ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΡΟΔΗΜΟΥ, ΠΡΩΤΟΔΙΚΗ

Η Ένωση δεν αλλάζει σε μια μέρα. Όμως αλλάζει…

Στιγμιότυπο 2020-07-23, 11.43.38 πμ Το τέλος της θητείας είναι πάντα αφορμή για απολογισμό. Μετράμε τις επιτυχίες, τις εκκρεμότητες, τα λάθη, τις παραλείψεις… Μετράμε ταυτόχρονα την ικανότητά μας για αποστασιοποίηση και αυτοκριτική και εξεταζόμαστε σε όλα. Οφείλουμε να θυμίζουμε τις κατακτήσεις, αλλά να μην υποβαθμίζουμε και τις κακοτοπιές, γνωρίζοντας πια ότι απόλυτα ανέφελες θητείες δεν υπήρχαν, ούτε υπάρχουν. Η ίδια η κομβικότητα της Ένωσή μας, που βρίσκεται στο κέντρο του ζωηρού ενδιαφέροντος ολόκληρου του νομικού κόσμου, με εμβέλεια που εκτείνεται και εκτός αυτού, αποκλείει τον εφησυχασμό. Δεν αποκλείει όμως ενίοτε και την αγανάκτηση των συναδέλφων, όταν βρίσκονται διαρκώς θεατές στο ίδιο έργο των προσωπικών παραγοντισμών και των συγκρούσεων που αυτοί γεννούν.

    Ο λόγος από τη μια για τον παλαιού τύπου συνδικαλισμό. Αυτόν που οι περισσότεροι δε γνωρίσαμε, ούτε αγαπήσαμε. Που ζει πατώντας με τα πόδια μέσα στην Ένωση και με τα μάτια και τα αυτιά έξω από αυτή, κάποτε και έξω από τη Δικαιοσύνη. Που μέσα από τις αντιφάσεις του, αναδεικνύει μόνο προσωπικές στρατηγικές και στόχους. Που εξακολουθεί να μην αντιλαμβάνεται ότι οφείλει να μαραθεί, για να ανθίσει στη θέση του η υγιής συλλογικότητα και η ανανέωση του ανθρώπινου δυναμικού της Ένωσης. Που απογοητεύει τους συναδέλφους και οδηγεί στην αποστασιοποίηση και στην δυσκολία ουσιαστικής διάκρισης, αφού όλοι δικαίως ή αδίκως μπαίνουν στο ίδιο κάδρο της κριτικής.

    Ο λόγος από την άλλη για την ανάγκη συμπορεύσεων και συνεργασιών. Την ανάγκη που γέννησαν οι πικρές αναμνήσεις από το παρελθόν της Ένωσης και οδήγησαν στη θεμελίωση ενός νέου μοντέλου λειτουργίας της, που όμως έχει μείνει ακόμα στα θεμέλια, γιατί η ολοκλήρωσή του, υπονομεύει την επιβίωση της παλιάς νοοτροπίας. Τα όσα θλιβερά συνέβησαν του τελευταίους μήνες, δε σημαίνουν ότι ο αγώνας για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, είναι ασύμβατος με την ενότητα του Σώματος. Όμως το στοίχημα της ενότητας δοκιμάζει όρια και χρειάζεται όρους, που πρέπει να θέσουν τώρα οι ίδιοι οι συνάδελφοι. Πριν μερικά χρόνια δώσαμε όλοι μαζί με εμφατικό τρόπο την ευκαιρία σε νέους συναδέλφους να αναλάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην εκπροσώπησή μας και παρά τους αρχικούς δισταγμούς το αποτέλεσμα οδήγησε σε κατακτήσεις που στο παρελθόν ήταν αδιανόητες. Η Ένωση είναι πια κοντά στους δικαστές όλων των βαθμών και παρεμβαίνει με θεσμικό και επιστημονικό τρόπο σε κάθε κρίσιμο για τη Δικαιοσύνη θέμα. Προστατεύει από απόπειρες παρεμβάσεων κρατώντας αποστάσεις από πολιτικές αντιπαραθέσεις, χωρίς να χαρίζεται. Λαμβάνει πρωτοβουλίες για τη βελτίωση των συνθηκών του λειτουργήματός μας χωρίς να λησμονά και τον κοινωνικό του ρόλο. Κατέστησε την ισχυρή της παρουσία κεκτημένο της Δικαιοσύνης, γεγονός που έκανε ακόμη πιο εκκωφαντική την απουσία της τους άφωνους μήνες της προσωρινής διοίκησης.

    Τη διετία που πέρασε δεν ζήσαμε μόνο την απογοητευτική εσωστρέφεια, την παρεμπόδιση των εκλογών, την ολομέτωπη σύγκρουση. Ζήσαμε και σημαντικές στιγμές συλλογικότητας, που έδειξαν το δρόμο που πρέπει να χαράξουμε στο εξής. Κορυφαία όλων, η ψηφοφορία για τη συνταγματική αναθεώρηση το Δεκέμβριο του 2018, όταν η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων ψήφισε την πρότασή μας, να απαγορευθεί η ανάληψη κάθε πολιτικής ή δημόσιας θέσης ή θέσης σε ανεξάρτητη αρχή από δικαστές για τουλάχιστον δύο χρόνια από την αφυπηρέτηση. Πιο πρόσφατα, η διεξαγωγή της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας το Μάιο του 2020, όταν εκατοντάδες δικαστές και εισαγγελείς πήραν την Ένωση στα χέρια τους και ζήτησαν την άμεση προσφυγή σε εκλογές και τη μη προσφυγή σε προσωρινή διοίκηση. Στιγμές άμεσης δημοκρατίας, εικόνες από το μέλλον της Ένωσής μας και ταυτόχρονα ένα σημαντικό βήμα προς το πλήρες άνοιγμα της στις νέες γενιές. Η συμμετοχή φέρνει την ανανέωση και τη δημοκρατία, σε πείσμα εκείνων που στάθηκαν απέναντι αγνοώντας τα μέλη, γιατί θέλουν την Ένωση κλειστό ανεξέλεγκτο διευθυντήριο.

