Οι θέσεις μας στο ΔΣ για το ν/σ της υποχρεωτικής ιδιωτικής διαμεσολάβησης, Χρ. Σεβαστίδης, Χαρ. Σεβαστίδης, Π.Μποροδήμος

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΔΣ ΓΙΑ ΤΟ Ν/Σ ΤΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ
Οι αρνητικές συνέπειες από τον επανακαθορισμό  της στάσης της Ένωσης

Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ Εφέτης, Πρόεδρος ΕΔΕ
Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Εκπρ. Τύπου ΕΔΕ
Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης, Αναπλ. Ταμίας ΕΔΕ

14 Οκτωβρίου 2019.

Μετά την κατά πλειοψηφία απόφαση του ΔΣ της Ένωσής μας το προηγούμενο Σάββατο, που έκρινε ότι το ν/σ για την υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση είναι συνταγματικό και σε πλήρη αντιστοίχιση με την υπ’ αριθμό 34/2018 διοικ. Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και αφού οι υπογράφοντες αυτό το κείμενο, μαζί με άλλα τρία μέλη του ΔΣ, διαφωνήσαμε πλήρως και διαχωρίσαμε την στάση μας, θέτουμε ορισμένους προβληματισμούς και σκέψεις προς τους συναδέλφους μας.

Από τις αρχές Ιανουαρίου 2018, που κατατέθηκε προς ψήφιση ο ν. 4512/2018 για την υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων το ανέδειξε ως κυρίαρχο ζήτημα σε πλήθος ανακοινώσεων, δελτίων τύπου και παρεμβάσεων. Θυμίζουμε την υπ’ αριθ. πρωτ. 23/9-1-2018 ανακοίνωσή μας στην οποία τονίζαμε ότι «ο αποκλεισμός πρόσβασης στο δικαστικό σύστημα συντελείται με τη δημιουργία ενός ενδιάμεσου σταδίου υποχρεωτικής ιδιωτικής διαμεσολάβησης που έχει υψηλό κόστος και καθιστά απαγορευτική την μετέπειτα προσφυγή στα Δικαστήρια ιδίως για την οικονομικά ασθενέστερη και συντριπτικά μεγάλη πλειοψηφία του λαού». Στην ίδια ανακοίνωση αποφασίσαμε ως μέτρο διαμαρτυρίας την διακοπή συνεδριάσεων των Δικαστηρίων την ημέρα ψήφισης του νομοσχεδίου.

Την επομένη ημέρα με απόφαση της πλειοψηφίας των 9 μελών του ΔΣ (Χρ. Σεβαστίδης, Λυμπερόπουλος, Σαλάτας, Βεργώνης, Δεμέστιχα, Χαρ. Σεβαστίδης, Φούκας, Ερμίδου, Πάπαρη) κρίναμε ότι «η υποχρεωτικότητα της ιδιωτικής διαμεσολάβησης αντιστρατεύεται βασικές συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν την προσφυγή του πολίτη στον φυσικό του Δικαστή και εμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στη Δικαιοσύνη». Μετά την έκδοση της υπ’ αριθμό 34/2018 διοικ. Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που έκρινε κατά πλειοψηφία τον παραπάνω νόμο ως αντισυνταγματικό, με το υπ’ αριθμό 345/29-6-2018 Δελτίο Τύπου, η Ένωση θεώρησε την απόφαση πλήρη δικαίωση των θέσεών της, εκφράζοντας την άποψη ότι «το αίτημα για άμεση κατάργηση όλου του πλέγματος των αντισυνταγματικών ρυθμίσεων προβάλει πλέον ως καθήκον συμμόρφωσης στην κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Αλλά ακόμα και πρόσφατα στις 31-7-2019 μετά την συνάντηση του ΔΣ με τον νέο Υπουργό Δικαιοσύνης εκδώσαμε Δελτίο Τύπου στο οποίο αναφέρουμε ότι συζητήθηκε μεταξύ άλλων «η κατάργηση του ν. 4512/2018 κατά το σκέλος που αφορά την υποχρεωτικότητα της ιδιωτικής διαμεσολάβησης και η θεσμοθέτηση της δικαστικής μεσολάβησης σύμφωνα με το προτεινόμενο από την Ένωσή μας σχέδιο». Η θέση επομένως της Ένωσης εδώ και δύο χρόνια περίπου ήταν σταθερά η ίδια στην κατεύθυνση της μη θεσμοθέτησης της υποχρεωτικότητας της ιδιωτικής διαμεσολάβησης.

Ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθμό 34/2018 απόφαση της διοικητικής του Ολομέλειας έκρινε με πλειοψηφία 21 έναντι 17 μελών την αντισυνταγματικότητα του ν. 4512/2018 βασιζόμενος στις εξής σκέψεις: Με αφετηρία την ενωσιακή έννομη τάξη η οποία δεν είναι αντίθετη σε μια νομοθεσία που καθιερώνει την υποχρεωτική διαμεσολάβηση, υπό την απαράβατη προϋπόθεση ότι είναι αδάπανη (με ανοχή στα ελάχιστα έξοδα) και ότι δεν επιβάλλει την υποχρεωτική παράσταση των μερών με δικηγόρο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι μία μέσης δυσκολίας υπόθεση θα απαιτήσει κατά μέσο όρο μία απασχόληση του διαμεσολαβητή περίπου 10 ωρών που συνεπάγεται με τον συνυπολογισμό των αμοιβών των δικηγόρων και του διαμεσολαβητή ένα κόστος για τον ενάγοντα περίπου 2.000 ευρώ.

Σημειώνεται ότι με βάση τον ισχύοντα τότε νόμο προβλέπονταν για τον διαμεσολαβητή ελάχιστη εργασία 2 ωρών που αντιστοιχεί σε κόστος 170 ευρώ για τους δύο διαδίκους και από την επόμενη τρίτη ώρα ελάχιστη αμοιβή 100 ευρώ ανά ώρα. Το Δικαστήριο επομένως δεν περιορίστηκε στην «υποχρεωτική» 2ωρη απασχόληση του διαμεσολαβητή για να οδηγηθεί στο συμπέρασμα εάν η διαδικασία είναι «αδάπανη ή με ανοχή στα ελάχιστα έξοδα», αλλά έκρινε το δαπανηρό αυτής για μία μέσης δυσκολίας υπόθεση που θα διαρκέσει 10 ώρες διαμεσολάβησης. Με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο προβλέπεται μία υποχρεωτική αρχική συνεδρία που θα έχει κόστος 100 ευρώ και για τους δύο διαδίκους (50 ευρώ ανά διάδικο) και από την επόμενη (δεύτερη) ώρα ελάχιστη αμοιβή 80 ευρώ ανά ώρα. Σημειώνεται ότι και στα δύο νομοθετήματα για το διάστημα της απασχόλησης του διαμεσολαβητή μετά το υποχρεωτικό στάδιο (2 ωρών και 1 ώρας αντίστοιχα) η παρουσία του δικηγόρου είναι υποχρεωτική. Το συμπέρασμα συνεπώς που εύκολα συνάγεται είναι ότι για μια μέσης δυσκολίας υπόθεση των 10 ωρών, όπως υπολόγισε η ΟλΑΠ, το κόστος πλέον για τον διάδικο μειώνεται σε ποσοστό περίπου 20% και άρα ανέρχεται πλέον σε 1.600 ευρώ. Ακόμα χειρότερα βέβαια στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο στην πρώτη υποχρεωτική αρχική συνεδρία δεν γίνεται συζήτηση επί της ουσίας της υπόθεσης και άρα αποτελεί επιπλέον έξοδο για τους διαδίκους. Είναι τόσο ουσιώδης η μείωση της αμοιβής των διαμεσολαβητών που προβλέπεται στο νέο ν/σ ώστε πλέον «οι δαπάνες στις οποίες θα υποβάλλεται ο διάδικος ενόψει και των ειδικών δυσμενών συνθηκών που επικρατούν από ετών στη χειμαζόμενη οικονομία της Ελλάδος» (σύμφωνα με την ΟλΑΠ), μπορούν να χαρακτηριστούν ασήμαντες και αμελητέες;

