Ανοικτή επιστολή προς τα μέλη του Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε.

της Αικατερίνης Ντόκα, Εφέτη, 

 μέλους της Εξελεγκτικής Επιτροπής της Ε.Δ.Ε.

     Για πολλά χρόνια είχαμε γίνει θεατές μιας θλιβερής πρακτικής να αναρριχώνται συνάδελφοι, που είχαν εκλεγεί με την ψήφο μας ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσής μας, να καταχρώνται την εμπιστοσύνη που δείξαμε στο πρόσωπό τους για να ικανοποιήσουν προσωπικές τους φιλοδοξίες και για να τοποθετηθούν, μετά την παραίτηση ή τη συνταξιοδότησή τους,  σε πολιτικές θέσεις ή σε Ανεξάρτητες Αρχές. Θεωρήσαμε πως αυτή η περίοδος είχε παρέλθει. Ωστόσο, τις τελευταίες μέρες παρακολουθούμε μια σειρά από γεγονότα που εγείρουν ερωτηματικά. Μετά την αιφνιδιαστική κατάθεση τροπολογίας στις 26.11.2019 στο νομοσχέδιο για τη διαμεσολάβηση στις εμπορικές και αστικές διαφορές, με την οποία αυξάνονται οι οργανικές θέσεις των Προέδρων Εφετών κατά ογδόντα έξι (86), με αντίστοιχη κατάργηση ογδόντα έξι (86) οργανικών θέσεων Εφετών, εκδόθηκαν ανακοινώσεις από μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που θέτουν ερωτήματα ως προς τα πρόσωπα που προώθησαν το ανωτέρω αίτημα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ειδικότερα, με την από 26.11.2019 ανακοίνωση των Χριστόφορου Σεβαστίδη, Χαράλαμπου Σεβαστίδη και Παντελή Μποροδήμου, την από 27.11.2019 ανακοίνωση των Μαργαρίτας Στενιώτη, Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη και Γρηγόρη Κομπολίτη και την από 27.11.2019 ανακοίνωση των Χαράλαμπου Μαυρίδη και Σταματίνας Γκαρά-Δημουλέα ζητήθηκε η άμεση απόσυρση της ως άνω τροπολογίας, η οποία προωθήθηκε χωρίς να έχει αποτελέσει αίτημα της Ένωσης και χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή της. Εκδόθηκε στις 27.11.2019 ανακοίνωση από την αξιωματική αντιπολίτευση, όπου, σε σχέση με την τροπολογία αυτή, αναφέρεται ότι «…δημιουργεί σαφείς ενδείξεις ρουσφετολογικών εξυπηρετήσεων..». Ήδη η ως άνω τροπολογία αποτελεί ψηφισθέντα νόμο με αναδρομική ισχύ. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 4640/2019,  όχι μόνο καταργήθηκαν 86 οργανικές θέσεις εφετών και αυξήθηκαν αντίστοιχα οι θέσεις των Προέδρων Εφετών, αλλά ορίσθηκε ρητά πως τα ανωτέρω ισχύουν αναδρομικά από 1η Νοεμβρίου 2019 και ορίζεται καταληκτική ημερομηνία στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης να συνεδριάσει έως την 31η.1.2020 για την πλήρωση των ογδόντα έξι (86) νέων θέσεων των Προέδρων Εφετών. 

    Τα ερωτήματα που έχουν ήδη τεθεί από ορισμένα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να απαντηθούν. Το αίτημα αυτό πράγματι προωθήθηκε από κάποιο μέλος του Δ.Σ., χωρίς ενημέρωση και προηγούμενη συζήτηση στο Δ.Σ; Και αν τούτο συνέβη, με ποιόν τρόπο και με ποιες συμφωνίες έλαβε χώρα αυτή η προώθηση; Ποιόν εξυπηρετεί τελικά αυτή η ανακατανομή; Γιατί τόση σπουδή, διαρκούντος του δικαστικού έτους, χωρίς να υφίσταται κάποια έκτακτη περίσταση; Γιατί η αύξηση των οργανικών θέσεων των Προέδρων Εφετών να ισχύσει αναδρομικά από 1η Νοεμβρίου 2019 και να τεθεί καταληκτική ημερομηνία στη λήψη σχετικής απόφασης για την πλήρωση των θέσεων αυτών από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο η 31η.1.2020; 

      Έχουν αναλογισθεί όσοι προώθησαν αυτήν την ρύθμιση τις συνέπειες που θα έχει η ανακατανομή των οργανικών θέσεων στην υπηρεσιακή και προσωπική ζωή πολλών συναδέλφων και στη εν γένει λειτουργία των  Εφετείων; Τα κενά που θα υπάρξουν διαρκούντος του δικαστικού έτους στα υπόλοιπα Εφετεία, λόγω των προαγωγών των υπηρετούντων σε αυτά Εφετών σε θέσεις Προέδρων Εφετών, είτε δεν θα πληρωθούν, είτε θα πληρωθούν με μεταθέσεις των υπηρετούντων Εφετών από τα Εφετεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά, που πλέον θα είναι υπεράριθμοι, αφού έχουν καταργηθεί, και μάλιστα αναδρομικά από 1.11.2019 οι οργανικές τους θέσεις. Ούτε βεβαίως συνεκτιμήθηκαν οι  δυσμενείς συνέπειες που θα επέλθουν σε συναδέλφους που δεν κατοικούν στην Αθήνα, οι οποίοι μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος του υπηρεσιακού τους βίου υπηρετούν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους. Οι τελευταίοι  με την προαγωγή τους στο βαθμό του Προέδρου Εφετών θα μετακινηθούν, κατά την πλειοψηφία τους, στο Εφετείο της Αθήνας που θα απορροφήσει τον συντριπτικά μεγαλύτερο αριθμό των νέων Προέδρων Εφετών. Η δε αιτιολόγηση αυτής της ρύθμισης παραμένει έωλη. Θα έχει μεγαλύτερο κύρος το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων επειδή θα προεδρεύει Πρόεδρος Εφετών ή θα έχει μικρότερο κύρος ο Πρόεδρος Εφετών που θα προεδρεύει στο Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων και του οποίου οι αποφάσεις θα κρίνονται στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, όπου μετέχουν δύο Εφέτες; Και για ποιον λόγο διακρίνουμε τα Τριμελή και Μονομελή Εφετεία αφενός της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά, τα οποία πρέπει να έχουν κύρος και να προεδρεύει σε αυτά Πρόεδρος Εφετών, από τα Εφετεία της υπόλοιπης χώρας, στα οποία θα προεδρεύουν Εφέτες, κάποιες φορές άρτι προαχθέντες;

    Έχετε εκλεγεί με την ψήφο μας για να αγωνίζεστε για τα δικά μας συμφέροντα και αιτήματα. Σας έχουμε περιβάλει, κάποιους από εσάς για πολλά έτη, με εμπιστοσύνη και απολαμβάνετε της αναγνώρισης, της προβολής και της εξουσίας που σας παρέχεται, μέσα από την εκλογή σας στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, για να ακούγεται η δική μας φωνή. Αξιώνουμε να λειτουργείτε με μοναδικό γνώμονα το κοινό συμφέρον του Δικαστικού Σώματος χωρίς δεύτερες σκέψεις. Οι εποχές έχουν αλλάξει. Οι συνάδελφοι ενημερωνόμαστε άμεσα για τις εξελίξεις και ο χώρος είναι τόσο μικρός που όλοι γνωριζόμαστε καλά. Δεν μπορεί πλέον να γίνει ανεκτό να αποφασίζετε για εμάς χωρίς εμάς. 

Θεσσαλονίκη, 1/12/2019

ΑΥΞΗΣΗ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΕΦΕΤΩΝ

Αθήνα 2-12-2019
Νίκος Χρ Σαλάτας

Γ. Γραμματέας ΕΔΕ

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

     Είναι πολύ λυπηρό ότι οι εκ των συναδέλφων που απαρτίζουν το ΔΣ της Ένωσής μας, Χριστόφορος  Σεβαστίδης , Χαράλαμπος Σεβαστίδης , Παντελής Μποροδήμος ,Μαργαρίτα Στενιώτη , Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Γρηγόριος Κομπολίτης , Χαράλαμπος Μαυρίδης και Σταματία Γκαρά , οι οποίοι ανήκουν σε τρεις διαφορετικές συνδικαλιστικές ομάδες, με αντίστοιχες ανακοινώσεις προς την ιδία κατεύθυνση  , εν γνώσει τους παραποίησαν την αλήθεια , ως προς το επίμαχο θέμα , παραπλανώντας πολιτικά κόμματα , μερίδα του ηλεκτρονικού και έντυπου τύπου , συκοφαντώντας τα υπόλοιπα επτά μέλη του ΔΣ της Ένωσής μας , δηλητηριάζοντας και διχάζοντας τους συναδέλφους .Η γνώση δε αυτή προκύπτει αδιαμφισβητήτως από το από 30-7-2019 δελτίο τύπου της Ένωσής μας με τίτλο « επείγοντα θέματα που αφορούν την λειτουργία της Δικαιοσύνης» ,το οποίο κατά την εθιμοτυπική συνάντηση του ΔΣ της Ένωσής μας στις 30-7-2019, επί τη αναλήψει των Υπουργικών καθηκόντων των κ. Τσιάρα και κ. Κράνη ,ανέγνωσε ο Πρόεδρος της Ένωσης ,παρόντων και των 15 μελών του ΔΣ και εν συνεχεία ενεχείρισε αυτό στον Υπουργό  αλλά και στον Υφυπουργό Δικαιοσύνης .Τα επείγοντα θέματα ήσαν εννέα , το θέμα υπ΄στοιχείο 1 του ως άνω δελτίου αφορούσε την αύξηση των οργανικών θέσεων δικαστών και εισαγγελέων ίση με αυτή που προέβλεπε η γνωστή πια ΠΝΠ( ΦΕΚ Α’ 106/2019) . Το θέμα υπό στοιχείο 7 επίσης του ως άνω δελτίου αφορούσε την αύξηση του αριθμού των προέδρων εφετών σε αριθμό, που αντιστοιχεί στους προεδρεύοντες εφέτες των εφετείων Αθηνών , Θεσσαλονίκης και Πειραιά .

