι ασυμβίβαστα (λ.χ. σε σχέση με άσκηση επαγγέλματος) δεν υπάρχουν ούτε σε εν ενεργεία άμεσα όργανα του Κράτους (με εξαίρεση βέβαια τους Δικαστικούς Λειτουργούς). Πέραν αυτού η άνω απαγόρευση ως πρόταση και δεδομένου ότι αναφέρεται σε πρόσωπα που αποχωρούν από την ενεργό υπηρεσία δογματικά δεν θα ενέπιπτε καν στο ρυθμιστικό πεδίο του Συντάγματος. Στο πεδίο αυτό υπάγονται: η οργάνωση της εξουσίας, η σχέση εξουσίας και κοινωνίας, η θέση του ατόμου μέσα στο πολιτειακό σύνολο και η σχέση της έννομης τάξης της συγκεκριμένης πολιτείας με τη διεθνή έννομη τάξη (πρβλ. Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, τόμος Α΄, Θεωρητικό Θεμέλιο, σελ. 23). Το να υποστηρίζει, μάλιστα, κανείς να θεσπισθεί η ανωτέρω απόλυτη απαγόρευση σε συνταγματικό επίπεδο π.χ. επί τριετία μετά την αποχώρηση (και να αίρεται επομένως η απαγόρευση αυτή στα 70 χρόνια) και συγχρόνως να ζητά να παραμείνουν αμετάβλητα τα όρια αποχώρησης από την υπηρεσία με ανώτατο όριο το 67 επικαλούμενος βιολογικής φύσεως κριτήρια είναι αντιφατικό, διότι από τη μία δέχεται ότι βιολογικοί λόγοι επιβάλουν την αποχώρηση ενός Δικαστή από την ενεργό υπηρεσία στα 67 του χρόνια και από την άλλη ότι μπορεί ένας συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του π.χ. ως Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής ή ως άμεσο όργανο του Κράτους κλπ. μετά τα 70 του χρόνια. Σημειωτέον, ότι η δικαιολογητική βάση της όποιας επιλογής σε ότι αφορά τα όρια ηλικίας πρέπει να είναι θεσμικά συναπτόμενη με την άσκηση κοινωνικών δικαιωμάτων.

Περαιτέρω, θεωρούμε ότι βασική μας επιδίωξη θα πρέπει να είναι, μέσα από την Συνταγματική Αναθεώρηση, να ενισχυθεί η διάκριση των εξουσιών και η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των Δικαστικών Λειτουργών, να αναβαθμισθεί ο θεσμικός μας ρόλος, να αποτρέψουμε τη θέσπιση  διατάξεων που υπαλληλοποιούν τους Δικαστικούς Λειτουργούς (π.χ. συνταγματική πρόβλεψη δικαιώματος απεργίας, διακοπής συνεδριάσεων, αύξηση ορίου αποχώρησης από την υπηρεσία για οικονομικούς και μόνο λόγους κλπ.) και δεν τους αντιμετωπίζουν ισότιμα με τους λειτουργούς των άλλων δύο εξουσιών, όπως και διατάξεις που περιορίζουν την ανάπτυξη της προσωπικότητας των Δικαστικών Λειτουργών και αντιβαίνουν στην αρχή της ισότητας και της οικονομικής ελευθερίας.

Τέλος, είναι αυτονόητο ότι η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση δεν σταματάει εδώ και ότι θα συνεχισθεί, καθότι η αναθεωρητική διαδικασία αποτελεί σύνθετη πολιτειακή διαδικασία, όπως αυτή καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 110 του Συντάγματος.

Η Ομάδα μας θα προτείνει σε όλα τα θέματα πάντοτε λύσεις, οι οποίες εν προκειμένω και σε σχέση με τη Συνταγματική Αναθεώρηση θα πρέπει αφενός μεν να τελούν σε δογματική ακολουθία με το ρυθμιστικό πεδίο του Συντάγματος, αφετέρου, δε, να υπαγορεύονται από αντικειμενικούς λόγους.