Δεύτερο σημείο που εντόπισε ως προβληματικό η διοικ. ΟλΑΠ είναι η απειλή περαιτέρω ποινών και εξόδων σε περίπτωση που ο διάδικος δεν προσέλθει την διαμεσολάβηση. Ακριβώς όμοια διάταξη υπάρχει και στο υπό κατάθεση ν/σ που προβλέπει χρηματική ποινή μεταξύ 120 και 300 ευρώ. Στη συνέχεια η δ. ΟλΑΠ έκρινε ότι «ένα άλλο θέμα που δεν στερείται συνταγματικού προβληματισμού είναι η δυσλειτουργία του θεσμού αφού οι διάδικοι θα προσέρχονται με τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ενώπιον διαμεσολαβητή που μπορεί να μην είναι νομικός». Όμοια διάταξη προβλέπει το άρθρο 10α του νέου νομοσχεδίου το οποίο προβλέπει τα προσόντα των διαμεσολαβητών, οι οποίοι μπορεί να είναι «απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή κάτοχοι ισότιμου πτυχίου της αλλοδαπής». Τέλος το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι «με το άρθρο 196 του νόμου παρέχεται η δυνατότητα να συνιστώνται ενώσεις προσώπων πιστοποιημένων διαμεσολαβητών με σκοπό την παροχή υπηρεσιών Διαμεσολάβησης. Οι διατάξεις αυτές είναι προβληματικές και δεν καλύπτουν τις εγγυήσεις αμεροληψίας, ουδετερότητας και ανεξαρτησίας που πρέπει να εξασφαλίζει ένα σύστημα υποχρεωτικής μάλιστα διαμεσολάβησης». Το συγκεκριμένο άρθρο παραμένει και στο υπό ψήφιση ν/σ ως έχει, χωρίς καμία απολύτως τροποποίηση. Ο Άρειος Πάγος κατέληξε στην απόφαση ότι «από το σύνολο των προαναφερόμενων δικονομικών και οικονομικών συνεπειών θίγεται ο πυρήνας και η ουσία του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο» και έκρινε το νόμο ως αντισυνταγματικό.

Ποιά είναι επομένως τα στοιχεία εκείνα που μπορούν να οδηγήσουν κάποιον στο συμπέρασμα ότι το υπό ψήφιση ν/σ είναι ουσιωδώς διαφορετικό από τον αρχικό ν. 4512/2018; Με ποιόν τρόπο ήρθησαν όλα τα συνταγματικά εμπόδια που εντόπισε η διοικ. ΟλΑΠ ; Γιατί πλέον το ν/σ (που αποτελεί επανάληψη του παλαιού στα βασικά του σημεία) μπορεί να χαρακτηριστεί σύμφωνο με το Σύνταγμα; Και το βασικότερο ερώτημα που θέτει εύλογα κάθε καλόπιστος είναι για ποιόν λόγο μεταστράφηκε πλήρως στις απόψεις της η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία με τις πιο πάνω ανακοινώσεις της τόνιζε την πλήρη αντίθεσή της στην υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση και αγωνιζόταν για την θεσμική αναγνώριση της δικαστικής μεσολάβησης; Είναι αξιοπρόσεκτο ότι το νέο νομοσχέδιο για την ιδιωτική διαμεσολάβηση αποκαλύπτει με τον πλέον προφανή τρόπο την αξιολόγηση που κάνει μεταξύ του ιδιώτη διαμεσολαβητή και του δικαστικού λειτουργού, εις βάρος του τελευταίου, αφού στο νέο άρθρο 182παρ.2, ρητά αποκλείει την περίπτωση να πληρούται η υποχρέωση της διαμεσολαβητικής προδικασίας, με την εκούσια προσφυγή των μερών στις έως τώρα θεσμοθετημένες μορφές δικαστικής μεσολάβησης, που είναι αδάπανες και γίνονται ενώπιον δικαστικού λειτουργού. Η επιλογή αυτή συνιστά ευθεία προσβολή του δικαστικού σώματος στην οποία η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων όφειλε να απαντήσει άμεσα και όχι να φιλοδωρήσει το νέο νομοσχέδιο με τον έπαινο της συμμόρφωσης στις συνταγματικές επιταγές παραγνωρίζοντας τα προφανή θεσμικά ολισθήματα.

Οι συνέπειες από την πλήρη αυτή αναδίπλωση των πάγιων θέσεών μας θα είναι πολλαπλές. Αρχικά σημαίνει συναίνεση του Δικαστικού Σώματος σε ένα σύστημα πλήρους υποβάθμισης του συνταγματικού του ρόλου, καθώς εκχωρείται κρατική εξουσία σε ιδιώτες. Οι εταιρίες διαμεσολάβησης θα μετατρέψουν γρήγορα τη Δικαιοσύνη σε εμπόρευμα κάνοντας τζίρους εκατομμυρίων ευρώ σε βάρος των φτωχότερων πολιτών και μέσα σε καθεστώς πλήρους αδιαφάνειας και οικονομικών εξαρτήσεων μεταξύ των εταιριών. Η Δημοκρατία μέσω του Κοινοβουλίου και των εκπροσώπων του Δικαστικού Σώματος αναγνωρίζει επίσημα πλέον την αδυναμία της να παρέχει στους πολίτες βασικά συνταγματικά δικαιώματα και αναθέτει την περιφρούρηση αυτών των δικαιωμάτων στους επιχειρηματίες. Κατά δεύτερον πλήττεται καίρια η αξιοπιστία, η συνέπεια της Ένωσής μας και μεταβάλλεται αδικαιολόγητα η αδιαπραγμάτευτη και ξεκάθαρη πορεία που τηρούσε μέχρι σήμερα χωρίς αντιφάσεις και παλινωδίες σε ζητήματα κομβικής σημασίας. Στην όποια κριτική μπορεί να ασκηθεί στο μέλλον σε θέματα συνέπειας, θα είμαστε ιδιαίτερα ευάλωτοι.

Εναπόκειται πλέον στα δικαστήρια της ουσίας για τη στάση που θα τηρούν σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει κάποιος διάδικος την αναγκαία προδικασία της διαμεσολάβησης, καθώς υφίσταται ήδη η απόφαση της διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που έκρινε αντισυνταγματικό το ν. 4512/2018 σε βασικά του σημεία. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι πριν την συζήτηση των θεμάτων στο προχθεσινό ΔΣ είχαμε λάβει τις θέσεις των Εφετειακών Επιτροπών Θεσσαλονίκης και Πατρών που τάχθηκαν εναντίον του θεσμού της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης.

Η Υποχρεωτική Διαμεσολάβηση, οι επιδιώξεις, ο αντίλογος- Μία επίμονη και αγωνιώδης προσπάθεια ιδιωτικοποίησης της Δικαιοσύνης

Χριστόφορου Σεβαστίδη,
Δ.Ν- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Δεν πρόκειται για κάποιο νέο εφεύρημα ούτε μας εντυπωσιάζει το γεγονός ότι τίθεται και πάλι στο τραπέζι των συζητήσεων. Κανείς από τους ενδιαφερόμενους άλλωστε δεν έκρυψε μέχρι σήμερα τον διακαή πόθο του να περάσει ως καινοτόμο ένα νομοθέτημα που δήθεν θα ανακουφίσει τα Δικαστήρια από τον υπερβολικό φόρτο εργασίας. Το moratorium που κηρύχθηκε με την Υπουργική Απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2018 γνωρίζαμε ότι θα είχε περιορισμένο χρονικό ορίζοντα αφού δεν κατήργησε τις διατάξεις του νόμου για την υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση αλλά ανέστειλε την εφαρμογή τους για ένα έτος.

Ας πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή τους. Στις 28 Δεκεμβρίου 2017 αναρτάται για πρώτη φορά στη σελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης πρόταση διαβούλευσης για την Ιδιωτική Διαμεσολάβηση, με καταληκτική ημερομηνία διαβούλευσης την 2α Ιανουαρίου 2018! Η Ένωσή μας εντόπισε αμέσως τον προσχηματικό χαρακτήρα μιας διαβούλευσης που γίνεται για 5 ημέρες και μάλιστα μέσα στην αργία της Πρωτοχρονιάς.