    Για να είμαι όμως απόλυτα ειλικρινής , θα ήθελα να διευκρινίσω ότι την πλήρη και εις βάθος γνώση , για την αύξηση των οργανικών θέσεων των προέδρων εφετών με αντίστοιχη μείωση των εφετών , που είχε ο Πρόεδρος της Ένωσης και συνακόλουθα και η ομάδα του , δεν την είχαν οι υπόλοιποι συνάδελφοι , που δεν ανήκουν στο προεδρείο, για λόγους πρακτικούς , ουσιαστικούς και ευνόητους.

    Το παραπάνω αίτημα , με την έννοια που το ίδιο το κείμενο αποδίδει, δυστυχώς  και όλως παραδόξως , το αμφισβητεί ο Πρόεδρος και ως εκ τούτου με υποχρεώνει να πω τα παρακάτω, ευελπιστώντας ότι δεν θα σας κουράσω .

Όπως είναι ευνόητο , ως Γενικός Γραμματέας της Ένωσης , είχα συνεχή επαφή ,με τον Πρόεδρο της Ένωσης .Συζητούσαμε επί όλων των θεμάτων , άλλωστε όλες τις ανακοινώσεις τις συνυπέγραφα , είτε ως αποφάσεις  ΔΣ , είτε ως μέλος του γραφείου τύπου ,στο οποίο συμμετείχα .Στα πλαίσια δε αυτών των συζητήσεων είχαμε συζητήσει και το σχετικό θέμα των προέδρων εφετών , του εξέθεσα λοιπόν λεπτομερώς , πως θα μπορούσε να λειτουργήσει , χωρίς καμία δυσμενή συνέπεια για την δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της όλων των βαθμίδων . Άλλωστε το θέμα αυτό , δηλαδή η αύξηση των οργανικών θέσεων των προέδρων εφετών με αντίστοιχη μείωση των εφετών , ήταν αίτημα της συνδικαλιστικής μου ομάδας από το 2015,συμπεριλαμβάνεται δε στα αιτήματά μας προς την Πολιτεία στο προεκλογικό φυλλάδιο των αρχαιρεσιών της Ένωσής μας του 2016 , αλλά και σε αυτό του 2018 . O Πρόεδρος της Ένωσής μας  συμφώνησε απολύτως για την χρησιμότητα αυτού του μέτρου και έτσι λοιπόν , ως αίτημα πλέον της Ένωσης ,το εξέθεσα στο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης ,κ. Γεώργιο Σάρλη, επί Υπουργίας κ. Καλογήρου, με όλες τις λεπτομέρειες, το είδε με πολύ ενδιαφέρον , επείσθη ότι δεν βλάπτεται κανείς , ότι προωθείται η ανέλιξη των δικαστών και ότι είναι ανέξοδο και μου υποσχέθηκε ότι θα το θέσει με θετική εισήγηση υπόψη του κ. Υπουργού .Το αποτέλεσμα της συνάντησής μου με το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου , το ανακοίνωσα βεβαίως , όπως άλλωστε είχα υποχρέωση , στον Πρόεδρο της Ένωσής μας κ. Χριστόφορο Σεβαστίδη , ο οποίος είχε, όπως είναι απόλυτα φυσικά , ως Πρόεδρος της Ένωσης ,  και αυτός άμεση επικοινωνία επί όλων των θεμάτων με τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου και στον πρώτο Αντιπρόεδρο αυτής κ. Λυμπερόπουλο . Εν συνεχεία, πάντα κατ΄εξουσιοδότηση του προεδρείου , επισκέφτηκα , όπως άλλωστε είχα υποχρέωση θεσμική αλλά και ηθική , τον αξιότιμο πρόεδρο του Αρείου Πάγου κ. Πέππα , είχαμε μία πάρα πολύ εμπεριστατωμένη συζήτηση , θεώρησε το μέτρο αυτό άριστο , που θα έλυνε κατά κάποιο τρόπο , χωρίς παρενέργειες ,την ανέλιξη των δικαστών στον βαθμό του προέδρου εφετών , μου έδωσε δε το δικαίωμα να μεταφέρω την άποψή του στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και μου υποσχέθηκε ότι όταν ερωτηθεί από το Υπουργείο θα είναι θετικός . Ενημέρωσα το προεδρείο για τη θετική αυτή εξέλιξη και επανήλθα στον κ. Σάρλη , ώστε να του μεταφέρω και την άποψη του κ Προέδρου του Αρείου Πάγου κ. Πέππα . Η συνάντησή μας ήταν επίσης θετική και με διαβεβαίωσε ότι θα επακολουθούσε συνάντησή μου με το Υπουργό κ. Καλογήρου . Η συνάντηση δεν έγινε ποτέ , προκηρύχθηκαν εκλογές και το θέμα έληξε εκεί .Στο σημείο αυτό θεωρώ υποχρέωσή μου να επισημάνω την άριστη συνεργασία που είχε η Ένωσή μας και εγώ προσωπικά με τον κ. Σάρλη , από την εποχή που ήταν Γενικός Γραμματέας επί υπουργίας κ. Παρασκευόπουλου . Τον είχα επισκεφθεί προσωπικά για διάφορα τρέχοντα θέματα της Ένωσής μας , περισσότερες από δέκα φορές , ήταν βαθύς γνώστης των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η δικαιοσύνη και ήταν πάντα αρωγός των αιτημάτων μας .

    Αν και υπήρξε λοιπόν όλη αυτή η προεργασία, ο Πρόεδρος της Ένωσης διατείνεται ότι  αγνοούσε το θέμα ,παρόλα αυτά , ήταν αυτός που συνέταξε το δελτίο τύπου , όπου κρίθηκε από όλους μας ότι το θέμα πια ήταν ώριμο και επείγον και γι’αυτό στην πρώτη συνάντησή μας , που πραγματοποιήθηκε στις 30-7-2019 με τον κ. Υπουργό , ως ανωτέρω , συμπεριλήφθηκε ως ένα από τα εννέα επείγοντα θέματα στο δελτίο τύπου , που θα έπρεπε να υλοποιηθεί αμέσως .

    Δε νομίζω ότι πρέπει να επεκταθώ περαιτέρω για να πεισθεί και οποιοσδήποτε δύσπιστος ή έστω επιφυλακτικός συνάδελφος ότι δηλαδή ο Πρόεδρος της Ένωσής μας και γνώριζε το περιεχόμενο του αιτήματος , με όλες του τις λεπτομέρειες και συμφωνούσε απολύτως και γνώριζε βεβαίως όλες τις αναγκαίες συναντήσεις μου  για την ευόδωση του αιτήματος .Απευθυνόμουν ,όχι εν κρυπτώ , αλλά υπό πλήρη δημοσιότητα σε άτομα , που εκ της θεσμικής τους ιδιότητος, ήμουν υποχρεωμένος να το κάνω , τους οποίους ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να επισκεφθεί και ο Πρόεδρος της Ένωσης .

    Ο αξιότιμος νέος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου κ. Τσαλαγανίδης ανέλαβε τα καθήκοντά του μετά την ως άνω επίσκεψή μας στο Υπουργείο και εγώ  , πάντα εν ονόματι του προεδρείου της Ένωσής μας ( άλλωστε το αίτημα είχε προηγηθεί στο Υπουργείο ) , όπως είχα θεσμική υποχρέωση , επισκέφτηκα τον Πρόεδρό μας , του εξέθεσα το θέμα και του ενεχείρισα ένα έγγραφο αναλυτικό , που το μεγαλύτερο μέρος αυτού περιλαμβάνεται στην αιτιολογική έκθεση του ψηφισθέντος νόμου . Μετά την ως άνω εξέλιξη επισκέφτηκα τον νυν Υπουργό και τον Υφυπουργό , τους ενεχείρισα το ίδιο έγγραφο , που είχα εγχειρίσει στον κ. Πρόεδρο του Αρείου Πάγου , τα δε υπόλοιπα είναι όλα γνωστά .

    Θα ήταν παράλειψή μου να μην αναφέρω ότι όλες τις παραπάνω ενέργειές μου τις γνώριζε και  ήταν θετικός ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών κ. Κ. Σταμαδιάνος.

    Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι οι δημόσιες αντιπαραθέσεις μεταξύ δικαστών δεν εξυπηρετούν σε τίποτα και μόνο βλαπτικές είναι , όταν μάλιστα  έχει ήδη οριστεί σύγκληση του ΔΣ για 7-12-2019 και η ετήσια ΓΣ έχει προγραμματισθεί για 14-12-2019 , όπου εκεί μπορεί ο καθένας να εκθέσει τις απόψεις του . Αναγκάστηκα όμως  να προβώ σ΄αυτήν την ανακοίνωση γιατί θέλω, για το καλό της δικαιοσύνης και των λειτουργών της, να σταματήσει επιτέλους αυτή η απίστευτη παραπληροφόρηση και να προστατεύσω τους συναδέλφους δικαστές , οι οποίοι και βεβαίως δεν γνωρίζουν ούτε την προεργασία του θέματος ούτε λεπτομέρειες από την πρόσφατη νομοθέτηση και που ενδεχομένως προβληματίζονται ή αναπαραγάγουν κρίσεις , που χωρίς να το θέλουν δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

    1.Το μέτρο αυτό δεν αφορά τους δικαστές του πρώτου βαθμού ( παρέδρους , πρωτοδίκες , προέδρους πρωτοδικών ) . Θα προάγονται κανονικά στο επόμενο βαθμό σαν να μην υπήρχε το πρόσφατο  νομοθέτημα .

