ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΣΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

  ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΣΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

        Της Βαρβάρας Πάπαρη,Εφέτη,Μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ


        Σύμφωνα με το άρθρο 683 ΚΠολΔ, τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται από τα μονομελή πρωτοδικεία (παρ. 1). Αν η κύρια υπόθεση υπάγεται στην καθ` ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων, τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται από αυτά (παρ. 2). Τα ειρηνοδικεία είναι αποκλειστικά αρμόδια και για τη συναινετική εγγραφή ή άρση προσημείωσης υποθήκης (παρ. 3). Τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται από το καθ` ύλην αρμόδιο δικαστήριο που βρίσκεται πλησιέστερα προς τον τόπο όπου πρόκειται να εκτελεστούν (παρ. 4). Εξάλλου, στο άρθρο 684 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν η κύρια υπόθεση είναι εκκρεμής σε πολυμελές δικαστήριο, τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται και από το δικαστήριο αυτό,ενώ το ίδιο ισχύει και όταν η διαφορά εκκρεμεί ενώπιον του εφετείου,οπότε το τελευταίο καθίσταται και αυτό αρμόδιο(ΕφΑθ 4007/2011 ΕλλΔνη 2012.510,ΕφΑθ 3962/2009 ΕλΔνη 2009.1449,Κεραμεύς/Πολυζωγόπουλος «Τα ασφαλιστικά μέτρα στην ελληνική πολιτική δικονομία»,εκδ.1987,σελ.254,Παρμ.Τζίφρας «Τα ασφαλιστικά μέτρα»,εκδ.1985,σελ.13-18). Επιπλέον, κατά το άρθρο 686 παρ. 5 εδ. β ΚΠολΔ, το πολυμελές πρωτοδικείο, δικάζει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μόνο κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το εφετείο, στο οποίο εκκρεμεί η κύρια υπόθεση, δικάζει επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων μόνο κατά τη συζήτηση της κύριας υποθέσεως, μη επιτρεπομένης της δημιουργίας αυτοτελούς στάσεως δίκης για τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων (ΕφΠατρ 779/2009 AχΝομ 2008. 410, ΕφΚρ 805/1991 Δ 24. 719, ΕφΑθ 733/1983 ΕλλΔνη 24. 1008, ΕφΛαρ 601/1983 ΝοΒ 1984. 693, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας ΕρμΚΠολΔ, τόμος II, άρθρο 684, παρ. 3, σελ. 1333,Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ άρθ.684,παρ.1,σελ.54,Δ.Κράνης «Εισήγηση σε ημερίδα που διοργάνωσε ο Δικηγορικός Σύλλογος Λάρισας στις 6.12.2012»,Κ. Μπέης «Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προς το δικαστήριο της κύριας δίκης μετά την απόρριψη της αρχικής» Δ 35 σ. 1112 ιδίως σ. 1119). Κατά μία άποψη, αν η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων φέρεται προς συζήτηση σε πολυμελές δικαστήριο πριν από τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης, που εκκρεμεί ενώπιον του, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή της με σκοπό να συνεκδικασθεί με την κύρια υπόθεση (ΠΠρΡοδ 94/2009, ΠΠρΡοδ 265/2006 ΤΝΠ Νόμος, Α. Σοφιαλίδη, Αρμ. 1983, 888, Βαθρακοκοίλη άρθρο 684, σελ. 58). Εφόσον, όμως, η κύρια υπόθεση δεν είναι ακόμη εκκρεμής ή έχει ήδη συζητηθεί, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων παραπέμπεται στο αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο ή ειρηνοδικείο (ΠΠρΑθ 23/1981 ΕλλΔνη 1982. 178). Εξάλλου, κατ` άλλη άποψη, η εισαγωγή της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων σε πολυμελές δικαστήριο, προκειμένου να συζητηθεί ανεξάρτητα από την κύρια υπόθεση, συνεπάγεται αδιακρίτως την απόρριψή της ως απαράδεκτης (ΕφΠατρ 779/2007 όπ. ανωτ.,ΕφΑθ 7251/1990 ΕΔΠολ 1991.126, ΕφΑθ 733/1983 όπ. αν., ΕφΛαρ 601/1983 όπ.α.,ΠΠρΣπαρτ.42/2015,ΠΠρΑθ 103/2014 ΤΝΠ Νόμος,ΠΠρΑιγ 2/2013 ΕλλΔνη 2014.563,ΠΠρΠειρ 2525/2007 ΕλλΔνη 2009.896, ΠΠρΠειρ 835/1989 Δ. 1989. 250, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας ΕρμΚΠολΔ, τόμος II, άρθρο 684 όπ. αν.).Το πολυμελές δικαστήριο (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο), στο οποίο εκκρεμεί κατά το άρθρ. 684 ΚΠολΔ αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να εκδώσει προσωρινή διαταγή ανεξάρτητα από τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης, μολονότι κατά το άρθρ. 686§5εδ.β ΚΠολΔ δεν μπορεί να συζητήσει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων χωριστά από την κύρια υπόθεση. Η προσωρινή διαταγή εκδίδεται από το πολυμελές δικαστήριο υπό πλήρη συγκρότηση, δηλαδή με τη συμμετοχή όλων των μελών της συγκεκριμένης σύνθεσής του, οπότε ο πρόεδρος του δικαστηρίου δεν νομιμοποιείται να ενεργήσει αυτοτελώς και να εκδώσει μόνος αυτός την προσωρινή διαταγή. Αναλόγως και το μονομελές πρωτοδικείο,αλλά και το μονομελές εφετείο, στα οποία, κατά το άρθρ. 17Α του ΚΠολΔ,που προστέθηκε με το άρθρ. 3§3 του ν. 3994/2011 και άρθρ.19 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ.2 του ν. 3994/2011, υπάγονται πλέον οι εφέσεις των ειρηνοδικείων και μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους,αντίστοιχα και δεν μπορούν μεν ως δευτεροβάθμια δικαστήρια να δικάσουν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων παρά μόνο κατά τη συζήτηση της έφεσης για την κύρια υπόθεση, μπορούν, όμως και πριν από τη συζήτησή της να εκδώσουν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της προσωρινή διαταγή. Με δεδομένο εξ άλλου ότι κατά το άρθρ. 691Α §2 ΚΠολΔ η συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζεται μέσα σε τριάντα ημέρες από την έκδοση της προσωρινής διαταγής, πρέπει μέσα στην προθεσμία αυτή να είναι δυνατός και ο προσδιορισμός της κύριας υπόθεσης, ώστε να μπορούν να συνεκδικασθούν από το δικαστήριο της κύριας δίκης, όταν απ’ αυτό ζητείται η έκδοση της προσωρινής διαταγής, διαφορετικά δεν επιτρέπεται να εκδοθεί προσωρινή διαταγή από το δικαστήριο της κύριας δίκης, αφού αυτό δεν μπορεί να συζητήσει αυτοτελώς την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και θα κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτησή της, εκτός αν ταυτίζεται με αυτό των ασφαλιστικών μέτρων. Ευνόητο είναι ότι ο ενδιαφερόμενος για την έκδοση προσωρινής διαταγής μπορεί, παραιτούμενος από την εκκρεμή στο δικαστήριο της κύριας δίκης αίτησή του ασφαλιστικών μέτρων, να την ασκήσει στο αρμόδιο κατά το άρθρ. 683 ΚΠολΔ δικαστήριο και να ζητήσει απ’ αυτό την έκδοση προσωρινής διαταγής (Δ.Κράνης «Εισήγηση σε ημερίδα που διοργάνωσε ο Δικηγορικός Σύλλογος Λάρισας στις 6.12.2012).Από τις παραπάνω διατάξεις,οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και υπό το καθεστώς του Ν.4335/2015,προκύπτει ότι γενική καθ’ύλην αρμοδιότητα για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων έχει το μονομελές πρωτοδικείο,υπέρ του οποίου ισχύει έτσι το τεκμήριο αρμοδιότητας (βλ.Χ.Απαλαγάκη «Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το Ν.4335/2015»,σελ.43-45),το δε εφετείο δικάζει επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων μόνον κατ’εξαίρεση και δη όταν σ’αυτό εκκρεμεί η κύρια υπόθεση και μόνο κατά τη συζήτηση της κύριας υποθέσεως, μη επιτρεπομένης της δημιουργίας αυτοτελούς στάσεως δίκης για τη συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.Εξαίρεση σ’αυτό το κανόνα εισάγει η διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 β εδ.3 του νέου, υπό την ισχύ του Ν.4335/2015, ΚΠολΔ.Ειδικότερα,το άρθρο 938, που προέβλεπε δυνατότητα αναστολής της εκτελέσεως λόγω άσκησης ανακοπής του άρθρου 933, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, εκδικαζόμενης από το δικαστήριο της ανακοπής κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, καταργήθηκε με τις νέες τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν.4335/2015. Η κατάργησή του είχε προταθεί κατά τη διαβούλευση και την κριτική του αρχικού ΣχΝ, υπό το πλέγμα όμως των προβλεπόμενων σε εκείνο το σχέδιο ρυθμίσεων, σύμφωνα με το οποίο οι ανακοπές θα εκδικάζονταν με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, οπότε και δεν θα είχε νόημα η εκδίκαση και αιτήσεως αναστολής με την ίδια διαδικασία, θα αρκούσε δε προς διαφύλαξη των συμφερόντων του ανακόπτοντος η δυνατότητα χορήγησης προσωρινής διαταγής. Περαιτέρω, με το νέο άρθρο 937 παρ. 1 β εδ. 3 προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις άσκησης ένδικων μέσων κατά της απόφασης επί της ανακοπής, η άσκησή τους δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν το δικαστήριο του ένδικου μέσου πλέον, μετά από αίτηση αυτού που το άσκησε, υποβαλλόμενη και αυτοτελώς, δικάζοντας με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Ειδικά, όταν ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού, η αίτηση αναστολής είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00` το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού. Στην περίπτωση δε γ΄ της ίδιας παραγράφου ορίζεται ότι, ειδικά στην περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, το δικαστήριο της ανακοπής μπορεί να διατάξει την αναστολή της κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα.Υπό το μέχρι σήμερα ισχύον δίκαιο, υπήρχε δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο οποίο εκκρεμούσε η ανακοπή και μόνον μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επ΄αυτής (άρθ. 938 παρ. 4). Η άσκηση δε ένδικου μέσου κατά απόφασης απορριπτικής της ανακοπής δεν μπορούσε να δικαιολογήσει χορήγηση αναστολής. Ο λόγος της σχετικής πρόβλεψης σαφώς έγκειτο στην ταχύτητα που πρέπει να διέπει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, βασική αρχή που, ευλόγως και μετά από στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, θεωρήθηκε ότι δεν επιτρέπει την περαιτέρω καθυστέρηση της διαδικασίας της, όταν υπάρχει έστω και μία πρώτη οριστική κρίση της ανακοπής από δικαστήριο. Οι νέες διατάξεις αλλάζουν σημαντικά το τοπίο στις δίκες περί αναστολής της εκτέλεσης και ο συνδυασμός τους οδηγεί στα ακόλουθα συμπεράσματα: Η άσκηση ανακοπής συνεχίζει να μην αναστέλλει την εκτελεστική διαδικασία, δεν παρέχεται όμως ούτε δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης κατόπιν σχετικής αιτήσεως λόγω της άσκησης ανακοπής του άρθρου 933 και εκκρεμότητάς της σε πρώτο βαθμό. Προδήλως, ο νεότερος νομοθέτης θεώρησε ότι αυτό δεν είναι καν αναγκαίο, αφού με τις προθεσμίες που έθεσε για τη συζήτηση και την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής σε συνδυασμό και με την προθεσμία που έθεσε για τη διενέργεια του πλειστηριασμού, ο οποίος δεν θα μπορεί να προσδιορισθεί πριν την παρέλευση επτά(έως οκτώ) μηνών από την επιβολή της κατάσχεσης (νέο άρθρο 954 παρ. 2 ε και 993 παρ. 2), προσδοκά να υπάρχει απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επί της ανακοπής πριν την ημέρα του πλειστηριασμού. Δυνατότητα αναστολής κατόπιν σχετικής αιτήσεως, εκδικαζόμενης κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων,παρέχεται πλέον μόνον σε δεύτερο στάδιο και συγκεκριμένα όταν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης που θα απορρίπτει την ανακοπή, οπότε και θα έχει πλησιάσει πλέον η ημέρα του πλειστηριασμού. Γι΄αυτόν ακριβώς το λόγο τέθηκαν και προθεσμίες άσκησης της αίτησης αναστολής και έκδοσης της απόφασης από το δικαστήριο του ένδικου μέσου, όταν επίκειται πλειστηριασμός. Αντιθέτως, επί άμεσης εκτέλεσης, οπότε και δεν τίθεται ζήτημα μακρινού προσδιορισμού πλειστηριασμού ή εκτέλεσης με άλλο χρονοβόρο τρόπο, παρέχεται δυνατότητα αναστολής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αμέσως μετά την άσκηση της ανακοπής (βλ.σχετ.Ευδοξία Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη «Ζητήματα από το Δίκαιο της Αναγκαστικής Εκτέλεσης μετά τις τροποποιήσεις του Ν.4335/2015»).

