ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ 17ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2022 ΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΣΤΕΝΙΩΤΗ

Αποθήκευση αρχείου (DOCX, Unknown)

Τεράστια νίκη των συναδέλφων η χθεσινή Γενική Συνέλευση, Μέλη του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Η παρακάτω ανακοίνωση είναι αναδημοσίευση

από την ηλεκτρονική σελίδα https://antimolia.gr .

 

Τεράστια νίκη των συναδέλφων η χθεσινή Γενική Συνέλευση

 

 

Χριστόφορος Σεβαστίδης , ΔΝ Εφέτης,

Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Εφέτης,

Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

Μιχάλης Τσέφας, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Ιωάννης Ασπρογέρακας, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Έφη Κώστα, Ειρηνοδίκης,

Μέλη του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Αθήνα, 18 Δεκεμβρίου 2022

         Στο δεύτερο μέρος της χθεσινής Γενικής Συνέλευσης η ομάδα μας με επιχειρήματα και  συγκεκριμένες αναφορές κατέδειξε την αναποτελεσματικότητα των ομάδων του προεδρείου και την αδυναμία τους να διαχειριστούν τα σημαντικά ζητήματα που απασχολούν το Δικαστικό Σώμα, την ασυνέπεια τους σε όσα πριν τις εκλογές υποσχέθηκαν, την συνειδητή αφωνία τους σε κομβικά νομοθετήματα που αφορούσαν την Δικαιοσύνη και τους δικαστικούς λειτουργούς, την διγλωσσία τους μεταξύ των τοποθετήσεών τους και των επιστολών τους προς την διοίκηση. Τις τοποθετήσεις μας αναλυτικά θα τις δημοσιοποιήσουμε τις επόμενες μέρες.

Καταθέσαμε συγκεκριμένο γραπτό αίτημα επαναφοράς 13ου και 14ου μισθού συνεπείς στην μέχρι σήμερα στάση μας.  Η κ Στενιώτη και όλα τα μέλη του προεδρείου έδωσαν σκληρό αγώνα να πείσουν τους συναδέλφους πως ένα τέτοιο αίτημα θα επιφέρει μεγάλη επιβάρυνση στον προϋπολογισμό, ότι δεν είναι σήμερα οι κατάλληλες συνθήκες, ότι δεν μπορεί να το διεκδικήσει από τον υπουργό οικονομικών γιατί θα της το απορρίψει. Η καλλιέργεια κλίματος ηττοπάθειας και παραίτησης συνάντησε τεράστια αντίσταση από τα μέλη μας. Με ψήφους 63 έναντι 34, έγινε δεκτό το αίτημα της ομάδας μας και μπήκε χρονοδιάγραμμα διεκδίκησης. Το προεδρείο είναι πλέον υποχρεωμένο να τηρήσει την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Θα τους ελέγχουμε ώστε να είναι συνεπείς με την εντολή του Ανώτατου οργάνου.

Ακολουθεί το αίτημα που κατέθεσε η ομάδα μας και εγκρίθηκε από την Γενική Συνέλευση:

«ΑΙΤΗΜΑ

ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΔΩΡΩΝ

         Τα μέλη του ΔΣ, Χριστόφορος Σεβαστίδης, Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Παντελής Μποροδήμος, Μιχάλης Τσέφας, Ιωάννης Ασπρογέρακας, Ευθαλία Κώστα, υποβάλουμε ενώπιον της ΓΣ αίτημα να τεθεί σε ψηφοφορία και να δοθεί εντολή στο ΔΣ ώστε μέχρι τέλη Ιανουαρίου 2023 να διεκδικήσει από τα αρμόδια υπουργεία την επιστροφή των Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και του επιδόματος αδείας. Στην περίπτωση που η διοίκηση αρνηθεί ή δεν απαντήσει στο αίτημα μας να ανατεθεί σε δικηγορικό γραφείο εγνωσμένου κύρους η σύνταξη των δικογράφων και ο διαμοιρασμός τους στα μέλη μας μέχρι τα τέλη Απριλίου 2023».