    Με μεγάλη μου έκπληξη , πληροφορήθηκα και εν συνεχεία διαπίστωσα ότι η κ. Στενιώτη , η οποία μάλιστα και κατά το παρελθόν είχε διατελέσει Πρόεδρος της Ένωσής μας , ισχυρίζεται ότι με την ψήφιση του παρόντος νόμου «καθηλώνονται και οι νέοι εφέτες και όλοι οι δικαστές του πρώτου βαθμού , ενόψει του γεγονότος ότι με την προώθηση αυτή της επετηρίδας θα προαχθούν και δικαστές οι οποίοι θα αποχωρούσαν εκ της υπηρεσίας ως εφέτες , λόγω συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας τους , ενώ τώρα , ως πρόεδροι εφετών θα αποχωρήσουν στο 67ο έτος ». Η κ. Στενιώτη φαίνεται ότι ενοχλείται πολύ , διότι στις 86 προαγωγές των εφετών σε προέδρους θα συμπεριλαμβάνονται και 6 συνάδελφοι , οι οποίοι σε διαφορετική περίπτωση θα συνταξιοδοτούντο ,ισχυριζόμενη ότι από την προαγωγή των 6 αυτών δικαστών , διαταράσσεται η απρόσκοπτη εξέλιξη των συναδέλφων , παραλείπει όμως να πει ότι όλοι οι δικαστές από τον βαθμό του εφέτη και κάτω  , αλλά και αυτοί που θα εισαχθούν στο δικαστικό σώμα , ωφελούνται από αυτή την αύξηση των 86 θέσεων , διότι θα προαχθούν στον βαθμό του προέδρου εφετών , που για πολλούς είναι και ο καταλυτικός βαθμός , οπωσδήποτε τρία χρόνια νωρίτερα . Τα πολλά λόγια περιττεύουν . Ο κατήφορος ατελείωτος , η εμπάθεια , η αμετροέπεια , η παραπληροφόρηση , η υποκρισία στο ύψιστο σημείο . Στην προκειμένη περίπτωση  φαντάζει πολύ λίγη η ρήση « ο θάνατος σου η ζωή μου ».

    2.Το μέτρο αυτό δεν αφορά την ανέλιξη των δικαστών στον Άρειο Πάγο.

  3.Το μέτρο αυτό αφορά αποκλειστικά το δεύτερο βαθμό και τους δικαστές αυτού του βαθμού .

  4.Το μέτρο αυτό δεν ελαττώνει ούτε επαυξάνει τον φόρτο εργασίας των δικαστών του δευτέρου βαθμού , αλλά εξυπηρετεί μόνο την γρηγορότερη εξέλιξη και τούτο διότι :

α) σύμφωνα με την καινούργια νομοθετική ρύθμιση οι οργανικές θέσεις πανελλαδικά των προέδρων εφετών αυξάνονται κατά 86 και αντιστοίχως μειώνονται αυτές των εφετών .

β) Στο εφετείο Αθηνών προεδρεύουν στα ποινικά δικαστήρια 66 εφέτες , στο εφετείο Θεσσαλονίκης 13 εφέτες και στο εφετείο Πειραιά 7 εφέτες , σύνολο  προεδρευόντων εφετών στα ως άνω εφετεία 86 .

γ)Οι ως άνω προεδρεύοντες εφέτες των ποινικών δικαστηρίων , κατ΄ αποκλειστικότητα  απασχολούνται με ποινικές υποθέσεις .Στην ουσία ασκούν καθήκοντα προέδρου εφετών και γι’αυτό δεν μετέχουν σε συνθέσεις ως σύνεδροι σε ποινικά δικαστήρια , ούτε χρεώνονται πολιτικές υποθέσεις .

δ)Το εφετείο της Αθήνας  έχει 66 προεδρεύοντες εφέτες και έναν αριθμό εφετών , που δικάζουν αποκλειστικά αυτοί πολιτικές υποθέσεις αφενός και αφετέρου δικάζουν, ως σύνεδροι μόνο, ποινικές υποθέσεις ή συμμετέχουν σε συνθέσεις συμβουλίων .Με την καινούργια νομοθετική ρύθμιση ( ας πάρουμε μόνο την περίπτωση του εφετείου Αθηνών , το ίδιο ισχύει και για τα εφετεία Θεσσαλονίκης και Πειραιά ) καταργούνται αυτές οι 66 θέσεις των προεδρευόντων στα ποινικά δικαστήρια εφετών, που υπηρετούν στο εφετείο Αθηνών .

ε)Καταργούνται και τι γίνεται , χάνονται ; Ναι χάνονται ,ως θέσεις εφετών , αλλά αυξάνονται ταυτοχρόνως κατά 66 οι θέσεις των προέδρων εφετών στο εφετείο της Αθήνας .

στ)Αυτοί που καταλαμβάνουν τις θέσεις των προέδρων εφετών στην Αθήνα , τι εργασία θα κάνουν ; Θα κάνουν αποκλειστικά αυτή που έκαναν και πριν την αλλαγή της νομοθεσίας οι προεδρεύοντες εφέτες στο εφετείο Αθηνών .

ζ)Αυτή λοιπόν η ανακατανομή των θέσεων , δηλαδή η αύξηση των προέδρων εφετών κατά 66 και η μείωση των εφετών κατά 66 επηρεάζει τους υπόλοιπους εφέτες του εφετείου Αθηνών , που πριν από την αλλαγή της νομοθεσίας  δεν προήδρευαν στις ποινικές υποθέσεις διεκπεραιώνοντας αποκλειστικά και μόνο πολιτικές υποθέσεις και ήταν σύνεδροι των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων ή συμμετείχαν σε συνθέσεις συμβουλίων ; ΑΣΦΑΛΩΣ ΟΧΙ .

η) Επηρεάζει μήπως τους εφέτες των λοιπών εφετείων της χώρας; ΑΣΦΑΛΩΣ ΟΧΙ .

    Είναι γεγονός ότι με τη ρύθμιση αυτή η αναλογία προέδρων εφετών – εφετών από ένα προς τέσσερα διαμορφώθηκε από ένα προς δύο . Αυτό όμως δεν έχει καμία επίδραση και δεν επιφέρει καμία επιβάρυνση στους εφέτες , διότι , όπως προελέχθη , αυτοί οι 86 προεδρεύοντες εφέτες ασχολούντο κατ΄ αποκλειστικότητα με ποινικές υποθέσεις και επομένως η προαγωγή τους αυτή , δεν επηρεάζει τις εργασιακές συνθήκες των λοιπών εφετών . Αντίθετα τους δίνει ελπίδα , ότι αντί να κριθούν για προαγωγή στα 13 – 14 χρόνια , όπως ίσχυε , θα κριθούν στα 10 χρόνια .Ισχυρίστηκε επίσης η κ. Στενιώτη , με την από 1-12-2019 επιστολή της  ότι υποβαθμίζεται ο τιμητικός βαθμός του προέδρου εφετών από την αύξηση των 86 αυτών θέσεων . Νομίζω ότι η τοποθέτηση αυτή δεν χρήζει απαντήσεως .

    Κυρίες και κύριοι  συνάδελφοι για ποιά διάλυση των εφετείων ομιλούμε ; Το γεγονός ότι πλέον στα εφετεία Αθηνών , Θεσσαλονίκης και Πειραιώς όλοι οι  προεδρεύοντες σε ποινικές υποθέσεις δικαστές , θα είναι πρόεδροι εφετών και όχι εφέτες ,επαναλαμβάνοντας για μια ακόμη φορά χωρίς να επιβαρύνεται εργασιακά , εκ της αλλαγής αυτής ,ουδείς εφέτης ανά τη χώρα  ,επιφέρει διάλυση των εφετείων ; Ή αντίθετα ,τουλάχιστον ως προς τους τρίτους (διαδίκους , δικηγόρους κλπ ) ,θεωρείται αναβάθμιση ότι οι προεδρεύοντες στα μεγαλύτερα αυτά εφετεία , όπου η πολυπλοκότητα και η επικινδυνότητα των υποθέσεων , κατά τεκμήριο , είναι υπερτέρα των λοιπών εφετείων , είναι πρόεδροι εφετών ; Δεν είναι αλήθεια ότι με το μέτρο αυτό επέρχεται και μια αντιστοίχιση με την εξέλιξη των εισαγγελέων ;

    Στ΄ αλήθεια τι περαιτέρω διαβούλευση έπρεπε να κάνει η Ένωσή μας με το Υπουργείο για το θέμα αυτό, από την στιγμή που το τελευταίο αποδέχθηκε καθ΄ολοκληρίαν το αίτημά μας ; Πες μου σε παρακαλώ Χριστόφορε (ερώτηση ρητορική )  , τι διαβούλευση έκανε η Ένωσή μας με τον κ. Καλογήρου για τις οργανικές αυτές θέσεις ,που μας έδωσε με ΠΝΠ ; Καμία διαβούλευση και σωστά . Εγώ , αν και Γενικός Γραμματέας της Ένωσης , αρκέστηκα σ΄αυτά που εσύ μου είπες και συμφώνησα με το συνολικό αριθμό των θέσεων αυτών και την κατανομή τους  και σε συνεχάρην για την επιτυχία της Ένωσής μας , οφειλόμενη κυρίως σε σένα .

   Στο σημείο αυτό και τελειώνω,  θα ήθελα να υπενθυμίσω στους παλαιότερους συναδέλφους και να ενημερώσω όσους από τους νεότερους συναδέλφους δεν το γνωρίζουν, ότι πριν 25 χρόνια περίπου η πλειοψηφία τότε της Ένωσής μας επέτυχε να διπλασιαστούν οι θέσεις των προέδρων πρωτοδικών πανελλαδικά και έτσι από 150 να γίνουν 300, με αντίστοιχη βεβαίως μείωση των πρωτοδικών .Εγώ δεν ανήκα σε αυτήν την συνδικαλιστική ομάδα , δεν διανοηθήκαμε όμως κατ΄ουδένα τρόπο να ματαιώσουμε  αυτό το πολύ θετικό μέτρο , αλλά αντιθέτως χαιρετίσαμε ως μεγάλη επιτυχία της Ένωσής μας την παραπάνω αύξηση των προέδρων πρωτοδικών , διότι ήταν απολύτως αναγκαία, καθότι συντόμευσε την απόκτηση του βαθμού του προέδρου πρωτοδικών κατά 4 έτη. Η παραπάνω νομοθέτηση ομοιάζει , με την πρόσφατη νομοθέτηση της αύξησης των θέσεων των προέδρων εφετών με αντίστοιχη μείωση των εφετών,αλλά δεν είναι ίδια, διότι έχει μία σημαντική διαφορά. Οι πρωτοδίκες  προήγοντο στον βαθμό του προέδρου πρωτοδικών , αλλά για τα πρώτα 3 έτη ασκούσαν καθήκοντα πρωτοδίκη . Υπήρξαν δε περιπτώσεις , κυρίως σε επαρχιακά πρωτοδικεία , όπου το μέτρο αυτό λειτούργησε , εν τοις πράγμασι , εις βάρος των πρωτοδικών .Ουδείς όμως διανοήθηκε από ολόκληρο το δικαστικό σώμα να αμφισβητήσει την χρησιμότητα και την αναγκαιότητα του μέτρου αυτού , λόγω μιας ελάχιστης παρενέργειας. Οι προεδρεύοντες στα ποινικά δικαστήρια εφέτες αντίθετα , ενώ στην ουσία ασκούν καθήκοντα προέδρων εφετών , είναι καθηλωμένοι στο βαθμό του εφέτη επί πολλά έτη, ενώ με την νέα ρύθμιση της αύξησης των θέσεων κατά 86 , το 2021 θα γίνουν πρόεδροι εφετών αυτοί ,που προήχθησαν στον βαθμό του εφέτη το 2011 , δηλαδή μετά από 10 χρόνια .Χωρίς τη νέα ρύθμιση θα απαιτούνταν 13 έτη.Αυτή η νομοθετική ρύθμιση επιφέρει την διάλυση των εφετείων της χώρας , όπως υποστηρίζεται από μέλη του ΔΣ της Ένωσής μας ; ή ρυθμίζει ευνοϊκότερα   την εξέλιξη των δικαστών από το βαθμό του εφέτη και κάτω , δηλαδή και των δικαστών του πρώτου βαθμού , καθότι όλοι οι δικαστές θα κριθούν για πρόεδροι εφετών 3 έτη νωρίτερα από ότι θα εκρίνοντο εάν δεν είχε επέλθει αυτή η νομοθετική ρύθμιση .

