Τεχνητή Νοημοσύνη στη Δικαιοσύνη-Πρόοδος ή προαναγγελία ενός δυστοπικού μέλλοντος; Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη, Αικατερίνης Ντόκα, Εφέτη, Ιωάννας Ξυλιά, Προέδρου Πρωτοδικών

 Τεχνητή Νοημοσύνη στη Δικαιοσύνη-

Πρόοδος ή προαναγγελία ενός δυστοπικού μέλλοντος;

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη,

Αικατερίνης Ντόκα, Εφέτη,

Ιωάννας Ξυλιά, Προέδρου Πρωτοδικών

 

Μία πρώτη επισήμανση των κινδύνων που καλείται να αντιμετωπίσει η Δικαιοσύνη με την εισαγωγή της λεγόμενης Τεχνητής Νοημοσύνης έγινε στη Γενική Συνέλευση της Ένωσής μας στις 14 Δεκεμβρίου 2019. Στον χαιρετισμό του τότε ο Υπουργός Δικαιοσύνης ανέφερε μεταξύ άλλων: «Βρέθηκα σε 4 ταξίδια της μιας ημέρας στο Παρίσι, στο Στρασβούργο, στο Λουξεμβούργο και στις Βρυξέλες. Το μείζον ζήτημα συζήτησης μεταξύ των Υπουργών Δικαιοσύνης αυτή την περίοδο είναι το πώς θα εντάξουν την τεχνητή νοημοσύνη στο χώρο της Δικαιοσύνης. Και αντιλαμβάνομαι την ανησυχία και τον φόβο. Η πραγματικότητα λέει ότι η Ελλάδα πρέπει να κάνει τεράστια βήματα, έχει να διανύσει μια τεράστια διαδρομή για να φτάσει σε αυτό το επίπεδο». Η προτεραιότητα που δίνει το Υπουργείο στον συγκεκριμένο σχεδιασμό είναι αδιαμφισβήτητη μετά και την ειδική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε πριν λίγες εβδομάδες με θέμα τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Δεοντολογίας για την Τεχνητή Νοημοσύνη στα δικαστικά συστήματα. Και στην εκδήλωση αυτή ο Υπουργός Δικαιοσύνης αφού σχολίασε το αναντικατάστατο της δικανικής κρίσης τόνισε ότι κανείς δεν δικαιούται να καθυστερήσει την εξέλιξη της τεχνολογίας και τον ψηφιακό μετασχηματισμό της δικαιοσύνης και ότι υποχρέωση της Πολιτείας είναι να βρει την «χρυσή τομή» με πολιτικές που θα διευκολύνουν την διείσδυση των νέων τεχνολογιών.

Ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Δεοντολογίας για τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης (Ε.Χ.Δ.Τ.Ν.) στα δικαστικά συστήματα υιοθετήθηκε από την CEPEJ (Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης) στο Στρασβούργο στις 3-4 Δεκεμβρίου 2018 χωρίς μέχρι σήμερα στην Ελλάδα να έχει ανοίξει ένας διάλογος ή να έχει γίνει κάποια ενημέρωση στους δικαστικούς λειτουργούς και στις Δικαστικές Ενώσεις, παρά το γεγονός ότι υπήρχε τέτοια σύσταση (παράγραφος 155 Ε.Χ.Δ.Τ.Ν.). Η ενημέρωση συνήθως γίνεται λίγο πριν την εξαγγελία μιας νομοθετικής πρωτοβουλίας, όταν δεν υπάρχει ο αναγκαίος χρόνος συζήτησης, ζυμώσεων και προβολής αντεπιχειρημάτων. Την ίδια στιγμή που ο Υπουργός Δικαιοσύνης εμφανίζει την Τεχνητή Νοημοσύνη στη Δικαιοσύνη ως ένα αναγκαίο βήμα προόδου και σύγκλισης της Ελλάδας με την υπόλοιπη Ευρώπη, ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Δεοντολογίας εκφράζει έναν βαθύτατο σκεπτικισμό και πολλές επιφυλάξεις για τη συστηματική χρήση της.

Τι είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη- Πως λειτουργεί: Ο Ε.Χ.Δ.Τ.Ν. όπως αναφέρει και στο Παράρτημα Ι συντάχθηκε με την επιστημονική συνδρομή και του κ. Βασίλειου Λάμπου, ερευνητή στο Τμήμα Επιστήμης του University College London. Ο συγκεκριμένος ερευνητής μαζί με άλλους δύο Έλληνες επιστήμονες ανέπτυξαν από το 2016 μία μέθοδο Τεχνητής Νοημοσύνης χρησιμοποιώντας αλγόριθμους που μπορούν να προβλέψουν, όπως ισχυρίζονται, με πιθανότητα 79% τις δικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Πρόκειται για την λεγόμενη «προβλεπτική δικαιοσύνη» η οποία στηριζόμενη σε αλγόριθμους εξετάζει προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις και λαμβάνοντας υπόψη το υλικό της κάθε δικογραφίας, μπορεί να προβλέψει την απόφαση του δικαστηρίου σε κάθε νέα υπόθεση. Οι πιθανότητες διαμορφώνονται μέσω στατιστικής μοντελοποίησης προηγούμενων αποφάσεων, κάνοντας χρήση δύο ειδικών τομέων της επιστήμης των υπολογιστών: την επεξεργασία φυσικής γλώσσας και την μηχανική μάθηση. Όπως αναφέρεται και στον Ε.Χ.Δ.Τ.Ν. (παράγραφος 64) «η αξιοπιστία του μοντέλου που δημιουργείται εξαρτάται σημαντικά από την ποιότητα των δεδομένων που χρησιμοποιούνται και από την επιλογή της τεχνικής της μηχανικής μάθησης».

 

Σε τι (υποτίθεται ότι) αποβλέπει: Τόσο στην Αμερική όσο και στον Καναδά και στην Αυστραλία έχουν προ ετών ξεκινήσει οι καμπάνιες της «έξυπνης δικαιοσύνης» ώστε αυτή να καθίσταται πλέον δικαίωμα. Η δικηγόρος Χρίστια Μίτλεττον στο άρθρο της με τίτλο ‘Τεχνητή  Νοημοσύνη, Δικαιοσύνη και Έξυπνη Δικαιοσύνη’ αναφέρει: «Κάπως έτσι μπαίνει στο διάλογο η συσχέτιση της τεχνητής νοημοσύνης με την δικαστική διαφάνεια ή καλύτερα η έννοια της «έξυπνης δικαιοσύνης» που βασίζεται σε τεχνολογικά δεδομένα για να αποδιώξει από τους κόλπους της δικαιοσύνης τις όποιες ανθρώπινες αδυναμίες, για να επιτύχει τόσα πολλά που περιλαμβάνουν και την ανάκτηση και ενίσχυση της εμπιστοσύνης των ανθρώπων στη λειτουργία των νόμων, του δικαίου και της δικαιοσύνης. …Η «έξυπνη δικαιοσύνη» είναι βασισμένη στην επιστήμη και στην τεχνολογία, είναι λιγότερο ενστικτώδης ή εμποτισμένη με προσωπικές πεποιθήσεις ή μεταβαλλόμενες συναισθηματικές καταστάσεις ή πάθη».  Ο Ε.Χ.Δ.Τ.Ν. βλέπει στην Τεχνητή Νοημοσύνη «έναν τρόπο για να παρέχουν οι δικηγόροι καλύτερες συμβουλευτικές υπηρεσίες στους πελάτες τους» και «κάποιοι ασφαλιστές προσφέρουν ήδη τη χρήση προβλεπτικών συστημάτων στους πελάτες τους για να μπορούν να αξιολογήσουν τη βασιμότητα των υποθέσεών τους», ενώ για το Δημόσιο θα είναι «ένα μέσο για τη μείωση των λειτουργικών δαπανών της Δικαιοσύνης» (παράγραφοι 96 και 97 του Ε.Χ.Δ.Τ.Ν.). Στην Εσθονία η αιτιολόγηση της «μεταρρύθμισης», που θα περιγραφεί παρακάτω, φαίνεται ότι έχει αρκετές ομοιότητες με αυτήν που χρησιμοποιήθηκε και στη Χώρα μας όταν εισήχθη η υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση: η αναβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών και η εκκαθάριση υποθέσεων που συσσωρεύονται για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ποιους εξυπηρετεί:  Μία πρώτη απάντηση δίνεται χωρίς περιστροφές από τον ίδιο τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Δεοντολογίας: «Η πρωτοβουλία για την ανάπτυξη αυτών των εργαλείων προέρχεται κατά κύριο λόγο από τον ιδιωτικό τομέα, του οποίου η πελατεία είναι κυρίως ασφαλιστικές εταιρίες, δικηγόροι και εταιρίες παροχής νομικών υπηρεσιών που επιθυμούν να μειώσουν τη νομική αβεβαιότητα και τη μη προβλεψιμότητα των δικαστικών αποφάσεων» (παράγραφος 3). Και συνεχίζει «Οι δικηγόροι κάνουν από παλιά προσπάθειες σύγκρισης των συνθέσεων του δικαστηρίου, λιγότερο ή περισσότερο εμπειρικά, έτσι ώστε να μπορούν να συμβουλέψουν καλύτερα τον πελάτη τους σε σχέση με έναν συγκεκριμένο δικαστή ή μια σύνθεση δικαστηρίου» (παράγραφος 43 και 96). Τι λιγότερο μας λέει ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Δεοντολογίας από την εισαγωγή μιας μεθόδου «επιλογής δικαστή» σύμφωνα με τα συμφέροντα του πελάτη μιας εταιρίας ή ενός δικηγορικού γραφείου κατά παρέκκλιση της Συνταγματικής αρχής του «φυσικού δικαστή» ; Είναι μάλλον περιττό να θυμίσουμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ελληνικού Συντάγματος η αρχή του «φυσικού δικαστή» δεν περιορίζεται μόνο στο δικαστήριο το οποίο σύμφωνα με το νόμο έχει δικαιοδοσία και αρμοδιότητα να δικάσει αλλά αναφέρεται και στα συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα που θα συγκροτήσουν το εν λόγω δικαστήριο. Τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να καθορίζονται εκ των προτέρων με βάση αντικειμενικά κριτήρια και όχι επιλεκτικά και ενόψει συγκεκριμένων υποθέσεων (Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, σελ. 406). Ο κίνδυνος τον οποίο θέλει να αποτρέψει το άρθρο 8 Σ «δεν έγκειται σε ποιο δικαστήριο θα δικάσει αλλά στην επιλογή των δικαστών της αρεσκείας των διοικήσεων ή των προϊσταμένων των δικαστηρίων» (έτσι ΑΠ 1740/2007, Δνη 2009, 1027 και Κονδύλης σε Σπυρόπουλου, Κοντιάδη, Ανθόπουλου, Γεραπετρίτη, Σύνταγμα – κατ’ άρθρο ερμηνεία, άρθρο 8 παρ. 19), πόσο μάλλον των εταιριών και των δικηγορικών γραφείων θα προσέθετε κανείς!  Και πραγματικά ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Δεοντολογίας αναγνωρίζει την ύπαρξη αυτού του κινδύνου: «η τακτική αυτή έχει ήδη παρατηρηθεί εδώ και καιρό στις ΗΠΑ και στη Γαλλία για αδικήματα στον τομέα του Τύπου …όπου οι ενάγοντες είναι γνωστό ότι επιλέγουν το δικαστήριο το οποίο φαίνεται να επιδικάζει τα υψηλότερα ποσά αποζημίωσης και τόκων»! (παράγραφος 46 του Ε.Χ.Δ.Τ.Ν.).