   Όμως ο βηματισμός της Ένωσης δεν μπορεί να παραλλάσσει με γνώμονα την κάθε είδους συγκυρία. Αξιόπιστη θα είναι μόνο, όσο εκείνοι εκτός των τειχών, που θα επιθυμούσαν διακαώς να την έχουν υπό έλεγχο, θα γνωρίζουν ότι η στάση της δεν ετεροκαθορίζεται. Ότι ο ανεξάρτητος χαρακτήρας της είναι αδιαπραγμάτευτος και αυτοί που την εκπροσωπούν δεν έχουν παράλληλες φιλοδοξίες, που να την εκθέτουν και να την αποδυναμώνουν. Ο παλαιού τύπου συνδικαλισμός ανασαίνει μέσα από τη ματαιοδοξία και η διαιώνισή του καθιστά δυσχερέστερη τη συνεργασία και συμπόρευση στο εσωτερικό της Ένωσης. Είναι λοιπόν πια ζωτικής σημασίας να κατανοηθεί ότι η επιλογή των ίδιων προσώπων, που έχουν διανύσει πολυετή διαδρομή από διάφορες θέσεις στην Ένωση, ακόμα και αν πρόσφεραν στο παρελθόν, δεν μπορεί να εγγυηθεί διαφορετικά αποτελέσματα για το μέλλον της.

   Σε αυτές τις εκλογές οι συνάδελφοι θα έχουν μια εξαιρετική ευκαιρία να δοκιμάσουν κάτι εντελώς νέο. Την πλήρη απαγκίστρωση της Ένωσης από το παρελθόν της και την εμπίστευσή της σε μια νέα γενιά συναδέλφων, που το πρώτον θα δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στο όμορφο καθήκον της εκπροσώπησης. Έτσι θα χτιστούν και οι προϋποθέσεις μιας ενότητας, που τώρα φαίνεται μακρινή και δύσκολη, αλλά που η διαδοχή των γενεών και των προσώπων θα κάνει απολύτως εφικτή. Ενότητα χτισμένη από στέρεα υλικά, που θα επιλέξουν οι συνάδελφοι, για μια Ένωση που αλλάζει και που οφείλει να τους μοιάζει…

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΝΤΟΚΑ, ΕΦΕΤΗ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΝΤΟΚΑ, ΕΦΕΤΗ

Ποια είναι η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων που θέλουμε;

ad667492-2815-4ee6-945d-0658ee706774

Η διάλυση του Ενωτικού Προεδρείου και η έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των μελών της ομάδας με επικεφαλής τον κ. Χριστόφορο Σεβαστίδη αφενός και των υπολοίπων μελών αφετέρου ξεκίνησε μετά τις βουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν το καλοκαίρι του 2019. Έκτοτε κατέστη αδύνατη η υιοθέτηση κοινής στάσης για οιοδήποτε ζήτημα από τα μέλη που αποτελούσαν έως τότε το Ενωτικό Προεδρείο, που να θίγει την κυβερνητική πολιτική, είτε αφορούσε το θέμα της υποχρεωτικής ιδιωτικής διαμεσολάβησης, είτε τη μείωση των πόρων του ΤΑΧΔΙΚ, είτε τη μεταφορά της Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξης. Η αντιπαράθεση αυτή κορυφώθηκε με την ψήφιση της γνωστής τροπολογίας για την ανακατανομή των θέσεων στα εφετεία, με την κατάργηση 86 θέσεων εφετών και τη δημιουργία 86 θέσεων προέδρων εφετών, διάταξη που εισήχθη κατόπιν ενεργειών του προηγούμενου Γενικού Γραμματέα της Ένωσης, ο οποίος ωφελήθηκε προσωπικά από τη ρύθμιση. Για το ζήτημα αυτό δημόσια εξέφρασα τη θέση πως ουδείς έχει το δικαίωμα να καταχράται την εμπιστοσύνη των συναδέλφων του και τη θέση του ως εκπροσώπου της Ένωσης για να ικανοποιήσει πρωτίστως προσωπικά του αιτήματα και επιδιώξεις. Το μοναδικό κίνητρο για όποιον θέτει υποψηφιότητα για να μετάσχει στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης πρέπει να είναι η προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, η επίλυση των προβλημάτων που ανακύπτουν κατά την άσκηση των καθηκόντων μας, η διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών εργασίας, η διασφάλιση της ανεξαρτησίας και του σεβασμού που αναλογεί στο έργο μας και στο ρόλο μας στην κοινωνία. Η Ένωση και οι εκπρόσωποί της οφείλουν πρωτίστως να παραμένουν αδέσμευτοι από τη Διοίκηση και από οιαδήποτε πολιτική επιρροή, όπως ορίζεται στο Προοίμιο του Καταστατικού της. Απαραίτητη προϋπόθεση για όποιον μετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης είναι να μην εξαρτά την άποψή του από τις εκάστοτε πολιτικές συγκυρίες, ούτε να επιδιώκει προσωπικά οφέλη, αλλά να λειτουργεί με αποκλειστικό γνώμονα το κοινό συμφέρον.

Κατά την Τακτική Γενική Συνέλευση της Ένωσης που διεξήχθη στις 14.12.2019, με συντριπτική πλειοψηφία αποφασίσθηκε το Δ.Σ. να ζητήσει την άμεση απόσυρση της διάταξης, που αφορούσε την ανακατανομή των θέσεων των εφετών-προέδρων εφετών. Ωστόσο, η πλειοψηφία των μελών του Δ.Σ. αρνήθηκε να υλοποιήσει την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, που αποτελεί, σύμφωνα με το Καταστατικό της, το ανώτατο όργανο της Ένωσης. Αντίθετα, σε συνάντηση που τα μέλη της πλειοψηφίας του Δ.Σ. είχαν με τον Υπουργό Δικαιοσύνης στις 18.2.2020, όχι μόνο δεν έθεσαν το ως άνω ζήτημα, αλλά συζήτησαν και για την ανακατανομή των οργανικών θέσεων των εισαγγελέων στο εφετείο, με κατάργηση 22 οργανικών θέσεων αντεισαγγελέων εφετών και δημιουργία 22 νέων θέσεων εισαγγελέων εφετών, όπως τα ίδια τα μέλη της πλειοψηφίας κατέστησαν γνωστό στις 6.4.2020.