   Συνοψίζοντας, η παραπάνω τολμηρή για την εποχή της νομοθετική πρωτοβουλία αύξησης των θέσεων των προέδρων πρωτοδικών με αντίστοιχη μείωση των πρωτοδικών , λειτούργησε και λειτουργεί ακόμα , όπως και για τους μελλοντικούς δικαστές, ευεργετικά για την ανέλιξή τους ,αφού συντόμευσε αυτή κατά 4 έτη. Γιατί  να μην ισχύει το ίδιο και για την επίσης τολμηρή νομοθετική ρύθμιση αύξησης των θέσεων των προέδρων εφετών με αντίστοιχη μείωση των εφετών , που ως προελέχθη , οι συγκυρίες επέτρεψαν , ένα τέτοιο ριζοσπαστικό μέτρο, να έχει μόνο ωφέλειες πολλαπλές για όλους τους δικαστές ;

    Κυρίες και κύριοι  συνάδελφοι ,κατόπιν όλων των ανωτέρω  , θα είναι ό,τι καλύτερο για την δικαιοσύνη  , οι συνάδελφοι του ΔΣ που εξέφρασαν τις προαναφερόμενες ανακρίβειες , να καταλάβουν ότι έκαναν λάθος , να επανορθώσουν και όλοι μαζί να χαιρετίσουμε αυτό το ευεργετικό μέτρο , που θα ανακουφίσει τους δικαστές , όπως κάναμε πριν 25 έτη με την αύξηση των προέδρων πρωτοδικών κατά 150 , με αντίστοιχη μείωση των πρωτοδικών.

    ΥΓ. Θα ήταν ευχής έργο με την ψήφιση της ρύθμισης των προέδρων εφετών να είχε ψηφιστεί και η αύξηση των οργανικών θέσεων , όπως τις είχαμε εκθέσει στο δελτίο τύπου στις 30-7-2019 . Είμαι πολύ αισιόδοξος ότι αυτό θα γίνει πολύ σύντομα και ως προς αυτό η Ένωσή μας θα κάνει ότι είναι απαραίτητο για να πραγματοποιηθεί η αύξηση αυτή. Η ρύθμιση των προέδρων εφετών προηγήθηκε, διότι ήταν εντελώς ανέξοδη, γεγονός που δεν ισχύει όταν αυξάνονται οι οργανικές θέσεις.

Αθήνα 2-12-2019

Με τιμή

Νίκος Χρ Σαλάτας
Γ. Γραμματέας ΕΔΕ

Qui tacet consentire videtur

Χριστόφορος Σεβαστίδης, Δ.Ν. Εφέτης, Πρόεδρος Ε.Δ.Ε.
Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Εκπρ. Τύπου Ε.Δ.Ε.
Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης, Αναπλ. Ταμίας Ε.Δ.Ε.

Παρά τις σφοδρές αντιδράσεις της πλειοψηφίας του ΔΣ της Ένωσής μας, παρά το αίτημα της Ένωσης Εισαγγελέων, περί της ανάγκης απόσυρσης της τροπολογίας για την ανακατανομή των θέσεων Εφετών και Προέδρων Εφετών, το Υπουργείο Δικαιοσύνης επέμεινε και προχώρησε χθες στην ψήφισή της. Ούτε οι ισχυρισμοί βουλευτών της αντιπολίτευσης και τα δημοσιεύματα του Τύπου περί φωτογραφικής χαριστικής διάταξης στάθηκαν ικανά να εμποδίσουν τον «επείγοντα» χαρακτήρα που επέβαλε την άμεση ψήφιση. Τονίσαμε στο άρθρο που δημοσιεύσαμε στις 26 Νοεμβρίου με τίτλο «Ανακατανομή θέσεων Προέδρων Εφετών και Εφετών; Ποιος ο λόγος;» ορισμένες από τις αρνητικές (πολλές φορές τραγικές) συνέπειες που θα έχει αυτή η ανακατανομή στην υπηρεσιακή κατάσταση όλων των δικαστικών λειτουργών και στην εύρυθμη λειτουργία των Δικαστηρίων. Άλλες πάλι μας επισημαίνονται διαρκώς από συναδέλφους και άλλες θα αναδειχθούν στην πράξη ιδίως από το επόμενο δικαστικό έτος.
Η αόριστη υπόσχεση του Υπουργού Δικαιοσύνης περί αύξησης των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών δεν μπορεί να αντισταθμίσει το πλήγμα από την ανακατανομή που έγινε, ούτε να άρει τους σοβαρούς προβληματισμούς που δημιουργούνται για τον τρόπο νομοθέτησης αδιαφορώντας για την βούληση της πλειοψηφίας του Δικαστικού Σώματος και των Συνταγματικά προβλεπόμενων Δικαστικών τους Ενώσεων. Είναι πάντως ιδιαίτερα εντυπωσιακό το γεγονός ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης χωρίς μέχρι σήμερα να ικανοποιήσει κανένα από τα αιτήματα που του θέσαμε εξ αρχής (ήδη από την πρώτη συνάντηση στις 31 Ιουλίου), πολλά από τα οποία έχουν ζωτική σημασία για την Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της, σπεύδει με τροπολογία που κατατέθηκε δύο ημέρες πριν την ψήφισή της και χωρίς καμία δημοσιότητα, αρνούμενο οποιονδήποτε διάλογο, να μεταβάλει άρδην τον δικαστικό χάρτη της Χώρας.
Επισημαίνουμε ακόμα ότι στην άμεση αντίδραση 8 μελών του ΔΣ της Ένωσής μας, που έσπευσαν να πάρουν θέση τονίζοντας την ανάγκη απόσυρσης της τροπολογίας, είναι εκκωφαντική η σιωπή των υπολοίπων. Για τους συναδέλφους που είναι αιρετά μέλη του ΔΣ της Ένωσης, τον κ. Ν. Σαλάτα, τον κ. Π. Λυμπερόπουλο και τον κ. Χ. Νάστα, ισχύει ο ρωμαϊκός κανόνας “qui tacet consentire videtur” (ο σιωπών δοκεί συναινείν). Ακόμα και αν πιστεύουν ότι η τροπολογία είναι θετική για το Δικαστικό Σώμα και ότι ο τρόπος αυτός της νομοθέτησης ερήμην των Δικαστικών Ενώσεων είναι ορθός και ενδεδειγμένος, οφείλουν να τοποθετηθούν δημόσια. Το θέμα για εμάς τους υπόλοιπους δεν έχει κλείσει, ούτε θα αποδεχτούμε τόσο εύκολα την διάλυση των Εφετείων. Στο επόμενο ΔΣ θα πρέπει να αναλάβει το κάθε μέλος την δική του ευθύνη.

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΑΥΞΗΣΗ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΕΦΕΤΩΝ

Χαράλαμπος Μαυρίδης, Εφέτης

Σταματίνα Γκαρά – Δημουλέα, Ειρηνοδίκης,
μέλη του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

                                                           Θεσ/νίκη 27-11-2019

——————————————— 

     Κατατέθηκε χθες, 26-11-2019, αιφνιδιαστικά, χωρίς καμία, κατά τα ειωθότα, προηγηθείσα ενημέρωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, τροπολογία στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που αφορά την δικαστική διαμεσολάβηση, με το άρθρο 5, με την οποία αυξάνονται οι οργανικές θέσεις των Προέδρων Εφετών κατά 86 (66 στο Εφετείο Αθηνών, 13 στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και 7 στο Εφετείο Πειραιώς), με μείωση κατά τον αντίστοιχο αριθμό (86), των οργανικών θέσεων των Εφετών, που πρόκειται να εισαχθεί στην Ολομέλεια της Βουλής προς ψήφιση στις 28-11-2019. Φρονούμε ότι η ανωτέρω τροπολογία δεν κινείται προς την ορθή κατεύθυνση, εισαγόμενη, μάλιστα, προς ψήφιση, μεσούσης της δικαστικής περιόδου 2019 – 2020 και θα δημιουργήσει πλείστα όσα προβλήματα στην ομαλή λειτουργία των Εφετείων της χώρας, κυρίως δε των επαρχιακών Εφετείων, όπου οι προαχθησόμενοι Εφέτες δεν θα αντικατασταθούν, δεδομένου ότι, λόγω της υπέρμετρης μείωσης των οργανικών θέσεων των Εφετών, δεν θα υπάρξουν για δύο (2), τουλάχιστον, έτη προαγωγές από τον πρώτο βαθμό.

     Σε κάθε περίπτωση, φρονούμε ότι θα έπρεπε να προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος μεταξύ του Υπουργείου και της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και, με βάση τα αμοιβαία αποδεχθέντα, να γίνει το επόμενο βήμα. Δεν αντιλαμβανόμαστε, σε καμία περίπτωση, την σπουδή για ψήφιση της ανωτέρω τροπολογίας, χωρίς να ακουστούν οι απόψεις των Δικαστικών Λειτουργών, την στιγμή, που, επιπροσθέτως, τα Εφετεία της χώρας καταβάλλουν τεράστια προσπάθεια, προκειμένου να εφαρμόσουν τις διατάξεις των προσφάτως ψηφισθέντων Κωδίκων, Ποινικού και Ποινικής Δικονομίας.