       Η νέα ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 937 παρ. 1 β εδ. 3   ΚΠολΔ,καταργεί την παράλληλη αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου,(την οποία,μάλιστα, υπό το προϊσχύσαν δίκαιο,  οι διάδικοι δεν είχαν την εξουσία να καταργήσουν    συμβατικώς –βλ. Παρμ.Τζίφρα Ασφαλ.Μέτρα, έκδ. 1985, σελ.  16,  Κων, Μπέη ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 684, σελ.59, 61),χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος.Αξίζει να σημειωθεί ότι η κατά την προισχύσασα Πολιτική Δικονομία καθ’ύλη αρμοδιότητα του Προέδρου Πρωτοδικών,είχε,ως πανθομολογείται,επιτύχει στην πράξη και διά τούτο ορίσθηκε διά του παρατεθέντος άρθρου 683 παρ.1 του ΚΠολΔ το Μονομελές Πρωτοδικείο ως κατ’αρχή αρμόδιο να διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα (Παρμ.Τζίφρα Ασφαλ.    Μέτρα, έκδ. 1985, σελ.  17). Εάν ο δικαιολογητικός λόγος είναι ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέχει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης,αυτό δεν ευσταθεί,ενόψει του ότι και τα ειρηνοδικεία και τα μονομελή πρωτοδικεία στο σύνολό τους, απέδειξαν την αποτελεσματικότητά τους και δεν δίστασαν να  απορρίψουν αρκετές αιτήσεις, που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του νόμου.Εξάλλου,ο ίδιος ο νομοθέτης διατηρεί την παράλληλη αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου και μονομελούς πρωτοδικείου στην ανακοπή του άρθ.632 του ΚΠολΔ,όπως και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

        Με τη νέα ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 937 παρ. 1 β εδ. 3   ΚΠολΔ,η οποία εκ των πραγμάτων δημιουργεί αυτοτελείς στάσεις δίκης για την συζήτηση  των αιτήσεων αναστολής εκτελέσεως στα δευτεροβάθμια δικαστήρια, είναι αμφίβολο εάν εξυπηρετείται η ταχύτητα που πρέπει, ως ένα τουλάχιστον βαθμό, να διέπει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, με τις ενεστώσες μάλιστα συνθήκες του μικρού αριθμού δικαστών και δικαστικών υπαλλήλων, καθώς και των ελλιπών υποδομών και δεν παρέχεται ικανός δικαιολογητικός λόγος για την αποκλειστική και όχι συντρέχουσα αρμοδιότητα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την εκδίκαση των εν λόγω αιτήσεων αναστολής,όταν μάλιστα διατηρείται αυτή η αρχή της συντρέχουσας αρμοδιότητας του εφετείου και μόνο κατά τη συζήτηση της έφεσης για την κύρια υπόθεση, σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις και δη σ’αυτή του άρθρου 632 του ΚΠολΔ,βάσει του οποίου εκδικάζονται διαφορές με παρεμφερή νομικά ζητήματα με αυτά των διαφορών του άρθρου 933 του ΚΠολΔ. Μάλιστα, στο νέο άρθρο 632 παρ. 6 ΚΠολΔ ορίζεται πλέον ρητά η δυνατότητα σώρευσης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και ανακοπής κατά της εκτέλεσης με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 218 ΚΠολΔ,οι οποίες εκδικάζονται με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. σύμφωνα με τα άρθρα 632 παρ. 2 εδ. τελ. και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ.Αξίζει να σημειωθεί ότι με τις παραγράφους 3,4 και 5 του ίδιου άρθρου 632 του ΚΠολΔ,παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως αιτήσεων αναστολής,με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται υπέρμετρα η διαδικασία και αποδυναμώνεται η εκτελεστότητα της διαταγής πληρωμής (βλ.και Στέφανος Πανταζόπουλος «Οι νομοθετικές τροποποιήσεις του ν. 4335/2015 στη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής και στη δίκη της εναντίον της ανακοπής»).

       Συμπέρασμα:Η διάταξη του άρθρου  937 παρ. 1 β εδ. 3   ΚΠολΔ είναι προβληματική και ατυχής,καθόσον δεν διακρίνεται για την δογματική της συνέπεια  και δεν επιφέρει επιτάχυνση της  εκτελεστικής διαδικασίας,γι’αυτό και πρέπει να μεταρρυθμιστεί,όπως και αυτές των  νέων άρθρων 933,954 παρ. 2 ε και 993 παρ. 2 του ΚΠολΔ,διότι δεν είναι πάντα εφικτό να υπάρχει απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επί της ανακοπής πριν την ημέρα του πλειστηριασμού,ειδικότερα σε περίπτωση εμπλοκής λόγω αναβολής της συζήτησης της ανακοπής ή σε περίπτωση καθυστέρησης της έκδοσης της απόφασης επ΄αυτής για διάφορους λόγους(πχ φόρτος εργασίας,ανωτέρα βία).

 

Βαρβάρα Πάπαρη

Εφέτης , μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Παρέμβαση 14 καθηγητών Συνταγματικού Δικαίου κατά της αύξησης του ορίου ηλικίας ανώτατων δικαστών

Πηγή: www.kathimerini.gr, 23-1-2017

Τις ενστάσεις τους απέναντι στην αύξηση του ορίου ηλικίας των ανώτατων δικαστικών λειτουργών, θέμα το οποίο επανέφερε πρόσφατα η πρόεδρος του Αρείου Πάγου, κα Βασιλική Θάνου, εκφράζουν με κοινή δήλωσή τους 14 καθηγητές του Συνταγματικού Δικαίου.

Οπως, αναφέρουν μεταξύ άλλων, η εισήγηση της κας Θάνου  «πρέπει να απορριφθεί χωρίς δισταγμούς και επιφυλάξεις» καθώς «μόνον έτσι θα διασφαλισθεί το κύρος της δικαιοσύνης και του Συντάγματος».