Μια σύντομη ματιά στον υπόλοιπο κόσμο: Η στάση των κρατών στο συγκεκριμένο ζήτημα δεν είναι ενιαία αλλά αποτελεί συνάρτηση πολλών παραμέτρων, όπως η κουλτούρα και η παράδοση ενός λαού, το βάθος και η ταχύτητα της διείσδυσης των επιχειρηματικών συμφερόντων σε κρατικές λειτουργίες, η χαλαρή ή σθεναρή αντίσταση της επιστημονικής κοινότητας και των πολιτικών κομμάτων. Η Εσθονία για παράδειγμα που πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως «πιλότος» σε «καινοτόμες μεταρρυθμίσεις» ανακοίνωσε από το 2019 ότι έχει αναπτύξει και θα θέσει σε εφαρμογή εντός του 2020 ένα πρόγραμμα Τεχνητής Νοημοσύνης το οποίο θα εκδίδει δικαστικές αποφάσεις για υποθέσεις μικροδιαφορών έως 7.000 ευρώ! Οι διάδικοι θα εφοδιάζουν μία πλατφόρμα με τα αναγκαία έγγραφα και το πρόγραμμα θα εκδίδει την απόφαση. Ο περιορισμός της υποκατάστασης του φυσικού δικαστή από τους αλγόριθμους μόνο στη διαδικασία των μικροδιαφορών είναι φυσικά μια καλή αρχή και είναι θέμα χρόνου να διευρυνθεί και να οδηγήσει σταδιακά στην ολοκληρωτική υποκατάσταση! Η Λετονία μαζί με την Μ. Βρετανία και την Ολλανδία έχουν επίσης επεξεργαστεί σχέδια ανάθεσης υποθέσεων μικρού χρηματικού αντικειμένου στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Όπως αναφέρεται και στον Ευρωπαϊκό Χάρτη Δεοντολογίας (παράγραφος 105) το αντικείμενο των υπηρεσιών ηλεκτρονικής επίλυσης διαφορών (ΗΕΔ) φαίνεται να επεκτείνεται και δεν αφορά μόνο διαφορές μικρού χρηματικού αντικειμένου αλλά και φορολογικές και κοινωνικοασφαλιστικές διαφορές καθώς και διαδικασίες διαζυγίων. Στην Ολλανδία στα ιδιωτικά ασφαλιστήρια υγείας προβλέπεται αυτόματη προσφυγή στην ΗΕΔ πριν την άσκηση οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος. Κι’ αν η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα εμβρυακό στάδιο υιοθέτησης τέτοιων πρακτικών, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού οι ΗΠΑ έχουν περάσει στο στάδιο της υποχρεωτικής χρήσης της Τεχνητής Νοημοσύνης από τους δικαστές. Το περίφημο λογισμικό της COMPAS, που αναπτύχθηκε από ιδιωτική εταιρία, είχε ως στόχο να αξιολογήσει τον κίνδυνο υποτροπής του καταδικασμένου και χρησιμοποιείται υποχρεωτικά από τους δικαστές σε ορισμένες Πολιτείες των ΗΠΑ.  Διαπιστώθηκε ωστόσο ότι στα άτομα αφροαμερικανικής καταγωγής αποδόθηκε βαθμός υποτροπής δύο φορές μεγαλύτερος από αυτόν σε άλλες πληθυσμιακές ομάδες. Στην υπόθεση State v. Loomis η ποινή των έξι ετών κάθειρξης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο για κλοπή αυτοκινήτου  επηρεάστηκε από το λογισμικό της COMPAS. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν συμβάδιζε με την αρχή της δίκαιης δίκης. Η υπόθεση έφτασε στο Ανώτατο Δικαστήριο του Wisconsin, το οποίο τελικά αποφάνθηκε ότι η χρήση του συγκεκριμένου λογισμικού δεν συνιστούσε προσβολή οποιουδήποτε δικαιώματος του κατηγορουμένου, παρόλο που η μεθοδολογία του COMPAS δεν έχει κοινοποιηθεί επαρκώς από την εταιρία που επικαλείται το εμπορικό απόρρητο.  Η εταιρία ακόμα και μετά την κοινωνική αντίδραση που προκλήθηκε, αρνήθηκε να επιτρέψει σε τρίτους επιστήμονες τον έλεγχο του αλγορίθμου της. Η Γαλλία τέλος από πέρσι ενσωμάτωσε στο άρθρο 33 του Νόμου για την μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης την απαγόρευση της αλγοριθμικής ανάλυσης δικαστικών αποφάσεων (με ποινή φυλάκισης μέχρι 5 ετών), της χρήσης δηλαδή προσωπικών δεδομένων δικαστικών λειτουργών με σκοπό την ανάλυση, σύγκριση, αξιολόγηση και πρόβλεψη των επαγγελματικών τους πρακτικών.

 Οι κίνδυνοι: Ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Δεοντολογίας στο Παράρτημα ΙΙ κατηγοριοποιεί τις πιθανές χρήσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης στη Δικαιοσύνη εντάσσοντας την κατάρτιση προφίλ δικαστών και την πρόβλεψη δικαστικών αποφάσεων στις «χρήσεις για τις οποίες πρέπει να προηγηθούν πρόσθετες επιστημονικές μελέτες» ενώ διατυπώνει «έντονες επιφυλάξεις» για χρήση αλγορίθμων σε ποινικές υποθέσεις για την κατάρτιση προφίλ συγκεκριμένων ατόμων. Προκαλεί ωστόσο εντύπωση το γεγονός ότι στην παραπάνω κατηγοριοποίηση δεν γίνεται καμία αναφορά ούτε υπάρχει προβληματισμός για τις περιπτώσεις εκείνες που Ευρωπαϊκά Κράτη έχουν ήδη αναθέσει την επίλυση διαφορών στους αλγόριθμους. Όταν για το έλασσον (πρόβλεψη δικαστικών αποφάσεων) απαιτούνται πρόσθετες επιστημονικές μελέτες, πόσο επικίνδυνη αλήθεια είναι η ανάθεση δικαστικών καθηκόντων σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές;

Μεταξύ των κινδύνων που επισημαίνονται από τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης στη Δικαιοσύνη ορισμένοι αφορούν θεμελιώδεις δημοκρατικές αρχές όπως η αρχή της νομιμότητας. «Το αποτέλεσμα αυτών των εργαλείων μπορεί να είναι όχι απλώς να παρέχονται προτροπές, αλλά να παράγεται οιονεί επιτακτικότητα, με συνέπεια να δημιουργείται μια νέα μορφή κανονιστικότητας, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά με το νόμο, θέτοντας περιοριστικό πλαίσιο στην κυρίαρχη διακριτική ευχέρεια του δικαστή και να οδηγήσει πιθανώς μακροπρόθεσμα σε μια τυποποίηση των δικαστικών αποφάσεων» (παράγραφος 7 του Ε.Χ.Δ.Τ.Ν.). Η νομολογία των δικαστηρίων όπως και η νομική θεωρία δεν είναι στατική αλλά εμπλουτίζεται με τον διάλογο, μεταβάλλεται ανάλογα με τις κοινωνικές εξελίξεις. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν έχει αυτό το πλεονέκτημα της μεταβλητότητας και προσαρμοστικότητας της ανθρώπινης σκέψης στις νέες συνθήκες. Θα αναπαράγει θέσεις και αντιλήψεις παρωχημένες σε πλήρη αναντιστοιχία με την εξέλιξη και την πρόοδο. Ανησυχία προκαλεί ο βαθμός δέσμευσης των δικαστών από τις επιταγές των αλγορίθμων. Με την χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης «οι δικαστές δεν θα επέλυαν τις διαφορές μόνο σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου αλλά και με τις τάσεις της νομολογίας που προκύπτουν από στατιστικά που συγκεντρώνονται από ένα ψηφιακό εργαλείο… Η εξαγωγή ενός κανόνα από μεγάλο αριθμό δικαστικών αποφάσεων χωρίς αυτές να κατατάσσονται σε σχέση με την ιεραρχία των δικαστηρίων που τις εκδίδουν, δεν θα αγνοούσε την ιεραρχία μεταξύ των δικαστηρίων και τη σημασία των αποφάσεων των Ανωτάτων Δικαστηρίων;» (παράγραφος 35 του Ε.Χ.Δ.Τ.Ν.).