     Εν κατακλείδι, έχουμε την στέρεη πεποίθηση ότι θα πρέπει ν΄ αποσυρθεί άμεσα η ανωτέρω τροπολογία και να δοθεί εύλογος χρόνος για διάλογο μεταξύ του Υπουργείου Δικαιοσύνης και της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, για την συνολική, κατά τον καλύτερο τρόπο, αντιμετώπιση της επιβεβλημένης αύξησης των θέσεων των Δικαστικών Λειτουργών και των δύο βαθμών. 

ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΤΙΚΗ ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ

ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

Αιφνιδιαστική τροπολογία εν κρυπτώ: Αναδιάρθρωση της δομής του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας χωρίς δικαιολογητικό οργανικό λόγο (αύξηση οργανικών θέσεων Προέδρων Εφετών κατά 86 με αντίστοιχη μείωση των οργανικών θέσεων Εφετών) – έμμεση αύξηση ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης – δυσμενείς επιπτώσεις στην συνταγματικώς κατοχυρωμένη ευρυθμία της υπηρεσιακής κατάστασης όλων των Δικαστικών Λειτουργών του πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας 

 

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Αθήνα, 27-11-2019

     Κατατέθηκε χθες αιφνιδιαστικά εν κρυπτώ, χωρίς καμία προηγούμενη ενημέρωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, τροπολογία, με την οποία αυξάνονται οι οργανικές θέσεις των Προέδρων Εφετών κατά 86 όχι όμως με αντίστοιχη αύξηση των οργανικών θέσεων των Δικαστικών Λειτουργών της χώρας αλλά με μείωση κατά τον αντίστοιχο αριθμό (86) των οργανικών θέσεων των Εφετών.

   Πρόκειται για μία τροπολογία η οποία, αν ψηφισθεί και γίνει νόμος του κράτους, θα επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις στην υπηρεσιακή κατάσταση των Δικαστικών Λειτουργών της χώρας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και θα προκαλέσει σοβαρή υπηρεσιακή δυσλειτουργία στα δευτεροβάθμια Δικαστήρια και αντανακλαστικά και στα πρωτοβάθμια. 

     Πρόκειται για μία τροπολογία, που συνιστά ουσιώδη μεταβολή στην παγιωμένη εδώ και δεκαετίες δομή διάρθρωσης του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, παρατείνει με έμμεσο και τεχνητό τρόπο τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης και διαταράσσει μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα την συνταγματικώς κατοχυρωμένη υπηρεσιακή ευρυθμία και ισορροπία στη Δικαιοσύνη.

   Εκφράζουμε την εύλογη απορία: Πως προωθήθηκε ένα τέτοιο αίτημα στο Υπουργείο από τη στιγμή που ουδέποτε μέχρι σήμερα αποτέλεσε αίτημα της Ενώσεως;

     Γιατί δεν κυρώθηκε η ΠΝΠ που προέβλεπε αύξηση των οργανικών θέσεων των Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών όλων των βαθμών με βάση τις πραγματικές ανάγκες των Δικαστηρίων; 

      Ζητούμε την άμεση απόσυρση της εν λόγω τροπολογίας.

     Η υπηρεσιακή κατάσταση των Δικαστικών Λειτουργών της χώρας έχει δομηθεί πάνω σε συγκεκριμένες, απορρέουσες από το Σύνταγμα και ισχύουσες επί σειρά δεκαετιών αρχές και δεν θα αφεθεί στην τύχη συγκυριακών σκοπιμοτήτων.    

 

Τα μέλη της ομάδας ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ      

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ 

              

 

ΑΝΑΚΑΤΑΝΟΜΗ ΘΕΣΕΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΕΦΕΤΩΝ ΚΑΙ ΕΦΕΤΩΝ; ΠΟΙΟΣ Ο ΛΟΓΟΣ;

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου Ε.Δ.Ε.
Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, Εκπρ. Τύπου Ε.Δ.Ε.
Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη, Αναπλ. Ταμία Ε.Δ.Ε.

  Είναι γνωστό σε όλους τους συναδέλφους, ότι πάγιο αίτημα της Ένωσής μας, το οποίο αναδείχθηκε τους τελευταίους μήνες, υπήρξε η αύξηση των οργανικών θέσεων του πρώτου και του δευτέρου βαθμού, το οποίο συνδέθηκε άρρηκτα με τις αλλαγές που έλαβαν χώρα στους Ποινικούς Κώδικες και μετέβαλαν τις υπηρεσιακές ανάγκες και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Μάλιστα, από την πρώτη συνάντηση που είχε το Δ.Σ. της Ένωσης με τον Υπουργό Δικαιοσύνης, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, φροντίσαμε να προτάξουμε το συγκεκριμένο αίτημα αποδίδοντας σε αυτό θεμελιώδη σημασία. Εντελώς ξαφνικά κατατέθηκε σήμερα τροπολογία του Υπουργείου Δικαιοσύνης με την οποία αυξάνονται κατά 86 (!) οι οργανικές θέσεις των Προέδρων Εφετών με αντίστοιχη κατάργηση των θέσεων των Εφετών. Η ως άνω τροπολογία, όμως, δε συνόδεψε ρύθμιση περί αύξησης των οργανικών θέσεων και ως εκ τούτου στερείται δικαιολογητικής βάσης και δεν απηχεί αίτημα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.
Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο στους συναδέλφους ότι η υλοποίηση μίας τέτοιας τροπολογίας, αποκομμένης από το πραγματικό αίτημα της αύξησης οργανικών θέσεων, δεν απηχεί σε καμία περίπτωση τις ανάγκες του δικαστικού σώματος, αντίθετα διαστρεβλώνει ένα αίτημα αντιστοίχισης των θέσεων των Προέδρων Εφετών στα δεδομένα που θα προέκυπταν από την αύξηση των οργανικών θέσεων. Αυτό τέθηκε στη συνάντηση του ΔΣ της Ένωσή μας με τον Υπουργό Δικαιοσύνης στις 31 Ιουλίου 2019 οπότε συζητήθηκε μετά «το ζήτημα της αύξησης των οργανικών θέσεων στον ίδιο τουλάχιστον αριθμό που προβλέπει η πρόσφατη ΠΝΠ» και «η εξέταση της δυνατότητας αύξησης του αριθμού των Προέδρων Εφετών σε αριθμό που αντιστοιχεί στους προεδρεύοντες Εφέτες των Εφετείων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιά» (αντιγραφή από το Δελτίο Τύπου που εκδώσαμε). Ποτέ δεν ζητήσαμε η αύξηση των θέσεων των Προέδρων Εφετών να γίνει με κατάργηση θέσεων Εφετών και ξεκομμένη από το κύριο αίτημά μας. Είναι επομένως εξαιρετικά περίεργο, που το Υπουργείο χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της Ένωσης, χωρίς κανέναν διάλογο, σπεύδει να φέρει μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση ενώ την ίδια στιγμή δεν προωθεί το βασικό αίτημα αύξησης των οργανικών θέσεων για το οποίο υποβάλλαμε διαδοχικά αιτήματα με συγκεκριμενοποίηση των θέσεων ανά βαθμό δικαιοδοσίας.
Οι αρνητικές συνέπειες μιας τέτοιας πρωτοβουλίας είναι εμφανείς και πολλαπλές. Αρχικά επιφέρει μια μεγάλη ανακατανομή και ανατροπή της ισορροπίας που υπάρχει μεταξύ των δύο βαθμών. Οι οργανικές θέσεις των Προέδρων Εφετών θα φτάσουν τις 201 και οι θέσεις των Εφετών θα μειωθούν στις 374.  Όταν επιχειρήθηκε παλαιότερα κάτι αντίστοιχο με την αύξηση των θέσεων των Προέδρων Πρωτοδικών και την ανατροπή της αναλογίας με τις θέσεις των Πρωτοδικών, σημειώθηκε το φαινόμενο να υπάρχουν Πρόεδροι Πρωτοδικών που συμμετείχαν ως μέλη της σύνθεσης Πολυμελών Δικαστηρίων εκτελώντας καθήκοντα Πρωτοδίκη, γεγονός που οδήγησε σε σαφή υποβάθμιση της θέσης του Προέδρου Πρωτοδικών. Αντίστοιχα προβλήματα θα δημιουργηθούν και στο Εφετείο . Η αύξηση επομένως των θέσεων των Προέδρων Εφετών θα είχε ουσιαστικό νόημα μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα υπήρχε αντίστοιχη μεγάλη αύξηση των οργανικών θέσεων των Εφετών ώστε να μην διαταραχθεί η ισορροπία μεταξύ των δύο βαθμών. Κατά δεύτερον, με το σημερινό καθεστώς στα Τριμελή Εφετεία Κακουργημάτων (σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πειραιά) προεδρεύουν Εφέτες, δίνοντας έτσι την ευελιξία στις διοικήσεις των Εφετείων αλλά και την δυνατότητα στους συναδέλφους να ενταχθούν την επόμενη δικαστική χρονιά σε κάποιο Πολιτικό τμήμα του Εφετείου. Με την μετατροπή των προεδρευόντων Εφετών σε Προέδρους Εφετών χάνεται αυτή η ευελιξία και «καθηλώνονται» συνάδελφοι στις Ποινικές Έδρες ακόμα και εάν δεν επιθυμούν πλέον να παραμείνουν σ’ αυτές. Άλλη δυσμενής συνέπεια ενδέχεται να εμφανιστεί στο μέλλον στην περίπτωση που καταργηθούν οι αποκλειστικής απασχόλησης προεδρεύοντες στα Ποινικά τμήματα. Τι θα γίνει σε μια τέτοια περίπτωση με τον υπερπληθωρισμό Προέδρων Εφετών και τον μειωμένο αριθμό Εφετών; Δύο ενδεχόμενα είναι πιθανό να συμβούν. Ή θα αυξηθεί δραματικά η χρέωση πολιτικών υποθέσεων στους Εφέτες ή θα χρεώνονται πολιτικές υποθέσεις οι Πρόεδροι Εφετών ως δεξιά μέλη συνθέσεων Πολυμελών Δικαστηρίων. Και τα δύο ενδεχόμενα μοιάζουν απευκταία. Ερώτημα επίσης εγείρεται για τον λόγο για τον οποίο με την τροπολογία περιορίζεται η μετατροπή των Εφετών σε Προέδρους Εφετών μόνο για τους δικαστές των ποινικών τμημάτων. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1δ’ του ΚΟΔΚΔΛ το «τριμελές εφετείο (πολιτικό ή ποινικό) συγκροτείται από πρόεδρο εφετών ή εφέτη και δύο εφέτες». Θα έπρεπε επομένως για να είναι συνεπές το Υπουργείο Δικαιοσύνης με την παραπάνω διάταξη να μετατρέψει σε Προέδρους Εφετών και τους Εφέτες των πολιτικών τμημάτων. Καταλαβαίνει βέβαια κανείς σε τι χάος θα οδηγούσε μια τέτοια ρύθμιση. Επίσης υπό το ισχύον σήμερα καθεστώς υπάρχει στην πράξη σαφής διαχωρισμός των δικαστών που προεδρεύουν στο τριμελές και στο πενταμελές (ποινικό) εφετείο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει περίπτωση συνδρομής του κωλύματος του άρθρου 14 παρ. 3 ΚΠΔ στο πρόσωπο του προέδρου του πενταμελούς εφετείου. Με την προτεινόμενη αύξηση των θέσεων των προέδρων εφετών με αντίστοιχη μείωση του αριθμού των υπηρετούντων εφετών είναι βέβαιο ότι στην πράξη θα εμφανίζονται συχνά περιπτώσεις κωλύματος των προεδρευόντων στο πενταμελές, αλλά και στο τριμελές εφετείο, όταν αυτά δικάζουν ως δευτεροβάθμια δικαστήρια, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης και την αύξηση των υπηρεσιών των υπηρετούντων στα εφετεία, αφού θα υπάρχει ανάγκη πρόβλεψης μεγαλύτερου αριθμού αναπληρωματικών δικαστών. Τέλος για αρκετούς συναδέλφους που ο τόπος διαμονής τους δεν είναι οι τρεις μεγάλες πόλεις, η συντομότερη προαγωγή τους και η μακρόχρονη παραμονή τους σε Εφετεία απομακρυσμένα από την κατοικία τους, θα έχει πολλές αρνητικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις.
Τίθενται λοιπόν ορισμένα ερωτήματα: 1) για ποιόν λόγο να αλλάξει ο υπάρχων συσχετισμός των οργανικών θέσεων και μάλιστα αναδρομικά από 1-11-2019; Για το ανεπίκαιρο της μεταβολής των οργανικών θέσεων εφετών και προέδρων εφετών παραπέμπουμε στο άρθρο 3 παρ. 2 ΚΟΔΚΔΛ, που ορίζει ότι η κατανομή των οργανικών θέσεων γίνεται κάθε δύο χρόνια και μόνο τον μήνα Ιούνιο, σε έκτακτες δε περιπτώσεις (και μόνο αύξησης των οργανικών θέσεων) και σε άλλο χρόνο. Η υπόψη τροπολογία δεν εξηγεί ποια είναι η  έκτακτη περίσταση με δεδομένο ότι η υλοποίηση των μεταθέσεων δεν μπορεί να γίνει πριν τον Σεπτέμβριο 2020, ενόψει του ότι όλοι οι ποινικοί δικαστές των εφετείων έχουν ξεκινήσει εκδίκαση υποθέσεων που διακόπηκαν για τους επόμενους μήνες μέχρι τη λήξη του τρέχοντος δικαστικού έτους. 2) Ποιόν εξυπηρετεί μια τέτοια ανακατανομή και ποιος προώθησε τέτοιο αίτημα στο Υπουργείο, χωρίς να έχει συζητηθεί στο ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων; 3) Γιατί το Υπουργείο Δικαιοσύνης σπεύδει σε μια τέτοια ρύθμιση χωρίς καμία ενημέρωση και συζήτηση με την Ένωση; Ο ισχυρισμός ότι θα έχει περισσότερο «κύρος» ο προεδρεύων στα Τριμελή Εφετεία γιατί θα έχει ανώτερο ιεραρχικά βαθμό, μοιάζει μάλλον παιδαριώδης. Σημαντική μισθολογική διαφορά δεν θα υπάρχει με την προαγωγή αφού οι αρχαιότεροι Εφέτες θα έχουν ήδη εξαντλήσει τα χρονοεπιδόματα και τις μισθολογικές ωριμάνσεις.

