Ασφυκτικοί περιορισμοί και για το δικαίωμα της συνάθροισης. Μία πρώτη προσέγγιση του υπό διαβούλευση Σχεδίου Νόμου. Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου της Ε.Δ.Ε., Ιωάννας Ξυλιά, Προέδρου Πρωτοδικών

Ασφυκτικοί περιορισμοί και για το δικαίωμα της συνάθροισης.
Μία πρώτη προσέγγιση του υπό διαβούλευση Σχεδίου Νόμου.

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη,
Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Ιωάννας Ξυλιά, Προέδρου Πρωτοδικών

Η συνταγή είναι παλιά. Όταν το Κράτος θέλει να ενταφιάσει ένα συνταγματικό δικαίωμα δεν το κάνει ευθέως αφενός διότι εμποδίζεται από την δυσκίνητη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, αφετέρου διότι προκαλεί ανεξέλεγκτες κοινωνικές αντιδράσεις. Έχει όμως άλλα όπλα περισσότερο αποτελεσματικά. Εκδίδει εκτελεστικούς νόμους του Συντάγματος, οι οποίοι περιορίζουν τόσο ασφυκτικά μια συνταγματική διάταξη ώστε απομένει το κουφάρι της αποστεωμένο και κενό από κάθε ουσία. Κατά μία περίεργη σύμπτωση τα συνταγματικά δικαιώματα, που μπαίνουν στην μέγγενη των εκτελεστικών νόμων είναι τα δικαιώματα συλλογικής δράσης. Είναι πλέον γνωστό ότι οι νόμοι που ρυθμίζουν την άσκηση του συνταγματικού δικαιώματος στην απεργία (άρθρο 23 παρ. 2 Σ) οδήγησαν στην σταδιακή απονέκρωσή του αφού το 90% των απεργιών κρίνονται παράνομες ή καταχρηστικές (βλ. Χρ. Σεβαστίδη, το δικαίωμα απεργίας και ο δικαστικός έλεγχος της άσκησής του, έκδ. 2015, σελ. 9 επ). Χαριστική βολή το άρθρο 211 του ν. 4512/2018, τις αρνητικές συνέπειες του οποίου έγκαιρα επισημάναμε.

Στις 25 Φεβρουαρίου 2020 τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη για τις «δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις». Κατά την αιτιολογική έκθεση έρχεται να καλύψει «ένα αναμφίβολα υπαρκτό κενό στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Προφανώς όχι των ανθρώπων που συμμετέχουν στις συναθροίσεις. Πριν την κατάθεση του σχεδίου νόμου είχε δημιουργηθεί το κατάλληλο έδαφος για την στήριξή του από την κοινή γνώμη, που «αγανακτεί» όταν λίγες δεκάδες άτομα αποκλείουν το κέντρο μεγάλων πόλεων και εμποδίζουν την κοινωνικοοικονομική ζωή. Όμοια αγανάκτηση και όταν οι απεργοί δυσκολεύουν την καθημερινότητα των συμπολιτών τους. Ο κοινωνικός αυτοματισμός στο απόγειό του! Πέρα από το γεγονός ότι αποδέκτης του δικαιώματος είναι η κρατική εξουσία, γίνεται αυτονόητα δεκτό ότι οι τρίτοι υποχρεούνται να ανεχθούν την παροδική κυκλοφοριακή συμφόρηση που προκαλείται. Στην πραγματικότητα η ενόχληση, σε ορισμένο μέτρο, του γενικού πληθυσμού εντάσσεται στην ίδια τη ratio της συνάθροισης, προκειμένου να γίνει αισθητή η ύπαρξη ενός κοινωνικού, πολιτικού θέματος που απασχολεί τους συναθροισμένους (Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, γ’ έκδ. σελ. 485 επ). Θα ήταν περιττό ωστόσο να υπενθυμίσουμε και άλλη μία αδυναμία του επιχειρήματος των «αγανακτισμένων» αφού η παράγραφος 2 του ΠΔ 120/2013 (Διάταγμα Δένδια) έχει ρητή πρόβλεψη για τέτοιες περιπτώσεις «Οι συναθροίσεις διεξάγονται κατά τρόπο που δεν διαταράσσεται παρά στο μέτρο του απολύτως αναγκαίου η οδική κυκλοφορία και η κοινωνικοοικονομική ζωή της πόλης. Σε πόλεις με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων δεν επιτρέπεται η κατάληψη ολόκληρου του οδοστρώματος και η πλήρης διακοπή της κυκλοφορίας των οχημάτων από ιδιαίτερα μικρές, σε σχέση με τη σημασία της συγκεκριμένης οδού για την εξυπηρέτηση της οδικής κυκλοφορίας και της κοινωνικοοικονομικής ζωής της πόλης, συναθροίσεις…». Τότε λοιπόν ποια είναι η πραγματική αιτία κατάθεσης του σχεδίου νόμου;

Το άρθρο 11 του Συντάγματος προβλέπει το αρχαιότερο δικαίωμα συλλογικής δράσης στο ελληνικό συνταγματικό δίκαιο, το δικαίωμα της συνάθροισης, του οποίου η άσκηση ορθά μεταφράζεται σε δημόσια συμμετοχή στις διαδικασίες σχηματισμού πολιτικής βούλησης της εξουσίας (Κ. Χρυσόγονος, ανωτ, σελ. 480). Από την εποχή της δικτατορίας ισχύει το ν.δ. 794/1971 ενώ καμία κυβέρνηση της μεταπολίτευσης δεν έφερε προς ψήφιση εκτελεστικό νόμο, αφήνοντας διευρυμένα τα όρια του δικαιώματος. Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου αποπειράται μετά από 45 χρόνια δημοκρατίας να προβεί σε ρυθμίσεις- περιορισμούς, εισάγοντας αμφίβολης συνταγματικότητας νεωτερισμούς.