Σε άρθρο που δημοσίευσα με τον Πρόεδρο Πρωτοδικών, Χαράλαμπο Σεβαστίδη, με ημερομηνία 30-12-2017 και με τίτλο «Ιδιωτικοποιείται η Δικαιοσύνη» επισημάνθηκαν τα χαρακτηριστικά του νομοσχεδίου που ήταν η απονομή της ιδιότητας του διαμεσολαβητή – οινοεί δικαστή σε οποιονδήποτε ιδιώτη απόφοιτο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς κανένα εχέγγυο προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, η υποχρεωτικότητα της υπαγωγής μιας υπόθεσης στον ιδιώτη διαμεσολαβητή και το κόστος που θα υποχρεωθεί να καταβάλει ο πολίτης που επιθυμεί να προσφύγει στη Δικαιοσύνη.

Αναρωτηθήκαμε για ποιόν λόγο η Κυβέρνηση δεν επιθυμεί να προάγει τον θεσμό της δικαστικής μεσολάβησης, που θα διεξάγεται από ανεξάρτητο Δικαστή και δεν θα έχει καμία επιβάρυνση για τον προσφεύγοντα, τη στιγμή που υπήρχε ήδη κατατεθειμένο σχέδιο επεξεργασμένο από την Ένωσή μας. Αναφερθήκαμε στον κίνδυνο από τη λειτουργία «παραδικαστηρίων» που θα προσλαμβάνουν διαμεσολαβητές ως υπαλλήλους με τον κατώτατο μισθό και έναν επιχειρηματία που θα εποπτεύει και θα αποκομίζει τα κέρδη, καθώς και την «δια νόμου» απονομή προσόντων αμεροληψίας στον επιχειρηματία διαμεσολαβητή!

Άμεσα συγκλήθηκε το ΔΣ της Ένωσής μας και με την 23/9-1-2018 απόφασή του αφού εξέφρασε «τις σφοδρές αντιρρήσεις στο σχέδιο νόμου για την διαμεσολάβηση το οποίο πλήττει την συνταγματικά κατοχυρωμένη απρόσκοπτη πρόσβαση του πολίτη στη Δικαιοσύνη (άρθρα 4, 5, 8 και 20 του Συντάγματος)» ζήτησε την άμεση εφαρμογή της Δικαστικής Μεσολάβησης, την σύγκληση Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και αποφάσισε τη διακοπή συνεδριάσεων των Δικαστηρίων πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης την ημέρα ψήφισης του νομοσχεδίου ως διαμαρτυρία για το περιεχόμενο και τη διαδικασία νομοθέτησης. Ακολούθησε η υπ’ αριθμό 34/2018 απόφαση της διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία με πλειοψηφία 21 έναντι 17 μελών της έκρινε την αντισυνταγματικότητα της διαδικασίας υποχρεωτικής διαμεσολάβησης του ν. 4512/2018.

Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου βασισμένη και σε προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ε.Ε. θεώρησε ότι «ουσιαστικά πρόκειται όχι για αδάπανη όπως θα έπρεπε, αλλά για μια δαπανηρή υποχρεωτική διαδικασία, που έμμεσα οδηγεί (υποχρεώνει) τον ασθενέστερο διάδικο προς την κατεύθυνση να συγκατατεθεί και να αποδεχτεί τη λύση- πρόταση του Διαμεσολαβητή, παραιτούμενος από το δικαίωμα προσφυγής στο φυσικό δικαστή».

Άλλη δυσλειτουργία που εντόπισε η Ολομέλεια του ΑΠ είναι η απειλή ποινών και εξόδων σε περίπτωση που ο διάδικος δεν προσέλθει στην διαμεσολάβηση, η ανάθεση καθηκόντων διαμεσολαβητή σε μη νομικούς καθώς και η δυνατότητα να συνιστώνται ενώσεις προσώπων πιστοποιημένων διαμεσολαβητών με σκοπό την παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης.  Αμέσως μετά την δημοσίευση της απόφασης της δ. Ολομέλειας του Αρείου Πάγου το Δ.Σ. της Ένωσής μας εξέδωσε Δελτίο Τύπου (345/29-6-2018) θεωρώντας «την άμεση κατάργηση όλου του πλέγματος των αντισυνταγματικών ρυθμίσεων ως καθήκον συμμόρφωσης στην κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Μετά την απόφαση της δ. Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, την πίεση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας, καθώς και την γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, η οποία κατέθεσε τους προβληματισμούς κατά πόσο οι διατάξεις για την υποχρεωτική διαμεσολάβηση θίγουν το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα (άρθρο 20), αλλά και στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων,  το Υπουργείο Δικαιοσύνης ανέστειλε στις 26-9-2018 την υποχρεωτική διαμεσολάβηση, απόφαση που χαιρετίστηκε με την από 27-9-2018 ανακοίνωση της Ένωσής μας.
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης επανέρχεται σήμερα στο ίδιο ζήτημα και καταθέτει νομοσχέδιο για την ιδιωτική διαμεσολάβηση όμοιο στα βασικά του σημεία με το ν. 4512/2018 που κρίθηκε ως αντισυνταγματικός. Έχουν αρθεί τα προβλήματα που εντόπισε η δ. Ολομέλεια του Αρείου Πάγου; Το πρώτο κεφαλαιώδες ζήτημα αφορά το κόστος, που κατά την εκτίμηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα αγγίζει τα 2.000 ευρώ για μία μέσης δυσκολίας υπόθεση που θα απαιτεί απασχόληση 10 ωρών.

Το αρχικό κείμενο του ν. 4512/2018 προέβλεπε αμοιβή 170 ευρώ για τις πρώτες 2 ώρες απασχόλησης και 100 ευρώ ελάχιστη ωριαία αμοιβή για απασχόληση άνω των 2 ωρών. Το νομοσχέδιο που κατατέθηκε προς διαβούλευση την προηγούμενη εβδομάδα προβλέπει κατ’ αρχήν αμοιβή 50 ευρώ για την «υποχρεωτική αρχική συνεδρία» ποσό το οποίο βαρύνει και τα δύο μέρη. Εδώ έχουμε μία πρωτοτυπία! Οι εταιρίες διαμεσολάβησης θα εισπράττουν 50 ευρώ από κάθε διάδικο (άρα συνολικά 100 ευρώ) χωρίς να μπαίνουν στην ουσία της υπόθεσης, αλλά μόνο γιατί ενημερώνουν τα εμπλεκόμενα μέρη για τα οφέλη της διαμεσολάβησης. Ένα δηλαδή υποχρεωτικό παράβολο που θα καταβάλουν οι πολίτες στις ιδιωτικές εταιρίες.

Ο τζίρος από τις δεκάδες χιλιάδες υποθέσεις που υποχρεωτικά θα περνούν από τις εταιρίες θα είναι ανυπολόγιστος! Ο διάδικος που θα επιλέξει να οδηγηθεί στην εταιρία διαμεσολάβησης με τον δικηγόρο του θα καταβάλει ως αμοιβή του δικηγόρου άλλα 50 ευρώ. Στη συνέχεια για κάθε ώρα διαμεσολάβησης (μετά την υποχρεωτική αρχική συνεδρία) η ελάχιστη αμοιβή ορίζεται σε 80 ευρώ. Συνεπώς στο ακριβώς όμοιο παράδειγμα που αναφέρθηκε από την δ. Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, το σύνολο των εξόδων θα ανέρχεται πλέον σε 800 ευρώ, χωρίς να συνυπολογίσουμε και την αμοιβή των δικηγόρων η οποία είναι υποχρεωτική μετά την αρχική συνεδρία. Συνιστά η νέα ρύθμιση συμμόρφωση στο διατακτικό της Ολομέλειας που απαιτεί «αδάπανη» διαδικασία, όταν ο μηνιαίος μισθός στον ιδιωτικό τομέα μετά βίας αγγίζει τα 600 ευρώ; Η Ολομέλεια έκρινε ότι στο υπερβολικό κόστος της διαμεσολάβησης θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η επιβολή ποινών στους διαδίκους που αρνούνται να προσέλθουν στον διαμεσολαβητή.