Υπενθυμίζεται ότι πρόσφατα, η πρόεδρος του Αρείου Πάγου επανήλθε στο θέμα, παρά τις αντιδράσεις και την αρνητική τοποθέτηση του υπουργού της Δικαιοσύνης αλλά και όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης, προκαλώντας και την έντονη αντίδραση της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

Αναλυτικά η τοποθέτηση των 14 καθηγητών:

«

  1. Η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου συγκάλεσε  τη διοικητική ολομέλεια του  Δικαστηρίου στην οποία εισηγείται ότι  η  διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 88  του Συντάγματος,  που ορίζει ότι οι ανώτατοι δικαστικοί «αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους», πρέπει να ερμηνευθεί πως   σημαίνει:   πρώτον,  ότι   απαγορεύεται να παυθούν   προτού συμπληρώσουν το 67ο έτος˙  και, δεύτερον, ότι επιτρέπεται, αν οι ίδιοι το επιθυμούν,  να παραταθεί η θητεία τους και πέραν του 67ου έτους. Αλλιώς, υποστηρίζει η κ. Πρόεδρος,  οι δικαστές υφίστανται δυσμενή διάκριση, η οποία,  κατά την άποψή της, είναι  αντίθετη  με Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  2. H παύση, εν τούτοις, δικαστικού λειτουργού ρυθμίζεται από άλλες διατάξεις του Συντάγματος (τα άρθρα 88 παρ. 4 και 91), χωρίς να συναρτάται με την ηλικία του λειτουργού.  Εξ άλλου,  το ενωσιακό δίκαιο, όπως έχει μάλιστα ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της ΕΕ, δεν αποδοκιμάζει  διατάξεις που θέτουν αντικειμενικά  ηλικιακά όρια στη συνταξιοδότηση (βλ. ιδίως στις υποθέσεις C-411/05 και C-250/09), ούτε μπορεί να εφαρμοσθεί όταν πρόκειται για εθνική κανονιστική ρύθμιση, αν δεν υφίσταται κανένα συνδετικό στοιχείο με το ενωσιακό δίκαιο (υπόθεση  C-268/15). Πολλώ δε μάλλον που  η ρύθμιση της σταδιοδρομίας των δικαστών –και των δημόσιων λειτουργών γενικότερα-  δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, οι λέξεις «αποχωρούν υποχρεωτικά» (και μάλιστα στις 30 Ιουνίου του έτους  κατά το οποίο συμπληρώνουν τα 67, όπως ορίζει ρητά το Σύνταγμα), δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να ερμηνευθούν ότι σημαίνουν «αποχωρούν αν το θέλουν».
  3. Εντελώς αβάσιμα είναι βέβαια και τα περί διακρίσεων σε βάρος των δικαστών.  Διότι δεν υπάρχουν αντισυνταγματικές συνταγματικές διατάξεις.  Διαφορετικά, κάθε ηλικιακός προσδιορισμός που υπάρχει στο Σύνταγμα (όπως π.χ. για τον Πρόεδρο  της Δημοκρατίας, που πρέπει να είναι τουλάχιστον 40 χρονών, ή για τον βουλευτή, που πρέπει να είναι τουλάχιστον 25)  θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά διάκριση και να ερμηνευθεί έτσι ώστε να παραμερισθεί  η σχετική  ρύθμιση, παρ’ ότι είναι σαφής.
  4. Τα μέλη του Αρείου Πάγου καλούνται, επομένως,   να υιοθετήσουν μιαν ερμηνεία έωλη, αντίθετη προς το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος, η οποία  απειλεί να πλήξει ανεπανόρθωτα όχι μόνο το κύρος του Ανώτατου  Δικαστηρίου, αλλά και την δεσμευτικότητα του Συντάγματος. Αν στο μέλλον θέλει θεωρηθεί ότι οι Ανώτατοι Δικαστές πρέπει να αποχωρούν στα 70 ή στα 75 τους, μια μόνο λύση υπάρχει: να αναθεωρηθεί το άρθρο 88  του Συντάγματος. 
  5. Ως καθηγητές του Συνταγματικού Δικαίου φρονούμε ότι η εισήγηση της κ. Προέδρου  πρέπει να απορριφθεί χωρίς δισταγμούς και επιφυλάξεις. Μόνον έτσι θα διασφαλισθεί το κύρος της δικαιοσύνης και του Συντάγματος».

Τη δήλωση υπογράφουν οι κκ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Σπύρος Βλαχόπουλος,  Γιώργος Γεραπετρίτης, Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα,  Ιφιγένεια Καμτσίδου, Γιώργος Κασιμάτης, Ξενοφών Κοντιάδης, Αντώνης Μανιτάκης, Παναγιώτης Μαντζούφας,  Λίνα Παπαδοπούλου,  Γιώργος  Σωτηρέλης,  Γιάννης Τασόπουλος, Σταύρος Τσακυράκης και Πηνελόπη Φουντεδάκη.  

Γνωμοδότηση του Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου κ. Ι.Δρόσου

Σχετικά με την έννοια του άρθρου 88 παρ. 5 Συντ. και τη δυνατότητα ή μη αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης των Δικαστικών Λειτουργών η ΕΔΕ ζήτησε τη γνώμη του Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου του ΕΚΠΑ κ. Ιωάννη Δρόσου και έλαβε την ακόλουθη απάντηση:

«Αγαπητέ κύριε Σεβαστίδη,

σας ευχαριστώ, και δι΄ υμών ευχαριστώ και την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων για το ερώτημα που μου θέσατε σχετικά με το αν είναι ή όχι συνταγματικά επιτρεπτή η αύξηση του ορίου ηλικίας για την υποχρεωτική αποχώρηση των δικαστών από την υπηρεσία.

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 88 παρ. 5 του Συντάγματος απαντά ρητώς: ”Οι δικαστικοί λειτουργοί, έως και το βαθμό του εφέτη ή του αντιεισαγγελέα εφετών και τους αντίστοιχους με αυτούς βαθμούς, αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους και όλοι όσοι έχουν βαθμούς ανώτερους από αυτούς ή τους αντιστοίχους με αυτούς αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους.” Η διάταξη είναι σαφής και in claris non fit interpretatio, αναφέρεται δε σε θέμα που διέπεται, και δεν μπορεί παρά να διέπεται, αποκλειστικά από το ελληνικό Σύνταγμα. Ως θέμα συνταγματικής αναθεώρησης ασφαλώς μπορεί να τεθεί από όποιον νομίζει ότι πρέπει να το θέσει, έξω όμως από τα πλαίσια αυτά η συζήτηση δεν μπορεί να έχει πρακτική σημασία.

Ως άνθρωπος που ζει από την μελέτη και τα διδάγματα του έργου της δικαιοσύνης δικαιούμαι, νομίζω, να ευχηθώ να γίνει με ψυχραιμία η συζήτηση για το θέμα αυτό, ώστε οι τυχόν επ΄ αυτού διαφωνίες στο εσωτερικό της δικαιοσύνης να μην τραπούν σε διαιρέσεις και μάλιστα δύσκολα ιάσιμες. Βεβαίως και με νηφαλιότητα, ώστε η μέριμνα για την μεγαλύτερη επ΄ ωφελεία της δικαιοσύνης αξιοποίηση της κεκτημένης πείρας των πρεσβυτέρων δικαστών –άλλο λόγο για να ζητηθεί από τον συνταγματικό νομοθέτη να επεκτείνει το όριο της ηλικίας αφυπηρέτησης των δικαστών αρνούμαι ακόμη και να φαντασθώ- να μην οδηγεί, ούτε να φανεί ότι οδηγεί, σε υποτίμηση των νεότερων δικαστών, του έργου τους και της δυναμικής της προσφοράς τους, στην οποία δικαιούμαι, νομίζω, να προσβλέπω περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο.

Αθήνα, 22.1.2016

 

Γιάννης Δρόσος»

 

Ομιλία του Προέδρου της Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων κ. Σεβαστίδη (Γ.Σ. ΕΔΕ)

Συνέντευξη του Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ

 

Συνέντευξη του Προέδρου της ΕΔΕ Χριστόφορου Σεβαστίδη στην Presspublica

3e32e23eΗ συστηματική και διαχρονική απαξίωση της Δικαιοσύνης από τους Ελληνες πολτικούς έστρωσε το χαλί για τις υποδείξεις της Ευρωπαικής Επιτροπής στην εκκρεμή υπόθεση της ΕΛΣΤΑΤ για το έλλειμμα την περίοδο 2010-2015.

Αυτό επισημαίνει ο πρόεδρος Πρωτοδικών Χριστόφορος Σεβαστίδης στην πρώτη συνέντευξή του στο Press Publica μετά την ανάδειξή του ως επικεφαλής της μεγαλύτερης συνδικαλιστικής ένωσης στο χώρο της Δικαιοσύνης, της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΔΕ).

Χαρακτηρίζει ωμή παρέμβαση στα εσωτερικά ενός κράτους μέλους τις δηλώσεις εκπροσώπων της Κομισιόν ότι δεν παραποιήθηκαν τα στοιχεία για το έλλειμμα και μιλά ανοιχτά για προσπάθεια χειραγώγησης των δικαστικών αρχών.

Ουσιαστικά,  σύφωνα με τον κ.Σεβαστίδη, η Ευρωπαική Επιτροπή καλεί την κυβέρνηση να παρέμβει εξωθεσμικά στη Δικαιοσύνη για να προστατεύσει την ΕΛΣΤΑΤ και το προσωπικό της από την κατηγορία ότι αλλοίωσαν τα δεδομένα.

Ο πρόεδρος της ΕΔΕ επισημαίνει την ευκολία με την οποία οι πολιτικοί εκτοξεύουν  κατηγορίες όταν οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης δεν τους είναι αρεστές. Μάλιστα αφήνει αιχμές για τον  τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύονται την βουλευτική ασυλία που την χρησιμοποιούν ως «αδιαπέραστη ασπίδα προστασίας».

Θεωρεί ότι πρέπει να καταργηθεί το καθεστώς επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από το υπουργικό συμβούλιο, ως διασφάλιση μεγαλύτερης ανεξαρτησίας των δικαστών.

Όπως λέει χαρακτηριστικά  «η Δικαιοσύνη για να είναι πραγματικά ανεξάρτητη πρέπει να μένει έξω από πολιτικούς σχεδιασμούς».

Για τον ίδιο λόγο επιμένει στην πρότασή του ότι πρέπει να αποκλείονται οι συνταξιούχοι δικαστές και εισαγγελείς από την κατάληψη δημοσίων αξιωμάτων (πχ Ανεξάρτητες Αρχές) για ένα χρονικό διάστημα 3 ετών μετά την συνταξιοδότησή τους.

Παράλληλα, επιχειρεί να διασκεδάσει την εντύπωση «Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει» όταν οι ίδιοι οι δικαστές αποφασίζουν ευνοικά  για τα μισθολογικά τους.

«Οι Δικαστές όταν θίγονται ως μισθωτοί –γιατί ο μισθός είναι η μοναδική πηγή εισοδήματος- θα πρέπει να μένουν απροστάτευτοι; Να αρκούνται σε ό,τι θέλει να τους δώσει η Πολιτεία και να μην διεκδικούν την οικονομική τους ανεξαρτησία;» ρωτά ρητορικά.