Είναι αδιανόητο να προβαίνει το Υπουργείο Δικαιοσύνης σε τέτοιες μεταρρυθμίσεις, που θίγουν την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών, να προβαίνει σε μονομερείς ενέργειες και πρωτοβουλίες χωρίς να ενημερώσει προηγούμενα και να διαβουλευτεί επίσημα με την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, όπως γινόταν μέχρι σήμερα.

Για την θέση της Συντονιστικής Επιτροπής των Δικηγόρων- Η απάντηση της ΓΣΕΕ στον πρόεδρο του ΔΣΑ, Δ. Βερβεσό

Χριστόφορου Σεβαστίδη,
ΔΝ, Εφέτη- Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Η κατρακύλα του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών δεν έχει τέλος. Σε συνέχεια μιας επιστολής του εναντίον της ΓΣΕΕ που διεκδικεί την επαναφορά του προηγούμενου νομικού καθεστώτος και την ανάθεση των αρχαιρεσιών των συνδικαλιστικών σωματείων στους Δικαστές, ο Πρόεδρος του Δ.Σ.Α. αφήνει την δύσκολη θέση της προσωπικής αντιπαράθεσης και κρύβεται στην ασφάλεια μιας ανακοίνωσης της συντονιστικής επιτροπής των δικηγορικών συλλόγων, η οποία προφανώς εκδόθηκε υπό καθεστώς σύγχυσης αφού εμπλέκει χωρίς κανέναν ειρμό άσχετα μεταξύ τους ζητήματα, με κύριο όμως χαρακτηριστικό την προσωπική επίθεση σε βάρος μου. Προσπερνάω την χυδαία προσωπική επίθεση την οποία προφανώς θεωρεί δείγμα αντίστασης και αναγκαίο του καθήκον κατά την συγκέντρωση προσόντων στο συνδικαλιστικό του βιογραφικό.

Ο «σεβασμός και η επιθυμία διατήρησης ενός κλίματος αμοιβαίου σεβασμού με τους Έλληνες Δικαστές και Εισαγγελείς» όπως γράφει, μοιάζει τόσο ειρωνικός και υποκριτικός, όταν υποστηρίζεται από έναν άνθρωπο που πριν λίγες ημέρες αμφισβήτησε την επί 15 χρόνια νομιμότητα μιας διαδικασίας στην οποία συμμετείχαν δικαστικοί λειτουργοί, ενώ αναφέρεται ακόμα και σε αυτήν την ανακοίνωση της συντονιστικής επιτροπής απαξιωτικά για το έργο των δικαστικών λειτουργών. Στην απάντηση που του έδωσα σε επιστημονικό επίπεδο αποκρούοντας τις νομικές ασυναρτησίες του, αυτός κατάλαβε ότι αμφισβήτησα τον θεσμικό ρόλο των δικηγόρων και ότι σκοπός του άρθρου μου είναι η διεκδίκηση συμμετοχής των δικαστών σε διοικητικής φύσης καθήκοντα.

Ήδη από το 2016 έχω πει ότι επιδίωξή μας θα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός πλατύτερου μετώπου Δικαστικών Ενώσεων, Δικηγορικών Συλλόγων και Συλλόγων Δικαστικών Υπαλλήλων, στα πλαίσια της αμοιβαίας κατανόησης των προβλημάτων που απασχολούν όλους μαζί και τον κάθε κλάδο χωριστά. Πρώτο βήμα ωστόσο για μια ουσιαστική συζήτηση είναι η ειλικρίνεια των προθέσεων και η αποφυγή δημιουργίας τεχνητού κλίματος έντασης για επικοινωνιακούς λόγους.

Την καλύτερη ωστόσο απάντηση λαμβάνει ο πρόεδρος του ΔΣΑ από την ίδια την ΓΣΕΕ, δηλαδή από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους, οι οποίοι, αφού επαίνεσαν θερμά το ύφος της επιστολής του προέδρου του ΔΣΑ, προβαίνουν στο «ασυγχώρητο ολίσθημα» να ζητήσουν την διεξαγωγή των αρχαιρεσιών των σωματείων τους, από δικαστικούς λειτουργούς. Την επιστολή αυτή, την δημοσιοποιούμε παρακάτω:

Αποθήκευση αρχείου (PDF, 1.33MB)

Ο τρίτος γύρος ενίσχυσης της ιδιωτικής διαμεσολάβησης, Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης Θεσσαλονίκης, μέλος Δ.Σ. ΕΝ.Δ.Ε.

Ο τρίτος γύρος ενίσχυσης της ιδιωτικής διαμεσολάβησης

Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης Θεσσαλονίκης, μέλος Δ.Σ. ΕΝ.Δ.Ε.

 

Η κατάθεση του νομοσχεδίου με τίτλο «Διαμεσολάβηση σε εμπορικές και αστικές υποθέσεις – Περαιτέρω εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008» αποτελεί την τρίτη κατά σειρά – μέσα σε εννιά χρόνια – προσπάθεια του Έλληνα νομοθέτη να ενσωματώσει στο ελληνικό δικονομικό σύστημα ένα σύστημα εξωδικαστικού μηχανισμού επίλυσης διαφορών με άξονα τον ιδιώτη διαμεσολαβητή. Είχε προηγηθεί ο ν.3898/2010, ο οποίος εισήγαγε το πρώτον την έννοια του ιδιώτη διαμεσολαβητή και αποτέλεσε το έναυσμα για να σπεύσει ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός δικηγόρων (αρχικά) να λάβει την πολυδάπανη κατάρτιση που προσέφεραν οι άμεσα συγκροτηθέντες φορείς πιστοποίησης διαμεσολαβητών. Η μεγάλη επιτυχία που είχε – για τα κέντρα πιστοποίησης διαμεσολαβητών – ο νέος θεσμός καθώς και η σχετική ευρωπαϊκή νομολογία, ώθησε το νομοθέτη αρκετά χρόνια αργότερα με το ν. 4512/2018 να διευρύνει το επαγγελματικό υποκείμενο της ιδιωτικής διαμεσολάβησης, ώστε να μπορεί να ενταχθεί σε αυτό κάθε κάτοχος πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που θα ελάμβανε την σχετική διαπίστευση μέσα από σεμιναριακή εκπαίδευση, ανεξάρτητα από επιστημονική ειδικότητα. Παράλληλα, όμως, διαπιστωνόταν μετά περισσής απογοητεύσεως ότι τα μέχρι τότε αποτελέσματα υλοποίησης του θεσμού, ήταν πενιχρά, διαψεύδοντας τις προσδοκίες τόσο των εκάστοτε εισηγητών του θεσμού, όσο και του σταδιακά συγκροτούμενου σώματος των διαμεσολαβητών, που είχε επενδύσει σημαντικά στην επιτυχία του. Αντιστρέφοντας ο νομοθέτης τη σχέση αιτίου – αιτιατού, είχε δημιουργήσει μια λύση, που έμενε, όμως, χωρίς πρόβλημα και αυτή η ανισορροπία προσφοράς και ζήτησης, δε θα μπορούσε να γίνει για πολύ καιρό ανεκτή. Τη λύση, ενόψει της απροθυμίας εκούσιας συμμόρφωσης των παραγόντων του  δικονομικού μας συστήματος, κλήθηκε να δώσει η εισαγωγή της υποχρεωτικότητας στη διαμεσολάβηση με το ν.4512/2018.  

