ΕΠΙΣΤΟΛΗ Γλυκερίας Λουίζας Ιωαννίδου, Προέδρου Πρωτοδικών, Υποψήφιας για το ΔΣ

Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι

Προ δεκαπέντε και πλέον ετών, εμφιλοχωρούμενη από  αγάπη για τη δικαιοσύνη,  πίστη στους ανθρώπους και ανάγκη προσφοράς στην κοινωνία, επέλεξα να ακολουθήσω το μετερίζι της απονομής Δικαιοσύνης. Έκτοτε υπηρέτησα σε διάφορες θέσεις, προσπαθώντας να ανταποκριθώ ευπρόσωπα στο δύσκολο αυτό έργο και -όπως όλοι μας- βρέθηκα πολλές φορές αντιμέτωπη με την έλλειψη προσωπικού χρόνου, τη θυσία των ιδιαίτερων οικογενειακών στιγμών, την εξάντληση. Παρά τις δυσκολίες και παρά τις θυσίες ποτέ δεν έπαυσα να αισθάνομαι τιμή για το ότι μου δόθηκε η ευκαιρία να συνεισφέρω έστω ένα μικρό λιθαράκι.

Αναλογίσθηκα, αναρωτήθηκα και αναμετρήθηκα με τον εαυτό μου για το περιεχόμενο αυτής της επιστολής. Δεν ήθελα να αχθώ σε κοινοτυπίες. Η καθημερινή, συνεχής και εξαντλητική πίεση και η έλλειψη προσωπικού χρόνου αποτελούν κοινό τόπο για όλους μας, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων προσωπικών συνθηκών εκάστου. Ο κοινός ετούτος τόπος αποτελεί αναγκαία συνέπεια της ανεπάρκειας υποδομών, της αδυναμίας επαρκούς και έγκαιρης ενσωμάτωσης των νέων τεχνολογιών, της έλλειψης ευελιξίας στους διοικητικούς μηχανισμούς και φυσικά της έλλειψης στελέχωσης σε όλα τα επίπεδα του επιστημονικού και διοικητικού μηχανισμού  που στηρίζει την απονομή Δικαιοσύνης. Τούτα αποτελούν, φρονώ, κοινή παραδοχή.  

Η αναστροφή, ωστόσο, των πραγμάτων προϋποθέτει αντίθετη φορά από αυτή στην οποία κινούμαστε. Προτού αξιώσουμε αξιοπρεπείς συνθήκες ή έστω παράλληλα με την προβολή της αυτονόητης αυτής αξίωσης, οφείλουμε να ανακτήσουμε τη θέση μας στην κοινωνία. Προκειμένου να το επιτύχουμε  οφείλουμε  κατ’ αρχάς τάχιστα να «αποσυνδικαλίσουμε» την Ένωση μας, αποτάσσοντας από τους κόλπους της τις πάσης φύσεως προσωπικές σκοπεύσεις. Τα συμφέροντα του Δικαστικού Σώματος  είναι απολύτως κοινά, σε όλους τους βαθμούς απονομής της Δικαιοσύνης και δε διαφοροποιούνται ούτε κατά πρόσωπο, ούτε κατά ομάδα ούτε κατά επιμέρους προσωπικές στοχεύσεις. 

Αποτελούμε κατά το καταστατικό μας μία κατ’ εξοχήν επιστημονική Ένωση και μάλιστα Ένωση εφαρμοστών του Δικαίου. Τούτο φυσικά δεν αποκλείει την ανάδειξη των προβλημάτων της Δικαιοσύνης και την αντίστοιχη με αυτή προβολή και προώθηση διεκδικήσεων. Άλλωστε οι διεκδικήσεις δεν μπορεί παρά να αποβλέπουν στο κοινό καλό και εν τέλει στην βελτίωση της ίδιας της απονομής της Δικαιοσύνης προς όφελος της κοινωνίας. Αποκλείει όμως την εσωστρέφεια και τη διαίρεση του σώματος σε «καλούς» και «ημέτερους» και σε «κακούς» και «εξωτικούς».  Κανένας δεν περισσεύει. Η επιστροφή στις ρίζες μας και η αναζήτηση της κοινής συνισταμένης συνιστούν τις ελάχιστες αναγκαίες συνθήκες για την ανάκτηση του κύρους μας, την αποκατάσταση των ερεισμάτων μας στην κοινωνία και την ευόδωση των όποιων διεκδικήσεων μας. 

Στέκομαι λοιπόν σήμερα ενώπιον σας, μετά από την τιμητική για εμένα πρόσκληση/πρόκληση της Εφέτη Μαργαρίτας Στενιώτη, με πίστη στην ομάδα που σχηματίσαμε, διακατεχόμενη με την ίδια – ίσως και μεγαλύτερη- ζέση για την απονομή Δικαιοσύνης, όπως την πρώτη μέρα του διορισμού μου και  θέτω την υποψηφιότητα μου για το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης στην κρίση σας, ευχόμενη προς όλους μας -ανεξαρτήτως της εκλογής μου – μεγαλύτερη συναίνεση και σύνεση.

Με τιμή

Γλυκερία Λουίζα Ιωαννίδου

Πρόεδρος Πρωτοδικών

Ανακρίτρια του ν. 4022/2011

Επιστολή προς τα μέλη της Εν.Δ.Ε, Χαράλαμπου Μαυρίδη, Εφέτη

Θεσσαλονίκη 22.08.2020

ΑΓΑΠΗΤΕΣ  ΚΑΙ  ΑΓΑΠΗΤΟΙ  ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΙ

Στιγμιότυπο 2020-08-24, 11.08.03 πμ   Μετά από δύο (2) διετίες θητείας του τελευταίου Προεδρείου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, έφθασε, μέσα από χίλια κύματα και δυσκολίες, η ώρα των αρχαιρεσιών της Ένωσής μας. Συναισθανόμενος απόλυτα ότι οι αρχαιρεσίες αυτές είναι εξαιρετικά κρίσιμες, σχετικά με το μέλλον της Ένωσης κατέρχομαι, για πρώτη φορά ως επικεφαλής οκταμελούς ομάδας, με γνώμονα την αναβάθμιση του κύρους και της αξιοπιστίας της Ένωσης, προκειμένου να αναλάβει πρωταγωνιστικό και καθοριστικό ρόλο, αφενός στην επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε στην καθημερινή δικαστηριακή πρακτική και αφετέρου στην ανάσχεση των δρομολογούμενων αρνητικών εξελίξεων σε βάρος του κλάδου.

   Κατά το εξαιρετικά δύσκολο χρονικό διάστημα για την Ένωση, δηλαδή από τα τέλη του προηγούμενου έτους, μέχρι και την προκήρυξη των εκλογών, από κοινού με την Ειρηνοδίκη Σταματία Γκαρά – Δημουλέα, εκδώσαμε πληθώρα ανακοινώσεων, αντιτιθέμενοι, καταρχάς, στην αύξηση του αριθμού των οργανικών θέσεων των Προέδρων Εφετών, κατά ογδόντα έξι (86), με αντίστοιχη μείωση των οργανικών θέσεων των Εφετών, αλλά και στην διαφαινόμενη παράταση του τρέχοντος δικαστικού έτους, η οποία, δυστυχώς, εντέλει πραγματοποιήθηκε. Δεν αντιστοιχεί, κατά συνέπεια, στην πραγματικότητα η δήλωση του συνυποψηφίου Χριστόφορου Σεβαστίδη ότι μόνον η ομάδα του αντιστάθηκε στο θέμα αυτό, με τις υπόλοιπες ομάδες να πλειοδοτούν στην κυβερνητική τροπολογία. Μία απλή αναδρομή στο blog «ΔΙΚΑΣΤΗΣ», στις 30-3-2020 και στις 24-4-2020 αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Ακόμη, στις 27-4-2020 εκδώσαμε ανακοίνωση, υποστηρίζοντας ότι είναι επιτακτική ανάγκη η πλήρωση των 42 κενών οργανικών θέσεων των Ειρηνοδικών του έτους 2019, η έναρξη διαδικασίας κάλυψης των 44 κενών οργανικών θέσεων του 2020 και η αύξηση των οργανικών θέσεων των Ειρηνοδικών, ενώ με δική μας πρωτοβουλία, διοργανώθηκε από την Ένωση εθελοντική αιμοδοσία στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Λειτουργώντας, επίσης, καταστατικά και θεσμικά, αντιταχθήκαμε σφόδρα στην μη πραγματοποίηση των εκλογών εντός του προβλεπόμενου από το καταστατικό χρόνου και στην προσφυγή στη λύση της προσωρινής διοίκησης, αλλά, δυστυχώς, δεν εισακουσθήκαμε από την πλειοψηφία του Δ.Σ., όπως δεν εισακουσθήκαμε όταν, στην συνεδρίαση του Δ.Σ. της 23ης Ιανουαρίου 2020, εγχειρίσαμε το με την ίδια ημεροχρονολογία έγγραφό μας, με το οποίο καλούσαμε τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ., να καταθέσουμε, όλοι μαζί, τις παραιτήσεις μας καθώς και να καλέσουμε και τα αναπληρωματικά μέλη να προβούν σε δηλώσεις μη ανάληψης των κενών θέσεων, που θα προκύψουν και να προκηρυχθεί διενέργεια έκτακτων αρχαιρεσιών. Το αίτημά μας αυτό, παρότι η υλοποίησή του θα έβγαζε άμεσα την Ένωση από το αδιέξοδο, ον απόλυτα νόμιμο και σύμφωνο με το καταστατικό (άρθρ. 8 παρ. 1), παρά τα έωλα περί του αντιθέτου επικαλούμενα από συνυποψηφίους, δεν έγινε δεκτό.

   Όσον αφορά τώρα, τις επικείμενες εκλογές, οι οποίες θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό το μέλλον του κλάδου μας, οι εξαίρετοι συνάδελφοι που θα ενισχύσουν την προσπάθεια μου και αποτελούν μέλη της ομάδας μου είναι οι: α) Γεώργιος Σαπατζής, Εισαγγελέας Εφετών, β) Σωτήριος Μπακαϊμης, Εφέτης, γ) Βασίλειος Κατέρης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, δ) Ιωάννης Αρβανίτης, Πρωτοδίκης, ε) Ιωάννης Γραμματικός, Πρωτοδίκης, στ) Δημήτριος Δημητριάδης, Ειρηνοδίκης, και ζ) Δέσποινα Καραγιάννη, Ειρηνοδίκης ενώ, μαζί μας, για την Εξελεγκτική Επιτροπή είναι υποψήφιοι οι, α) Δημήτριος Κουλαξίζης, Εφέτης και β) Χρήστος Τριανταφυλλίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών.

   Όλοι μας  είμαστε αποφασισμένοι να εργασθούμε σκληρά για να ανακτήσει η Ένωσή μας το χαμένο έδαφος και την αίγλη της σε όλους τους τομείς. Δηλώνουμε ότι θα ακολουθήσουμε απόλυτα συνεπή, πορεία, που θα κατατείνει στην ευόδωση των δίκαιων αιτημάτων του κλάδου. Προϋπόθεση, όμως, για να μπορέσουμε να πετύχουμε, είναι να μας τιμήσετε με την ψήφο σας, ώστε να εκλεγούμε και οι οκτώ υποψήφιοι της ομάδας μας για το Δ.Σ. και οι δύο υποψήφιοι για την Εξελεγκτική Επιτροπή.

   Αν για κάτι θα έπρεπε να ξεχωρίζει το Δικαστικό Σώμα είναι η ευπρέπεια, το ήθος, η αγωγή, η υπεράσπιση και η αποδοχή της άλλης άποψης, η πολιτισμένη αντιπαράθεση με επιχειρήματα. Ύβρεις, συκοφαντίες και συμπεριφορές πεζοδρομίου δεν έχουν θέση στην Εν.Δ.Ε. και ασφαλώς δεν ταιριάζουν με την εικόνα που θέλουμε να εκπέμπουμε στην Ελληνική Κοινωνία η οποία αντί να βλέπει Δικαστές ενωμένους που να απονέμουν Δίκαιο, απορεί με συγκριμένες απαράδεκτες συμπεριφορές λίγων, που αμαυρώνουν την Ένωσή μας και το Δικαστικό Σώμα συνολικά. Άγονες φωνές, άσχημες αντιδράσεις χωρίς ουσία, ατέρμονες συγκρούσεις είναι έξω από το πνεύμα της Εν.Δ.Ε.

   Στις προσεχείς ημέρες, θα λάβετε με ηλεκτρονικό μήνυμα, τις θέσεις μας.

   Ζητούμε τη στήριξη σας.                                                          

Με αγάπη και εκτίμηση

Χαράλαμπος Μαυρίδης

Το σχέδιο Πισσαρίδη για τη Δικαιοσύνη, Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη

 Το σχέδιο Πισσαρίδη για τη Δικαιοσύνη

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη

 

Το γεγονός ότι σε ένα «Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία» διατυπώνονται προτάσεις αναμόρφωσης της Δικαιοσύνης, γεννά από μόνο του σοβαρό προβληματισμό. Ένας θεσμός ασύνδετος με τις πολυεπίπεδες κυβερνητικές επιλογές και κατευθύνσεις μεταβλήθηκε σε παρακολούθημα και εργαλείο χάραξης οικονομικής πολιτικής. Η Συνταγματική αναγνώριση της δικαστικής ανεξαρτησίας δεν έχει να κάνει μόνο με τη διασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του Δικαστή αλλά κυριότερα με τον ρόλο που η Πολιτεία επιφυλάσσει στη Δικαιοσύνη.