Στη συνέχεια τα μέλη της πλειοψηφίας του Δ.Σ. αρνήθηκαν τη διεξαγωγή αρχαιρεσιών στα τέλη Ιουνίου του 2020, σύμφωνα με το καταστατικό, παρόλο που είχαν αρχίσει να επαναλειτουργούν τα δικαστήρια και να συγκαλούνται οι ολομέλειες αυτών και ενώ ήταν δυνατή η διεξαγωγή τους, σύμφωνα με τους όρους που τέθηκαν από τον Ε.Ο.Δ.Υ. Επέλεξαν να οδηγήσουν την Ένωση στον ορισμό προσωρινής διοίκησης, με προφανή στόχο την ανατροπή του νομίμως εκλεγμένου προεδρείου και την ανάληψη αυτού από τους ίδιους, στόχος που τελικά δεν επιτεύχθηκε, ύστερα από την έκδοση της με αρ. 1541/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Αναμφίβολα η περίοδος αυτή των εσωτερικών συγκρούσεων στους κόλπους του Διοικητικού Συμβουλίου, που ακολούθησε τη διάλυση του ενωτικού προεδρείου, έχει προκαλέσει προβληματισμό και απογοήτευση. Προσωπικά θεωρώ πως το ερώτημα που τίθεται στις επικείμενες αρχαιρεσίες είναι ένα : ποια είναι η Ένωση που θέλουμε. Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων δημιουργήθηκε από ανθρώπους που δεν δίστασαν να συγκρουσθούν με την πολιτική εξουσία και να υποστούν πειθαρχικές και προσωπικές διώξεις, για να μπορούμε να έχουμε σήμερα ανεξάρτητη και δυνατή φωνή. Η δημιουργία της Ένωσης κατά το έτος 1958 και η δράση της υπό την προεδρία του αρεοπαγίτη Αντωνίου Φλώρου (1960-1962), ο οποίος χρησιμοποίησε μαχητική συνδικαλιστική φρασεολογία, πρωτόγνωρη για την εποχή του, και διώχθηκε για τη δράση του αυτή πειθαρχικώς, ενόχλησε τους κυβερνώντες. Άλλωστε οι εκάστοτε ασκούντες την κυβερνητική εξουσία δύσκολα ανέχονται μία πλήρως ανεξάρτητη δικαστική λειτουργία. Κατά την περίοδο της δικτατορίας πέντε δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί (οι αρεοπαγίτες Αντώνιος Φλώρος και Δημήτριος Μαργέλλος, ο πρόεδρος πρωτοδικών Γεώργιος Κώνστας, και οι εισαγγελείς πρωτοδικών Γεώργιος Ξενάκης και Αλέξανδρος Φλώρος) απολύθηκαν και για τον ‘διακεκριμένο’ λόγο της ‘συνδικαλιστικής δράσης’ τους. Αυτοί οι άνθρωποι μας εμπνέουν και μας οδηγούν. Δεν μπορεί να γίνει ανεκτό εκπρόσωποί μας να χρησιμοποιούν τη θέση τους για να νομοθετηθούν διατάξεις, με αναδρομική μάλιστα ισχύ, ώστε να ωφεληθούν προσωπικά. Δεν μπορεί να γίνει ανεκτό εκπρόσωποί μας να μεταπηδούν σε θέσεις συμβούλων Υπουργών ή σε θέσεις άσκησης πολιτικής εξουσίας. Δεν μπορεί να γίνει ανεκτό η άποψη της Ένωσης σε νομοθετήματα που μας αφορούν να εξαρτάται από τις πολιτικές συγκυρίες. Οι εκπρόσωποί μας οφείλουν να διαφυλάττουν πρωτίστως την προσωπική τους ανεξαρτησία έναντι κάθε πολιτικής επιρροής, ώστε να δύνανται να προασπίζονται τα δικαιώματα των συναδέλφων τους, δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών.

Στα κομβικής σημασίας ζητήματα που θα τεθούν άμεσα το επόμενο διάστημα όπως, μεταξύ άλλων, η κατάργηση των αιρετών διοικήσεων στα δικαστήρια, η περαιτέρω εντατικοποίηση της εργασίας μας, ο περιορισμός των δικαστικών διακοπών σε μόνιμη πλέον βάση, η επέκταση του ωραρίου λειτουργίας των δικαστηρίων, η Ένωσή μας οφείλει να έχει καθαρή, δυνατή και ανεξάρτητη φωνή.  Τα μέλη της Ομάδας των συναδέλφων Χριστόφορου Σεβαστίδη, Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Παντελή Μποροδήμου, Αικατερίνης Μάτση, Ιωάννας Ξυλιά, Μιχάλη Τσέφα και Έφης Κώστα, διαθέτουν καθαρή, δυνατή, ανεξάρτητη φωνή, θάρρος και παρρησία, ήθος και αποφασιστικότητα. Για το λόγο αυτό θεώρησα επιβεβλημένο καθήκον τη συμμετοχή μου σε αυτήν, με τη διάθεση να συμμετέχω ενεργά και δραστήρια στην υλοποίηση των στόχων που θα θέσει το νέο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσής μας.

H ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΣΥΖΗΤΗΘΕΙΣΑ… ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ – Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης Κων/νος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης Γιάννης Τριανταφυλλίδης, Αντ/λέας Πρωτοδικών Νικήτας Βελίας, Ειρηνοδίκης

ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης

Κων/νος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης

Γιάννης Τριανταφυλλίδης, Αντ/λέας Πρωτοδικών

Νικήτας Βελίας, Ειρηνοδίκης

 

H ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΣΥΖΗΤΗΘΕΙΣΑ…

 

Τις τελευταίες ημέρες υπάρχει πλούσια διαδικτυακή αρθρογραφία σχετικά με το πόρισμα της συσταθείσας, με την ΥΑ 93724/φ.335/19.12.2019, Ομάδας Εργασίας, με αντικείμενο τη μεταβολή του δικονομικού πλαισίου εκδίκασης των διαφορών του ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις». Από την αρθρογραφία αυτή ενημερωθήκαμε το πρώτον ότι επίκειται εντός των αμέσως επομένων ημερών να τεθεί  σε δημόσια διαβούλευση σχέδιο Νόμου, που συνετάχθη με βάση το πόρισμα της άνω Ομάδας Εργασίας και ότι  στην Ομάδα αυτή συμμετείχε ως εκπρόσωπος της ΕΔΕ, που ορίσθηκε από το Προεδρείο της  και απολάμβανε της εμπιστοσύνης του η Ειρηνοδίκης Ακριβή Ερμίδου. Ως μέλη του Δ.Σ. της ΕΔΕ, η θητεία του οποίου έληξε την 1-6-2020, οι τρεις πρώτοι εκ των υπογραφόντων, και πολύ περισσότερο ο τρίτος Ειρηνοδίκης Γρηγόρης Κομπολίτης, ουδεμία ενημέρωση είχαμε περί της σύστασης της παραπάνω Ομάδας Εργασίας ήδη από 19-12-2019 και τα αποτελέσματα των εργασιών αυτής. Από μία απλή ανάγνωση του άνω σχεδίου νόμου και παρά την προαναφερόμενη εκπροσώπηση των Ειρηνοδικών, συνάγεται ότι πρόκειται για ένα σχέδιο νόμου, το οποίο πλην του γεγονότος ότι βρίθει αντισυνταγματικών διατάξεων, έρχεται να «τιμωρήσει» τους ήδη επιβαρυμένους Ειρηνοδίκες, να εξυπηρετήσει τη λογική «να τελειώνουμε με τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά» ανεξαρτήτως συνεπειών για τους Ειρηνοδίκες και τους δανειολήπτες και περαιτέρω να εξυπηρετήσει τα πιστωτικά ιδρύματα. Η προσήλωση δε της Ομάδας Εργασίας στον παραπάνω σκοπό έφθασε στο σημείο να καταργηθούν βασικές αρχές της δίκης προβλεπόμενες από το ίδιο το Σύνταγμα, δεδομένου ότι καταργείται ακόμη και η δημόσια συζήτηση της υπόθεσης και η «υπόθεση λογίζεται συζητηθείσα», με συνέπεια να «διαβιβάζεται αμελλητί στον ειρηνοδίκη που καθορίζεται με πράξη του διευθύνοντος το αρμόδιο ειρηνοδικείο» και με περαιτέρω αποτέλεσμα η εκκρεμότητα 37.000 υποθέσεων υπερχρεωμένων προσώπων από τα Ειρηνοδικεία της χώρας να μεταφέρεται στην οικία των Ειρηνοδίκων και να καθίστανται οι τελευταίοι, πλέον, υπερχρεωμένοι. Την τελευταία δε αυτή συνέπεια η Ομάδα Εργασίας δεν την αγνόησε και πρότεινε την προσωρινή αναστολή της ισχύος του άρθρου 91 § 2 του ΚΟΔΚΔΛ  αναφορικά με τις εν λόγω υποθέσεις του Ν. 3869/2010 για διάστημα μιας διετίας, συνομολογώντας μ’ αυτή την πρόβλεψη ότι οι Ειρηνοδίκες λόγω της υπερχρέωσης θα οδηγούνται ενώπιον των Πειθαρχικών Οργάνων.