Για την παραβίαση της αρχής του «φυσικού δικαστή» ειπώθηκαν παραπάνω ορισμένες σκέψεις και προβληματισμοί.

Ζήτημα τίθεται επίσης και ως προς την προστασία των προσωπικών δεδομένων των διαδίκων και των μαρτύρων (εθνοτική ή φυλετική προέλευση, πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις, συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση κλπ) τα οποία θα τα διαχειρίζονται ιδιωτικές εταιρίες.

Ιδιαίτερο αντικείμενο  συζήτησης αποτέλεσε η δημοσιοποίηση των ονομάτων των δικαστικών λειτουργών μέσα σε μια ολοκληρωμένη βάση δεδομένων, ένα ζήτημα εντελώς ξεχωριστό από την αρχή της δημοσιοποίησης των πρωτοτύπων ή επικυρωμένων αντιγράφων των δικαστικών αποφάσεων.  Σε μια μελέτη που διεξήχθη στη Γαλλία προτάθηκε η δυνατότητα δημοσίευσης μόνο των ονομάτων των δικαστών των Ανωτάτων Δικαστηρίων, παρότι αναγνωρίστηκε ότι αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν δρόμο χωρίς επιστροφή (παράγραφος 53 του Ε.Χ.Δ.Τ.Ν.).

Συναφής και ιδιαίτερα ανησυχητικός είναι ο προβληματισμός της χειραγώγησης των δικαστών μέσω της πίεσης που τους ασκείται από το συγκεκριμένο μοτίβο των αλγόριθμων. «Είναι πιθανόν οι δικαστές να μην αναλάβουν το πρόσθετο βάρος, ιδιαίτερα σε συστήματα όπου η θητεία τους δεν είναι μόνιμη.. ή όταν μπορεί να τεθεί ζήτημα προσωπικής τους ευθύνης (πειθαρχικής, αστικής ακόμα και ποινικής)» (παράγραφος 140 του Ε.Χ.Δ.Τ.Ν.) και σε άλλο σημείο «Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τον κίνδυνο να ασκείται με τον τρόπο αυτό έμμεση πίεση στους δικαστές κατά τη λήψη των αποφάσεων και να αναγκαστούν να συμφωνήσουν με τον κανόνα ή η διοίκηση των δικαστηρίων να ελέγχει ποιοι αποκλίνουν από τον κανόνα» (παράγραφος 116 του Ε.Χ.Δ.Τ.Ν.). Η πίεση γίνεται ακόμα πιο φορτική όταν ήδη ορισμένες εταιρίες ανακοίνωσαν ότι θα μπορούσαν να διαπιστώσουν προσωπικές απόψεις δικαστών και να εγείρουν υποψίες μεροληψίας (παράγραφος 86 του Ε.Χ.Δ.Τ.Ν.) όταν η κρίση τους διαφέρει σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις ή είναι διαφορετική από τις προσωπικές και δημόσιες δηλώσεις τους ή δεν εξηγείται με βάση τα στοιχεία της προσωπικότητάς τους. Με άλλα λόγια θα τίθεται στον δικαστικό λειτουργό το δίλημμα να εξακολουθεί να αναπαράγει συνειδητά μια εσφαλμένη άποψη ή να μεταβάλει τη θέση του αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο έγερσης υπονοιών μεροληψίας και επιβολής σοβαρών κυρώσεων σε βάρος του.

Αμφισβητούμενη είναι η αξιοπιστία των αλγορίθμων ιδιαίτερα αν συνδυαστεί με την αδιαφάνεια στη μεθοδολογία που χρησιμοποιούν οι ιδιωτικές εταιρίες (σχετικά η παράγραφος 131 του Ε.Χ.Δ.Τ.Ν.) Ο κίνδυνος της «παράλειψης δεδομένων», της επιλογής μόνο των δεδομένων που ταιριάζουν σε προκαθορισμένα πλαίσια ανάλυσης αποκλείοντας αποφάσεις που δεν ανταποκρίνονται εύκολα στους συσχετισμούς γλωσσικών αλληλουχιών (παράγραφος 101 του Ε.Χ.Δ.Τ.Ν.) είναι η πλευρά μόνο της τεχνικής και χωρίς δόλο αδυναμίας ανταπόκρισης στην πραγματικότητα. Η συζήτηση φτάνει σε άλλο επίπεδο όταν τίθενται ερωτήματα όπως «Πώς θα υπολογιστεί η αποζημίωση που προτείνει το πρόγραμμα; Με ποια μέθοδο; Ο αλγόριθμος θα επεξεργάζεται δίκαια τις πληροφορίες;» (παράγραφος 107 του Ε.Χ.Δ.Τ.Ν.).  Ο εγκληματολόγος Ales Zavrsnik υπογραμμίζει ότι «η κατασκευή και ερμηνεία των αλγορίθμων γίνονται από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο και δεν μπορούν να αποφευχθούν σφάλματα, προκαταλήψεις, αξίες, ανθρώπινα συμφέροντα και μια ανθρώπινη αναπαράσταση του κόσμου». Ανάλογη εμπειρία υπάρχει ήδη στους δικαστικούς λειτουργούς από τις Τράπεζες Νομικών Πληροφοριών οι οποίες έχουν τη δυνατότητα κατά την διαχείριση του τεράστιου όγκου πληροφοριών να υπερπροβάλουν ή να υποβαθμίσουν συγκεκριμένες νομικές θέσεις και να μεταβάλουν ακόμα και τη νομολογία των δικαστηρίων. Ο Ε.Χ.Δ.Τ.Ν. αναγνωρίζει ότι «δεν είναι καθόλου απίθανη η διακριτική και μη χρήση συστημάτων αναφοράς επί πληρωμή (στα πρότυπα της διαφήμισης στη μηχανή αναζήτησης της Google) που θα επιτρέπουν σε ορισμένους φορείς να δίνουν λιγότερο βάρος σε αποφάσεις που είναι μη ευνοϊκές γι’ αυτούς» (παράγραφος 159).

Ειδικότερα στον ευαίσθητο τομέα του ποινικού δικαίου η χρήση αλγοριθμικών μεταβλητών μπορεί να αναπαράγει αδικαιολόγητες και ήδη υπάρχουσες ανισότητες και στερεότυπα σε ένα συγκεκριμένο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και αντί να διορθώσει η τεχνολογία ορισμένες προβληματικές πολιτικές, αντίθετα να καταλήξει να τις νομιμοποιήσει. Πρόσφατα ο Λουτσιάνο Φλορίντι, καθηγητής Φιλοσοφίας και Ηθικής της Πληροφορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, σε συνέντευξή του στην Εφημερίδα Καθημερινή (2-8-2020) εξέφρασε τις σοβαρές ανησυχίες του από τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης στον τομέα αυτό: «Βλέπω εξαίσια πράγματα αλλά βλέπω και φρικτά πράγματα, όπως τις διακρίσεις στο αμερικανικό δικαστικό σύστημα».

 Συμπεράσματα: Οι προβληματισμοί και οι σοβαρές επιφυλάξεις που εκτέθηκαν παραπάνω για την εφαρμογή της Τεχνητής Νοημοσύνης στο χώρο της Δικαιοσύνης δε συνδέονται με την αδιαμφισβήτητη ανάγκη εκσυγχρονισμού και προσαρμογής στα νέα τεχνολογικά δεδομένα. Οι πρόοδοι στον τομέα των ηλεκτρονικών υπολογιστών δεν μπορούν να μας αφήνουν αδιάφορους και θα συνιστούσε οπισθοδρόμηση να εναντιωνόμαστε ως νέοι Λουδίτες με αδικαιολόγητη καχυποψία σε κάθε τι καινοτόμο. Αντίθετα αποτελεί πάγιο αίτημα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων η μηχανοργάνωση των Δικαστηρίων, η κάλυψη κάθε Δικαστηρίου με ηλεκτρονικούς υπολογιστές και εκτυπωτές ανάλογους με τον αριθμό των υπηρετούντων Δικαστών και Εισαγγελέων, ο εκσυγχρονισμός του τηλεπικοινωνιακού δικτύου ώστε να υπάρχει δυνατότητα πρόσβασης στο διαδίκτυο. Η Ελλάδα προφανώς δεν ακολουθεί τον τεχνολογικό βηματισμό της υπόλοιπης Ευρώπης όχι διότι τάχα δεν εναρμονίστηκε με τις πρακτικές της Τεχνητής Νοημοσύνης αλλά διότι για παράδειγμα στο μεγαλύτερο Δικαστήριο της Χώρας, στο Πρωτοδικείο των Αθηνών που υπηρετούν 450 δικαστές υπάρχουν 6 ηλεκτρονικοί υπολογιστές και 3 εκτυπωτές (εκ των οποίων ο ένας είναι δωρεά της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων) και είναι πολύ δύσκολη η πρόσβαση στο διαδίκτυο.  Δικαιούμαστε ωστόσο να διερευνήσουμε από ποιόν αξιοποιείται μια νέα τεχνολογία και σε τι αποβλέπει. Η Τεχνητή Νοημοσύνη ως προβλεπτική Δικαιοσύνη ή με τη μορφή της κατάρτισης προφίλ δικαστών, μαρτύρων, κατηγορουμένων, παραγόντων της δίκης ή ως πλατφόρμα δικαστικής και εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών συνιστά ένα επικίνδυνο εργαλείο με πολλαπλές χρήσεις στα χέρια ιδιωτικών εταιριών. Θα μπορεί δυνητικά να καθοδηγεί και να εκφοβίζει δικαστικούς λειτουργούς, ενώ ταυτόχρονα καταργεί την αρχή της νομιμότητας και την αρχή του φυσικού δικαστή, υποτάσσει το τεκμήριο της αθωότητας σε αδιαφανείς διαδικασίες, αναπαράγει στερεότυπα και προκαταλήψεις, παραβιάζει την ίδια τη Συνταγματική πρόβλεψη για δικαίωμα δίκαιης δίκης ενώπιον δικαστών, άρα ενώπιον φυσικών προσώπων. Αξιοποιείται από ιδιωτικές εταιρίες και Κράτη που θέλουν να υποκαταστήσουν την ανεξάρτητη, απρόβλεπτη και άρα επικίνδυνη ανθρώπινη σκέψη με ελεγχόμενες ψηφιακές πλατφόρμες και λογισμικά που οδηγούν σε δεδομένα αποτελέσματα. Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι η δίδυμη αδελφή των υποχρεωτικών μορφών ιδιωτικής διαμεσολάβησης στο χώρο της Δικαιοσύνης. Γι’ αυτό έχουν την ίδια δικαιολογητική βάση: Μείωση των δαπανών, κατάργηση των χρονοβόρων διαδικασιών για την έκδοση μιας δικαστικής απόφασης, αποσυμφόρηση της σωρευμένης ύλης. Η Δικαιοσύνη ως κρατική λειτουργία ατροφεί. Η δικαστική απόφαση ως έργο ανεξάρτητων κρατικών λειτουργών, ως ανθρώπινη σκέψη, με κάθε πιθανότητα σφάλματος, είναι αρκετά δύσκολο να τυποποιηθεί και να μπει εκ των προτέρων σε καλούπια. Μεθοδικά και με στοχευμένη «ενημέρωση» των πολιτών ιδιωτικές εταιρίες, διεθνείς οργανισμοί, Κράτη, ΜΜΕ, ειδικοί επιστήμονες στρέφουν σε μια προκαθορισμένη κατεύθυνση. Το δίλημμα δεν μπαίνει συνεπώς όπως το έθεσε ο Υπουργός της Δικαιοσύνης: ή με την πολιτισμένη Ευρώπη ή οπισθοδρόμηση. Φωνές αντίστασης, ασυμβίβαστοι άνθρωποι, διορατικοί και ανήσυχοι επιστήμονες υπάρχουν σε όλο τον κόσμο, μόνο που είναι δύσκολο να ακουστούν. Αργά ή γρήγορα η παγκόσμια κοινότητα θα αναρωτιέται: Δικαιοσύνη από ποιόν και για ποιους;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΠΟ 28ης-07-2020 ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΤΗΣ Κ. ΑΚΡΙΒΗΣ ΕΡΜΙΔΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΠΕΥΣΗ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΚΡΕΜΜΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΤΟΥ Ν. 3869/2010, Ιάκωβος Γ. Απέργης ,Ειρηνοδίκης