Και συμπληρώνει:

« Πολύ βολική μια τέτοια απάντηση για όσους επιθυμούν δικαστές εξαρτημένους».

Θυμίζει τις αποφάσεις των δικαστηρίων που έχουν κρίνει τα τελευταία χρόνια αντισυνταγματικές τις μειώσεις των αποδοχών των ένστολων, τις μειώσεις στις συντάξεις και αυτές που ρυθμίζουν τα χρέη των υπερχρεωμένων νοικοκυριών απέναντι στις τράπεζες.

Απορρίπτει τον κοινωνικό αυτοματισμό και κρίνει ότι η διαφύλαξη των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων των εργαζομένων θελει αγώνα.

Aκολουθεί η συνέντευξη:

-Επιλέξατε  να μην αφήσετε ασχολίαστη την παρέμβαση της Κομισιόν για την ΕΛΣΤΑΤ  και μάλιστα να εκφράσετε με έντονο τρόπο την αντίθεσή σας. Τι σας έκανε με κινηθείτε με αυτόν τον τρόπο;

– Από την πρώτη στιγμή που αναλάβαμε τα καθήκοντά μας ως νέο Προεδρείο τον περασμένο Μάϊο βάλαμε σαν προτεραιότητα την έμπρακτη προάσπιση του κύρους της Δικαιοσύνης και των Λειτουργών της. Παρακολουθούμε στενά όλες τις εξελίξεις στο χώρο μας και οφείλουμε με τις ανακοινώσεις και τις παρεμβάσεις μας να ενημερώνουμε όσο πιο απλά μπορούμε την κοινή γνώμη ώστε να έχει μια αντικειμενική και πλήρη άποψη για ζητήματα που πολλές φορές στο παρελθόν έμεναν νεφελώδη, αφού απαιτούσαν εξειδικευμένη νομική γνώση. Πριν λίγες ημέρες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με δηλώσεις 3 επιτρόπων της, γνωρίζοντας ότι υπάρχει εκκρεμής δικαστική διαδικασία στην υπόθεση της ΕΛΣΤΑΤ, κάλεσε τις ελληνικές αρχές «να αντιμετωπίσουν ενεργά και δημόσια την εσφαλμένη εντύπωση ότι τα δεδομένα υπέστησαν παραποίηση κατά την περίοδο 2010-2015 και να προστατεύσουν την ΕΛΣΤΑΤ και το προσωπικό της από παρόμοιους αβάσιμους ισχυρισμούς».  Πώς θα μπορούσαν οι ελληνικές αρχές να αντιμετωπίσουν την κατά την άποψη της Επιτροπής εσφαλμένη εντύπωση και πως θα μπορέσουν να προστατεύσουν το προσωπικό της ΕΛΣΤΑΤ, εκτός από εξωθεσμικές παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη; Πρόκειται για ωμή παρέμβαση στα εσωτερικά ενός κράτους – μέλους και μάλιστα επιχειρώντας να χειραγωγήσουν τις δικαστικές αρχές. Είπαμε στην ανακοίνωσή μας ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις και υποδείξεις δεν δεχόμαστε από κανέναν και ότι οι επιφορτισμένοι με την υπόθεση Δικαστές και Εισαγγελείς θα κάνουν το καθήκον τους σύμφωνα με το νόμο και τη συνείδησή τους.

 -Λέτε στην ανακοίνωσή σας ότι η επίκληση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης από πολιτικούς δεν μπορεί να γίνεται αλά καρτ. Για ποιους χτυπάει η καμπάνα;

-Οι πολιτικοί και τα πολιτικά κόμματα στη Χώρα επικαλούνται συνήθως την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης όταν οι αποφάσεις της τους βολεύουν τη δεδομένη χρονική στιγμή. Όταν δεν τους είναι αρεστές μιλάνε για διεφθαρμένους δικαστές, για παραδικαστικά κυκλώματα, για κατευθυνόμενη Δικαιοσύνη και όποια άλλη κατηγορία μπορεί εύκολα να βρει ευήκοα ώτα. Γνωρίζουν ότι οι κατηγορίες δεν είναι αναγκαίο να είναι και αληθινές, ούτε πρέπει να τις αποδείξουν, αφού η βουλευτική ασυλία είναι αδιαπέραστη ασπίδα προστασίας. Οι θεωρίες συνομωσίας και τα σκοτεινά σενάρια των κινήτρων είναι μεν ενδιαφέρον θέμα για να περνάει κανείς την ώρα του, αλλά αποκαρδιώνουν και απογοητεύουν πολλούς δικαστές που κάνοντας την δουλειά τους, όπως έχουν συνταγματικό καθήκον, βρίσκονται στην δυσάρεστη θέση του απολογούμενου. Δε νομίζω ότι έχει συνειδητοποιήσει κανείς ακόμα ότι με το να συκοφαντείται αστήρικτα ένας θεσμός, που κύρια αποστολή του είναι ακριβώς να προστατεύει τους αδύναμους πολίτες απέναντι σε οποιαδήποτε εξουσία (κρατική, ιδιωτική), αυτός που τελικά βλάπτεται δεν είναι ο ισχυρός αλλά ο αδύναμος.  Η απόπειρα παρέμβασης έτσι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε δικαστικές διαδικασίες είναι απόρροια της συστηματικής και διαχρονικής απαξίωσης της Ελληνικής Δικαιοσύνης από τους έλληνες πολιτικούς που τώρα την επικαλούνται.

-Εκτός από τις δηλώσεις πολιτικών μήπως και οι χειρισμοί των ίδιων των δικαστικών λειτουργών οδηγούν στην αμφισβήτηση της δικαιοσύνης;

-Ας ξεκινήσουμε με την παραδοχή ότι το δικαστικό έργο, ως έργο ανθρώπινο, θα έχει και λάθη και παραλείψεις και καθυστερήσεις. Για το λόγο αυτό έχουν προβλεφθεί σε όλα τα νομικά συστήματα δύο βαθμοί δικαιοδοσίας ώστε να μπορεί ο πολίτης που θεωρεί ότι αδικήθηκε να προσφύγει σε ανώτερο δικαστήριο. Αυτά τα λάθη λοιπόν που είναι αναπόφευκτα και τα παραδεχόμαστε σε ένα γενικό και αφηρημένο επίπεδο, δεν μπορούμε να τα αποδεχτούμε σε ατομικό επίπεδο, όταν δηλαδή αφορούν την ιδιαίτερη υπόθεση του καθενός. Η αμφισβήτηση ξεκινάει από ‘κει. Δίπλα σ’ αυτήν έρχεται και η κρίση για υποθέσεις με δημόσιο ενδιαφέρον, που γίνεται από δημοσιογράφους και πολιτικούς και η οποία ως επί το πλείστον είναι –είτε συνειδητά είτε από ελλιπή ενημέρωση- λανθασμένη. Γιατί το να κάνει κανείς κριτική σε υπόθεση την οποία δεν γνωρίζει με λεπτομέρειες ούτε έχει μελετήσει τα νομικά επιχειρήματα είναι μια εντελώς επιπόλαιη και ανεύθυνη πράξη. Η νομική είναι επιστήμη και η προσέγγιση των νομικών ζητημάτων δεν μπορεί να γίνεται με καφενειακού τύπου επιχειρήματα. Οι δικαστές δεν έχουν τη δυνατότητα να υπερασπιστούν δημόσια τη γνώμη τους πάνω σε συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ οι ανακοινώσεις των Δικαστικών Ενώσεων είναι εξ αντικειμένου γενικόλογες, αφού δεν μπορούν, ούτε δικαιούνται να λαμβάνουν θέση σε νομική διαφορά.

– Με αφορμή την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση  στο επίκεντρο των αλλαγών θα βρεθεί και το σύστημα επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης. Εσείς τι προτείνετε και ποια άλλα μέτρα πρέπει να ληφθούν για την ενίσχυση της ανεξαρτησίας των δικαστών;

-Θα σας εκφράσω την προσωπική μου άποψη αφού μέχρι σήμερα δεν έχουν τοποθετηθεί επίσημα για το ζήτημα αυτό οι Δικαστικές Ενώσεις. Υπήρξε και στο παρελθόν συζήτηση για τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, που με το ισχύον Σύνταγμα γίνεται από την Κυβέρνηση. Κατατέθηκαν διάφορες προτάσεις που έχουν ως κεντρική ιδέα την προεπιλογή ενός αριθμού ανώτατων δικαστών από τους ίδιους τους συναδέλφους τους και στη συνέχεια η τελική επιλογή να γίνεται είτε από την Κυβέρνηση, είτε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, είτε από ένα άλλο μικτό Σώμα. Πέρα από τον καθορισμό του μοντέλου που θα προκριθεί, αυτό που έχει κυρίως σημασία είναι ότι έχει γίνει πανδικαστικό πλέον αίτημα η αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας. Η Δικαιοσύνη για να είναι πραγματικά ανεξάρτητη πρέπει να μένει έξω από πολιτικούς σχεδιασμούς και συγκυρίες, χωρίς να αμφισβητεί κανείς το γεγονός ότι υπήρξαν αρκετοί Πρόεδροι και Εισαγγελείς Ανωτάτων Δικαστηρίων που λειτούργησαν υποδειγματικά. Σε νομοθετικό επίπεδο και πέρα από την συνταγματική αναθεώρηση έχω καταθέσει και στο παρελθόν την πρόταση να αποκλείονται συνταξιούχοι δικαστές και εισαγγελείς από την κατάληψη δημοσίων αξιωμάτων (πχ Ανεξάρτητες Αρχές) για ένα χρονικό διάστημα 3 ετών μετά την συνταξιοδότησή τους. Η υιοθέτηση μιας τέτοιας πρότασης νομίζω θα απομακρύνει οποιαδήποτε σκέψη για αλληλεξάρτηση δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας. Είναι ένα θέμα το οποίο θα το εξετάσουμε κάποια στιγμή στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης.

– Η οικονομική κρίση έχει φτωχοποιήσει τους Έλληνες, ήρθαν νέες μειώσεις στις επικουρικές συντάξεις αλλά οι δικαστές κρίνουν παράνομες τις δικές τους μειώσεις αποδοχών.

– Είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για να σας πω ότι το 2012 οι μισθοί των δικαστών περικόπηκαν συνολικά κατά 60% και ότι με τις αποφάσεις του Μισθοδικείου που ακολούθησαν επανήλθαμε στις αρχικές μειώσεις (προ του 2012) που ανέρχονται σε ποσοστό άνω του 30% σε σχέση με το 2009. Βρεθήκαμε δηλαδή στο ίδιο ποσοστό μειώσεων των μισθών μας με οποιονδήποτε άλλο αμείβεται από το Δημόσιο. Έχουμε επίσης επαναλάβει πολλές φορές ότι οι δικαστές δεν κρίνουν τις δικές τους μισθολογικές υποθέσεις, αλλά ένα Ειδικό Δικαστήριο στο οποίο την πλειοψηφία έχουν μη δικαστές. Τα Δικαστήρια έχουν κρίνει τα τελευταία χρόνια αντισυνταγματικές τις μειώσεις των αποδοχών των ένστολων, τις μειώσεις στις συντάξεις, ενώ χιλιάδες είναι οι δικαστικές αποφάσεις που ρυθμίζουν τα χρέη των υπερχρεωμένων νοικοκυριών απέναντι στις τράπεζες. Οι ίδιοι οι Δικαστές όταν θίγονται ως μισθωτοί –γιατί ο μισθός είναι η μοναδική πηγή εισοδήματος- θα πρέπει να μένουν απροστάτευτοι; Να αρκούνται σε ό,τι θέλει να τους δώσει η Πολιτεία και να μην διεκδικούν την οικονομική τους ανεξαρτησία; Πολύ βολική μια τέτοια απάντηση για όσους επιθυμούν δικαστές εξαρτημένους. Θυμίζω μόνο ότι σε πολλά Συντάγματα αλλά και σε διάφορα διεθνή νομοθετικά κείμενα, απαγορεύονται οι μειώσεις των μισθών των δικαστών, γιατί έχουν συνδεθεί οι αποδοχές τους με την εγγύηση της δικαστικής ανεξαρτησίας και της ποιότητας του δικαιοδοτικού τους έργου.  Γνωρίζω ότι από την απάντησή μου μπορεί να μην έχουν πειστεί ορισμένοι. Ο κοινωνικός αυτοματισμός λειτουργεί στην Ελλάδα στον υπέρτατο βαθμό. Η διαφύλαξη των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων των εργαζομένων, που είναι συνταγματικό τους δικαίωμα, είναι πιο δύσκολη δουλειά και θέλει αγώνα, ενώ ευκολότερα αποδέχεται κανείς τη δυστυχία του όταν γνωρίζει ότι και οι άλλοι δυστυχούν το ίδιο μ’ αυτόν.

Συνέντευξη της δημοσιογράφου Βάνας Φωτοπούλου, presspublica.gr

Συνέντευξη της Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων κυρίας Μαργαρίτας Στενιώτη στο περιοδικό Συνήγορος (τεύχος 111/2015)

e43e43r43r34r4

Ποιοι και γιατί φοβούνται την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης;

Άρθρο του Βουλευτή- Καθηγητή Προκόπη Παυλόπουλου

(στο περιοδικό «ΕΠΙΚΑΙΡΑ», τ.245 της 26/6/2014)

Ορισμένες επιθέσεις, από την πλευρά συγκεκριμένων πολιτικών κύκλων και κάποιων γνωστών από το παρελθόν για την τακτική τους ΜΜΕ, εναντίον της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της –και μάλιστα με τη μορφή και την ένταση που παίρνουν προσφάτως- δεν μπορεί και δεν πρέπει να θεωρηθούν τυχαίες και αμελητέες. Ούτε, κατά συνέπεια, επιτρέπεται να περάσουν απαρατήρητες.

I.       Δύο, και μόνον, επίκαιρα παραδείγματα αρκούν για να βεβαιώσουν «του λόγου το ασφαλές».

Α. Δικαστικοί λειτουργοί επιλαμβάνονται καταγγελίας, η οποία αφορά πράξεις και παραλείψεις μελών των Κυβερνήσεων Γ. Παπανδρέου και Λ. Παπαδήμου. Πράττοντας το αυτονόητο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 2 του Συντάγματος και κατά την ως σήμερα πάγια πρακτική εφαρμογής τους, διαβιβάζουν «αμελλητί» τη δικογραφία στη Βουλή προκειμένου ν’ ασκήσει τις, επίσης κατά το Σύνταγμα, αρμοδιότητές της. Και τότε υφίστανται ανοίκεια, προκλητικώς αντιθεσμική, επίθεση εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ, το οποίο μάλιστα στο παρελθόν, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, είχε «ξιφουλκήσει» υπέρ της Δικαιοσύνης σ’ αντίστοιχες περιπτώσεις διαβίβασης δικογραφιών στη Βουλή.   Υπενθυμίζεται, ως εκ περισσού, ότι και αν υφίσταται inconcreto νομικό ζήτημα ως προς τη πληρότητα του αιτιολογικού του διαβιβαστικού, τούτο κρίνεται από την ίδια τη Δικαιοσύνη μέσω εσωτερικού ελέγχου, όπως και έγινε στην προκείμενη περίπτωση.

Β. Πηχυαίοι τίτλοι κάποιων ΜΜΕ, πρωτίστως του γραπτού τύπου, «προειδοποιούν» το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενόψει της έκδοσης κρίσιμων αποφάσεών του για την άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, τα οποία έχουν πληγεί βαρύτατα λόγω της έκτασης και της έντασης εφαρμογής «μνημονιακής» προέλευσης οικονομικών μέτρων: «Προσοχή, κ. Δικαστές, από τις αποφάσεις αυτές μπορεί ν’ απειληθεί το πρωτογενές πλεόνασμα της Οικονομίας μας»!

II.       Το νόημα –και η επέκεινα σκοπιμότητα- των επιθέσεων αυτών κατά της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της είναι κάτι παραπάνω από προφανές: Ουσιαστικά κάποιοι θέλουν να τους «υποδείξουν» ότι, μπροστά στη «κρισιμότητα της οικονομικής συγκυρίας» και στην ιδιομορφία των «εύθραυστων πολιτικών ισορροπιών», η απαρέγκλιτη εφαρμογή του Συντάγματος πρέπει να καμφθεί! Μάλλον, λοιπόν, είναι ανάγκη να γίνουν, προς κάθε κατεύθυνση, οι ακόλουθες –δυστυχώς όχι αυτονόητες πια- διευκρινίσεις:

Α. Η Δικαιοσύνη, ως τρίτη λειτουργία του κράτους, «ασκείται από τα δικαστήρια· οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού» (άρθρο 26 παρ. 3 του Συντάγματος). Και θωρακίζεται από πλήρη ανεξαρτησία, όπως ορίζουν ιδίως οι διατάξεις του άρθρου 87 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος: «1. Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. 2. Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος».

Β. Από τις κατά τ’ ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, κατά το Σύνταγμα, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης υποχρεώνει, μεταξύ άλλων, τον μεν δικαστικό λειτουργό να τηρεί, εν πάση περιπτώσει, το Σύνταγμα, χωρίς οιανδήποτε παρέκκλιση μ’ αφορμή την επίκληση οιασδήποτε σκοπιμότητας. Τις δε δύο άλλες θεσμικώς κατοχυρωμένες εξουσίες –πολλώ μάλλον τις «εξουσίες» εξωθεσμικής προέλευσης- ν’ απέχουν από κάθε επιχείρηση άμεσης ή έμμεσης χειραγώγησης της Δικαιοσύνης προς την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι εκείνη της, «υπό προϋποθέσεις», παραβίασης του Συντάγματος. Έστω κι αν οι «προϋποθέσεις» αυτές κρύβονται κάτω από το προσωπείο του, δήθεν, «υπέρτατου δημόσιου συμφέροντος». Αφού στη σύγχρονη Δημοκρατία το κατά το ρωμαϊκό δίκαιο δόγμα «saluspopulisupremalexesto» κινείται μεταξύ υποδόριας υπονόμευσης και ευθείας κατάλυσής της.

III.       Βεβαίως, πάντα με βάση τις ρυθμίσεις του ίδιου του Συντάγματος, η Δικαιοσύνη, ως ανεξάρτητη, δεν είναι –όπως και κάθε άλλη εξουσία- ανεξέλεγκτη, δεδομένου ότι οι κάθε είδους αποφάσεις της κρίνονται, όπως επίσης ελέγχεται και η συμπεριφορά των λειτουργών της κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων. Όμως μια τέτοια κριτική και ένας τέτοιος έλεγχος είναι ανεπίτρεπτο συνταγματικώς να διενεργούνται μέσω αμιγώς πολιτικών διαύλων και εξίσου αμιγώς πολιτικών κριτηρίων. Ειδικότερα, και κατά τις οικείες διατάξεις του Συντάγματος:

Α. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων κρίνονται, intramuros και δια της δικαιοδοτικής οδού, μέσω των, latosensu, ένδικων μέσων που οργανώνει η ειδική εκτελεστική του Συντάγματος νομοθεσία. Ενώ και η συμπεριφορά των λειτουργών της ελέγχεται από τα προς τούτο αρμόδια –συνήθως συλλογικά- όργανα της ίδιας της Δικαιοσύνης.

Β. Τέλος, η άσκηση της δικαιοδοσίας από την πλευρά των αρμόδιων δικαστηρίων υπόκειται στην υπεύθυνη επιστημονική κριτική, όσο αυστηρή και αν εμφανίζεται στην πράξη. Όχι όμως και στην ανεύθυνη νομικώς κριτική, που αναδεικνύει ασύγγνωστη άγνοια ή και πολιτική ιδιοτέλεια και η οποία κινείται σε «πιραντελικό» τοπίο μ’ «αποχρώσεις» του τύπου «έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» ή «απόψε αυτοσχεδιάζουμε»…

IV.       Υπάρχει όμως και μια ακόμη «λεπτομέρεια», η οποία καθιστά έτι περαιτέρω θεσμικώς αποκρουστικές –και γι’ αυτό έτι περαιτέρω επικίνδυνες- τις προαναφερόμενες επιθέσεις εναντίον της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της.