Η ανάλυση των επιμέρους διατάξεων του σχεδίου νόμου είναι άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι το μοναδικό αίτημα που επιβάλλεται να υποβληθεί είναι η μη θέση αυτού σε διαβούλευση  και η άμεση απόσυρσή του. Αίτημα το οποίο θα υποστηρίξουμε με τεκμηριωμένο λόγο ενώπιον των αρμοδίων οργάνων.

 Η αποσυμφόρηση δε των επιβαρυμένων Ειρηνοδικείων από τις παραπάνω υποθέσεις δεν θα γίνει με τη σωματική και ψυχική εξόντωση των Ειρηνοδικών αλλά με λήψη μέτρων που θα εναρμονίζονται με τις συνταγματικές διατάξεις και τις διατάξεις των Κανονισμών των Δικαστηρίων και αφού προηγηθεί διάλογος και διατύπωση προτάσεων από τις Ολομέλειες των Ειρηνοδικείων.

Είναι απαραίτητο να σχεδιάσουμε το μέλλον, γιατί διαφορετικά θα υποχρεωθούμε να το υποστούμε. Ο σχεδιασμός αυτός προϋποθέτει  την άμεση  κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων των Ειρηνοδικών, δεδομένου ότι το νέο δικαστικό έτος θα ξεκινήσει με σαράντα και πλέον Ειρηνοδίκες λιγότερους, που σύντομα θα αυξηθούν σε ενενήντα, την επιμόρφωση των υπηρετούντων Ειρηνοδικών, τη γραμματειακή υποστήριξη των Ειρηνοδικείων και κυρίως την οριοθέτηση των καθηκόντων των Ειρηνοδικών, ώστε απαλλαγμένοι από τα πολλαπλά, μη δικαστικά καθήκοντά τους, να επικεντρωθούν στις υποθέσεις που έχουν πράγματι ανάγκη δικαιικής κρίσης.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΩΑΝΝΑΣ ΞΥΛΙΑ, ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ
ΙΩΑΝΝΑΣ ΞΥΛΙΑ,
ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ

Στιγμιότυπο 2020-07-21, 12.07.28 μ.μ.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, 

Αποφάσισα τη συμμετοχή μου στις αρχαιρεσίες της Ένωσης, ως υποψήφια για το Δ.Σ. αυτής, επειδή πιστεύω ότι στο λειτούργημα που ασκούμε κύριο μέλημά μας πρέπει να είναι η ορθή, έγκαιρη και αποτελεσματική και όχι απλώς διεκπεραιωτική απονομή της δικαιοσύνης, με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων όλων των πολιτών και γενικότερα του δημοσίου συμφέροντος, βάσει του Συντάγματος και των νόμων και ανεξάρτητα από τις όποιες πλειοψηφίες διαμορφώνονται στην κοινή γνώμη, την εικαζόμενη ή εκπεφρασμένη βούληση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, ή την πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης. 

Για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού της δικαιοσύνης αναγκαία είναι η προσωπική και λειτουργική μας ανεξαρτησία, η οποία αναγνωρίζεται, θεσπίζεται και διασφαλίζεται από τις διατάξεις του Συντάγματος, οι οποίες προβλέπουν ένα ευρύ πλαίσιο εγγυήσεων που αφορούν αφενός στην ανεπηρέαστη από υποδείξεις ή πιέσεις απονομή της δικαιοσύνης, αφετέρου στον διορισμό, την ισοβιότητα, την ανάθεση της επιθεώρησης σε συναδέλφους ανώτερου βαθμού, την ανάθεση στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο κάθε απόφασης σχετικής με την υπηρεσιακή μας εξέλιξη, καθώς και του πειθαρχικού ελέγχου σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια, που αποτελούνται μόνο από δικαστές. Οι ρυθμίσεις αυτές, εξασφαλίζοντας ένα ικανοποιητικό σύστημα αυτοδιοίκησης της δικαιοσύνης, που συμβάλλει στην ανεξαρτησία της, είναι πολύτιμες και είναι αυτονόητο ότι πρέπει να διατηρηθούν. Ωστόσο, παρά τις συνταγματικές αυτές εγγυήσεις, ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας που αφορά στην υπηρεσιακή μας κατάσταση είναι επιβεβλημένος. 

Στην κατεύθυνση αυτή ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε, με την αιτιολογική του έκθεση, ήδη από τον Δεκέμβριο 2018, το σχέδιο του νέου Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, από τη συσταθείσα νομοπαρασκευαστική επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν ως εκπρόσωποι της Ε.Δ.Ε. ο κ. Χαράλαμπος Σεβαστίδης και η κ. Ακριβή Ερμίδου, το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει εισαχθεί προς ψήφιση. Παραμένει ωστόσο επιτακτική η ανάγκη άμεσης τροποποίησης συγκεκριμένων διατάξεων του ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ (Ν. 1756/1988), είτε αυτές έχουν περιληφθεί στο νέο σχέδιο, είτε δεν υιοθετήθηκαν από την νομοπαρασκευαστική επιτροπή, προκειμένου να διασφαλιστεί η βελτίωση της υπηρεσιακής μας κατάστασης, η οποία συνδέεται άμεσα με την αποτελεσματικότητα της δικαστικής κρίσης, από άποψη ποιότητας και ταχύτητας. 

