Επιστολή Κώστα Βουλγαρίδη, Εφέτη, Μέλους του ΔΣ της ΕνΔΕ

Οι τοποθετήσεις μου σε θέματα, που απασχόλησαν το νέο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων από τις 19-9-2020 μέχρι σήμερα

 

                                                                                    Αθήνα, 23-12-2020

Καταρχήν θα ήθελα να ενημερώσω τους συναδέλφους ότι στην ιστοσελίδα dikastis.blogspot.com ημερομηνίας 28-11-2020 υπάρχει δημοσιευμένο κείμενο (σε μορφή word για την περαιτέρω επεξεργασία του, εκτύπωση του κλπ.), στο οποίο περιλαμβάνονται κωδικοποιημένες οι διαχρονικές νομοθετικές ρυθμίσεις για την παραγραφή υφ΄ όρον του αξιοποίνου και την παραγραφή και μη εκτέλεση υφ΄ όρον των ποινών με τους Νόμους 4043/2012, 4198/2013, 4411/2016 και 4689/2020.

Επίσης, κατά την τελευταία συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενώσεως, που πραγματοποιήθηκε στις 12-12-2020 εισηγήθηκα (ήδη με σχετικό από 7-12-2020 έγγραφο μου) όπως μεριμνήσει άμεσα η Ένωση για τη διασφάλιση, κατά προτεραιότητα, επαρκή αριθμού εμβολίων για όλους τους Δικαστικούς και Εισαγγελικούς Λειτουργούς της χώρας με το επιχείρημα ότι οι συνθήκες απονομής της Δικαιοσύνης χαρακτηρίζονται από ιδιάζουσες καταστάσεις πολυκοσμίας, στις οποίες βρίσκονται καθημερινά εκτεθειμένοι οι συνάδελφοι, ανεξαρτήτως της τελικής επιλογής στο ζήτημα αυτό.

Περαιτέρω:

Από τις 19 Σεπτεμβρίου 2020 μέχρι σήμερα ανέκυψαν και συζητήθηκαν στις συνεδριάσεις του ΔΣ (19-9-2020, 31-10-2020 και 12-12-2020) σημαντικά ζητήματα Δικαιοσύνης και ήταν αναμενόμενο, πέρα από τις συμφωνίες, να υπάρξουν και διαφωνίες, οι οποίες, όμως, θα πρέπει να αποτυπώνονται διότι οι συνάδελφοι έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν τις θέσεις του κάθε εκλεγμένου εκπροσώπου της Ένωσης. Η έννοια, εξάλλου, της Ομάδας στο πλαίσιο λειτουργίας της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, ήτοι σε ένα κατεξοχήν χώρο Ανεξαρτησίας δεν μπορεί να έχει την έννοια της «γραμμής» σε επίπεδο θέσεων.

Στο πλαίσιο των ανωτέρω, θα ήθελα με την παρούσα να γνωστοποιήσω προς τους συναδέλφους τις θέσεις, που διατύπωσα ως Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενώσεως, σε επιμέρους θέματα, τα επιπρόσθετα ζητήματα, που εισηγήθηκα στο ΔΣ, καθώς και τις δημόσιες παρεμβάσεις μου.

Συγκεκριμένα:

Α. Πανδημία covid – 19 και αναστολή λειτουργίας των Δικαστηρίων:

Από τα μέσα του προηγούμενου Οκτωβρίου όταν ακόμη ο αριθμός των κρουσμάτων κορωνοιού στη χώρα ήταν σχετικά ελεγχόμενος, πλην, όμως, σταδιακά αυξανόμενος, είχα υποστηρίξει την άποψη ότι θα έπρεπε να ληφθούν αποφάσεις για την αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων. Οι κίνδυνοι επισημάνθηκαν και σε σχετικό έγγραφο της Ένωσης λίγες ημέρες αργότερα και δη στις αρχές μηνός Νοεμβρίου (με το από 2-11-2020 έγγραφο της ΕνΔΕ). Παρά το γεγονός αυτό και τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό των κρουσμάτων, που είχε, πλέον, φτάσει σε τετραψήφια νούμερα, η εκδοθείσα τότε ΚΥΑ δεν ανέστειλε τη λειτουργία των Δικαστηρίων στο πλαίσιο που απαιτούσαν οι περιστάσεις. Η συμβολική τρίωρη διακοπή των δικαστικών συνεδριάσεων, που αποφασίστηκε εκτάκτως στις 4 -11 από την πλειοψηφία του ΔΣ της ΕνΔΕ για την Παρασκευή 6-11, την οποία υπερψήφισα, αποτελούσε τη μόνη μορφή απάντησης απέναντι στην ανωτέρω εξέλιξη, ενώ την ίδια μέρα με δημοσιευθέν έγγραφο μου κάλεσα τους συναδέλφους να εφαρμόσουν την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Να σημειωθεί ότι ανάλογη απόφαση έλαβε την ίδια ημέρα και η Ομοσπονδία Δικαστικών Υπαλλήλων της χώρας. Ένα 24ωρο περίπου μετά αποφασίστηκε lockdown στη χώρα και η απόφαση περί διακοπής των δικαστικών συνεδριάσεων, όπως ήταν επόμενο, ανεστάλη, η, δε, αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων τέθηκε σε σχετικά ορθά πλαίσια. Στις 23 Νοεμβρίου με έγγραφο μου προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕνΔΕ ζήτησα να αιτηθεί η Ένωση την πλήρη αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων τουλάχιστον μέχρι τα μέσα μηνός Δεκεμβρίου 2020 ώστε να βρισκόμαστε όσο γίνεται πιο κοντά στο χρονικό σημείο διάθεσης του εμβολίου. Ακολούθησε εμπεριστατωμένο κείμενο της Ένωσης (από 25-11-2020), το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις απόψεις, που διατυπώθηκαν τότε, περιελάμβανε σχέδιο πρόβλεψης αφενός μεν ήπιου πλαισίου αναστολής, αφετέρου, δε, αυστηρού πλαισίου αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων.


Β. Παραστάσεις και τοποθετήσεις μου στις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης:

α) Κατά την πρώτη συνεδρίαση του ΔΣ της ΕνΔΕ της 19-9-2020 και μετά τη συγκρότηση του σε Σώμα συγκροτήθηκαν Επιτροπές, μεταξύ των οποίων και Επιτροπής Ειρηνοδικών. Η συγκρότηση της Επιτροπής αυτής είναι νόμιμη στηριζόμενη αφενός μεν στη ρητή διάταξη του άρθρου 21 του Καταστατικού της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, στο οποίο ρητά προβλέπεται η αρμοδιότητα του Διοικητικού Συμβουλίου «να συγκροτεί ειδικές επιτροπές στις οποίες αναθέτει την μελέτη επιστημονικών ή άλλων θεμάτων, που ενδιαφέρουν την Ένωση», αφετέρου, δε, στη θεμελιώδη αρχή της ελευθερίας δράσης όλων των συλλογικών οργάνων. Η ένσταση μου, ωστόσο, ως προς τη συγκρότηση της εν λόγω Επιτροπής συνίσταται στο ότι, κατά την άποψη μου, σε αυτή θα έπρεπε να συμμετέχουν, καταρχήν, άπαντες οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι των Ειρηνοδικών στο Διοικητικό Συμβούλιο.    

β) Κατά τη συνεδρίαση του ΔΣ της ΕνΔΕ της 31-10-2020:

– Κατά τη συζήτηση σχετικά με τον τρόπο της λειτουργίας της ηλεκτρονικής σελίδας της Ενώσεως και ειδικώς σχετικά με την υπηρεσία newsletter υπήρξε εισήγηση από το Προεδρείο της Ενώσεως ότι η εν λόγω υπηρεσία προορίζεται για την ενημέρωση των συναδέλφων ως προς την επίσημη θέση της Ένωσης (δελτία τύπου κλπ.). Κατόπιν σχετικού αιτήματος μου, που έγινε τελικώς δεκτό αποφασίστηκε, περαιτέρω, ότι τα μέλη του ΔΣ της Ενώσεως θα έχουν τη δυνατότητα χρήσης της εν λόγω υπηρεσίας δύο φορές το χρόνο και δη μετά την ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση και στο τέλος του δικαστικού έτους. Υπέβαλα, μάλιστα, και το αίτημα να εκδίδεται μία φορά το χρόνο σε έντυπη μορφή περιοδικό της Ένωσης υπό τον τίτλο «ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΝΕΑ».

– Ψήφισα ανεπιφύλακτα υπέρ της πρότασης για τη διενέργεια ψηφιακών ψηφοφοριών και διαβουλεύσεων μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας ΖΕΥΣ. Θεωρώ, καταρχήν, ότι η διασύνδεση όλων των συναδέλφων με τις ψηφιακές δομές της Ένωσης προάγει γενικότερα τον επιστημονικό διάλογο και τη συμμετοχή, ενώ η Ένωση έχει ήδη ακολουθήσει όλες τις διαδικασίες κατά τα πρότυπα του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων ΕΕ 2016/679 και του εφαρμοστικού ν. 4624/2019. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί άμεσα μέριμνα ώστε με τις σχετικές ψηφιακές δομές της Ενώσεως να συνδεθούν άπαντες οι συνάδελφοι της χώρας δεδομένου, μάλιστα, ότι πολλοί συνάδελφοι δεν έχουν ενημερωθεί μέχρι σήμερα επί του θέματος.

γ) Κατά τη συνεδρίαση του ΔΣ της ΕνΔΕ της 12-12-2020 μέσω τηλεδιάσκεψης:

Καταρχήν, πριν τη συνεδρίαση, απέστειλα σε όλα τα μέλη του ΔΣ έγγραφο μου με ημερομηνία 7-12-2020, στο οποίο εκτίθεντο με λεπτομέρειες οι θέσεις μου επί όλων των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης και επιπρόσθετα ζητήματα για καταχώριση στα πρακτικά, συζήτηση και λήψη αποφάσεως. Ειδικότερα:

Σχετικά με την αποτίμηση του τελικού σχεδίου της Επιτροπής Πισσαρίδη για τη Δικαιοσύνη η τοποθέτηση μου συνοπτικά ήταν η εξής:

Στην πρόταση που εισήχθη προς ψήφιση από το Προεδρείο της Ενώσεως ψήφισα αρνητικά λόγω διαφωνίας μου σε επιμέρους θέματα. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, η δημιουργία ειδικών τμημάτων (ενέργειας κλπ.), που ήδη έχει θεσμοθετηθεί νομοθετικά, όπως και η ενίσχυση θεσμών εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών, μεταξύ των οποίων και ο θεσμός της Διαμεσολάβησης κινούνται σαφώς προς τη σωστή κατεύθυνση και αποτελούν σύγχρονους θεσμούς, που έχει υιοθετήσει σχεδόν ολόκληρη η Ε.Ε.

Συγχρόνως, όμως, το να χαρακτηρίζεται συστηματικά η Δικαιοσύνη ως «μοχλός» οικονομικής ανάπτυξης ή ως συνιστώσα επενδύσεων υπό την έννοια και στο πλαίσιο αμιγώς τεχνοκρατικών αντιλήψεων για το θεσμό, αποτελεί αντίληψη, η οποία παραβλέπει και παρερμηνεύει το θεσμικό ρόλο των Δικαστικών Λειτουργών.

Το ισχύον, τέλος, θεσμικό πλαίσιο επιθεώρησης (ως προς το οποίο δεν υπήρξε κάποια ειδικότερη εισήγηση παρά το ότι η έκθεση Πισσαρίδη στο σημείο αυτό προτείνει πλαίσιο νέων όρων αξιολόγησης)   είναι πλήρες και, κατά την άποψη μου, κάθε ενδεχόμενη νομοθετική παρέμβαση, που θα δημιουργούσε ασφυκτικούς όρους αξιολόγησης και κατ΄ επέκταση καθεστώς πίεσης κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου θα ερχόταν σε ευθεία αντίθεση αφενός μεν με την αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας, αφετέρου, δε, με τη θεμελιώδη για το Κράτος Δικαίου αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

– Σχετικά με τις τροποποιήσεις του Ν. 3869/2010 (υπερχρεωμένα) με το Ν. 4745/2020 οι τοποθετήσεις μου ήταν οι ακόλουθες:

Ψήφισα αρνητικά στην τελική πρόταση της Επιτροπής Ειρηνοδικών, για δύο λόγους, έναν τυπικό και έναν ουσιαστικό: α) διότι τις προτάσεις της Ένωσης έπρεπε, κατά την άποψη μου, να συνδιαμορφώσει το Διοικητικό Συμβούλιο της Ενώσεως, που αντλεί την άμεση νομιμοποίηση του από το Δικαστικό Σώμα και στη βάση αυτών των προτάσεων να συνεκτιμηθεί και η τελική έκθεση της Επιτροπής Ειρηνοδικών (αυτός είναι ο τυπικός λόγος) και β) διότι (ουσιαστικός λόγος) κατά την άποψη μου η Επιτροπή δεν διευκρινίζει στην έκθεση της με σαφήνεια πως εννοεί την τροποποίηση των Κανονισμών με την πρόβλεψη ανώτατου αριθμού χρέωσης. Αν την εννοεί ως πλαφόν χρέωσης ώστε ο κάθε δικαστής πραγματικά να μην χρεωθεί άνω ενός ευλόγου αριθμού υποθέσεων με τη συνεκτίμηση και της ήδη υπάρχουσας χρέωσης του και όχι ως χρέωση με στόχο την περαίωση των υποθέσεων αυτών σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, τότε η πρόταση στο κρίσιμο αυτό ζήτημα θα ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση.

Διότι η άποψη μου επί του θέματος αυτού είναι ότι η πρόβλεψη ανώτατου αριθμού χρεώσεως ανά δικαστή στους Κανονισμούς των Ειρηνοδικείων, που εκκρεμούν οι σχετικές υποθέσεις, θα πρέπει να προβλεφθεί στα πρότυπα αντίστοιχης απόφασης της Ολομέλειας του Πρωτοδικείου Αθηνών επί των διατάξεων του Ν. 4335/2015 σχετικά με τη νέα τακτική διαδικασία ήτοι με τη συνεκτίμηση και της ήδη τρέχουσας χρέωσης των λοιπών υποθέσεων. Σκοπός δεν μπορεί να είναι η ταχεία περαίωση των εν λόγω εκκρεμών υποθέσεων υπερχρεωμένων σε βάθος ενός σχεδιαζόμενου μελλοντικού χρόνου, που θα συνεπαγόταν υπέρμετρο και μη ανεκτό φόρτο εργασίας σε βάρος της ουσιαστικής απονομής Δικαιοσύνης.     

Κατόπιν αυτών οι προτάσεις μου ήταν οι εξής: α) το στάδιο της διαμεσολάβησης επί των εν λόγω υποθέσεων να θεσπισθεί ως υποχρεωτικό επί ποινή απαραδέκτου της σχετικής συζητήσεως της αίτησης, δεδομένου ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας οι διάδικοι έχουν, είτε ούτως, είτε άλλως, το δικαίωμα να συμβιβάζονται, β) να επιμηκυνθεί ο χρόνος επαναπροσδιορισμού των εν λόγω υποθέσεων έτσι ώστε να αποφευχθεί η απότομη συσσώρευση χιλιάδων υποθέσεων υπερχρεωμένων προς προσδιορισμό με ότι αυτό θα συνεπαγόταν (ειδικά από τον Μάιο – Ιούνιο 2021 και μετά βάσει των προθεσμιών ενέργειας, που προβλέπονται στο Ν. 4745/2020), γ) σε κάθε περίπτωση, και εφόσον τα Ειρηνοδικεία στα οποία εκκρεμούν οι εν λόγω υποθέσεις προβούν σε τροποποίηση των εσωτερικών κανονισμών, να καθορισθεί ανώτατος αριθμός χρέωσης ανά δικαστή στα πρότυπα της σχετικής απόφασης της Ολομέλειας του Πρωτοδικείου Αθηνών στο πλαίσιο του Ν. 4335/2015 για τη νέα τακτική διαδικασία και δ) οι σχετικές αποφάσεις επί των ανωτέρω υποθέσεων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό να δημοσιεύονται με συνοπτική αιτιολογία κατ΄ αναλογία των όσων ισχύουν στις αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων. Στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας η κρίση του Δικαστηρίου είναι διαπιστωτική και είναι δογματικά θεμιτή η πρόβλεψη συνοπτικής αιτιολογίας. Άλλωστε σε αρκετές υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας ο νομοθέτης προβλέπει την έκδοση διάταξης, ενώ η συνοπτική αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων ισχύει και στις περιπτώσεις των μη γνήσιων υποθέσεων ασφαλιστικών μέτρων, των διαφορών δηλαδή, που απλώς εκδικάζονται με την εν λόγω διαδικασία. Επί των ζητημάτων του Ν. 4745/2020 κατατέθηκε από εμένα πλήρες και αναλυτικό κείμενο.