Α. Στην εφιαλτική «εποχή των Μνημονίων», όπως δρομολογήθηκαν δυστυχώς αναποτρέπτως μεταξύ 2010 και 2011, οι τότε «πολιτικοί ταγοί» -και τα ΜΜΕ που τους «συμπαραστάθηκαν» άνευ όρων και άνευ ορίων, όλως δε «τυχαίως» τα ίδια που σήμερα «προειδοποιούν» τους δικαστικούς λειτουργούς- πήραν κρίσιμες κι άκρως επώδυνες κοινωνικώς αποφάσεις, αγνοώντας προκλητικώς τις επιταγές του Συντάγματος. Αποφάσεις τις οποίες στη συνέχεια «μετακύλησαν» στη Δικαιοσύνη, όταν ήλθε η ώρα της κρίσης της συμφωνίας τους ή μη με το Σύνταγμα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτέλεσαν οι πολιτικές αποφάσεις:

1. Για τα ίδια τα «Μνημόνια» και την δανειακή σύμβαση, λόγω της οποίας αυτά διαμορφώθηκαν.

2. Για την μέσω του ΕΕΤΗΔΕ φορολόγηση της ακίνητης ιδιοκτησίας, μ’ έναν πρωτόγνωρο –όχι μόνο για τα ελληνικά αλλά και για τα διεθνή δεδομένα- τρόπο, που πλήττει τον πυρήνα της κατά το Σύνταγμα, το ευρωπαϊκό δίκαιο, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το εν γένει διεθνές δίκαιο.

3. Για το P.S.I. , ήτοι για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους που έγινε με βάση διατάξεις, οι οποίες προέβλεψαν και ρύθμισαν την ανταλλαγή τίτλων έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου –και τους οποίους κατείχαν μόνον ιδιώτες πιστωτές- με νέους τίτλους. Και τούτο προκειμένου να μειωθεί το δημόσιο χρέος, έτσι ώστε να καταστεί μελλοντικώς βιώσιμο.

Β. Όταν ήρθε η ώρα της Δικαιοσύνης, το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως αρμόδιο δικαστήριο:

1. Φθάνοντας στ’ ακραία όρια των νομολογιακών του δυνατοτήτων –ας μην ξεχνάμε ότι καθεμιά από τις αποφάσεις του αυτές καθόριζε, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, την παραμονή της Χώρας μας στην Ευρωζώνη και, επέκεινα, την καταστροφική προοπτική χρεωκοπίας της- και με σημαντικές κατά περίπτωση μειοψηφίες, έκρινε ως συνταγματικώς ανεκτές, μ’ επίκληση του «δημοσιονομικού δημόσιου συμφέροντος» που αφορά την επίτευξη των αντίστοιχων έξωθεν επιβεβλημένων δημοσιονομικών στόχων, τις ως άνω πολιτικές επιλογές. «Εμβληματικές» προς την κατεύθυνση αυτή υπήρξαν οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας αρ. 668/2012 (για τα «Μνημόνια» και την δανειακή σύμβαση), 1972/2012 (για το ΕΕΤΗΔΕ) και 1116, 1117/2014 (για το P.S.I).

2. Πλην όμως «προειδοποίησε», σχεδόν expressisverbis, ότι οι προαναφερόμενη «ανοχή» του ως προς την τήρηση του Συντάγματος είχε ένα διπλό όριο:

α) Πρώτον, το χρονικό όριο που σχετίζεται με το επίμαχο χρονικό σημείο επίτευξης του περιβόητου «δημοσιονομικού πλεονάσματος».

β) Δεύτερον, το όριο αναφορικά με τα ύστερα από το κατά τ’ ανωτέρω χρονικό διάστημα μέτρα εφαρμογής των αρχικών, δεσμευτικών για τη Χώρα, πολιτικών αποφάσεων, οι οποίες αποτέλεσαν τη «ρίζα του κακού».

3. Μ’ άλλες λέξεις το Συμβούλιο της Επικρατείας έθεσε προ των ευθυνών του το πολιτικό σύστημα, κρίνοντας ότι ύστερα από την επίτευξη του πρωταρχικού στόχου περί παραγωγής πρωτογενούς πλεονάσματος, οι αποφάσεις του δεν επρόκειτο ν’ ανεχθούν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, την περαιτέρω τήξη του πυρήνα των κάθε είδους συνταγματικώς –και όχι μόνο- κατοχυρωμένων δικαιωμάτων.

Μέσα σ’ αυτό το πολιτικό και θεσμικό «κλίμα» κάποιοι επιτίθενται εναντίον της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της, και με το πρόσχημα ότι φοβούνται ένα «κράτος δικαστών» Όμως, ο φόβος τους αυτός είναι και αβάσιμος αλλά και ύποπτος. Αβάσιμος, διότι στη σύγχρονη Δημοκρατία είναι αδύνατο –υπάρχουν οι απαραίτητες θεσμικές δικλείδες- να διαμορφωθεί «κράτος δικαστών». Κάτι που, άλλωστε, η ίδια η Δικαιοσύνη –μ’ ελάχιστες, γραφικές, εξαιρέσεις- ουδέποτε επιδίωξε και, πολύ περισσότερο, ανέχθηκε. Και ύποπτος, διότι μάλλον αναδεικνύει τάσεις ποδηγέτησης της Δικαιοσύνης, είτε ευθέως είτε και εμμέσως. Δηλαδή μέσω λειτουργών της Θέμιδας που, όπως έχει αποδειχθεί διαχρονικώς, εμφανίζονται «πρόθυμοι» κατά καιρούς, και για τους δικούς τους «ευνόητους» λόγους, να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στα πιο ευάλωτα στοιχεία του πολιτικού μας συστήματος. Ευτυχώς για τη Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία, οι επίορκοι αυτοί λειτουργοί συνιστούν ασήμαντη μειοψηφία.

Αδίκημα έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων του κ. Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών μέλους του Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε.

 ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

Αδίκημα έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων

(αρθρ. 19 Ν. 2523/97)

      Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών

μέλους του Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε.

Στην παρούσα εργασία του μέλους του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, όπως και σε αυτές, που προηγήθηκαν για τα ποινικά αδικήματα των χρεών προς το δημόσιο και τη φοροδιαφυγή, αναλύονται με τρόπο σαφή και λεπτομερή, ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά με το ανωτέρω ποινικό αδίκημα. Είναι ένα πολύτιμο βοήθημα και διανέμεται προς τα μέλη της Ένωσής μας (Δικαστές και Εισαγγελείς), θεωρώντας ότι θα διευκολύνει το έργο τους .

                                                       Η Πρόεδρος

                                            Βασιλική Θάνου – Χριστοφίλου

                                                       Αρεοπαγίτης

Αδίκημα έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων

Με την παρούσα δημοσίευση και σε ακολουθία με τους σκοπούς, που καθορίζονται αναλυτικά στη διάταξη του άρθρου 2 του καταστατικού της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ολοκληρώνεται μία σειρά δημοσιεύσεων για τα ποινικά αδικήματα της φορολογικής νομοθεσίας, στις οποίες επιχειρείται μία συστηματοποίηση των νομοθετικών ρυθμίσεων, που άπτονται άμεσα της εκδίκασης των σχετικών υποθέσεων στο ακροατήριο.

    

                  Άρθρο 19 παρ.1 Ν. 2523/1997 (ισχύς από 1-1-1998)

1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

Όταν η συνολική αξία των πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, για την πλαστότητα ή εικονικότητα των οποίων καταδικάζεται ο δράστης, υπερβαίνει το ποσό των ογδόντα εκατομμυρίων (80.000.000) δραχμών, επιβάλλεται ως παρεπόμενη ποινή το κλείσιμο του καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου, αποθήκης και γενικά επαγγελματικής εγκατάστασης αυτού μέχρι ένα (1) μήνα. Η εκτέλεση της παρεπόμενης αυτής ποινής ουδεμία ασκεί επίδραση στις ενοχικές σχέσεις του επιτηδευματία με τους μισθωτούς που συνδέονται με αυτόν με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας [σημείωση: με το άρθρο 21 παρ. 1 περ.ι΄ Ν.2948/2001, τα προβλεπόμενα όρια σε δραχμές από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 καθορίζονται από 1.1.2002 σε διακόσιες τριάντα πέντε χιλιάδες (235.000) ευρώ].

Με την παρ.1 άρθρ.40 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004 προστέθηκε εδάφιο μετά το ανωτέρω α΄ εδάφιο της παρ.1 ως εξής: ΄΄Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.΄΄ Το κακούργημα δηλ. ισχύει από τις 28-1-2004.

Σημείωση: Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: α) όταν η έκδοση ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων αφορά σε υπαρκτή συναλλαγή τότε η πράξη, ανεξαρτήτως χρόνου τέλεσης και ανεξαρτήτως της αξίας των σχετικών φορολογικών στοιχείων, τιμωρείται πάντοτε σε βαθμό πλημμελήματος (φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών) και β)από τις 28-1-2004 και μετά όταν η έκδοση ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων αφορά σε ανύπαρκτη συναλλαγή είτε στο σύνολο της είτε και για μέρος αυτής τότε διακρίνουμε τις ανωτέρω δύο περιπτώσεις (πλημμελήματος και κακουργήματος) με βάση την αξία των σχετικών φορολογικών στοιχείων κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, αν τα σχετικά φορολογικά στοιχεία, αφορούν σε ανύπαρκτη, ολικώς ή μερικώς, συναλλαγή, πριν τις 28-1-2004, που για πρώτη φορά τυποποιήθηκαν οι περιπτώσεις α και β της παρ.1 του άρθρου 19 με το Ν. 3220/2004, η πράξη επίσης τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος ανεξαρτήτως ποσού με βάση την αρχή της εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου (του άρθρου δηλ. 19 Ν. 2523/1997 στην αρχική του μορφή –  πριν την τροποποίηση του με το Ν. 3220/2004 – που τυποποιούσε πλημμέλημα ανεξαρτήτως υπαρκτής ή ανύπαρκτης συναλλαγής).