 

Αναγκαίες νομοθετικές προσαρμογές για την διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών

Αναγκαίες νομοθετικές προσαρμογές για την διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ Εφέτη

Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Εφέτη

Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη

Μιχάλη Τσέφα, Προέδρου Πρωτοδικών

Ιωάννη Ασπρογέρακα, Προέδρου Πρωτοδικών

Έφης Κώστα, Ειρηνοδίκη

Μελών του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων 

Καθώς διαφαίνεται η πρόθεση της Πολιτείας να προσαρμόσει τη νομοθεσία που αφορά την διασφάλιση του τηλεφωνικού απορρήτου, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων οφείλει να συμβάλει με θετικές προτάσεις στην κατεύθυνση αυτή. Η παθητική και αδιάφορη στάση του προεδρείου  να μην ασχολείται με κανένα σοβαρό ζήτημα απομειώνοντας τον παρεμβατικό ρόλο και το κύρος που προσδώσαμε στην Ένωση τα προηγούμενα χρόνια, αναθέτει στην μειοψηφία του ΔΣ την παραπάνω υποχρέωση. Ο δημόσιος διάλογος ανέδειξε σημαντικές παθογένειες στο ισχύον σύστημα για την άρση των οποίων απαιτούνται διορθωτικές νομοθετικές παρεμβάσεις.

1ον) Καμία πραγματική αλλαγή δεν μπορεί να γίνει εάν δεν ενισχυθούν οι αρμοδιότητες της Δικαστικής Αρχής που εποπτεύει την ΕΥΠ. Ο έλεγχος του αρμόδιου Εισαγγελέα πρέπει να γίνει ουσιαστικός. Να του απονεμηθεί η δυνατότητα να ελέγχει τους λόγους εθνικής ασφάλειας που επιβάλλουν τη νόμιμη επισύνδεση συγκεκριμένου πολίτη. Η ΕΥΠ οφείλει να  αιτιολογεί εμπεριστατωμένα τους λόγους που επικαλείται και οι λόγοι αυτοί να κρίνονται από τον δικαστικό λειτουργό. Να ληφθεί υπόψη ο αριθμός των αιτήσεων που υποβάλει η ΕΥΠ ώστε να τοποθετηθεί ο ανάλογος αριθμός δικαστικών λειτουργών που εποπτεύουν το έργο της.

2ον) Η ουσιαστική προστασία ενός συνταγματικού δικαιώματος προϋποθέτει την διαφάνεια στη λειτουργία των θεσμών. Η διοίκηση έχει καθήκον να ενημερώσει για τους λόγους της αλματώδους αύξησης των τηλεφωνικών επισυνδέσεων τα τελευταία χρόνια. Να πληροφορηθεί ο πολίτης το ποσοστό των επισυνδέσεων που θεμελιώνονται σε λόγους εθνικής ασφάλειας και το αντίστοιχο που συνδέεται με τις διερεύνηση εγκληματικών πράξεων και πόσες από αυτές έχουν καταλήξει στην άσκηση ποινικών διώξεων και στην αμετάκλητη ποινική καταδίκη.

3ον) Αναγκαία πλέον καθίσταται η επαναφορά στο καθεστώς της πλήρους ενημέρωσης του πολίτη που υπήρξε στόχος της παρακολούθησης. Ο περιορισμός του δικαιώματος ενημέρωσης από την ΑΔΑΕ μόνο στους βουλευτές και στους δημοσιογράφους εξαιρεί αδικαιολόγητα και αντισυνταγματικά και άλλες ειδικές κατηγορίες κρατικών λειτουργών όπως οι δικαστές και εισαγγελείς.

 

 

ΓΙΑΤΙ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ Η ΑΜΕΣΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΤΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΣΤΙΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