Στο Κεφάλαιο 4.2 της Έκθεσης Πισσαρίδη που αφορά τη Δικαιοσύνη παρατίθενται δείκτες κατάταξης του ελληνικού δικαστικού συστήματος στη διεθνή πυραμίδα με βάση τις αξιολογήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ. Το ενδιαφέρον φυσικά είναι μονόπλευρα στραμμένο στην προστασία που παρέχει το δικαστικό σύστημα στους επενδυτές με μια έκδηλη ανησυχία για το πόσο χαμηλά βρίσκεται στην εκτίμηση των επιχειρηματιών η δικαστική ανεξαρτησία. Όλοι οι κρατικοί θεσμοί στην υπηρεσία της εξυπηρέτησης των επενδυτών! Καμία έκπληξη δεν θα πρέπει να προκαλεί η Έκθεση αυτή σε κάποιον που παρακολουθεί τις εξελίξεις τα τελευταία χρόνια. Οι φιλοεπενδυτικές «μεταρρυθμίσεις» στη Δικαιοσύνη ξεκίνησαν με την υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση και συνεχίστηκαν με τη δημιουργία ειδικών τμημάτων στα μεγάλα Δικαστήρια που θα δικάζουν επενδυτικές διαφορές. Στο τελευταίο αυτό ζήτημα επιμένει και η Έκθεση Πισσαρίδη. Προτείνει όχι μόνο τη δημιουργία τμημάτων από «ειδικά καταρτισμένους δικαστές» αλλά και την υποχρέωση έκδοσης απόφασης εντός 12 μηνών και μάλιστα κατόπιν γνωμοδότησης εξειδικευμένων τεχνικών συμβούλων που θα δρουν επικουρικά προς τους δικαστές. Δικαιοσύνη δύο ταχυτήτων δηλαδή! Για τους έλληνες εργαζόμενους προφανώς δεν διαπιστώνεται ανάγκη ταχείας έκδοσης δικαστικής απόφασης ούτε οι δικαστές τους απαιτείται να είναι «ειδικά καταρτισμένοι», ενώ η ίδρυση υπηρεσιών με επιστήμονες που θα συνεπικουρούν τους δικαστικούς λειτουργούς είναι μία σταθερή υπόσχεση της Πολιτείας που κρατάει από τη δεκαετία του 1980 και μένει πάντα ανεκπλήρωτη.  Η πρόταση Πισσαρίδη έχει υλοποιηθεί ήδη κατά ένα μέρος με το ν. 4700/2020 που δίνει τη δυνατότητα σύστασης ειδικών τμημάτων στα Δικαστήρια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Ο σκοπός της δημιουργίας τέτοιων τμημάτων αποκαλύπτεται χωρίς περιστροφές στην Έκθεση της Επιτροπής και είναι «η θετική επίδραση στην προσέκλυση επενδύσεων». Ποια ερμηνεία του Θεμελιώδους Νόμου του Κράτους τόλμησε να ευτελίσει τόσο πολύ τη λειτουργία ενός ανεξάρτητου δημοκρατικού θεσμού που ενεργεί στο όνομα του Ελληνικού Λαού και να την υποβιβάσει στο επίπεδο του δολώματος των επενδυτών; Ο ταξικά ουδέτερος ρόλος της Δικαιοσύνης που στέκει, κατά το αστικό πολίτευμα, πάνω από κοινωνικά στρώματα, έξω και πέρα από κοινωνικούς ανταγωνισμούς και συγκρούσεις, πως αλήθεια ευθυγραμμίζεται με την ανάθεση μιας στρατευμένης αποστολής, κατάφωρα μεροληπτικής υπέρ των συμφερόντων ενός κοινωνικού ανταγωνιστή;  Η νέα τεχνοκρατική οπτική ερμηνείας του Συντάγματος που θυσιάζει το θεσμικό στο οικονομικό, το γενικό στο επιμέρους, το σύνολο στη μειοψηφία, νοηματοδοτεί εξ αρχής το άρθρο 1 παρ. 3 Σ. (Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού ..) ταυτίζοντας ουσιαστικά τα συμφέροντα του Λαού με τα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Ένα δεύτερο σημείο που θίγεται στην Έκθεση της Επιτροπής αφορά την ελληνική ιδιορρυθμία στην κατανομή των δικαστικών λειτουργών ανά βαθμό δικαιοδοσίας. Αναφέρεται ως παράδειγμα η μικρή αναλογία των πρωτοβάθμιων δικαστών σε σχέση με τους υπηρετούντες στα ανώτατα δικαστήρια (59% έναντι 9,5%) έναντι της αναλογίας που ισχύει στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά Κράτη. Οι συντάκτες της Έκθεσης ωστόσο παραλείπουν να επισημάνουν ότι η ιδιαιτερότητα αυτή δεν είναι ούτε τυχαία ούτε αποτελεί κληροδότημα μιας κακής παράδοσης. Είναι η συμπυκνωμένη έκφραση και η κοινή συνισταμένη πολιτικών σκοπιμοτήτων και ατομικών επιδιώξεων. Τον περασμένο Νοέμβριο με εκτεταμένη αρθρογραφία, με παρεμβάσεις προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, με τοποθετήσεις στη Γενική Συνέλευση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, τόσο η Ένωση όσο και τα μεγαλύτερα Εφετεία της Χώρας αλλά και ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου επεσήμαιναν ότι η ανατροπή της αναλογίας μεταξύ Προέδρων Εφετών και Εφετών από 1 προς 4 σε 1 προς 1,8, που δεν εξυπηρετεί καμία απολύτως ανάγκη (σ.σ. αλλά ικανοποιεί τις αξιώσεις συγκεκριμένου προσώπου), θα προκαλέσει στρεβλώσεις στη λειτουργία των Εφετείων της Χώρας και θα οξύνει τα ήδη σωρευμένα προβλήματα. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης όχι μόνο δεν αναθεώρησε την απόφασή του αλλά πριν 3 μήνες επέκτεινε την ρύθμιση και στις Εισαγγελίες Εφετών.

Το πιο ενδιαφέρον σημείο της Έκθεσης αλλά ταυτόχρονα το περισσότερο αποκαλυπτικό των προθέσεων για τη Δικαιοσύνη αφορά στον τομέα της διοίκησης των Δικαστηρίων. Αφού επικρίνει τις αιρετές διοικήσεις ως ανίκανες να διαχειριστούν αποτελεσματικά τις υποθέσεις τους, προτείνει τη θέσπιση ξεχωριστού κλάδου δικαστικών λειτουργών που θα έχει αποκλειστικά διοικητικές αρμοδιότητες! Πέρα από το εξόχως αντισυνταγματικό μιας τέτοιας πρότασης που ονειρεύεται δικαστές – manager,  είναι εντυπωσιακή η αποστροφή και απαξίωση βασικών δημοκρατικών αρχών όπως το δικαίωμα των δικαστικών λειτουργών να εκλέγουν οι ίδιοι τις διοικήσεις τους. Δεν αποτελεί απλά μομφή στους διοικούντες αλλά άμεση αμφισβήτηση της ικανότητας δικαστών και εισαγγελέων να επιλέγουν ορθολογικά τα συμβούλια διοίκησης. Οι τεχνοκράτες (είτε τους φαντάζονται δικαστές είτε τελικά θα είναι ιδιώτες)  θα έχουν ιδιαίτερη εκπαίδευση και θα αναλαμβάνουν, ελέω επενδυτών, «να ικανοποιούν τους φιλόδοξους στόχους που θα τους τεθούν» από την Κυβέρνηση (sic!!!). Τέτοιες προτάσεις, που θα μπορούσαν πολλοί -οχυρωμένοι πίσω από την ανάγνωση του Συντάγματος- να τις προσπεράσουν σαν άγριες ληρολογίες και ουτοπικά ονειροπολήματα, έχουν δείξει χαλύβδινη επιμονή στον χρόνο. Θα αποτελούσε εθελοτυφλία να αντιμετωπιστούν αποσπασματικά και ως εξαίρεση στον δήθεν απόλυτο σεβασμό στις κρατικές Λειτουργίες. Εντάσσονται σε έναν ευρύτερο πολιτικοοικονομικό σχεδιασμό που έχει δώσει απτά δείγματα γραφής στο παρελθόν και καλύπτει όχι μόνο τη Δικαιοσύνη αλλά όλους τους νευραλγικούς κρατικούς τομείς. Αποτελούν αδιάσπαστη ενότητα με την ήδη θεσμοθετηθείσα υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση και τις εισηγήσεις για κατάργηση της συνταγματικής αρχής της ισοβιότητας των δικαστικών λειτουργών, Σ.Δ.Ι.Τ. και εισαγωγή της τεχνητής νοημοσύνης στη Δικαιοσύνη.

Συνέντευξη Ιωάννη Γραμματικού, Πρωτοδίκη: “Ο ρόλος και η θέση του Έλληνα Δικαστή στην ελληνική κοινωνία”

Επιστολή Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών (νεοπροαχθέντος Εφέτη Εύβοιας)

ΟΜΑΔΑ ΕΔΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

Επιστολή Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών (νεοπροαχθέντος Εφέτη Εύβοιας)

Από τις 14 του Σεπτέμβρη προτεραιότητα μας θα αποτελεί η υπηρεσιακή καθημερινότητα των συναδέλφων.

                                                                                    21-8-2020

Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι

Η αντίστροφη μέτρηση για τις εκλογές στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων ξεκίνησε.

Για άλλη μία φορά οι ελλείψεις υλικοτεχνικών και τεχνολογικών υποδομών σε όλα τα Δικαστήρια της χώρας είναι εμφανείς. Ελλείψεις, όμως, η κάλυψη των οποίων, πέρα από την ευθύνη της Πολιτείας, εξαρτάται άμεσα και σε μεγάλο βαθμό από ενέργειες της Διοίκησης της Ενώσεως. Και τη λύση, βέβαια, στο πρόβλημα δεν μπορεί να δώσει η διάθεση συμβολικών και μόνο κονδυλίων από την Ένωση για το σκοπό αυτό. Απαιτούνται στοχευμένες και συντονισμένες ενέργειες ενώπιον του αρμόδιου Υπουργείου.

Από τις 14 Σεπτεμβρίου οι ενέργειες μας θα επικεντρωθούν μεταξύ άλλων:

– Καταρχήν, στη συνεχή εγρήγορση προς εξασφάλιση των αναγκαίων υγειονομικών συνθηκών για την ασφαλή άσκηση του δικαιοδοτικού έργου κατά την κρίσιμη περίοδο της πανδημίας Covid – 19, που διανύουμε και για όσο χρονικό διάστημα απαιτηθεί ανάλογα με τα επιδημιολογικά δεδομένα. Προς το σκοπό αυτό θα συσταθεί άμεσα στην Ένωση Ειδική Επιτροπή με μόνο αντικείμενο ενασχόλησης το εν λόγω ζήτημα

– Στον άμεσο εξοπλισμό όλων των Δικαστηρίων της χώρας, κατ΄ αναλογία με τον αριθμό των υπηρετούντων Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών, με την αναγκαία τεχνολογική υποστήριξη, που θα διαθέτει σύγχρονα λειτουργικά λογισμικά συστήματα. Η κρατική δαπάνη, που απαιτείται κινείται σε απόλυτα λογικά επίπεδα.

– Στον εξοπλισμό όλων των Δικαστηρίων της χώρας με οργανωμένο σύστημα Wi-Fi για την άμεση και γρήγορη πρόσβαση των συναδέλφων στο διαδίκτυο και στις υπηρεσίες νομικών πληροφοριών, έλλειψη, η οποία κρίνεται ουσιώδης.

– Στη δημιουργία ηλεκτρονικού αρχείου των δημοσιευόμενων δικαστικών αποφάσεων, καθώς και στην πλήρη αξιοποίηση της τεχνολογίας στον τομέα σύνταξης των πρακτικών των ποινικών αποφάσεων

– Στην αποσυμφόρηση χώρων των Δικαστηρίων από άχρηστα υλικά και αντικείμενα και στην άμεση απομάκρυνση τους. Η εικόνα, που δημιουργείται σε πολλές περιπτώσεις είναι τραγική.

– Στη χορήγηση των αναγκαίων ειδών τεχνολογίας (αναλώσιμων κλπ.) προς τους συναδέλφους, οι οποίοι μετά το Ν. 4055/2012 είναι υποχρεωμένοι να συντάσσουν τις αποφάσεις σε ηλεκτρονική μορφή χωρίς να καλύπτονται οι αντίστοιχες λειτουργικές τους δαπάνες.