Με τη η με αριθμό 34/2018 Διοικητική Ολομέλεια του ΑΠ που συνεδρίασε την 28.06.2018 οι διατάξεις του ν.4512/18 που θέσπισαν την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης κρίθηκαν ασύμβατες με το Σύνταγμα και την ευρωπαϊκή νομοθεσία-νομολογία. Αντίθετα, την 21.11.2019 με νεότερη απόφασή της η Διοικητική Ολομέλεια έκρινε τις διατάξεις του νέου ως άνω νομοσχεδίου, που κατατέθηκε για συζήτηση και ψήφιση, συμβατές με τα ίδια υπερνομοθετικής ισχύος κείμενα. Ανεξάρτητα από τη θέση που έλαβε καθένας στον επιστημονικό διάλογο που αναπτύχθηκε ως προς το ζήτημα αυτό, αμφότερες οι αποφάσεις είναι σεβαστές από όλους. Η δε άμεση σύγκληση και απόφανση της πρόσφατης Διοικητικής Ολομέλειας του ΑΠ, πριν την ψήφιση του επίμαχου νομοσχεδίου, αφενός καταδεικνύει τη σημασία του νομοθετικού εγχειρήματος, αφετέρου δημιουργεί μια παρακαταθήκη για αντίστοιχη κινητοποίηση του Ανώτατου δικαστικού σχηματισμού ενόψει της ψήφισης και άλλων εξ ίσου σημαντικών νομοθετημάτων στο μέλλον. 

Πέραν αυτών όμως, το ίδιο το νομοσχέδιο που εισάγεται προς ψήφιση, παρουσιάζει αξιοπρόσεκτες αντινομίες, τόσο στη λογική που το διαπνέει, όσο και στην εφαρμοσιμότητά του, κάποιες από τις οποίες θα σταχυολογηθούν παρακάτω επιγραμματικά:

-Η επιλογή του νομοθέτη που θέσπισε τον υπό κατάργηση ν.4512/2018, να ανατίθενται καθήκοντα διαμεσολαβητή σε μη νομικούς, επικρίθηκε δικαιολογημένα ευθύς εξαρχής τόσο από το δικαστικό κλάδο, όσο και από το δικηγορικό σώμα. Η προϊσχύσασα όμως ρύθμιση για την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης, δεν περιείχε ρητό αποκλεισμό της εκούσιας προσφυγής των μερών στην αδάπανη δικαστική μεσολάβηση, η οποία θα μπορούσε να αναπληρώσει ικανοποιητικά την υποχρέωση για απεύθυνση στον ιδιώτη διαμεσολαβητή. Αντίθετα με το άρθρο 6παρ.3 του υπό ψήφιση νομοσχεδίου ρητά ορίζεται ότι «Η προσφυγή των μερών στη δικαστική μεσολάβηση δεν απαλλάσσει τα μέρη από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία». Αυτή η πρωτοφανής σπουδή του νομοθέτη για σαφή αποκλεισμό της εμπλοκής δικαστικού λειτουργού στο στάδιο της διαμεσολάβησης, συνιστά σαφές αντικίνητρο πρόσβασης στη δικαιοσύνη και το χειρότερο είναι ότι φαίνεται να αποτυπώνει τη θέση του νομοθέτη ως προς τη στάθμιση των δικαιοκρατικών εγγυήσεων μεταξύ δικαστή και ιδιώτη διαμεσολαβητή, προκρίνοντας τον τελευταίο. 

– Η εξασφάλιση της αμεροληψίας του διαμεσολαβητή γίνεται μέσα από το σχεδιασμό μιας διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου και στο άρθρο 17παρ. Δ του νομοσχεδίου, προβλέπεται ότι η βαρύτερη πειθαρχική ποινή που επιβάλλεται σε διαμεσολαβητή για πειθαρχικό παράπτωμα που τέλεσε στα πλαίσια των καθηκόντων του είναι αυτή της οριστικής ανάκλησης της διαπίστευσης του διαμεσολαβητή, ποινή που επιβάλλεται σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων και ιδίως όταν ο διαμεσολαβητής τελέσει κακούργημα ή εκ δόλου πλημμέλημα ασυμβίβαστο με το θεσμό της διαμεσολάβησης ή όταν τιμωρηθεί επανειλημμένα με προσωρινή ανάκλησης διαπίστευσης. Όμως κατά την παράγραφο Δ2 με τίτλο «Συνέπειες ανάκλησης διαπίστευσης» ρητά ορίζεται ότι «Το κύρος της επιτυχούς έκβασης της διαμεσολάβησης και του συμφωνητικού που καταρτίστηκε δε θίγονται από την ποινή που επιβλήθηκε στο διαμεσολαβητή». Ως εκ τούτου ένας συμβιβασμός που θα ήταν αποτέλεσμα κακουργηματικής πράξης του διαμεσολαβητή, θα παραμένει έγκυρος και νομικά απρόσβλητος. Η ως άνω διάταξη, είχε ήδη δεχθεί κριτική ακόμα και πριν την ψήφιση του ν.4512/2018, όμως και στο παρόν νομοσχέδιο επανεισάγεται αμετάβλητη, χωρίς καμία αιτιολόγηση, η δε εφαρμογή της ενδέχεται να δημιουργήσει σοβαρές στρεβλώσεις στη λειτουργία του θεσμού, που όταν θα διαφανούν θα είναι πια αργά. 

– Η διάταξη του άρθρου 3παρ.2 του νομοσχεδίου θεσπίζει την υποχρεωτική σύνταξη έγγραφης ενημέρωσης του δικηγόρου προς τον εντολέα για την ύπαρξη διαμεσολαβητικής διαδικασίας, η οποία κατατίθεται μαζί με το ένδικο βοήθημα, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησής του. Η υποχρέωση, ως φαίνεται, αφορά σε όλα τα ένδικα βοηθήματα αστικών και εμπορικών υποθέσεων και η μη τήρησή της κωλύει τη συζήτηση, ανεξάρτητα από το αν εμπίπτει η υπόθεση στο πεδίο της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης. Όμως, αποτελεί σαφή αντινομία η έγγραφη ενημέρωση να συνοδεύει την κατάθεση κάθε δικογράφου, η έλλειψή της όμως να οδηγεί στον απαράδεκτο χαρακτήρα της συζήτησής του, καθώς έτσι δεν διαφαίνεται ο τρόπος θεραπείας ενός τέτοιο απαραδέκτου (π.χ. με κλήση;). Επιπλέον, η κατασκευή άλλης μια τυπικής προϋπόθεσης, με τόσο ισχυρές συνέπειες για την πορεία και την ταχύτητα της δίκης, που κείται εκτός του ΚΠολΔ, χρήζει επαρκούς νομιμοποιητικού αντισταθμίσματος, που δεν μπορεί να αναζητηθεί ικανοποιητικά στο δικαίωμα ενημέρωσης του διαδίκου για τη διαδικασία διαμεσολάβησης. Αν ο νομοθέτης κρίνει τόσο αναγκαία την ενημέρωση για το νέο θεσμό, ώστε να δικαιολογεί την καθυστέρηση της συζήτησης όλων των αστικών και εμπορικών υποθέσεων, θα πρέπει τουλάχιστον να την αποσυνδέσει από την κατάθεση του δικογράφου και να τη συνδέσει αποκλειστικά με τη συζήτηση του ενδίκου βοηθήματος.   

– Τέλος, επειδή η νομοθετική λειτουργία έχει σε ένα βαθμό και διδακτικό χαρακτήρα, όλο το δικαστικό σώμα οφείλει να διδαχθεί από την ευελιξία και την πρωτοτυπία που δείχνει ο νομοθέτης κατά την θέσπιση αντικινήτρων υποβολής αναφοράς σε βάρος του διαμεσολαβητή, που μπορεί να κινήσει την πειθαρχική του δίωξη, καθώς στο άρθρο 17Επαρ.5 ορίζεται ότι «Για την υποβολή αναφοράς κατά διαμεσολαβητή απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου η καταβολή παραβόλου, ποσού τριάντα (30) ευρώ, το ύψος του οποίου αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση υπουργού Δικαιοσύνης και Οικονομικών». Η ρύθμιση μπορεί να λειτουργήσει ως επιχείρημα όσων τονίζουν τον εντελώς διαφορετικό ρόλο του διαμεσολαβητή από εκείνο του δικαστή στο δικονομικό μας σύστημα, καθώς είναι αλήθεια ότι ο δικαστής ποτέ δεν έτυχε αντίστοιχης προστασίας…   

Οι δικαστές ποτέ δεν υπήρξαν, ούτε πρόκειται να γίνουν εμπόδιο στην προσπάθεια εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών. Μεγάλος αριθμός υποθέσεων θα μπορούσε να οδηγείται σε οριστική διευθέτηση πριν την άσκηση ή και τη συζήτηση ενδίκου βοηθήματος με προσφυγή σε διαμεσολάβηση από δικαστικό λειτουργό, χωρίς έξοδα για τους πολίτες και αξιοποιώντας το πλέγμα των ουσιαστικών και δοκιμασμένων στο χρόνο δικαιοκρατικών εγγυήσεων που ακολουθούν το δικαστή. Ο νομικός κόσμος, αλλά και οι πολίτες ξέρουν ότι παρά την προσπάθεια που καταβλήθηκε για απαξίωση της Δικαιοσύνης, αυτή παραμένει θεσμός οργανωμένος και αξιόπιστος, ικανός για τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα ακόμα και σε αντίξοες συνθήκες. Η πολιτεία οφείλει να παράσχει σε όλους γρήγορο και αποτελεσματικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης, αναλαμβάνοντας η ίδια και όχι παραχωρώντας στην αγορά ευθύνες και κρατική εξουσία. Γιατί πάντα ο τρόπος, αντανακλά στο αποτέλεσμα.

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ (ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ), Χρήστου Νάστα, Προέδρου Εφετών

Χρήστου Νάστα, Πρόεδρου Εφετών
Θεσσαλονίκη 21/11/2019

Προς τους κυρίους συναδέλφους δικαστικούς λειτουργούς των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων Α και Β βαθμού δικαιοδοσίας.

Αγαπητοί συνάδελφοι,

      Μετά και τις τελευταίες τροποποιήσεις αρκετών άρθρων του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που έγιναν με το ν. 4637/18-11-2019, η διαδικασία στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο (ΜΟΔ) και στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο (ΜΟΕ), καθώς και ο όρκος στην ποινική δίκη περιγράφονται στα συνημμένα αρχεία που σας αποστέλλω.

 

Η διαδικασία ΜΟΔ

Η διαδικασία ΜΟΕ

Όρκος στην Ποινική Δίκη

Δικαστές, δικηγόροι, ΓΣΕΕ και Υπουργείο Δικαιοσύνης.

ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ   &   ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(ΠΡΩΗΝ ΣΧΟΛΗ ΕΥΕΛΠΙΔΩΝ)
ΚΤΙΡΙΟ 6 –ΓΡΑΦΕΙΟ 210
ΤΗΛ: 210 88 27 380-  FAX 210 88 41 529
Τ.Κ. 101. 71 e- mail: endikeis@otenet.gr

Αθήνα, 19-11-2019
Αριθμ. Πρωτ.: 505

Κοινοποίηση προς:

1)    Υπουργό Δικαιοσύνης, κ. Κωνσταντίνο Τσιάρα
2)    Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων,
κ. Ιωάννη Βρούτση
3)   Πρόεδρο της ΓΣΕΕ, κ. Ιωάννη Παναγόπουλο


Δικαστές, Δικηγόροι, ΓΣΕΕ και Υπουργείο Δικαιοσύνης


Χριστόφορου Σεβαστίδη,

Δ.Ν- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Όταν συζητούνταν στη Βουλή το άρθρο 52 ν. 4446/2016, που κατήργησε τη μέχρι τότε ανάθεση της ευθύνης διεξαγωγής των αρχαιρεσιών των συνδικαλιστικών οργανώσεων σε δικαστικούς λειτουργούς και ανέθεσε καθήκοντα δικαστικού αντιπροσώπου σε δικηγόρους, ήδη ως Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, προ της ψήφισής του, κατά την διαδικασία κλήσης των φορέων στο Εθνικό Κοινοβούλιο, είχαμε εκφράσει την πλήρη αντίθεσή μας για πολύ συγκεκριμένους και αντικειμενικούς λόγους. Πρόθεση του Υπουργείου ήταν τότε να καταπραΰνει τις δικαιολογημένες αντιδράσεις των δικηγορικών συλλόγων μετά την αλλαγή στο ασφαλιστικό τους καθεστώς και να αντισταθμίσει μέρος των απωλειών στο εισόδημά τους, με το «αντίδωρο» της συμμετοχής τους στις αρχαιρεσίες των σωματείων. Ήταν βέβαια γνωστό ότι η δυσαναλογία του μεγάλου αριθμού των δικηγόρων σε σύγκριση με τον αριθμό των αρχαιρεσιών θα σήμαινε ελάχιστες συμμετοχές και μηδαμινή σχεδόν ωφέλεια για τον κάθε δικηγόρο. Οι δικαστικοί λειτουργοί από τη συμμετοχή μας σε σωματειακές εκλογές ήδη από το 1982 γνωρίζαμε καλά τις εντάσεις μεταξύ των παρατάξεων –πολύ πιο έντονες από τις αντιπαραθέσεις σε εθνικές και περιφερειακές εκλογές- και προσπαθούσαμε αξιοποιώντας την δικαστική μας εμπειρία να ολοκληρώνονται οι αρχαιρεσίες σε κλίμα ομαλότητας και συναίνεσης.  Διαβλέψαμε ήδη από τη ψήφιση του ν. 4446/2016 ότι σύντομα τα ίδια τα σωματεία θα ζητήσουν την εκ νέου ανάθεση της αρμοδιότητας των αρχαιρεσιών σε δικαστές. Πληροφορηθήκαμε από την επιστολή του Προέδρου του Δ.Σ.Α. κ. Βερβεσού, ότι η ΓΣΕΕ ζήτησε την επαναφορά του προηγούμενου καθεστώτος και για το λόγο αυτό ο Πρόεδρος του ΔΣΑ απέστειλε επιστολή διαμαρτυρίας προς την ΓΣΕΕ κοινοποιούμενη στους Υπουργούς Δικαιοσύνης και Εργασίας.
Δεν θα είχα κανένα λόγο να παρέμβω στην επιστολή αυτή του Προέδρου του ΔΣΑ, εάν δεν είχα εντοπίσει κάποια εξόφθαλμα σφάλματα στον συλλογισμό του σε επίπεδο νομικό, τα οποία αναφέρονται στην μέχρι το 2016 συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών στις αρχαιρεσίες. Αρχικά θέτω το ερώτημα πως είναι νοητό να αναφέρεται ο ν. 4446/2016 σε «δικαστικούς αντιπροσώπους» οι οποίοι όμως δεν είναι δικαστικοί λειτουργοί αλλά δικηγόροι. Αυτό από μόνο του περιέχει μια προφανή αντίφαση. Η συμμετοχή των δικηγόρων, των δικαστικών υπαλλήλων, των ασκουμένων δικηγόρων στις εθνικές, περιφερειακές, δημοτικές εκλογές και στις ευρωεκλογές, ως αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής, γίνεται για τον απλούστατο λόγο ότι οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν επαρκούν για να επανδρώσουν όλες τις εφορευτικές επιτροπές της Χώρας. Δεν θα διανοούνταν ποτέ κανείς να εξαιρέσει αναιτιολόγητα τους πρωταρχικούς φορείς αυτής της υποχρέωσης από το καθήκον συμμετοχής τους στις εφορευτικές επιτροπές. Ο ν. 4446/2016 το κάνει! Ο λόγος για τον οποίο ο ν. 1264/1982 απαιτούσε τη συμμετοχή «δικαστικών αντιπροσώπων» στις αρχαιρεσίες των σωματείων ήταν ακριβώς για να διασφαλιστεί το αμερόληπτο της διαδικασίας και να αποφευχθούν ενστάσεις εγκυρότητας της εκλογικής διαδικασίας. Και πράγματι αυτό συνέβη για 35 χρόνια χωρίς να αμφισβητηθεί από καμία Ομοσπονδία, από καμία Τριτοβάθμια Οργάνωση η ορθότητα της επιλογής του νομοθέτη.
Στην επιστολή του ο κ. Πρόεδρος του ΔΣΑ επικαλείται τη διάταξη του άρθρου 89 του Συντάγματος που απαγορεύει στους δικαστικούς λειτουργούς να ασκούν οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία, εκτός από την συμμετοχή τους (μεταξύ άλλων) «σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα». Βιάστηκε νομίζω ο κ. Πρόεδρος του ΔΣΑ να θεωρήσει ότι η συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών σε εφορευτικές επιτροπές σωματείων δεν εμπίπτει σε καμία από τις παραπάνω εξαιρέσεις που προβλέπει το Σύνταγμα. Εάν ήταν ορθός ο συλλογισμός του θα έπρεπε να συνάγουμε το συμπέρασμα ότι από το 2001 που ισχύει το αναθεωρημένο Σύνταγμα μέχρι και το 2016 που ψηφίστηκε ο ν. 4446/2016, οι αρχαιρεσίες των σωματείων ήταν παράτυπες διότι συμμετείχαν σε αυτές δικαστικοί λειτουργοί ως πρόεδροι των εφορευτικών επιτροπών. Τέτοιον ισχυρισμό δεν πρόβαλαν ποτέ ούτε οι δικηγορικοί σύλλογοι, ούτε η επιστημονική κοινότητα, ούτε τα ίδια τα σωματεία.  Κατά δεύτερον, όπως σημειώνει ο Αθ. Τσιρωνάς στο έργο «Σύνταγμα – κατ’ άρθρο ερμηνεία» των Σπυρόπουλου, Κοντιάδη, Ανθόπουλου, Γεραπετρίτη, «το πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης συνταγματικής εξαίρεσης δεν είναι εύκολο να καθοριστεί, αφενός εν όψει του γεγονότος ότι οριοθετείται με τρεις αόριστες νομικές έννοιες και αφετέρου επειδή αφορά σε αρμοδιότητες που από τη φύση τους είναι ανεπίδεκτες ευχερούς τυποποίησης» (σελ. 1374, αριθ. 46). Δεν εμπίπτει αλήθεια η συμμετοχή των δικαστών στην εφορευτική επιτροπή στις ελεγκτικές αρμοδιότητες που προβλέπει το Σύνταγμα; Η Εφορευτική Επιτροπή δεν είναι ένα συλλογικό όργανο που ελέγχει τη νομιμότητα της εκλογικής διαδικασίας από την έναρξή της μέχρι και το στάδιο της ανακήρυξης των αποτελεσμάτων; Η απόρριψη ή αποδοχή των υποβαλλόμενων από τους υποψηφίους ενστάσεων κατά τη διάρκεια της εκλογικής διαδικασίας δεν έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα;
Τέλος οφείλω να κάνω την εξής υπόμνηση: Οι δικαστές ακόμα και μετά την κατάργηση του νόμου που προέβλεπε την συμμετοχή τους στις αμειβόμενες εφορευτικές επιτροπές, εξακολουθούν να συμμετέχουν ως Πρόεδροι στα Πειθαρχικά Συμβούλια των Δημοσίων Υπαλλήλων και μάλιστα αμισθί! Θα αναμένουμε με τον ίδιο ζήλο που έγινε ο αγώνας για την υποκατάστασή τους στις Εφορευτικές Επιτροπές, να συνεχιστεί και για την απεμπλοκή τους από τα Πειθαρχικά Συμβούλια.