– Για την κατάσταση της Δικαιοσύνης στην Πολωνία:

Θεωρώ, σε κάθε περίπτωση, ότι η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, στο πλαίσιο της Διεθνούς παράστασης της οφείλει να τοποθετηθεί και να τοποθετείται, γενικότερα, απέναντι σε κάθε ενέργεια, που θίγει τον πυρήνα της Δικαστικής Ανεξαρτησίας και της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών σε οποιοδήποτε κράτος – μέλος της Ε.Ε.

– Ψήφισα υπέρ της κατάρτισης σύμβασης (για δύο έτη) με τις εκδόσεις Σάκκουλα, προκειμένου να τυγχάνουν ειδικής προνομιακής τιμής τα μέλη της Ένωσής μας, για την πρόσβαση στην ψηφιακή βάση δεδομένων sakkoulas online, με τον όρο της αποδέσμευσης των εκδόσεων από την υποχρέωση καταβολής της συμφωνηθείσας αξίας των δικαιωμάτων χρήσης του περιοδικού Ελληνική Δικαιοσύνη.

– Σχετικά με τις δωρεές της Ένωσης για φιλανθρωπικούς σκοπούς αλλά και της εν γένει επικαιρότητας εισηγήθηκα στην ίδια συνεδρίαση της 12-12-2020 για καταχώριση στα πρακτικά, συζήτηση και λήψη απόφασης τα ακόλουθα θέματα:

– εισηγήθηκα να αποφασισθεί από το ΔΣ ότι στις περιπτώσεις που ανακύπτουν λόγοι γενικότερου ενδιαφέροντος θα δύναται η Ένωση να ανοίγει ειδικό λογαριασμό ορισμένης χρονικής διάρκειας λ.χ. ενός μηνός. Τα στοιχεία του λογαριασμού αυτού (IBAN κλπ) θα αποστέλλονται μόνο με newsletter σε όλα τα μέλη της Ενώσεως, τα οποία θα καλούνται (προαιρετικά) να καταθέτουν, ονομαστικά, στο πλαίσιο της προθεσμίας ισχύος του λογαριασμού, χρηματικό ποσό, που μπορεί να καθορίζεται (κατ΄ ανώτατο όριο) και από την Ένωση. Το χρηματικό ποσό, που θα συγκεντρώνεται θα διατίθεται για τους παραπάνω σκοπούς και αυτομάτως ο λογαριασμός θα κλείνει. Η διαδικασία αυτή θα ακολουθείται, όπως προανέφερα, σε εξαιρετικές περιπτώσεις γενικότερου ενδιαφέροντος και παρέχει εγγυήσεις ώστε και η συμμετοχή της Ένωσης σε φιλανθρωπικές δράσεις να είναι σημαντική, αλλά και συγχρόνως να μην επιβαρύνεται υπέρμετρα το Ταμείο της Ενώσεως, τα έσοδα του οποίου προορίζονται κυρίως για την επίτευξη των εν στενή εννοία σκοπών της.

– εισηγήθηκα να αποφασισθεί όπως προβεί το Διοικητικό Συμβούλιο στις δέουσες ενέργειες για την επίτευξη συμφωνίας μειωμένου εισιτηρίου για τις μετακινήσεις των συναδέλφων με την ΤΡΑΙΝΟΣΕ

– εισηγήθηκα επίσης να ληφθεί μέριμνα μέσω των αρμοδίων φορέων και με την βάσιμη αιτιολογία ότι οι συνάδελφοι βρίσκονται καθημερινά άμεσα εκτεθειμένοι σε καταστάσεις συνωστισμού και πολυκοσμίας, ώστε να διασφαλισθεί για τα μέλη της Ένωσης μας, σε κάθε περίπτωση, έγκαιρη και από την αρχή πληρότητα αριθμού εμβολίων κατά του κορωνοιού, ώστε να μην σημειωθούν ελλείψεις, ανεξαρτήτως της τελικής επιλογής των συναδέλφων στο ζήτημα αυτό

Γ. Αρθρογραφία – δημόσιες παρεμβάσεις:

– Στις 21-9-2020 δημοσίευσα άρθρο μου με τον τίτλο «προσωπική ελευθερία και πολιτικές ταμπέλες» με αφορμή επιθέσεις από μερίδα του Τύπου που δέχθηκαν συνάδελφοι για τις απόψεις τους. Οι απόψεις, που διατύπωσα στο άρθρο αυτό ισχύουν σε κάθε περίπτωση, που ανακύπτουν ανάλογα ζητήματα

– Δημοσίευσα επίσης άρθρο μου υπό τον τίτλο «Αθλητική Δικαιοσύνη συγκροτούμενη από Τακτικούς Δικαστικούς Λειτουργούς. Το Αυτοδιοίκητο της Ε.Π.Ο. υποχωρεί στο Αυτοδιοίκητο της Δικαιοσύνης. Προς τη σωστή θεσμική κατεύθυνση η διάταξη σε σχέδιο νόμου, που προβλέπει την υπόδειξη των Αθλητικών Δικαστών από θεσμικά όργανα της Δικαιοσύνης». Σημειωτέον ότι τις θέσεις, που περιλαμβάνονται στο άνω άρθρο και πριν επέλθουν οι σχετικές τροποποιήσεις, είχα διατυπώσει με σχετική αρθρογραφία ήδη από το έτος 2018 διαφωνώντας περαιτέρω με την άποψη της πλειοψηφίας του ΔΣ, που ζητεί την κατάργηση της συγκρότησης της Αθλητικής Δικαιοσύνης από τακτικούς Δικαστές

–  Δημοσίευσα άρθρο μου σχετικά με την απαγόρευση του δικαιώματος της συνάθροισης. Στο άρθρο μου αυτό υποστήριξα ότι η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων νομιμοποιείται να παρεμβαίνει και να διατυπώνει την άποψη της σε τέτοια ζητήματα, που άπτονται των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγχρόνως υποστήριξα με αναλυτική αιτιολογία ότι στην προκείμενη περίπτωση και για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας το εν λόγω δικαίωμα δύναται να απαγορευθεί υπό την τήρηση βέβαια και των λοιπών συνταγματικών προϋποθέσεων (αρχή αναλογικότητας κλπ.)

– Τέλος, στις 7-12-2020, δημοσίευσα άρθρο μου υπό τον τίτλο «Διάκριση εξουσιών και Δικαστική Ανεξαρτησία. Η Δικαιοσύνη αποτελεί πυλώνα του Κράτους Δικαίου και όχι «μοχλό» οικονομικής ανάπτυξης. Η από 14 Νοεμβρίου 2020 έκθεση Επιτροπής για τη Δικαιοσύνη»


Δ. Πολιτιστικές εκδηλώσεις

Είναι προφανές ότι στον τομέα αυτό, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο Αθλητισμός εν γένει, δεν κατέστη δυνατό να αναπτυχθούν κάποιες δράσεις λόγω της πανδημίας. Ωστόσο και στους τομείς αυτούς, μετά την έξοδο από την κρίση, θα υπάρξουν συγκεκριμένες εισηγήσεις.

 Εύχομαι σε όλους χρόνια πολλά με υγεία!

Με εκτίμηση

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Εφέτης, Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ, Λάμπρος Τσόγκας, Αντεισαγγελέας Εφετών Θράκης

 

Επιμέλεια: Λάμπρος Σ.Τσόγκας

Αντεισαγγελέας Εφετών Θράκης

Επειδή έχει ανακύψει προβληματισμός σχετικά με το τι πραγματικά ισχύει για το ζήτημα της παραγραφής σε πράξεις φοροδιαφυγής με χρόνο τέλεσης πριν τις 6-11-2020, ενόψει των ρυθμίσεων στο Ν.4745/2020 είναι χρήσιμο να ακολουθήσουν οι πιο κάτω σκέψεις:

1ον: Με το Ν.4745/2020 επιδιώκεται η ευθυγράμμιση της νομοθεσίας στις απαιτήσεις της τήρησης της αρχής ne bis idem κατά το άρθρο 6 ΕΣΔΑ, ώστε η άσκηση της ποινικής δίωξης να μην προηγείται της φορολογικής επίλυσης της διαφοράς. Έτσι από το μοντέλο της άσκησης της ποινικής δίωξης πριν την οριστικοποίηση της φορολογικής διαφοράς με βάση τα οριζόμενα στο Ν.4174/2013 (άρθρο 68  Ν.4174/2013, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 32 Ν.4745/2020) λόγω της ανεξαρτησίας της ποινικής διαδικασίας από τη διοικητική, ο νομοθέτης επέλεξε τελικά το μοντέλο της εξάρτησης της ποινικής διαδικασίας από τη διοικητική. Ως εκ τούτου η ποινική δίωξη πλέον  ασκείται μόνον εφόσον επέλθει η οριστικοποίηση της φορολογικής διαφοράς σύμφωνα με την παράγραφο 4 άρθρου 32 Ν.4745/2020, που αντικατέστησε την παράγραφο 3 του άρθρου 68 Ν.4174/2013. Τούτο βέβαια επέβαλε στο νομοθέτη την πρόβλεψη στην ανωτέρω διάταξη ότι η παραγραφή των πράξεων φοροδιαφυγής αναστέλλεται μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της φορολογικής αρχής.

2ον: Στο Ν.4622/2019 με τίτλο <<Επιτελικό Κράτος>> καθορίζονται οι κανόνες της καλής νομοθέτησης. Ειδικότερα στο άρθρο 59 του πιο πάνω νόμου προσδιορίζονται οι ειδικοί κανόνες σύνταξης νομοσχεδίων. Το εν λόγω άρθρο στην παράγραφο 4 έχει ως εξής:

Σε περίπτωση συνολικής ρύθμισης ενός θέματος, διατυπώνεται το σύνολο των σχετικών διατάξεων και οι καταργούμενες διατάξεις αναφέρονται ρητά σε αυτοτελές άρθρο, στο τέλος του νομοσχεδίου.

Διαπίστωση πρώτη: Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ευθεία και άμεση υποχρέωση του νομοθέτη να συμπεριλαμβάνει κατά τη σύνταξη των νομοσχεδίων αυτοτελές κεφάλαιο καταργούμενων διατάξεων, όταν σε αυτά επιχειρείται η συνολική ρύθμιση ενός ζητήματος.

3ον: Ενόψει της συνολικής ρύθμισης στο Ν.4745/2020 του ζητήματος του τρόπου άσκησης ποινικής δίωξης σε πράξεις φοροδιαφυγής με αποτέλεσμα την αναστολή της παραγραφής τους, ήταν αναγκαία η παράθεση κεφαλαίου καταργούμενων διατάξεων στον εν λόγω νόμο προς ακολουθία στην οικεία πρόβλεψη στο άρθρο 59 Ν.4622/2019. Έτσι στο άρθρο 92 Ν.4745/2020 γίνεται η αναφορά των καταργούμενων διατάξεων. Τούτο όμως αφορά ζήτημα νομοτεχνικό και ειδικότερα αφορά τη διάρθρωση του κειμένου του νέου νόμου λόγω του ότι με νεότερο νόμο έγινε ριζική επανεξέταση νομικού ζητήματος και πιο συγκεκριμένα του τρόπου άσκησης ποινικής δίωξης σε εγκλήματα φοροδιαφυγής με αποτέλεσμα την αναστολή της παραγραφής τους και μάλιστα χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 113παρ.2 ΠΚ. Ακόμη ενόψει του ότι η  παραγραφή  των πράξεων φοροδιαφυγής πριν τις 6-11-2020 κατά το άρθρο .68παρ.2 Ν.4174/2013 (πριν την αντικατάσταση με το άρθρο 32 Ν.4745/2020)  αρχίζει από την οριστικοποίηση της φορολογικής διαφοράς, ενώ τούτη για τις πράξεις φοροδιαφυγής μετά τις 6-11-2020 κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 32 Ν.4745/2020  αναστέλλεται μέχρι την οριστικοποίηση της φορολογικής διαφοράς και μάλιστα χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 113παρ.2 ΠΚ, γίνεται σαφές ότι και στις δύο περιπτώσεις η παραγραφή των πράξεων φορδιαφυγής επηρεάζεται από το χρονικό εύρος της εκκρεμούς διοικητικής φορολογικής διαφοράς. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι η αναστολή της παραγραφής των πράξεων φοροδιαφυγής μετά τις 6-11-2020 είναι το αποτέλεσμα της  αλλαγής, που επέφερε ο Ν.4745/2020 στο δικονομικής φύσης ζήτημα για τον τρόπο άσκησης ποινικής δίωξης, αφού τούτη εξαρτάται χρονικά από την οριστικοποίηση της φορολογικής διαφοράς. Ωστόσο για τις πράξεις πριν τις 6-11-2020  για τις οποίες η ποινική δίωξη δεν εμποδίζεται  από τη μη οριστικοποίηση της φορολογικής διαφοράς,  δεν ανακύπτει ζήτημα παραγραφής τους.  Βέβαια στο άρθρο 92 Ν.4745/2020 η διατύπωση περί κατάργησης του άρθρου 68 παρ. 2 Ν.4174/2013, σύμφωνα με το οποίο η παραγραφή των εγκλημάτων του Ν.4174/2013 αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής, που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, είναι ατελής. Τούτο διότι θα μπορούσε να προστεθεί ότι η κατάργηση γίνεται λόγω της αλλαγής του τρόπου άσκησης της ποινικής δίωξης και ότι από την κατάργηση δεν επηρεάζεται η επιμήκυνση της παραγραφής  των πράξεων πριν τις 6-11-2020. Τούτη η σκέψη είναι ακόλουθη προς τη διαχρονική αντιμετώπιση του ζητήματος της παραγραφής των πράξεων φοροδιαφυγής, αφού η εκκρεμής διοικητική φορολογική διαφορά, όπως στο νέο, έτσι και  στο παλιό νομοθετικό καθεστώς επηρεάζει την παραγραφή. Για το ότι στη βούληση του νομοθέτη δεν υπήρξε ζήτημα παραγραφής των πράξεων πριν τις 6-11-2020 είναι σαφής η  δήλωση του Υπουργού Δικαιοσύνης στα πρακτικά της Βουλής (σελ.201), όπως τούτα είναι δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα της Βουλής των Ελλήνων και αφορούν τη συνεδρίαση ΚΕ της Β’ Συνόδου στις 5-11-2020. Η οικεία δήλωση έχει ως εξής: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΙΑΡΑΣ (Υπουργός Δικαιοσύνης): Κύριε Πρόεδρε, θέλω να ενημερώσω εσάς και το Σώμα, ότι υπάρχουν οι νομοτεχνικές βελτιώσεις. Δεν έλαβα τον λόγο, ακριβώς για να είναι στη διάθεση των συναδέλφων όλες οι νομοτεχνικές βελτιώσεις και για να προλάβω για την οικονομία του χρόνου, επειδή εκφράστηκε αυτή η ανησυχία κατ’ αρχάς από τον πρόεδρο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, σχετικά με το ne bis in idem. Σας ξεκαθαρίζω ότι παρά το ότι για μας ήταν απολύτως σαφές και θα ήθελε μια πολύ ακραία ερμηνεία προκειμένου κάποιος να το δει διαφορετικά, διαφοροποιείται η μεταβατική διάταξη, ούτως ώστε να μην υπάρχει η παραμικρή υπόνοια για παραγραφή ποινικών αδικημάτων.

 Διαπίστωση δεύτερη: Προφανώς η ανωτέρω δήλωση του Υπουργού Δικαιοσύνης αντανακλά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 96 Ν.4745/2000, που συμπεριελήφθηκε στο κεφάλαιο των μεταβατικών διατάξεων του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με την οποία  οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις φοροδιαφυγής που τελούνται μετά από την έναρξη ισχύος του νόμου.

4ον: Με βάση τα προαναφερθέντα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κατά το άρθρο 2 ΠΚ πράξεις φοροδιαφυγής  πριν τις 6-11-2020 έχουν υποπέσει σε παραγραφή σύμφωνα με τις διακρίσεις που γίνονται στο άρθρο 111 ΠΚ, καθόσον με βάση το διαχρονικό δίκαιο στο κεφάλαιο της παραγραφής των πράξεων φοροδιαφυγής, τούτη επηρεάζεται από το χρονικό εύρος της εκκρεμούς διοικητικής φορολογικής διαφοράς. Ζήτημα παραγραφής παλαιών πράξεων κατά το άρθρo 2 ΠΚ θα υπήρχε, αν μεσολαβούσε χρονικό διάστημα κατά το οποίο το διαχρονικό δίκαιο άφηνε ανεπηρέαστο το κεφάλαιο της παραγραφής των πράξεων φοροδιαφυγής από την εκκρεμότητα της διοικητικής φορολογικής διαφοράς. Σε αυτήν την κατεύθυνση είναι προσανατολισμένη  η μεταβατική διάταξη του άρθρου 96 Ν.4745/2020 σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις που τελούνται μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

5ον) Ως προς το ότι δεν τίθεται  παραγραφής των πράξεων φοροδιαφυγής, που τελέστηκαν πριν τις 6-11-2020 όμοιο είναι και το πόρισμα των νομικών συλλογισμών του Προέδρου Πρωτοδικών Χαράλαμπου Σεβαστίδη σε μελέτη που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, ο οποίος ως προς το θέμα αυτό σημειώνει:

Θα πρέπει επομένως να γίνει ορθότερα δεκτό ότι για τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν πριν την 6.11.2020 εξακολουθεί να ισχύει η διάταξη του άρθρου 55Α παρ. 3 Ν. 4174/2013, το οποίο δεν καταργήθηκε για τα παλιά φορολογικά αδικήματα, ενώ η τροποποίησή του με το άρθρο 32 παρ. 3 Ν. 4745/2020 ισχύει βάσει του άρθρου 96 εδ. α΄ Ν. 4745/2020 μόνο για τα αδικήματα που τελούνται μετά την 6.11.2020. Συνεπώς, τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν μέχρι την 6.11.2020 υπάγονται στο σύνολο των διατάξεων του Ν. 4174/2013, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τον Ν. 4745/2020, με την διευκρίνιση ότι ειδικά για την παραγραφή εφαρμόζεται το άρθρο 55Α παρ. 3 Ν. 4174/2013 ακόμα και μετά την κατάργηση του άρθρου 68 παρ. 2 Ν. 4174/2013 με το άρθρο 92 Ν. 4745/2020.

Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ: ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ «ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ» ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΗΝ 12-12-2020

Η ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ:  ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ «ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ» ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΗΝ 12-12-2020

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης

Νικήτας Βελίας, Ειρηνοδίκης

Μάνος Φωτάκης,  Ειρηνοδίκης

μέλη του Δ.Σ. της ΕνΔΕ

Κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕνΔΕ , της 12ης Δεκεμβρίου 2020, που διεξήχθη με τηλεδιάσκεψη, οι θέσεις της ομάδας μας ως προς τα κύρια θέματα της ημερήσιας διάταξης ήταν οι ακόλουθες:

  1. I. Αποτίμηση του τελικού σχεδίου της Επιτροπής Πισσαρίδη για τη Δικαιοσύνη

Το «Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία», όπως και είναι ο τίτλος των συμπερασμάτων της έκθεσης, που έγινε γνωστή, ως έκθεση Πισσαρίδη, και παρουσιάστηκε στην τελική της μορφή στις 23 Νοεμβρίου 2020, είναι κείμενο  244 σελίδων, που περιλαμβάνει αναλύσεις για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας αλλά και προτάσεις για την ανάκαμψη αυτής. Κατά την επιτροπή που το συνέταξε,  αν το σχέδιο ανάπτυξης εφαρμοστεί συστηματικά, θα οδηγήσει σε υψηλότερη ευημερία για τα νοικοκυριά, μέσω της συστηματικής ενίσχυσης της παραγωγικότητας και των αμοιβών της εργασίας. Το αρχικό ερώτημα, συνεπώς, που τίθεται είναι:  εάν σ’ ένα σχέδιο οικονομικής ανάπτυξης δύναται να εμπεριέχεται κεφάλαιο για τη Δικαιοσύνη. Η απάντηση είναι θετική και τούτο διότι ο συνταγματικός ρόλος του θεσμού της Δικαιοσύνης είναι πολλαπλός. Ο θεσμικός της ρόλος ως θεματοφύλακα των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων όλων των πολιτών και ως εγγυητή της εύρυθμης λειτουργίας της κοινωνίας δεν αναιρεί το ρόλο της Δικαιοσύνης ως μοχλού ανάπτυξης της οικονομίας της χώρας μας. Άλλωστε, το επιχειρείν και η επενδυτική δραστηριότητα προστατεύονται συνταγματικά και αυτά ως δικαιώματα και συνεπώς για την άσκησή τους επιβάλλεται η εξασφάλιση ενός περιβάλλοντος που θα χαρακτηρίζεται από ασφάλεια δικαίου, από έλλειψη κακονομίας και πολυνομίας και από ταχεία και αποτελεσματική επίλυση τυχόν δικαστικών διαφορών. Ο συνολικός σχολιασμός της εν λόγω έκθεσης και η εκτίμηση περί αποτελεσματικότητας των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων εκφεύγει των αρμοδιοτήτων μίας Δικαστικής Ένωσης.  Αντίθετα, η τοποθέτηση επί των παραδοχών, προτάσεων και προβλέψεων για τη Δικαιοσύνη εμπίπτουν στον καταστατικό σκοπό της ΕνΔΕ, καθότι σκοπός αυτής, μεταξύ άλλων, είναι η βελτίωση των όρων απονομής της Δικαιοσύνης, η βελτίωση των συνθηκών εργασίας των Δικαστικών Λειτουργών και βέβαια η διασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας αυτών.

(Οι αναφορές δε που θα ακολουθήσουν αφορούν την πολιτική και ποινική δίκη).

Η έκθεση ξεκινά με τις ακόλουθες  παραδοχές:

α)  ότι η  παθογένεια του θεσμού της Δικαιοσύνης εντοπίζεται  στην καθυστέρηση της απονομής της. Είναι γεγονός ότι την τελευταία εικοσαετία έχουν ψηφισθεί περίπου δώδεκα νόμοι με σκοπό την επίλυση του εν λόγω προβλήματος. Η αποσπασματική νομοθέτηση, όπως ήταν βέβαιο, δεν επέφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα αλλά αντίθετα δημιούργησε περισσότερα προβλήματα. Ωστόσο, η έκθεση αν και κάνει λόγο για βελτίωση των χρόνων απονομής της Δικαιοσύνης την τελευταία δεκαετία, ουδεμία αναφορά κάνει για την τομή που επιτελέσθη, το έτος 2015, με την τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και τη συμβολή αυτής στην επιτάχυνση της πολιτικής  δίκης.

β) ότι στη χώρα μας υφίσταται δυσαναλογία μεταξύ του αριθμού των υπηρετούντων Δικαστών και του πληθυσμού της. Ενδεικτικά,  δε αναφέρει ότι  το 2016 η Ελλάδα είχε 25,8 δικαστές ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 21 μέσου όρου στην ΕΕ, 24,2 στη Γερμανία, 11,5 στην Ισπανία, 10,6 στην Ιταλία, και 10,4 στη Γαλλία. Η παραδοχή αυτή είναι μεν σωστή αλλά δεν μπορεί ν’ αποτελέσει βάση μίας αναπτυξιακής οικονομικής έκθεσης, διότι η σύγκριση πρέπει να γίνεται με βάση τον αριθμό των υποθέσεων που εισάγονται στα Δικαστήρια, ο οποίος είναι πολύ μεγαλύτερος των άλλων χωρών και επίσης του μεγάλου αριθμού ένδικων μέσων που ασκούνται από τους ιδιώτες διαδίκους αλλά και από το ίδιο το Δημόσιο ως διάδικο.

γ) ότι το επίπεδο των Δικαστών, που αποφοιτούν από την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών είναι υψηλό σε σχέση με άλλες χώρες της Ε.Ε., όπως και η νομική τους κατάρτιση (κεφ. 4.2.2)

Οι προτάσεις που περιέχει η έκθεση μπορούν να διακριθούν:

Α) Σε προτάσεις για αλλαγές που ήδη έχουν συντελεσθεί εξ ολοκλήρου ή εν μέρει:

1)    Η πρόταση για εισαγωγή μηχανισμών εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών έχει ήδη υλοποιηθεί με τη ψήφιση του νόμου 4640/2019 για την ιδιωτική διαμεσολάβηση και μάλιστα με υποχρεωτικό χαρακτήρα σε πολλές υποθέσεις.

2) Η πρόταση για θεσμοθέτηση ειδικών τμημάτων στα δικαστήρια έχει ήδη υλοποιηθεί, κατά μεγάλο μέρος,  με τη ψήφιση του νόμου 4700/2020, με τον οποίο όχι μόνο θεσμοθετήθηκαν ειδικά τμήματα για ζητήματα ενέργειας, επικοινωνιών, και προσωπικών δεδομένων αλλά  στο Εφετείο Αθηνών ήδη λειτουργούν. Να σημειωθεί ότι η εκδίκαση υποθέσεων από  εξειδικευμένα τμήματα δεν είναι πρωτόγνωρη στο ελληνικό δικαιϊκό σύστημα, καθότι ειδικά τμήματα έχουν θεσμοθετηθεί εδώ και πολλά έτη για ναυτικές διαφορές (ν. 2172/1993)και για διαφορές πνευματικής ιδιοκτησίας, σήματος κλπ. (ν. 2479/1997). Ενώ, η πρόβλεψη έκδοσης αποφάσεων επί των εκδικαζόμενων στα ειδικά τμήματα υποθέσεων εντός συγκεκριμένης προθεσμίας (εκτός των γενικών διατάξεων) είναι συνήθης και για άλλης φύσης υποθέσεων π.χ. εργατικών  διαφορών (εντός 30 ημερών  προς προστασία των εργαζομένων).

3)    Επιμόρφωση στο Χρηματοπιστωτικό Δίκαιο, λογιστική και οικονομική επιστήμη. Στο πρόγραμμα της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών ήδη έχει ενταχθεί σχετικό μάθημα ενώ και η ηγεσία του Αρείου Πάγου στα πλαίσια της μέριμνας για τη διαρκή επιμόρφωση και κατάρτιση των Δικαστικών Λειτουργών έχει συνδιοργανώσει με το ΕΚΠΑ πρόγραμμα εξειδίκευσης Δικαστών και Εισαγγελέων  επί των άνω αντικειμένων.

Β) Σε προτάσεις που έχουν αποτελέσει και αιτήματα των Δικαστικών Ενώσεων:

1) αλλαγή της διαδικασίας του ορισμού της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Είναι ζήτημα συνταγματικής αναθεώρησης και απαιτείται διάλογος με όλους τους θεσμικούς φορείς.

2) Αντιμετώπισης των φαινομένων πολυνομίας και πολυπλοκότητας των νόμων καθώς και του φαινομένου της  κακονομίας και νομοθέτησης με αποσπασματικό χαρακτήρα

3) προσλήψεις δικαστικών υπαλλήλων και αποκατάσταση δυσαναλογίας δικαστών  – δικαστικών γραμματέων. Ενδεικτικά, ενώ κατά μέσο όρο στις χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης αντιστοιχούν 3,1 υπάλληλοι ανά δικαστή, η αντίστοιχη αναλογία για το Συμβούλιο της Επικρατείας είναι περίπου 0,5, δηλαδή μισός υπάλληλος ανά δικαστή

4) ταχεία ψηφιοποίηση της Δικαιοσύνης (λειτουργία ψηφιακών συστημάτων, εκπαίδευση σε ψηφιακές δεξιότητες, υποχρεωτική ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων, ψηφιακή υπογραφή, ηλεκτρονική πρόσβαση πολιτών σε δημοσιευμένες αποφάσεις κλπ.)

Γ) Περαιτέρω προτάσεις:

1)  για αξιολόγηση και εξέλιξη των Δικαστών. Οι προτάσεις ξεκινούν από λανθασμένη βάση, καθότι αναφέρεται ότι οι αξιολογητές δεν έχουν πρόσβαση στο σύνολο των αποφάσεων των αξιολογούμενων, δεν λαμβάνονται υπόψη ποσοτικά χαρακτηριστικά (π.χ. χρόνος διεκπεραίωσης υποθέσεων) και ποιοτικά χαρακτηριστικά (π.χ. βαθμός δυσκολίας των υποθέσεων) και επίσης δεν λαμβάνεται υπόψη η συμμετοχή των Δικαστών σε δραστηριότητες κατάρτισης και τούτο διότι το άρθρο 84 παρ. 7 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών  Λειτουργών προβλέπει ότι «Οι επιθεωρητές εξετάζουν το σύνολο της εργασίας των Δικαστικών Λειτουργών… και για να διαμορφώσουν ασφαλή γνώμη διεξάγουν λεπτομερώς κάθε χρήσιμη έρευνα», ενώ το άρθρο 85 του ίδιου Κώδικα προβλέπει ότι «Οι Επιθεωρητές συντάσσουν γενικές εκθέσεις για τη λειτουργία κάθε δικαστηρίου και εισαγγελίας της περιφέρειάς τους και εισηγούνται τα απαιτούμενα μέτρα για την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας» και επίσης «συντάσσουν ιδιαίτερη, λεπτομερή και ειδικά αιτιολογημένη έκθεση για κάθε δικαστικό λειτουργό της περιφέρειας τους. Στην έκθεση αυτή αξιολογούνται: α) το ήθος, το σθένος και ο χαρακτήρας, β) η επιστημονική κατάρτιση, γ) η κρίση και η αντίληψη, δ) η επιμέλεια, η εργατικότητα και η υπηρεσιακή (ποιοτική και ποσοτική) απόδοση, ε) η ικανότητα στην απονομή της δικαιοσύνης, στη διατύπωση των δικαστικών αποφάσεων και στη διεύθυνση της διαδικασίας και προκειμένου για τους εισαγγελικούς λειτουργούς η ικανότητα στην απονομή της δικαιοσύνης, τόσο στην προδικασία όσο και στη διαδικασία του ακροατηρίου, καθώς και η ικανότητα στη διατύπωση των προτάσεων, των διατάξεων που εκδίδουν και στο χειρισμό του προφορικού λόγου και στ) η συμπεριφορά του δικαστικού λειτουργού γενικά και ιδιαίτερα στο ακροατήριο καθώς και η κοινωνική του παράσταση» και τέλος προβλέπει ότι «στην ατομική έκθεση επιθεώρησης του δικαστικού λειτουργού, γίνεται υποχρεωτικά ειδική μνεία για το χειρισμό από αυτόν, σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, υποθέσεων του ν. 4022/2011, υποθέσεων των οποίων η κυρία ανάκριση διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 29 του ΚΠΔ, ως και υποθέσεων στις οποίες έχει εκδοθεί ένταλμα προσωρινής κράτησης κατά του κατηγορουμένου. Οι παρατηρήσεις στην έκθεση επιθεώρησης, για τον εν γένει χειρισμό των ως άνω υποθέσεων και ειδικότερα ως προς την τήρηση από τον δικαστικό λειτουργό των προθεσμιών που προβλέπονται στο ν. 4022/2011 και στον ΚΠΔ για τη διενέργεια των σχετικών δικαστικών πράξεων, συνιστούν ουσιαστικό στοιχείο για την προαγωγή του στον επόμενο βαθμό». Συνεπώς, το νομοθετικό πλαίσιο επιθεώρησης και αξιολόγησης των Δικαστικών Λειτουργών κάθε άλλο παρά ανεπαρκές μπορεί να χαρακτηρισθεί.

2) για την εξέλιξη στις ανώτερες θέσεις πρέπει  να εξετάζονται τα διοικητικά προσόντα του Δικαστή.  Η εξέλιξη στις ανώτερες θέσεις δεν συνεπάγεται και άσκηση διοικητικών καθηκόντων. Η διεύθυνση δε των μεγάλων Δικαστηρίων της χώρας ασκείται κατά τα προβλεπόμενα στον προαναφερόμενο Κώδικα από αιρετές διοικήσεις στα πλαίσια της καθιέρωσης του επιτυχημένου θεσμού της Αυτοδιοίκησης των Δικαστηρίων, ο οποίος αποτελεί έκφραση της δημοκρατικής αρχής στη λειτουργία αυτών.

3) για την αποτελεσματικότερη χρήση του χρόνου των δικαστών, προτείνεται η θεσμοθέτηση ενός διακριτού κλάδου επίκουρων, ο οποίος θα αποτελείται από δικαστές  χαμηλότερου βαθμού που να υπηρετούν μέρος του χρόνου τους και για ολιγοετές διάστημα στη θέση του επίκουρου, αποκομίζοντας χρήσιμη εμπειρία για τη μελλοντική τους εξέλιξη στον κλάδο. Η πρόταση αυτή απέχει πολύ από τη δικαστηριακή πραγματικότητα, δεν εναρμονίζεται με τον τρόπο επεξεργασίας των δικογραφιών από τους πολιτικούς και ποινικούς Δικαστές της χώρας μας και δεν μπορεί να βρει πεδίο εφαρμογής στην πολιτική και ποινική δίκη. Σε αντίθεση, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ο άνω θεσμός εφαρμόζεται με επιτυχία, καθότι ενώπιον των Δικαστηρίων άγεται μικρός αριθμός σοβαρών, και μόνο υποθέσεων, κατόπιν «φιλτραρίσματος» που προηγείται.