– Στη διαμόρφωση ενός πλαισίου προγραμμάτων ιδιωτικής ασφάλισης για λογαριασμό των συναδέλφων και των οικογενειών τους. Το ζήτημα κατά την άποψη μου είναι κεφαλαιώδους σημασίας και πρέπει να δημιουργήσουμε όρους και προϋποθέσεις ασφάλειας και ποιοτικών υπηρεσιών στον τομέα της υγείας για το μέλλον

Περαιτέρω, εκατοντάδες συνάδελφοι κάθε χρόνο καλούνται να υποβληθούν σε υπέρογκες λειτουργικές δαπάνες για λόγους υπηρεσιακών μετακινήσεων χωρίς ουδέποτε μέχρι σήμερα να έχει χορηγηθεί αντίστοιχο επίδομα. Η Ομάδα μας, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά τις επόμενες ημέρες, στο πλαίσιο, διαχρονικά, του έργου, που έχουμε προσφέρει, με συγκεκριμένες και στοχευμένες ενέργειες πέτυχε την υλοποίηση της 89/2013 αποφάσεως του Μισθοδικείου (σχετικά με τη φοροαπαλλαγή του 25%) και μάλιστα σε βάθος πενταετίας και όχι τριετίας όπως είχε αρχικώς ρυθμισθεί. Η «φοροαπαλλαγή» αυτή, που κάλυπτε ένα μέρος μόνο των προαναφερόμενων λειτουργικών δαπανών συναδέλφων, καταργήθηκε πριν περίπου από τρία χρόνια και έκτοτε το ζήτημα εγκαταλείφθηκε πλήρως από την προηγούμενη Διοίκηση της Ενώσεως. Το γενικότερο θέμα για εμάς δεν θεωρείται λήξαν και εφόσον αναλάβουμε τη Διοίκηση της Ενώσεως θα επανατεθεί στη σωστή του βάση.

Αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι

Τις αντιλήψεις περί «αρραγών δικαστικών μετώπων αντίστασης», «πάλης εξουσιών», «θεωριών περί εχθρών εντός και εκτός των τειχών» και άλλων παρόμοιων συνθημάτων και ρητορικών τις γνωρίσαμε, τις βιώσαμε και είδαμε εκ του αποτελέσματος, πού οδήγησαν την Ένωση. Αντιλήψεις, οι οποίες όχι απλώς δεν αντανακλούν το προφίλ της Δικαστικής Εξουσίας, που αποτελεί χώρο Ανεξαρτησίας και όχι πεδίο «συστράτευσης»,  αλλά εμφανίστηκαν αυτόκλητα, αιφνίδια και ευκαιριακά χωρίς, όμως, ποτέ μέχρι σήμερα και διαχρονικά να τύχουν της αποδοχής τόσο της συντριπτικής πλειοψηφίας του ΔΣ, όσο και του Δικαστικού Σώματος. Κοντά σε όλα αυτά χάθηκαν σημαντικές ευκαιρίες σε θεσμικό επίπεδο, αλλά και στο οικονομικό πεδίο. Ο Δικαστής πάνω και πρώτα από όλα είναι Λειτουργός του Κράτους και με βάση την ιδιότητα αυτή προσδιορίζονται οι διεκδικήσεις και τα δικαιώματα του.  Συγχρόνως, οι επιθέσεις σε βάρος των Δικαστικών Λειτουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους όχι απλώς μειώθηκαν αλλά εντάθηκαν και διογκώθηκαν περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Η ανεξέλεγκτη υπεισέλευση της Ένωσης κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα σε πεδία, που άπτονται ακόμη και της άσκησης πολιτικής οδήγησε αντανακλαστικά σε αντίστροφες αντιδράσεις και έδωσε, αντιστοίχως, «πάτημα» για παρεμβατικές τάσεις στο έργο της Δικαιοσύνης.

Στις 14 Σεπτεμβρίου η αντίληψη στη Διοίκηση της Ενώσεως αλλάζει. Η αποτελεσματική άσκηση του δικαιοδοτικού έργου προϋποθέτει την ύπαρξη και διατήρηση ενός περιβάλλοντος ηρεμίας στο χώρο της Δικαιοσύνης. Άμεση προτεραιότητα μας αποτελεί η ιεράρχηση των ζητημάτων στην σωστή θεσμική τους διάσταση και συγχρόνως η ενασχόληση μας με την υπηρεσιακή καθημερινότητα των συναδέλφων. Στόχος απόλυτα συγκεκριμένος και εφικτός.

Η Ομάδα μας των οκτώ (8) υποψηφίων, πέραν της υποψήφιας Προέδρου κ. Μαργαρίτας Στενιώτη, Εφέτη Αθηνών και του υπογράφοντος την παρούσα, αποτελείται από έξι ακόμη συναδέλφους, που μας τιμούν με την υποψηφιότητα τους και συγκεκριμένα: την κ. Ελένη Ασημακοπούλου, Εφέτη Θεσσαλονίκης (υποψήφια της Ομάδας μας από τη Β. Ελλάδα, που θα προσδώσει αυξημένο κύρος στο ΔΣ της Ενώσεως), την κ. Γλυκερία – Λουΐζα Ιωαννίδου, Πρόεδρο Πρωτοδικών Αθηνών (η υποψηφιότητα της Ομάδας μας από το βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών, που θα προσδώσει δυναμική στο ΔΣ της Ενώσεως), την κ. Ωραιοζήλη Καραγιάννη, Πρωτοδίκη Ηρακλείου Κρήτης (για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια κατέρχεται στην Ένωση ως υποψήφια στην πιο νευραλγική θέση του πρώτου βαθμού Πρωτοδίκης γυναίκα, η παρουσία της οποίας στο ΔΣ κρίνεται επιβεβλημένη), τον κ. Ιωάννη Τριανταφυλλίδη, Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (ήρθε πλέον η ώρα να μετάσχει για πρώτη φορά στο ΔΣ της ΕνΔΕ Εισαγγελικός Λειτουργός από τον πρώτο βαθμό) και τους κ.κ. Νικήτα Βελία και Εμμανουήλ Φωτάκη, Ειρηνοδίκες Αθηνών (η υποψηφιότητα δύο Ειρηνοδικών υπαγορεύτηκε από την ανάγκη της μέγιστης δυνατής εκπροσώπησης των Ειρηνοδικών σε μία περίοδο, που σημαντικά ζητήματα, που αφορούν τους Ειρηνοδίκες βρίσκονται σε εξέλιξη. Η παρουσία ειδικώς των δύο αυτών συναδέλφων Ειρηνοδικών στο ΔΣ της ΕνΔΕ με έντονη και πολλαπλή δράση στα κοινά του Δικαστικού Σώματος αποτελεί, πλέον, αναγκαιότητα).

Ήρθε, πλέον, η ώρα για μια νέα αντίληψη Διοίκησης στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων με την παρουσία στο τιμόνι της Ένωσης της Εφέτη κ. Μαργαρίτας Στενιώτη, μιας συναδέλφου με πολυετή και επιτυχημένη διαδρομή στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, που έχει υπηρετήσει σε νευραλγικές θέσεις του Προεδρείου και με ιδιαίτερα σημαντική συμβολή και έργο στις μέχρι σήμερα διεκδικήσεις του Δικαστικού Σώματος.

Τα μηνύματα από όλα τα Δικαστήρια της χώρας είναι πλέον σαφή!

Ζητούμε να μας δώσετε καθαρή εντολή πλειοψηφίας!

Με τιμή

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών (νεοπροαχθείς Εφέτης Ευβοίας)

Η αιτιολογία της απόφασης. Επιστημονικό έργο ή διήγημα; Γιάννη Ευαγγελάτου, Προέδρου Πρωτοδικών

Η αιτιολογία της απόφασης. Επιστημονικό έργο ή διήγημα;

Γιάννη Ευαγγελάτου, Προέδρου Πρωτοδικών

Το Σύνταγμα του 1827 δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη για την αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων, αλλά αναφέρει μόνο στο άρθρο 141 ότι: «Αι αποφάσεις των Δικαστηρίων γίνονται πάντοτε δημοσίως». Για πρώτη φορά γίνεται μνεία για την αιτιολογία της δικαστικής απόφασης στο Σύνταγμα του 1864, στο άρθρο 93, που ορίζει ότι «πάσα απόφασις πρέπει να είναι ητιολογημένη». Στην αναθεώρηση του Συντάγματος το 1911 προστέθηκε και η λέξη «ειδικώς» ητιολογημένη, διατύπωση που διατηρήθηκε στο Σύνταγμα του 1927 (στο άρθρο 99) και στο Σύνταγμα του 1952 στο άρθρο 93. Στο Σύνταγμα του 1975 προστέθηκε και το «εμπεριστατωμένως», για να καταλήξουμε στη διατύπωση του ισχύοντος Συντάγματος στο άρθρο 93 παρ. 3 που αναφέρεται ότι: «Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση». Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι από το «οι αποφάσεις πρέπει να γίνονται δημόσια», περάσαμε στις «αιτιολογημένες αποφάσεις», εν συνεχεία στις «ειδικώς αιτιολογημένες» για να καταλήξουμε στις «ειδικώς και εμπεριστατωμένες αποφάσεις». Αυτό ενδεχομένως να οφείλεται στην συνεχώς αυξανόμενη δυσπιστία της πολιτείας απέναντι στη Δικαιοσύνη, αλλά και στην προσπάθεια αποφυγής αυθαιρεσίας των δικαστικών λειτουργών, σε σημείο όμως που φτάσαμε σήμερα να μιλάμε για απολογία του δικαστή που εξέδωσε την απόφαση.
Αιτιολογία σημαίνει ότι πρέπει στην απόφαση να περιέχονται με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή κενά τα πραγματικά περιστατικά που στήριξαν την κρίση του Δικαστηρίου, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική διάταξη. Η απόφαση δηλαδή πρέπει να είναι ένα επιστημονικό, νομικό έργο και όχι ένα διήγημα. Παρατηρούμε, όμως, πολλές φορές για παράδειγμα σε υποθέσεις για διατροφή τέκνου να αναφέρεται στην απόφαση: «Οι διάδικοι τέλεσαν στις 25-3-2001 νόμιμο πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο Αργυρούπολης και στη συνέχεια θρησκευτικό γάμο στις 28-10-2002 στη Γλυφάδα Αττικής στον Ιερό Ναό Αγίου Κωνσταντίνου (βλ υπ’ αριθμ. 123/2002 ληξιαρχική πράξη). Από το γάμο τους απέκτησαν δύο τέκνα τον Αριστοτέλη που γεννήθηκε την 17η Νοεμβρίου 2005 και τη Νεφέλη που γεννήθηκε την 15η Αυγούστου 2007. Τα πρώτα χρόνια της έγγαμης συμβίωσής τους ήταν αρμονικά κτλ κτλ». Σε αυτοκινητικές επίσης διαφορές διαβάζουμε: «Ο ενάγων την Πρωτομαγιά του 2010 οδηγούσε το υπ’ αριθμ κυκλ. ΗΚΟ 7777 ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας Fiat, τύπου Punto, χρώματος κόκκινου, που ήταν ιδιοκτησίας του δεύτερου ενάγοντος και ασφαλισμένο κτλ κτλ κινούμενος στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης με κατεύθυνση προς τη Βάρκιζα. Το πλάτος του οδοστρώματος στο σημείο εκείνο ήταν κτλ κτλ Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα και η ορατότητα του ενάγοντος ήταν πλήρης κτλ κτλ. Από την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή κινούμενος προς Πειραιά, ερχόταν ο εναγόμενος που οδηγούσε το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας 1313 αυτοκίνητο, πράσινου χρώματος κτλ κτλ». Δηλαδή, η απόφαση για να έχει μια διηγηματική μορφή και μια συνοχή, αναφέρει περιστατικά και στοιχεία που δεν αμφισβητούνται, με κίνδυνο όμως έτσι να πλατειάζει, εις βάρος των αμφισβητούμενων και κρίσιμων περιστατικών.
Στα βουλεύματα παραπέμπεται ο κατηγορούμενος για κακούργημα και στο σκεπτικό αναφερόμαστε μόνο στην εισαγγελική πρόταση προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων. Στην έφεση, όμως, για ένα αυτοκινητικό ή μια μισθωτική διαφορά, δεν μπορούμε να αναφερθούμε στην πρωτόδικη, αλλά πρέπει να επαναλάβουμε το σκεπτικό της! Οι ξένοι συνάδελφοί μας δικαστές μάς αποκαλούν «συγγραφείς» εξαιτίας του τρόπου γραφής και του πλήθους των σελίδων που έχουν οι αποφάσεις μας! Όλοι μας έχουμε δει πόσο συνοπτικές είναι οι αλλοδαπές δικαστικές αποφάσεις, χωρίς να στερούνται αιτιολογίας. Αυτό συμβαίνει διότι αναφέρονται μόνο στα κρίσιμα, ουσιώδη και αμφισβητούμενα περιστατικά της ένδικης διαφοράς, χωρίς την αναγραφή περιττών στοιχείων και δίχως τη διηγηματική δομή που ακολουθούμε εμείς. Δίχως μείζονες και δαιδαλώδεις σκέψεις, αλλά επικεντρωμένες στη λύση της υπόθεσης και μόνο. Γιατί να χρειάζεται σε δίκη διατροφής να αναφέρουμε πότε, που και πως έγινε ο γάμος των διαδίκων, όταν αυτά δεν αμφισβητούνται; Γιατί θα πρέπει στις αυτοκινητικές διαφορές να γράφουμε όλα τα στοιχεία που συνομολογούν έτσι κι αλλιώς οι διάδικοι; Γιατί θα πρέπει να αρχίζουμε το γράψιμο της δικαστικής απόφασης σαν να γράφουμε ένα διήγημα; Η συγγραφή διηγήματος απαιτεί άλλες ικανότητες, ιδιαίτερη τεχνική, αλλά και την ανάλογη διάθεση και προπαντός την εύρεση και του ανάλογου χρόνου. Είναι πολυτέλεια να γράφουμε με διηγηματική μορφή!
Ένας δικαστής δημοσιεύει περίπου 250 αποφάσεις το χρόνο, με μέσο όρο 10 σελίδες την απόφαση, δηλαδή γράφει 2.500 σελίδες το χρόνο ή 675.000 λέξεις! Η Οδύσσεια του Ομήρου είχε περίπου 12.000 στίχους… Και ο Όμηρος είχε άφθονο χρόνο στη διάθεσή του, σε αντίθεση με τους δικαστές που, αν υπολογίσει κανείς ότι στους 10 μήνες του δικαστικού έτους (ή έπους), έχουν κατά μέσο όρο 10 υπηρεσίες το μήνα, απομένουν μόνο 265 μέρες το χρόνο, που οι δικαστές μπορούν να επεξεργαστούν τις δικογραφίες. Συνεπώς, όλες αυτές τις 265 μέρες, Σάββατα, Κυριακές και αργίες, καλοκαίρι και χειμώνα, οι δικαστές πρέπει να εργάζονται και να βγάζουν τουλάχιστον μια απόφαση την ημέρα! Δηλαδή, πρέπει να μελετήσουν (και όχι απλά να διαβάσουν) την αγωγή, τις προτάσεις του ενάγοντος, τους ισχυρισμούς του εναγομένου, τα σχετικά έγγραφα των διαδίκων, τη νομολογία και τη νομοθεσία, να αποφασίσουν και να γράψουν την απόφαση, δηλαδή τα εισαγωγικά, το ιστορικό της αγωγής, το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης!
H μεγάλη παθογένεια που αφορά στην καθυστέρηση του χρόνου απονομής της Δικαιοσύνης δεν επιλύεται με μικρές και επουσιώδεις τροποποιήσεις νόμων. Τα τελευταία χρόνια ψηφίσθηκαν σαράντα (40) νόμοι με τον τίτλο «Επιτάχυνση της Δικαιοσύνης», ενώ κάθε τόσο αλλάζουμε και τους βασικούς κώδικες. Και η καθυστέρηση, ωστόσο, παραμένει ως το μεγαλύτερο πρόβλημα, που μοιάζει άλυτο και δυσθεώρητο. Η καθυστέρηση, όμως, σχετίζεται και με τη σύνταξη της απόφασης. Αφού δεν μπορούμε να έχουμε λιγότερες υποθέσεις, αφού δεν μπορούμε να έχουμε περισσότερους δικαστές, ας προσπαθήσουμε να κάνουμε πιο εύκολο και πιο γρήγορο το γράψιμο της απόφασης, αλλά και πιο ουσιαστικό. Οι Έλληνες Δικαστές σήμερα «γράφουν πολλά γιατί δεν έχουν το χρόνο να γράψουν λίγα», αλλά και γιατί δεν έχουν διδαχθεί άλλο τρόπο. Η τελευταία φορά που η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, με πρωτοβουλία και με δαπάνες της, συνέταξε σχέδια πολιτικών αποφάσεων και τα μοίρασε στα μέλη της ήταν το Μάιο του 2000, δηλαδή πριν από είκοσι έτη (και μάλιστα τα σχέδια αυτά είχαν αρχικά συνταχθεί από πενταμελή επιτροπή δικαστών υπό την προεδρία του τότε Προέδρου Πρωτοδικών Δημ. Κυριτσάκη το έτος 1986!!!). Είναι καιρός, λοιπόν, για καινούρια σχέδια, σύγχρονα, εναρμονισμένα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, για να πάψει η απόφαση να αποτελεί ένα διήγημα, αλλά να αναδειχθεί αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή ένα επιστημονικό έργο. Πλέον είναι επιτακτική ανάγκη να αλλάξει κάτι ριζικά για να απονέμεται το Δίκαιο, όπως αξίζει σε ένα αγαθό, δηλαδή άμεσα και έγκαιρα, πριν αυτό αλλοιωθεί και χάσει την ουσία του.