ΓΙΑΤΙ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ Η ΑΜΕΣΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΤΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΣΤΙΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Ακρογωνιαίος λίθος του δικαίου της Ευρωπαικής  Ενωσης είναι η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης έναντι του εθνικού δικαίου. Την παραπάνω αρχή οφείλουμε να γνωρίζουμε και εφαρμόζουμε όλοι οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, ανακριτικοί και προανακριτικοί υπάλληλοι είτε υπηρετούμε σε δικαστικές υπηρεσίες είτε σε Ανεξάρτητες Αρχές. Όπως οφείλουμε να γνωρίζουμε και εφαρμόζουμε σε κάθε έκφανση λειτουργίας των καθηκόντων μας τη εθνική νομοθεσία, αλλά και τη νομολογία και νομοθεσία που διέπει το ενωσιακό δίκαιο για τα προσωπικά δεδομένα, το κυβερνοέγκλημα, το οικονομικό έγκλημα αλλά και την επίλυση των άκρως περίπλοκων ζητημάτων διεθνούς δικαιοδοσίας, της διατήρησης των προσωπικών δεδομένων με στόχο την ταυτόχρονη αποτελεσματικότητα των ερευνών των Αρχών. Οφείλουμε να γνωρίζουμε τις αρχές της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας, της αποτελεσματικότητας, της ισοδυναμίας, και της αποτρεπτικότητας από τις οποίες επιβάλλεται να διέπονται οι αποφάσεις των Αρχών και την παρέκκλιση της αρχής του απορρήτου των επικοινωνιών μόνο όταν συνδέονται με τις περιπτώσεις καταπολέμησης σοβαρού εγκλήματος, εθνικής ασφάλειας και δημόσιας ασφάλειας. Ότι προκειμένου να εξασφαλισθεί στην πράξη η πλήρης τήρηση των εν λόγω προϋποθέσεων, είναι σημαντικό η πρόσβαση των αρμόδιων εθνικών αρχών στα διατηρούμενα δεδομένα να εξαρτάται, καταρχήν, εκτός αν πρόκειται για επείγουσες περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες, από προηγούμενο έλεγχο πραγματοποιούμενο είτε από δικαστήριο είτε από ανεξάρτητη διοικητική αρχή και η απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου ή της εν λόγω αρχής να εκδίδεται κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως των αρμόδιων εθνικών αρχών υποβληθείσας στο πλαίσιο διαδικασιών για την πρόληψη, τη διαπίστωση ή την ποινική δίωξη πάντα υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Οφειλουμε να γνωρίζουμε πιο συγκεκριμένα τις διατάξεις της Σύμβασης 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης,  του νέου σύγχρονου νομικού πλαισίου του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 της 27ης Απριλίου ( GDPR) σχετικά με το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα όλων των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δικαιολογητικός νόμος του οποίου είναι ο 4624/2019, του ν.2068/1992 που αποτελεί δικαιολογητικό νόμο της Σύμβασης 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης αλλά και τις ενωσιακές οδηγίες περί προστασίας και επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων και ιδίως την ΟΔΗΓΙΑ (EE) 2016/680 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων. Ότι τυχόν παρεκκλίσεις και περιορισμοί πρέπει να είναι αναγκαίοι σε δημοκρατική κοινωνία και ανάλογοι προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Οτι η αποθήκευση δεδομένων για τηλεφωνικές κλήσεις που αφορούν την ιδιωτική και επαγγελματική ζωή παραβιάζει το άρθρο 8 ΕΣΔΑ. Βρίθει η νομολογία του ΕΔΔΑ για όλα τα παραπάνω. Ενδεικτικά αναφέρουμε απόφαση του ΕΔΔΑ της  21.12.2016 Tele2 Sverige AB (C203/15) κατά Post- och telestyrelsen, και Secretary of State for the Home Department (C698/15), απόφαση ΕΔΔΑ της 8ης Απριλίου 2014 συνεκδικασθείσες υποθέσεις C293/12 και C594/12 Digital Rights Ireland Ltd κατά Minister for Communications, Marine and Natural Resources κ.λπ., απόφαση ΕΔΔΑ 18 Ιουλιου 2017 Mustafa Sezgin Tanrıkulu κατά Τουρκίας, απόφαση της 12 Ιανουαρίου 2016 Szabó and Vissy κατά Ουγγαρίας απόφαση της 4 Δεκεμβρίου 2015 Roman Zakharov κατά Ρωσίας.