Μεταξύ άλλων απαιτούνται μεταρρυθμίσεις: 1) στον τρόπο χρέωσης του δικαστή και εισαγγελέα και τον σχετικό πειθαρχικό του έλεγχο, 2) στον τόπο διορισμού και εγκατάστασής του, 3) στη συνυπηρέτηση συζύγου ή συνδεόμενου με σύμφωνο συμβίωσης και 4) στη δυνατότητα εισαγωγής των Ειρηνοδικών (Γ’ και Δ’ τάξης) στην ΕΣΔΙ ως δικαστικών και εισαγγελικών Παρέδρων. Ειδικότερα: 

Α. ΑΡΙΘΜΟΣ ΧΡΕΩΣΗΣ ΚΑΙ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ

Στον ισχύοντα ΚΟΔΚΔΛ δεν γίνεται καμία αναφορά στα κριτήρια χρέωσης των υποθέσεων σε κάθε δικαστικό λειτουργό, παρά τη σημαντική διαφορά στη φύση των υποθέσεων, αλλά και στον αριθμό τους, τόσο μεταξύ τμημάτων του ίδιου δικαστηρίου, όσο και μεταξύ των δικαστηρίων. Θα πρέπει να επιδιωχθεί νομοθετική ρύθμιση που θα προβλέπει ότι η υπηρεσιακή χρέωση οφείλει να είναι ανάλογη του πραγματικού χρόνου υπηρεσίας του δικαστικού λειτουργού εντός του συγκεκριμένου δικαστικού έτους, ώστε να αποφεύγεται το φαινόμενο της υπερβολικής χρέωσής του σε λίγο χρόνο (λόγω π.χ. προηγούμενης άδειας), που θα καθιστά δυσχερή την εμπρόθεσμη δημοσίευση των αποφάσεων. Παράλληλα, πρέπει να προχωρήσει άμεσα, με πρωτοβουλία της Ένωσης, η τροποποίηση των Κανονισμών Λειτουργίας των Δικαστηρίων, ώστε να προβλέπουν ανώτατο ετήσιο αριθμό χρέωσης των δικαστικών λειτουργών, ανάλογα με τη βαρύτητα των υποθέσεων εκάστου τμήματος. 

Αναγκαία καθίσταται πλέον η τροποποίηση του άρθρου 91 § 2 στ. ε΄ του ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ, όπου τυποποιείται το πειθαρχικό αδίκημα της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εκτέλεση των καθηκόντων των δικαστικών λειτουργών, με την εισαγωγή επιπλέον ενός ποσοτικού κριτηρίου, δηλαδή του ελάχιστου αριθμού των περαιωμένων πολιτικών υποθέσεων για τον ελεγχόμενο δικαστικό λειτουργό, ώστε να μην στοιχειοθετείται πειθαρχικό αδίκημα όταν αυτός έχει περαιώσει 150 υποθέσεις στο Πρωτοδικείο ή Ειρηνοδικείο ή 50 υποθέσεις στο Εφετείο. 

Β. ΤΟΠΟΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ

Με το άρθρο 40 § 3 του ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ προβλέπεται ότι ο δικαστικός λειτουργός οφείλει να διαμένει στην πόλη, όπου είναι η  έδρα  του δικαστηρίου στο οποίο υπηρετεί ή σε προάστιό της. Η διάταξη αυτή ως αναχρονιστική πρέπει να καταργηθεί, αφού μόνο προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει στην υπηρεσιακή κατάσταση, αλλά και στην προσωπική και οικογενειακή ζωή των δικαστικών λειτουργών, λαμβανομένων υπόψη και των κωλυμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 42 του ίδιου κώδικα, αλλά και της δυσαναλογίας των δικαστών με καταγωγή από συγκεκριμένα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας σε σχέση με τις διαθέσιμες οργανικές θέσεις που υπάρχουν σ’ αυτά. 

Γ. ΣΥΝΥΠΗΡΕΤΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥ ΜΕ ΣΥΖΥΓΟ ΥΠΑΛΛΗΛΟ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Ή ΝΠΔΔ

Οι σχετικές με τη συνυπηρέτηση του δικαστικού λειτουργού με τον/τη σύζυγο, δημόσιο υπάλληλο ή υπάλληλο νπδδ, πρέπει επιτέλους να εκσυγχρονιστούν, ώστε κατ’ αναλογία όσων ισχύουν σε άλλους κλάδους εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, να προβλεφθεί πλέον ρητά ως υποχρεωτική η συνυπηρέτηση, με μετάθεση ή κατά παρέκκλιση απόσπαση του συζύγου. Η υπάρχουσα σήμερα ρύθμιση, που αναγνωρίζει μόνο δυνατότητα συνυπηρέτησης, έχει αποδειχθεί στην πράξη αναποτελεσματική, αφού το Δημόσιο και τα νπδδ, επικαλούμενα ελλείψεις στο προσωπικό απορρίπτουν όλα αδιακρίτως τα αιτήματα. 

Δ. ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΩΝ ΣΤΗΝ (ΕΣΔΙ) ΓΙΑ ΘΕΣΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΩΝ ΠΑΡΕΔΡΩΝ

Έχει ήδη προταθεί από την Ένωση και πρέπει να επιδιωχθεί νομοθετική ρύθμιση που θα προβλέπει ειδικό διαγωνισμό μεταξύ Ειρηνοδικών Γ΄ και Δ΄ τάξης, που έχουν συμπληρώσει διετή τουλάχιστον υπηρεσία, από τον οποίο θα καλύπτεται ποσοστό 10% του συνολικού αριθμού των εισακτέων στην κατεύθυνση της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης της ΕΣΔΙ (δικαστικοί και εισαγγελικοί Πάρεδροι).

ΑΙΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΏΝ, ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ

ΠΡΟΣ

ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΏΝ

ΑΙΤΗΜΑ

 

Προκειμένου να αποφευχθεί εντός του μηνός Αυγούστου 2020 και προ των εκλογών της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων επικείμενη κατάθεση προς ψήφιση του νομοσχεδίου που τιτλοφορείται «Ρύθμιση για την επιτάχυνση εκδίκασης εκκρεμών δικών Ν.3869/2010 σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 6 § 1 ΕΣΔΑ ως προς την εύλογη διάρκεια της πολιτικής δίκης», παρακαλώ όπως προβείτε αρμοδίως σε συνάντηση και επικοινωνία με τον αξιότιμο κ.Υπουργό Δικαιοσύνης προκειμένου η κατάθεση του νομοσχεδίου  να λάβει χώρα μετά την εκλογή του νέου οριστικού ΔΣ της Ενωσης το  οποίο θα προχωρήσει στις δέουσες διαβουλεύσεις. Η ανωτέρω ενέργεια αποτελεί σαφώς έκτακτο ζήτημα αφού η άμεση ψήφιση του ανωτέρω νομοσχεδίου θα προκαλέσει μη αναστρέψιμα προβλήματα σε δεκάδες Ειρηνοδικεία.

 

 20.7.2020

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ                                         

 

 

 

Επιστολή Ελένης Τζουνάκου Ειρηνοδίκη

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ριζική μεταβολή της φύσης των υποθέσεων που εκδικάζονται ενώπιον των Ειρηνοδικείων, γεγονός που έχει οδηγήσει στην ποιοτική μεταβολή του έργου των Ειρηνοδικών, το οποίο δεν περιορίζεται πλέον στην επίλυση απλών νομικών υποθέσεων. Ειδικότερα, τα τελευταία έτη ανατέθηκε αποκλειστικά στους Ειρηνοδίκες η εκδίκαση των υποθέσεων του ν. 3869/2010, αυξήθηκε το ποσοτικό κριτήριο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (αρ. 2 ν. 3994/2011), μεταφέρθηκε σ’ αυτό μεγάλη ύλη της εκουσίας δικαιοδοσίας από το Μονομελές Πρωτοδικείο (αρ. 20 ν. 4055/2012 και με το άρθρο 1 άρθρο έκτο παρ. 2 ν. 4335/2015 παρέμεινε στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου σημαντικός όγκος υποθέσεων, τις οποίες ρητά προβλέπει ο νόμος), ενισχύθηκε με τον ν. 4335/2015 η έγγραφη διαδικασία και περιορίστηκε ο κύκλος των υποθέσεων στις οποίες ο διάδικος μπορεί να παρασταθεί χωρίς δικηγόρο (115 παρ. 3, 94 ΚΠολΔ), παράλληλα δε, διευρύνθηκε ο όγκος των υπαγόμενων στα Ειρηνοδικεία διαφορών (έκδοση ευρωπαϊκών διαταγών πληρωμής κατά τον Καν. 1896/2006, ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου κατά τον Καν. 650/2012, εκδίκαση μικροδιαφορών με την ευρωπαϊκή διαδικασία κατά τον Καν. 861/2007, όπως τροποποιήθηκε με τον Καν. 2421/2015, έκδοση ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμών κατά τον Καν. 655/2014, βλ. την αιτ. έκθεση ν. 4689/2020). Επιπλέον, ο Ειρηνοδίκης σήμερα υποβάλλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ (βλ. την υπόθεση C‑565/16, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, που υπέβαλε το Ειρηνοδικείο Λέρου σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 12, παρ. 3, στοιχ. βʹ του Καν. 2201/2003). 

 

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η δικαστηριακή ύλη που αναλογεί στους Ειρηνοδίκες είναι αντίστοιχης δυσκολίας με αυτήν της ύλης των λοιπών πολιτικών – ποινικών δικαστών, γεγονός που αναγνώρισε ο νομοθέτης και, γι’ αυτό άλλωστε, εξομοίωσε με τον ν. 4689/2020 τις προϋποθέσεις συμμετοχής, τον τρόπο διενέργειας του διαγωνισμού, τις προϋποθέσεις επιτυχίας, τη διάρκεια φοίτησης και τον διορισμό των Δικαστών στα πρωτοβάθμια Δικαστήρια. Ας σημειωθεί ότι υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς όσον αφορά την ηλικία των υποψηφίων προϋπόθεση συμμετοχής στον διαγωνισμό των Ειρηνοδικών ήταν η συμπλήρωση του 25ου έτους, με αποτέλεσμα ορισμένοι από εμάς να επιτύχουμε στον διαγωνισμό, να διοριστούμε Ειρηνοδίκες και να αδυνατούμε, πλέον, λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών εργασίας μας (συνεχείς μετακινήσεις ακόμα και στις πιο δύσβατες περιοχές σ’ όλη την επικράτεια, αυξημένος όγκος υποθέσεων και πολυποίκιλης φύσεως καθήκοντα) να συμμετέχουμε ξανά σε εξετάσεις στα ίδια ακριβώς νομικά μαθήματα για να διεκδικήσουμε το αυτονόητο για κάθε εργαζόμενο: την υπηρεσιακή εξέλιξη.

 

Η αξία του Ειρηνοδίκη έχει αποδειχθεί και αποδεικνύεται κάθε μέρα στην πράξη. Αναγνωρίζεται συνεχώς τα τελευταία έτη από τον εθνικό και ευρωπαϊκό νομοθέτη, που έμπρακτα δείχνει την εμπιστοσύνη του στον Ειρηνοδίκη και τη σπουδαία θέση που κατέχει στο δικαστικό στερέωμα. 

 

Κύριοι Συνάδελφοι,

Σήμερα είμαστε 916 Ειρηνοδίκες και Πταισματοδίκες. Η επόμενη διετία είναι η πιο κρίσιμη για τον Ειρηνοδίκη, ο οποίος είτε θα παραμείνει εγκλωβισμένος στις στρεβλώσεις του παρελθόντος ακολουθώντας οπισθοδρομικές αντιλήψεις είτε θα αντιληφθεί τις εξελίξεις, θα προσαρμοστεί σ’ αυτές και θα εκπληρώσει τον ύψιστο ρόλο και προορισμό του. Στις προσεχείς εκλογές είναι στο χέρι μας να καθορίσουμε την πορεία της Ένωσης επιλέγοντας συναδέλφους με όραμα για τον κλάδο, προσήλωση στους στόχους μας, πίστη στον αγώνα και τη δυναμική διεκδίκηση των συμφερόντων μας, μακριά από προσωπικές επιδιώξεις, πάντα με γνώμονα τις αρχές και τις αξίες μας, τις οποίες σε καμία περίπτωση δεν διαπραγματευόμαστε.

Ελένη Τζουνάκου 

Ειρηνοδίκης 

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΕΥΘΑΛΙΑΣ (ΕΦΗΣ) ΚΩΣΤΑ, Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης

ΕΠΙΣΤΟΛΗ

ΕΥΘΑΛΙΑΣ (ΕΦΗΣ) ΚΩΣΤΑ,

Ειρηνοδίκη ΘεσσαλονίκηςΣτιγμιότυπο 2020-07-20, 2.30.02 μμ

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Θέτοντας την υποψηφιότητα μου στις επικείμενες αρχαιρεσίες της Ένωσής μας για την εκλογή νέου Δ.Σ, με την ομάδα του Χριστόφορου Σεβαστίδη, Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Παντελή Μποροδήμου,  Αικατερίνης  Ντόκα,  Αικατερίνης Μάτση, Ιωάννας Ξυλιά και Μιχάλη Τσέφα, θα ήθελα να εκθέσω συνοπτικά τις απόψεις μου για τη θέση των Ειρηνοδικών στη σύγχρονη πραγματικότητα με σκοπό την ομαλή και αποτελεσματική εκπλήρωση του σκοπού τους στο δικαστικό σύστημα. 

Με δεδομένο ότι η εκδίκαση των αιτήσεων του Ν.3869/2010 (υπερχρεωμένα νοικοκυριά) τείνει να ολοκληρώσει τον κύκλο της, ενώ παράλληλα ξεκίνησε η εφαρμογή των νέων κωδίκων (ΠΚ και ΚΠΔ), με την πλήρη κατάργηση των πταισμάτων, οδηγούμαστε σε μία νέα πραγματικότητα, της ανάγκης για εξορθολογισμό της αρμοδιότητας των Ειρηνοδικείων. Είναι κοινή διαπίστωση ότι ο καθορισμός της καθ’ ύλην αρμοδιότητας των Ειρηνοδικείων με βάση το ποσό των απαιτήσεων είναι ξεπερασμένος. Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί το γεγονός ότι οι Ειρηνοδίκες έχουν ολοκληρώσει με επιτυχία και με ομολογουμένως τεράστιο προσωπικό κόστος, λόγω της υπερχρέωσης, την εκδίκαση των αιτήσεων του Ν.3869/2010, των οποίων το αντικείμενο είναι ιδιαιτέρως περίπλοκο και εξαντλείται στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων ανεξαρτήτως ποσού. Επομένως οι Ειρηνοδίκες σήμερα διαθέτουν μεγάλη δικαστική εμπειρία και γνώσεις και μπορούν να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά σε ένα σύγχρονο δικαστικό σύστημα. Είναι πλέον ώριμες οι συνθήκες για τον καθορισμό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας των πρωτοβάθμιων Δικαστηρίων, όχι με βάση το ποσό των απαιτήσεων αλλά με βάση το αντικείμενο. Ο ειδικότερος βέβαια προσδιορισμός των διαδικασιών που θα υπάγονται στα Ειρηνοδικεία θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο εκτεταμένου διαλόγου. Μια τέτοια πρόταση δεν είναι δύσκολα υλοποιήσιμη ούτε διεκδικεί καμία παγκόσμια πρωτοτυπία, αφού παρόμοιες ρυθμίσεις είναι ιδιαίτερα διαδεδομένες και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ ευνοϊκά θα λειτουργήσει και η δημιουργία κατεύθυνσης Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Με τον τρόπο αυτό θα επέλθει πλήρης εξορθολογισμός της δικαστικής ύλης με πολλαπλά οφέλη, τα οποία δεν εξαντλούνται μόνο στην κατοχύρωση του κύρους των Ειρηνοδικών, που πλέον δεν θα θεωρούνται δικαστές που εκδικάζουν υποθέσεις «μικρού χρηματικού ποσού» αλλά διαφορετικής διαδικασίας. Επιπρόσθετα η εξειδίκευση των διαδικασιών ανά βαθμό δικαιοδοσίας θα συντελέσει σημαντικά στην ταχύτερη και στην αποτελεσματικότερη απονομή δικαιοσύνης. 

Στην ίδια θετική κατεύθυνση πιστεύω ότι θα κινηθεί και η ρύθμιση της ενοποίησης των Ειρηνοδικείων με τα Πταισματοδικεία, με την ένταξη των τελευταίων στα πρώτα, ώστε να αποτελέσουν τμήματα αυτών, γεγονός που θα επιφέρει εξίσωση της δικαστικής ύλης σε όλους τους συναδέλφους Ειρηνοδίκες. Βεβαίως θα πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερη μέριμνα και να υπάρχει μεταβατική ρύθμιση για τους Πταισματοδίκες που βρίσκονται κοντά στο όριο της συνταξιοδότησης. 

Μέσα από την συμμετοχή μου στο Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και στην Εφετειακή Επιτροπή Θεσσαλονίκης διαπίστωσα στην πράξη την ανάγκη να συνεχιστεί από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων η διαδικασία, που ήδη ξεκίνησε, της εκπόνησης δηλαδή σχεδίων Κανονισμών όλων των Δικαστηρίων της Χώρας, πρωτίστως για να προσδιοριστεί ο μέγιστος αριθμός δικογραφιών που θα χρεώνεται κάθε δικαστής. Με τους νέους Κανονισμούς θα μπορεί να διασφαλιστεί ένας σταθερός αριθμός χρεώσεων στα όρια των ανθρωπίνων δυνατοτήτων και να απομακρυνθεί ο κίνδυνος πειθαρχικών διώξεων συναδέλφων, ακόμη κι εάν έχουν επεξεργαστεί τεράστιο αριθμό δικογραφιών. 

 

ΑΙΤΗΜΑ, Δημήτρη Φούκα, Πρ. Πρωτοδικών, Ελευθερίας Κώνστα, Εφέτη, Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, Εφέτη

Αποθήκευση αρχείου (PDF, Unknown)

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης Κώστας Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης

Κώστας Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών

 

                                                                                                            19-7-2020

Οι διαχρονικά συστηματικές και επανειλημμένες προσβλητικές επιθέσεις παραγόντων του ποδοσφαίρου σε βάρος Δικαστικών Λειτουργών της Αθλητικής Δικαιοσύνης, τυγχάνουν της απόλυτης αποδοκιμασίας ολόκληρου του Δικαστικού Σώματος.

Η Αθλητική Δικαιοσύνη, συγκροτούμενη τα τελευταία χρόνια από τακτικούς Δικαστικούς Λειτουργούς με διαδρομή και ιστορία στο Σώμα, που πληρούν όλα τα εχέγγυα αμεροληψίας και ανεξαρτησίας σύμφωνα με το Σύνταγμα και που χαρακτηρίζονται για το ήθος και την άρτια επιστημονική τους κατάρτιση, έχει ως θεσμικό ρόλο να εξυγιάνει και θα εξυγιάνει το πολύπαθο Ελληνικό Ποδόσφαιρο από κάθε φαινόμενο διαφθοράς και ανομίας.

Οι Αθλητικοί Δικαστές θα συνεχίσουν απτόητοι να επιτελούν με ευσυνειδησία το έργο τους με μοναδικό γνώμονα το Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους.

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων και ειδικώς με την ανάδειξη του νέου Διοικητικού Συμβουλίου, που θα προκύψει από τις επικείμενες αρχαιρεσίες δεν πρόκειται να ανεχθεί στο εξής συμπεριφορές παραγόντων ή παραγοντίσκων του ποδοσφαίρου, που προσβάλουν το θεσμό της Δικαιοσύνης και των Λειτουργών της.