Κρήτη, 21-8-2020

Γιάννης Ευαγγελάτος
Πρόεδρος Πρωτοδικών-Εκπρόσωπος τύπου της ΕνΔΕ

ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ ΣΕ ΘΕΣΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΟΙ ΣΕ ΘΕΣΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι

Σας παρουσιάζουμε το δεύτερο  μέρος των θέσεων μας , που εξειδικεύεται σε θέματα Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, βελτιστοποίησης της οργάνωσης της και αποτελεσματικότερης λειτουργίας της.

Ενίσχυση της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης

            Σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις η πρόοδος μιας Χώρας στηρίζεται στην αποτελεσματική λειτουργία των Θεσμών και την εδραίωση του Κράτους Δικαίου. Στην Ελληνική Δημοκρατία η Δικαστική Λειτουργία, ως ισότιμη και ισόκυρη με την Εκτελεστική και τη  Νομοθετική οφείλει να υπερασπίζεται την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και να αυτοπροσδιορίζεται με γνώμονα το συνταγματικό της ρόλο και την ευθύνη του κάθε Δικαστικού και Εισαγγελικού Λειτουργού, ως άμεσου οργάνου του Κράτους. Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων πιστεύουμε ακράδαντα ότι πρέπει να έχει θέσεις και δράσεις προς την κατεύθυνση αυτή και για το σκοπό αυτό παρουσιάζουμε κάποιες προτάσεις μας, που θεωρούμε ότι ενισχύουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και των Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών.

Ι.  Ίδρυση Εθνικού Συμβουλίου Δικαιοσύνης

            Σε όλα τα σύγχρονα δικαστικά συστήματα υιοθετούνται εργαλεία καταγραφής της αποτελεσματικότητας και σχεδιασμού των απαιτούμενων λύσεων. Στην ελληνική πραγματικότητα η σχετική δράση ασκείται με αναποτελεσματικότητα  από τις διοικητικές υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης, για λόγους που άπτονται κυρίως της έλλειψης οργάνωσης της Δημόσιας Διοίκησης. Η πρόταση μας είναι :

  •     Η θεσμοθέτηση Εθνικού Συμβουλίου Δικαιοσύνης, το οποίο θα έχει οριζόντια αρμοδιότητα για την καταγραφή και το σχεδιασμό των μέτρων που πρέπει να λαμβάνονται από την Πολιτεία για την βελτίωση της αποτελεσματικότητας της Δικαιοσύνης.
  •     Θα συγκροτείται από ανώτατους Δικαστές όλων των κλάδων της Δικαιοσύνης και θα συμμετέχουν σε αυτό: αιρετός εκπρόσωπος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, εκπρόσωποι των Δικηγορικών Συλλόγων, των Δικαστικών Υπαλλήλων, του Υπουργείου Δικαιοσύνης, των λοιπών νομικών επαγγελμάτων κατά περίπτωση.

Το Εθνικό Συμβούλιο Δικαιοσύνης θα έχει σκοπό:

  •     Την παρακολούθηση  της υφιστάμενης κατάστασης στην Ελληνική Δικαιοσύνη,
  •     Την εκτίμηση στατιστικών εργαλείων
  •     Την συμμετοχή σε ευρωπαϊκά fora
  •     Τη συνεργασία με την CEPEJ
  •     Τον Στρατηγικό Σχεδιασμό των αναγκαίων δράσεων για την Δικαιοσύνη σε βάθος πενταετίας
  •   Την υποβολή αιτιολογημένων προτάσεων νομοθετικής πρωτοβουλίας προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Σε κάθε κλάδο της Δικαιοσύνης θα λειτουργούν Ομάδες Εργασίας  υποστηρικτικές της δράσης του Εθνικού Συμβουλίου.

ΙΙ. Προστασία της Συνταγματικής Αρχής της Προσωπικής και Λειτουργικής Ανεξαρτησίας  των Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών

Η πρόταση μας αφορά στην οργάνωση με αυστηρά εμπιστευτικό χαρακτήρα διαδικασίας εσωτερικού ελέγχου αναφορών Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών για παραβιάσεις της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους από εσωτερικούς ή εξωτερικούς παράγοντες. Ο εσωτερικός έλεγχος θα διενεργείται προσωπικά από τον Πρόεδρο και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και από τον Προϊστάμενο της Επιθεώρησης. Η εμπειρία των τελευταίων ετών από περιστατικά που γνώρισαν δημοσιότητα επιβάλλει την ανάληψη πρωτοβουλιών εκ μέρους μας, για την προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης.

ΙΙΙ. Ενίσχυση της Ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης με την καθιέρωση της Οικονομικής Αυτοτέλειας των Δικαστηρίων

Η πρόταση μας στηρίζεται στην εμπειρία, που έχει μέχρι σήμερα συσσωρευτεί από την επιτυχή λειτουργία του θεσμού στα Δικαστήρια και τις Εισαγγελίες της Χώρας. Στόχος είναι η κατάλληλη οργάνωση των διοίκησης των δικαστηρίων ώστε να θεσμοθετηθεί η οικονομική αυτοτέλεια τους, που θα ενισχύσει έτι περαιτέρω το θεσμό του αυτοδιοίκητου και την Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Προτείνουμε :

  •     Το κάθε Δικαστήριο και Εισαγγελία να καταρτίζει τον δικό του προϋπολογισμό και να διαχειρίζεται τα αντίστοιχα κονδύλια χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
  •     Η κατανομή των πόρων ανά δικαστικό σχηματισμό και η κατάρτιση προϋπολογισμού θα υπόκειται στην εποπτεία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάθε κλάδου της Δικαιοσύνης.
  •     Η πιλοτική εφαρμογή θα περιλάβει τα Ανώτατα Δικαστήρια της Χώρας σύμφωνα με το υπάρχον μοντέλο του Συμβουλίου της Επικρατείας και θα προβλέπει σταδιακή ενεργοποίηση του μέτρου εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος.

ΙV.Συμβούλια Διεύθυνσης Δικαστηρίων και Εισαγγελιών

Η πρόταση μας αποσκοπεί στην αναβάθμιση του κύρους και της αποτελεσματικότητας του θεσμού. Είναι γνωστό ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο η διοίκηση των Δικαστηρίων αποτελεί εξειδικευμένο πεδίο της δημόσιας διοίκησης. Η εισαγωγή και στην ελληνική πραγματικότητα των σύγχρονων τρόπων διοίκησης του Κράτους,  απαιτεί, στον Τομέα της Δικαιοσύνης, οι Δικαστές και Εισαγγελείς, που ασκούν τα συγκεκριμένα καθήκοντα να είναι εξοπλισμένοι με δεξιότητες για να επιτελούν αποτελεσματικά το έργο τους. Για την ενίσχυση του αυτοδιοίκητου των Δικαστηρίων προτείνουμε την καθιέρωση στην Εθνική Σχολή Δικαστών:

  •     Ειδικών εκπαιδευτικών σεμιναρίων για τους σπουδαστές και
  •     Επιμορφωτικών για τους εν ενεργεία Δικαστές και Εισαγγελείς σε θέματα διοίκησης

Δικαστηρίων. Με την πληρέστερη κατάρτιση των διοικούντων τα Δικαστήρια στα θέματα αυτά, θα μπορεί να υποστηριχθεί και το αίτημα μας για οικονομική αυτοτέλεια της Δικαιοσύνης, που σαφώς ενισχύει την ανεξαρτησία της.

Περαιτέρω, ως προς το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και πάντα με γνώμονα την ενίσχυση του θεσμού:

  •     διατηρούμε σοβαρές επιφυλάξεις, αναφορικά με τη διάταξη που προβλέπει τη δυνατότητα να είναι υποψήφιος ως διευθύνων ή μέλος Δικαστηρίου ή Εισαγγελίας για δεύτερη φορά δικαστής ή εισαγγελέας που άσκησε τα ίδια καθήκοντα και στο παρελθόν, διότι είμαστε υπέρ της ανάθεσης καθηκόντων διοίκησης σε όσο περισσότερους δικαστές γίνεται
  •     Θεωρούμε ότι η θεσμοθέτηση της δισταυρίας για τον διευθύνοντα τον δικαστικό σχηματισμό θα εμποδίσει εκφυλιστικά φαινόμενα παραταξιοποίησης των υποψηφίων και θα αποτελέσει κίνητρο για την συμμετοχή περισσότερων υποψηφίων
  •   Προτείνουμε την ειδική αξιολόγηση των διευθυνόντων και των μελών της διοίκησης κατά την διαδικασία της τακτικής επιθεώρησης και την εκπόνηση ετήσιας έκθεσης πεπραγμένων εκ μέρους των Συμβουλίων Διεύθυνσης των Δικαστηρίων.

V.Περιορισμός της νόμιμης παρέμβασης της Εκτελεστικής στην Δικαστική Εξουσία

Μέχρι τη στιγμή, που εκ νέου θα εκκινήσει η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος, πιστεύουμε ότι πρέπει η Πολιτεία στο πλαίσιο της ενίσχυσης των Θεσμών και της κατοχύρωσης της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, να προχωρήσει στην κατάργηση αναχρονιστικών ρυθμίσεων που επιφυλάσσουν αρμοδιότητα της Εκτελεστικής Εξουσίας σε θέματα της Δικαστικής Λειτουργίας.