Από την άλλη μεριά, η  νομοθετική εξουσία οφείλει να μεταφέρει αυτούσια  νομοθεσία του ενωσιακού δικαίου και τούτο επειδή  το άρθρο 5 ν.4624/2019  κατά το οποίο «οι δημόσιοι φορείς επιτρέπεται να επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όταν η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας», δεν εισάγει κανένα περιορισμό στην επεξεργασία δεδομένων από τις δημόσιες αρχές. Εφόσον λοιπόν υπάρχει κενό νόμου ως προς την εφαρμογή των αρχών της αναλογικότητας, αναγκαιότητας στις εθνικές αρχές ασφάλειας, επιβάλλεται  να μεταφερθούν στο εσωτερικό μας δίκαιο οι διατάξεις της ΟΔΗΓΙΑΣ (EE) 2016/680 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου, η οποία περιλαμβάνει την  προστασία από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους (άρθρο 1), εφαρμόζεται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης (άρθρο 2), ορίζει σαφώς ότι η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων διέπεται από τις αρχές της αναλογικότητας, αναγκαιότητας και του προσδιορισμού και του περιορισμού του σκοπού. Ορίζει επίσης την ευθύνη του υπευθύνου επεξεργασίας να συμμορφωθεί με τις ανωτέρω αρχές και να είναι σε θέση να το αποδείξει (άρθρο 12), καθώς και το δικαίωμα ενημέρωσης του υποκειμένου (άρθρα 13 και 14), την εκτίμηση των επιπτώσεων στην προστασία των δεδομένων (άρθρο 28), την γνωστοποίηση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο υποκείμενο των δεδομένων (άρθρο 31) και τέλος  την έκθεση δραστηριοτήτων η οποία μπορεί να περιλαμβάνει κατάλογο των τύπων των γνωστοποιημένων παραβάσεων και των ειδών των επιβαλλόμενων κυρώσεων και τίθεται στην διάθεση του εθνικού κοινοβουλίου, της κυβέρνησης και του κοινού (άρθρο 49). Οι ανωτέρω διατάξεις επιβάλλεται να μεταφερθούν στο εθνικό δίκαιο και ειδικά στον ευαίσθητο και αχαρτογράφητο για τα ελληνικά δεδομένα αρρύθμιστο τομέα του σκληρού πυρήνα του κράτους. Επίσης,  η νομοθετική εξουσία οφείλει να τροποποποιήσει τον δικαιολογητικό της Σύμβασης 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης νόμο 2068/1992 , που πρέπει να τονιστεί ότι εφαρμόζεται και όταν ο επεξεργαστής δεδομένων  («maître du fichier») είναι ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΡΧΗ (« l’autorité publique»), ο οποίος θα διέπει ξεκάθαρα όλες τις συναφείς κρατικές υπηρεσίες ή ανεξάρτητες αρχές, όπως ΕΥΠ, Αρχή καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, δίωξη του ηλεκτρονικού εγκλήματος κλπ.
Για να επιτευχθεί τούτο στην πράξη δεν αρκεί η μεταφορά αυτούσιας της οδηγίας σε όλες τις προαναφερόμενες Αρχές και Κρατικές Υπηρεσίες, αλλά και η σύσταση δικαστικών συμβουλίων αποτελούμενων από ανεξάρτητους δικαστικούς λειτουργούς, όπως αυτά λειτουργούν ήδη εξάλλου στις δικαστικές υπηρεσίες σχετικά  με την άρση απορρήτου όταν τελούνται ποινικά αδικήματα, τα οποία δικαστικά συμβούλια θα αντικαταστήσουν τον ένα ή δύο Εισαγγελείς, και θα είναι επιφορτισμένα με το καθήκον της εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου προκειμένου οι προαναφερόμενες Υπηρεσίες και Αρχές να λειτουργούν στα πλαίσια της ουσιαστικής και πραγματικής νομιμότητας σε συνδυασμό με την αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητά τους.  Απαιτείται  επαρκής εκπαίδευση και κατάρτιση των δικαστικών λειτουργών που θα στελεχώνουν τα εν λόγω δικαστικά συμβούλια αλλά και των υπαλλήλων των Αρχών και των κρατικών υπηρεσιών πχ (ΕΥΠ) σε θέματα ασφάλειας των δεδομένων. Απαιτείται η επιβολή πειθαρχικού και ποινικού ελέγχου όσων υπηρετούν στις ανωτέρω Υπηρεσίες και Αρχές ακόμα και για περιπτώσεις μη εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, ώστε αυτοί που επιλέγουν να στελεχώσουν αυτές τις Υπηρεσίες να είναι οι πλήρως καταρτισμένοι  και όχι αυτοί που θεωρούνται προνομιούχοι. Οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες και Αρχές (π.χ.ΕΥΠ) να γνωστοποιούν παραβιάσεις των δεδομένων στα πιθανά θύματα και στις εθνικές αρχές ελέγχου και αυτό να αρχίσει άμεσα το πρώτον από την ΕΥΠ η οποία θα πρέπει να ενημερώσει τα θύματα των οποίων τα προσωπικά δεδομένα παραβιάστηκαν και τους λόγους, όπως άλλωστε ορίζει εκτός από την προαναφερόμενη οδηγία και η οδηγία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στο άρθρο 4 παράγραφος 2  (βλ. I. κατά Φινλανδίας, προσφυγή αριθ. 20511/03, 17 Ιουλίου 2008).