Ειδικώς επί του ερωτηματολογίου ψηφίζουμε ως ακολούθως:

1) Τρόπος επιλογής ηγεσίας της Δικαιοσύνης: Ψηφίζουμε την πρόταση Β΄: Προεπιλογή από Εκλεκτορικό Σώμα Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών όλων των βαθμών και εν συνεχεία επιλογή με Κοινοβουλευτική Διαδικασία

2) Όρια συνταξιοδότησης: Ψηφίζουμε πρόταση Α΄: Καμία αλλαγή στα υφιστάμενα όρια (βλ. και τις επισημάνσεις που εκθέσαμε, επικουρικώς ανωτέρω)

3) Απαγόρευση συμμετοχής συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών σε άλλες θέσεις επί 2ετία μετά την αποχώρηση: Ψηφίζουμε πρόταση Γ: Αποτελεί ζήτημα του κοινού νομοθέτη

4) Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δικαστικής αποφάσεως: Ψηφίζουμε πρόταση Β΄: να προστεθεί στο τέλος της υφιστάμενης συνταγματικής διατάξεως η φράση ΄΄ως νόμος ορίζει΄΄

5) Επιτρεπτό της απεργίας και στους δικαστικούς λειτουργούς: Ψηφίζουμε πρόταση Β΄: Δεν συμφωνώ

6) Κατάργηση του Μισθοδικείου – αρμοδιότητα επίλυσης των διαφορών από το Α.Ε.Δ.: Ψηφίζουμε πρόταση Α΄:  Συμφωνώ

7) Κατάργηση του διάχυτου Συνταγματικού ελέγχου των νόμων: Ψηφίζουμε πρόταση Β΄: Δεν συμφωνώ

8) Εισαγωγή ηλεκτρονικών τεχνολογιών κλπ.: Ψηφίζουμε πρόταση Α΄: αποτελούν ζήτημα ρύθμισης από τον κοινό νομοθέτη

9) Έκφραση γνώμης από τους Δικηγορικούς Συλλόγους ενώπιον του Α.Δ.Σ. για την υπηρεσιακή κατάσταση των Δικαστικών Λειτουργών: Ψηφίζουμε Δεν συμφωνώ

10) Κατάργηση της παρέμβασης του Υπουργού Δικαιοσύνης στις προαγωγές και στα πειθαρχικά των δικαστικών λειτουργών: Ψηφίζουμε Συμφωνώ

11) Κατάργηση της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης: Το ζήτημα δεν έχει τύχει διεξοδικής συζήτησης και δεν έπρεπε κατά την άποψη μας να τεθεί, προς το παρόν, στο ερωτηματολόγιο

Να σημειώσουμε τέλος αυτό που ήδη από καιρό έχουμε επισημάνει και αυτό θα αποτελούσε και πραγματική Συνταγματική τομή:

Η Κατάρτιση του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων στα ζητήματα Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών από τη Δικαστική Εξουσία. Ότι συνιστά για τη Βουλή ο Κανονισμός, που ψηφίζεται από την Ολομέλεια αυτής (αρθρ. 65 παρ.1 Συντάγματος) και ρυθμίζει τα σχετικά με τη λειτουργία της, συνιστά και ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών για την εσωτερική λειτουργία της Δικαστικής Εξουσίας. Στο πλαίσιο της θεμελιώδους αρχής της διάκρισης των εξουσιών και της ισοτιμίας αυτών τον κυρίαρχο λόγο για την κατάρτιση αυτού στα θεμελιώδη ζητήματα της Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών πρέπει να έχει η Δικαστική Εξουσία.   

 

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

ΘΕΣΕΙΣ ΟΜΑΔΑΣ Ν. ΣΑΛΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

          Νίκος Σαλάτας,Γενικός Γραμματέας της ΕΔΕ

          Ευστάθιος Βεργώνης,Β΄Αντιπρόεδρος της ΕΔΕ

          Ακριβή Ερμίδου,Υπεύθυνη Οικονομικών της ΕΔΕ

          Βαρβάρα Πάπαρη,μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

 

             Aγαπητοί συνάδελφοι

Με απόφαση, κατά πλειοψηφία (8-7), του ΔΣ της Ένωσής μας, κατά τη συνεδρίαση της 29/11/2018, ορίστηκε να τεθεί υπόψη σας στην επικείμενη Τακτική Γενική Συνέλευσή μας, συγκεκριμένο ερωτηματολόγιο, προκειμένου με τον τρόπο αυτό να διαμορφωθεί η θέση της Ένωσης μας για τις συνταγματικές αλλαγές που αφορούν θέματα δικαιοσύνης.

Η από τώρα οριστική διαμόρφωση των θέσεών μας επί των συνταγματικών αλλαγών, χωρίς να προηγηθούν : ανταλλαγή απόψεων με τις λοιπές Δικαστικές Ενώσεις,γνωμοδοτήσεις των Ολομελειών των Ανωτάτων Δικαστηρίων, όπως συνηθίζεται σ΄ αυτές τις περιπτώσεις,επιστημονικός διάλογος,ιδίως απόψεις Δικηγορικών Συλλόγων,Πανεπιστημιακών κλπ.,κατά την άποψή μας,είναι πρόωρη και  αποκλείει την εν συνεχεία συνδιαλλαγή της Ένωσης μας κατά την Αναθεωρητική Βουλή(επόμενη Βουλή) με τους αρμόδιους φορείς επί των υπό συζήτηση θεμάτων.

Είναι αυτονόητο ότι η μαζική συμμετοχή σας στη Γενική μας Συνέλευση, υπό τις παραπάνω συνθήκες, είναι περισσότερο από κάθε άλλη φορά αναγκαία και σας καλούμε, αφού σταθμίσετε όλες τις απόψεις και θέσεις που θα προταθούν, να αποφασίσετε χωρίς προκαταλήψεις και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης.

                                      Με συναδελφικούς χαιρετισμούς

                                                                          

 

ΘΕΣΕΙΣ ΧΡΗΣΤΟΥ ΝΑΣΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

Θέσεις του Χρήστου Νάστα, Προέδρου Εφετών, τακτικού μέλους του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.

                                                                 9-12-2018

Αγαπητοί συνάδελφοι , σας παραθέτω τις θέσεις μου  για την επικείμενη αναθεώρηση άρθρων του Συντάγματος,  τα οποία αφορούν τη Δικαστική Εξουσία  και έχουν συμπεριληφθεί στο ερωτηματολόγιο που  καλείστε να απαντήσετε με μυστική ψηφοφορία στη Γενική Συνέλευση, στις 15-12-2018:

1) Τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης (άρθρο 90 παρ.5 του Συντάγματος)

 Η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης να γίνεται σε δύο στάδια.

Σε πρώτο στάδιο, εκτιμώ αναγκαία την προεπιλογή με μυστική ψηφοφορία  από το σύνολο των ανωτάτων δικαστών του οικείου Δικαστηρίου. Ειδικότερα, οι Πρόεδροι των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Χώρας θα πρέπει να επιλέγονται μεταξύ των αντιπροέδρων του οικείου Δικαστηρίου, με θητεία στη θέση αυτή τουλάχιστον ένα έτος. Οι Αντιπρόεδροι των  Ανωτάτων Δικαστηρίων θα πρέπει να επιλέγονται μεταξύ των αρχαιοτέρων δικαστών του οικείου Δικαστηρίου από αριθμό δικαστών τετραπλάσιο του αριθμού των θέσεων που είναι κενές. Η δεσμευτική προεπιλογή των υποψηφίων από τους ανώτατους Δικαστές ενισχύει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών  λειτουργών έναντι των λοιπών λειτουργιών του Κράτους.

Σε δεύτερο στάδιο, η επιλογή μπορεί να γίνεται από τη Βουλή των Ελλήνων με απόλυτη πλειοψηφία  ως ακολούθως : α) για την κενή θέση του Προέδρου, από έναν εκ των τριών πρώτων προεπιλεγμένων Αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου και β) για τις κενές θέσεις των Αντιπροέδρων, από διπλάσιο αριθμό Αρεοπαγιτών από τους προεπιλεγμένους από το Σώμα του εν λόγω Δικαστηρίου.  Τα ίδια να ισχύουν και για τη θέση του Εισαγγελέα του ΑΠ.

Δεν θεωρώ σωστό η προεπιλογή να γίνεται από το σύνολο του δικαστικού σώματος. Όχι γιατί οι συνάδελφοι δεν είναι άξιοι να το πράξουν, αλλά διότι είναι πρακτικά δύσκολο κάθε χρόνο να καλούνται όλοι οι δικαστές της χώρας να ψηφίζουν προεπιλεκτικά τον Πρόεδρο ή τον Εισαγγελέα ή τους Αντιπροέδρους του οικείου ανωτάτου Δικαστηρίου. Το πρόβλημα καθίσταται εμφανέστερο και εντονότερο, εάν αναλογιστεί κανείς ότι κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους, κάποιος από τους υπηρετούντες στον Άρειο Πάγο συναδέλφους μπορεί να παραιτηθεί, οπότε θα πρέπει το δικαστικό σώμα να καλείται εκτάκτως   για δεύτερη ή ενδεχομένως και για τρίτη φορά εντός του ιδίου έτους για να επιλέξει το πρόσωπο που θα καλύψει την κενή θέση. Φρονώ λοιπόν ότι αρκεί η προεπιλογή να γίνεται από τους ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς και όχι από το σύνολο του δικαστικού σώματος.    

2) Αύξηση ορίου συνταξιοδότησης στο 70ο  έτος (άρθρο 88 παρ.5)

  Το όριο συνταξιοδότησης εκτιμώ ότι θα πρέπει να είναι ενιαίο για  όλους τους Δικαστές στο 67ο έτος, με προαιρετική αύξηση στο 70ο έτος, υπό τον διττό όρο αφενός της κλιμακωτής εφαρμογής του μέτρου τα τρία πρώτα χρόνια και αφετέρου, σε περίπτωση αποχώρησης πριν από το 70ο έτος, να μην θίγονται τα ώριμα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα. Η εξασφάλιση των ανώτατων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο όριο των 67 ετών για όλους τους δικαστικούς λειτουργούς κατοχυρώνει το δικαίωμα όλων των συναδέλφων να αποχωρήσουν ευπρεπώς από την υπηρεσία τους, έχοντας προσφέρει έως και 40 έτη αδιάλειπτου εργασιακού βίου, χωρίς να υποστούν μια ταπεινωτική μείωση της συντάξεώς τους. Από την άλλη μεριά, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι το προσδόκιμο όριο ζωής έχει ανέβει και κάποιοι συνάδελφοι έχουν και τη σωματική ρώμη και τις πνευματικές αντοχές να ανταπεξέλθουν στο επίπονο έργο της θεραπείας της Δικαιοσύνης. Για τους ανθρώπους αυτούς που έχουν τη διάθεση να συνεχίσουν να προσφέρουν  με συνέπεια στο χώρο μας, θεωρώ ότι θα πρέπει να τους δίνεται η δυνατότητα να εξακολουθήσουν να προσφέρουν το δικαστικό τους έργο. Η εκμετάλλευση της τεράστιας εμπειρίας τους μέχρι και τρία επιπλέον έτη μόνο οφέλη μπορεί να έχει τόσο για το Κράτος, όσο και για τη συνέχεια της νομολογίας μας.

3) Απαγόρευση συμμετοχής συνταξιούχων δικαστικών σε άλλες θέσεις επί 2ετία μετά την αποχώρηση(άρθρο 89).

Ο Δικαστικός Λειτουργός, για να αποσείσει κάθε υπόνοια μεροληψίας που μπορεί να εμφιλοχωρήσει σε τμήμα της κοινωνίας μας, θα πρέπει, τουλάχιστον επί μια 2ετία μετά την αποχώρησή του από το δικαστικό Σώμα, να μη μπορεί να φέρει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 56 παρ. 3 του Συντάγματος ιδιότητες, ούτε να δύναται να καταλάβει θέση σε Ανεξάρτητες Αρχές που δεν προβλέπονται από το Σύνταγμα (να έχει όμως τη δυνατότητα συμμετοχής στις προβλεπόμενες από το Σύνταγμα Ανεξάρτητες Αρχές).  Ο περιορισμός αυτός προστατεύει το κύρος του δικαστικού λειτουργού ως ατομική οντότητα, αλλά και τον ίδιο το θεσμό της Δικαιοσύνης.

4) Κατάργηση Μισθοδικείου. Αρμοδιότητα επίλυσης διαφορών από το Α.Ε.Δ.

Το Μισθοδικείο πρέπει να καταργηθεί.  Η ύπαρξή του με αντικείμενο την επίλυση των μισθολογικών μας διαφορών και μόνο, δίνει στην κοινωνία ένα λάθος σήμα ιδιοτελούς προσπάθειας διατήρησης των κεκτημένων και περαιτέρω συνιστά αμφισβήτηση της αμεροληψίας των Δικαστών. Οι μισθολογικές μας διαφορές μπορούν κάλλιστα να επιλύονται αξιόπιστα από το Α.Ε.Δ., όπως όλες οι υπόλοιπες διαφορές των πολιτών.

5) Κατάργηση του διάχυτου Συνταγματικού ελέγχου των νόμων .

Ο συνταγματικός έλεγχος των νόμων θα πρέπει να είναι διάχυτος, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα. Δεν θα πρέπει να στερηθεί από τον κάθε Δικαστή το δικαίωμα  να κρίνει αν μία διάταξη νόμου είναι σύμφωνη με τις επιταγές του Συντάγματος ή του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Η επεξεργασία της συνταγματικότητας των νόμων, αρχικά από τους πρώτους βαθμούς της δικαιοσύνης, έχει αποδειχθεί ότι προάγει το διάλογο, εμπλουτίζει τη νομολογιακή φαρέτρα και καθιστά το επίμαχο ζήτημα ώριμο, τόσο νομικά, όσο και κοινωνικά, ώστε σε μεταγενέστερο χρόνο το ζήτημα να κριθεί ουσιαστικά και αυθεντικά από το ανώτατο δικαστήριο. Η ύπαρξη Συνταγματικού Δικαστηρίου θεωρώ ότι ενδεχομένως μπορεί προσφέρει μια αμεσότερη επίλυση των συνταγματικών ζητημάτων, όμως τούτο γίνεται σ΄ένα στενό νομικό πλαίσιο, χωρίς να αφουγκραζόμαστε επαρκώς τον παλμό της κοινωνίας, που καθημερινά αναδεικνύει νέες εκφάνσεις των προβλημάτων. Άλλο ζήτημα είναι  η πιλοτική δίκη που εφαρμόζεται ήδη με επιτυχία στο ΣτΕ και θα μπορούσε να εφαρμοσθεί και στον ΑΠ .

6) Ρύθμιση για την επιτάχυνση. Εισαγωγή ηλεκτρονικών τεχνολογιών. Κατά προτεραιότητα εκδίκαση των υποθέσεων.  Δυνατότητα εκδίκασης απευθείας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε δεύτερο βαθμό να εκδικάζονται οι υποθέσεις από πολυμελή σύνθεση.

Όλα τα ανωτέρω  δεν αποτελούν θέματα συνταγματικής αναθεώρησης και πρέπει να ρυθμίζονται από τον κοινό νομοθέτη.

7) Έκφραση γνώμης από τους Δικηγορικούς Συλλόγους ενώπιον του Α.Δ.Σ. για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών.

Η θεσμοθέτηση «γνωμοδότησης» από τους Δικηγορικούς Συλλόγους για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών θεωρώ ότι αποτελεί σοβαρό πλήγμα της δικαστικής ανεξαρτησίας και τροχοπέδη στην ορθή αξιολόγηση του δικαστικού έργου από το Α.Δ.Σ. Όταν κάθε φορά ένας στους δυο διαδίκους δικαιώνεται στην κρίση ενός δικαστή, διερωτώμαι με ποιο εχέγγυο αμεροληψίας, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο θα εισακούσει τον αμφισβητούντα το κύρος και την εντιμότητα ενός δικαστή δικηγορικό σύλλογο, στον οποίο ο ηττηθείς διάδικος ή συνήγορος μπορεί να έχει άμεση επιρροή; Από την άλλη μεριά, τυχόν επισημοποίηση μιας τέτοιας τακτικής, δε μπορεί να αποκλείσει από κάποιους δικαστές, στο πλαίσιο της υπηρεσιακής αυτοπροστασίας τους, να υιοθετήσουν μια ελαστική συμπεριφορά προς τους δικονομικούς κανόνες, η οποία προοδευτικά μπορεί να διαβρώσει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Είναι, εξάλλου, τοις πάσι γνωστό ότι τόσο οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, όσο και ατομικά οι δικηγόροι, αλλά και οι πολίτες, συχνά καταφεύγουν στους Επιθεωρητές Δικαστές της οικείας δικαστικής περιφέρειας, για να εκφράσουν τα παράπονά τους ή ενδεχομένως και την ευαρέσκειά τους προς κάποιους συναδέλφους μας. Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, με τη μακρόχρονη εμπειρία του, είναι σε θέση να διυλίζει τις πληροφορίες αυτές, να τις διασταυρώνει και να κρίνει αξιόπιστα για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών. Εάν θεωρούμε ότι η επιθεώρηση των δικαστικών λειτουργών δεν λειτουργεί επαρκώς, λόγω ενδεχομένως υπερβολικού φόρτου εργασίας των Επιθεωρητών Δικαστών, θα πρέπει τη λύση να την αναζητήσουμε εκ των έσω και όχι να επαφιέμεθα στη διαβλητή γνώμη τρίτων.

8)  Κατάργηση  της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης (άρθρο  96 παρ 4,5)

Σήμερα τα στρατιωτικά δικαστήρια είναι ανεξάρτητα δικαστήρια που λειτουργούν με τις εγγυήσεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ και ασφαλώς δεν έχουν καμία σχέση με αυτά που λειτουργούσαν σε ανώμαλες περιόδους της ιστορίας μας.

Η αναγκαιότητα της ύπαρξής τους βασίζεται α) σε ιστορικούς λόγους, αλλά και σε λόγους εξειδίκευσης για τις ιδιάζουσες υποθέσεις των ενόπλων δυνάμεων, β) στο γεγονός ότι είναι τα μόνα ειδικά ποινικά δικαστήρια στη χώρα, η εμπειρία των οποίων θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από την πολιτεία για ενδεχόμενη, στο μέλλον, αυτονόμηση της ποινικής από την αστική δικαιοσύνη  και γ) στην ελάφρυνση των Κοινών ποινικών δικαστηρίων από χιλιάδες ποινικές υποθέσεις, που άλλως θα υπάγονταν σ’ αυτά και θα απαιτείτο πρόσθετη υλικοτεχνική, γραμματειακή και κτιριακή υποδομή.

9) Κατάργηση της παρέμβασης του Υπουργού Δικαιοσύνης , Διαφάνειας  και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις προαγωγές και τα πειθαρχικά των δικαστών με παραπομπή της υπόθεσης στην ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λειτουργών (άρθρα 90 παρ. 3 και 91 παρ. 1 και 3 Συντ.).

Η άσκηση πειθαρχικού ελέγχου εκ μέρους του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας  και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και το δικαίωμα του ιδίου , όταν διαφωνεί με την κρίση Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου , σχετικά με την προαγωγή, τοποθέτηση μετάθεση, απόσπαση και μετάταξη δικαστικού λειτουργού, να παραπέμπει το ζήτημα στην Ολομέλεια του οικείου Ανωτάτου Δικαστηρίου, επιβάλλεται να καταργηθούν για λόγους ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Η ανάμιξη  του Υπουργού Δικαιοσύνης στη διαδικασία υπηρεσιακής εξέλιξης των δικαστικών λειτουργών, δημιουργεί ρήγμα στη θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των εξουσιών, διευκολύνει τον έλεγχο της δικαστικής από την εκτελεστική εξουσία και προκαλεί την εντύπωση προσωπικής αντιπαράθεσης του Υπουργού με τον κρινόμενο δικαστικό λειτουργό ή ενδεχομένως και συγκάλυψής του από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα του Αρείου Πάγου. Ο επανέλεγχος των αποφάσεων του ΑΔΣ σχετικά με την υπηρεσιακή εξέλιξη των δικαστικών λειτουργών μπορεί να επιτευχθεί με την αναγνώριση δικαιώματος παραπομπής του υπηρεσιακού ζητήματος στην Ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου από τον Πρόεδρό του και την ταυτόχρονη κατάργηση του δικαιώματος του Υπουργού της Δικαιοσύνης.

Τέλος σχετικά με τη διαδικασία διαμόρφωσης της πρότασης της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων επί των θεμάτων της συνταγματικής αναθεώρησης κατά το σκέλος που αφορούν τη Δικαιοσύνη , οφείλω να σας ενημερώσω ότι στην τελευταία  Συνεδρίαση του ΔΣ   αρχικά ψήφισα , όπως και άλλα μέλη του ΔΣ, η απόφαση να ληφθεί από το ΔΣ, θεωρώντας ότι υπάρχει επαρκής νομιμοποιητική βάση προς τούτο και καθένας μας θα μπορούσε να διαμορφώσει μια άποψη κοντά στη βούληση της πλειοψηφίας των συναδέλφων με προσωπικές επαφές που θα επεδίωκε μαζί τους. Η θέση αυτή απορρίφθηκε με οριακή πλειοψηφία οκτώ ψήφων έναντι επτά. Στη συνέχεια ακολούθησε ψηφοφορία, για να επιλεγεί το μέσο μέσω του οποίου θα καλείτο να εκφραστεί το δικαστικό σώμα, και συγκεκριμένα ανάμεσα στην Ηλεκτρονική Ψηφοφορία και στην ΓΣ. Εγώ προσχώρησα στη δεύτερη άποψη με το σκεπτικό ότι : α) η ψηφοφορία στη Γενική Συνέλευση έχει τη δυνατότητα να είναι περισσότερο αντιπροσωπευτική από την ηλεκτρονική ψηφοφορία και  β) αρκετοί μεν συνάδελφοι δεν κάνουν χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, ενώ έχω επιφυλάξεις και για τη διασφάλιση της μυστικότητας της ψηφοφορίας. Στη Γενική Συνέλευση οι συνάδελφοι θα μπορέσουν να ψηφίσουν εύκολα και κυρίως μυστικά, αφού προηγουμένως ακουστούν οι θέσεις των μελών του ΔΣ και όσων άλλων συναδέλφων θελήσουν να πάρουν το λόγο, για να εκφράσουν τις απόψεις τους. Εξάλλου,  ηλεκτρονική ψηφοφορία δεν προβλέπεται από το Καταστατικό της Ένωσης.

Συνάδελφοι, για να είναι επιτυχημένη η προσπάθεια καταγραφής των απόψεων του δικαστικού σώματος και κατά το δυνατόν αντιπροσωπευτικότερη η θέση που θα προκύψει στα προαναφερόμενα κρίσιμα για την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος και την προσωπική μας ανέλιξης ζητήματα, κρίνω αναγκαία την παρουσία σας στην επερχόμενη Γενική Συνέλευση και παρακαλώ για την ουσιαστική σας συμβολή σ΄ αυτή, έχοντας κατά νου ότι το διακύβευμα υπερβαίνει τις προσωπικές μας επιδιώξεις και φιλοδοξίες και θα καθορίσει σημαντικά την πορεία και των επόμενων γενεών δικαστών.    

Με συναδελφικούς χαιρετισμούς 

Χρήστος Νάστας

Πρόεδρος Εφετών