Συγκεκριμένα προτείνουμε την κατάργηση:

  •     Της υποβολής ερωτήματος από τον Υπουργό Δικαιοσύνης για την σύγκληση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου για προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις και εν γένει υπηρεσιακές μεταβολές των Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών. Κατ΄ εξαίρεση να διατηρηθεί η υποβολή ερωτήματος για τις θέσεις εκείνες που αφορούν στην διεθνή εκπροσώπηση της Χώρας σε Οργανισμούς και Υπηρεσίες (άρθρο 49 ΚΟΔΔΛ).
  •     Του δικαιώματος του Υπουργού Δικαιοσύνης να ασκεί έφεση σε απαλλακτική ή καταδικαστική απόφαση πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου (άρθρο 105 παρ.2 ΚΟΔΔΛ)
  •     Της χορήγησης από τον Υπουργό Δικαιοσύνης σε Δικαστικους και Εισαγγελικου κανονικής άδειας (άρθρο 44 παρ.7 ΚΟΔΔΛ) , άδειας ανατροφής τέκνου (άρθρο 44 παρ.21 ΚΟΔΔΛ), αναρρωτικής άδειας (άρθρο 45 ΚΟΔΔΛ), εκπαιδευτικής άδειας (άρθρο 45 ΚΟΔΔΛ)

Οι ανωτέρω ενέργειες προτείνουμε να περιέλθουν στην αρμοδιότητα των Ανωτάτων Δικαστηρίων και να υποστηρίζονται από Τμήμα Προσωπικού, που θα περιληφθεί στο Οργανόγραμμα τους.

  1. Τροποποίηση θεσμικού πλαισίου ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ

Η πρόταση μας αφορά στον εξορθολογισμό της διαδικασίας ελέγχου και των εργαλείων της και αποσκοπεί  στην αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου προς την κατεύθυνση του πραγματικού ελέγχου και όχι της λογικής της αξιοποίησης του λάθους του υπόχρεου. Τα σύγχρονα ελεγκτικά συστήματα πλούτου μπορούν να διακριβώσουν τα παράνομα εισοδήματα και αυτό θα πρέπει να είναι ο στόχος του θεσμού. Η διαφάνεια και η καθαρότητα της περιουσιακής κατάστασης των Δικαστικών και Εισαγγελικών Δικαστικών Λειτουργών αποτελεί κύριο επιχείρημα μας απέναντι σε κάθε αμφισβητία της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας μας.

Θεωρούμε ότι υφιστάμενες ρυθμίσεις του ελέγχου πρέπει να αναθεωρηθούν, διότι μεταφέρουν το κέντρο βάρους σε επουσιώδη θέματα, αποπροσανατολίζοντας το στόχο του. Συγκεκριμένα προτείνουμε:

  •     Την κατάργηση της τυπολατρικής επανάληψης του περιεχομένου της δήλωσης,ανεξαρτήτως της ύπαρξης μεταβολών
  •     Την κατάργηση της συμπλήρωσης στοιχείων, που είναι γνωστά στην Ελεγκτική Αρχή, όπως πχ το ύψος των τραπεζικών λογαριασμών, ή των συναλλαγών με πιστωτικές κάρτες
  •     Την συνολική επανεξέταση του περιεχομένου της δήλωσης, προκειμένου να αποκτήσει απλούστερο και σαφέστερο περιεχόμενο.

Αποτελεί σταθερή θέση μας η μη δημοσιοποίηση με οποιονδήποτε τρόπο μέρους ή του συνόλου της δήλωσης ή του περιεχομένου του ελέγχου αυτής.

Βελτιστοποίηση της Οργάνωσης της Δικαιοσύνης και μέτρα για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της

 Ι.Περιορισμός της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης υπό όρους

Με σεβασμό στον συνταγματικό περιορισμό, η πρόταση μας είναι να οργανωθεί ένα πλέγμα δράσεων με στόχο τον λειτουργικό περιορισμό της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης, χωρίς έκπτωση των αρχών του Κράτους Δικαίου, προκειμένου να επιταχυνθούν οι διαδικασίες απονομής της Δικαιοσύνης. Η πρόταση υιοθετεί την αντίληψη ότι η συνταγματική επιταγή για την αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αποτελεί ρύθμιση-πλαίσιο. Η καταγραφή των περιπτώσεων (πολιτικών και ποινικών) αποφάσεων,  που ο νομοθέτης έχει ήδη θεσμοθετήσει την περιορισμένη αιτιολογία θα καταδείξουν την δυνατότητα εφαρμογής της λύσης και σε άλλες περιπτώσεις. Ενδεικτικά, οι κατευθύνσεις προς τις οποίες θα αναζητηθούν συνταγματικά συμβατές λύσεις είναι:

  • η καθιέρωση υπό όρους της πλήρους αιτιολογίας σε ορισμένες αποφάσεις
  • η εφαρμογή στις απλές υποθέσεις της περιορισμένης αιτιολογίας
  • η θεσμοθέτηση έκδοσης πράξης αντί απόφασης

ΙΙ.Αναμόρφωση διατάξεων Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών

Το υφιστάμενο σχέδιο του Οργανισμού πρέπει να δημοσιοποιηθεί, να βγει στην διαβούλευση και να επικαιροποιηθεί.

Η πρόταση μας περιλαμβάνει ρυθμίσεις που τείνουν στον εκσυγχρονισμό του νομοθετήματος και ενδεικτικά αναφέρουμε :

  •     Κατάργηση των κωλυμάτων συνυπηρέτησης και εντοπιότητας: Θα πρέπει η αξιοπιστία του Δικαστή  και του Εισαγγελέα να κτίζεται με θετικό τρόπο και όχι με “αστυνομικά μέτρα”. Τα κωλύματα του ισχύοντος  ΚΟΔΔΛ, εντασσόμενα στα μέτρα διαφάνειας που πρέπει να διέπουν την άσκηση των καθηκόντων μας αποτελούν εργαλεία πρόληψης, τα οποια η σύγχρονη ζωή ξεπέρασε. Η πράξη έχει αποδείξει ότι τα θεσμικά εργαλεία της Επιθεώρησης μπορούν να έχουν αποτελεσματικότητα. Το γεγονός ότι οι Δικηγόροι πλέον μπορούν να παρίστανται εκτός της περιφέρειας του δικηγορικού Συλλόγου που είναι εγγεγραμμένοι επί της ουσίας καταργεί το αντίστοιχο κώλυμα συνυπηρέτησης για τον συγγενή Δικαστή.  Η αντίστοιχη δυσπιστία στον Δικαστή για το κώλυμα εντοπιότητας θα πρέπει να περιοριστεί σε μικρές πόλεις εξορθολογισμένα.
  •     Οι αποσπάσεις να γίνονται μόνο εντος της εφετειακής περιφέρειας κατά προτεραιότητα. Να καθιερωθεί δικαίωμα υποβολής αίτησης απόσπασης (όταν δεν θα μπορούν να ικανοποιηθούν αιτήματα μεταθέσεων) που θα παραμένουν σε εκκρεμότητα και θα  ικανοποιούνται όταν θα εμφανίζονται οι αντίστοιχες ανάγκες στο εκαστοτε Δικαστήριο.
  •     Την κατάργηση της διάταξης περί ανάθεσης στους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων της άσκησης πειθαρχικού ελέγχου. Η θέση του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου πρέπει να είναι για λόγους συμβολισμού αλλά και ουσίας ουδέτερη, μέχρι τη στιγμή της τελικής κρίσης του ελεγχόμενου.
  •   Την Κατάργηση διατάξεων του ν. 4055/2012 : α) για την έγκριση των Κανονισμών των Δικαστηρίων από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου  και β) την επαναφορά του περιεχομένου  των άρθρων  43 § 3 περί περικοπής μισθού και 44 περί περικοπής δικαστικών διακοπών  ως είχαν προ του ν. 4055/2012 και αναδρομική ισχύ του άρθρου 57 παρ.1 του ν.1756/1988.
  •     Τον εκσυγχρονισμό του συστήματος Επιθεώρησης με την ανάδειξη ειδικών στατιστικών εργαλείων μέσω των οποίων θα αναδεικνύεται το παραγόμενο έργο από τους Δικαστικούς και Εισαγγελικούς Λειτουργούς και θεσμοθέτηση της αξιολόγησης και της δυσκολίας των υποθέσεων που χειρίστηκαν κατά το επιθεωρούμενο έτος σε συνάρτηση με την αρχαιότητα και την εμπειρία τους. Η αναμόρφωση του συστήματος θα είναι καθολική, δεν θα καταργεί τις μέχρι την έναρξη του προηγούμενες αξιολογήσεις μέσω των εκθέσεων επιθεώρησης και δεν θα αποτελεί συνέχεια τους, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ο διαφορετικός τρόπος χαρακτηρισμού
  •     Την δημιουργία νομολογιακής βάσης πειθαρχικών αποφάσεων, ώστε να εμπεδωθεί το αίσθημα νομικής και πραγματικής ασφάλειας των Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών. Η πρόταση αυτή καθίσταται αναγκαία μετά το κύμα πειθαρχικών διώξεων των τελευταίων ετών, οφειλομένων κυρίως στην μη συμμόρφωση με συγκεκριμένες απόψεις επί σημαντικών ποινικών υποθέσεων.

Επισημαίνουμε ότι είμαστε αντίθετοι σε οποιαδήποτε συζήτηση για μείωση του χρόνου των δικαστικών διακοπών, διότι θα προκαλέσει επιβράδυνση στους ρυθμούς απονομής της Δικαιοσύνης, όπως προκύπτει από σχετική μελέτη που έχουμε ήδη καταρτίσει και την οποία θα δημοσιοποιήσουμε εφόσον καταστεί απαραίτητο.

ΙΙΙ.Χρήση νέων τεχνολογιών στην υπηρεσία της Δικαιοσύνης

 Ηλεκτρονική Δικαιοσύνη

Θεωρούμε ότι ο σύγχρονος Δικαστής και Εισαγγελέας πρέπει να απαιτεί από την Πολιτεία να αξιοποιήσει τις νέες τεχνολογίες στην υπηρεσία της Δικαιοσύνης. Ο ρόλος μας στην εποχή της ψηφιοποίησης, που έρχεται δυναμικά, πρέπει να είναι υποστηρικτικός στην εφαρμογή σύγχρονων τεχνικών μεθόδων και διαδικασιών και ταυτόχρονα ελεγκτικός για την απαρέγκλιτη τήρηση των αρχών του Κράτους Δικαίου.

Η πρόταση μας περιλαμβάνει :

  •     Την αξιοποίηση των δυνατοτήτων του Ολοκληρωμένου Συστήματος Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Ποινικής και Πολιτικής Δικαιοσύνης (ΟΣΔΔΥ-ΠΠ), που λειτουργεί στις δικαστικές περιφέρειες Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Πειραιά και Χαλκίδας.
  •     Την επέκταση του συστήματος και στις λοιπές δικαστικές περιφέρειες στον συντομότερο δυνατό χρόνο
  •     Τον σχεδιασμό και υλοποίηση επιπλέον εφαρμογών, όπως:

o   Χορήγηση ηλεκτρονικής υπογραφής στους Δικαστικούς και Εισαγγελικούς Λειτουργούς για ασφαλή αυθεντικοποιημένη επικοινωνία με την Γραμματεία του Δικαστηρίου

o   Ηλεκτρονικής δημοσίευσης από τον ίδιο τον Δικαστικό και Εισαγγελικό Λειτουργό της απόφασης, πρότασης κλπ (με χρήση ηλεκτρονικής υπογραφής) και την επιστροφή του φακέλου στην Γραμματεία σε δεύτερο χρόνο.

o   Πρόσβασης στο ψηφιοποιημένο φάκελο κάθε υπόθεσης

o   Λήψης ειδοποιήσεων ημερολογίου για τις υπηρεσιακές  υποχρεώσεις

  •     Την εγκατάσταση κεραιών wi-fi στα δικαστικά κτίρια για πρόσβαση στο διαδίκτυο και στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες του Δικαστηρίου

Η πρόταση μας περιλαμβάνει επίσης τις ακόλουθες συνοδούς δράσεις:

o  Διαμόρφωση διαρκούς μηχανισμού εξέτασης των δικονομικών διαδικασιών με στόχο την απλούστευση τους με αφορμή την ψηφιοποίηση, προκειμένου να περιοριστεί η διαιώνιση της δικονομικής γραφειοκρατίας

o   Συμμετοχή στο διάλογο για την βελτιστοποίηση των υφιστάμενων δομών και το σχεδιασμό νέων, προκειμένου να αξιοποιηθεί η εφαρμογή Νέων Τεχνολογιών στην Δικαιοσύνη

  • Η ανάλυση και εξέταση των δυνατοτήτων και προοπτικών που παρουσιάζονται για την εφαρμογή της Τεχνητής Νοημοσύνης στην Δικαιοσύνη, με την προϋπόθεση της τήρησης των αρχών του Κράτους Δικαίου.