Δικαστές και επαγγελματικό ποδόσφαιρο, Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ – Εφέτη

Δικαστές και επαγγελματικό ποδόσφαιρο

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ – Εφέτη,

 

Θεσσαλονίκη, 18  Ιουλίου 2020.

 

            Οι συνέπειες της έλλειψης διοίκησης στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων έγιναν έντονα αντιληπτές τις τελευταίες ημέρες. Έντιμοι δικαστικοί λειτουργοί λοιδορήθηκαν και συκοφαντήθηκαν σε έναν οχετό δημοσιευμάτων. Έγιναν βορά στις συμπληγάδες επαγγελματικού «αθλητισμού» και οικονομικών συμφερόντων. Οι ευθύνες ανήκουν αποκλειστικά σε όσους άφησαν την Ένωση ακέφαλη και τους συναδέλφους εκτεθειμένους.

Από τη στιγμή που ψηφίστηκε ο ν. 4326/2015 διατυπώσαμε τις έντονες αντιρρήσεις μας για τη σκοπιμότητα της νομοθετικής επιλογής. Σχετική είναι η υπ’ αριθμό πρωτ. 288/16-8-2016 ανακοίνωση που εξέδωσε η Ένωση δύο μόλις μήνες μετά την ημερομηνία που αναλάβαμε το Προεδρείο και αμέσως μετά την κριτική που άσκησε η ΕΠΟ στον τρόπο τέλεσης των καθηκόντων δικαστικών λειτουργών και το αίτημά της για αντικατάστασή τους. Αναφέραμε σχετικά «Η Ένωση συμμερίζεται απόλυτα τις επιφυλάξεις σχετικά με τη διάταξη του άρθρου 5 ν. 4326/2015, όπως διατυπώθηκαν στην υπ’ αριθμό 3/2015 διοικητική Ολομέλεια του Πρωτοδικείου Αθηνών και αφορούν στο επιτρεπτό ορισμού από μη δικαστικά όργανα (όπως η ΕΠΟ) εν ενεργεία τακτικών δικαστικών λειτουργών ως μελών δικαιοδοτικών – πειθαρχικών οργάνων». Με το ίδιο έγγραφο ζητήσαμε από την Πολιτεία να αναλάβει νομοθετική πρωτοβουλία ώστε να αρθούν τα προβλήματα και οι δυσλειτουργίες που δημιουργεί η πιο πάνω διάταξη. Το αίτημά μας δεν εισακούστηκε από καμία Κυβέρνηση.

Η επιλογή τακτικών δικαστών που θα στελέχωναν επιτροπές της ΕΠΟ είχε προφανή σκοπό να προσδώσει κύρος στις αποφάσεις της και να εξυγιάνει τον χώρο του ποδοσφαίρου. Δεν είναι εξάλλου η πρώτη φορά που το Κράτος καταφεύγει στην ίδια δοκιμασμένη συνταγή «επιστράτευσης» δικαστών και εισαγγελέων σε διοικητικές επιτροπές, όταν τα επιμέρους προβλήματα διογκώνονται και η κοινωνική επιθυμία για επίλυσή τους γίνεται επιτακτική. Είναι πολύ πιο εύκολο και ανέξοδο για την Πολιτεία αντί να φτάσει στη ρίζα του προβλήματος, να επανδρώσει τις πειθαρχικές επιτροπές με δικαστικούς λειτουργούς, μεταθέτοντας αλλού τις ευθύνες.  Επρόκειτο ωστόσο για μια προσπάθεια καταδικασμένη εξ αρχής σε αποτυχία δημιουργώντας αντίθετα αποτελέσματα από τα προσδοκώμενα. Το μεν ποδόσφαιρο εξακολουθεί να νοσεί από την ίδια ασθένεια, οι δε δικαστές να πλήττονται στον πυρήνα της επαγγελματικής και ηθικής τους υπόστασης, στην αμεροληψία και στην ουδετερότητά τους. Η βάση του προβλήματος δεν έχει να κάνει με την επιλογή των προσώπων που θα στελεχώσουν τα πειθαρχικά όργανα της ΕΠΟ. Είναι αυτή η ίδια η φύση του «επαγγελματικού αθλητισμού» που μετατρέπει τον αθλητισμό σε εμπόρευμα, τις ανώνυμες εταιρίες σε φορείς του αθλητικού ιδεώδους. Ο επιχειρηματικός πόλεμος είναι αναπόφευκτος και αδυσώπητος. Οπαδικοί σύλλογοι, μέσα ενημέρωσης, ηλεκτρονικές σελίδες είναι τα όπλα του εμπόρου του αθλητισμού με τα οποία δεν διστάζει να τραυματίσει δημοκρατικούς θεσμούς και να πλήξει τους φορείς τους, εάν οι αποφάσεις τους δεν συμβιβάζονται με τα οικονομικά του συμφέροντα. Τα φαινόμενα αυτά ασφαλώς δεν είναι ελληνικά, ούτε καν μόνο ευρωπαϊκά. Κάθε Χώρα που έχει στρατηγική επιλογή την εμπορευματοποίηση του αθλητισμού υφίσταται τις ίδιες συνέπειες. Βολεύει σε ντόπια ΜΜΕ να «ελληνοποιήσουν» το φαινόμενο και να το αποδώσουν στους κακούς Έλληνες δικαστές, να το απομονώσουν από την διεθνή του διάσταση και να το αποκόψουν από τις πραγματικές αιτίες του. Στις 28 Φεβρουαρίου 2017 η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων εξέδωσε Δελτίο Τύπου μετά την λυσσαλέα επίθεση που δέχτηκαν δικαστικοί λειτουργοί σε ΜΜΕ κατά την διερεύνηση ποινικών υποθέσεων που αφορούν το επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Επισημάναμε και τότε «Οι επιθέσεις αυτές προέρχονται από συγκρουόμενα επιχειρηματικά συμφέροντα και στοχεύουν να ασκήσουν προς όφελός τους πίεση σε Δικαστές και Εισαγγελείς. Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων γνωρίζει πολύ καλά τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται και τους σκοπούς που επιδιώκονται από κάθε πλευρά και για το λόγο αυτό μένει μακριά από αυτόν τον επιχειρηματικό πόλεμο».

Αμέσως μετά την εκλογή νέας Διοίκησης της Ένωσης το θέμα πρέπει να τεθεί και πάλι στο τραπέζι της συζήτησης. Αίτημα της Ένωσης θα είναι η απεμπλοκή των συναδέλφων από τη συμμετοχή τους σε τέτοιου είδους όργανα και επιτροπές. Η πράξη και η εμπειρία έδειξαν ότι το πλήγμα που επέρχεται στη Δικαιοσύνη είναι δυσανάλογα βαρύτερο από την προσδοκία βελτίωσης μιας ασθένειας που είναι ανίατη.