Τα παραπάνω δεν αποτελούν πολιτικό ζήτημα, αποτελούν θεσμικές επιταγές που επιβάλλονται σε ένα κράτος δικαίου και εναρμονίζονται με το ενωσιακό δίκαιο. Γιατί ο εθνικός νόμος που επιτρέπει την επέμβαση δημόσιας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος που παρέχεται από το άρθρο 8, δηλαδή τον σεβασμό στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, την κατοικία και την αλληλογραφία, θα πρέπει να πληροί τα κριτήρια της προβλεψιμότητας και της σαφήνειας (βλ. υπόθεση Klass And Others v. Federal Republic of Germany (Series A, NO 28) (1979-1980) 2 EHRR 214, 6 September 1978, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) . Γιατί ο νόμος θα πρέπει να παρέχει στους πολίτες επαρκή νομική προστασία κατά της κρατικής αυθαιρεσίας και οιασδήποτε κατάχρησης και να καθορίζει με σαφήνεια τον τρόπο ασκήσεώς του, καθώς και το σκοπό της παρασχεθείσης ευχέρειας στις αρμόδιες αρχές να επεμβαίνουν στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 8 της Σύμβασης. Για να αποφεύγεται η  υπονόμευση της δημοκρατίας υπό το μανδύα της προάσπισής της. Για να προσανατολίζονται οι κρατικές υπηρεσίες και ανεξάρτητες Αρχές στην αποτελεσματικότητα του σκοπού για τον οποίο έχουν συσταθεί (εθνική ασφάλεια, καταπολέμηση του ηλεκτρονικού εγκλήματος, καταπολέμηση της διαφθοράς) και μόνο. Για να μην καταστεί η Ελλάδα ένα αστυνομικό κράτος που θα διασύρεται διεθνώς.

Ουδέποτε από την μεταπολίτευση ένθεν οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί υπήρξαν εκτελεστικά όργανα και υπάλληλοι κρατικών υπηρεσιών, Αρχών, Οργανισμών. Ουδείς δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός έχει περιορισθεί στην χρήση σφραγίδας και υπογραφής, αφού άπαντες νυχθημερόν ερμηνεύουμε και εφαρμόζουμε τους νόμους του Ελληνικού Κράτους. Η εργαλειοποίηση του δικαστικού κλάδου μέσω αποσπασματικών διατάξεων που αφορούν είτε την ΕΥΠ είτε οποιαδήποτε άλλη αρχή αντιβαίνει στην θεσμική θωράκιση της δικαιοσύνης,  της δημοκρατίας, της ίδιας της χώρας.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΑΝΟΣ ΒΑΣΤΑΡΟΥΧΑΣ

ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ

Ο ρόλος της δικαστικής εξουσίας στη διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών

Ο ρόλος της δικαστικής εξουσίας στη διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών

 

Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης,

Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Εφέτης,

Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης,

Μιχάλης Τσέφας, Πρόεδρος Πρωτοδικών,

Ιωάννης Ασπρογέρακας, Πρόεδρος Πρωτοδικών, 

Έφη Κώστα, Ειρηνοδίκης, 

Μέλη του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

   Η ποιότητα της δημοκρατίας και των συνταγματικών ελευθεριών σε ένα Κράτος Δικαίου δεν προσδιορίζεται αποκλειστικά ή κυρίως από τους θεσπισμένους κανόνες αλλά και από τον τρόπο εφαρμογής τους. Οι θεσπισμένοι κανόνες είτε αυτοί που περιβάλλονται το κύρος των συνταγματικών ρυθμίσεων, είτε του απλού νόμου, δεν αρκούν αφ΄ εαυτού, αφού δεν είναι λίγες οι φορές που η ύπαρξή τους έχει αξιοποιηθεί ως άλλοθι και ως βολική νομιμοποιητική βάση της καταπάτησης των στοιχειωδέστερων ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκ μέρους της εκάστοτε διοίκησης. Στο σύγχρονο  κόσμο η προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενώ τυγχάνουν υψηλής θεσμικής προστασίας, δέχονται διαρκώς πίεση θεσμική και εξωθεσμική. Παλαιότερα συζήτηση προκάλεσε η Οδηγία 2006/24/ΕΚ (που μεταφέρθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 3917/2011) ως προς το ενδεχόμενο de facto κατάργησης της προστασίας των προσωπικών δεδομένων των πολιτών και εν τέλει κρίθηκε ανίσχυρη από το ΔΕΕ με την από 8-4-2014 απόφασή του. Η δε διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών κατοχυρώνεται θεσμικά στα περισσότερα Κράτη του κόσμου ακόμα και στα πιο απολυταρχικά, αφού ακόμα και το ψευδοσύνταγμα της δικτατορίας του 1968 προέβλεπε στο άρθρο 15 το «απόρρητο των επιστολών και της καθ’ οιοδήποτε άλλον τρόπον ανταποκρίσεως». Το εθνικό, διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο με σειρά διατάξεων (άρθρο 19 του ελληνικού Συντάγματος, άρθρο 12 της Οικουμενικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,  άρθρο 8 της ΕΣΔΑ) προστατεύουν κατ΄ αρχήν το απόρρητο της επικοινωνίας, αλλά ταυτόχρονα με ένα πλέγμα ρυθμίσεων αποδεσμεύουν τις κρατικές και διεθνείς υπηρεσίες από το καθήκον σεβασμού αυτών των διατάξεων, παραπέμποντας σε λόγους εθνικής ασφάλειας, που όμως δεν εξειδικεύονται σαφώς. Έτσι κάθε συμφέρον μπορεί να λαμβάνει τον χαρακτηρισμό του «λόγου εθνικής ασφάλειας» και με τον τρόπο αυτό η νομιμοποίηση της παραβίασης του απορρήτου διέρχεται το πρώτο στάδιο, που γεννά την ανάγκη του επόμενου σταδίου «δικαστικής επικύρωσης». Για τον εισαγγελικό λειτουργό όμως στην Ελλάδα, που είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο της Ε.Υ.Π. και υπογράφει σύμφωνα με την έκθεση της Α.Δ.Α.Ε. παραπάνω από 15.000 διατάξεις άρσης του απορρήτου της επικοινωνίας κάθε χρόνο, στις οποίες σε αντίθεση με εκείνες που αφορούν διακρίβωση εγκλημάτων δεν είναι αναγκαίο να αναγράφεται το όνομα του παρακολουθούμενου (άρθρο 5παρ.1α ν.2225/1994), η δυνατότητα άσκησης ουσιαστικού και όχι απλά «νομιμοποιητικού» ελέγχου συρρικνώνεται επικίνδυνα. Η δε τοποθέτηση δεύτερου εισαγγελικού λειτουργού για τον παραπάνω έλεγχο, που εξαγγέλθηκε πριν λίγες ημέρες, ενόψει του αριθμητικού όγκου των υποθέσεων, δεν φαίνεται ικανή να προσφέρει στο πρόβλημα καθαυτό, ενώ κατ΄ αποτέλεσμα τείνει να επαναλάβει την ίδια διαδρομή ενίσχυσης του κύρους της υπηρεσίας πληροφοριών και της διοίκησης, μέσα από την κατ΄ ουσίαν αδύναμη παρουσία της δικαστικής αρχής και τελικά να λειτουργήσει ως παρέμβαση επικοινωνιακού χαρακτήρα. 

    Αναμέναμε για μεγάλο χρονικό διάστημα την επίσημη τοποθέτηση της πλειοψηφίας του ΔΣ της Ένωσής μας σε ένα ζήτημα τόσο κομβικό για την προστασία των ατομικών ελευθεριών των πολιτών. Μάταια! Στο όνομα των εκατοντάδων Δικαστών και Εισαγγελέων, που εκπροσωπούμε, εκφράζουμε την αγωνία μας για τις εξελίξεις και την συστηματική παρακολούθηση πολιτικών προσώπων, άλλων αξιωματούχων και δημοσιογράφων από την κρατική διοίκηση. Δε θα έπρεπε να είναι αδιάφορο για την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων και το ενδεχόμενο δικαστικοί λειτουργοί να έχουν τεθεί ή να τεθούν στο μέλλον υπό παρακολούθηση, υπό τους ίδιους ασαφείς λόγους «εθνικής ασφάλειας». Σημειωτέον δε ότι βάσει της τροπολογίας 826/145/31.3.2021, το άρθρο 87 ν.4790/2021 τροποποίησε το άρθρο 5 ν.2225/1994 και έτσι πλέον ειδικά η άρση απορρήτου για λόγους εθνικής ασφάλειας δεν είναι πλέον δυνατό να κοινοποιηθεί στον παρακολουθούμενο από την ΑΔΑΕ μετά τη λήξη της, ενώ αντίθετα είναι εφικτό αυτό για την άρση απορρήτου για τη διακρίβωση εγκλημάτων.  Υπεύθυνα και χωρίς να αδιαφορούμε για το θεσμικό ρόλο μιας εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών, θεωρούμε ότι η συμμετοχή της δικαστικής εξουσίας στον έλεγχο της πρέπει να είναι ουσιαστική και όχι τυπική. Μόνο έτσι οι συνταγματικές διατάξεις που προστατεύουν ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, θα λάβουν νόημα και ουσία, ώστε να αποκατασταθεί και να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη του πολίτη στους δημοκρατικούς θεσμούς.   

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΟΜΑΔΑΣ «ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΟΜΑΔΑΣ  «ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ» ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ

 Σε μία εποχή όπου το οικονομικό και κυβερνοέγκλημα (cyber crime)  εξελίσσονται ραγδαία και διεθνοποιημένα, όπου η συλλογή ηλεκτρονικών πειστηρίων (e-evidence) απαιτεί καθημερινά εξειδικευμένες ως προς θέματα δικαιοδοσίας και τεχνογνωσίας προανακριτικές και ανακριτικές πράξεις και η κατανόηση του modus operandi απαιτεί εξειδικευμένους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, η σύσταση δικαστικής αστυνομίας που θα επικουρεί το έργο των δικαστών, εισαγγελέων και πταισματοδικών είναι απολύτως  αναγκαία και επιβεβλημένη.

Είναι κατανοητό σε όλους ότι η αντιμετώπιση των νέων μορφών εγκληματικότητας είναι ιδιαίτερα δυσχερής, δυσλειτουργική, αναποτελεσματική και αργοπορημένη με την υπάρχουσα απαρχαιωμένη διασπαστική οργάνωση και υλικοτεχνική υποδομή, δικτύωση και ψηφιοποίηση, ενώ τα  υπάρχοντα  σύγχρονα μέσα και εξειδικευμένες υπηρεσίες (όπως η Δ/νη Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος) δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση του μεγάλου όγκου υποθέσεων και την ταυτόχρονη διενέργεια συνθετών και παράλληλων ανακριτικών ενεργειών που απαιτούνται προς διαφορετικές κατευθύνσεις του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα με αποτέλεσμα:

– τα ηλεκτρονικά ίχνη χάνονται διότι έχουν παρέλθει οι προθεσμίες και οι υποθέσεις να αρχειοθετούνται στο αρχείο αγνώστων δραστών

– αργοπορία, έλλειψη συντονισμού μεταξύ διαφορετικών υπηρεσιών και εποπτείας του διάχυτου προανακριτικού και ανακριτικού ελέγχου και συλλογής αποδεικτικών στοιχείων.

– αδυναμία εκμετάλλευσης των εξειδικευμένων ψηφιακών δικτύων ανταλλαγής πληροφοριών της Eurojust, Europol, Interpol, FIU και assets recovery κατά την προανάκριση, που απαιτούν ειδική τεχνική και νομική επιμόρφωση και άδεια πρόσβασης.

– αδυναμία διευρυμένης και ταχείας διεθνούς ποινικής συνεργασίας   μέσω παραγγελιών και εκτέλεσης  άμεσα Ευρωπαικών Εντολής  Ερευνας και  Αμοιβαίας Δικαστικής συνεργασίας.

Με  αποτέλεσμα οι υπολήψεις να κομματιάζονται, τραπεζικοί λογαριασμοί να αδειάζουν και οι πολίτες να μένουν απροστάτευτοι.

Η ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ πιστεύει ότι η νεοσυσταθείσα Δικαστική Αστυνομία (στον ποινικό και αστικό τομέα) υπό την μορφή ενός υδροκέφαλου και υπαλληλοκεντρικού κρατικού οργανισμού με υπαλλήλους που απλώς θα έχουν πτυχίο νομικής, χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις και δεξιότητες, δεν θα  συνεισφέρει τίποτα ουσιώδες αλλά θα αποτελέσει παρά μία δεξαμενή διορισμένων υπαλλήλων.

Η ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ προτείνει νέο οργανόγραμμα . Η  σύσταση της Δικαστικής Αστυνομίας (στον ποινικό τομεα) να αποτελείται μόνο από  εξειδικευμένο διεπιστημονικό προσωπικό  για τις αυξημένες ειδικές ανάγκες της συλλογής, επεξεργασίας, ανάλυσης και νόμιμης διάθεσης των αποδεικτικών στοιχείων :

– των σύγχρονων  διεθνοποιημένων οικονομικών εγκλημάτων (τύπου carousel), money laundering και κυβερνοεγκλήματος (πχ.στο darknet με χρήση cryptocurrencies )

-του ειδικού τρόπου κατάσχεσης, έρευνας, ανάλυσης και παρουσίασης των  ψηφιακών πειστηρίων και των με νέων συσκευών σε ένα συνεχώς μεταλλασσόμενο τεχνικά και δαιδαλώδες ψηφιακό περιβάλλον   ( web 3, NFT , IoT, cloud computing) και τη χρήση όλο και πιο περίπλοκων δεδομένων και metadata, κρυπτογραφίας και τεχνολογίας  blockchain.

Επίσης πολύ σημαντικό είναι η δικαστική αστυνομία να αποτελείται και από δικαστικούς μεταφραστές προκειμένου πχ. οι Ευρωπαικές Εντολές Έρευνας και Αμοιβαίες Δικαστικές Συνδρομές να εκτελούνται αμέσως και οι μεταφράσεις να καλύπτουν τα Standard  και να εναρμονίζεται  με τις αυξημένες δικονομικές απαιτήσεις των άλλων ευρωπαϊκών κρατών.

– Όλοι οι υπάλληλοι της δικαστικής αστυνομίας (στο δικαστικό τομέα) θα εποπτεύονται μόνο από δικαστικά όργανα  και θα τεθούν στη διάθεση των κατά τόπο ανακριτικών, εισαγγελικών αρχών και των πταισματοδικών  ώστε να διασφαλίζεται η μυστικότητα της διαδικασίας και η ανεξαρτησία της έρευνας. Και είναι καίρια η εποπτεία και καθοδήγηση τους από ανεξάρτητους δικαστικούς λειτουργούς  γιατί προκύπτουν σοβαρά νομικά ζητήματα από την ορθή συλλογή,  διατήρηση, επεξεργασία και καταστροφή προσωπικών δεδομένων κατά τα τρόπο συμβατό με τον Θεμελιώδη Χάρτη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τη Law Enforcement Directive και GPDR που μόνο ανεξάρτητοι δικαστικοί και εισαγγελικοί  λειτουργοί μπορούν και νομιμοποιούνται να επιλύσουν σε ένα Δημοκρατικό Πολίτευμα  υπό το Κράτος Δικαίου και διάκρισης των εξουσιών.

Μόνο οι προανακριτικοί και ανακριτικοί υπάλληλοι είναι αυτοί που έχουν τις θεμελιώδεις γνώσεις που είναι αναγκαίες για τη γεφύρωση του χάσματος που υφίσταται μεταξύ των κόσμων της νομικής και της πληροφορικής γύρω από θέματα εγκλημάτων στον κυβερνοχώρο.

Μόνο οι προανακριτικοί και ανακριτικοί υπάλληλοι ως ανεξάρτητα δικαστικά όργανα δικαιούνται να κρίνουν και να αποφασίζουν για τα πολύπλοκα θέματα των δικαιοδοσιών, των προσωπικών δεδομένων και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην συλλογή και διατήρηση των ψηφιακών αποδείξεων.

Μόνο οι προανακριτικοί και δικαστικοί υπάλληλοι είναι οι καταλληλότεροι ώστε να προϊστανται του νεοσυσταθέντος οργανισμού της Δικαστικής Αστυνομίας, αφού με την εμπειρία τους και την θέση εις πέρας πολυάριθμων και δύσκολων υποθέσεων υπό δύσκολες  εργασίας έχουν αποδείξει ότι είναι γνώστες της ροής και της οργάνωσης της προανάκρισης και της ανάκρισης.

Με την ως άνω προτεινόμενη λειτουργία της Δικαστικής Αστυνομίας θα αναβαθμιστεί ουσιωδώς η προανακριτική διαδικασία και το Ελληνικό Δικαστικό Σύστημα να μπορεί να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της νέας ψηφιακής εποχής με γνώμονα πάντα την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος της κοινωνίας  για ασφάλεια και τάξη  και των ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

 

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΑΝΟΣ ΒΑΣΤΑΡOYΧΑΣ