Βασίλης Πορτοκάλλης — Μαίρη Μπουτάκη — Στάθης Βεργώνης
Εφέτης Αθηνών  —- Πρωτοδίκης Αθηνών —–Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών

Ελευθερία Κώνστα — Δημήτρης Φούκας,
Εφέτης Λάρισας — Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος
Εφέτης Αθηνών

Πρώτη αποτίμηση του σχεδίου για την επιτάχυνση των εκκρεμών υποθέσεων υπερχρεωμένων νοικοκυριών, Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη, Έφης Κώστα, Ειρηνοδίκη

Πρώτη αποτίμηση του σχεδίου για την επιτάχυνση των εκκρεμών υποθέσεων υπερχρεωμένων νοικοκυριών

 

Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

Έφη Κώστα, Ειρηνοδίκης

 

Η περίοδος των θερινών διακοπών σε συνδυασμό με την έλλειψη πραγματικής διοίκησης της Ένωσης Δικαστών, είναι αναμφίβολα η πιο ακατάλληλη περίοδος για ουσιαστική συζήτηση επί ζητημάτων νομικών ή και τεχνικών, που επηρεάζουν τη ζωή και υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστών και εισαγγελέων. Ως εκ τούτου, προκαλεί απορία η επιλογή του υπουργείου να εξαγγείλει σε αυτό το χρόνο την θέση σε διαβούλευση νομοσχέδιου που αφορά στην επιτάχυνση της εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων του ν.3869/2010. Τέτοια ζητήματα, προϋποθέτουν ουσιαστικό διάλογο με τις δικαστικές Ενώσεις, που δεν μπορεί να παρακαμφεί με πρόσχημα τη συμβολή των εκπροσώπων τους στη νομοτεχνική βελτίωση των νομοσχεδίων, καθώς οι αιφνιδιασμοί δίνουν χώρο σε εξιδανικεύσεις ή αφορισμούς συνθηματικού χαρακτήρα.

Επί της ουσίας:

Στην κατάρτιση του νομοσχεδίου που διέρρευσε και αναμένεται να τεθεί σε διαβούλευση, συνεισέφερε ομάδα εργασίας που συστήθηκε από το υπουργείο, στην οποία συμμετείχε εκ μέρους της Ένωσης η εξαίρετη συνάδελφος και τότε Υπεύθυνη Οικονομικής Διαχείρισης της Ένωσης, κ. Ακριβή Ερμίδου και εκ μέρους του Ειρηνοδικείου Αθηνών οι πολύ καταρτισμένοι συνάδελφοι Βασίλης Φούρκας και Γιώργος Δελής. Σημειώνεται ότι το πόρισμα της ομάδας εργασίας, που στηρίχθηκε στα επίσημα στοιχεία χρεώσεων, υιοθετήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του στο κείμενο του διαρρεύσαντος νομοσχεδίου, το οποίο εκ πρώτης ανάγνωσης φαίνεται να στοχεύει στην γρηγορότερη εκκαθάριση των εκκρεμών υποθέσεων υπερχρεωμένων νοικοκυριών, που έχουν ήδη προσδιορισθεί για να συζητηθούν τα επόμενα χρόνια. Προς το σκοπό αυτό εισάγει τις εξής βασικές καινοτομίες η κριτική αποτίμηση των οποίων θα επιχειρηθεί παρακάτω:

  • α) επαναπροσδιορισμός της αίτησης υπαγωγής στις διατάξεις του ν.3869/2010, με ενέργειες του ίδιου του αιτούντος, επί ποινή απαραδέκτου, σε καθορισμένες προθεσμίες, επιμεριζόμενες κατά χρόνο κατάθεσης της αρχικής αίτησης και υποχρέωση κοινοποίησής της στους διαδίκους επί ποινή θεώρησης της αίτησης μηδέποτε ασκηθείσας, κατά τα πρότυπα της νέας τακτικής διαδικασίας,

β) κατ΄ εξαίρεση τήρηση της προφορικής διαδικασίας μόνο όταν τα στοιχεία κριθούν ανεπαρκή για έκδοση απόφασης και υιοθέτηση συστήματος τυπικής συζήτησης της υπόθεσης με μόνο το κλείσιμο του φακέλου (κατάθεση προσθήκης), δηλαδή χωρίς διαδικασία σε ακροατήριο και πριν χρεωθεί σε δικαστή.

  • γ) υιοθέτηση συστήματος ηλεκτρονικής κοινοποίησης της αίτησης προς τους διαδίκους

δ) διαβίβαση στον ειρηνοδίκη που ορίζει ο εκάστοτε διευθύνων του Ειρηνοδικείου μετά το κλείσιμο του φακέλου,

ε) υποχρέωση έκδοσης της απόφασης σε διάστημα έξι (6) μηνών από τη χρέωση σε αυτόν

στ) δυνατότητα προσφυγής σε διαμεσολάβηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας κατ΄ εφαρμογή των διαδικασιών που προβλέπονται στην υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση των άρθρων 5, 7, και 8 ν.4640/2019.

Πρώτη αποτίμηση των προτεινόμενων διατάξεων:

  • α) ο επαναπροσδιορισμός της αίτησης με ενέργειες του αιτούντος, στο βαθμό που σκοπεί στην εκκαθάριση των «νεκρών» υποθέσεων, ήτοι εκείνων που για διάφορους λόγους ματαιώνονται και δεν εκδικάζονται εν τέλει ποτέ, αλλά επιβαρύνουν τον προγραμματισμό των Ειρηνοδικείων και καθυστερούν τις «ζωντανές» υποθέσεις, κρίνεται ότι κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Οι πραγματικά ενδιαφερόμενοι επαναπροσδιορίζουν την αίτηση και οι υπόλοιπες υποθέσεις, που για διάφορους λόγους δεν έχουν ενδιαφέρον πλέον για τους αιτούντες, παύουν να καταγράφονται ως εκκρεμείς, δημιουργώντας ζωτικό χώρο για τις υπόλοιπες. Αξίζει να σημειωθεί, ότι για τις αρμόδιες υπηρεσίες που καταγράφουν την εκκρεμότητα ενώπιον των Δικαστηρίων, πλην της νέας τακτικής διαδικασίας, οι λοιπές ματαιωθείσες υποθέσεις θεωρούνται εκκρεμείς, λόγω της δυνατότητας που υπάρχει να επανέλθει ο διάδικος και να επιβαρύνουν εκ νέου το σύστημα. Στα πλαίσια του ως άνω επαναπροσδιορισμού, ενόψει της οριστικότητας της εκκαθάρισης και του γεγονότος ότι ένας αριθμός παλαιών αιτήσεων έχει κατατεθεί από τους ίδιους τους διαδίκους αυτοπροσώπως, δέον να χορηγηθεί ο αναγκαίος χρόνος και η αναγκαία δημοσιότητα, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος απώλειας ενεργού δικαιώματος.

β) η πέραν των ορίων της νέας τακτικής διαδικασίας παράκαμψη της αρχής της προφορικότητας όμως εγείρει προβληματισμούς. Είναι ακριβές βέβαια, ότι οι αρχές της προφορικότητας και της δημοσιότητας της πολιτικής δίκης δεν διαδραματίζουν τον ίδιο σπουδαίο ρόλο που κατέχουν στην ποινική δίκη (βλ. έτσι Νίκας, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, β΄ έκδοση, σ.278), ενώ είναι αρκετά διαδεδομένο να συγχέονται μεταξύ τους εσφαλμένα, ως προς το πεδίο λειτουργίας εκάστης. Ήδη, με το ν.4335/2015 που εισήγαγε την νέα τακτική διαδικασία στον ΚΠολΔ η προφορική συζήτηση περιορίσθηκε στα ελάχιστα, καθώς η συζήτηση σε ακροατήριο είναι τυπική, χωρίς εξέταση μαρτύρων ή διαδίκων και χωρίς την υποχρεωτική παρουσία πληρεξουσίων δικηγόρων, γεγονός που δεν έχει εγείρει ζητήματα συνταγματικότητας. Επιπλέον, γίνεται αντιληπτό ότι η υιοθέτηση προφορικής συζήτησης, ενόψει της επιλογής για συνύπαρξη αφενός ενός συστήματος με αρχή συγκεντρώσεως ισχυρισμών και αποδείξεων και αφετέρου της εκούσιας δικαιοδοσίας με το  ανακριτικό σύστημα, θα μπορούσε να οδηγήσει σε δυσχέρειες. Από την άλλη, η πλήρης απουσία προφορικής διαδικασίας, συνεφέλκεται μια σειρά από αρνητικές συνέπειες: α) Αρχικά, δεν φαίνεται να αντιμετωπίζονται ευχερώς περιπτώσεις όπως της παραίτησης του αιτούντος από την αίτηση ή ακόμα και της επιτυχούς έκβασης της εκούσιας προσφυγής σε διαμεσολάβηση, κατά το διάστημα που ακολουθεί την κατάθεση της προσθήκης και μέχρι την έκδοση απόφασης, γεγονός που λαμβάνει μεγαλύτερη σημασία ενόψει της διαγραφόμενης ως σημαντικής χρονικής απόστασης μεταξύ κλεισίματος του φακέλου και χρέωσης σε δικαστή. Αντίθετα στη νέα τακτική διαδικασία η ύπαρξη τυπικής προφορικής συζήτησης αμβλύνει αυτά τα αδιέξοδα και δημιουργεί στάδιο εκδίκασης, που μπορεί να αναδειχθούν και άλλα τέτοια ζητήματα, β) ο διάδικος στερείται μέρος της ενώπιόν του δημοσιότητας της δίκης, αφού δεν υφίσταται διαδικασία στο ακροατήριο για να προσέλθει, διαμορφώνοντας την εικόνα μιας δίκης απρόσιτης στον πολίτη με τρόπο που επιδρά στην κοινωνική αντίληψη για την διαφάνεια στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, γ) φαίνεται να δυσχεραίνεται η δυνατότητα να γνωρίζει ο διάδικος ποιος είναι ο φυσικός του δικαστής, επηρεάζοντας την εικόνα λειτουργικότητας της αρχής του νόμιμου Δικαστή, που αξιώνει μεταξύ άλλων και να μην αφαιρείται από δικαστή μια διαφορά που εκκρεμεί ενώπιόν του, παρά μόνο με τους ίδιους αντικειμενικούς όρους που απαιτούνται για τον αρχικό καθορισμό της αρμοδιότητας (Νίκας, ο.π., σ. 269). Από την παραπάνω πρώτη σταχυολόγηση θετικών και αρνητικών συνεπειών, προκύπτει το συμπέρασμα ότι η ευπρόσδεκτη αξιοποίηση της τυπικής συζήτησης που επιχειρείται, δε θα πρέπει να οδηγήσει έως την πλήρη κατάργηση της διαδικασίας στο ακροατήριο, η δε διαφορά στο εκτιμώμενο όφελος ανθρώπινων πόρων, δέον να καλυφθεί από την πολιτεία μέσω της αύξησης διαθέσιμων χώρων και οργανικών θέσεων ειρηνοδικών. Για το σκοπό αυτό, με κατάλληλη νομοθετική πρόβλεψη, μπορεί να αμβλυνθούν και τα αδιέξοδα που θα μπορούσε κανείς να προβλέψει από τη σύγκρουση της αρχής συγκεντρώσεως και της εκούσιας δικαιοδοσίας, ώστε να μην υπάρξει εκ πλαγίου παραβίαση της τυπικής συζήτησης.

  • γ) η δημιουργία συστήματος ηλεκτρονικών κοινοποιήσεων κινείται αναμφίβολα στην ορθή κατεύθυνση της αξιοποίησης των σύγχρονων τεχνολογικών μέσων, που βοηθούν στην επιτάχυνση των διαδικασιών, την μείωση του κόστους και επιτυγχάνουν μεγαλύτερα ποσοστά πραγματικής ενημέρωσης των διαδίκων, έναντι των περιπτώσεων των νόμιμων πλασματικών ενημερώσεων.
  • δ) Το στάδιο που ακολουθεί το κλείσιμο του φακέλου, ήτοι η διαβίβαση στον διευθύνοντα του Ειρηνοδικείου, ο οποίος πλέον χρεώνει «συζητηθείσες» υποθέσεις, αποτελεί καινοτομία, που φαίνεται να στοχεύει στην καταγραφή ως εκκρεμών, όχι των υποθέσεων για τις οποίες έχει κατατεθεί αίτηση, αλλά μόνο εκείνων για τις οποίες έχει κλείσει ο φάκελος, ολοκληρώνοντας το σκοπό εκκαθάρισης των «νεκρών» υποθέσεων. Κατά τα λοιπά, υπό την αναγκαία προϋπόθεση υιοθέτησης της πρότασης της ομάδας εργασίας, ο ρυθμός χρέωσης θα εξακολουθεί να παρακολουθεί τα όρια που διαγράφει ο κανονισμός του εκάστοτε Δικαστηρίου, με το πρόσθετο όφελος της θέσπισης εκ του νόμου υποχρέωσης επαναπροσδιορισμού των υποθέσεων ακόμα και για τα λίγα δικαστήρια που δεν κατάφεραν να το κάνουν νωρίτερα και σήμερα αντιμετωπίζουν πιο έντονο πρόβλημα. Είναι δε σαφές από τις διατάξεις που μέχρι σήμερα έχουν τεθεί υπόψιν, καθώς και από τις προτάσεις της ομάδας εργασίας, ότι δεν προκύπτει υποχρέωση έκδοσης αποφάσεων με χρόνο έναρξης της διαγραφόμενης εξάμηνης προθεσμίας το χρόνο της τυπικής τους συζήτησης, αλλά από το χρόνο χρέωσής τους σε δικαστή, που θα γίνεται όμως ανάλογα με τον κάθε κανονισμό. Σημειώνεται βέβαια, ότι στο κείμενο του νομοσχεδίου που έχει διαρρεύσει δεν περιλαμβάνεται σχετική πρόβλεψη ως προς την υποχρέωση η χρέωση να γίνεται με βάση του κανονισμούς, όπως ορθά υποδεικνύει η ομάδα εργασίας. Τέτοια πρόβλεψη δέον να περιληφθεί είτε στο κείμενο του νόμου, είτε οπωσδήποτε στην αιτιολογική έκθεση που θα τον ακολουθήσει. Ως εκ τούτου, στο βαθμό που το μοντέλο αυτό υιοθετηθεί ολοκληρωμένο, εκτιμάται ότι θα προκύψει μερική ελάφρυνση του όλου συστήματος, χωρίς όμως ουσιαστική διαφοροποίηση ως προς την ατομική επιβάρυνση των ειρηνοδικών. Συνεπώς, ερμηνευτικές προσεγγίσεις περί ενδεχόμενων εξωπραγματικών χρεώσεων έως και 1000 υποθέσεων ανά έτος σε κάθε δικαστή, που εξ ορισμού κινούνται εκτός ορίων της λογικής, δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση αξιόπιστης κριτικής του νομοσχεδίου.
  • ε) Τέλος, ως προς την προβλεπόμενη δυνατότητα προσφυγής σε διαδικασία διαμεσολάβησης, φαίνεται από τη διατύπωση του σχεδίου να έχει μόνο εκούσιο χαρακτήρα, παρόλο που δανείζεται τη διαδικασία του ν.4690/2019 για την υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση. Η δε χρησιμότητα και αποτελεσματικότητά της, ενόψει του είδους των διαδίκων αυτών των υποθέσεων και της ουσιώδους τους διαφοράς στην οικονομική ισχύ (τράπεζες – δανειολήπτες), αναμένεται να εξαρτηθεί απολύτως από τη στάση του τραπεζικού συστήματος.

Αναμφίβολα ο ν.3869/2010 που επικράτησε να λέγεται «υπερχρεωμένα νοικοκυριά», βρίσκεται στη δύση του και η οριστική εκκαθάριση των υποθέσεων που αφορά, γεννά πολυπαραγοντικό κοινωνικό ενδιαφέρον. Ταυτόχρονα, αποτελεί ορόσημο απελευθέρωσης ανθρώπινου δυναμικού για τα Ειρηνοδικεία που όλη τη δεκαετία που πέρασε σήκωσαν στους ώμους τους το βάρος της εφαρμογής του με προσωπικό κόστος για τον κάθε δικαστή. Η υλοποίηση του σχεδίου, που προτείνεται δεν αποτελεί μια ολοκληρωμένη λύση, αντίθετα φαίνεται να «θυσιάζει» πολλά από τις δικονομικές μας αρχές, στο βωμό της «ανάγκης», περιέχει, όμως, με την συμβολή των συναδέλφων μας της ομάδας εργασίας, εργαλεία που μπορούν να κινητοποιήσουν το μηχανισμό που οδήγησε στην επιτυχή αποσυμφόρηση του μεγαλύτερου μέρους των Ειρηνοδικείων της χώρας. Όμως καμία πρόταση δεν μπορεί να υλοποιηθεί επιτυχημένα χωρίς ουσιαστική ενίσχυση των Ειρηνοδικείων από τον κρατικό προϋπολογισμό με δικαστές, δικαστικούς υπαλλήλους και πραγματική μηχανοργάνωση και χωρίς τη συνεργασία και την υπεύθυνη διαχείριση εκ μέρους των διευθύνσεών τους. Η δε κριτική θεσμικών αλλαγών, χωρίς επιχειρήματα, με στόχευση μόνο στην επικοινωνία ενόψει και των επικείμενων αρχαιρεσιών, δεν συνθέτει το είδος του συνδικαλισμού που λείπει από την Ένωσή μας. Αντίθετα από τον επιστημονικό διάλογο και την ουσιαστική κριτική θα παραχθεί αποτέλεσμα ωφέλιμο τόσο για εμάς τους δικαστές, όσο και για το κοινωνικό σύνολο. Αυτό το διάλογο ξεκινά αυτή η πρώτη αποτίμηση του προς διαβούλευση νομοσχεδίου, φιλοδοξώντας να κινητοποιήσει κατά το δυνατόν περισσότερους συναδέλφους στην προσπάθεια βελτίωσης των νομοτεχνικών του αστοχιών.

 

«Η απενοχοποίηση του ψεύδους και η υπεράσπιση της αλήθειας» – Απάντηση στην από 10-8-2020 επιστολή Χρ. Σεβαστίδη – Δημητρίου Φούκα, Προέδρου πρωτοδικών

«Η απενοχοποίηση του ψεύδους και η υπεράσπιση της αλήθειας»

Απάντηση στην από 10-8-2020 επιστολή Χρ. Σεβαστίδη

Δημητρίου Φούκα, Προέδρου πρωτοδικών

                                                                       Αθήνα, 17-8-2020

 

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Η αγωνιώδης προσπάθεια του απελθόντος μειοψηφικού προέδρου της ΕνΔΕ και ορισμένων εκ των υποψηφίων της ομάδας του να προωθήσουν μία, βολική γι’ αυτούς, εκδοχή της πραγματικότητας, συνιστά πλήρη απόδειξη του άγχους που αισθάνονται μπροστά στην αλήθεια και στην επερχόμενη εκλογική συντριβή. Στην προσπάθειά τους αυτή, συνειδητά παραπληροφορούν, ψεύδονται και διαστρεβλώνουν τις θέσεις των λοιπών υποψηφίων, με μόνο δόγμα την με κάθε τρόπο κατάληψη της εξουσίας. Δεν αντιλαμβάνονται, ωστόσο, ότι ο μανδύας αυτού του στρεβλού ιδεολογήματος δεν επαρκεί για να προσδώσει ιδεολογικό βάρος στις μίζερες συνδικαλιστικές πρακτικές τους. Έχουν απενοχοποιήσει το ψεύδος και αυτό είναι πλέον το βασικό συστατικό της υποψηφιότητάς τους. Περιορίζονται στις αήθεις, ψυχολογικού τύπου, επιχειρήσεις «γκριζαρίσματος» των αντιπάλων, διότι δεν μπορούν με άλλο τρόπο να καλύψουν την έλλειψη θέσεων και προτάσεων. Και διότι ΔΕΝ έχουν το ανάστημα να αντιμετωπίσουν την αλήθεια.

Η αλήθεια, λοιπόν, είναι ότι η διάλυση του Ενωτικού Προεδρείου, για την επιτυχία του οποίου δώσαμε όλες μας τις δυνάμεις χωρίς να ζητούμε ανταλλάγματα και χωρίς να επιδιώκουμε την προβολή μας, έγινε με υπαιτιότητα και ενέργειες του απελθόντος προέδρου και δεν συνέβη τον Ιούλιο του 2019, όπως διατείνεται η προπαγάνδα Σεβαστίδη, αλλά λίγους μήνες μετά τον κυβερνητικό ανασχηματισμό του Αυγούστου του 2018. Τότε κατέστη σαφές σε όλους, ακόμα και στους πιο καλόπιστους, ότι ο απελθών μειοψηφικός πρόεδρος της ΕνΔΕ χρησιμοποιούσε την Ένωση για την εξυπηρέτηση της, ενίοτε εξωδικαστικής, ατζέντας που κάθε φορά υιοθετούσε, «προσαρμόζοντας» την θέση της Ένωσης ανάλογα με την προσωπική σχέση που διατηρούσε ο τότε πρόεδρός της με τον εκάστοτε Υπουργό και τις εκάστοτε επιδιώξεις του. Αυτό, άλλωστε, προκύπτει αβίαστα από τα θέματα που την περίοδο αυτή εισήχθησαν στο ΔΣ από τον πρόεδρο, ιδίως από τα εκτός ημερήσιας διάταξης, και από το περιεχόμενο των προσωπικών του ανακοινώσεων, οι οποίες περιστρέφονταν γύρω από δύο κομβικά ζητήματα: την λειτουργία και την «αναγκαιότητα» κατάργησης της Εισαγγελίας Διαφθοράς και τη χορήγηση αδειών σε πρόσωπα καταδικασμένα για τρομοκρατικές πράξεις. Οι άθλιες και απεχθείς απόπειρες του απελθόντος προέδρου, ορισμένων εκ των μελών της ομάδας του και των μηχανισμών του να αποδώσουν μομφές κομματισμού σε όλα τα μέλη του ΔΣ που δεν συμμερίζονται τις μειοψηφικές θέσεις του, είναι καταδικασμένες σε αποτυχία και επιστρέφονται στους οικτρούς εμπνευστές των.

Μας κατηγόρησε όλους ως «πρόθυμους, ενδοτικούς, εγκάθετους» κλπ διότι δεν αντιδράσαμε στην υποτιθέμενη μείωση των πόρων του ΤΑΧΔΙΚ και τη μεταφορά της Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως. Κατά την προσφιλή του τακτική, αποκρύπτει ότι η όποια μείωση των πόρων του ΤΑΧΔΙΚ, οφείλεται στην κατάργηση των χρηματικών ποινών και των πταισμάτων με τον νέο Ποινικό Κώδικα και ότι το τελικό ποσό που διατίθεται για την λειτουργία της Δικαιοσύνης δεν μειώθηκε. Αποκρύπτει, επίσης, ότι η μεταφορά της Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, τελικά αφορούσε την ενοποίηση της εσωτερικής και εξωτερικής φύλαξης των καταστημάτων. Αυτοί ήταν οι λόγοι που η πλειοψηφία των μελών του ΔΣ έκρινε τότε ότι δεν συνέτρεχε λόγος έκδοσης σχετικής ανακοίνωσης. Μας κατηγόρησε, επίσης ότι μεταβάλαμε την θέση μας στο ζήτημα της διαμεσολάβησης μεταξύ του Φεβρουαρίου του 2018 και του Νοεμβρίου του 2019, υπονοώντας ότι αυτή η υποτιθέμενη αλλαγή στάσης οφείλεται στην κυβερνητική αλλαγή του περασμένου έτους. Ουδέν ψευδέστερον τούτου. Η θέση της πλειοψηφίας των μελών του ΔΣ, την οποία κάποιοι από εμάς έχουμε διατυπώσει δημοσίως και με σχετική αρθρογραφία εδώ και έτη, ήταν και παραμένει αυτή που δύο φορές διατύπωσε η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Ο,τιδήποτε άλλο είναι απλά κακόβουλο και ψευδές. Ο μόνος που δεν μπόρεσε ή δεν ήθελε να αντιληφθεί το περιεχόμενο της απόφασης της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ήταν ο απελθών πρόεδρος, ο οποίος κατά την ανάγνωσή της διαπίστωσε ότι ο Άρειος Πάγος κήρυξε συλλήβδην τον θεσμό της διαμεσολάβησης αντισυνταγματικό(!).

Δεν μας εξέπληξε η εκ μέρους του απελθόντος προέδρου επιλογή αυτής της τακτικής. Έχει αποδείξει, άλλωστε, ότι δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τις πλέον ευτελείς πρακτικές των πιέσεων και της λογοκρισίας για να εξυπηρετήσει τους εξίσου ευτελείς σκοπούς του. Εξακολουθεί όμως να μας εκπλήσσει η εμμονή του στην «ανακάλυψη» εχθρών και συνωμοσιών. Τελευταία θύματα της μανίας του είναι οι συνάδελφοι που τόλμησαν να εκκινήσουν την διαδικασία σύγκλισης έκτακτης ΓΣ, χωρίς να έχουν λάβει την άδειά του και οι, κατά την αντίληψή του για τα πράγματα, «δολεροί υποκινητές» τους. Συνάδελφοι δυσφημίστηκαν, λοιδορήθηκαν, καταγγέλθηκαν ως πέμπτη φάλαγγα, ως υποκινούμενοι από σκοτεινά κέντρα και ως υποκινητές, η δε προσπάθειά τους χαρακτηρίστηκε ως «δήθεν αυθόρμητη» και «επικίνδυνο παιχνίδι». Η αντίδραση όλων των συναδέλφων στις συκοφαντίες ήταν αρκετή για να βάλει τους τραγικούς υβριστές, ιδίως δε τον απελθόντα πρόεδρο, στην θέση τους και να καταδείξει σε όλους την αναξιοπιστία του λόγου τους και το μέγεθος της υποκρισίας τους. Αυτοί που θέλουν να  εμφανίζονται ως ανεξάρτητοι και ακηδεμόνευτοι, επιδιώκουν απλά να φιμώσουν κάθε αντίθετη φωνή. Αδυνατούν να αντιληφθούν ότι το σθένος και η ανεξάρτητη συνείδηση του Έλληνα Δικαστή και Εισαγγελέα δεν θα επιτρέψουν την ανάπτυξη των απολυταρχικών λογικών τους. Όλοι πλέον έχουν αντιληφθεί ότι η εξουσία στην ΕνΔΕ είναι γι’ αυτούς αυτοσκοπός και ότι, προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους, θα πουν και θα κάνουν ο,τιδήποτε, χωρίς να περιορίζονται από τις αρχές ή τους ηθικούς φραγμούς που ισχύουν για όλους τους άλλους.