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΠΟ 28ης-07-2020 ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΤΗΣ Κ. ΑΚΡΙΒΗΣ ΕΡΜΙΔΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΠΕΥΣΗ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΚΡΕΜΜΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΤΟΥ Ν. 3869/2010

 

Στις 28-07-2020 αναρτήθηκε δημόσια στον ιστότοπο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων κείμενο της κ. Ακριβής Ερμίδου με τίτλο «Οι θέσεις μου στην ομάδα Εργασίας για το ν. 3869/2010 και οι λόγοι των προσωπικών επιθέσεων». Στο κείμενο αυτό αναφέρονται αφενός εντελώς ανακριβή δεδομένα ως προς το Ειρηνοδικείο Πειραιά, αφετέρου ο παντελώς αβάσιμος ισχυρισμός ότι οι εκπρόσωποι του Ειρηνοδικείου μας κατά την συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 2020 στην  Ομάδα Εργασίας για τον ν.3869/2010 συναίνεσαν στις προτάσεις της ανωτέρω ομάδας σχετικά με τον επαναπροσδιορισμό και εκκαθάριση  όλων των αιτήσεων του ν. 3869  εντός του έτους 2021 και την κατάργηση του ακροατηρίου, όπως οι προτάσεις αυτές έχουν αποτυπωθεί στο σχέδιο νόμου που ήδη έχει κυκλοφορήσει σε νομικούς ιστότοπους και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στην ανωτέρω συνεδρίαση συμμετείχα ως εκπρόσωπος του Ειρηνοδικείου Πειραιά μαζί με την κυρία Διευθύνουσα το Ειρηνοδικείο. Επειδή δυστυχώς, δεν είναι η πρώτη φορά που διακινούνται τέτοιες ανακρίβειες και επειδή, ενόψει της επικείμενης υποβολής για δημόσια διαβούλευση και εν συνεχεία προς ψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου, δεν πρέπει να δημιουργούνται υπόνοιες στους συναδέλφους ότι συναίνεσαν και άλλοι δικαστικοί λειτουργοί, πλην των τριών (3) Ειρηνοδικών που συμμετείχαν στην Ομάδα Εργασίας, στις αναφερόμενες στο σχετικό νομοσχέδιο ρυθμίσεις, βρίσκομαι στην εξαιρετικά δυσάρεστη θέση, προς αποκατάσταση της αλήθειας, να θέσω υπόψη όλων των συναδέλφων τα κάτωθι,  ζητώντας προκαταβολικά την κατανόησή τους για το μακροσκελές του κειμένου, το οποίο ωστόσο αποτυπώνει  τα πραγματικά γεγονότα και την στάση εκάστου φορέα από αυτούς που συμμετείχαν  στην αναφερόμενη στην ανάρτηση της κας Ερμίδου ομάδα εργασίας.

Α) Στις αρχές του περασμένου δικαστικού έτους ζητήθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης σε Ειρηνοδικεία στα οποία εκκρεμούσε μεγάλος αριθμός αδίκαστων αιτήσεων του ν. 3869/2010 να καταθέσουν προτάσεις σχετικά με την δυνατότητα επίσπευσης των αιτήσεων αυτών. Μεταξύ των Ειρηνοδικείων ήταν και το Ειρηνοδικείο Πειραιά. Ακολούθως στις 19-10-2020 συγκλήθηκε στο Ειρηνοδικείο μας Ολομέλεια με αντικείμενο την εκπόνηση σχετικών προτάσεων. Για την εκπόνηση του τελικού σχεδίου των προτάσεων απαιτήθηκε επισταμένη νομική έρευνα και εκτεταμένος νομικός διάλογος από όλα τα μέλη του Ειρηνοδικείου μας. Συνοπτικά, θέση του Ειρηνοδικείου μας ως προς τις αιτίες  της  υπερπληθώρας των αιτήσεων του ν. 3869 ήταν, ανάμεσα σε άλλες,  η αδυναμία του νομοθέτη να προβλέψει την μαζικότητα των αιτήσεων του νόμου αυτού, η ειδικότερη κοινωνική διαστρωμάτωση περιφερειών συγκεκριμένων Ειρηνοδικείων και η, σε πολλές περιπτώσεις, άστοχη κατανομή των 140 οργανικών θέσεων που προέβλεψε ο νόμος 4336/2015 για την αντιμετώπιση των εκκρεμών αιτήσεων του ν. 3869/2010. Ειδικά ως προς το Ειρηνοδικείο Πειραιά η κατανομή των θέσεων ήταν εκτός οποιασδήποτε λογικής. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο Ειρηνοδικείο μας προβλέφθηκε η μικρότερη κατά ποσοστό αύξηση των οργανικών θέσεων στην Αττική και η δεύτερη μικρότερη σε ολόκληρη την επικράτεια και, ενώ κατά την ψήφιση του νόμου στο ειρηνοδικείο μας εκκρεμούσαν 13.928 αγωγές και αιτήσεις, ο αριθμός των οργανικών θέσεων αυξήθηκε μόνο κατά 2. Με τον τρόπο αυτόν, το Ειρηνοδικείο μας, από τρίτο, πλέον κατέστη (όχι από άποψη δικαστηριακής ύλης, αλλά από αριθμό οργανικών θέσεων) το τέταρτο Ειρηνοδικείο της Επικράτειας. Ενδεικτικό του παραλογισμού της κατανομής ήταν ότι σε έτερο Ειρηνοδικείο στο οποίο εκκρεμούσαν κατά την ψήφιση του νόμου 5.148 αιτήσεις και αγωγές ο αριθμός των οργανικών θέσεων αυξήθηκε -και ορθώς- κατά 9, ενώ ακόμα και στην ίδια την περιφέρεια του Πρωτοδικείου Πειραιά σε Ειρηνοδικείο που εκκρεμούσαν 738 αγωγές και αιτήσεις χορηγήθηκαν 3 επιπλέον θέσεις. Ως προς την επίσπευση των αιτήσεων του ν. 3869/10,  θέση του Ειρηνοδικείου μας ήταν ότι αυτό μπορούσε  να γίνει κυρίως  με αύξηση οργανικών θέσεων, ενώ, παράλληλα με τις προτάσεις μας για την αποσυμφόρηση των Δικαστηρίων από τις εκκρεμείς αιτήσεις του ν. 3869/2010, υποβάλαμε και γενικότερες  προτάσεις για  τον εκσυγχρονισμό και την επιτάχυνση απονομής της Δικαιοσύνης. Οι προτάσεις μας αυτές διαβιβάστηκαν προς γνώση και ενδεχόμενη υιοθέτησή τους και στα λοιπά Ειρηνοδικεία που κλήθηκαν από το Υπουργείο. Προς ικανοποίησή μας, οι προτάσεις μας αυτές αγκαλιάστηκαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από όσους συνάδελφους έλαβαν γνώση αυτών. Ωστόσο, προς μεγάλη μας έκπληξη στις 21-11-2019 αναρτήθηκαν δημόσια στον ιστότοπο dikastis.blogspot.com παρατηρήσεις της κ. Ακριβής Ερμίδου με τίτλο «ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ».  Στην ανάρτηση αυτή η κυρία Ερμίδου δεν χαιρέτισε ούτε την πρωτοβουλία για την σύγκληση της ολομέλειας και υποβολή προτάσεων ούτε  κάποια  εκ των προτάσεών μας. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί ότι δεν χαιρέτισε ακόμα και προτάσεις που και η ίδια υιοθέτησε, όπως λ.χ. την πρόταση η λήψη ένορκων βεβαιώσεων να γίνεται από γραμματέα, όπως η πρόταση αυτή διαμορφώθηκε το πρώτον στην από 19ης-05-2017 Ολομέλεια του Ειρηνοδικείου μας. Αντίθετα, διαστρεβλώνοντας μάλιστα το περιεχόμενό τους, άσκησε κριτική σε συγκεκριμένες προτάσεις, καθώς, μεταξύ άλλων, ήταν αντίθετη στην πρότασή μας για εισαγωγή του τεκμηρίου ομολογίας στις ερήμην υποθέσεις των εργατικών διαφορών, στην υποβολή αιτήσεων άπορων για Νομική Βοήθεια στους οικείους Δικηγορικούς Συλλόγους και στην έναρξη ευρείας συζήτησης για την αναγκαιότητα παράστασης Δικαστικού Λειτουργού στις κατ’ οίκον έρευνες και αντικατάστασή της με χρήση δικαστικού εντάλματος, όπως γίνεται στην Ευρώπη, αλλά και σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Δεν θα κρίνω επί του παρόντος  αν  η κυρία Ερμίδου είχε  δικαίωμα να διαφωνήσει δημόσια με κάποιες ή και με όλες τις προτάσεις, καθόσον αυτές δεν εκφράστηκαν δημόσια, αλλά στο πλαίσιο του προαναφερόμενου εσωτερικού επιστημονικού διαλόγου με το Υπουργείο.  Φυσικά, επειδή  είναι αυτονόητο ότι αφενός  οι παραπάνω προτάσεις δεν διεκδικούν τεκμήριο ορθότητας και συνιστούν απλή έκφραση γνώμης, αφετέρου επειδή επιβάλλεται να υπάρχει επιστημονικός διάλογος, κάθε κριτική ήταν ευπρόσδεκτη. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το ύφος και το περιεχόμενο της επιστολής, οι παρατηρήσεις αυτές δεν έγιναν επί σκοπώ ανταλλαγής επιστημονικών απόψεων, αλλά με καθαρή πρόθεση επίκρισης, όπως προκύπτει άλλωστε από το γεγονός αφενός ότι οι προτάσεις αυτές διαστρεβλώθηκαν και αφετέρου  ότι στην επίμαχη ανάρτηση η κα Ερμίδου  διατείνεται ότι  τις προτάσεις αυτές τις χαρακτηρίζει η  έλλειψη αναγκαίας  υπευθυνότητας που πρέπει να μας διακρίνει  όλους κατά την εκφορά του δημόσιου λόγου. Πραγματικά εκπλαγήκαμε για τις παραπάνω τοποθετήσεις της κυρίας Ερμίδου και εύλογα διερωτηθήκαμε ποιος ήταν ο λόγος αυτής της επίθεσης, καθόσον αποτελεί πρωτοφανές γεγονός εκλεγμένος  Ειρηνοδίκης, εκπρόσωπος της Ένωσης, να επιτίθεται σε  τμήμα του σώματος των ψηφοφόρων του, ήτοι σε ένα ολόκληρο Ειρηνοδικείο  χαρακτηρίζοντας ως  ανεύθυνη στάση την εκπόνηση σχεδίου επιστημονικών  προτάσεων. Μετά ταύτα, στις 24-11-2019 αναγκαστήκαμε να απαντήσουμε στην κυρία Ερμίδου με ανάρτησή μας που δημοσιεύτηκε στον ανωτέρω ιστότοπο. Η επικριτική στάση της κας Ερμίδου ουδέποτε μεταβλήθηκε, αλλά, για λόγους που κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει, παραμένει σταθερή μέχρι σήμερα. Συνεπώς, είναι απολύτως αβάσιμος ο ισχυρισμός της ότι υπερασπίστηκε το Ειρηνοδικείο Πειραιά κατά την προαναφερόμενη συνεδρίαση της ομάδας εργασίας έναντι των λοιπών μελών της επιτροπής. Άλλωστε, τόσο ο πρόεδρος της επιτροπής τόσο και τα λοιπά μέλη της επιτροπής δεν είχαν ως πρόθεση να αναδείξουν ευθύνες στα πάσχοντα Ειρηνοδικεία, ώστε να χρειαστεί κάποιος να μας υπερασπίσει. Αντιθέτως, κατά την ανωτέρω  πολύωρη συνεδρίαση της 10ης-03-2020 κριτική και επίκριση δεχτήκαμε από  τους  Ειρηνοδίκες-μέλη της ομάδας εργασίας, γεγονός κατά την γνώμη μου πολύ δυσάρεστο, καθόσον ακόμα και στην υποθετική περίπτωση όπου ένα Ειρηνοδικείο δεν επέδειξε ορθή διαχείριση σε μεγάλο όγκο υποθέσεων, οι συνάδελφοι Ειρηνοδίκες θα έπρεπε να είναι αυτοί που  στηρίζουν και όχι αυτοί που επικρίνουν συναδέλφους.

Β) Στην ίδια ανάρτηση η κυρία Ερμίδου επικρίνει το Ειρηνοδικείο Πειραιά διότι δεν είχε εναρμονίσει τον κανονισμό λειτουργίας του και δεν είχε προβεί σε επαναπροσδιορισμό επαρκών αιτήσεων του ν. 3869/10 (με τον όρο «εναρμόνιση» προδήλως η κα Ερμίδου αναφέρεται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 3 ΥΠΟΑ4 Ν. 4336/2015 δυνατότητα τροποποίησης του κανονισμού λειτουργίας των δικαστηρίων, συγχέοντάς την με την υποχρέωση εναρμόνισης της Εθνικής Νομοθεσίας με τους Κανονισμούς των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Η θέση αυτή αποτυπώνει πλημμελή γνώση του νόμου για την βελτίωση του οποίου συστάθηκε η ομάδα εργασίας, στην οποία συμμετείχε ως εκπρόσωπος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων η κυρία Ερμίδου. Και τούτο, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της διάταξης του ανωτέρω άρθρου, αφενός η τροποποίηση του κανονισμού με την σύσταση και λειτουργία ειδικών τμημάτων εκδίκασης των υποθέσεων του Ν.3869/2010 είναι δυνητική, αφετέρου, αν πραγματοποιηθεί, η στελέχωση του τμήματος εκδίκασης υποθέσεων του Ν.3869  με δικαστές γίνεται σε ποσοστό ανάλογο του ποσοστού των σχετικών υποθέσεων που εκκρεμούν σε κάθε δικαστήριο. Το ζήτημα της τροποποίησης του κανονισμού τέθηκε στην από 16ης-01-2017 Ολομέλεια του Δικαστηρίου μας. Εκεί διαπιστώθηκε ότι λόγω της ασήμαντης ενίσχυσης του Ειρηνοδικείου μας με αύξηση μόνο 2 οργανικών θέσεων (όπως αυτές κατανεμήθηκαν σύμφωνα με το άρθρ. 4 ΥΠΟ Α4 του άρθρου 2 του Ν.4336/2015) εάν τελικώς αποφασιζόταν η τροποποίηση του κανονισμού και με δεδομένο ότι: α) οι εκκρεμείς αιτήσεις του ν. 3869  ήταν άνω των 8.000 και β) ότι η επάνδρωση του τμήματος θα έπρεπε να γίνει αναλογικά του αριθμού των ανωτέρω  αιτήσεων, θα επέρχετο  ο  πλήρης αποδεκατισμός των λοιπών τμημάτων. Αυτό θα είχε ως περαιτέρω συνέπεια ότι πλέον υποθέσεις λ.χ. εργατικής φύσης θα προσδιορίζονταν σε διάστημα μεγαλύτερο της τετραετίας, προοπτική δηλαδή που  δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή.  Ως εκ τούτου, αποφασίστηκε ότι η εν λόγω τροποποίηση θα έπρεπε να αναβληθεί μέχρι την ουσιαστική ενίσχυση του Ειρηνοδικείου, η οποία (ενίσχυση), παρά τα συνεχή αιτήματα του Ειρηνοδικείου μας, ουδέποτε πραγματοποιήθηκε, καθόσον έκτοτε ουδεμία αύξηση ή ανακατανομή στις οργανικές θέσεις των Ειρηνοδικείων έλαβε χώρα.

Γ) Στην ίδια ανάρτηση η κυρία Ερμίδου αναφέρει ότι οι συνάδελφοι του Ειρηνοδικείου Πειραιά που υπηρετούσαν στο τμήμα υπερχρεωμένων χρεώνονταν μέγιστο αριθμό δικογραφιών  80-90 ετησίως.  Αυτός ο παντελώς αβάσιμος  αριθμός αναφέρεται μόνο προς δημιουργία εντυπώσεων φυγοπονίας, στο πλαίσιο του (σε πολλούς συναδέλφους γνωστού) κανιβαλισμού και στοχοποιήσης  που επιχειρείται ήδη από τις αρχές του προηγούμενου δικαστικού έτους εις βάρος των Ειρηνοδικείων που είχαν μεγάλο αριθμό εκκρεμών αιτήσεων του ν. 3869/2010 και χωρίς να φυσικά να εξεταστεί αν υπήρχε ή όχι αντικειμενική δυνατότητα επαναπροσδιορισμού όλων των ανωτέρω αιτήσεων σύμφωνα με τον ν. 4336/2015. Δυστυχώς, είναι πραγματικά χωρίς προηγούμενο  αυτή η προσπάθεια διαίρεσης ενός συμπαγούς τμήματος του δικαστικού σώματος, και δη των Ειρηνοδικών, και κατηγοριοποίησης των Ειρηνοδικείων αφενός σε «καλά», ευπειθή και φίλεργα Ειρηνοδικεία και αφετέρου σε «κακά», απείθαρχα και φυγόπονα Ειρηνοδικεία. Σε κάθε περίπτωση, ο ρόλος του κριτή της επαγγελματικής απόδοσης κάθε Δικαστηρίου και εκάστου Ειρηνοδίκου δεν ανήκει στην κυρία Ερμίδου, αλλά στα θεσμοθετημένα Όργανα Επιθεώρησης των Δικαστηρίων και των Δικαστικών Λειτουργών, τα οποία, αν διαπιστώσουν μειωμένη απόδοση, μπορούν να πράξουν ό,τι προβλέπεται από τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων. Μια ανταγωνιστική παρουσίαση αριθμού χρεώσεων διαφόρων δικαστηρίων ανοίγει πολύ επικίνδυνα μονοπάτια και θα πρέπει να αποφεύγεται· εντούτοις, έχει πάρει τέτοια έκταση στον χώρο των Ειρηνοδικών η ανωτέρω πολλαπλώς αναπαραγόμενη αναφορά, ούτως ώστε να υπάρχει ανάγκη άρσης των ψευδών εντυπώσεων που έχει δημιουργήσει. Οφείλω συνεπώς να αναφέρω ότι στο αμέσως επόμενο της ψήφισης του Ν.4336/2015 δικαστικό έτος πολλοί συνάδελφοί μας ξεπέρασαν, όχι φυσικά τον αριθμό των 90 δικογραφιών, που αναφέρει η κυρία Ερμίδου, αλλά τον διπλάσιο αριθμό (180) από αυτόν που αναφέρεται. Εξάλλου, μπορεί κάποιος να διαπιστώσει  τον αριθμό των ετησίως εκδιδομένων αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Πειραιά (και την ανακρίβεια των ισχυρισμών της κυρίας Ερμίδου), όπως και οποιουδήποτε Δικαστηρίου της χώρας, στον ιστότοπο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, όπου δημοσιεύονται τα στατιστικά στοιχεία εκάστου Δικαστηρίου. Στις παραπάνω χρεώσεις μάλιστα δεν περιλαμβάνονται οι χρεώσεις υποθέσεων που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της μόνιμης αναπλήρωσης των περιφερειών των Ειρηνοδικείων των νήσων  Σαλαμίνας, Αίγινας, Πόρου, Σπετσών και Κυθήρων.

Δ) Στην ίδια ανάρτηση η κυρία Ερμίδου αναφέρει ότι οι εκπρόσωποι του Ειρηνοδικείου Πειραιά παρουσίασαν και προφορικά τα στατιστικά στοιχεία της υπηρεσίας και εξέφρασαν την άποψη ότι το προτεινόμενο σχέδιο ήταν υλοποιήσιμο. Δεν είναι η πρώτη φορά που αναφέρεται ότι στις προτάσεις της ομάδας εργασίας συναίνεσαν τα Ειρηνοδικεία με εκκρεμείς αιτήσεις. Προς αποκατάσταση της αλήθειας, οφείλω να αναφέρω ότι αφενός μεν ο ισχυρισμός αυτός είναι παντελώς αβάσιμος, αφετέρου δε είναι εκτός λογικής να συναινούσαμε σε τέτοιες αντισυνταγματικές, μη εφαρμόσιμες και επιβαρυντικές για εμάς προτάσεις. Αυτό που η κυρία Ερμίδου δεν αναφέρει είναι  ότι  η αντιπροσωπεία του Ειρηνοδικείου μας δεν παρουσίασε απλώς με προφορικό τρόπο στατιστικά στοιχεία, αλλά επιπλέον κατάθεσε στα Πρακτικά πολυσέλιδο κείμενο  έγγραφων  προτάσεων τις οποίες έχουμε ήδη δημοσιοποιήσει. Και επειδή scripta manent, καλώ τους συναδέλφους – μέλη της Ομάδας Εργασίας:

Ι) να γνωστοποιήσουν στους συναδέλφους μας το κείμενο των Πρακτικών που υπέγραψαν και στο οποίο φαίνονται ξεκάθαρα οι θέσεις κάθε φορέα, αλλά και

ΙΙ) να γνωστοποιήσουν το κείμενο των δικών τους έγγραφων προτάσεων, το οποίο κατέθεσαν εκπροσωπώντας την δικαστική εξουσία στη συγκεκριμένη ομάδα εργασίας.

Η θέση μας, η οποία, μάλιστα, σε ό,τι με αφορά, εκφράστηκε δημοσίως στις 07-02-2020, υπό την ιδιότητά μου ως εισηγητή στο Επιμορφωτικό Σεμινάριο της ΕΣΔΙ για τους Νέους Ειρηνοδίκες, έναν δηλαδή ακριβώς μήνα πριν από την πρόσκλησή μας στην ομάδα εργασίας, για την αξία της προφορικότητας της διαδικασίας και την συμβολή της στην ορθή δικαστική διάγνωση των υποθέσεων είναι γνωστή και περιορίζομαι απλώς να επισημάνω πως όχι μόνο δεν είμαστε υπέρ της κατάργησης του ακροατηρίου, αλλά υποστηρίζουμε την επαναφορά του και στην τακτική διαδικασία. Ωστόσο, για να μην καταλείπεται οποιαδήποτε υπόνοια συναίνεσης  δηλώνω με σαφήνεια σε σχέση με το προτεινόμενο νομοσχέδιο τα κάτωθι:

– Δεν θα μπορούσαμε ποτέ να συμφωνήσουμε  σε  διατάξεις  που έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τα άρθρα 20 παρ. 1 και 93 παρ. 2 Συντ. και καταργούν την δημοσιότητα κατά την εκδίκαση των υποθέσεων.

-Δεν θα μπορούσαμε ποτέ να συμφωνήσουμε με την κατάργηση της προφορικότητας, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, μάς βρίσκει αντίθετους, καθώς εκτιμούμε ότι συμβάλλει  στην πληρέστερη διάγνωση της υπόθεσης.

-Δεν θα μπορούσαμε ποτέ να συμφωνήσουμε με διατάξεις που έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87  Συντ., παραβιάζοντας την αρχή του Αυτοδιοίκητου των Δικαστηρίων.

-Δεν θα μπορούσαμε ποτέ να συμφωνήσουμε με διατάξεις νομοσχεδίου που υποχρεώνει συναδέλφους να εκδώσουν εξωπραγματικό αριθμό υποθέσεων (ενδεικτικά αναφέρεται ότι αν εφαρμοστούν όσα προβλέπονται, συνάδελφοι που υπηρετούν σε  έτερο Ειρηνοδικείο της Αττικής, θα χρεωθούν ετησίως με αριθμό υποθέσεων που υπερβαίνει τις 1.000!!!!), ευτελίζοντας τις συνθήκες απονομής της Δικαιοσύνης και αντιμετωπίζοντας κρίσιμες υποθέσεις που αφορούν στο προσωπικό και οικονομικό μέλλον των πολιτών ως απλά νούμερα τα οποία «πρέπει» να μειωθούν.

Εξάλλου, η πρόταση της κυρίας Ερμίδου για πλασματική συζήτηση της υπόθεσης και χρέωσης κατά τα προβλεπόμενα στον Κανονισμό του εκάστοτε Δικαστηρίου δεν περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο. Επιπλέον, εξ όσων γνωρίζω, σε κανέναν Κανονισμό Δικαστήριού της χώρας δεν ορίζεται ανώτατο όριο χρεώσεων ανά Δικαστή. Ας υποδείξει η κ. Ερμίδου τους  Κανονισμούς ποιων Δικαστηρίων είχε υπόψη της όταν υπέβαλε αυτήν την πρόταση. Περαιτέρω, στην υποθετική περίπτωση που καθοριζόταν αυτός ο ανώτατος αριθμός, αν η υπέρβαση δεν είχε κάποια κύρωση, θα ήταν απλό ευχολόγιο, όπως γίνεται καθημερινά  με την υπέρβαση του μέγιστου αριθμού των προσδιορισμένων υποθέσεων στα πινάκια των Δικαστηρίων όλης της χώρας. Αλλά ακόμα και αν τα ανωτέρω μπορούσαν να πραγματοποιηθούν, καμία επιτάχυνση δεν θα υλοποιείτο, αλλά, αντιθέτως, θα είχαμε το παράδοξο φαινόμενο ο Δικαστής να επεξεργάζεται λ.χ. το έτος 2025 φάκελο δικογραφίας με οικονομικά στοιχεία του έτους 2020, όταν δηλαδή θα φερόταν ως συζητηθείσα η υπόθεση.

Σε κάθε περίπτωση, όταν κάποιος προτείνει ή δέχεται  να συζητηθούν 90.000 εκκρεμείς αιτήσεις εντός ενός έτους με παράλληλη αναστολή πειθαρχικών διώξεων (τις οποίες, προφανώς, η ομάδα τις θεώρησε δεδομένες)  ή με εκ των υστέρων πραγματική χρέωση με ανώτατο όριο αριθμού υποθέσεων ανά Δικαστή, διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει δεκτό μόνο το πρώτο μέρος της πρότασής του, όπως εν προκειμένω συνέβη. Είναι -φρονώ- αυτονόητο ότι τέτοιες νομικές «καινοτομίες» θα πρέπει αντιμετωπίζονται με την ανάλογη υπευθυνότητα και να ζητείται η ευρύτερη συμμετοχή και συναίνεση  όλου του νομικού κόσμου. Εξάλλου, η Δικαστική Εξουσία δεν είναι δυνατόν να δώσει λύσεις στα αδύνατα, διότι δεν υπηρετούν σε αυτήν μάγοι με μαγικά ραβδιά. Τι λύση θα μπορούσε να δώσει το Δικαστικό Σώμα αν λ.χ. υπήρχε αίτημα να εκδικαστούν όλες οι εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις στα Πλημμελειοδικεία και τα Εφετεία όλης της χώρας εντός προθεσμίας ενός έτους; Οι συνάδελφοι της ομάδας εργασίας φαίνεται να αποδέχτηκαν ένα παράλογο δεδομένο -δηλαδή ότι ο επαναπροσδιορισμός των εκκρεμών αιτήσεων έπρεπε να λάβει χώρα μέχρι τον Ιούνιο του 2021- ανεξαρτήτως του ότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε πως κάποιοι  συνάδελφοί τους θα χρεωθούν πάνω από 1.000 υποθέσεις σε ένα έτος και ό,τι αυτό συνεπάγεται τόσο ως προς την υπηρεσιακή κατάσταση των Ειρηνοδικών (ενδεχόμενα διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι ανήκοντες στα «κακά» Ειρηνοδικεία θα πρέπει τώρα να υποστούν τις συνέπειες),  όσο και ως προς  την ποιότητα αυτών των fast track αποφάσεων. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι στο νομοσχέδιο στο οποίο συναίνεσαν υπάρχει υποχρέωση επαναπροσδιορισμού 90.000 εκκρεμών αιτήσεων, χωρίς παράλληλη ρητή πρόβλεψη για αύξηση συγκεκριμένων  οργανικών θέσεων στα πάσχοντα Ειρηνοδικεία. Τουλάχιστον, ο ν.4336/2015, παράλληλα με τις προθεσμίες επαναπροσδιορισμού που έθεσε, ενίσχυσε προς αυτήν την κατεύθυνση τα Ειρηνοδικεία, αυξάνοντας στοχευμένα (ανεξαρτήτως του ότι η κατανομή πολλές φορές δεν έγινε με ορθολογικά κριτήρια) τις οργανικές θέσεις των Ειρηνοδικών κατά 140. Ίσως δεν ελήφθη υπόψη η  βασική αρχή του Δικαίου ότι ουδείς είναι υποχρεωμένος στα αδύνατα και ότι δεν μπορούμε να έχουμε και την πίτα ολόκληρη (σύντομος επαναπροσδιορισμός) και τον σκύλο χορτάτο (όχι ενίσχυση με οργανικές θέσεις).

Πειραιάς, 12-08-2020

Ιάκωβος Γ. Απέργης

Ειρηνοδίκης

 

Αντί απαντήσεως- (Και μία υπενθύμιση), Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, Εφέτη

                                                                                                            Αθήνα, 10.08.2020

 

Αντί απαντήσεως- (Και μία υπενθύμιση)

Στις δύσκολες ημέρες που περνάμε οι προτεραιότητες είναι αυτονόητες. Αυτοί που επιμένουν, να επενδύουν το μέλλον τους στο διχασμό δεν είναι χρήσιμοι. Η χρησιμότητα τους εξαντλείται στο να διδάσκουν τους υπόλοιπους τι ζημιά έχουν προκαλέσει στο παρελθόν και στο παρόν και γιατί πρέπει να απορρίπτονται οι κοσμοθεωρίες τους και οι ίδιοι για το αύριο, που όλοι μας θέλουμε να χτίσουμε.

 

                Παναγιώτης Λυμπερόπουλος

                                      Εφέτης

 

(ή κατά Χριστόφορο Σεβαστίδη : ο πρώην σύμβουλος του Υπουργού, που συμφώνησε μαζί του να τον ψηφίσει δύο φορές ως Πρόεδρο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων)

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ-ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ-ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΟΜΑΔΑΣ ΕΦΕΤΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΜΑΥΡΙΔΗ

Αποθήκευση αρχείου (PDF, Unknown)

ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ – ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΩΝ

Αποθήκευση αρχείου (PDF, Unknown)

Ο ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ (ΜΗ) ΙΔΑΝΙΚΟΥ ΥΠΟΨΗΦΙΟΥ, ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΥΠΟΨΗΦΙΑ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

Συνάδελφε, 

Αν ο ιδανικός για σένα υποψήφιος οφείλει να:

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ την Ενωση ως όχημα για τις προσωπικές του φιλοδοξίες.

ΕΚΦΡΑΖΕΤΑΙ υπέρ ή κατά της κυβερνητικής πολιτικής ή της αντιπολίτευσης στα θέματα της δικαιοσύνης όχι κατά περίπτωση αλλά a la carte ανάλογα με τις πολιτικές του διασυνδέσεις.

ΕΞΟΝΤΩΝΕΙ τους αντιπάλους του αναλισκόμενος σε εμπρηστικές ανακοινώσεις.

ΟΡΓΑΝΩΝΕΙ μηχανισμούς  στα πρότυπα κομματικής βάσης επιδιώκοντας αυτοδυναμίες.

ΕΚΦΡΑΖΕΤΑΙ  δημοσίως και συνεχώς για δικαστικές ενέργειες επικαλούμενος την «αγωνία» του για το κύρος και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης .

ΘΥΣΙΑΖΕΙ τις μισθολογικές, φορολογικές και συνταξιοδοτικές διεκδικήσεις των συναδέλφων στον βωμό της ικανοποίησης των πολιτικών παραγόντων. 

ΣΤΟΧΕΥΕΙ στην ακόμα περαιτέρω εντατικοποίηση της εργασίας του Δικαστή προκειμένου να αποδείξει ότι συμβάλλει στην επιτάχυνση της Δικαιοσύνης υιοθετώντας πρόθυμα τα κελεύσματα της εκτελεστικής εξουσίας. 

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ  τους Ειρηνοδίκες ως τα υποζύγια της ελληνικής δικαιοσύνης.

ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ κάθε δημοκρατική προσπάθεια των Ειρηνοδικών να κερδίσουν την θέση που τους αξίζει.

ΕΦΑΡΜΟΖΕΙ στους Ειρηνοδίκες την τακτική του «διαίρει και βασίλευε»,  

τότε,  ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΙΔΑΝΙΚΟΣ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ.

 

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΥΠΟΨΗΦΙΑ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

Ανακοίνωση Ομάδας Π.Λυμπερόπουλου

Η αγωνία και το τέλος του λαϊκισμού  – Η ψήφος των Δικαστών και Εισαγγελέων

Το Δικαστικό Σώμα τους τελευταίους 18 μήνες της θητείας του τακτικού ΔΣ και του Προεδρείου της μειοψηφίας, βίωσε

  • την εκτροπή από τις δημοκρατικές αρχές,  με την παραβίαση της αρχής της πλειοψηφίας, με την εφαρμογή λογοκρισίας και μηχανισμών υλοποίησης της εντός και εκτός Ένωσης 
  • την πρόσκληση στην Εκτελεστική και Νομοθετική Εξουσία, να παρέμβει στην Δικαστική, επεκτείνοντας τη θητεία του μειοψηφικού προεδρείου με ΠΝΠ με διαθέσιμο αντάλλαγμα τη σιωπή στην παράταση του δικαστικού έτους και στο σχέδιο νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά
  • την παρέμβαση στις εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες (βούλευμα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, άσκηση ποινικής δίωξης σε επεισόδια καταλήψεων, συζήτηση αιτήσεων ορισμού προσωρινής διοίκησης)  χωρίς ίχνος ντροπής για το μελάνι που δεκαετίες είχε χύσει η Ένωση για την εσωτερική δικαστική ανεξαρτησία
  • τη χειραγώγηση της Ένωσης στην κορυφαία στιγμή της νομοθετικής πρωτοβουλίας για τους Ποινικούς Κώδικες, με κρυφές μεθοδεύσεις και αποσιωπήσεις της πραγματικότητας 
  • την προσβολή του συστήματος απονομής της Δικαιοσύνης, το οποίο όλοι υποτίθεται ότι υπηρετούμε, με δηλώσεις περιφρόνησης των Δικαστών και των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδουν όταν δεν είναι αρεστές 
  • την υιοθέτηση πρακτικών της πολιτικής ζωής στο δικαστικό χώρο, τη ρητορική μίσους, τη στοχοποίηση συναδέλφων που επιλέγουν την διαφωνία και δεν είναι «ημέτεροι», την διαίρεση του Σώματος σε φίλους και εχθρούς, σε «Πράσινους» και «Βένετους» Δικαστές και Εισαγγελείς, σε καλούς και κακούς Ειρηνοδίκες
  • την περιττή και συχνά προβοκατόρικη σύγκρουση με παράγοντες της κοινωνίας για λόγους «εσωτερικής κατανάλωσης»
  • την επιλογή της υπαλληλοποίησης του Δικαστικού Σώματος , ως προσφορά στους εξωδικαστικούς παράγοντες 
  • την δέσμευση του δικαστικού σώματος από αποφάσεις «πλειοψηφιών» 62 παρόντων στη Γενική Συνέλευση
  • τη απόπειρα δέσμευσης του Δικαστικού Σώματος με αδιαφανή «δημοψηφίσματα» και την δημιουργική ερμηνεία των αποτελεσμάτων τους 
  • την αντίληψη για την διαχείριση της Ένωσης ως ιδιοκτησία μιας παρέας

Σε αυτήν την οδυνηρή πραγματικότητα, όταν διαμορφώθηκε, αντισταθήκαμε με προσωπικό κόστος ακόμα μια φορά και  τώρα στις εκλογές της 6ης και 13ης Σεπτεμβρίου αποφασίσαμε, να ζητήσουμε από τους Δικαστές και Εισαγγελείς της Χώρας να μας στηρίξουν για να διακοπεί η νοσηρή πορεία και να κλείσει η παρένθεση του ήθους του προεδρείου της μειοψηφίας.

Κατερχόμαστε στις εκλογές της Ένωσης με στόχους:

  • να αποτρέψουμε την κομματοποίηση στην Δικαιοσύνη, 
  • να καταστήσουμε το Δικαστικό Σώμα συμμέτοχο στον εκσυγχρονισμό του Κράτους και των Θεσμών χωρίς φοβικά και ιδεοληπτικά σύνδρομα απέναντι στις ανάγκες των Πολιτών και τις νέες τεχνολογίες  
  • να προστατέψουμε τη θεσμική λειτουργία της Ένωσης 
  • να οδηγήσουμε ξανά την Ένωση στο ρόλο της : την υπεράσπιση του Κράτους Δικαίου και του ρόλου των Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών στο σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης
  • να διαβουλευτούμε με την Εκτελεστική και Νομοθετική Λειτουργία με ισότιμο και ισόκυρο πνεύμα και με πλήρη συνείδηση του θεσμικού μας ρόλου  
  • να στηρίξουμε την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία Δικαστών και Εισαγγελέων από τους εξωτερικούς και τους εσωτερικούς αμφισβητίες
  • να πούμε όχι στην «στρατευμένη» Δικαιοσύνη  
  • να λειτουργήσουμε ξανά ενωτικά 
  • να γίνει και πάλι η Ένωση , Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων

Με αυτά τα κίνητρα και θέλοντας έμπρακτα να δηλώσουμε την πίστη μας σε αρχές, που δημόσια με λόγους και πράξεις έχουμε υποστηρίξει   αποφασίσαμε να ανακοινώσουμε την υποψηφιότητα μας ως ομάδα κάνοντας δύο συμβολικές επιλογές, που ταυτόχρονα αποτελούν και δεσμεύσεις έναντι των συναδέλφων : 

Πρώτον, υποστηρίζοντας έμπρακτα την αληθινή ενότητα μέσα στο Σώμα και την πίστη στη συνεργασία με όλους όσους υποστήριξαν τους θεσμούς και την  δημοκρατία αποφασίσαμε να είμαστε ομάδα των εξι υποψηφίων και όχι των οκτώ. Η θέση μας αυτή δεν είναι καινοφανής. Την υποστηρίξαμε στην Καταστατική Γενική Συνέλευση ζητώντας την τροποποίηση του Καταστικού με την μείωση του αριθμού των σταυρών στο ψηφοδέλτιο του διοικητικού συμβουλίου, έτσι ώστε να προκύπτουν αναγκαστικά συνεργατικά διοικητικά συμβούλια και να περιορίζεται το φαινόμενο της παντοδυναμίας των οκτάδων. 

Ζητούμε, συνεπώς, από τους Συναδέλφους που συμφωνούν με τις κοινές απόψεις και θέσεις εμάς των έξι να στηρίξουν και εκείνους από τους υποψήφιους που ρητά  απείχαν από αντιδημοκρατικές συμπεριφορές ή ανεπιφύλακτα τις αποδοκιμάζουν.

Δεύτερον, επιθυμούμε να διακόψουμε τον κύκλο του διχασμού των Ειρηνοδικών, σε καλούς και κακούς, σε αυτούς, που είχαν τη δυνατότητα να νομοθετήσουν μόνον για τους εαυτούς τους και στους υπόλοιπους, σε αυτούς που πλειοδοτούν σε θέσεις, απλά επιδιώκοντας την ψήφο και σε εκείνους, που σιωπηλά επιθυμούν να συνεισφέρουν με ρεαλισμό στο σύνολο. Αυτόν τον επικίνδυνο διχασμό, που το προεδρείο της μειοψηφίας επέλεξε ως τύχη των 916 Ειρηνοδικών της Χώρας σήμερα, εμείς θέλουμε να τον διακόψουμε με την απόφαση μας να μην έχουμε υποψήφιο Ειρηνοδίκη για το ΔΣ. Επιθυμούμε τα ζητήματα των Ειρηνοδικών να αποτελέσουν αντικείμενο συνέργειας και όχι χειραγώγησης των συναδέλφων από ομάδες. Επιθυμούμε, να αναπτύξουμε ουσιαστικό διάλογο με τους Ειρηνοδίκες, που θα εκλεγούν στο ΔΣ από τους ήδη υποψηφίους και με καθένα Συνάδελφο, του οποίου τη γνώμη θα ζητήσουμε. Τις θέσεις μας για το θεσμό του Ειρηνοδίκη θα τις εκθέσουμε άμεσα και στη συνέχεια θα τις θέσουμε σε διαβούλευση με τους Συναδέλφους. Είμαστε εδώ για να εγγυηθούμε τον διάλογο και την διατύπωση θέσεων, που θα λαμβάνουν υπόψη τα δικαιώματα όλων.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι 

Σε λίγες εβδομάδες θα γνωρίζουμε, ποια θα είναι η δημόσια εικόνα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων για τα επόμενα δύο καθοριστικά έτη.

Στην διαμόρφωσή της έχουμε ισότιμο μερίδιο ευθύνης, όλοι μας ένας προς ένας. 

Με τη συμμετοχή και την ψήφο σας εσείς θα καθορίσετε το αύριο. 

Βασίλης Πορτοκάλης                           Μαίρη Μπουτάκη                Στάθης Βεργώνης

                Εφέτης Αθηνών                   Πρωτοδίκης Αθηνών            Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών

  Ελευθερία Κώνστα                                  Δημήτρης Φούκας,

            Εφέτης Λάρισας                             Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος

Εφέτης Αθηνών           

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ-ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ-ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΟΜΑΔΑΣ ΕΦΕΤΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΜΑΥΡΙΔΗ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ-ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ-ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΟΜΑΔΑΣ ΕΦΕΤΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΜΑΥΡΙΔΗ

Προς το Διοικητικό Συμβούλιο Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Ενόψει της ψήφισης του νέου νομοσχεδίου για την επιτάχυνση της εκδίκασης των υποθέσεων του νόμου 3869/2010 και επειδή είναι αμφίβολο εάν η Κυβέρνηση θα το φέρει προς ψήφιση πριν τις εκλογές, ώστε να λάβει θέση το εκλεγμένο ΔΣ της Ένωσης, αιτούμαστε όπως το υφιστάμενο προσωρινό ΔΣ της Ένωσης ζητήσει από την Κυβέρνηση οι υποθέσεις που είναι προσδιορισμένες μετά τις 15-6-2021 να προσδιοριστούν προς εκδίκαση όχι αποκλειστικά εντός του έτους 2021, αλλά και εντός του έτους 2022 ή και αργότερα, ανάλογα με τον αριθμό των υπηρετούντων Ειρηνοδικών και τον όγκο υποθέσεων κάθε Ειρηνοδικείου, προκειμένου να μην επιβαρυνθούν υπέρμετρα με χιλιάδες υποθέσεις ήδη βεβαρυμένα Ειρηνοδικεία, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η έκδοση αποφάσεων εντός 6 μηνών, όπως επιδιώκει η Κυβέρνηση και οι Ευρωπαίοι Εταίροι.

 

Επιστολή Χρήστου Νάστα, Προέδρου Εφετών

Αγαπητοί συνάδελφοι

Πέρασαν δύο ολόκληρα χρόνια από τότε που μου εμπιστευθήκατε την ψήφο σας, δίνοντάς μου ισχυρή εντολή (824 ψήφοι) να σας εκπροσωπήσω στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ενώσεώς μας. Όπως τότε, είχα αναφέρει,  η βασική φιλοδοξία μου ήταν να συμβάλλω ώστε να υπάρξει καταλλαγή μεταξύ των συναδέλφων από τις άσκοπες αντιπαλότητες και να εκπέμψουμε μια φωνή ενιαία και δυνατή, που θα έχει κύρος απέναντι στους συνομιλητές μας. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, στις εκλογές εκείνες κατήλθα μόνος μου, χωρίς να δημιουργήσω ομάδα, ενώ και κατά την πορεία της θητείας μου, όπως διαπιστώσατε, ούτε επιδίωξα θέση αξιώματος στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ενώσεως, ούτε συνασπίσθηκα με άλλες οργανωμένες φωνές, αλλά διεκδίκησα μέχρι τέλους το προνόμιο να υποστηρίζω την άποψη που θεωρούσα κάθε φορά ορθότερη, ανεξάρτητα από πού αυτή προερχόταν.

Όμως, δυστυχώς, παρά το ενωτικό κάλεσμα που κατ΄ επανάληψη απηύθυνα στα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ., παρά τις συναινετικές προτάσεις που υπέβαλα και τις πρωτοβουλίες που έλαβα, δεν μπόρεσα να διαμορφώσω συνθήκες ειλικρινούς διαλόγου μεταξύ μας. Η προσπάθειά μου ίσως φάνηκε αρκετά ρομαντική, ενδεχομένως και ουτοπική, ενώ δεν ήταν και λίγες οι φορές που λοιδωρήθηκε, γεγονός που μου καταλείπει μια προσωπική πικρία, την οποία όμως δεν πρόκειται να αφήσω να εκδηλωθεί στο πρόσωπο κανενός συναδέλφου. 

Βλέποντας την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Ένωση, είναι βέβαιο ότι δεν κατόρθωσα να ανταποκριθώ στην υπόσχεση που σας έδωσα για μια ενιαία και στιβαρή Ένωση και εκτιμώ ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, η περαιτέρω παρουσία μου στα συνδικαλιστικά δρώμενα θα ήταν ατελέσφορη. 

Για τους λόγους αυτούς, αφού σας ευχαριστήσω από καρδιάς τον καθένα προσωπικά για τη στήριξή του, σας ανακοινώνω την πρόθεσή μου να μη συμμετάσχω στις επερχόμενες αρχαιρεσίες του συνδικαλιστικού μας οργάνου, αλλά θα προσπαθήσω, εφόσον οι συνάδελφοι με τιμήσουν, να φανώ χρήσιμος σ΄ ένα άλλο εξίσου σημαντικό μετερίζι, που αφορά τη διεύθυνση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. 

Σας αποχαιρετώ, με την ειλικρινή ευχή η Ένωσή μας να βρει γρήγορα το βηματισμό της και να πορευθεί ενωμένη μέσα από τα πρόσωπα που εσείς θα κρίνετε άξια να μας εκπροσωπήσουν την ερχόμενη διετία.

Θεσσαλονίκη, 31.7.2020

                                                                                                                                      Με εκτίμηση 

                                                                                                                                   Χρήστος Νάστας 

                                                                                                                                 Πρόεδρος Εφετών