Συμπερασματικά:

Η έκθεση, σε γενικές γραμμές, δεν εισάγει καινοτόμες προτάσεις.  Εμπεριέχει προτάσεις πολιτικής στρατηγικής, οι οποίες ήδη έχουν απασχολήσει και κάποιες έχουν υιοθετηθεί, δίχως τα αναμενόμενα αποτελέσματα (ιδιωτική διαμεσολάβηση) ενώ άλλες καθυστερούν να υλοποιηθούν με ευθύνη της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας (ψηφιακός μετασχηματισμός της Δικαιοσύνης).  Η Δικαιοσύνη έχει ανάγκη από μεταρρυθμίσεις, ενδεικτικά,  έχει ανάγκη από εκσυγχρονισμό των κτιριακών υποδομών των δικαστηρίων, από τη διάθεση υψηλότερων πόρων για την κάλυψη των δαπανών της, από λειτουργία Δικαστικής Αστυνομίας, από απαλλαγή, νομοθετικά, των Λειτουργών της από εξωδικαστικά καθήκοντα, από πρόβλεψη ειδικού σώματος πραγματογνωμόνων, που θα επικουρούν τους Δικαστές, κυρίως τους Ανακριτές,  από συνταγματική και νομοθετική παρέμβαση αναφορικά με την αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων, από την ανάπτυξη τεχνολογικών υποδομών προς ταχεία εξυπηρέτηση των πολιτών (ανάπτυξη συστήματος e – Δικαιοσύνη για άμεση παροχή πιστοποιητικών κλπ.) και άλλες δράσεις και λύσεις που δεν προτείνονται στο εν λόγω αναπτυξιακό σχέδιο. Μεταρρυθμίσεις, που με σεβασμό στις αρχές του Κράτους Δικαίου, θα εξασφαλίζουν ταχύτερη και αποτελεσματικότερη απονομή της Δικαιοσύνης, θα ενισχύουν την ασφάλεια Δικαίου για τους πολίτες και θα συμβάλλουν  στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

  1. II. Συζήτηση και λήψη απόφασης επί των προτάσεων της Επιτροπής Ειρηνοδικών της Ένωσης σχετικά με την εκκαθάριση των υποθέσεων των υπερχρεωμένων νοικοκυριών

Επί του άνω θέματος αναφέραμε ότι ήδη έχουμε τοποθετηθεί με το από 3-12-2020 έγγραφό μας, που έχει αναρτηθεί, την 7-12-2020, στην ιστοσελίδα της Ένωσης,  με τίτλο  «ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ Ν. 4745/2020 (ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ) ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΕΞΟΔΟΥ». Επαναλάβαμε, ωστόσο, ότι:

α)  η σύσταση της Επιτροπής Ειρηνοδικών, ως μόνιμου οργάνου της Ένωσης, που υποκαθιστά το Διοικητικό Συμβούλιο στην αντιμετώπιση των ζητημάτων των Ειρηνοδικών είναι αντικαταστατική, καθότι αντιβαίνει στο άρθρο 21 του Καταστατικού της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

β) το πόρισμα της Επιτροπής αυτής ξεκινά από την αυθαίρετη διαπίστωση ότι  «το 30% των υποθέσεων δεν θα επαναπροσδιοριστεί». Διαπίστωση για την οποία θριαμβολογεί η άνω, αποτελούμενη από Δικαστές, επιτροπή, δίχως ν’ αναλογίζεται ότι αυτή αντιβαίνει στις αρχές του Κράτους Δικαίου, αφού ποσοστό 30% των υπερχρεωμένων νοικοκυριών δεν θα τύχει δικαστικής προστασίας και μάλιστα τη στιγμή που δεν υφίσταται πλέον άλλη διαδικασία διάσωσης της κύριας κατοικίας  τους και δίχως ν΄ αναλογίζεται  τους λόγους για τους οποίους δεν θα αιτηθεί τον επαναπροσδιορισμό των υποθέσεων  και αν αυτοί συνέχονται με οικονομική αδυναμία, με ανέχεια λόγω της πανδημίας ή με έλλειψη δυνατότητας να συγκεντρώσουν το μεγάλο αριθμό εγγράφων που απαιτεί ο ν. 4745/2020.

γ) η απόσπαση Ειρηνοδικών (από Ειρηνοδικεία, στα οποία δεν εκκρεμούν αιτήσεις υπερχρεωμένων  φυσικών προσώπων) καθώς και Πταισματοδικών στα Ειρηνοδικεία, που παρατηρείται εκκρεμότητα, όπως πρότεινε η Ομάδα Εργασίας, που συνεστήθη το Δεκέμβριο του έτους 2019 δεν είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος  αντιμετώπισης του προβλήματος.

Προτείναμε δε την αναστολή εφαρμογής του νόμου, παρά το γεγονός ότι ήδη έχει ξεκινήσει η λειτουργία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας επαναπροσδιορισμού των εν λόγω υποθέσεων,  δεδομένου ότι και εκπρόσωποι της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους και του Υπουργείου Δικαιοσύνης σε διαδικτυακό σεμινάριο, που διοργάνωσε ο ΔΣΑ την Πέμπτη 10-12-2020, διαπίστωσαν σοβαρά λειτουργικά προβλήματα, δικονομικά και νομικά ζητήματα (άρση απορρήτου μελών οικογενείας αιτούντων), που καθιστούν την έγκαιρη και νομότυπη υποβολή αιτήσεων επαναπροσδιορισμού των εκκρεμών υποθέσεων του ν. 3869/2010, εντός των προβλεπόμενων εκ του νόμου ασφυκτικών προθεσμιών, αδύνατη και σε περίπτωση μη αναστολής εφαρμογής  του νόμου λόγω και της εξάπλωσης της πανδημίας προτείναμε την  παράταση όλων των χρονικών διαστημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 4Δ Ν. 4745/2020 (βλ. αναλυτικά το άνω από 3-12-2020 έγγραφό μας) και  τέλος, επαναλάβαμε την αρχική μας πρόταση ότι για τις  άνω υποθέσεις θα έπρεπε να προβλεφθεί νομοθετικά ο επαναπροσδιορισμός τους σε βάθος τριετίας.

III. Πολιτική προστασίας της χρήσης των προσωπικών δεδομένων των μελών της Ένωσης.

Εκτός ημερήσιας διάταξης και μετά σχετική εισήγηση του Προέδρου συζητήθηκε το θέμα της πολιτικής προστασίας της χρήσης των προσωπικών δεδομένων των μελών της Ένωσής μας. Ο Πρόεδρος δε, εισηγήθηκε την ενημέρωση των μελών της Ένωσης και τη  συγκατάθεση αυτών στους όρους της χρήσης των δεδομένων προσωπικού τους χαρακτήρα ΣΥΛΛΗΒΔΗΝ  για όλες τις δράσεις  της ΕνΔΕ (π.χ.   ηλεκτρονικά δελτία,  ψηφιακή ψηφοφορία, live streaming κ.λπ.) και ανέφερε ότι σε περίπτωση μη συγκατάθεσης σε όλες τις δράσεις τα μέλη της ΕνΔΕ δεν θα λαμβάνουν ούτε ενημερωτικές ανακοινώσεις (newsletter). Η πρόταση αυτή υπερψηφίστηκε από τα δώδεκα μέλη του Δ.Σ., ενώ μειοψηφήσαμε οι υπογράφοντες την παρούσα ενημερωτική ανακοίνωση  για τους λόγους που εκθέσαμε, εν συντομία,  κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, ισχυριζόμενοι ότι, με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων ΕΕ 2016/679 και τον εφαρμοστικό ν. 4624/2019, η παροχή γραπτής συγκατάθεσης των μελών της ΕνΔΕ, στον παρόντα χρόνο, πρέπει να αφορά  δράσεις,  που εμπίπτουν στις συνήθεις  δράσεις  της ΕνΔΕ και η επεξεργασία των  δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των μελών της γίνεται από την ίδια την Ένωση και όχι όταν ανατίθεται να διενεργηθεί από τρίτους, ιδιώτες, ανώνυμες εταιρείες, ακόμη και δημόσιους φορείς  κατ΄ εντολήν της Ένωσης.

Ειδικότερα η θέση μας:

Το θέμα της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των μελών της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ετέθη με εμφατικό τρόπο, το Μάιο του τρέχοντος έτους, όταν το τότε Προεδρείο αυτής διεξήγαγε, για πρώτη φορά, ηλεκτρονική ψηφοφορία, υποβάλλοντας  ερώτημα ως προς το χρόνο διεξαγωγής των εκλογών της ΕνΔΕ. Αυτό είχε σαν  αποτέλεσμα  να υποβληθούν σε επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των συναδέλφων που μετείχαν στην ηλεκτρονική αυτή ψηφοφορία (690 μέλη εκ του συνόλου των 3.200 μελών της ΕνΔΕ), από τρίτο  φορέα, στον οποίο είχε ανατεθεί  το έργο αυτό από το τότε Προεδρείο, δίχως τη συγκατάθεση των μελών της, γεγονός που προκάλεσε πλήθος διαμαρτυριών.

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων είναι, σύμφωνα με το άρθρο 1 του καταστατικού της, σωματείο. Στο πλαίσιο των καταστατικών της σκοπών οργανώνει δραστηριότητες επιμορφωτικές, πολιτιστικές κλπ. και παρέχει διάφορες υπηρεσίες  στα μέλη της και στις οικογένειές τους, μεταξύ αυτών και στα ανήλικα τέκνα τους. Με γνώμονα την προστασία των μελών  της ΕνΔΕ  και των οικογενειών τους, θεωρούμε ότι πρέπει να  δίδεται ιδιαίτερη  σημασία στην προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής καθώς στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα   των ως  άνω , ανεξάρτητα από το αν  τα δεδομένα αυτά υποβάλλονται σε επεξεργασία είτε από την ίδια την ΕνΔΕ  είτε  από τρίτους (ιδιωτικούς  φορείς ή φυσικά πρόσωπα) κατ’ εντολή της, προς επίτευξη των σκοπών της. Συνεπώς, η Πολιτική Προστασίας των  δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα  εκ μέρους της Ένωσης πρέπει να τύχει ανάλογης αντιμετώπισης.  Ειδικότερα, η Ένωση, εκτός από την εφαρμογή των προβλέψεων του ν. 4624/2019  (ενημέρωση των μελών της για την άσκηση των δικαιωμάτων τους σύμφωνα με το ΓΚΠΔ, ενημέρωση σχετικά με τις κατηγορίες των δεδομένων  που συλλέγει, τους σκοπούς για του οποίους τα συλλέγει και ενδεχομένως τα διαβιβάζει  περαιτέρω,  το χρόνο διατήρησης των δεδομένων κλπ. ) ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ  να αιτείται από τα μέλη της, ειδική γραπτή συγκατάθεση στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αυτών (μελών της) εμπλέκονται τρίτοι φορείς. Συγκεκριμένα δε στις άνω περιπτώσεις απαιτείται ειδική συγκατάθεση των μελών της  ανάλογα με τη δράση, εν πλήρη επιγνώσει των  σκοπών της  επεξεργασίας,  των μέσων επεξεργασίας,  των τυχόν εκτελούντων την επεξεργασία και των  τυχόν τρίτων αποδεκτών διαβίβασης των δεδομένων  (φορέων του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα).

Τέλος, πρέπει να σημειώσουμε ότι οι υπογράφοντες την παρούσα αιτήθηκαν προς τον Πρόεδρο στο επόμενο Διοικητικό Συμβούλιο να τεθούν ως θέματα προς συζήτηση: α) το μισθολόγιο των Ειρηνοδικών και β) η βαθμολογική εξομείωση των Ειρηνοδικών.

 

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης

Νικήτας Βελίας, Ειρηνοδίκης

Μάνος Φωτάκης,  Ειρηνοδίκης

ΕΠΙ ΤΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗΣ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΗΣ 12-12-2020, Δημήτριος Φούκας, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος ΔΣ ΕνΔΕ, Ελευθερία Κώνστα, Εφέτης, μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

ΕΠΙ ΤΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗΣ ΤΟΥ Δ.Σ. ΤΗΣ 12-12-2020

Δημήτριος Φούκας, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

Ελευθερία Κώνστα, Εφέτης, μέλος ΔΣ ΕνΔΕ

 

Α] Επί της εκθέσεως της «Επιτροπής Πισσαρίδη»

Η κατάσταση που επικρατεί στο δικαστικό σύστημα της Χώρας είναι γνωστή σε όλους, όπως και η επιβάρυνση του συστήματος που προκύπτει από την συσσώρευση των υποθέσεων και την συνεχή εισαγωγή νέων. Δυστυχώς, η ΕνΔΕ δείχνει να μην διαπιστώνει ότι η αδυναμία διαχείρισης του ρυθμού και του αριθμού των εισαγομένων υποθέσεων έχουν πλέον χαρακτήρα συστημικό και συνεπάγονται δυσμενείς συνέπειες σε ολόκληρο το φάσμα των κοινωνικών σχέσεων και τον οικονομικό βίο της Χώρας, καθώς στερεί μεγάλα τμήματα του πληθυσμού από τις ευκαιρίες που δικαιούνται και περιορίζει τις δυνατότητες ανέλιξης των πολιτών και την κοινωνική κινητικότητα. Οι διαπιστώσεις αυτές, στις οποίες κατέληξαν και οι συντάκτες της από 14-11-2020 Τελικής Έκθεσης του Σχεδίου Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία, της λεγόμενης Επιτροπής Πισσαρίδη και οι προτάσεις, οι οποίες διατυπώνονται, χαρακτηρίζονται από αρκετή γενικότητα και επιδέχονται ενίσχυσης και εξειδίκευσης ώστε να είναι αποτελεσματικές. Συνιστούν όμως μία βάση συζήτησης, στην οποία η ΕνΔΕ πρέπει να συμμετάσχει με τις δικές της προτάσεις.

Β] Επί του νόμου 4745/2020 «Ρυθμίσεις για την επιτάχυνση της εκδίκασης εκκρεμών υποθέσεων του ν. 3869/2010» 

Στις 06.11.2020, δημοσιεύθηκε, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο Νόμος 4745/2020  με τίτλο “Ρυθμίσεις για την επιτάχυνση της εκδίκασης εκκρεμών υποθέσεων του ν. 3869/2010, σύμφωνα με τις επιταγές της παρ. 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., ως προς την εύλογη διάρκεια της πολιτικής δίκης, τροποποιήσεις του Κώδικα Δικηγόρων και άλλες διατάξεις”. Με τη νέα ρύθμιση, όπως άλλωστε τιτλοφορείται, επιχειρείται η επίσπευση της συζήτησης των αιτήσεων ρύθμισης οφειλών του ν. 3869/2010, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων και έχουν προσδιορισθεί σε δικάσιμο μετά τις 15.6.2021, βασιζόμενη  σε τρεις άξονες:

  1. Εφαρμογή του δικονομικού προτύπου της νέας τακτικής διαδικασίας του ν. 4335/2015 με την θέσπιση προθεσμιών ενέργειας για τους διαδίκους με  κάμψη της υποχρεωτικής προφορικότητας και την καθιέρωση της κατ’ εξαίρεση διαδικασίας εμμάρτυρης απόδειξης. 
  2. O διάδικος, πλέον, θα έχει την πρωτοβουλία για την υποβολή αίτησης επαναπροσδιορισμού της υπόθεσής του μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας.
  3. Με τον τρόπο δε αυτό επιδιώκεται η εκκαθάριση των πινακίων μέσω της υποχρεωτικής για τους ενδιαφερόμενους υποβολής αίτησης επαναπροσδιορισμού της συζήτησης.

Στο άρθρο 4Δ μνημονεύονται οι ημερομηνίες για την αίτηση επαναπροσδιορισμού ανάλογα με τον χρόνο υποβολής της αίτησης ρύθμισης οφειλής με καταλυτική ημερομηνία προσδιορισμού την 31.5.2021 δηλαδή σε έξι μήνες.  Για υποθέσεις, οι οποίες, ανεξαρτήτως του χρόνου κατάθεσης του εισαγωγικού δικογράφου, αναβάλλονται ή ματαιώνονται μετά από την έναρξη ισχύος του νόμου (που πρόκειται να ψηφιστεί για την εκκαθάριση όλων των εκκρεμών υποθέσεων του ν. Κατσέλη) σε δικάσιμο μετά από τις 15/6/2021.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, εκκρεμούν ενώπιον των Ειρηνοδικείων της Χώρας σε δικασίμους μετά την 1η.1.2021 περισσότερες από 40.000 αιτήσεις του ν. 3869/2010 με τη συζήτηση τους να έχει προσδιορισθεί σε πολλές περιπτώσεις σε απώτατο χρόνο, που φθάνει και το έτος 2032. Προκειμένου να δικαιολογηθεί η νέα ρύθμιση γίνεται χρήση της παρ. 1 του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου περί εύλογης διάρκειας της δίκης που προφανώς υπερβαίνει κατά πολύ τις επιταγές της ΕΣΔΑ και εκθέτει την Ελληνική Πολιτεία. Κατά την άποψη του Υπουργείου, βάσει των στατιστικών στοιχείων ένα σημαντικό μέρος των υποθέσεων του ν. 3869/2010, που εισάγονται στο ακροατήριο και ανέρχεται σε ποσοστό 25% περίπου, δεν συζητείται είτε λόγω ματαίωσης είτε λόγω παραίτησης από το δικόγραφο. Η πρόβλεψη όμως της «Επιτροπής» σε μείωση 30% των εκδικαζομένων υποθέσεων είναι παντελώς αυθαίρετη. Σε κάθε περίπτωση, αφαιρουμένου και αυτού του ποσοστού, ο αριθμός των υποθέσεων που πρόκειται να εκδικαστεί είναι τεράστιος αναλογικά με το δυναμικό των ειρηνοδικείων.