Το ζοφερό κλίμα του διχασμού, του ψεύδους, της εμπάθειας, της αμετροέπειας, της απρέπειας και των προσωπικών προσβολών που έφερε στην Δικαιοσύνη το ατυχές πέρασμα της ομάδας Σεβαστίδη από την διοίκηση της ΕνΔΕ θα ανατραπεί από τη συμπαράταξη όλων των θετικών και δημιουργικών δυνάμεων του θεσμικού τόξου της Ένωσης. Οι δυνάμεις αυτές που, με μόνο γνώμονα την δημοκρατική αρχή, απορρίπτουν το λαϊκιστικό ιδεολόγημα της άρνησης και την αήθεια της διαστρέβλωσης, θα επαναφέρουν την ΕνΔΕ σε τροχιά δημοκρατίας και, με απόλυτο σεβασμό στην ιστορία και την συνταγματική θέση του Σώματος, θα εξασφαλίσουν θεσμική, ειλικρινή και αξιόπιστη εκπροσώπηση, για το σύνολο των συναδέλφων, προσηλωμένη στην υπεράσπιση της δικαστικής ανεξαρτησίας, των συμφερόντων και της προσωπικότητας των συναδέλφων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών.

 

Δημήτριος Φούκας

Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών

Μέλος ΕνΔΕ

Οι προτάσεις μας για τους Ειρηνοδίκες

 

Οι προτάσεις μας για τους Ειρηνοδίκες

 

Εκτός των οριζοντίων ζητημάτων, τα οποία θίγουμε στο πρόγραμμα μας και αφορούν όλους τους βαθμούς Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών, παρουσιάζουμε σήμερα κάποιες εξειδικευμένες προτάσεις  μας για θέματα Ειρηνοδικών.

Ι) Αναστολή επικείμενης νομοθετικής πρωτοβουλίας για τα υπερχρεώμενα νοικοκυριά- Δράσεις προς επίλυση του ζητήματος που ανέκυψε 

Τοποθετηθήκαμε από την πρώτη στιγμή στο ζήτημα του επίμαχου νομοσχεδίου, επισημαίνοντας τα συνταγματικά και νομικά του προβλήματα και τις συνέπειες, που θα έχει για τους Ειρηνοδίκες, ανεξάρτητα από το Δικαστήριο, που υπηρετούν και για τους χρόνους απονομής της Δικαιοσύνης συνολικά, η διπλή δέσμευση του προσδιορισμού εντός του 2021 των 37.000 εκκρεμών αποφάσεων και η έκδοση απόφασης επ αυτών εντός έξι μηνών.  Η πρόταση μας είναι ξεκάθαρη από την αρχή και περιλαμβάνει δύο στάδια:

  • Πρώτον, με ενέργειες της η προσωρινή Διοίκηση της ΕνΔΕ να ζητήσει από το Υπουργείο Δικαιοσύνης την αναστολή της νομοθετικής πρωτοβουλίας.
  • Δεύτερον, στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μέχρι την τελική κατάθεση του σχεδίου νόμου στη Βουλή η Ένωση να οργανώσει και να διατυπώσει τη θέση της πάνω σε δύο άξονες : i)Την έκφραση της πάγιας θέσης του Σώματος, ότι δεν αποτελεί λύση η μετακύλιση στους Δικαστές του βάρους της επίλυσης σε ασφυκτικούς χρόνους ενός οικονομικού θέματος, που δημιούργησαν οι εσφαλμένες πολιτικές της εκτελεστικής εξουσίας και οι συστηματικές συμπεριφορές περισσότερων παραγόντων με διαφορετικά κίνητρα, που επένδυσαν στην τεχνική της μακροχρόνιας εκκρεμοδικίας. ii) Την ανάδειξη της ανάγκης να αντιμετωπιστεί το ζήτημα προεχόντως, ως οικονομικό, με την έννοια της επίδρασης του συνολικού αποτελέσματος των δικαστικών αποφάσεων στους τραπεζικούς ισολογισμούς και την εξ αυτού του λόγου ανάγκη εμπλοκής του Υπουργείου Οικονομικών στην καταγραφή των επιπτώσεων και στην ανεύρεση λύσης δημοσιονομικής κατεύθυνσης και όχι δικαστικής.

Η πρόταση μας κινούμενη σε αυτούς τους άξονες υποστηρίζει :

α) την θέσπιση υποχρεωτικής διαδικασίας διαμεσολάβησης, μέσω της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, η οποία θα αναλάβει χρέη διαμεσολαβητή,

β) τη νομοθέτηση συνδυασμού κινήτρων υπέρ των διαδίκων για την επίτευξη του συμβιβασμού και αντικινήτρων για την περίπτωση αποτυχίας του, εις βάρος αντίστοιχα του υπαίτιου διαδίκου (κατά προσαρμογή του αντίστοιχου μηχανισμού που είχαμε προτείνει στην Δικαστική Μεσολάβηση),

γ) τη νομοθέτηση ειδικών εργαλείων, όπως η χρήση αλγορίθμου για τον υπολογισμό της οικονομικής δυνατότητας του οφειλέτη, με βάση τη νομολογία των δικαστηρίων, ώστε να είναι σε κάποιο βαθμό προβλέψιμη από τους διαδίκους η τύχη της αίτησης κατά το χρόνο της διαμεσολάβησης, γεγονός το οποίο θα μπορεί να δράσει θετικά στην κατεύθυνση της συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς.

 

ΙΙ. Τρέχοντα Θέματα

  • Αμεση κάλυψη οργανικών κενών Ειρηνοδικών και Πταισματοδικών

Ο στόχος μας είναι η Ένωση να παρακολουθεί από κοντά το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης του μέτρου για την κάλυψη των υφιστάμενων κενών, ώστε να καταστεί εφικτή η άμεση πρόσληψη των νέων Ειρηνοδικών από τον πίνακα και η εμφάνιση τους στα Δικαστήρια εντός του φθινοπώρου 2020. Επίσης, ο στόχος μας είναι η υποστήριξη προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης κάθε χρόνο του αιτήματος για την έγκαιρη έναρξη της διαδικασίας πρόσληψης των νέων Ειρηνοδικών, ώστε να είναι εφικτή η τοποθέτηση τους στο ΑΔΣ του Μαΐου και η εμφάνιση τους στα Δικαστήρια το Σεπτέμβριο κάθε έτους.

  • Άμεση έναρξη διαδικασιών λειτουργίας της κατεύθυνσης Ειρηνοδικών στην  Εθνική Σχολή Δικαστών

Με την ψήφιση του ν. 4689/2020 ιδρύθηκε η Κατεύθυνση Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστών. Η εξέλιξη αυτή είναι απόλυτα θετική και αποτελεί το επιστέγασμα της πολυετούς προσπάθειας της Ομάδας μας που ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, είχε ως ενδιάμεσα βήματα την θεσμοθέτηση της επιμόρφωσης των Ειρηνοδικών στη Σχολή Δικαστών με τους νόμους 3659/2008 (άρθρο 47) και 3689/2008 (άρθρο 34) και αποτέλεσε βασική επιλογή του ενωτικού προεδρείου, που προέκυψε από τις εκλογές του 2016 και του 2018. Ο στόχος είναι πλέον να δρομολογηθούν όλες οι απαιτούμενες προπαρασκευαστικές ενέργειες για την έναρξη της λειτουργίας της κατεύθυνσης τον Σεπτέμβριο 2021 με εισαγωγή σπουδαστών από τον Πίνακα Επιτυχόντων για την κάλυψη των ετήσιων κενών του επόμενου έτους, πρακτική ,που θα πρέπει να συστηματοποιηθεί μέχρι την διενέργεια νέου διαγωνισμού. 

  • Επιμόρφωση των Ειρηνοδικών στη Σχολή Δικαστών

Μετά την ίδρυση κατεύθυνσης Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστών ο στόχος μας είναι να οργανώνονται σε σταθερή βάση περιοδικά θεματικά σεμινάρια επί επικαίρων νομικών θεμάτων.

  • Απόδοση μισθολογικής προαγωγής στις αποδοχές του Προέδρου Εφετών για τους Ειρηνοδίκες Α΄ Τάξης έπειτα από υπηρεσία τριάντα ετών

 

ΙΙΙ. Εκσυχρονισμός του θεσμού Ειρηνοδικών

 Η πρόταση μας έχει ως στόχο την αναβάθμιση του θεσμού των Ειρηνοδικών και παράλληλα τον εκσυγχρονισμό της Ελληνικής Δικαιοσύνης με βάση το πρότυπο της εξειδίκευσης του Δικαστικού Σώματος, κατά το δυνατόν, σε τομείς του Δικαίου για την αποδοτικότερη λειτουργία του Δικαστικού Συστήματος.

Η πρόταση μας επικεντρώνεται στο σχέδιο της ενοποίησης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, για το οποίο η συζήτηση έχει ξεκινήσει στο τέλος της δεκαετίας του 1990. Για το σκοπό αυτό είχε παρακαμφθεί από την Αναθεωρητική Βουλή του 2001 το σχετικό συνταγματικό κώλυμα με την εισαγωγή στο άρθρο 88 του Συντάγματος Ερμηνευτικής Δήλωσης. Έχοντας τους ανωτέρω στόχους, θεωρούμε ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να εξετασθεί η πρόταση να μετατραπούν τα Ειρηνοδικεία σε Πρωτοδικεία και Εφετεία Ειδικών Διαδικασιών (ενδεικτικά Οικογενειακό Δίκαιο), στα οποία θα υπηρετούν οι Ειρηνοδίκες, ως Πρόεδροι Εφετών, Εφέτες, Πρόεδροι Πρωτοδικών και Πρωτοδίκες, κατά την αρχαιότητα τους, απαρτίζοντας χωριστή επετηρίδα Δικαστών Ειδικών Διαδικασιών, η οποία θα λειτουργεί παράλληλα με την επετηρίδα των λοιπών Δικαστών Ποινικής και Πολιτικής Δικαιοσύνης. Αντίστοιχη ρύθμιση, προτείνουμε, να  ισχύσει και για τους Πταισματοδίκες, κατά το πλαίσιο των καθηκόντων τους και με ενδεχόμενο να τους ανατεθεί η εκδίκαση ορισμένων πλημμελημάτων που τιμωρούνται με προσφορά κοινωφελούς εργασίας. Η πρόταση αυτή της οποίας το περίγραμμα παρουσιάζεται και οι παράμετροι θα εξειδικευθούν μέσα από διάλογο λαμβάνει υπόψη της τα ακόλουθα δεδομένα :

α) Οι Ειρηνοδίκες, σήμερα, ασχολούνται με το ίδιο νομικό αντικείμενο με τους πρωτοδίκες και εφέτες

β) Ο χωρισμός της καθ’ ύλην αρμοδιότητας μεταξύ Ειρηνοδικείου και Πρωτοδικείου, εκτός του ότι είναι απολύτως προσχηματικός, δεν εξυπηρετεί κανένα ιδιαίτερο λόγο ουσιαστικής απονομής του δικαίου.

γ) Η κατάρτιση των Ειρηνοδικών, έτσι όπως η νομολογία μέχρι τώρα καταδεικνύει, η επικείμενη έναρξη εκπαίδευσης στην Σχολή Δικαστών των νεοεισερχομένων και η συστηματική επιμόρφωση των ήδη υπηρετούντων, αποτελούν επαρκείς παράγοντες για την επιτυχία της μεταρρύθμισης

δ) Η εξειδίκευση των Ειρηνοδικών στην εκδίκαση των υποθέσεων υπερχρεωμένων νοικοκυριών κατέδειξε την επάρκεια του θεσμού να αντιμετωπίσει σοβαρά κοινωνικά ζητήματα και να επιλύσει  με τη νομολογία αστοχίες της νομοθεσίας.

ε) Η ύπαρξη μισθολογικών διαφορών μεταξύ Δικαστών για την άσκηση όμοιων καθηκόντων κάτω από όμοιες συνθήκες δεν μπορεί να αποτελεί αποδεκτή πρακτική σήμερα.

στ) Η υπηρεσιακή εξέλιξη με την διατήρηση δύο διαφορετικών επετηρίδων αίρει οποιονδήποτε ενδοιασμό είχε στο παρελθόν διατυπωθεί.

Με την υιοθέτηση ενός τέτοιου σχεδίου, του οποίου οι εξειδικευμένες ρυθμίσεις, ο τρόπος υλοποίησης και κάθε άλλη λεπτομέρεια πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω μελέτης και ευρύτατου διαλόγου, αναβαθμίζεται συνολικά το Δικαστικό Σώμα, δεδομένου, ότι η εξειδίκευση του Δικαστή θα συμβάλει θετικά στην ποιότητα του δικαιοδοτικού έργου και στην καλυτέρευση των συνθηκών εργασίας.

Βασίλης Πορτοκάλλης                 Μαίρη Μπουτάκη                    Στάθης Βεργώνης

               Εφέτης Αθηνών                   Πρωτοδίκης Αθηνών            Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών

                                            Ελευθερία Κώνστα                                  Δημήτρης Φούκας

Εφέτης Λάρισας                             Πρόεδρος Πρωτοδικών Αθηνών

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος

Εφέτης Αθηνών