Με το άρθρο 76 παρ.2 Ν. 3842/2010 (ισχύς νόμου από 23-4-2010) προστέθηκε παράγραφος 5 στο άρθρο 19 ως εξής (νέο ποινικό αδίκημα):

παρ. 5 (άρθρου 19 Ν. 2523/1997): Επίσης, με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) μηνών τιμωρείται ο υπόχρεος που δεν εκδίδει ή εκδίδει ανακριβώς τα προβλεπόμενα από το π.δ.186/1992 (Κ.Β.Σ.) στοιχεία κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών ή δεν καταχωρεί στα πρόσθετα βιβλία της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ίδιου προεδρικού διατάγματος τις συναλλαγές για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τα οικεία στοιχεία εσόδων, εφόσον εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13. Ειδικά για υπόχρεους, που κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο εμπίπτουν στις διατάξεις του πέμπτου και έκτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 13 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 καταλαμβάνουν και το αδίκημα της παρούσας παραγράφου.”

Σημειώνεται ότι με την επόμενη παρ.3 του άρθρου 76 Ν. 3842/2010 ορίζεται ότι: Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού ισχύουν για αδικήματα, που διαπράττονται από την 1.6.2010 και μετά (όχι δηλ. από 23-4-2010 οπότε και άρχισε να ισχύει ο Ν. 3842/2010).

Με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 Ν. 3888/2010 αντικαταστάθηκε η άνω παρ.5 ως εξής ( ισχύς από 30-9-2010):

“5. Επίσης, με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών (αντί δηλ. για μέχρι τότε τουλάχιστον 2 μηνών) τιμωρείται ο υπόχρεος που δεν εκδίδει ή εκδίδει ανακριβώς τα προβλεπόμενα από το π.δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.) στοιχεία κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών ή δεν καταχωρεί στα πρόσθετα βιβλία της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ίδιου προεδρικού διατάγματος, τις συναλλαγές για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τα οικεία στοιχεία εσόδων, εφόσον εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13. Ειδικά για υπόχρεους που, κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, εμπίπτουν στις διατάξεις του πέμπτου και έκτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 13, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 καταλαμβάνουν και το αδίκημα της παρούσας παραγράφου.”

<<Άρθρο 19 παρ.1 μετά το Ν. 3943/2011 (ισχύς από 31-3-2011)>>

1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. “Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) “με κάθειρξη”, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.”>>

Συνοψίζοντας (αναφορικά με θέματα διαχρονικού δικαίου), οι ουσιώδεις  νομοθετικές μεταβολές είναι οι εξής:

α) Η τυποποίηση του άνω κακουργήματος (συνολική αξία εικονικών στοιχείων ανύπαρκτης ολικώς ή εν μέρει συναλλαγής άνω των 150.000 ευρώ)  πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά με το Ν. 3220/2004 και ισχύει από 28-1-2004 και μετά,

β) το πλημμέλημα της περ. α της παρ.1 τιμωρούμενο με ποινή τουλάχιστον ενός έτους (συνολική αξία εικονικών στοιχείων ανύπαρκτης ολικώς ή εν μέρει συναλλαγής άνω των 3.000 ευρώ έως και 150.000 ευρώ) ισχύει επίσης από 28-1-2004,

γ) η ποινή ΄΄κάθειρξης΄΄ στο κακούργημα αντί για κάθειρξη μέχρι 10 ετών ισχύει απο 31-3-2011 και

δ) το πλημμέλημα του άρθρου 19 παρ.5 ισχύει για πράξεις που τελούνται από 1-6-2010 και μετά (σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 76 παρ.3 Ν. 3842/2010) και όχι από 23-4-2010 και μετά οπότε και άρχισε να ισχύει γενικώς ο νόμος αυτός και οι νέες πιο αυστηρές ποινές αυτού ισχύουν από 30-9-2010 (Ν. 3888/2010)  

Ζητήματα ποινικής διώξεως στην περίπτωση του άρθρου 19 Ν. 2523/1997:

Ιδιαίτερα πρακτικά ζητήματα σε επίπεδο εκδίκασης των υποθέσεων δεν ανακύπτουν δεδομένου ότι η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς, που αποτελεί όρο, επίσης, του παραδεκτού της ποινικής διώξεως, δεν προϋποθέτει για τα αδικήματα του άρθρου 19 οριστικοποίηση φορολογικής εγγραφής (για την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς δεν απαιτείται, επίσης, σύνταξη έκθεσης κατ΄ άρθρο 41 ΚΠΔ, βλ. ΑΠ 1645/2009). Τα ζητήματα αφορούν: α) ειδικώς το χρόνο, που πρέπει να υποβάλλεται η μηνυτήρια αναφορά (για το παραδεκτό αυτής και συνακόλουθα της ποινικής διώξεως) και δη σε σχέση με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς και μόνο (δεν απαιτείται σε καμία περίπτωση οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής ως προαπαιτούμενο για την παραδεκτή άσκηση της ποινικής διώξεως) και β) τα δικαιούμενα πρόσωπα προς υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς. Οι σχετικές διατάξεις έχουν ως εξής:

(αρθρ. 21 παρ.2 εδ.γ΄ Ν. 2523/1997 – αρχική μορφή): … Κατ` εξαίρεση στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας. Στην αρχική διατύπωση του νόμου, στον οποίο δεν υπήρχε κακουργηματική περίπτωση στην εν λόγω διάταξη, η υποβολή μηνυτήριας αναφοράς δεν εξαρτάται από πάροδο προθεσμίας ακόμη και για διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Όμως: Το ανωτέρω τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999 ως εξής (ισχύς από 17-11-1999): … “Κατ` εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη  ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά  του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του  προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των  Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995 (ΦΕΚ211 Α). Στις περιπτώσεις του  προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνααπό την  πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας  απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.),  ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου  διοικητικού πρωτοδικείου”. Με τη νέα αυτή διάταξη διευρύνθηκε ο κύκλος των δικαιούμενων προσώπων προς υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς και τέθηκε ευνοϊκότερη δικονομικά διάταξη ως προς το χρόνο υποβολής της (υποβολή αυτής – μηνυτήριας αναφοράς – μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς) δεδομένου ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν προβλεπόταν κακούργημα στην άνω διάταξη.

Με την παρ.2 άρθρ.40 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004, προστέθηκε τελευταίο εδάφιο (στο άρθρο 21 παρ.2 Ν. 2523/1997) ως εξής: “Ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ (στο κακούργημα δηλ.), δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου.” Δηλ. στο κακούργημα του άρθρου 19 Ν.2523/1997 από τις 28-1-2004 η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως και όχι αφού περάσει άπρακτη η προθεσμία για διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Με τις παρ.3 και 4 του αυτού άρθρου και Νόμου 3220/2004  ορίζεται ότι:

“3. Επί εικονικών φορολογικών στοιχείων τα οποία φέρονται ότι εκδόθηκαν από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από οποιοδήποτε φυσικό, νομικό ή άλλης μορφής πρόσωπο, εφόσον τα πρόσωπα αυτά αποδεικνύουν ότι είναι παντελώς αμέτοχα με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οι αναλογούντες φόροι, τέλη και εισφορές και γενικά οι κάθε είδους φορολογικές επιβαρύνσεις και διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται αποκλειστικά κατά του πραγματικού υπόχρεου, που υποκρύπτεται και όχι κατά του φερόμενου εκδότη.

Με το άρθρο 16 παρ.3 Ν. 3888/2010 (30-9-2010) ορίστηκε: Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 αντικαθίσταται ως εξής: “Ειδικά, στις περιπτώσεις: α) (αφορά περίπτωση του άρθρου 18), β) της παραγράφου 5 του άρθρου 19, όταν το πλήθος των μη εκδοθέντων παραστατικών στοιχείων είναι πλέον των δέκα (10) ή υπερβαίνουν σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ και γ) της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 του άρθρου 19 (κακούργημα), δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου.”

Σχετικά με την άσκηση της ποινικής διώξεως δυνάμει Ν. 3943/2011 (αρθρ. 3 παρ.2θ ισχύς από 31-3-2011) ισχύουν, πλέον, τα εξής:

2.«2. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα. Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή τον Προϊστάμενο της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των ελεγκτικών κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995 (Φ Ε Κ 211 Α`) ή υποβάλλεται από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών θεμάτων του Υπουργείου Οικονομικών, ως εξής:

α) Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως (χωρίς δηλ. να απαιτείται παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς) με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου, ανεξάρτητα εάν έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου:

αα) …

ββ) …

γγ) …

δδ) στην περίπτωση β` της παραγράφου 1 του άρθρου 19 (στο κακούργημα δηλ.) και

εε) στις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 19, εφόσον το πλήθος των μη εκδοθέντων παραστατικών στοιχείων είναι πλέον των δέκα ή υπερβαίνουν σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ.

β) Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου του Κ. Β.Σ. ή κατά της οικείας πράξης επιβολής φόρου, τέλους ή εισφοράς και ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ή της πράξης ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου:

αα) …

ββ) στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου και την περίπτωση α` της παραγράφου 1 του άρθρου 19 (πλημμέλημα) και

γγ) στις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 19, εφόσον το πλήθος των μη εκδοθέντων παραστατικών στοιχείων δεν υπερβαίνει τα δέκα ή δεν υπερβαίνει σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ.