Το κατατεθέν νομοσχέδιο επιμένει και προβλέπει χρηματική ποινή μεταξύ 120 και 300 ευρώ για όποιον δεν προσέρχεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία. Το τρίτο σημείο αντισυνταγματικότητας που εντόπισε η Ολομέλεια υπό το καθεστώς του αρχικού ν. 4512/2018 ήταν η δυνατότητα να ορίζεται διαμεσολαβητής και κάποιος που μπορεί να μην είναι νομικός. Ακριβώς η ίδια διάταξη παραμένει και στο νέο νομοσχέδιο, προκειμένου τα ιδιωτικά κέντρα διαμεσολάβησης να έχουν τη δυνατότητα πρόσληψης φτηνού εργατικού δυναμικού μέσα από τη δεξαμενή των «αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή κατόχων ισότιμου πτυχίου της αλλοδαπής». Τέλος η Ολομέλεια θεώρησε αντισυνταγματικό το άρθρο 196 του ν. 4512/2018, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα σύστασης ενώσεως προσώπων πιστοποιημένων διαμεσολαβητών με σκοπό την παροχή υπηρεσιών διαμεσολάβησης διότι «οι διατάξεις αυτές είναι προβληματικές και δεν καλύπτουν τις εγγυήσεις αμεροληψίας, ουδετερότητας και ανεξαρτησίας που πρέπει να εξασφαλίζει ένα σύστημα υποχρεωτικής μάλιστα διαμεσολάβησης». Το νέο νομοσχέδιο ούτε καν μπήκε στον κόπο να τροποποιήσει την παραπάνω διάταξη, η οποία μένει όπως σχεδιάστηκε αρχικά!

Η αναφορά που πολύ συχνά γίνεται στην Οδηγία 2008/52/ΕΚ, όπως κάνει και η αιτιολογική έκθεση του υπό διαβούλευση νομοσχεδίου, είναι προσχηματική αφού το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας περιορίζεται μόνο στις διασυνοριακές διαφορές με πρόβλεψη του εκούσιου- προαιρετικού χαρακτήρα της διαμεσολάβησης. Η επέκταση της διαμεσολάβησης σε όλες τις ιδιωτικές διαφορές κατά τρόπο επιτακτικό – υποχρεωτικό αποτελεί ευρωπαϊκή πρωτοτυπία και επιλογή των ελληνικών κυβερνήσεων, που εδώ και καιρό βρίσκει σύμφωνους το Σ.Ε.Β., την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος καθώς και το ΕΒΕΑ που τον Οκτώβριο του 2017 ζητούσε την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης.

Για ποιόν λόγο επομένως μετά τις τόσες αντιδράσεις των Δικαστικών Ενώσεων, των Δικηγορικών Συλλόγων, της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, την απόφαση της δ. Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, το ίδιο ουσιαστικά νομοθέτημα με επουσιώδεις τροποποιήσεις επανέρχεται προς ψήφιση στη Βουλή; Είναι αλήθεια η υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση ένας τρόπος ταχύτερης επίλυσης των διαφορών και αποσυμφόρησης των Δικαστηρίων; Η εμπειρία έδειξε ότι οι πολίτες δεν εμπιστεύονται διαδικασίες στις οποίες δεν υπάρχει ο παρεμβατικός ρόλος του ανεξάρτητου Δικαστή.

Όπως προκύπτει και από την εισήγηση στην πιο πάνω δ. Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το άρθρο 214Α του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε από το 2000 και προέβλεπε την υποχρεωτική απόπειρα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς στα γραφεία των δικηγόρων των εναγόντων, απέτυχε πλήρως (περίπου το 1-2% κατέληγε σε συμφωνία) και για το λόγο αυτό καταργήθηκε το 2011. Εάν πραγματικά πρόθεση του νομοθέτη είναι η ταχύτερη επίλυση των διαφορών με τα εχέγγυα αμεροληψίας, για ποιόν λόγο δεν συζητήθηκε ούτε από την προηγούμενη Κυβέρνηση, ούτε από την παρούσα, το ολοκληρωμένο σχέδιο που καταθέσαμε για Μεσολάβηση με την ενεργό παρουσία Δικαστικού Λειτουργού;

Στην Ομάδα Εργασίας με αντικείμενο «τη σύνταξη πορίσματος για την ενίσχυση των θεσμών της Διαμεσολάβησης, της Δικαστικής Μεσολάβησης και της Διαιτησίας» που συγκροτήθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στις 11-2-2019 δεν συζητήθηκε καν σαν εναλλακτική λύση η Δικαστική Μεσολάβηση και η Διαιτησία αλλά επικεντρώθηκε αποκλειστικά στην προώθηση της ιδιωτικής Διαμεσολάβησης. Εδώ και μερικά χρόνια τα ιδιωτικά κέντρα Διαμεσολάβησης αναμένουν το πράσινο φως για την έναρξη της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας. Σε ένα νέο προσοδοφόρο πεδίο που θεωρούνταν παραδοσιακά ο «σκληρός πυρήνας» του Κράτους, μία εκ των τριών λειτουργιών της Πολιτείας. Η απαξίωση των δημόσιων λειτουργιών με την υποχρηματοδότησή τους και η εκ των υστέρων άντληση επιχειρημάτων από αυτήν την ίδια την απαξίωση προκειμένου να αναλάβει την διαχείριση ο «υγιής» ιδιωτικός τομέας είναι μια συνηθισμένη μέθοδος που ακολουθήθηκε ευλαβικά και με επιτυχία σε πολλές χώρες και σε πολλούς τομείς.

Ηττημένοι δεν θα είναι μόνο οι πολίτες που θα υποχρεώνονται να προσφεύγουν σε «Παραδικαστήρια» για την επίλυση της διαφοράς τους, χωρίς να γνωρίζουν το δαιδαλώδες πλέγμα των οικονομικών σχέσεων, εξαρτήσεων και συμφερόντων του Επιχειρηματία Διαμεσολαβητή. Φτωχότερη θα είναι η Δημοκρατία που αναγνωρίζει de facto την αδυναμία και την ανικανότητα να παρέχει στους πολίτες της αυτά που δικαιούνται και δέχεται να απομειώσει έναν βασικό πυλώνα της, εκχωρώντας τον στους επιχειρηματίες.

Οι μικροδιαφορές και, εν γένει, το Δίκαιο ήσσονος αξίας διαφορών στα κράτη μέλη Ε.Ε. – Γεωργίου Β. Δελή, υπ. ΔΝ Ειρηνοδίκη Αθηνών

Αποθήκευση αρχείου (DOCX, 117KB)

Χαιρετισμός του Προέδρου της ΕΔΕ κ. Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη, στο Συνέδριο της ΕΔΕ για τους 2 νέους Ποινικούς Κώδικες

       Αξιότιμε κ. Υπουργέ, κ. Πρόεδρε, κ. Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. εκπρόσωποι των πολιτικών κομμάτων της Χώρας, Αξιότιμοι προσκεκλημένοι μας, Αγαπητοί συνάδελφοι, 

         Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων σας καλωσορίζει στο τριήμερο Συνέδριο που διοργανώνει με αφορμή την θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Είμαστε ιδιαίτερα ικανοποιημένοι από την μεγάλη ανταπόκριση και την συμμετοχή σας από πολλά μέρη της Ελλάδας, γεγονός που υποδηλώνει τόσο το ενδιαφέρον των συναδέλφων, του νομικού κόσμου να ενημερωθεί με επάρκεια για τις σαρωτικές αλλαγές που επήλθαν, όσο και της ποιότητας του Συνεδρίου στο οποίο συμμετέχουν όλα τα μέλη των Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών, διαπρεπείς καθηγητές των Νομικών Σχολών της χώρας, καταξιωμένοι Δικαστές, Εισαγγελείς και Δικηγόροι. Είναι το μεγαλύτερο Συνέδριο που έχει διοργανώσει η Ένωση και από τα πληρέστερα που έγιναν μέχρι σήμερα για τους νέους Ποινικούς Κώδικες και από τη θέση αυτή ευχαριστώ ιδιαίτερα όλους τους ομιλητές, τους παρεμβαίνοντες και τους Προέδρους των 4 Θεματικών Ενοτήτων, οι οποίοι δέχτηκαν τόσο πρόθυμα να συμμετέχουν. 

       Για πρώτη φορά μετά από 70 σχεδόν χρόνια η Πολιτεία αποφασίζει και προχωράει σε μια καθολική αναμόρφωση των δύο Ποινικών Κωδίκων, που αποτελούν την ραχοκοκαλιά της ποινικής νομοθεσίας. Προηγήθηκε η σύσταση πολλών Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών από διαφορετικές Κυβερνήσεις, οι αλλεπάλληλες νομοθετικές τροποποιήσεις των Κωδίκων «προκειμένου είτε να ρυθμιστούν νέα δεδομένα είτε να ασκηθεί αντεγκληματική πολιτική με βάση συγκυριακά περιστατικά» όπως αναφέρει η αιτιολογική έκθεση του ΠΚ, η ερμηνεία των διατάξεων των Κωδίκων από τα δικαστήρια και την επιστήμη και από την άποψη αυτή οι νέοι Κώδικες αποτελούν καρπό επιστημονικής μελέτης και δικανικής πράξης πολλών γενεών δικαστών και συγγραφέων. Όπως στην αιτιολογική έκθεση του ΠΚ με συνοπτική ακρίβεια αναφέρεται, σκοπός του νέου Ποινικού Κώδικα ήταν «ο εξορθολογισμός και εκσυγχρονισμός του συστήματος ποινικών κυρώσεων, η ανακαίνιση διατάξεων του Ειδικού Μέρους που με την πάροδο του χρόνου έχουν χάσει τη σημασία και τη ρυθμιστική τους εμβέλεια και η αντιμετώπιση ζητημάτων που επηρεάζονται από την επαναστατική τεχνολογική πρόοδο και τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές αλλαγές σε εθνικό και οικουμενικό επίπεδο». Παραπέρα η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή της Ποινικής Δικονομίας εντόπισε τις χρόνιες αγκυλώσεις του ποινικού συστήματος στη Χώρα, τις μεγάλες καθυστερήσεις στον προσδιορισμό και στην εκδίκαση ποινικών υποθέσεων, που ξεπερνούν πολλές φορές την δεκαετία και επιχείρησε αφενός την ενίσχυση του ρόλου του εισαγγελέα και αφετέρου την εισαγωγή νέων μορφών εναλλακτικής απονομής δικαιοσύνης με την ποινική συνδιαλλαγή, την ποινική διαπραγμάτευση και την ποινική διαταγή, που αποτελούν μεν ρωγμή στην παραδοσιακή μορφή της δίκης αλλά και αναγκαίο κακό στα αδιέξοδα και στην τελμάτωση της ποινικής Δικαιοσύνης.  

        Στο μικρό διάστημα από την ψήφιση των Κωδίκων μέχρι σήμερα έγινε σφοδρή κριτική σε πολλές διατάξεις τους, διατυπώθηκαν σοβαρές επιφυλάξεις και προβληματισμοί, έγιναν αρκετές αλλαγές και επί μέρους διορθώσεις. Θεωρώ ότι πρόκειται για μια φυσιολογική διαδικασία που συνοδεύει τέτοιου μεγέθους αλλαγές σε νομοθετικό επίπεδο. Ωστόσο ενώ οι δύο Κώδικες είναι δημιουργήματα επιστημονικά και συνεπώς η κριτική θα ανέμενε κανείς να γίνει κυρίως σε επίπεδο επιστημονικό, αντίθετα μετατράπηκαν σε πολιτικό επίδικο και μάλιστα σε μια περίοδο προεκλογική για τη Χώρα. Πολύ περισσότερο που η έλλειψη πολιτικής συμφωνίας ως προς την διαδικασία και τον χρόνο ψήφισής τους οδήγησε στην απουσία σύσσωμης της αντιπολίτευσης από τη Βουλή τις ημέρες συζήτησης και ψήφισης του νόμου. Οι νέοι Κώδικες είναι συλλογικό έργο πολυετούς προσπάθειας κορυφαίων νομικών του τόπου και δεν μπορούν ούτε να χρωματιστούν κομματικά ούτε να τους οικειοποιηθεί κανένας πολιτικός χώρος. Θυμίζω ότι εισάγονται προς ψήφιση στη Βουλή με τη διαδικασία των Κωδίκων με ένα μόνο άρθρο και δεν έχει τη δυνατότητα ούτε ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ούτε η ίδια η Βουλή να επιφέρει καμία τροποποίηση στα σχέδια που καταθέτουν οι Νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές. Είναι βέβαια αλήθεια ότι ορισμένες διατάξεις τους αναπόφευκτα φέρουν πιο έντονα ένα ιδεολογικό- πολιτικό στίγμα καθώς συνδέονται με τις αντιλήψεις των πολιτικών κομμάτων για τον -κατά την αστική αντίληψη- διφυή ρόλο του Κράτους αφενός ως κατασταλτικού μηχανισμού και αφετέρου ως θεσμικού εγγυητή ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων ιδιαίτερα απέναντι στις καταχρήσεις της ποινικής καταστολής. Και ενώ η ανάγκη αλλαγών στον βασικό κορμό των Κωδίκων αρχίζει να γίνεται κοινά αποδεκτή, σημείο προστριβών και συγκρούσεων θα εξακολουθήσουν για αρκετό καιρό να αποτελούν ειδικές επιμέρους διατάξεις ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα. Η τάση που επικρατεί το τελευταίο διάστημα, συνδυασμένη με την καλλιέργεια μιας αντίληψης περί γενικευμένης ανομίας και παραβατικότητας, απαιτεί μια σκλήρυνση της ποινικής νομοθεσίας, τέτοια που ακυρώνει τις αλλαγές που έγιναν και επαναφέρει τη λογική των καταργημένων Κωδίκων και μάλιστα σε ακόμα πιο ακραία μορφή. Δεν θα πρέπει όμως να ξεφεύγει από κανέναν –πολύ περισσότερο από κρατικούς υπαλλήλους- ότι οι βασικές αρχές που διέπουν το ποινικό δίκαιο είναι ο ουμανισμός, η αρχή της αναλογικότητας, της επιείκειας και της επικουρικότητας έναντι άλλων κυρώσεων. Η σκληρή ποινική καταστολή που συνήθως δεν έχει επανορθωτικό χαρακτήρα αλλά λειτουργεί εκδικητικά, οι βαριές ποινές τις οποίες πιο παλιά θεωρούσαν ως αναγκαίο συστατικό του ποινικού οπλοστασίου, δεν απέφεραν ποτέ σε καμία χώρα του κόσμου και δεν πρόκειται να αποφέρουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, παρά μόνο μια επίπλαστη ψευδαίσθηση ασφάλειας στον πολίτη. Η ποινική καταστολή δεν μπορεί να θεραπεύσει παθογένειες που έχουν βαθιά τη ρίζα τους σε κοινωνικές αιτίες. Η εφαρμογή και ερμηνεία πολλών επίμαχων διατάξεων από την ελληνική και Κοινοτική νομολογία, οι πολιτικές επιλογές και κυρίως οι κοινωνικές διεργασίες και αντιλήψεις όπως αυτές διαμορφώνονται κάθε εποχή είναι βέβαιο ότι θα αναπροσαρμόζουν και θα μεταβάλουν το περιεχόμενο αυτών των κανόνων δικαίου. 

        Κι’ αν σε επίπεδο πολιτικό θα μπορούσε κανείς να αντιληφθεί πιο εύκολα τις αιτίες μιας αντιπαράθεσης, δεν δικαιολογείται η ισοπεδωτική επιστημονική κριτική που ακολούθησε μετά την ψήφιση των Κωδίκων χωρίς επιμέρους επισημάνσεις, αλλά με γενικούς αφορισμούς και αιτήματα απόσυρσης και μη ψήφισής τους, που εν τέλει ισοδυναμούν με απαίτηση στασιμότητας σε έναν κόσμο που συνεχώς κινείται. Θεωρώ αδιανόητο για επιστημονικές ενώσεις, για νομικούς επιστήμονες, να εκφράζουν γενική άρνηση και δισταγμό σε κάθε καινούριο νομοθέτημα χωρίς να κάνουν συνολική αποτίμησή του, χωρίς να εντοπίζουν τις διαφωνίες τους και χωρίς να αντιπροτείνουν λύσεις ενώ την ίδια στιγμή διαπιστώνουν την ανάγκη αλλαγών.  Κάθε αρχή και δύσκολη. Επιστήμη σημαίνει πρόοδος. Όπως σοφά έχει λεχθεί «Δεν υπάρχει καμία βασιλική οδός για την επιστήμη και μόνο εκείνοι που δεν φοβούνται να μοχθήσουν για να σκαρφαλώσουν στα απόκρημνα μονοπάτια της έχουν την προοπτική να φτάσουν στις κορυφές της». 

       Στον αντίποδα των αρνητικών επισημάνσεων και της κριτικής που κυριάρχησε το προηγούμενο διάστημα, θα μπορούσαν ενδεικτικά να απαριθμηθούν ως θετικές και αναγκαίες αλλαγές: ο εξορθολογισμός  των ποινών ώστε να αντιστοιχούν στην αναγκαία αναλογία πράξης και ποινής, η κατάργηση του ν. 1608/50 και οι δρακόντειες ποινές που προκάλεσαν πολλές φορές κοινωνικές αντιδράσεις, η αναγνώριση της κοινωφελούς εργασίας ως κύριας ποινής, ο εκσυγχρονισμός του θεσμού της αναστολής εκτέλεσης της ποινής, η αλλαγή της ποινικής μεταχείρισης των ανηλίκων δραστών, η κατάργηση του αναχρονιστικού θεσμού των πταισμάτων ως αδικημάτων και η μετατροπή τους σε διοικητικές παραβάσεις, η κατάργηση πολλών απαρχαιωμένων διατάξεων στα κεφάλαια για την πολιτειακή εξουσία, την επιβουλή της θρησκευτικής ειρήνης, την προσωπική ελευθερία, εγκλήματα που ανάγονται στην στρατιωτική υπηρεσία και τα οποία δεν συναντώνται σε κανέναν από τους σύγχρονους Ποινικούς Κώδικες, η διεύρυνση του αξιοποίνου στα εγκλήματα σχετικά με το νόμισμα ώστε να περιλαμβάνει πράξεις που θίγουν άλλα αντίστοιχης σημασίας για τη σύγχρονη οικονομική ζωή μέσα, η υπό όρους αποχή από την ποινική δίωξη για πλημμελήματα μικρής απαξίας, η αποσύνδεση της πολιτικής αγωγής από την ανάγκη εισαγωγής αστικής αξίωσης στο ποινικό δικαστήριο και η κατάργηση του κεφαλαίου περί αστικώς υπευθύνων, ο σαφέστερος επαναπροσδιορισμός ορισμένων πτυχών της άσκησης των δικαιωμάτων των διαδίκων. 

        Θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ σύντομα στον τρόπο που η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων χειρίστηκε το θέμα από την στιγμή που τέθηκε το νομοσχέδιο σε ανοιχτή διαβούλευση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Μέχρι τις 12 Απριλίου 2019 οπότε και έληξε η προθεσμία διαβούλευσης κατατέθηκαν από τα μέλη του ΔΣ της Ένωσης έξι (6) διαφορετικά σχέδια – υπομνήματα προς τις Νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές με επί μέρους παρατηρήσεις και σχολιασμούς. Η κατάθεση διαφορετικών σχεδίων από τα μέλη του ΔΣ εκκινούσε από την διαφορετική οπτική που αντιμετωπίζονταν ίδια άρθρα, εξέλιξη αναμενόμενη σε ένα συλλογικό όργανο που καταπιάνεται με ένα τόσο δύσκολο επιστημονικό εγχείρημα. Η διαφορετικότητα των αντιλήψεων δεν μείωσε την αποτελεσματικότητα του τρόπου που ενεργήσαμε αφού αρκετές από τις προτάσεις μας τελικά υιοθετήθηκαν από τις Νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές. Δύο ημέρες μετά την ψήφιση των Κωδίκων, στις 10 Ιουνίου, εκδώσαμε ανακοίνωση προβάλλοντας ως επιτακτικό αίτημα την ανάγκη στήριξης των κρατικών δομών μεταξύ των οποίων και η αύξηση των οργανικών θέσεων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών. Αποφύγαμε να διατυπώσουμε θέση περί της αναστολής η μη της εφαρμογής των Κωδίκων την τελευταία εβδομάδα πριν την ψήφισή τους, αφού ο χρόνος κατάθεσης ενός νομοσχεδίου και η ακολουθούμενη διαδικασία αρχικά εκφεύγει των αρμοδιοτήτων μιας Δικαστικής Ένωσης και εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, συγχρόνως δε θα μας ενέπλεκε στην τότε πολιτική και προεκλογική αντιπαράθεση μεταξύ Κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για το ζήτημα αυτό. Μετά τη συνάντησή μας με τον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης στις 30 Ιουλίου και την εκπεφρασμένη θέση του για ανασύσταση των Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών, προτείναμε έναν εκπρόσωπό μας για κάθε Επιτροπή και στις 8 Αυγούστου μετά από ψηφοφορία μεταξύ των μελών του ΔΣ καταλήξαμε στις θέσεις που οι εκπρόσωποί μας θα υποστηρίξουν ενώπιον των Επιτροπών. Παράλληλα στο ΔΣ της 25ης Ιουνίου αποφασίσαμε την διοργάνωση αυτού του τριήμερου Συνεδρίου που σκοπό έχει την ενημέρωση των μελών μας αλλά και του ευρύτερου νομικού κόσμου για τις ψηφισθείσες αλλαγές. Με τη χρήση του live streaming  δίνεται η δυνατότητα να παρακολουθήσουν το Συνέδριο και συνάδελφοι που δεν μπόρεσαν να βρεθούν απόψε κοντά μας, ενώ θα επιχειρήσουμε με την συνεργασία και των ομιλητών να διανείμουμε σε έντυπη μορφή τις εισηγήσεις του τριημέρου. Τέλος από τις 2 Αυγούστου θέσαμε σε λειτουργία μια νέα ηλεκτρονική πλατφόρμα απευθυνόμενη στα μέλη της Ένωσής μας, η οποία καλύπτει την ανάγκη άμεσης λύσης σε ένα νομικό ζήτημα αξιοποιώντας την εμπειρία και τις γνώσεις των συναδέλφων μας που το έχουν ήδη αντιμετωπίσει. Πιστεύουμε ότι η εφαρμογή αυτή θα αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη στη μεταβατική εποχή ισχύος των νέων Ποινικών Κωδίκων. 

        Κύριε Υπουργέ, όσο πρωτοποριακοί και αναγκαίοι κι’ αν ήταν οι νέοι Κώδικες, όση προσπάθεια κι’ αν καταβληθεί από τους εφαρμοστές του δικαίου, δικαστές και εισαγγελείς, για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της νέας εποχής που ξεκίνησε, καμιά πραγματική πρόοδος δεν μπορεί να γίνει εάν το Κράτος δεν στηρίξει τις δομές, που θα σηκώσουν το βάρος εφαρμογής των νέων Κωδίκων. Διαπιστώσατε ήδη τις δυσκολίες να εφαρμοστεί ο θεσμός της παροχής κοινωφελούς εργασίας ως αυτοτελούς ποινής, εάν δεν οργανωθούν κατάλληλα οι ΟΤΑ και άλλοι φορείς στους οποίους θα παρέχεται η κοινωφελής εργασία. Σας επισημάναμε από την πρώτη μας συνάντηση ότι πολλές από τις εισαχθείσες αλλαγές ακόμα κι’ αν γίνει δεκτό ότι κινούνται σε θετική κατεύθυνση δεν μπορούν να υλοποιηθούν, εάν δεν συνοδευτούν από σημαντική αύξηση των οργανικών θέσεων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών αλλά και δικαστικών υπαλλήλων. Θα υποχρεωθεί η Πολιτεία σύντομα να ακυρώσει μεταρρυθμίσεις που έγιναν, καθώς τα Δικαστήρια και οι Εισαγγελίες δεν θα μπορέσουν να λειτουργήσουν ακόμα και με υπερένταση της εργασίας των λειτουργών τους. Σας ζητούμε άλλη μια φορά να προχωρήσετε άμεσα στην αύξηση των οργανικών θέσεων δικαστών και εισαγγελέων τουλάχιστον στον αριθμό που προέβλεπε η ΠΝΠ 106/2019, η οποία τελικά δεν κυρώθηκε από τη Βουλή. Στον κρατικό προϋπολογισμό του 2009, τον τελευταίο πριν τα Μνημόνια, οι συνολικές δαπάνες του Υπουργείου Δικαιοσύνης ανήλθαν σε 914 εκ. ευρώ και έκτοτε βαίνουν διαρκώς μειούμενες έχοντας φτάσει το 2018 στα 622 εκ. ευρώ. Η αύξηση των κονδυλίων για τη Δικαιοσύνη δεν είναι πολυτέλεια αλλά έμπρακτη αναγνώριση του ύψιστου θεσμικού της ρόλου στο Δημοκρατικό Πολίτευμα. 

        Κλείνοντας θα ήθελα να εκφράσω τα συγχαρητήρια της Ένωσής μας στους Προέδρους και στα μέλη των Νομοπαρασκευαστικών Επιτροπών για την ολοκλήρωση του τιτάνιου επιστημονικού έργου που ανέλαβαν να εκπονήσουν πριν από 4 χρόνια και για το οποίο χρειάστηκαν ατέλειωτες ώρες διασκέψεων και συζητήσεων. Ευχαριστώ άλλη μία φορά τους ομιλητές και τους παρεμβαίνοντες για την πρόθυμη συμμετοχή τους και εύχομαι καλή επιτυχία στο Συνέδριό μας.

Ζητήματα από την επιβολή χρηματικής ποινής στον Ποινικό Κώδικα, Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη Θεσσαλονίκης

Αποθήκευση αρχείου (DOCX, 28KB)

Αποθήκευση αρχείου (PPTX, 1.05MB)

Ανάκληση απόφασης απορριπτικής αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, Δημητρίου Κράνη, Υφυπουργού Δικαιοσύνης.

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 99KB)

Διαδικασία στο ΜΟΔ και στο ΜΟΕ με τους νέους Κώδικες, Χρήστου Νάστα, Προέδρου Εφετών, Μέλους του Δ.Σ. της ΕΔΕ.

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 150KB)

Η ελαφρυντική περίσταση του άρθρ.84 παρ. 2 περ. α του νέου Π.Κ. (σύννομη ζωή), Κων/νου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, μέλους Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε.

Η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2  περ. α του νέου Ποινικού Κώδικα (σύννομη ζωή) – Ο όρος ΄΄σύννομη΄΄ περιλαμβάνει αξιολογικά στοιχεία, που σημαίνει ότι μόνο το λευκό ποινικό μητρώο δεν αρκεί για την κατάφαση του εν λόγω ελαφρυντικού

 

Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, Μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 περ. α του προϊσχύσαντος ποινικού κώδικα, ως ελαφρυντική περίσταση, που επαγόταν τη μείωση της ποινής σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΠΚ, εθεωρείτο το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο, που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Το λευκό ποινικό μητρώο δεν επαγόταν, καθ΄ εαυτό, τη συνδρομή της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως (βλ. μεταξύ άλλων ΑΠ 57/2017), αλλά απαιτείτο η ύπαρξη έτι περαιτέρω περιστάσεων, στο μέτρο των δυνατοτήτων του κάθε δράστη, που να θεμελιώνουν κατά τρόπο θετικό τη συνδρομή της προαναφερόμενης προϋπόθεσης ώστε να καταφαθεί η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση. Αλλά ούτε και το ΄΄μη λευκό ποινικό μητρώο΄΄ στην περίπτωση ελαφρού πλημμελήματος θα μπορούσε να άγει σε κρίση περί μη συνδρομής του εν λόγω ελαφρυντικού. Αυτό ακριβώς προβλέπει, πλέον, ρητά ο νομοθέτης στη διάταξη του νέου άρθρου 84 παρ.2 περ. α του νέου Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, κατά τη νέα διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 περ.α ΠΚ ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται ΄΄το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα΄΄. Ορίζεται δηλαδή, πλέον, ρητά ότι η καταδίκη για ελαφρό πλημμέλημα και το μη λευκό εξ αυτού του λόγου ποινικό μητρώο δεν αποκλείει την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού. 

Ο νομοθέτης, όμως, και στη νέα διάταξη και προκειμένου να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης χρησιμοποιεί επίσης έναν, τρόπο τινά, αξιολογικό όρο ήτοι αυτό της σύννομης ζωής. Κατά την άποψη μου η εκ νέου διατύπωση της διατάξεως ως προς το σημείο αυτό δεν μπορεί να μεταβάλλει τη μέχρι σήμερα νομολογιακή ερμηνευτική προσέγγιση της εν λόγω διατάξεως. Η χρήση, δε, του όρου ΄΄σύννομη΄΄ έρχεται ουσιαστικά όχι για να υπονοήσει ότι η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση καταφάσκεται ακόμη και με την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου καθ΄ εαυτού, αλλά για να περιλάβει μια γενικότερη διατύπωση αίροντας τυχόν ανισότητες, που θα μπορούσαν να εμφανισθούν κατά την ποινική αντιμετώπιση των δραστών. Για παράδειγμα ο δράστης ενός εγκλήματος, που βρίσκεται σε μία καλή οικονομική κατάσταση θα μπορούσε να αναπτύξει πιο εύκολα θετική δράση για το κοινωνικό σύνολο ή στην επαγγελματική και εν γένει ατομική και επαγγελματική του ζωή και επομένως θα είχε θεωρητικά και τη δυνατότητα να του αναγνωρισθεί το εν λόγω ελαφρυντικό σε σχέση με έναν άνεργο δράστη ενός εγκλήματος, ο οποίος λόγω έλλειψης οικονομικών δυνατοτήτων δεν θα μπορούσε να έχει την αντίστοιχη δυνατότητα πλην από το να διάγει μια σύννομη ζωή, μια ζωή δηλαδή που καταδεικνύει με θετικές ενέργειες στο μέτρο των δυνατοτήτων του καθενός το σεβασμό απέναντι στα έννομα αγαθά. Επομένως, με τη νέα διάταξη και με τη χρήση του όρου σύννομη, σκοπό του νομοθέτη αποτελεί η άρση τυχόν ανισοτήτων, που θα μπορούσαν να προκύψουν κατά την κατάγνωση της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως, χωρίς, όμως, ωστόσο, αυτό να σημαίνει ότι υπό τη νέα διάταξη αρκεί η ύπαρξη και μόνο λευκού ποινικού μητρώου για την κατάφαση του εν λόγω ελαφρυντικού. Αν ο νομοθέτης επεδίωκε τούτο θα το είχε ορίσει ρητά. Σημειωτέον ότι η άνω προσέγγιση δεν συνιστά αναλογική διορθωτική ερμηνεία σε βάρος του κατηγορουμένου αλλά ερμηνεία στο πλαίσιο της γραμματικής διατύπωσης της ανωτέρω διατάξεως. 

Αντίθετη εκδοχή (ότι δηλαδή μόνο το λευκό ποινικό μητρώο αρκεί για την κατάφαση του εν λόγω ελαφρυντικού): α) θα ήταν αντίθετη με τη φύση των ελαφρυντικών περιστάσεων, οι οποίες δεν λαμβάνονται απλώς υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής αλλά μεταβάλουν ουσιωδώς προς το επιεικέστερο τα όρια της απειλούμενης στο νόμο ποινής, που σημαίνει ότι πρόκειται περί περιστάσεων εξαιτίας των οποίων η ποινική αντιμετώπιση του δράστη ενός εγκλήματος και η απαξία της όλης στάσης του απέναντι στα έννομα αγαθά αποκτά άλλα χαρακτηριστικά και β) αν γινόταν δεκτή μια τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση (περί κατάφασης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 περ. α του νέου ΠΚ με τη νέα διατύπωση υπό την ύπαρξη και μόνο λευκού ποινικού μητρώου) τότε θα οδηγούμασταν αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι ο ποινικός νομοθέτης θέλησε να αντιμετωπίζονται επιεικώς όσοι εγκληματούν για πρώτη φορά (!!!), παραδοχή βέβαια η οποία δεν ξέρω αν θα μπορούσε να έχει βάσιμο έρεισμα στο δόγμα του ποινικού δικαίου.   

Σε κάθε περίπτωση, η ίδια η νομολογία θεωρώ ότι θα διαμορφώσει το πλαίσιο της ερμηνευτικής προσέγγισης της νέας διάταξης όπως και όλων των νέων διατάξεων του νέου Ποινικού Κώδικα.

 

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ 

 

ΠΟΙΝΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ Ή ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΧΑΜΕΝΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ; ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΒΕΡΓΩΝΗ,ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΕΦΕΤΩΝ, Β΄ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ Ε.Δ.Ε.

Από την 1η Ιουλίου 2019 έχουν  τεθεί σε ισχύ οι νέοι Κώδικες, Ποινικός και Ποινικής Δικονομίας, μετά από 70 περίπου χρόνια εφαρμογής των προηγούμενων Κωδίκων, που ίσχυαν από το 1951.  Η έναρξη ισχύος τους πραγματοποιήθηκε με σωρεία διαμαχών και κριτικών, σχετικά με τις άμεσες επιπτώσεις εφαρμογής τους. Οι διαμάχες αυτές εστιάζονται σε θέματα που απασχολούν έντονα την κοινή γνώμη (κατάδικοι για τρομοκρατία π.χ.), βάζοντας την κριτική κάτω από το πρίσμα της συγκυρίας, παραμερίζοντας την οπτική της ιστορίας. Εστιάζοντας στην οπτική αυτή θα πρέπει να προχωρήσουμε σε δύο παρατηρήσεις, μία στο πεδίο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου και μία σε αυτό του δικονομικού δικαίου.

Ο Ποινικός Κώδικας, στο ειδικό του μέρος, με την πρόβλεψη των ποινών για κάθε έγκλημα, είναι μια αξιολόγηση των ποινικά προστατευόμενων έννομων αγαθών και αντιστοίχως των εγκλημάτων. Η τιμώρηση δηλαδή ενός εγκλήματος με χαμηλή ποινή φυλάκισης ή με κάθειρξη, οφείλεται στην αξιολόγηση τόσο του έννομου αγαθού που προστατεύεται ποινικά όσο και της βλάβης που επιφέρει ή του κινδύνου που δημιουργεί. Η αφαίρεση ανθρώπινης ζωής ως βλάβη αξιολογείται πολύ υψηλά με αποτέλεσμα η προβλεπόμενη ποινή να είναι ισόβια ή κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών ενώ η βλάβη της τιμής που επιφέρει η εξύβριση αξιολογείται χαμηλά και τιμωρείται με φυλάκιση από δέκα ημέρες έως έξι μήνες. Η αξιολόγηση αυτή, διεπόμενη πάντα από την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, δεν είναι αυστηρά επιστημονική, αλλά κυρίως κοινωνική απόφαση, δηλαδή εν τέλει πολιτική επιλογή. Η αξιολόγηση όμως για να παράξει τα επιδιωκόμενα κοινωνικά αποτελέσματα και να διαμορφώσει την ανάλογη συλλογική συνείδηση είναι αναγκαίο να λειτουργήσει σε βάθος χρόνου. Στο κοινοβουλευτικό μας σύστημα υπάρχει η ευχέρεια της αλλαγής αυτής της αξιολόγησης. Σημαντικότερο παράδειγμα το άρθρο 189 ΠΚ, που τιμωρεί τις βιαιοπραγίες σε μαζικές εκδηλώσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας. Το 2014 η προβλεπόμενη ποινή έφτανε μέχρι την κάθειρξη, και το 2015, μετά την αλλαγή της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, περιορίστηκε σε φυλάκιση μέχρι 6 μηνών. 

Μοναδικός τρόπος για την διασφάλιση της απαραίτητης μακροημέρευσης των ποινικών ρυθμίσεων, είναι η ευρεία συναίνεση στην νομοθέτησή τους. Και τέτοια συναίνεση δεν υπήρξε κατά την εσπευσμένη ψήφιση του νέου Ποινικού Κώδικα, αντίθετα επελέγη η ψήφισή του μεσούσης ουσιαστικά της προεκλογικής περιόδου και με την μισή Βουλή απούσα. Το γεγονός αυτό μας οδηγεί σε μια δυσοίωνη πρόβλεψη για την ουσιαστική κοινωνική λειτουργία. Ας ελπίσουμε ότι για τις όποιες αναγκαίες αλλαγές, θα επιδιωχθεί μια ευρύτατη συναίνεση, που θα διασφαλίσει την μακροημέρευση.

Το πεδίο του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί κυρίως μέσω του δικονομικού συστήματος είναι δυνατή η αντιμετώπιση της καθυστέρησης στην απονομή της Ποινικής Δικαιοσύνης και η ποθούμενη δραματική μείωση του χρόνου περάτωσης των ποινικών υποθέσεων. Είχα τονίσει και παλαιότερα ότι ο βασικός λόγος της καθυστέρησης είναι ο υπερβολικός αριθμός δικαστικών λειτουργών, Δικαστών και Εισαγγελέων, που απαιτείται για την οριστική περαίωση των δυσχερών ποινικών υποθέσεων, που ανέρχεται σε 40 με 50. Μάλιστα το πρόβλημα της καθυστέρησης αντιμετωπίστηκε σε όλες τις χώρες με το ίδιο δικονομικό σύστημα με το ελληνικό, με την προώθηση μεταρρυθμίσεων που μείωσαν τον αριθμό αυτό σε 1 με 3 δικαστικούς λειτουργούς. Η πρόθεση για περισσότερους δικαστικούς λειτουργού υλοποιήθηκε και με τον αμφιλεγόμενο τρόπο της Πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που αυξάνει τις θέσεις των δικαστικών λειτουργών, λόγω των αναγκών που δημιουργεί ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας!

Με τον νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αυξάνεται ο αριθμός των δικαστικών λειτουργών που απαιτούνται για την εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων εντυπωσιακά. Και αυτό γίνεται αφ’ ενός με την κατάργηση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων ως ουσιαστικού Δικαστηρίου, και την εκδίκαση αυτών από Τριμελές, και αφ’ ετέρου με τη  αύξηση της αρμοδιότητας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου. Παράλληλα οι νέοι θεσμοί περάτωσης της ποινικής διαδικασίας χωρίς παραπομπή των υποθέσεων σε Δικαστήριο, δεν είναι υποχρεωτική για τον αρμόδιο Εισαγγελέα, με αποτέλεσμα να επαφίεται η εφαρμογή τους, στην πρωτοβουλία του κάθε εισαγγελικού λειτουργού. Τέλος δεν αντιμετωπίστηκε καθόλου το πρόβλημα του περιορισμού των αποτελεσμάτων των ενδίκων μέσων, με την αξιοποίηση της πλούσιας νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. 

Για να μην οδηγηθεί λοιπόν η κοινωνία σε μια ακόμη χαμένη ευκαιρία για ουσιαστική μεταρρύθμιση με ευεργετικά αποτελέσματα, θα πρέπει σταδιακά και με σοβαρή μελέτη, να προωθηθούν οι αναγκαίες αλλαγές στα ήδη ισχύοντα νομοθετήματα, ώστε η μεταρρύθμιση να είναι πραγματική.        

Σημειώσεις για τον νέο Ποινικό Κώδικα, Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, Εκπροσώπου Τύπου της ΕΔΕ

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 256KB)