Δυστυχώς όμως ενώ το πρόβλημα ήταν ήδη γνωστό στην ελληνική πολιτεία ήδη από το 2015 όπως αναφέρεται, στην πραγματικότητα, οι εν λόγω ρυθμίσεις δεν αποτελούν παρά μόνο το πρόσχημα για την μετακύλιση στους Ειρηνοδίκες της δικαστικής ύλης, που σε μεγάλο βαθμό δημιουργήθηκε από τις αστοχίες του νομοθέτη και θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί  με άλλα μέσα, όπως κατ΄επανάληψη έχουμε υποστηρίξει στο παρελθόν. 

Καταρχήν, θα υπενθυμίσουμε την αντίστοιχη περίπτωση του ν.4335/2015 στην τακτική διαδικασία, όπου προκειμένου να αντιμετωπιστεί η μεγάλη εκκρεμότητα υποθέσεων στην τακτική διαδικασία στο Πρωτοδικείο Αθηνών, υιοθετήθηκε ως λύση του προβλήματος η θεσμοθέτηση προθεσμιών ενεργείας. Τότε το μεγαλύτερο Πρωτοδικείο της Χώρας αναγκάσθηκε εκ των πραγμάτων να προβεί στην αλλαγή του κανονισμού του και την θέσπιση νέων παράλληλων πινακίων για τις κατατιθέμενες μετά την 1.1.2016 υποθέσεις, με αποτέλεσμα την υπερφόρτωση των υπηρετούντων δικαστών για τα επόμενα δικαστικά έτη.  Τότε ο Χαράλαμπος Σεβαστίδης αντέδρασε στην δημιουργία «διπλών» πινακίων ζητώντας με επιστολή του την απόσυρση του θέματος της τροποποίησης του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας  από την Ολομέλεια του Πρωτοδικείου. Τότε επρόκειτο για δημιουργία διπλών πινακίων, σήμερα ενώπιον του ειρηνοδικείων εκκρεμούν 40.000 υποθέσεις οι οποίες πρέπει να εκδικαστούν εντός έξι μηνών. Τότε μας απασχολούσαν τα οργανικά κενά και η αναντιστοιχία οργανικών θέσεων και όγκου υποθέσεων που έπρεπε να εκδικαστούν, σήμερα όμως γιατί όχι;

Σε κάθε περίπτωση, η συνάρτηση ποιότητας και χρόνου περαίωσης αυτών δεν πρέπει να μας απασχολεί; Λυπούμαστε όταν διατυπώνονται απόψεις περί σύντμησης της αιτιολογίας των αποφάσεων όταν με τον νόμο περί υπερχρεωμένων νοικοκυριών κρίνεται το μέλλον οικογενειών και ανθρώπων που μαστίζονται από την οικονομική κρίση. Όταν μάλιστα επιβάλλεται στους οφειλέτες η υποχρέωση να αναλωθούν σε έναν αγώνα δρόμου, προκειμένου να τηρήσουν τις ασφυκτικές προθεσμίες που προβλέπονται. Όταν  ο οφειλέτης τίθεται αυτοδίκαια, χωρίς δικαστική κρίση, εκτός του Ν.3869/2010, εάν προλάβει να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες μέσα στις προθεσμίες αυτές, την ίδια στιγμή που το νέο νομοθετικό πλαίσιο του Πτωχευτικού Κώδικα δεν προβλέπει καμία προστασία της κύριας κατοικίας. 

Αντί να αντιμετωπιστεί η ανεπάρκεια σε πόρους και υποδομές, η νέα ρύθμιση επιβαρύνει τα Ειρηνοδικεία ακόμα περισσότερο. Υπαλληλοποιεί τους Ειρηνοδίκες καθιστώντας τους διεκπεραιωτές αιτήσεων και όχι φορείς δικαστικής κρίσης. Ενώ καταγγέλλεται από το Προεδρείο ως εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης η ίδρυση νέων τμημάτων στα μεγάλα Δικαστήρια της χώρας για ειδικής κατηγορίας υποθέσεις, αποσιωπάται η άνευ προηγουμένου επίσπευση συζήτησης και έκδοσης απόφασης ενός τεράστιο όγκου υποθέσεων –εντός χρονικού διαστήματος ενός έτους- που θα έχει σοβαρές οικονομικές και κυρίως κοινωνικές επιπτώσεις στην ελληνική κοινωνία. 

Τέλος, εν μέσω πανδημίας κρίνεται απαραίτητο να ληφθεί υπόψη το γεγονός της αναστολής εκδίκασης όλων των υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον των ειρηνοδικείων που μετά την λήξη των μέτρων θα έχει ως αναγκαίο επακόλουθο την εκδίκαση μεγάλο αριθμού υποθέσεων και των λοιπών διαδικασιών. 

 Συνεπώς κρίνεται, κατά την άποψή μας αναγκαίο :

Α. Να θεσμοθετηθεί υποχρεωτικό προστάδιο (εναλλακτικού τρόπου επίλυσης της διαφοράς μεταξύ τράπεζας και δανειολήπτη, όπως πχ με διαμεσολάβηση)

Β. Παράταση κατά τουλάχιστον 6 μήνες όλων των χρονικών διαστημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 4Δ Ν. 4745/2020 ενόψει της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω covid-19

Γ. Τροποποίηση των σχετικών κανονισμών των Δικαστηρίων ώστε να θεσπιστεί ανώτατος αριθμός χρέωσης ανά δικαστή και με την επισήμανση ότι ήδη η διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου γνωμοδοτεί υπέρ της απαρέγκλιτης τήρησης των Κανονισμών των Ειρηνοδικείων, όσον αφορά τον αριθμό των προσδιοριζομένων υποθέσεων.

Δ. Σε περίπτωση που επιχειρηθεί το απευκταίο σενάριο των αποσπάσεων, προκειμένου να ενισχυθούν Ειρηνοδικεία με μεγάλο φόρτο υποθέσεων, προτείνουμε καταρχήν την εφαρμογή του άρθρου 6Α του ν. 1756/1988 περί «Σύμμετρη κατανομή πολιτικών υποθέσεων μεταξύ των ειρηνοδικών της ίδιας πρωτοδικειακής περιφέρειας» και την τροποποίηση αυτού αντί της ίδιας «πρωτοδικειακής περιφέρειας» σε «εφετειακής περιφέρειας» ώστε οι οποιεσδήποτε μετακινήσεις να αφορούν συγκεκριμένες δικασίμους και να μην επιβαρύνουν την οικογενειακή και προσωπική καθημερινότητα οποιουδήποτε συναδέρφου.

 

     Δημήτριος Φούκας                                  Ελευθερία Κώνστα

   Πρόεδρος Πρωτοδικών                                       Εφέτης

   

Η πολιτικοποίηση της δικαιοσύνης στην Πολωνία, Αικατερίνη Ντόκα – Εφέτης

Η ‘ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ’ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΩΝΙΑ

Ο σεβασμός του κράτους δικαίου αποτελεί θεμελιώδη αρχή που προβλέπεται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία έχουν αποδεχθεί τα κράτη που εισέρχονται σε αυτήν.  Βασικό στοιχείο του κράτους δικαίου είναι η λειτουργία ενός ανεξάρτητου συστήματος δικαιοσύνης και η διασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών, οι οποίοι, στα πλαίσια της διάκρισης των εξουσιών, καλούνται να ελέγχουν τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία και να προστατεύουν τα άτομα από άδικες ή αδικαιολόγητες παρεμβάσεις της πολιτείας στο χώρο της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας.

Μετά τις εκλογές που διεξήχθησαν τον Οκτώβριο του 2015 στην Πολωνία και την επικράτηση του εθνικιστικού κόμματος με την ονομασία ‘Νόμος και Δικαιοσύνη’ (Law and Justice) επιχειρείται συστημικά η καθυπόταξη της δικαστικής εξουσίας στην εκτελεστική και η ‘πολιτικοποίηση’ της δικαιοσύνης, μέσω μίας σειρά αμφιλεγόμενων νομοθετικών παρεμβάσεων. Καταρχήν το κυβερνών εθνικιστικό κόμμα απέκτησε τον έλεγχο του Συνταγματικού Δικαστηρίου -που οφείλει εκ του ρόλου του να εγγυάται την τήρηση των συνταγματικών αρχών, τη διάκριση των εξουσιών και το σεβασμό του κράτους δικαίου- μεταβάλλοντας τον τρόπο ανάδειξης των μελών του δικαστηρίου και τη λειτουργία του. Στη συνέχεια, προκειμένου να μεταβληθεί η σύνθεση του μη φιλικά προσκείμενου στην κυβέρνηση Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας, με νομοθετική διάταξη μειώθηκε το όριο συνταξιοδότησης των εν ενεργεία δικαστών που υπηρετούσαν σε αυτό και είχαν διορισθεί πριν την 3η Απριλίου 2018 από τα 70 έτη στα 65 έτη, με δυνατότητα του Προέδρου της Πολωνίας να παρατείνει, κατά την διακριτική του ευχέρεια, την υπηρεσία τους πέραν του νέου ορίου συνταξιοδότησης. Με την εφαρμογή της διάταξης αυτής περισσότεροι από 20 δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου, περίπου δηλαδή το ένα τρίτο των μελών του, αναγκάσθηκαν να συνταξιοδοτηθούν. Μετά την καταδίκη της Πολωνίας με τη με αρ. C-19/2018 απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.), επιτράπηκε στους δικαστές που αποχώρησαν, εάν το επιθυμούσαν, να επιστρέψουν στην υπηρεσία τους. Ακόμα, η Κυβέρνηση πήρε τον έλεγχο της Εισαγγελικής Αρχής, ορίζοντας ήδη από τον Απρίλιο του 2016 πως ο Υπουργός Δικαιοσύνης είναι και ο Γενικός Δημόσιος Εισαγγελέας, με ιεραρχικές εξουσίες επί των εισαγγελικών λειτουργών, τη δυνατότητα να διατάξει τη διενέργεια συγκεκριμένων ενεργειών, να ανατρέψει μία εισαγγελική διάταξη ή να αφαιρέσει υπόθεση από εισαγγελικό λειτουργό. Επιπλέον, μεταβλήθηκε η διαδικασία επιλογής των δικαστών-μελών του Εθνικού Συμβουλίου Δικαιοσύνης, τα οποία έως τότε επιλέγονταν από το ίδιο το Δικαστικό Σώμα, ώστε η επιλογή τους να γίνεται πλέον από τη Βουλή, στην οποία βεβαίως το κυβερνών κόμμα έχει την απόλυτη πλειοψηφία. Το Εθνικό Συμβούλιο Δικαιοσύνης, στο οποίο μετέχει και ο Υπουργός Δικαιοσύνης, καθώς και εκπρόσωπος του Προέδρου της χώρας, μεταξύ άλλων, εξετάζει και αξιολογεί τους υποψήφιους δικαστές και εκκινεί πειθαρχικές διαδικασίες κατά δικαστών. Παράλληλα αναθεωρήθηκε το πειθαρχικό δίκαιο για τους δικαστές και θεσπίσθηκε νέο πειθαρχικό όργανο, ως τμήμα του Ανώτατου Δικαστηρίου, που απαρτίζεται από νομικούς, όχι απαραίτητα δικαστές, τα μέλη του οποίου επιλέγονται από το Εθνικό Συμβούλιο Δικαιοσύνης. Με τον τρόπο αυτό το νεοσυσταθέν Πειθαρχικό Τμήμα υπήχθη και αυτό στον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Οι πειθαρχικές διώξεις κατά δικαστών πολλαπλασιάσθηκαν, μεταξύ άλλων και για θέματα που αφορούν την δικαιοδοτική τους κρίση ή την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δ.Ε.Ε., δικαίωμα που θεσπίζεται στο άρθρο 267 της Συνθήκης για την Ε.Ε., με προφανή σκοπό να πληγεί η δικαστική ανεξαρτησία και να εναρμονισθεί η δικαιοδοτική κρίση με τη βούληση της εκτελεστικής εξουσίας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της προσβολής της δικαστικής ανεξαρτησίας στην Πολωνία είναι η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της δικαστή (Agnieszka Pilarczyk) που αθώωσε τους ιατρούς που κατηγορούνταν για ιατρική αμέλεια σε υπόθεση που αφορούσε τον θάνατο του πατέρα του Υπουργού Δικαιοσύνης, η άσκηση πειθαρχικών διώξεων σε βάρος των δικαστών (Dominik Czeszkiewicz, Slawomir Jeksa) που αθώωσαν κατηγορούμενους που διαμαρτύρονταν κατά της κατάχρησης εξουσίας από το κυβερνών κόμμα, η άσκηση ποινικής δίωξης σε δικαστή (Wojciech Laczewski) επειδή καταδίκασε για κατάχρηση εξουσίας πρώην διευθυντικό στέλεχος της Αρχής Καταπολέμησης της Διαφθοράς (σημειώνεται ότι ο καταδικασθεί ακολούθως έλαβε χάρη από τον Πρόεδρο της χώρας και του δόθηκε υψηλή θέση στις Μυστικές Υπηρεσίες). Μετά από προσφυγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά της Δημοκρατίας της Πολωνίας, στις 8 Απριλίου 2020 εκδόθηκε η με αριθμό C-791/19R απόφαση του Δ.Ε.Ε. που υποχρέωσε την Πολωνία να αναστείλει προσωρινά, έως την έκδοση οριστικής απόφασης, τη λειτουργία του Πειθαρχικού Τμήματος και να μην εκδικάζονται οι εκκρεμείς πειθαρχικές υποθέσεις κατά των δικαστών, κρίνοντας πως δεν πληρούνται οι απαιτήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας του οργάνου αυτού. Παρά την έκδοση της απόφασης του Δ.Ε.Ε., το Πειθαρχικό Τμήμα  συνέχισε να επιβάλει πειθαρχικές ποινές σε δικαστές, μεταξύ δε αυτών και στη δικαστή  Beata Morawiec, Πρόεδρο της Ένωσης Πολωνών Δικαστών ‘Themis’, στην οποία επιβλήθηκε στις 12.10.2020 αναστολή των δικαστικών της καθηκόντων και μείωση μισθού κατά 50%.

Παρά την καθημερινή απειλή ποινικών και πειθαρχικών διώξεων για την άσκηση του δικαιοδοτικού τους έργου, μέρος των δικαστών στην Πολωνία εξακολουθούν να υψώνουν τη φωνή τους και μέσα από τις Δικαστικές Ενώσεις τους να μάχονται για το κράτος δικαίου, για μία ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Στις 11 Ιανουαρίου 2020 διοργανώθηκε πορεία στην Βαρσοβία, γνωστή με την ονομασία ‘1000 robes march’, στην οποία συμμετείχαν δικαστές από 22 ευρωπαϊκές χώρες συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση Δικαστών, στην οποία μετέχει η Ένωση Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων, στηρίζει τον αγώνα των πολωνών δικαστών για την μη ‘πολιτικοποίηση’ της δικαιοσύνης, για την προάσπιση του κράτους δικαίου, ώστε κάθε πολίτης να ξέρει πως ο δικαστής που είναι απέναντί του δεν εξαρτάται ούτε ακολουθεί τις οδηγίες ενός πολιτικού κόμματος ή μιας κυβέρνησης.

Μοιραίες συγκρίσεις (ένα σχόλιο για τη νέα απαγόρευση των συναθροίσεων), Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη,

ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Η γενική απαγόρευση των συναθροίσεων κατά την επέτειο του Πολυτεχνείου με διαταγή του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. επικρίθηκε από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων ως κατάφωρα αντισυνταγματική. Σφοδρή κριτική ασκήθηκε από πολλούς πανεπιστημιακούς καθηγητές, από τη Διεθνή Αμνηστία, από την Ελληνική Ένωση για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Προχθές εκδόθηκε όμοια απόφαση απαγόρευσης των συναθροίσεων σε όλη την Επικράτεια για την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Τα συνταγματικά εμπόδια φαίνεται ότι υποχωρούν στην διάθεση επιβολής ενός νέου δόγματος που επιθυμεί να προσλάβει τον χαρακτήρα μιας παγιωμένης πρακτικής και αδιαφορεί για την επιστημονική άποψη όσο τεκμηριωμένη κι’ αν είναι. Αυτή συνήθως καταδικάζεται, μεθοδευμένα διαστρεβλώνεται και απαξιώνεται την επομένη ημέρα με κριτήρια πολιτικής σκοπιμότητας.  Ούτε και οι συλλήψεις δικηγόρων που συμμετείχαν στη χθεσινή επέτειο στέκονται ικανές να διαφοροποιήσουν τη συνολική αντίληψη για τον τρόπο συμμόρφωσης της διοίκησης στις συνταγματικές επιταγές. Δεν υπάρχει επομένως κανένας λόγος να κουράσω με περιττές επαναλήψεις νομικών επιχειρημάτων.

Είναι όμως αρκετά χρήσιμο να γίνουν κάποιες συγκρίσεις που αναδεικνύουν το διαφορετικό επίπεδο λειτουργίας της αστικής δημοκρατίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Γαλλία χρησιμοποιείται πολλές φορές ως παράδειγμα Κράτους που βρίσκεται ψηλά στην πυραμίδα της ανάπτυξης, ως υπόδειγμα Δημοκρατίας, ως πρότυπο μεταρρυθμίσεων και αναγκαίων αλλαγών σε όλους τους τομείς. Την προηγούμενη εβδομάδα η Γαλλία δονούνταν από διαδηλώσεις στο Παρίσι, στη Λιλ, στη Ρεν, στο Στρασβούργο, αντιδρώντας στο σχέδιο Νόμου της Κυβέρνησης για τη «συνολική ασφάλεια». Ο αριθμός των συγκεντρωθέντων υπολογίστηκε από τους διοργανωτές σε 200.000 στο Παρίσι και 500.000 στο σύνολο της χώρας και ήταν αναμφισβήτητα από τις πιο μαζικές συγκεντρώσεις των τελευταίων ετών. Καμία προληπτική απαγόρευση των συγκεντρώσεων δεν υπήρξε παρά το γεγονός ότι λόγω του όγκου τους ήταν προφανώς αδύνατο να τηρηθούν μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Υπάρχει μήπως αδιαφορία της Γαλλικής Κυβέρνησης για την εξάπλωση της πανδημίας ή οι Γάλλοι έχουν πληρώσει μικρότερο τίμημα σε ανθρώπινες ζωές; Τα ερωτήματα βεβαίως είναι ρητορικά και δεν περιμένουν απάντηση. Οι κληρονόμοι του 1789 έμαθαν ωστόσο καλά τη σπουδαιότητα διαφύλαξης και προστασίας του Συντάγματος ως πυλώνα της Δημοκρατίας. Καταλαβαίνουν ότι πίσω από την εμπροσθοφυλακή των διοικητικών απαγορεύσεων και της υπέρμετρης καταστολής προχωράει αργά αλλά σταθερά η διάβρωση του Κράτους Δικαίου, η συνήθεια στην εξαίρεση του κανόνα. Σε ιστορικά κρίσιμες εποχές η διαχείριση των έκτακτων καταστάσεων από τη διοίκηση δεν αντιμετωπίζεται με γενικές και καθολικές απαγορεύσεις συνταγματικών κανόνων αλλά οφείλει να ακολουθεί έναν δρόμο εξισορροπητικό τηρώντας απαρέγκλιτα τις βασικές θεσμικές εγγυήσεις.

Η περίοδος της πανδημίας –εποχή σκληρής δοκιμασίας για την ανθρωπότητα- κρύβει τον κίνδυνο μιας μόνιμης διολίσθησης στο δίκαιο της ανάγκης, μιας υποταγής στην αρχή ex facto oritur ius, της οριστικής υποχώρησης από συλλογικές κατακτήσεις δύο αιώνων, μιας οικειοθελούς και μοιρολατρικής παραίτησης του κυρίαρχου Λαού από τα δικαιώματά του.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ Ν. 4745/2020 (ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ) ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΕΞΟΔΟΥ, Μαργ. Στενιώτη, Νικ. Βελία, Ειρηνοδίκη, Μ. Φωτάκη, Μέλη Δ.Σ. της ΕΔΕ

                 ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ Ν. 4745/2020 (ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ) ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΡΣΗ ΤΟΥ ΑΔΙΕΞΟΔΟΥ

 

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης

Νικήτας Βελίας, Ειρηνοδίκης

Μάνος Φωτάκης, Ειρηνοδίκης

Μέλη Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Α) Κατά την πρώτη συνεδρίαση του νέου Δ.Σ. της Ένωσής μας, στις 19-9-2020, με απόφαση του Προεδρείου, συστάθηκε, για πρώτη φορά στα χρονικά της Ένωσης, «Επιτροπή Ειρηνοδικών». Το άρθρο 21 του Καταστατικού της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων προβλέπει τη συγκρότηση «ειδικών» επιτροπών, στις οποίες το Διοικητικό Συμβούλιο αναθέτει τη μελέτη επιστημονικών ή άλλων θεμάτων που ενδιαφέρουν την Ένωση. Με βάση δε το άρθρο αυτό, εδώ και πολλά έτη, έχουν συσταθεί και λειτουργούν ειδικές επιτροπές για ζητήματα που ενδιαφέρουν το σύνολο των συναδέλφων (π.χ. επιτροπή διεθνών σχέσεων της ΕνΝΕ, επιτροπή επιστημονικών και λοιπών εκδηλώσεων) ή μεγάλο αριθμό αυτών (π.χ. επιτροπή  μέριμνας για οικόπεδα στις Ροβιές). Ο σκοπός του ανωτέρω άρθρου του Καταστατικού είναι σαφής και συγκεκριμένος. Σε καμία δε περίπτωση στη ρύθμιση του άνω άρθρου δεν εμπίπτει η σύσταση ειδικής επιτροπής, κατ’ ουσίαν ειδικού οργάνου, που να ασχολείται με τα ζητήματα ενός κλάδου ή ενός βαθμού των Δικαστικών Λειτουργών της Τακτικής Δικαιοσύνης π.χ. Ειρηνοδικών, Εφετών κλπ., διότι για τα ζητήματα αυτά αποκλειστικώς αρμόδιο είναι το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσής μας. Συνεπώς, η απόφαση του Προεδρείου της Ένωσης περί συγκρότησης «Επιτροπής Ειρηνοδικών», γενικώς και αορίστως, είναι αντικαταστατική και, ως τέτοια, πάσχει. Εξάλλου, η επιτροπή αυτή με τις εισηγήσεις της θα καθορίζει το μέλλον των συναδέλφων Ειρηνοδικών, δίχως τα μέλη της, πλην της κ. Κώστα, να  αντλούν τη νομιμοποίησή τους από το Δικαστικό Σώμα, καθότι δεν τυγχάνουν εκλεγμένα μέλη του Δ.Σ.. Η εκχώρηση δε από το Προεδρείο της εκπροσώπησης του 1/3   του Δικαστικού Σώματος σε μια επιτροπή, και μάλιστα συγκροτούμενη από με μη εκλεγμένα μέλη, συνιστά ευθεία υποβάθμιση του θεσμικού ρόλου των Ειρηνοδικών. Αν δικαιολογητικός λόγος είναι η συμβολή στην επίλυση των πολλών  προβλημάτων  που αντιμετωπίζουν οι συνάδελφοι Ειρηνοδίκες κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τότε θα έπρεπε να συσταθούν και επιτροπές  Πρωτοδικών, Εφετών, Εισαγγελέων κλπ., καθότι όλοι οι λειτουργοί αντιμετωπίζουν πλήθος προβλημάτων που επιζητούν επίλυση.  Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων ήταν πάντοτε ανοικτή σε όλα τα μέλη της. Ζητήματα Ειρηνοδικών, όπως και άλλων Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών ετίθεντο απευθείας στα εκλεγμένα μέλη του Δ.Σ., δίχως μεσολαβητές. Εξάλλου, το ίδιο το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. ε του Καταστατικού ορίζει ότι «τα τακτικά μέλη (σ.σ. της Ενώσεως) έχουν το δικαίωμα να προτείνουν οτιδήποτε συντελεί στην εκπλήρωση των σκοπών της Ενώσεως με έγγραφη ή προφορική πρότασή τους προς το Δ.Σ., που είναι υποχρεωμένο να απαντήσει στην πρόταση». Συνεπώς, το ίδιο το Καταστατικό μας θεσπίζει την ανόθευτη και απευθείας επικοινωνία των μελών της Ένωσης με τα μέλη του Δ.Σ., χωρίς τρίτους – μεσολαβητές.

 

Β) Οι επιφυλάξεις μας, ως προς τη σύσταση, τις αρμοδιότητες και τη μη οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της εν λόγω επιτροπής, επιβεβαιώθηκαν πανηγυρικά με τη δημοσιοποίηση της από 26-11-2020 εισήγησης της επιτροπής αυτής περί της αντιμετώπισης του μεγάλου ζητήματος που απασχολεί τους Ειρηνοδίκες του επαναπροσδιορισμού των εκκρεμών υποθέσεων των υπερχρεωμένων νοικοκυριών και του νέου Πτωχευτικού Κώδικα.

Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι:

– τα μέλη της επιτροπής αυτής δεν προέρχονται από Ειρηνοδικεία με εκκρεμείς αιτήσεις υπερχρεωμένων νοικοκυριών, με αποτέλεσμα να μην έχουν γνώση για τη ροή εκδίκασης των υποθέσεων αυτών στα 30 Ειρηνοδικεία της Χώρας μας, όπου παρατηρείται εκκρεμότητα

– ένα μέλος δε αυτής συμμετείχε και στην Ομάδα Εργασίας που υπέβαλε προτάσεις για την  επίσπευση των εκκρεμών αιτήσεων του ν. 3869/2010, τα πορίσματα της οποίας προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, διότι επιχειρήθηκε και τελικά επετεύχθη μια πρωτοφανής εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης. Οι αντιδράσεις δε των Ειρηνοδικών  έφθασαν σε σημείο ανάληψης πρωτοβουλίας για σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης της ΕνΔΕ,  δεδομένου ότι εν λόγω Ομάδα Εργασίας  αποδέχτηκε και το ενδεχόμενο αποσπάσεων Ειρηνοδικών  και Πταισματοδικών, προκειμένου να εκδικαστούν άμεσα, εντός του 2021, περί τις 80.000 εκκρεμείς αιτήσεις του ν. 3869/2010, γεγονός που επιβεβαιώθηκε κατά την εθιμοτυπική συνάντηση του Δ.Σ της ΕνΔΕ την  1.10.2020 με τον Υπουργό Δικαιοσύνης.

Επί της εισήγησης αυτής που θα «ληφθεί υπόψη από το Δ.Σ. της Ένωσής μας», οι υπογράφοντες την παρούσα θα θέλαμε να επισημάνουμε τα εξής:

 

α) Σε αντίθεση με την αρνητική κριτική που έχει δεχθεί από τον νομικό – και όχι μόνον – κόσμο τόσο ο νόμος για την επίσπευση των εκκρεμών αιτήσεων των υπερχρεωμένων νοικοκυριών όσο και ο νέος πτωχευτικός κώδικας, η εν λόγω επιτροπή ειρηνοδικών στο πόρισμά της καταλήγει: α) στην ανάγκη μιας μικρής παράτασης στις προθεσμίες που ορίζει ο Ν. 4745/2020 και β) στα μικρά/μονοεδρικά Ειρηνοδικεία να μην είναι επιφορτισμένος και με τα καθήκοντα του Εισηγητή Πτωχεύσεων ο εκεί υπηρετών Ειρηνοδίκης, καθώς στα συμπεράσματα της εισήγησης αναφέρει επί λέξει: «Με βάση τα ανωτέρω κρίνεται επιβεβλημένη η αποδέσμευση των Ειρηνοδικείων με μικρό αριθμό υπηρετούντων Ειρηνοδικών από τον ορισμό τους ως Εισηγητών της πτώχευσης, κατόπιν ενεργοποίησης του αρ. 208 του ν. 4738/2020 που ορίζει «Με προεδρικό διάταγμα, έπειτα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μπορεί να ορίζεται ότι στις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου τα Ειρηνοδικεία ορισμένων μόνο περιφερειών έχουν πτωχευτική αρμοδιότητα και να ρυθμίζονται ειδικότερα οι λοιπές περιφέρειες για τις οποίες τα δικαστήρια αυτά έχουν κατά τόπο αρμοδιότητα, θέματα οργάνωσης και στελέχωσής τους και κάθε άλλο ειδικό θέμα και σχετική λεπτομέρεια.», έτσι ώστε να ορίζονται Εισηγητές της Πτώχευσης οι Ειρηνοδίκες που υπηρετούν στα κεντρικά Ειρηνοδικεία των νομών».

β) Τα παραδείγματα, που εμπεριέχονται στην εν λόγω εισήγηση για την εκδίκαση των εκκρεμών υποθέσεων του  ν. 3869/2010 από τα Ειρηνοδικεία στα οποία εκκρεμούν   είναι εντελώς αυθαίρετα, καθότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη στατιστικά στοιχεία από τα εν λόγω Ειρηνοδικεία.  Ωστόσο,  η μεγάλη αυθαιρεσία παρατηρείται στη διαπίστωση της επιτροπής   ότι  «το 30% των υποθέσεων δεν θα επαναπροσδιοριστεί, με τις πλέον δυσοίωνες προβλέψεις», καθότι δεν αναφέρει τα στοιχεία στα οποία βασίζει το συμπέρασμά της αυτό. Συνεπώς,  η αναφορά αυτή αποτελεί ευχολόγιο, καθώς δεν αποδεικνύεται από κανένα στατιστικό στοιχείο.  Σε κάθε περίπτωση μία τέτοια αναφορά σε μία εισήγηση Δικαστών αντίκειται στις αρχές του Κράτους Δικαίου, δεδομένου ότι προσεγγίζει το εν λόγω ζήτημα μόνο από την πλευρά της μείωσης του φόρτου εργασίας των Ειρηνοδικών, δίχως να λαμβάνει υπόψη και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των οφειλετών και μάλιστα τη στιγμή που δεν υφίσταται πλέον άλλη διαδικασία   διάσωσης της κύριας κατοικίας  του οφειλέτη καθώς και τους λόγους,  που θα οδηγήσουν αυτούς στον μη επαναπροσδιορισμό των αιτήσεων τους και αν αυτοί συνέχονται με οικονομική αδυναμία, με ανέχεια λόγω της πανδημίας ή με έλλειψη δυνατότητας να συγκεντρώσουν τα πολλά σε αριθμό έγγραφα που απαιτεί ο ν. 4745/2020.

γ) Η εν λόγω επιτροπή επιμελώς αποφεύγει να παραθέσει ήδη δημοσιευμένα στοιχεία αναφορικά με τις υποθέσεις που δικάζονται σε ετήσια βάση και χρεώνονται ανά Ειρηνοδίκη στα 30 Ειρηνοδικεία,  που παρατηρείται η εκκρεμότητα των εν λόγω υποθέσεων ενώ προκαλεί εντύπωση ότι η  επιτροπή αυτή ουδόλως αναφέρει ως προϋπόθεση για την τήρηση των προθεσμιών που ορίζονται στον ανωτέρω νόμο, όχι μόνο την κάλυψη του συνόλου των κενών οργανικών κενών, αλλά, ταυτοχρόνως, την περαιτέρω αύξηση των οργανικών θέσεων στα Ειρηνοδικεία που έχουν δυσανάλογα μεγάλο αριθμό κατατεθειμένων αιτήσεων σε σχέση με τις υπάρχουσες οργανικές θέσεις. Μήπως άραγε και αυτή η Επιτροπή, θέτοντας ως ανώτατο όριο χρέωσης υποθέσεων του ν. 3869/2010 και  ν. 4745/2020 για κάθε Δικαστή τον αριθμό 180, πλην των άλλων υποθέσεων και καθηκόντων του, υιοθετεί εμμέσως πλην σαφώς το ενδεχόμενο αποσπάσεων, που αποδέχθηκε και η ανωτέρω Ομάδα Εργασίας περί επίσπευσης των υποθέσεων του ν. 3869/2010;  Από τα στοιχεία αυτά, που επιμελώς αποφεύγει να παραθέσει η επιτροπή, εύκολα άγεται κανείς στο συμπέρασμα ότι η αιτία καθυστέρησης εκδίκασης των εκκρεμών αιτήσεων οφείλεται στο γεγονός ότι στα Ειρηνοδικεία αυτά κατατέθηκε πολύ μεγάλος αριθμός αιτήσεων σε σχέση με τον αριθμό των υπηρετούντων Ειρηνοδικών, με συνέπεια την υπερχρέωση των  Ειρηνοδικών  (λ.χ. στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου κάθε Ειρηνοδίκης χρεώθηκε κατ’ έτος  τουλάχιστον 230 υποθέσεις).

δ) Στην εν λόγω εισήγηση, και παρά τη χρήση των αυθαίρετων παραδειγμάτων, που προαναφέρθηκαν,  συνομολογείται ότι οι εκκρεμείς αιτήσεις του Ν. 3869/2010 θα συζητηθούν εν τέλει σε βάθος τριετίας (31 μήνες) και όχι εντός του έτους 2021, καθότι αυτό είναι ανέφικτο. Η παραδοχή αυτή θέτει τον εξής εύλογο προβληματισμό: Σε μία υπόθεση, ο φάκελος της οποίας «έκλεισε» στις αρχές του έτους 2021, ο Ειρηνοδίκης πώς, και στην βάση ποίων εισοδηματικών και περιουσιακών κριτηρίων, θα εκδώσει απόφαση το έτος 2024; Σε χρονικό διάστημα τριών ετών ένας οφειλέτης είναι δυνατό, ενδεικτικά: α) να απωλέσει την εργασία του, β) να εξεύρει νέα, γ) να αποκτήσει νέα προστατευόμενα μέλη, δ) να κληρονομήσει περιουσιακά στοιχεία κλπ.  Όλα τα ανωτέρω επηρεάζουν ουσιωδώς την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν.3869/2010 και τους όρους αυτής, με αποτέλεσμα να μη διασφαλίζεται η ορθή  απονομή της Δικαιοσύνης και με ουσιαστικούς όρους, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται και επικαιροποίηση των αναγκαίων στοιχείων.

ε) Είναι ανεξήγητο για ποίο λόγο αναφορικά με τις αιτήσεις μεταρρύθμισης και έκπτωσης να ακολουθηθεί η ίδια διαδικασία, δεδομένου ότι δεν παρουσιάζουν μεγάλο αριθμό, η δε εκκαθάρισή τους είναι αναγκαίο να γίνει πολύ πιο άμεσα, δοθέντος ότι οι εν λόγω οφειλέτες έχουν ήδη υπαχθεί στις ρυθμίσεις του Ν.3869/2010.

στ ) Η ανωτέρω επιτροπή συνομολογεί ότι 30 τουλάχιστον Ειρηνοδικεία πρέπει, εν μέσω πανδημίας, να καταρτίσουν νέο Κανονισμό, διαφορετικό από τον ισχύοντα και μάλιστα υπό τον όρο του μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος της έγκρισής του από τον Άρειο Πάγο. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι ο πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων διαβεβαίωνε, ήδη από τον χρόνο αρχικής ανάληψης των καθηκόντων του, δηλαδή πριν από 4 χρόνια, ότι επί των ημερών του θα τροποποιούνταν άμεσα οι οικείες διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και κάθε Δικαστήριο θα κατάρτιζε τον Κανονισμό, δίχως να απαιτείται έγκριση αυτού. Οι εξαγγελίες αυτές ουδόλως πραγματοποιήθηκαν.

ζ) Στην εισήγηση της εν λόγω επιτροπής αναφέρεται ως θέσφατο ότι: «Το καταληκτικό σημείο της 15.6.2021 πρέπει να διατηρηθεί προς αποφυγή διπλών πινακίων», δίχως να τίθεται ζήτημα μετάθεσης του καταληκτικού σημείου σε μεταγενέστερο χρόνο, με δεδομένο ότι εξ αιτίας της πανδημίας, δεν εκδικάζονται ήδη από τον μήνα Νοέμβριο του 2020:  α) ούτε οι υποθέσεις που έχουν εισαχθεί στα οικεία πινάκια των Δικαστηρίων β) ούτε αυτές που επαναπροσδιορίστηκαν οίκοθεν λόγω απόσυρσής τους εξ αιτίας του πρώτου κύματος πανδημίας.

η) Η εν λόγω επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη: α) ότι το άνοιγμα της ειδικής πλατφόρμας  επαναπροσδιορισμού των αιτήσεων γίνεται εν μέσω πανδημίας, β) δεν θα είναι ευχερής η εντός 60 ημερών κατάθεση από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων των προτάσεων και των σχετικών τους «σε ηλεκτρονική μορφή», και μάλιστα σε άλλο, δεύτερο, ψηφιακό περιβάλλον, κυρίως λόγω του πλήθους των απαιτούμενων σχετικών κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρ. 4Η παρ. 2 Ν.4745/2020. Η αναφορά δε ότι «κρίνεται σκόπιμη η διερεύνηση της δυνατότητας παράτασης των προθεσμιών με επιμήκυνσή τους, προκειμένου να μπορέσουν τα Ειρηνοδικεία να ανταπεξέλθουν, οργανωτικά, στη νέα διαδικασία είναι γενική και παντελώς  αόριστη.

θ) Η εν λόγω επιτροπή δεν επισημαίνει τη δυνατότητα διαμεσολάβησης, παρά το γεγονός ότι η φύση των υποθέσεων εναρμονίζεται απόλυτα με το σκοπό του του σχετικού νόμου. Η πρόβλεψη δε του άρθρου 4ΙΕ του Ν. 4745/2020 ότι «η πρόσκληση για διαμεσολάβηση δεν αναστέλλει τη διαδικασία ή τις προθεσμίες του παρόντος» είναι μαθηματικά βέβαιο ότι δεν θα οδηγήσει σε καμία εξωδικαστική επίλυση, ενόψει και των ασφυκτικών χρονικών περιθωρίων που τίθενται.

Ενόψει των παραπάνω, οι υπογράφοντες μέλη του Δ.Σ. της ΕνΔΕ προτείνουμε:

Α) Την τροποποίηση του άρθρου 4Α Ν. 4745/2020 και την υπαγωγή στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου των αιτήσεων ρύθμισης οφειλών, που εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό και η συζήτηση έχει προσδιοριστεί μετά τις 31-12-2021 και όχι μετά τις 15-06-2021, που προβλέπει το άνω άρθρο. Και τούτο διότι:

α) Σε πολλά περιφερειακά Ειρηνοδικεία δεν έχουν προσδιοριστεί αιτήσεις του Ν. 3869/2010 μετά την 31-12-2021 ενώ και όσες αιτήσεις  αποσύρονται λόγω του δεύτερου κύματος της πανδημίες, οι γραμματείες των Δικαστηρίων θα έχουν τη δυνατότητα να τις προσδιορίσουν έως την 31-12-2021 και συνεπώς θα απαλλαγούν από το πρόσθετο καθήκον της τήρησης και δημιουργίας δύο διαφορετικών ηλεκτρονικών αρχείων. β) Ακόμη κι αν τηρούνταν κατά γράμμα οι προθεσμίες του Ν. 4745/2020, δεν θα είχαν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις επί των εκκρεμών αυτών αιτήσεων πριν τις 31-12-2021, εξ αιτίας των ανωτέρω λόγων. γ) Με την διατήρηση του ακροατηρίου και την προσκομιδή ενώπιον της Έδρας των πιο πρόσφατων οικονομικών δεδομένων του οφειλέτη επιτυγχάνεται η ουσιαστικότερη απονομή της Δικαιοσύνης, που σε τελική ανάλυση είναι το ζητούμενο.

Β) Για τις αιτήσεις που έχουν προσδιοριστεί μετά την 1-1-2022 προτείνεται ο επαναπροσδιορισμός τους με επιμέλεια του Δικαστηρίου, προς αποφυγή εξόδων του οφειλέτη, εντός χρονικού διαστήματος τριών ετών, κατά τον τρόπο που επαναπροσδιορίστηκαν οίκοθεν οι εκκρεμείς αιτήσεις υπό την ισχύ του Ν.4336/2015. Ο χρόνος   αυτός  κρίνεται σύντομος, αν ληφθεί υπόψη  ο χρόνος προσδιορισμού της συζήτησής τους σήμερα για μετά από 7 και πλέον έτη.   Έτσι εξασφαλίζεται η ορθότητα της δικαστικής κρίσης  και  παράλληλα η ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία των Ειρηνοδικείων που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα. Οι οφειλέτες των οποίων οι αιτήσεις προσδιορίστηκαν μετά την 1-1-2022 θα έχουν χρονικό περιθώριο από 1-1-2021 έως 15-9-2021 να δηλώσουν με μια απλή δήλωση προς την γραμματεία του Δικαστηρίου, η οποία θα δύναται να παραλαμβάνεται και ηλεκτρονικά με σχετική βεβαίωση παραλαβής ότι επιθυμούν την εκδίκαση της αίτησής τους. Στο ίδιο ανωτέρω χρονικό πλαίσιο (1-1-2021 έως 15-9-2021) προτείνεται να τεθεί ως όρος του παραδεκτού της συζήτησης η προηγούμενη απόπειρα διαμεσολάβησης, τα αποτελέσματα της οποίας θα γνωστοποιούνται στην γραμματεία του Δικαστηρίου μέχρι την 15-9-2021. Με τον τρόπο αυτόν, θα υπάρχει πραγματική εικόνα για τις εκκρεμείς αιτήσεις που θα πρέπει να προσδιοριστούν στο μετέπειτα χρονικό διάστημα και, αναλόγως, θα έχουν καλυφθεί και οι κενές οργανικές θέσεις των Ειρηνοδικείων.

Σε κάθε περίπτωση, προτείνεται η μετάθεση κατά 6 μήνες όλων των χρονικών διαστημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 4Δ Ν. 4745/2020 (λ.χ. «Επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση επαναπροσδιορισμού υποβάλλεται για αίτηση ρύθμισης οφειλής που κατατέθηκε: α) μέχρι και την 31-12-2014, από την 1-6-2021 ως και τις 1-7-2021 β) από την 1-1-2015 ως και τις 30-6-2015, από την 1-6-2021 ως και τις 31-7-2021 κλπ.».

Αθήνα, 3-12-2020

 

Μαργαρίτα Στενιώτη

Νικήτας Βελίας

Μάνος Φωτάκης

 

ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΣΕ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ; της Αικατερίνης Μάτση, Αντεισαγγελέα Εφετών, Αντιπροέδρου Β΄ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΣΕ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ;

                                                                                        

της Αικατερίνης Μάτση, Αντεισαγγελέα Εφετών

Αντιπροέδρου Β’ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Η προσπάθεια για να έχουμε μία νέα κατάσταση στο σωφρονιστικό σύστημα στη χώρα μας μέσα από την δημιουργία νέων εγκαταστάσεων σωφρονιστικών καταστημάτων βρίσκει το σύνολο του νομικού κόσμου και της κοινωνίας απολύτως σύμφωνο. 

Σύμφωνα με τις εξαγγελίες της πολιτείας, προσεχώς θα δούμε την κατάργηση των φυλακών Κορυδαλλού και τη δημιουργία νέου χώρου κράτησης. Το Δικαστικό Σωφρονιστικό Κατάστημα Αθηνών θα γίνει στον Ασπρόπυργο σε μία έκταση 180 στρεμμάτων. Η δημιουργία σωφρονιστικού  καταστήματος μακριά από τον αστικό ιστό, δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας στους πολίτες. Η δε πρόβλεψη για προαύλια με χώρους πρασίνου, ανοιχτό χώρο συνάθροισης, σχολικό συγκρότημα, γυμναστήριο και χώρους θεραπευτικών προγραμμάτων, υπηρετεί τη διαχρονικά κοπιώδη διαδρομή της πολιτείας για τη συγκρότηση ενός νομικού, πολιτικού και πολιτισμικού κεκτημένου εγγυήσεων. Άλλωστε η προστασία των συνταγματικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων των κρατουμένων μέσω μίας αξιοπρεπούς διαβίωσης εντός της φυλακής με την αποκλιμάκωση του υπερπληθυσμού, αποτελούν τις κατευθυντήριες αρχές του ισχύοντος Σωφρονιστικού Κώδικα.

Οι επτά νέες δικαστικές αίθουσες στο νέο συγκρότημα φυλακών στον Ασπρόπυργο εντούτοις, μόνο ως παραφωνία θα μπορούσε να θεωρηθεί. Η έλλειψη επαρκών χώρων για στέγαση δικαστικών υπηρεσιών και αιθουσών εκδίκασης υποθέσεων είναι μία οδυνηρή πραγματικότητα για τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης και τους πολίτες. Η αναγκαιότητα δημιουργίας νέων χώρων για την κάλυψη των αναγκών είναι επιβεβλημένη. Είναι όμως άστοχη η επιλογή να δημιουργηθούν δικαστικές αίθουσες και να εκδικάζονται ποινικές υποθέσεις εντός σωφρονιστικού καταστήματος. Πρωτίστως διότι είναι απαγορευτικό για το νομικό μας πολιτισμό να συγχέεται από τον μέσο πολίτη η δικαιοδοτική λειτουργία και η απονομή της Δικαιοσύνης με τον ποινικό σωφρονισμό και τον περιορισμό της ελευθερίας. Είναι δε αναμενόμενη η περιρρέουσα σωφρονιστική ατμόσφαιρα για τον διάδικο, τον  κατηγορούμενο, ή τον μάρτυρα που συμμετέχει σε μία ποινική δίκη όταν, αντί να περνάει την είσοδο ενός δικαστικού μεγάρου, εισέρχεται σε ένα καθεστώς φύλαξης. 

Επιπλέον διότι κάμπτεται η αρχή της δημοσιότητας της δίκης. Άραγε πόσο εύκολο θα είναι να υπάρχει ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση αόριστου αριθμού ατόμων σε μία δικαστική αίθουσα που εντάσσεται χωροταξικά σε ένα κατάστημα κράτησης, στο οποίο αντικειμενικά υπάρχει ενδελεχής έλεγχος εισόδου; Και πόσο εύκολη θα είναι η πρόσβαση αυτών, όταν η δικαστική αίθουσα βρίσκεται σε σημείο απομακρυσμένο από τον αστικό ιστό, απομονωμένο, και εκτός κατοικημένης περιοχής; 

Περαιτέρω διότι κάμπτεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος κατά τη συνάντηση του με το φυσικό του Δικαστή, πρέπει και επιβάλλεται να νιώθει ασφαλής ως προς την αμεροληψία και την ανεξαρτησία του τελευταίου. Πώς όμως θα επιτευχθεί αυτό όταν ο φυσικός χώρος αυτής της συνάντησης είναι ταυτόχρονα χώρος εγκλεισμού και έκτισης ποινής των ήδη καταδικασθέντων;

Τέλος, διότι ούτε οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί επιθυμούν να επιτελούν τη συνταγματική τους αποστολή απονομής δικαιοσύνης σε φυλακή, δηλαδή σε έναν χώρο που είναι αποκλειστικά και μόνον τόπος έκτισης της ποινής που επιβλήθηκε. 

Η διεξαγωγή κάποιων δικών στο κατάστημα κράτησης του Κορυδαλλού κατά το παρελθόν έγινε κατ’ εξαίρεση και για λόγους που εκφεύγουν της παρούσας, όμως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει αυτή η πρακτική να παγιωθεί. Το αίτημα των δικαστικών ενώσεων για αναβάθμιση των κτιριακών εγκαταστάσεων στις οποίες στεγάζονται τα δικαστήρια της χώρας τείνει να γίνει διαχρονικό, στο μέτρο που ακόμη και σήμερα υπάρχουν πρωτοδικεία, ειρηνοδικεία και εισαγγελίες που στεγάζονται σε διαμερίσματα πολυκατοικιών της δεκαετίας του ‘70, εμφανώς εγκαταλελειμμένα και χωρίς ούτε τον στοιχειώδη υλικοτεχνικό εξοπλισμό. Η απάντηση της πολιτείας όμως στο αίτημα αυτό δεν επιτυγχάνεται με τη χωροταξική σύνδεση της δικαιοσύνης με τη φυλακή, γιατί η δικαιοσύνη είναι ένας από τους τρεις πυλώνες της δημοκρατίας και είναι απολύτως απαγορευτική η παραμικρή σύνδεση της στη συνείδηση του πολίτη με θεσμοθετημένο μηχανισμό καταστολής. 

Η ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ, Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Η ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ

Χριστόφορου Σεβαστίδη, 

ΔΝ- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

     Από την σύστασή της η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων είχε θέσει ως καταστατικό σκοπό την «ανάπτυξη πνεύματος αλληλεγγύης» μεταξύ όλων των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών. Στο πέρασμα του χρόνου αναπτύχθηκαν φυγόκεντρες τάσεις με διαφορετικές κάθε φορά αιτιολογίες, το συμπέρασμα ωστόσο και η πείρα που αποκομίσαμε μας έπεισαν ότι η συσπείρωση και η ενότητα είναι αναγκαία συστατικά για την προώθηση των κοινών επιδιώξεων. Παρά τις διαφωνίες σε επιμέρους ζητήματα, που ήταν φυσικό να υπάρχουν, η ενότητα αυτή καλλιεργήθηκε τα τελευταία χρόνια στην Ένωσή μας.  Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι νέες εγγραφές Εισαγγελικών Λειτουργών ξεπέρασαν κάθε προσδοκία. Το 2016 συμμετείχαν στη Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων μόλις 90 Εισαγγελείς ενώ φέτος φθάσαμε τα 250 μέλη. 

    Οι φετινές συνθήκες της πανδημίας στέρησαν τη δυνατότητα διεξαγωγής μιας τακτικής Γενικής Συνέλευσης και τον καθιερωμένο απολογισμό του έργου του Προεδρείου. Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε στους παλαιότερους συναδέλφους και να πληροφορήσουμε τους νεότερους ενδεικτικά για ορισμένες δράσεις που ανάπτυξε τα τελευταία χρόνια η Ένωσή μας. Οι δράσεις αυτές χωρίζονται σε δύο σκέλη. Το πρώτο αφορά στις πρωτοβουλίες που έχουν ληφθεί για όλους τους συναδέλφους και το δεύτερο ειδικότερα για τους εισαγγελικούς λειτουργούς. 

     Δράσεις που αφορούν όλα τα μέλη μας:

  • Η Ε.Δ.Ε. διοργάνωνε κάθε χρόνο σεμινάρια αγγλικής νομικής ορολογίας ενώ την περσινή χρονιά σεμινάρια οικονομικής/λογιστικής επιστήμης, στα οποία συμμετείχαν εκατοντάδες μέλη μας τόσο στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη όσο και σε άλλες πόλεις όταν υπήρχε ικανός αριθμός αιτημάτων. 
  • Δημιουργήσαμε από το 2019 ειδικό Ταμείο Αλληλεγγύης το οποίο καλύπτει όλες τις επείγουσες περιπτώσεις κάλυψης ιατρικών δαπανών μελών μας καθώς και την ετήσια οικονομική ενίσχυση ανηλίκων τέκνων συναδέλφων που έχουν αποβιώσει.
  • Η Ε.Δ.Ε. καλύπτει κάθε χρόνο τα έξοδα της θερινής κατασκήνωσης των ανηλίκων τέκνων των μελών μας. 
  • Η Ε.Δ.Ε. διοργανώνει κάθε χρόνο παιδικές χριστουγεννιάτικες γιορτές στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη καθώς και σε άλλες πόλεις της Χώρας σε συνεννόηση με τις Εφετειακές Επιτροπές. 
  • Σε κάθε ετήσια Γενική Συνέλευση γίνεται βράβευση και απονομή χρηματικού επάθλου στα τέκνα συναδέλφων που πέτυχαν στις εξετάσεις εισαγωγής σε ΑΕΙ και ΤΕΙ. 
  • Καταθέσαμε τον Ιούλιο του 2019 αίτημα προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης για αύξηση των οργανικών θέσεων Δικαστών και Εισαγγελέων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, το οποίο έγινε αποδεκτό με την ψήφιση του σχετικού Νόμου και απομένει η υλοποίησή του την επόμενη χρονιά. 
  • Πραγματοποιήσαμε μεγάλο τριήμερο Συνέδριο για τους νέους Ποινικούς Κώδικες τον Σεπτέμβριο του 2019 με τη συμμετοχή δεκάδων ομιλητών και χιλιάδων νομικών που το παρακολούθησαν με ζωντανή παρουσία ή διαδικτυακά. 

    Ειδικότερες πρωτοβουλίες για τους Εισαγγελείς:

  • Στην πρόσφατη νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης για ανακατανομή των θέσεων Εισαγγελέων και Αντεισαγγελέων Εφετών εξηγήσαμε τις αρνητικές συνέπειες που θα έχει στον φόρτο εργασίας των Αντεισαγγελέων και στην ομαλή λειτουργία των Εισαγγελιών (μεταξύ άλλων και η από 29-4-2020 αρθρογραφία της Αντεισαγγελέως Εφετών κ. Αικατερίνης Μάτση δημοσιευμένη στην ηλεκτρονική σελίδα της Ένωσης). Επικοινώνησε το Προεδρείο τόσο με το Υπουργείο όσο και με τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων όταν το σχέδιο Νόμου συζητούνταν στη Βουλή. 
  • Στο ζήτημα του περιορισμού των δικαστικών διακοπών δώσαμε αγώνα σε όλα τα επίπεδα για να αναδείξουμε το γεγονός ότι δεν πρόκειται κατ’ ουσίαν για χρόνο διακοπών αλλά για την πιο παραγωγική περίοδο εργασίας μας. Στα πλαίσια αυτά η νυν Αντιπρόεδρος της Ένωσης κ. Αικατερίνη Μάτση για να ενισχύσει την επιχειρηματολογία μας ασχολήθηκε ειδικότερα με τα στατιστικά στοιχεία των χρεώσεων των Εισαγγελικών Λειτουργών την περίοδο του θέρους (σχετική η από 22-4-2020 αρθρογραφία της δημοσιευμένη στην ηλεκτρονική σελίδα της Ένωσης).
  • Στις 16-1-2020 το Προεδρείο της Ένωσής μας τοποθετήθηκε για τις έμμεσες πιέσεις που ασκήθηκαν στους Εισαγγελικούς Λειτουργούς για την άσκηση ποινικών διώξεων στην υπόθεση στο Κουκάκι. Υποστηρίξαμε τους συναδέλφους τόσο απέναντι στις κατηγορίες που εκτοξεύτηκαν από συνδικαλιστικά όργανα αστυνομικών υπαλλήλων όσο και από Υπουργούς της Κυβέρνησης. 
  • Στις 22-6-2016 η Ένωσή μας εξέδωσε Δελτίο Τύπου (αριθ πρωτ 198/22-6-2016) με το οποίο στηρίξαμε συνάδελφο Εισαγγελική Λειτουργό έπειτα από καταγγελίες τηλεοπτικού σταθμού σε βάρος της για τον τρόπο που διεξήχθη η διαδικασία έρευνας. 

     Το σημερινό Προεδρείο της Ένωσης εργάζεται με αποκλειστικό σκοπό την προώθηση των συμφερόντων των μελών μας και την περιφρούρηση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Σε μεγάλο βαθμό η επιτυχία των στόχων που θέτουμε εξαρτάται από το καλό κλίμα συνεργασίας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των Δικαστικών Ενώσεων. Οι τάσεις ανταγωνισμού και επιθετικής συμπεριφοράς οδηγούν σε αμοιβαία δυσπιστία και είναι παράγοντες που φέρνουν την ήττα σε όλα τα επίπεδα. Οι επιδιώξεις που θέτουμε δεν μπορούν να τίθενται κάθε φορά στη στενή λογική της αντιπαράθεσης κατά κλάδο (Πρωτοδίκες, Ειρηνοδίκες, Εισαγγελείς κλπ) και της ανάδειξης ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που υπάρχουν. Αυτό θα οδηγούσε σε πολυδιάσπαση και κατακερματισμό με προφανείς αρνητικές επιπτώσεις για όλους. Κλειδί της επιτυχίας θα πρέπει να είναι ο ειλικρινής διάλογος και η αμοιβαία κατανόηση. Σ΄ αυτήν την κατεύθυνση κομβικό ρόλο έχει η συνεκτική δύναμη της Ένωσή μας ως μεγαλύτερης Δικαστικής Ένωσης της Χώρας. Και σ’ αυτήν την κατεύθυνση θα συνεχίσουμε να εργαζόμαστε. 

 

 

ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ – ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΠΟ 1-12-2020 Η΄ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΙΣΧΥΟΣ ΤΟΥ Ν. 4745/2020 ;Μαργαρίτας Στενιώτη, Εφέτη, πρώην Προέδρου της ΕΔΕ και νυν μέλους του Δ.Σ.

ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ – ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΠΟ 1-12-2020 Η΄ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΙΣΧΥΟΣ ΤΟΥ Ν. 4745/2020 ; 

Μαργαρίτας Στενιώτη, Εφέτη, πρώην Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και νυν μέλους του Δ.Σ.

     Την 6-11-2020 δημοσιεύθηκε ο ν. 4745/2020, στο πρώτο μέρος  του οποίου περιλαμβάνονται «Ρυθμίσεις για την επιτάχυνση της εκδίκασης εκκρεμών υποθέσεων του ν. 3869/2010 (υπερχρεωμένα νοικοκυριά)». Η δημοσιοποίηση του σχεδίου νόμου, το θέρος του τρέχοντος έτους, είχε προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις, διότι εμπεριείχε πολλές αντισυνταγματικές διατάξεις. Ο αρμόδιος Υπουργός Δικαιοσύνης, πριν την κατάθεση του εν λόγω νομοσχεδίου στη Βουλή και αφού είχαν επέλθει διορθώσεις και μεταβολές ως προς τις αντισυνταγματικές διατάξεις του, που Δικαστικοί Λειτουργοί και Δικηγόροι είχαμε επισημάνει, διαβίβασε, με το υπ’ αριθμ. 38146οικ./20-08-2020 έγγραφό του, αίτημα προς την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προκειμένου να γνωμοδοτήσει για το υπό κατάθεση νομοσχέδιο. Η                 Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθμ. 36/2020 απόφασή της επί λέξει «γνωμοδοτεί  ομόφωνα ότι είναι σκόπιμες και συνταγματικά επιτρεπτές η υπό νομοθέτηση ρυθμίσεις με το άρθρο ένα του σχεδίου νόμου για την επιτάχυνση της εκδίκασης εκκρεμών υποθέσεων του νόμου 3869/2010 σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 6 παράγραφος 1 ΕΣΔΑ ως προς την εύλογη διάρκεια της πολιτικής δίκης, αφού ληφθούν υπόψη οι επισημάνσεις που διατυπώθηκαν στην εισήγηση και ειδικότερα η αναγκαιότητα κάλυψης των υπαρχουσών κενών οργανικών θέσεων ειρηνοδικών προς αποφυγή υπερχρέωσης των υπηρετούντων δικαστών». Η εισήγηση στην Ολομέλεια του Α.Π. για το άνω θέμα με σαφή τρόπο επισημαίνει: α) ότι ο ν. 3869/2010 για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων προσώπων επέφερε ιδιαίτερη επιβάρυνση στο δικαστικό έργο των Ειρηνοδικών και β) ότι ο μεγάλος αριθμός των υποθέσεων που κατατέθηκαν (ανεξαρτήτως της ύπαρξης και άλλων αιτίων) προκάλεσαν την υπερφόρτωση των Ειρηνοδικείων.  Ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε, η Ολομέλεια του Α.Π., ενώ γνωμοδοτεί υπέρ της συνταγματικότητας των διατάξεων του σχεδίου νόμου (και ήδη νόμου), συμπεριλαμβανομένων και των διατάξεων «της ταχείας εκκαθάρισης των πινακίων, εντός έξι μηνών, μέσω της υποχρεωτικής για τους ενδιαφερόμενους υποβολής αίτησης επαναπροσδιορισμού της συζήτησης αποκλειστικά με τη χρήση ηλεκτρονικής πλατφόρμας της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους» και «της κάμψης της υποχρεωτικής προφορικότητας με την καθιέρωση της κατ’ εξαίρεση διαδικασίας εμμάρτυρης απόδειξης» (που θα έχει σαν συνέπεια  ομοειδείς υποθέσεις να εκδικασθούν υπό δύο διαφορετικά καθεστώτα –  παλαιό με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και νέο κατά το δικονομικό πρότυπο της τακτικής διαδικασίας του ν. 4335/2015), θέτει ως κριτήριο επιτυχίας της σχετικής ρύθμισης την αναγκαιότητα κάλυψης των υπαρχουσών κενών οργανικών θέσεων ειρηνοδικών προς αποφυγή υπερχρέωσης των υπηρετούντων δικαστών. Στο συμπέρασμα, όμως, της εισήγησης αναφέρεται και άλλη προϋπόθεση επιτυχίας, και μάλιστα σημαντικότερη, καθότι αναγράφεται, επίσης, επί λέξει: «Η επιτυχία της σχετικής ρύθμισης, ωστόσο, εξαρτάται από την αναλογία των εκκρεμών αιτήσεων, που θα επαναπροσδιορισθούν και θα συζητηθούν σε κάθε Ειρηνοδικείο, σε σχέση με τον αριθμό των υπηρετούντων Ειρηνοδικών, η οποία θα πρέπει να είναι αντίστοιχη του προβλεπόμενου από τον κανονισμό του δικαστηρίου αριθμού υποθέσεων». Συνεπώς, τίθεται το ζήτημα της τήρησης των Κανονισμών Λειτουργίας έκαστου Ειρηνοδικείου, δίχως να εξειδικεύεται ειδικότερα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 17 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών οι Κανονισμοί Εσωτερικής Υπηρεσίας των Δικαστηρίων ορίζουν, μεταξύ των άλλων, και τον αριθμό των δικασίμων και των υποθέσεων καθεμιάς δικασίμου. Με σαφήνεια δε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου γνωμοδοτεί υπέρ της απαρέγκλιτης τήρησης των Κανονισμών των Ειρηνοδικείων, όσον αφορά τον αριθμό των προσδιοριζομένων υποθέσεων, γεγονός που καθιστά αδύνατη την εφαρμογή του άνω νόμου, υπό τις ισχύουσες συνθήκες.          

 Η Ομάδας Εργασίας που συνεστήθη στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το Δεκέμβριο του έτους 2019, με σκοπό τη σύνταξη προτάσεων προς επίλυση του προβλήματος της συσσώρευσης  εκκρεμών  υποθέσεων υπερχρεωμένων νοικοκυριών, προσδιορίζει τις υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άνω νόμου σε 37.000 – 40.000 ενώ οι συνάδελφοι Ειρηνοδίκες ισχυρίζονται, τεκμηριωμένα, ότι ανέρχονται σε 70.000. Έχει γίνει δε κατανοητό απ’ όλους τους θεσμικούς παράγοντες, ότι η εκδίκαση αυτού του μεγάλου αριθμού υποθέσεων και παρά τον προγραμματισμό κάλυψης των κενών οργανικών θέσεων Ειρηνοδικών, συνεπάγεται την παραβίαση των Κανονισμών των Ειρηνοδικείων και συνεπώς και του Αυτοδιοίκητου των Δικαστηρίων.  Στη συνάντηση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων με τον αρμόδιο Υπουργό Δικαιοσύνης ενημερωθήκαμε ότι το πρόβλημα «έχει συμφωνηθεί» (με ποίους άραγε;)  να αντιμετωπισθεί με αποσπάσεις Ειρηνοδικών (από Ειρηνοδικεία δίχως εκκρεμείς υποθέσεις του ν. 3869/2010) και Πταισματοδικών στα επιβαρυμένα Ειρηνοδικεία. Στη λύση αυτή η υπογράφουσα το παρόν, ως μέλος του Δ.Σ. της Εν.Δ.Ε. καθώς και τα μέλη του Δ.Σ., Ειρηνοδίκες Νικήτας Βελίας και Μάνος Φωτάκης διαφωνήσαμε, διότι, πλην της υπηρεσιακής ανασφάλειας που δημιουργεί στους συναδέλφους Ειρηνοδίκες – Πταισματοδίκες το μέτρο αυτό των αποσπάσεων, οι μεν πρώτοι (Ειρηνοδίκες) θα επιβαρυνθούν και πάλι υπέρμετρα, δεδομένου ότι πρόσφατα ψηφίσθηκε ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας, σύμφωνα με τον οποίο η αρμοδιότητα μεγάλου αριθμού πτωχευτικών υποθέσεων (περίπου 90%) μεταφέρεται, από 1-1-2021, από τα Πρωτοδικεία στα Ειρηνοδικεία, οι δε δεύτεροι (Πταισματοδίκες) φέρουν το βαρύ έργο της προανάκρισης και της προκαταρκτικής εξέτασης (άρθρο 31 ΚΠοινΔ).

Η προθεσμία επαναπροσδιορισμού των σχετικών αιτήσεων, και μάλιστα επί ποινή απαραδέκτου, ξεκινά σε μόλις μία εβδομάδα (1-12-2020) και μάλιστα  εν μέσω πανδημίας. Οι επισημάνσεις δε της άνω απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου δεν έχουν ληφθεί υπόψη από το αρμόδιο Υπουργείο Δικαιοσύνης και συνεπώς είναι ευνόητο να γεννάται ζήτημα εφαρμογής του νόμου ή αντίθετα αναστολής ισχύος αυτού. 

 Σ’ ένα Κράτος Δικαίου η Δικαιοσύνη πρέπει να απονέμεται σε εύλογο χρόνο. Ο πολίτης, όμως, έχει ανάγκη όχι μόνο την ταχεία αλλά και τη δίκαιη δίκη, ώστε ν’ απολαμβάνει, πραγματικά, αποτελεσματική δικαστική προστασία. Ο σκοπός του νόμου που είναι η «αποσυμφόρηση» των  Ειρηνοδικείων της χώρας από τις υποθέσεις των υπερχρεωμένων νοικοκυριών, λόγω διεθνών δεσμεύσεων της χώρας για ολοκλήρωση των διαδικασιών εντός του έτους 2021 (βλ. την σχετική από 2-10-2020 ανακοίνωση του Προεδρείου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων), θα οδηγήσει σε «συμφόρηση» στις οικίες των Ειρηνοδικών και κατ’ επέκταση η ταχεία εκκαθάριση θα πλήξει την αρχή της Δίκαιης Δίκης. Όσον αφορά δε τους δανειολήπτες αναφέρεται, ότι με τον άνω νόμο  επιχειρείται να οριστικοποιηθεί το προσωρινό δίχτυ προστασίας που παρέχει ο νόμος 3869/2010 σε όλους όσοι το δικαιούνται. Ο σκοπός αυτός, όμως, του νόμου, είναι βέβαιο ότι δεν θα επιτευχθεί, όχι μόνο για το λόγο ότι ο (αδύναμος) οφειλέτης, καθίσταται αποκλειστικά υπεύθυνος για τον επαναπροσδιορισμό της συζήτησης της αίτησής του εντός συγκεκριμένης προθεσμίας αλλά και παράλληλα διότι καλείται να προσκομίσει σωρεία αποδεικτικών και διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 4Η ν. 4745/2020), των οποίων η κτήση καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής λόγω της μεγάλης εξάπλωσης του covid -19. 

Οι διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας για ολοκλήρωση των διαδικασιών εντός του έτους 2021, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αποβούν σε βάρος των αρχών του Κράτους Δικαίου, της ασφάλειας Δικαίου, της αρχής της Δίκαιης Δίκης και φυσικά των αρχών του Κοινωνικού Κράτους.