Το Σύνταγμα προβλέπει την απαγόρευση των υπαίθριων συναθροίσεων με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, σε δύο περιπτώσεις (άρθρο 11 παρ. 2β’): σε γενικό επίπεδο αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια και σε ορισμένη περιοχή αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Στο ν.δ. 794/1971 προβλέπονταν η θέση του «διοργανωτή» της συνάθροισης ο οποίος είχε την υποχρέωση γνωστοποίησής της στην αστυνομική αρχή 48 ώρες πριν την πραγματοποίησή της. Η γνωστοποίηση περιελάμβανε τα ατομικά στοιχεία του διοργανωτή, την ημερομηνία και ώρα της συνάθροισης, τον ακριβή τόπο, το τέρμα και την διαδρομή καθώς και τον ειδικό σκοπό της. Το υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου επαναφέρει το θεσμό του «οργανωτή» και την γνωστοποίηση της συνάθροισης, η οποία περιλαμβάνει τα ίδια στοιχεία που απαιτούσε και το νδ 794/1971 (άρθρο 3 παρ. 2 του ΣχΝ).

Η παράλειψη γνωστοποίησης κατά την κυρίαρχη άποψη δεν καθιστά την συνάθροιση παράνομη (Βαλάκου – Θεοδωρούδη, Το δικαίωμα της συναθροίσεως στη νομολογία, ΕΔΔΔΔ 1982, 50), η δε γνωστοποίηση στις αρχές εναπόκειται στην ευχέρεια του διοργανωτή (Μπακόπουλος, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι στο ελληνικό, γαλλικό και αγγλικό δημόσιο δίκαιο, 1995, αντίθετα Κ. Χρυσόγονος, ανωτ, σελ. 491, που τη θεωρεί θεμιτή προληπτική διατύπωση). Το Σχέδιο Νόμου (άρθρο 9 περ. ε’) δίνει στις αστυνομικές αρχές το δικαίωμα διάλυσης της υπαίθριας συνάθροισης, που βρίσκεται σε εξέλιξη, εάν πραγματοποιείται χωρίς να έχει γίνει γνωστοποίηση. Πρόκειται ξεκάθαρα για διάταξη αντισυνταγματική, αφού ορθά επισημαίνεται ότι «το δικαίωμα στη συνάθροιση δεν υπόκειται σε καθεστώς άδειας, αναγγελίας ή προληπτικού ελέγχου από τις αστυνομικές αρχές όπως γινόταν σε ανώμαλες περιόδους παλαιότερα (Σπυρόπουλος/ Κοντιάδης/ Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης, (Τσιφτσόγλου), ΕρμΣυντ (2017) άρθ. 11 αρ. 12). Θυμίζουμε ότι όμοια πρόβλεψη υπήρχε και στο ν.δ. 794/1971 (άρθρο 7 παρ. 1β’), περίπτωση που θεωρήθηκε καταργημένη σύμφωνα με το άρθρο 111 παρ. 1 του Συντάγματος (έτσι Κ. Χρυσόγονος, ανωτ, σελ. 492).

Ο «οργανωτής» πέρα από τα καθήκοντα γνωστοποίησης της συνάθροισης στις αρμόδιες αρχές (άρθρο 3 παρ. 1 ΣχΝ) αναλαμβάνει πλέον επιπρόσθετους ρόλους: Επιφορτίζεται με το καθήκον ενημέρωσης των συμμετεχόντων για την υποχρέωσή τους να μην φέρουν και να μην χρησιμοποιούν αντικείμενα πρόσφορα για άσκηση βίας, ζητεί την παρέμβαση της αρμόδιας αρχής για την απομάκρυνση τέτοιων ατόμων και ορίζει ομάδα περιφρούρησης της συνάθροισης (άρθρο 4 ΣχΝ). Ανατίθενται πλέον στον «οργανωτή» καθήκοντα αστυνομικής φύσης, ορίζεται συνεργάτης της αρμόδιας αστυνομικής ή λιμενικής αρχής με υποχρέωση συμμόρφωσης με τις υποδείξεις τους. Οι συναθροίσεις φέρουν πλέον εκ των προτέρων το στίγμα της εν δυνάμει παράνομης κινητοποίησης, την υποψία της διάπραξης αξιόποινων πράξεων. Ο «οργανωτής» και κατ’ επέκταση η συνάθροιση μπαίνει στο ασφυκτικό κλοιό του προληπτικού αστυνομικού ελέγχου και το πλάνο της συνάθροισης ουσιαστικά υποδεικνύεται από τις αστυνομικές αρχές. Την ίδια στιγμή οι κυρώσεις που απειλούνται για τον «αμελή» οργανωτή είναι εξοντωτικές: Ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες στην συνάθροιση. Απαλλάσσεται μόνο αν είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως για την συνάθροιση και εφόσον αποδείξει ότι είχε λάβει όλα τα πρόσφορα και αναγκαία μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή της ζημίας (άρθρο 14 παρ. 4 ΣχΝ). Η αόριστη νομική έννοια του «επαρκούς αριθμού ατόμων που παρέχουν συνδρομή στην περιφρούρηση», η αντικειμενική δυσκολία ενημέρωσης και ελέγχου όλων των συμμετεχόντων στην συνάθροιση και η παρείσφρηση προβοκατόρικων στοιχείων, που είναι αδύνατο να ελεγχθούν, μπορούν να οδηγήσουν στην επιβολή αστικών κυρώσεων οικονομικής εξόντωσης των φορέων που διοργανώνουν την συνάθροιση. Ανυπέρβλητα προβλήματα δημιουργούνται από την άκαμπτη και ισοπεδωτική απαίτηση του νομοθέτη για ορισμό «οργανωτή» και ομάδων περιφρούρησης σε συναθροίσεις ευαίσθητων κατηγοριών πολιτών όπως συνταξιούχων, ανηλίκων, ΑΜΕΑ.

«Οργανωτή» απαιτεί το σχέδιο νόμου και για τις αυθόρμητες δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις στην περίπτωση που διαφαίνονται οι κίνδυνοι που αναφέρει το Σύνταγμα (άρθρο 3 παρ. 3 ΣχΝ). Απειλεί μάλιστα στην περίπτωση μη συμμόρφωσης με περιορισμούς που θέτει η αστυνομική αρχή και του μη ορισμού οργανωτή, την διάλυση της συνάθροισης. Το χουντικό νδ 794/1971 αφορούσε μόνο τις οργανωμένες εκ των προτέρων δημόσιες συναθροίσεις και απαγόρευε τις αυθόρμητες, που προκύπτουν ως άμεση απάντηση σε κάποιο επίκαιρο γεγονός. Η θεωρία του συνταγματικού δικαίου θεωρούσε μέχρι σήμερα ότι οι αυθόρμητες συναθροίσεις απολαμβάνουν της ίδιας συνταγματικής προστασίας με τις διοργανωμένες και ότι η απαγόρευσή τους δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτή παρά μόνο εάν ανακύπτουν οι κίνδυνοι του άρθρου 11 παρ 2β Σ. (έτσι Κ. Χρυσόγονος, ανωτ, σελ. 491 επ, Σπυρόπουλος/ Κοντιάδης/ Ανθόπουλος/Γεραπετρίτης (Τσιφτσόγλου), ΕρμΣυντ (2017) άρθ. 11 αρ. 3). Στο άρθρο 3 παρ. 3 του σχεδίου νόμου παρατηρούμε την διατύπωση «Αυθόρμητη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση που δεν έχει γνωστοποιηθεί…δύναται να επιτραπεί εφόσον δεν διαφαίνονται κίνδυνοι…». Συνεπώς το σχέδιο νόμου ξεκινάει από μια αρνητική αφετηρία: την διεξαγωγή της συνάθροισης κατά την διακριτική ευχέρεια της αστυνομικής αρχής, ακόμα και αν δεν διαφαίνονται οι κίνδυνοι του άρθρου 11 παρ. 2β’ Σ. Ήδη επισημαίνεται μια αδικαιολόγητη αρνητική αντιμετώπιση των αυθόρμητων συναθροίσεων σε σχέση με τις οργανωμένες. Πρόκειται για κραυγαλέα περίπτωση επιβολής υπέρμετρων περιορισμών καθ’ υπέρβαση των συνταγματικών ορίων.

Στο άρθρο 7 ΣχΝ ορίζονται οι περιπτώσεις που μπορεί να απαγορευτεί μία δημόσια συνάθροιση. Κι’ αν οι περιπτώσεις α’ και β’ ταυτίζονται με τις δύο περιπτώσεις απαγόρευσης που προβλέπει το άρθρο 11 παρ. 2 Σ, ερωτηματικό αποτελεί η περίπτωση γ’ που αναφέρεται σε συνάθροιση ο σκοπός της οποίας αντιτίθεται προς το σκοπό ήδη προγραμματισμένης γνωστοποιηθείσας που πραγματοποιείται ή βρίσκεται σε εξέλιξη. Μπορεί δηλαδή η μεταβολή του σκοπού της συνάθροισης, ακόμα κι’ αν δεν επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια ή σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, να οδηγήσει τις αστυνομικές αρχές σε απαγόρευση της συνάθροισης; Αποτελεί προφανώς μια ανεπίτρεπτη διεύρυνση των περιοριστικά αναφερόμενων απαγορεύσεων που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα. Οι επιφυλάξεις αυτές για την συνταγματικότητα της ρύθμισης πολλαπλασιάζονται, αν θυμηθούμε τις εργασίες της Ολομέλειας της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής (1975), όταν είχαν προβληθεί έντονες αντιρρήσεις σχετικά με τη χρήση και τυχόν κατάχρηση ακόμα και των δύο απαγορεύσεων που επιβλήθηκαν περιοριστικά στο άρθρο 11 παρ. 2 του Συντάγματος.

Εξόχως προβληματική φαίνεται και η ρύθμιση του άρθρου 7 παρ. 4 ΣχΝ σύμφωνα με την οποία «για τη λήψη απόφασης περί απαγόρευσης όπως και για την επιβολή περιορισμών…λαμβάνονται υπόψη ιδίως: α) ο εκτιμώμενος αριθμός συμμετεχόντων, β) η περιοχή πραγματοποίησής της, γ) ο βαθμός επικινδυνότητας αυτής ως προς την πιθανότητα διάπραξης σοβαρών εγκλημάτων και διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής». Η ενδεικτική απαρίθμηση των λόγων που μπορούν να οδηγήσουν σε απαγόρευση ή επιβολή περιορισμών αφήνει ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στις αστυνομικές αρχές χωρίς μάλιστα να είναι εκ των προτέρων γνωστά τα κριτήρια που θα οδηγήσουν σε απαγόρευση ή περιορισμούς. Το πρώτο μάλιστα ενδεικτικά αναφερόμενο κριτήριο (ο εκτιμώμενος αριθμός των συμμετεχόντων) είναι εξόχως προβληματικό. Δίνει τη δυνατότητα στις αστυνομικές αρχές να απαγορεύσουν συναθροίσεις πολυπληθείς και ογκώδεις, οι οποίες δεν δημιουργούν κίνδυνο ούτε για την δημόσια ασφάλεια ούτε για την κοινωνικοοικονομική ζωή. Ενώ δηλαδή υποτιθέμενη αφορμή για την ψήφιση του νομοσχεδίου αποτέλεσαν οι ολιγομελείς πορείες στα κέντρα μεγάλων πόλεων που δημιουργούν προβλήματα στην καθημερινότητα των πολιτών, καταλήγει – πέρα από οποιαδήποτε συνταγματική επιταγή- σε μέσο απαγόρευσης των συναθροίσεων που λόγω του μεγάλου μεγέθους τους δεν μπορούν να ελεγχθούν επαρκώς από τις αστυνομικές αρχές.

Το άρθρο 14 ΣχΝ προβλέπει ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα τη συμμετοχή σε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση, η οποία έχει απαγορευτεί από τις αρμόδιες αρχές. Το άρθρο 9 του ν.δ. 794/1971 προέβλεπε ποινική ευθύνη μόνο όμως για τον οργανωτή και τους ομιλητές της συνάθροισης. Παρατηρούμε επομένως με το υπό διαβούλευση ΣχΝ μια σημαντική αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου και μία διεύρυνση των ποινικά υπεύθυνων προσώπων, στα οποία εντάσσονται πλέον όλοι οι συμμετέχοντες στην συνάθροιση.

Η αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου, επί της αρχής, φέρεται να επιδιώκει την διασφάλιση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι «εντός ενός θεσμικού πλαισίου λογικής». Παραβλέπεται προφανώς ότι η εξισορροπητική λογική και στάθμιση των αντικρουόμενων κοινωνικών συμφερόντων ανήκει προνομιακά στον συνταγματικό νομοθέτη και αποτυπώνει τους πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς μιας ορισμένης περιόδου. Ο επαναπροσδιορισμός του πλαισίου της λογικής από τον ύστερο κοινό νομοθέτη μόνο ως θεσμική αναίδεια μπορεί να εκληφθεί.

Αθήνα, 5 Μαρτίου 2020.

Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρ. 724 ΚΠολΔ, Δημητρίου Κράνη, Αντιπροέδρου Α.Π. ε.τ.

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 85KB)

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥΣ

Αθήνα, 20.02.2020

ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΗ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΥΣ

Πραγματοποιήθηκε την 18.02.2020 συνάντηση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων με τον Υπουργό Δικαιοσύνης κ. Κωνσταντίνο Τσιάρα, στο πλαίσιο της υλοποίησης των αποφάσεων που ελήφθησαν κατά πλειοψηφία κατά τη συνεδρίαση του την 6η Φεβρουαρίου 2020, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Καταστατικού της Ένωσης μας. Η συνάντηση έγινε σε πολύ θετικό κλίμα και εκ μέρους της Ένωσης μετείχαν οι κ.κ. Χρήστος Νάστας, Πρόεδρος Εφετών, Νικόλαος Σαλάτας, Εφέτης, Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Δημήτριος Φούκας, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Ευστάθιος Βεργώνης, Αντεισαγγελέας Εφετών και Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, Εφέτης, μέλη του ΔΣ.   

Κατά τη συνάντηση συζητήθηκαν τα ακόλουθα θέματα : 

α) Η θέσπιση, με το επικείμενο προς κατάθεση εντός του Μαρτίου στη Βουλή σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, συνολικά 65 νέων οργανικών θέσεων και ο προσφορότερος τρόπος κάλυψης τους 

β) Η έγκαιρη προετοιμασία εκ μέρους της διοίκησης για την υποβολή των ερωτημάτων προς το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο ενόψει των αποχωρήσεων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών την 30.06.2020

γ) Η πρόοδος στην επεξεργασία των μισθολογικών ωριμάνσεων που οφείλονται από 1.1.2019 και καταβολής των οφειλόμενων από δικαστικές αποφάσεις σε δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς

δ) Η παρακολούθηση της λειτουργίας των Ποινικών Κωδίκων και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

ε)Η νομοθετική κατάργηση μη δικαιοδοτικού χαρακτήρα καθηκόντων Ειρηνοδικών

στ) Η εκ νέου παροχή στους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς του δικαιώματος χρήσης της Τράπεζας Νομικών Πληροφοριών του ΔΣΑ «ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ»

ζ) Η χρήση νέων τεχνολογιών στον χώρο της Δικαιοσύνης 

η) Η κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων 

Ο κ. Υπουργός επιπλέον διέψευσε φήμες, που διακινούνται στο χώρο των δικαστηρίων, για τροποποιήσεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων σε θέματα όπως οι δικαστικές διακοπές και ο θεσμός του αυτοδιοίκητου, ή του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων σε θέματα ωραρίου. Επίσης, επισήμανε ότι με την πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση δεν  προκλήθηκε μείωση των πόρων του ΤΑΧΔΙΚ που προορίζονταν για την κάλυψη των αναγκών των δικαστηρίων. 

Τέλος, ενόψει της διαπίστωσης του θετικού κλίματος για συνεργασία συμφωνήθηκε η συστηματοποίηση των επαφών της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και του Υπουργείου Δικαιοσύνης με βασικούς άξονες την προστασία του Κράτους Δικαίου και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της Δικαιοσύνης για τους πολίτες. 

Τα μέλη του ΔΣ 

 

Χρ. Νάστας, Πρόεδρος Εφετών             Ν. Σαλάτας, Εφέτης                                         

Μ. Στενιώτη , Εφέτης                               Κ. Βουλγαρίδης, Πρ. Πρωτοδικών           

Γρ.Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης.                  Β.Πάπαρη, Εφέτης

Δ. Φούκας , Πρ. Πρωτοδικών                 Ε. Βεργώνης, Αντεισαγγελέας Εφετών 

                                       Π. Λυμπερόπουλος , Εφέτης          

 

Θέσεις της Εφετειακής Πατρών στο έκτακτο ΔΣ της 6-2-2020

ΕΦΕΤΕΙΑΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ 

 Για τη συνεδρίαση του Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε. της 06.02.2020, στην οποία προσκληθήκαμε. 

 

Πάτρα 06.02.2020

Μιχαήλ Τσέφας, Πρωτοδίκης

Πρόεδρος   της Εφετειακής Επιτροπής 

 της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών

  • Ως προς το 1ο και 2ο θέμα της ημερήσιας διάταξης (Η.Δ.) και το 1ο θέμα του από 24.01.2020 εγγράφου των εκεί αναφερομένων μελών του Δ.Σ. 

Έχουμε τη γνώμη ότι το Δ.Σ. της Ένωσής μας πρέπει να λειτουργήσει μέχρι τις εκλογές του Μαΐου του 2020 όπως προβλέπεται. Είναι υποχρέωση των μελών του, απέναντι σε όλους εμάς τους συναδέλφους, που τους ψηφίσαμε, τους εκλέξαμε και τους δώσαμε την εντολή να διαχειριστούν τα ζητήματα που μας απασχολούν ως δικαστές και  σκληρά εργαζόμενους. Είναι δυσάρεστο που τίθεται τόσο εύκολα σε κρίση η λειτουργία του Δ.Σ. με τις παραιτήσεις που έλαβαν χώρα και είναι εύκολα αντιληπτό ότι τούτο δε βοηθά την εικόνα της Ένωσής μας, αλλά και την ουσία της λειτουργίας και του προορισμού της. Έχουμε εκλέξει τα μέλη του Δ.Σ. για να μας εκπροσωπούν με ορθό λόγο και επιχειρήματα, και να μας βοηθούν, όχι να αντιδικούν με αδιάκοπες αντιπαραθέσεις κενές περιεχομένου από ένα σημείο και μετά. Είναι απορίας άξιο, πως μπόρεσε το προεδρείο της Ένωσής μας αλλά και συνολικά το Δ.Σ. να λειτουργήσει, να συνεννοηθεί και να παράξει έργο από το Μάιο του 2018 οπότε και εκλέχθηκαν τα μέλη του, μέχρι πριν λίγους μήνες, και σήμερα, να τίθεται τόσο εύκολα σε αμφισβήτηση η περαιτέρω λειτουργία του και να υπάρχει όλη αυτή η επίθεση εναντίον του Προέδρου της Ένωσης. Αυτός ο αρνητικός απόηχος  των αντιπαραθέσεων, μας έχει επηρεάσει όλους, δεν πρέπει όμως να οδηγήσει στην απαξίωση και στην εκτροπή του Δ.Σ. από τον προορισμό του, όπως προβλέπει ο κανονισμός λειτουργίας του. Καλούμε τα μέλη του Δ.Σ. να συνεννοηθούν και να λειτουργήσουν με κανόνες ανταλλαγής επιχειρημάτων και όχι αντιπαλότητας. 

  • Ως προς το 3ο θέμα της Η.Δ. και το 3ο θέμα του από 24.01.2020 εγγράφου των εκεί αναφερομένων μελών του Δ.Σ.  

Αναφερόμαστε στη θέση που διατυπώσαμε αναλυτικά κατά τη συνεδρίαση της 07.12.2019. Επαναλαμβάνουμε ότι η Ένωσή μας πρέπει να επιδιώκει την υπεράσπιση της υπηρεσιακής σταθερότητας και της δίκαιης κατανομής των θέσεων των δικαστικών λειτουργών όλων των βαθμών με βάση τις υπηρεσιακές μας ανάγκες και να αντιτίθεται σε αποσπασματικές νομοθετικές πρωτοβουλίες της εκτελεστικής εξουσίας χωρίς προηγούμενη θεσμική διαβούλευση με τους εκπροσώπους μας. Υπό το πρίσμα αυτό και των πορισμάτων της ετήσιας τακτικής Γ.Σ.  του Δεκεμβρίου του 2019, συμφωνούμε στη λήψη πρωτοβουλίας από το Προεδρείο της Ένωσής μας για την κατάργηση της διάταξης περί ανακατανομής των θέσεων Προέδρων Εφετών και Εφετών και την άμεση ψήφιση νέων θέσεων δικαστών σε όλους τους βαθμούς, στα πλαίσια που κινήθηκε και η Π.Υ.Σ. της 27.06.2019 με περαιτέρω βελτιώσεις. 

  • Ως προς το 4ο  θέμα της Η.Δ. 

Αναφερόμαστε στη θέση που διατυπώσαμε αναλυτικά κατά τη συνεδρίαση της 23.01.2020. Επαναλαμβάνουμε ότι είναι βασικός προορισμός της Ένωσής μας, η αλληλέγγυα στάση και η δημόσια συλλογική προάσπιση μέσω των εκπροσώπων μας, των συναδέλφων δικαστών και εισαγγελέων, στην άσκηση του δικαιοδοτικού τους  έργου. Η συνταγματική κατοχύρωση της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών (δικαστών και εισαγγελέων), πρέπει να γίνεται αντικείμενο σεβασμού από την εκτελεστική εξουσία σε όλες τις εκφάνσεις της. Η κρίση για το νομικό χαρακτηρισμό των εγκληματικών πράξεων και την άσκηση των ποινικών διώξεων, ανήκει στους Εισαγγελείς και στα εκ του νόμου προβλεπόμενα δικαιοδοτικά όργανα που αποφαίνονται αυθεντικά για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό μιας αξιόποινης πράξης. Πάνω σε μια τέτοια ενέργεια, ιδίως δηλαδή στο στάδιο που εκκινείται η ποινική διαδικασία με την άσκηση της ποινικής δίωξης,  η τοποθέτηση από αξιωματούχους της εκτελεστικής εξουσίας, πολύ περισσότερο από Υπουργούς της Κυβέρνησης, περί άλλου, ορθότερου νομικού χαρακτηρισμού μιας εγκληματικής πράξης για βαρύτερο ποινικό αδίκημα, όπως εν προκειμένω έγινε στα πρόσφατα γεγονότα στο Κουκάκι, δημιουργεί την επικίνδυνη αίσθηση και σύγχυση στην κοινωνία, περί καλύτερων εναλλακτικών, τις οποίες παραβλέπουν οι εισαγγελείς και αναγνωρίζουν άλλα θεσμικά όργανα της κρατικής εξουσίας βρισκόμενα εκτός του δικαιοδοτικού χώρου. Υπό την έννοια αυτή, τέτοιες τοποθετήσεις μελών της εκτελεστικής εξουσίας όπως αυτές για τις ποινικές διώξεις που άσκησαν οι Εισαγγελείς στα πρόσφατα γεγονότα στο Κουκάκι, συνιστούν παρέμβαση στο έργο  της απονομής της δικαιοσύνης και μας βρίσκουν εμφατικά αντίθετους.

– Ως προς το 4ο και 5ο θέμα του από 24.01.2020 εγγράφου των εκεί αναφερομένων μελών του Δ.Σ. 

Συμφωνούμε στη λήψη πρωτοβουλιών για την οριστική, άμεση λύση με νομοθετική ρύθμιση,  σχετικά με τις μισθολογικές μας ωριμάνσεις και τα ασφαλιστικά μας ζητήματα στα πλαίσια του νέου ασφαλιστικού νομοσχεδίου. 

– Τέλος, ως προς το 2ο θέμα του από 24.01.2020 εγγράφου των εκεί αναφερομένων μελών του Δ.Σ. 

Αναφερόμαστε στη θέση που διατυπώσαμε αναλυτικά κατά τη συνεδρίαση της 23.01.2020. Η διαιώνιση του ζητήματος αυτού με τους εκπροσώπους των δικηγόρων, δεν οδηγεί πουθενά, ούτε  ωφελεί.

   

Θέση του Προέδρου της Εφετειακής Επιτροπής Πάτρας κ. Μιχαήλ Τσέφα- Πρωτοδίκη

ΕΦΕΤΕΙΑΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ

Για τη συνεδρίαση του Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε. της 23.01.2020, στην οποία προσκληθήκαμε.

-Οι πρωτοβουλίες μείωσης της έντασης στην αντιπαράθεση που προέκυψε το τελευταίο χρονικό διάστημα με τους εκπροσώπους των δικηγόρων, με κινήσεις μετριοπαθείς αλλά με επιχειρήματα από την πλευρά της Ένωσής μας, είναι, θεωρούμε, ορθές και αναγκαίες για την καλή πορεία στις σχέσεις των εκπροσώπων μας με τους εκπροσώπους των δικηγόρων και στις εν γένει σχέσεις μας με τους δικηγόρους οι οποίες συντριπτικά είναι καλές στην καθημερινή άσκηση των καθηκόντων μας. Αυτό όμως προϋποθέτει και ανάλογη στάση από την άλλη πλευρά. Ανακοίνωση όπως αυτή στις 11.01.2020 του Προέδρου της Ολομέλειας των Δικηγόρων Συλλόγων, είναι προφανές από το περιεχόμενό της ότι δε βοηθά.

Νομίζουμε όμως, ότι η διαιώνιση του ζητήματος με νέες ανακοινώσεις από την πλευρά μας, θα δημιουργήσει περιττή όξυνση που κανείς δεν τη θέλει. Ας σταματήσει λοιπόν το όλο ζήτημα εδώ. Η μετριοπαθής στάση της Ένωσής μας με καλή πίστη, αλλά με επιχειρήματα, θα βοηθήσει.

-Ως προς το ζήτημα της ανακοίνωσης από 16.01.2020 που υπογράφει ο Πρόεδρός της Ένωσής μας, προς υποστήριξη των εισαγγελέων που άσκησαν τις διώξεις για τα επεισόδια στο Κουκάκι, θεωρούμε ότι είναι ορθή, καθώς αυτός είναι ο βασικός προορισμός της Ένωσής μας, η αλληλέγγυα δηλαδή στάση και η δημόσια συλλογική προάσπιση μέσω των εκπροσώπων μας, των συναδέλφων δικαστών και εισαγγελέων στην άσκηση του δικαιοδοτικού τους έργου. Ο δικαστής και ο εισαγγελέας έχει μοναχικό δρόμο στην άσκηση των καθηκόντων του. Η συνταγματική κατοχύρωση της λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών (δικαστών και εισαγγελέων) κατ΄άρθ. 87παρ.1 Σ, είναι ασφαλώς ένα υψηλό προνόμιο με βαρύ θεσμικό και πραγματικό περιεχόμενο. Τούτο όμως δεν αναιρεί τον μοναχικό δρόμο κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου του δικαστή και του εισαγγελέα, όταν μάλιστα η κρίση του έχει συνέπειες με έντονο αντίκτυπο στην κοινωνία και ακολουθείται από κριτική η οποία λαμβάνει διαστάσεις και πραγματοποιείται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, από τους συλλογικούς φορείς που μπορεί να θίγονται ή να θεωρούν ότι θίγονται από μια τέτοια κρίση, αλλά και από μέλη της εκτελεστικής εξουσίας. Εκεί θεωρούμε ότι σοφά ο συνταγματικός νομοθέτης προέβλεψε ένα ισχυρό αντίβαρο υπέρ του δικαστή και του εισαγγελέα, τη δυνατότητά του να συγκροτεί ενώσεις (δικαστών και εισαγγελέων) κατ΄άρθ.89 παρ.5 Σ. Δηλαδή ο δικαστής και ο εισαγγελέας μπορεί να οργανώνει και να συμμετέχει σε συλλογικά όργανα ώστε να διευκολύνεται το δικαιοδοτικό του έργο. Αυτή η συλλογική του δυνατότητα όπως εκφράζεται μέσω των δικαστικών ενώσεων, μπορεί και πρέπει να είναι ο άοκνος υπερασπιστής του, ώστε να νιώθει την αλληλεγγύη των συναδέλφων του σε μια δυσκολία υπηρεσιακή, όταν γίνεται στόχος άδικης δημόσιας κριτικής στην οποία κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεν μπορεί ως άτομο να αντιδράσει. Εκεί λοιπόν οι ενώσεις μας και οι εκπρόσωποί μας πρέπει να παρεμβαίνουν για να οριοθετούν τα ζητήματα στη σωστή τους βάση, να ενημερώνεται προς τούτο η κοινωνία, αλλά και να αντιλαμβάνονται όλοι οι εμπλεκόμενοι συλλογικοί και θεσμικοί φορείς. Η παρέμβαση και η εξωτερίκευση αυτή της αλληλέγγυας στάσης των εκπροσώπων μας, δεν πιστεύουμε βέβαια ότι πρέπει να γίνεται «έτσι», γενικά και αναιτιολόγητα, δηλαδή από τυπικό συναδελφικό καθήκον, αλλά από γνήσια υποχρέωση προκειμένου να γνωστοποιούμε στην κοινωνία συνεχώς, τη φύση του δικαιοδοτικού μας έργου, ότι η κρίση μας, είτε πρόκειται για απόφαση, είτε για την άσκηση ποινικής δίωξης, είναι η συνέπεια μιας επιστημονικής διεργασίας με βάση το εισφερόμενο αποδεικτικό υλικό και όχι μια αυθαίρετη απόφαση με βάση το χαρακτήρα του εκάστοτε δικαστή ή εισαγγελέα. Γι αυτό και στα φαινόμενα, όπως εκείνα των αντιδράσεων μερίδας των εκπροσώπων των αστυνομικών, κατά των εισαγγελέων, ως προς τις διώξεις πλημμεληματικού χαρακτήρα που άσκησαν για τα επεισόδια που έλαβαν χώρα στο Κουκάκι, σε βάρος συναδέλφων τους από αναρχικές ομάδες και έλαβαν έκταση από τα ΜΜΕ, πρέπει, με βάση τον προορισμό της ένωσής μας, να βγαίνουμε μπροστά στην κοινωνία και να την ενημερώνουμε, όχι βέβαια με όρους αντιδικίας αλλά με όρους αλήθειας.

Πάτρα 23.01.2020
Μετά τιμής,
Εκ της Εφετειακής Επιτροπής της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών
Ο πρόεδρος,
Μιχαήλ Τσέφας Πρωτοδίκης.

Δήλωση Χαράλαμπου Μαυρίδη, Εφέτη, Σταματίας Γκαρά-Δημουλέα, Ειρηνοδίκη

Αποθήκευση αρχείου (PDF, 400KB)

ΠΩΣ ΕΚΦΡΑΖΕΤΑΙ Η ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

Ευσταθίου Βεργώνη,
Αντεισαγγελέως Εφετών,
Β΄ Αντιπροέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Σε όλα τα δελτία ειδήσεων το Σαββατοκύριακο, καθώς και στα ενημερωτικά sites, γενικά και θεματικά, κυριάρχησε η είδηση ότι η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων κατήγγειλε τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη για προσπάθεια επηρεασμού της Δικαιοσύνης και επίθεσης στην ανεξαρτησία της, με αφορμή δηλώσεις του που σχολίαζαν αρνητικά το περιεχόμενο της ποινικής δίωξης κατά των συλληφθέντων σε επεισόδια στο Κουκάκι, μετά από επίθεση σε αστυνομικές δυνάμεις. Το ιστορικό της ανακοίνωσης έχει ως εξής:

Το βράδυ της Τετάρτης 15.1.2020 ο Πρόεδρος Χρ. Σεβαστίδης έστειλε με ηλεκτρονικό μήνυμα σχέδιο ανακοίνωσης στα υπόλοιπα μέλη του προεδρείου της Ένωσης, με το ερώτημα αν συμφωνούμε για την έκδοσή της. Έχοντας την άποψη ότι οι δικαιοδοτικές πράξεις, όπως είναι η κίνηση της ποινικής δίωξης, υπόκεινται σε σχολιασμό, εφ’ όσον πρόκειται για δημόσιες πράξεις οργάνων με άμεση πολιτειακή εξουσία, εφ’ όσον ο σχολιασμός αυτός δεν υπερβαίνει τα επιβαλλόμενα όρια απάντησα ότι δεν συμφωνώ με την έκδοση τέτοιας ανακοίνωσης, και περίμενα τις γνώμες των άλλων μελών, το πρωί της Πέμπτης 16.1.2020.

Ξαφνικά πριν το μεσημέρι της ίδιας μέρας βλέπω στα ειδησεογραφικά sites την ανακοίνωση ως ανακοίνωση της ΕνΔΕ, διαπιστώνοντας στην συνέχεια ότι είχε εκδοθεί μόνο με υπογραφή του προέδρου, χωρίς βέβαια την συναίνεση των υπολοίπων μελών του Προεδρείου..

Τι προκύπτει λοιπόν από τα γεγονότα, χωρίς αμφιβολία; Ότι ενώ δεν υπήρχε η συλλογική βούληση του αρμοδίου οργάνου της Ενδε, αντίθετα το όργανο αυτό ήταν αντίθετο με την έκδοση ανακοίνωσης με καταγγελτικό περιεχόμενο εναντίον Υπουργού για παραβίαση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, ο Πρόεδρος εμφάνισε την άποψή του ως άποψη της Ένωσης, χωρίς τέτοια βούληση να έχει προκύψει νόμιμα, προωθώντας το μάλιστα στον Τύπο, αφού είχε δημοσιευθεί στην σελίδα του ΕΘΝΟΥΣ πριν από την 10 π.μ. της Πέμπτης 16.1.2020.
Και άμεσο είναι το ερώτημα. Όταν τα αρμόδια συλλογικά όργανα της Ένωσης διαφωνούν με την διατύπωση κάποιας θέσης της Ένωσης ρητά, μπορεί ο Πρόεδρος να εκδίδει παρά την ρητή αντίθετη άποψη της πλειοψηφίας, ανακοίνωση με αντίθετη θέση; Για τα ζητήματα αυτά θα αποφανθεί το έκτακτο Διοικητικό Συμβούλιο που θα συγκληθεί μετά από αίτημα πέντε μελών του.

Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς φέτος διανύουμε εκλογική χρονιά για την ΕνΔΕ. Και φαίνεται ότι η όξυνση και τονισμός των αντιθέσεων και η πόλωση είναι η προεκλογική επιλογή μιας συγκεκριμένης παράταξης συναδέλφων, με την οποία συνεργαστήκαμε για δύο διετίες, με λαμπρά αποτελέσματα για την Ένωση, συνεργαζόμενοι κατ’ αρχήν για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της .Δικαιοσύνης και για να αποτρέψουμε την εργαλειοποίησή της για την προώθηση κομματικής πολιτικής, για το ίδιο το περιεχόμενο της Δημοκρατίας εν τέλει.

Αυτή η προεκλογική επιλογή της πόλωσης πάση θυσία είναι φανερή πλέον από την επιλογή κινήσεων χωρίς καμία προηγούμενη συνεννόηση, χωρίς την προσπάθεια για εξεύρεση κοινών θέσεων, όπως γίνονταν μέχρι την άνοιξη του 2019.. Σήμερα που η Δικαιοσύνη βρίσκεται σε πολλαπλή κρίση και μπροστά σε επιλογές που θα καθορίσουν τον μετασχηματισμό της και νέους τρόπους λειτουργίας της, θα πρέπει να επικρατήσει νηφαλιότητα και ανυπόκριτη προσπάθεια εύρεσης κοινών θέσεων, ώστε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων να είναι πρωταγωνίστρια στην νέα εποχή.

Πόσο ελεύθερα ασκεί ο Εισαγγελέας το έργο του, Αικατερίνη Μάτση Αντεισαγγελέας Εφετών

Θεμελιώδης αρχή του κράτους δικαίου και πεμπτουσία της αρχής της διάκρισης των εξουσιών είναι η αποκλειστική ανάθεση της ποινικής δίωξης και του νομικού χαρακτηρισμού μίας πράξης στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Ενίοτε η αρχή αυτή αμφισβητείται, όταν οι επιλογές των εισαγγελικών λειτουργών προσκρούουν στην εκπεφρασμένη πολιτική βούληση. Το φαινόμενο αυτό είναι αρκετά συχνό και επαναλαμβανόμενο και θα ήταν υποκρισία να έλεγε κάποιος ότι ξαφνιάστηκε από τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν Εισαγγελείς που άσκησαν ποινικές διώξεις για τη γνωστή υπόθεση στο Κουκάκι. 

Η άσκηση ποινική δίωξης σημαίνει υπαγωγή συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου. Μία διαδικασία δηλαδή που προϋποθέτει ειδικές νομικές γνώσεις και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκλαϊκευμένων συζητήσεων μιας παρέας. Για τις λεπτές διακρίσεις μεταξύ της απλής σωματικής βλάβης, της απρόκλητης σωματικής βλάβης, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της βαριάς σωματικής βλάβης, της θανατηφόρας σωματικής βλάβης και της απόπειρας ανθρωποκτονίας έχουν γραφεί πολλά επιστημονικά βιβλία και έχουν εκδοθεί χιλιάδες δικαστικές αποφάσεις. Ο Εισαγγελικός λειτουργός, ως νομικός επιστήμονας, γνωρίζει πολύ καλά σε ποια συγκεκριμένη διάταξη υπάγονται τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά προκύπτουν από την υποβλητική αναφορά της αστυνομίας ή την έγκληση  και πάντοτε σε συνάρτηση με το αποδεικτικό υλικό που έχει στα χέρια του κατά το πρώιμο στάδιο της κίνησης της ποινικής δίωξης. Αξίζει δε να αναφερθεί ότι, ιδίως κατά την αυτόφωρη διαδικασία, είναι εξαιρετικά πιθανόν το αποδεικτικό υλικό να είναι ελλιπές ή η υποβλητική αναφορά της αστυνομίας να γίνεται πρόχειρα και να στηρίζεται συχνά σε ισχνά αποδεικτικά μέσα. Άλλωστε δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι και μετά την παραπομπή των υπαιτίων στο αρμόδιο δικαστήριο, οπότε και θα έχει συμπληρωθεί το αποδεικτικό υλικό, υπάρχει η δικονομική δυνατότητα το δικαστήριο να προβεί στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό. Εντούτοις, και ενώ προβλέπεται η προαναφερθείσα ασφαλιστική δικλείδα στο ποινικό δικονομικό μας σύστημα, αποσιωπήθηκε απ’ όλους τους φερόμενους ως “αρμόδιους”, οι οποίοι, αποφαινόμενοι για τέτοιου είδους ζητήματα χωρίς να διαθέτουν τη παραμικρή ειδική επιστημοσύνη, αναλώθηκαν στο να κατακρίνουν τις ενέργειες του Εισαγγελέα που κίνησε την επίμαχη ποινική δίωξη, κουνώντας επικριτικά το δάχτυλο, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να εξαπολύουν απειλές για άσκηση πειθαρχικών διώξεων σε βάρος του. 

Είναι λυπηρή η διαπίστωση ότι σε ένα κράτος δικαίου συνεχίζονται να ασκούνται πιέσεις σε δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, όχι άμεσα αλλά έμμεσα, δια της διαρκούς αναπαραγωγής αντιεπιστημονικής κριτικής, είτε από πολιτικούς, είτε από συνδικαλιστές αστυνομικών υπαλλήλων – ορισμένοι από τους οποίους φτάνουν σε προκλητική χυδαιότητα, αποκαλώντας τον Εισαγγελέα “κιοτή” – η οποία αναπαράγεται από συγκεκριμένα ΜΜΕ και καταλήγει στον εκχυδαϊσμό της νομικής επιστήμης.  

Εάν θα τελεσφορήσουν ή όχι τέτοιες πρακτικές είναι το ζητούμενο και εξαρτάται αποκλειστικά από τους ίδιους τους συναδέλφους. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει στον ύψιστο βαθμό την προσωπική και λειτουργική μας ανεξαρτησία και είναι ο μόνος σύμμαχος μας.

ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΔΙΩΞΕΩΝ ΣΤΟ ΚΟΥΚΑΚΙ

Αθήνα, 16/01/2020
Αριθμ. Πρωτ.:35

Για την αμφισβήτηση των ποινικών διώξεων στο Κουκάκι

       Επιχειρήθηκε τις τελευταίες ημέρες συντονισμένα τόσο από Υπουργούς της Κυβέρνησης όσο και από εκπροσώπους των αστυνομικών υπαλλήλων μία έμμεση πίεση στους Εισαγγελικούς Λειτουργούς για τροποποίηση των ποινικών διώξεων που έχουν ήδη ασκηθεί σε βαθμό πλημμελήματος, προκειμένου να χαρακτηριστούν ως κακουργήματα συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων, που αφορούν επιθέσεις σε βάρος αστυνομικών. Έφθασε μάλιστα Ένωση αστυνομικών υπαλλήλων στο εξωφρενικό σημείο να ζητά τον πειθαρχικό έλεγχο Εισαγγελέα, γιατί δεν άσκησε δίωξη έτσι όπως οι ίδιοι θα επιθυμούσαν. Δεν έχει γίνει ακόμα κατανοητό ότι οι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί Λειτουργοί ενεργούν σύμφωνα με το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό και τα στοιχεία που υπάρχουν στην δικογραφία. Τηρούν απαρέγκλιτα τη νομιμότητα και δεν αυθαιρετούν ούτε ενεργούν με βάση την πολιτική συγκυρία και τα κελεύσματα της επικαιρότητας. Η κρίση τους για την υπαγωγή μιας πράξης σε συγκεκριμένη νομοτυπική μορφή αδικήματος είναι κρίση επιστημονική βασισμένη σε πορίσματα της νομικής θεωρίας και της νομολογίας και δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης πολύ περισσότερο με όρους συναισθηματικούς και άρα αντιεπιστημονικούς. Καλούνται άλλη μια φορά να συνεχίσουν να επιτελούν το καθήκον τους κλείνοντας τα αυτιά σε προτροπές και εκφοβισμούς.

unnamed