(διευκρινίζεται ότι η πρόβλεψη περί υποβολής της μηνυτήριας αναφοράς εντός μηνός από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς δεν θεμελιώνει δικαίωμα του κατηγορουμένου. Πρακτικά δηλ. αυτό σημαίνει ότι αν η μηνυτήρια αναφορά υποβληθεί λ.χ. σε 45 ημέρες από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς δεν καθιστά την υποβολή αυτής μη νομότυπη)

Τονίζεται ότι ευμενέστερη δικονομική διάταξη θεωρείται αυτή κατά την οποία η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται υποχρεωτικά ύστερα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς. Βάσει των ανωτέρω ουσιαστικών και δικονομικών ρυθμίσεων και ανάλογα με το ποια άποψη δέχεται κανείς (εφαρμογή ευμενέστερης δικονομικής διάταξης αφενός και ισχύουσας έστω και δυσμενέστερης δικονομικής διάταξης αναδρομικά αφετέρου βλ. σχετικώς επ΄ αυτού σχετική ανάλυση επί των άρθρων 17 και 18 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων) πρέπει να γίνεται για συστηματικούς λόγους διαχωρισμός:

Α) στο πλημμέλημα του άρθρου 19 παρ.1 περ.α΄ για ανύπαρκτη (εν όλω ή εν μέρει) συναλλαγή

Β) στο κακούργημα του άρθρου 19 παρ.1 περ. β΄ για ανύπαρκτη (εν όλω ή εν μέρει) συναλλαγή

Γ) στο πλημμέλημα του άρθρου 19 παρ.5

Δ) στη βασική μορφή πλημμελήματος του άρθρου 19 για υπαρκτή συναλλαγή

Έτσι:

Α) Πλημμέλημα άρθρου 19 παρ.1 περ.α΄ (ισχύει από 28-1-2004): Οποιαδήποτε άποψη και να γίνει δεκτή η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται εντός μηνός από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς οποτεδήποτε και να τελέστηκε το πλημμέλημα από 28-1-2004 και εφεξής. Το ίδιο ισχύει και για το βασικό πλημμέλημα άρθου 19 παρ.1 (ανωτέρω υπό Δ) οποτεδήποτε και να τελέστηκε αυτό από 17-11-1999 (οπότε και με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999 αντικαταστάθηκε η αρχική διάταξη, βλ. ανωτέρω)  και μετά

Β) κακούργημα άρθρου 19 παρ.1 περ.β΄ (τυποποιήθηκε για πρώτη φορά στις 28-1-2004): οποιαδήποτε άποψη και να γίνει δεκτή η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως οποτεδήποτε και να τελέστηκε η πράξη από 28-1-2004 και μετά (όλες οι δικονομικές ρυθμίσεις ορίζουν διαχρονικά άμεση υποβολή μηνυτήριας αναφοράς)

Γ) Πλημμέλημα άρθρου 19 παρ.5 (τυποποιήθηκε για πρώτη φορά με το Ν. 3842/2010): α) για πλήθος παραστατικών άνω των 10 ή άνω των 500 ευρώ αν γίνει δεκτή η άποψη περί αναδρομικής εφαρμογής έστω και δυσμενέστερης δικονομικής διάταξης η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως οποτεδήποτε και να τελέστηκαν οι πράξεις από 1-6-2010 και μετά, ενώ κατά την άλλη άποψη η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται εντός μηνός από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας προς διοικητική επίλυση της διαφοράς (ευμενέστερη δικονομική διάταξη) για πράξεις από 1-6-2010 μέχρι 29-9-2010 ( οι δικονομικές διατάξεις του Ν. 3888/2010 αρχίζουν από 30-9-2010 ) ενώ για πράξεις μετά τις 30-9-2010 υποβάλλεται αμέσως  και β) για πλήθος παραστατικών κάτω των 10 ή κάτω των 500 ευρώ η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται εντός μηνός από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς όποτε και να τελέστηκαν οι πράξεις από 1-6-2010 και μετά

Ιδιαίτερα πρακτικά ζητήματα δηλ. δεν ανακύπτουν στην περίπτωση του άρθρου 19 όπως στις περιπτώσεις των άρθρων 17 και 18 Ν. 2523/1997, που έχει ήδη γίνει σχετική ανάλυση (βλ. σχετική δημοσίευση ο.π.).  

Εφαρμογή άρθρου 24 παρ.2: Αφορά, κατά την ορθότερη άποψη, το στάδιο πριν την άσκηση της διώξεως. Επιχείρημα, δε, περί αυτού συνάγεται και από το γεγονός ότι αν η βούληση του νομοθέτη ήταν να εφαρμόζεται η διάταξη και μετά την άσκηση της διώξεως τότε δεν θα υπήρχε λόγος να θεσπισθεί με το Ν. 3943/2011 η διάταξη του άρθρου 18 παρ.3 (βλ. αμέσως κατωτέρω). Ίσως, πάντως, θα μπορούσε να επεκταθεί η σχετική ρύθμιση και σε στάδιο μετά την άσκηση της διώξεως. Αμφιλεγόμενο είναι το ζήτημα εάν η άνω διάταξη εφαρμόζεται στην περίπτωση του άρθρου 19 (πρβλ. και ΑΠ 1645/2009).  

Όπως έχει επισημανθεί σε προηγούμενη δημοσίευση (ο.π.) με το Ν. 3943/2011 (άρθρο 2 παρ.2ζ) προστέθηκε παρ.3 στο άρθρο 18 ως εξής (η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για τα ποινικά αδικήματα του άρθρου 19):

΄΄Αν η διάρκεια της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης τέτοιων φόρων, τελών ή εισφορών δεν υπερβαίνει το ένα έτος, ο υπαίτιος απαλλάσσεται, εφόσον καταβληθούν, από την ημέρα που γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής, οι κατά περίπτωση οφειλόμενοι φόροι, τέλη ή εισφορές με τις κάθε είδους προβλεπόμενες προσαυξήσεις, τέλη και Πρόστιμα επί αυτών. Εάν η καταβολή συντελεστεί μετά τη συμπλήρωση έτους, αλλά πριν τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας σε πρώτο βαθμό, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 του Ποινικού Κώδικα΄΄.   

     

Υποβολή αιτήματος αναβολής λόγω ρύθμισης: στις περιπτώσεις των άρθρων 17, 18 και 19 Ν. 2523/1997 δεν προβλέπονται σχετικές έννομες συνέπειες ποινικής φύσεως (λ.χ. αναστολή ποινικής διαδικασίας λόγω ρύθμισης κλπ.) αν γίνει ρύθμιση σε διοικητικό επίπεδο της οφειλής. Μόνο στην περίπτωση του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 προβλέπεται η αναστολή της ποινικής διαδικασίας λόγω ρύθμισης κατά τις ειδικότερες διακρίσεις, που έχουν επισημανθεί σε προγενέστερη δημοσίευση (βλ. σχετική δημοσίευση για το άρθρο 25 Ν. 1882/1990 στην ιστοσελίδα Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων). Θεωρούμε, ότι θα μπορούσε να ερευνηθεί εάν θα ήταν δυνατό το σχετικό ζήτημα ρύθμισης της οφειλής σε επίπεδο ποινικού δικαίου να επανοριοθετηθεί νομοθετικά κατά περίπτωση (λ.χ. ανά ύψος οφειλής κλπ.) και στις περιπτώσεις αδικημάτων της φορολογικής νομοθεσίας.

     

      Ισχυρισμός (στο ακροατήριο) περί εξόφλησης μετά την άσκηση της διώξεως (κατόπιν λ.χ. και σχετικών προσφυγών στα διοικητικά δικαστήρια) προστίμων ή καταβολής – εξόφλησης επιπρόσθετων φόρων, που επιβλήθηκαν λόγω της έκδοσης των επίδικων εικονικών στοιχείων: δεν προβλέπεται από διάταξη νόμου συγκεκριμένη έννομη συνέπεια (λ.χ. εξάλειψης του αξιοποίνου κλπ.) για την περίπτωση του αδικήματος του άρθρου 19 Ν. 2523/1997.        

     Αναστολή εκτελέσεως και μετατροπή της ποινής: Ισχύουν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 99 επ. και 82 επ. ΠΚ (βλ. αναλυτικά και άρθρο 21 παρ.8 Ν. 2523/1997, από 31-3-2011 το ποσό της μετατροπής είναι από 20 έως 100 ευρώ)

       Ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης: Ισχύουν οι γενικές διατάξεις του ΚΠΔ (497), καθώς και η διάταξη του άρθρου 21 παρ.9 (για τα κακουργήματα Ν.2523/1997) ως ισχύει μετά το Ν. 3943/2011

           Παραγραφή αδικήματος: αρθρ. 21παρ. 10: …Στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο ( το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με την παρ.8 άρθρ.2 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001. Με την παρ.9 του αυτού άρθρου και νόμου ορίζεται ότι: ” Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 ισχύουν ανάλογα και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ` και η` της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Ν. 1591/1986 (ΦΕΚ 50Α), για τα οποία, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (2-11-2001 δηλ.), δεν έχει επέλθει παραγραφή κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα”.

Καθ΄ ύλην αρμοδιότητα (βλ. αναλυτικά και σε δημοσίευση επί των άρθρων 17 και 18 Ν. 2523/1997 ο.π.): Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο κατά περίπτωση (παρ.2ι άρθρου 3 Ν.3943/2011).

Τέλος, από 2-4-2012 αρμόδιο για τα κακουργήματα του Ν. 2523/1997 είναι το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων (αρθρ. 29 παρ.2 Ν.4055/2012, που προσέθεσε το άρθρο 110 ΚΠΔ).

Σύμφωνα, δε, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 110 παρ 6 Ν. 4055/2012: <<Υποθέσεις, οι οποίες με τις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται πλέον στην καθ` ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς εφετείου κακουργημάτων, εάν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει γίνει επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσης στον κατηγορούμενο, εκδικάζονται από το αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο έχουν εισαχθεί, ενώ εάν δεν έχει γίνει τέτοια επίδοση καταλαμβάνονται από τις νέες διατάξεις και εκδικάζονται από το μονομελές εφετείο>>.

Απόδειξη: Το άρθρο 34 παρ.12 Ν.4141/2013 (ισχύς από 5-4-2013) με το οποίο προστέθηκε τελευταίο εδάφιο στην παρ.4 του άρθρου 21 Ν. 2523/1997 αναφέρεται σε δίκες που αφορούν αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του παρόντος νόμου και όχι σε αυτές του άρθρου 19.

Ανάκριση: Στις περιπτώσεις των κακουργημάτων του Ν. 2523/1997 μετά το πέρας της ανάκρισης και τη διαβίβαση της δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, ο τελευταίος υποβάλλει τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής προτείνει στον Πρόεδρο Εφετών την απευθείας εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο με τα τυχόν συναφή εγκλήματα (βλ. αναλυτικά άρθρο 308 Α ΚΠΔ).

Με εκτίμηση

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης – Πρόεδρος Πρωτοδικών – μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων