Οι Θέσεις μας για την Συνταγματική Αναθεώρηση – Γιατί καταθέσαμε πρόταση για διεξαγωγή ηλεκτρονικής ψηφοφορίας

Χριστόφορου Σεβαστίδη, Προέδρου Ε.Δ.Ε.

Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Εκπροσώπου Τύπου Ε.Δ.Ε.

Παντελή Μποροδήμου, Αναπληρωτή Ταμία Ε.Δ.Ε.

 

Με το άνοιγμα της διαδικασίας της Συνταγματικής Αναθεώρησης από τη Βουλή μπαίνουμε σε μια κρίσιμη περίοδο, σε μια φάση ιστορικής ευθύνης που θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την πορεία της Χώρας. Η συμβολή και η θέση των Δικαστικών Ενώσεων σε κομβικής σημασίας διατάξεις για τη Δικαιοσύνη αποκτούν ιδιαίτερη αξία, όταν μάλιστα συνδυαστούν με την πολυετή εμπειρία που αποκτήθηκε από την μέχρι σήμερα εφαρμογή του Συντάγματος. Η φετινή τακτική Γενική Συνέλευση της Ένωσής μας συμπίπτει χρονικά με τις ιστορικές αυτές εξελίξεις. Οι αλλαγές που προτείνονται από τα πολιτικά κόμματα έχουν τη δυναμική να αλλάξουν είτε προς μια θετική είτε προς μια αρνητική κατεύθυνση το θεσμό που υπηρετούμε και να δεσμεύσουν πολλές μελλοντικές γενιές δικαστών και εισαγγελέων. Οι διατάξεις του Συντάγματος που τέθηκαν από τα πολιτικά κόμματα προς αναθεώρηση είναι πολλές, εισάγουν ριζικές θεσμικές αλλαγές στη Δικαιοσύνη και μεταβάλουν την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών.  Οι διαφοροποιήσεις και οι αντίθετες οπτικές μέσα από τις οποίες μπορούν να ιδωθούν πολλές προτάσεις είναι απόλυτα λογικό να υπάρξουν και θα ήταν λάθος να δοθεί σ’ αυτές οποιαδήποτε άλλη διάσταση και ερμηνεία. Τα μέλη του ΔΣ ανταποκρινόμενα στο ρόλο τους θα τοποθετηθούν και θα πάρουν θέση σε κάθε ζήτημα ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης, η οποία τελικά θα κρίνει με τρόπο αποφασιστικό την στάση της Ένωσης.

Κρίσιμο διακύβευμα είναι η μαζική συμμετοχή όλων των συναδέλφων στη Γενική Συνέλευση στις 15 Δεκεμβρίου 2018!

Διαδικαστικά

Στο ΔΣ  της 29ης Νοεμβρίου 2018 ζητήσαμε την διεξαγωγή ηλεκτρονικής ψηφοφορίας μεταξύ όλων των συναδέλφων- μελών μας, με τις εγγυήσεις της μυστικότητας και του αδιάβλητου της διαδικασίας, ώστε να αποτυπωθεί η καθολική βούληση του Δικαστικού Σώματος σε κορυφαία ζητήματα συνταγματικής αναθεώρησης που αφορούν την Δικαστική εξουσία, τα οποία θα δεσμεύουν το Δικαστικό Σώμα για δεκαετίες και για τα οποία υπάρχουν διαφορετικές και πολλές φορές διαμετρικά αντίθετες εκτιμήσεις. Προτείναμε ταυτόχρονα να γίνει ψηφοφορία και με κάλπες ώστε να μπορούν να συμμετέχουν και οι συνάδελφοι που δεν είναι εξοικειωμένοι με τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών. Η πρότασή μας αυτή απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία. Στη συνέχεια ζητήσαμε εναλλακτικά την παραπομπή των θεμάτων στην επικείμενη Γενική Συνέλευση ώστε να διασφαλιστεί η συμμετοχή όσο το δυνατό μεγαλύτερου αριθμού συναδέλφων, πρόταση που έγινε κατά πλειοψηφία δεκτή. Απορρίψαμε την πρόταση που κατατέθηκε για λήψη απόφασης σε επίπεδο Διοικητικού Συμβουλίου. Θεωρούμε ότι στην αλλαγή του Καταστατικού Χάρτη της Χώρας δικαιούται να τοποθετηθεί και να εκφράσει τη γνώμη του το σύνολο του Δικαστικού Σώματος, η δε νομιμοποίηση του ΔΣ καθίσταται προβληματική, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ισχυρή μειοψηφία σε επί μέρους θέματα και εντός αυτού.

Επί της ουσίας προβληματισμοί

Στην συζήτηση που ακολούθησε στο ΔΣ καταλήξαμε σε κοινές θέσεις επί πολλών προτάσεων των πολιτικών κομμάτων. Κρίναμε για παράδειγμα ότι είναι απαράδεκτη η κατάργηση του διάχυτου συνταγματικού ελέγχου των νόμων, η συμμετοχή δικηγορικών συλλόγων στο Α.Δ.Σ. για θέματα που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών, συμφωνήσαμε με την ανάγκη κατάργησης του Μισθοδικείου, ενώ δεχτήκαμε ότι πολλές προτάσεις δεν μπορεί να αποτελούν αντικείμενο συνταγματικής αναθεώρησης και μπορούν να ρυθμιστούν από τον κοινό νομοθέτη (ρυθμίσεις για την επιτάχυνση, εισαγωγή ηλεκτρονικών τεχνολογιών, κατά προτεραιότητα εκδίκαση υποθέσεων, εκδίκαση εφέσεων μόνο από τα πολυμελή δικαστήρια). Διάσταση απόψεων υπήρξε σε τρία κομβικής σημασίας ζητήματα: Τα όρια ηλικίας αποχώρησης των δικαστικών από την υπηρεσία τους, τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και την απαγόρευση συμμετοχής δικαστικών λειτουργών σε δημόσιες θέσεις για ένα συγκεκριμένο διάστημα μετά την αποχώρησή τους. Ποιες απόψεις εκφράσαμε:

Όρια ηλικίας

Το άρθρο 88 παρ. 5 του Συντάγματος ισχύει από το 1975 και ορίζει το 65ο έτος ως ανώτατο όριο αποχώρησης για τους δικαστικούς λειτουργούς μέχρι τον βαθμό του Εφέτη και το 67ο έτος για τις ανώτερες βαθμίδες. Κατατέθηκε πρόταση από την αξιωματική αντιπολίτευση στα πλαίσια της συνταγματικής αναθεώρησης για αύξηση των ορίων ηλικίας αποχώρησης των δικαστών από την υπηρεσία τους στο 70ο έτος. Η πρόταση αυτή δεν μας ξάφνιασε καθώς ετοιμάζεται από καιρό όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Με όρους εύηχους και δελεαστικούς όπως η «ενεργός γήρανση του πληθυσμού» και η δήθεν αξιοποίηση των δυνατοτήτων των ηλικιωμένων ανθρώπων για συμμετοχή, ψυχική ισορροπία, βελτίωση της ποιότητας ζωής, συγκαλύπτονται τα πραγματικά κίνητρα για κατάργηση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων και του δικαιώματος σύνταξης των απόμαχων της ζωής και ο εξαναγκασμός τους να εργάζονται μέχρι τον βιολογικό τους θάνατο. Μετά τις νέες αλλαγές στο ασφαλιστικό νομοσχέδιο οι συντάξεις των συναδέλφων υπέστησαν βίαιες περικοπές. Αντιλαμβανόμαστε όλοι τι σημαίνει αυτή η απότομη μετάβαση από την εργασιακή περίοδο στο συνταξιοδοτικό στάδιο. Οι δυσκολίες να ανταποκριθεί κανείς στις υποχρεώσεις του (ατομικές και οικογενειακές) και να καλύψει τις ανάγκες του είναι  αδιαμφισβήτητες. Οι συνταξιούχοι συνάδελφοι καλούνται να αγωνιστούν για να καλυτερέψουν τις συνθήκες της ζωής τους, να βελτιώσουν τις συντάξεις τους από τη νέα θέση στην οποία βρίσκονται, μέσα από την συνδικαλιστική τους οργάνωση, την Ένωση των Συνταξιούχων Δικαστικών Λειτουργών, πάντα με την αμέριστη συμπαράσταση της Ένωσής μας. Κατανοούμε πλήρως την αγωνία των συναδέλφων που βρίσκονται στη δύση της σταδιοδρομίας τους. Έχουμε γίνει δέκτες αιτημάτων για παράταση του ορίου αποχώρησης και άρα για αύξηση του εργασιακού βίου. Το δίλημμα στο οποίο πολλοί βρίσκονται είναι να συναινέσουν στην αύξηση του ορίου ηλικίας αποχώρησης ή να βγουν στη σύνταξη και να μην μπορούν να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Η λύση όμως δεν βρίσκεται έτσι. Δεν μπορούμε να αποδεχτούμε τέτοιου είδους διλήμματα και να παραιτηθούμε από ένα βασικό κοινωνικό δικαίωμα, όπως το δικαίωμα της σύνταξης, δεχόμενοι αυτοβούλως να εργαζόμαστε μέχρι τον βιολογικό μας θάνατο. Αυτή είναι και η επιδίωξη όσων απεργάζονται την πλήρη διάλυση των εργασιακών και ασφαλιστικών μας δικαιωμάτων. Το προβάλουν δήθεν ως δικαίωμά μας αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα τέχνασμα για να καταργήσουν τις συντάξεις, για τις οποίες έχουμε καταβάλει τις εισφορές που μας αναλογούσαν. Και όχι μόνο αυτό. Τυχόν αύξηση του ορίου ηλικίας των δικαστικών λειτουργών είναι πολύ πιθανόν να συμπαρασύρει στο μέλλον και την αύξηση του ορίου ηλικίας των άλλων εργαζομένων. Εμείς είμαστε ο προπομπός. Πρόκειται ολοφάνερα για μια κοινωνική οπισθοδρόμηση. Στο Σύνταγμα του 1911 προβλέπονταν ότι οι Ανώτατοι Δικαστές αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία όταν συμπληρώσουν το 75ο έτος ενώ το κατώτατο όριο αποχώρησης ορίζονταν στο 65ο έτος. Στο Σύνταγμα του 1925 προβλέπονταν υποχρεωτική αποχώρηση των Αρεοπαγιτών και των Προέδρων και Εισαγγελέων Εφετών στο 75ο έτος της ηλικίας τους. Στο Σύνταγμα του 1927 μειώθηκε το ανώτατο όριο αποχώρησης για τα μέλη του Αρείου Πάγου και τους Προέδρους Εφετών στο 70ο έτος της ηλικίας τους και για τους υπόλοιπους στο 67ο.  Στο Σύνταγμα του 1948 και στη συνέχεια του 1952 διατηρήθηκε το 70ο έτος για τους ανώτατους Δικαστές και μειώθηκε στο 65ο έτος για τους υπόλοιπους. Τα ίδια όρια διατήρησε και το χουντικό ψευτο-Σύνταγμα του 1968. Και φτάνουμε στο ισχύον Σύνταγμα που χαμηλώνει ακόμα παραπάνω τα ανώτατα ηλικιακά όρια αποχώρησης. Το συμπέρασμα που εύκολα προκύπτει είναι ότι τα όρια αυτά από το 1911 μέχρι σήμερα τείνουν διαρκώς να μειώνονται και είναι η πρώτη φορά που συζητούμε μετά από έναν αιώνα για αύξηση αυτών των ορίων. Η σταδιακή μείωση του ανώτατου ορίου ηλικίας αποχώρησης συμβαδίζει με την κοινωνική πρόοδο, με μια σειρά κοινωνικών κατακτήσεων βγαλμένων μέσα από αγώνες. Θεωρούμε συνεπώς μεγάλη ήττα και οπισθοδρόμηση την οποιαδήποτε συζήτηση για επάνοδο στο καθεστώς που ίσχυε το 1927 ! Με δεδομένο τον προσδόκιμο μέσο όρο ζωής στην Ελλάδα, μια τέτοια αλλαγή θα ισοδυναμούσε με ουσιαστική κατάργηση του δικαιώματος σύνταξης για τους δικαστικούς λειτουργούς.

Τέτοιου είδους αλλαγές σε συνταγματικό επίπεδο φαλκιδεύουν όχι μόνο τα δικαιώματα των υπηρετούντων σήμερα συναδέλφων αλλά και των επόμενων γενεών. Γιατί είναι κρίσιμη παράμετρος η υποθήκευση του εργασιακού μέλλοντος της νέας γενιάς νομικών, πολλοί από τους οποίους έχουν εξαιρετικά επιστημονικά προσόντα και ηθικό ανάστημα, καταδικασμένοι ωστόσο σε υποχρεωτική ανεργία, μέχρι να δημιουργηθούν ανάλογες θέσεις εργασίας. Διαρρηγνύει την οφειλόμενη αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών μια πεισματική άποψη διατήρησης και μη εγκατάλειψης δημόσιου αξιώματος.  Μια τέτοια πρόταση δεν λαμβάνει εξάλλου υπόψη της τις σωματικές και ψυχικές ανθρώπινες αντοχές που είναι φυσιολογικό να φθίνουν και μάλιστα σε κατηγορία εργαζομένων που επί δεκαετίες τελεί ιδιαίτερα ψυχοφθόρα πνευματική εργασία. Ποιες εγγυήσεις ορθοκρισίας και πνευματικής διαύγειας παρέχονται από υπερήλικες δικαστές και εισαγγελείς που θα αποτελούν την πλειοψηφία στα Ανώτατα Δικαστήρια; Οι περιπτώσεις ανθρώπων που διατηρούν ακμαίες τις πνευματικές λειτουργίες ακόμα και μετά τα 70 χρόνια σαφώς υφίστανται, αλλά θεωρούμε ότι αποτελούν την εξαίρεση από τον γενικό κανόνα που επιβάλει η φύση.

Καθαυτή η θέσπιση υποχρεωτικού χρόνου αποχώρησης από την Υπηρεσία στο άρθρο 88 του Συντάγματος υποδηλώνει τη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη να προσδιορίζει το πέρας της άσκησης των καθηκόντων του Δικαστή μεταξύ άλλων και ως τμήμα του πλέγματος προστασίας της προσωπικής του ανεξαρτησίας. Στην επιλογή αυτή, που στον αντίποδά της κείται η άσκηση των καθηκόντων του δικαστή ως το θάνατό του μπορεί κανείς να διαγνώσει μια εξισορροπιστική διάθεση. Ειδικότερα στο άρθρο 88 Σ, καθορίζονται οι μορφές λήξης του δικαστικού λειτουργήματος, ειδικότερα δε στην παράγραφο 4 προσδιορίζονται περιοριστικά οι λόγοι παύσης αυτού με τρόπο τέτοιο, ώστε να μην είναι δυνατή θεσμικά η υποχρέωσή του σε αποχώρηση για αιτίες άλλες από τις συνταγματικά καθορισμένες. Η ύπαρξη αυτού του ισχυρού και ειδικού πλέγματος προστασίας της προσωπικής ανεξαρτησίας του δικαστή, που τον ισχυροποιεί θεσμικά, κατά το συνταγματικό νομοθέτη αντιρροπείται επιτυχημένα από τον συνταγματικό προσδιορισμό στην επόμενη παράγραφο του πεπερασμένου χαρακτήρα του, δηλαδή μέσω της θέσπισης χρονικού ορίου υποχρεωτικής αποχώρησης. Ο συνταγματικός νομοθέτης δείχνει έτσι να κατανοεί την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου τόσο στην όψη του καθήκοντος (η άσκηση του οποίου πρέπει να προστατεύεται ισχυρά), όσο και στην όψη της εξουσίας (η άσκηση της οποίας δεν πρέπει να διαρκεί για πάντα). Απαλλάσσοντας υποχρεωτικά τον δικαστή από τα καθήκοντά του με την παρέλευση του ορίου ηλικίας το Σύνταγμα παίρνει σαφή θέση εναντίον της κυριολεκτικώς ισόβιας άσκησης της εξουσίας από κάθε φορέα της, συσχετίζει άμεσα την επίδραση του χρόνου με το παραγόμενο δικαιοδοτικό έργο και διατηρεί σταθερή χρονικά τη διαδικασία ανανέωσης των δικαστικών γενεών και της μεταξύ τους επικοινωνίας και δυναμικής. Η διάκριση αυτή είναι θεμιτή και ανάλογη της βαρύνουσας αξίας της δικαστικής εξουσίας στη συνταγματική τάξη, έχει δε λειτουργήσει επιτυχημένα. Η εμπειρία των 44 πιο επιτυχημένων ετών της ελληνικής δικαστικής Ιστορίας, ακουμπάει και σε αυτή τη ρύθμιση, προκαλώντας εύλογη απορία σε όποιον αναμενόμενα συνδέει την ύπαρξη ανάγκης αλλαγής με την αποτυχία αυτού που καλείται προς αντικατάσταση. Άραγε τι αναμένεται να βελτιώσει η αύξηση του ορίου αποχώρησης ώστε να δικαιολογεί αναθεώρηση του Καταστατικού Χάρτη της χώρας; Η αδυναμία ανεύρεσης ικανοποιητικής απάντησης εντός των ορίων της δικαστικής λειτουργίας, μας παραπέμπει μοιραία στα πλαίσια του εκτός Δικαιοσύνης κοινωνικού ανταγωνισμού και των ιδεολογικών συσχετισμών, που διαμορφώνονται, τα οποία και στο παρελθόν μεν έχουν αποτυπωθεί σε συνταγματικά κείμενα, όχι όμως με επιτυχία.           

Το αίτημα για αύξηση του 65ου έτους στο 67ο προβαλλόμενο ως λύση για την διαφορετική αντιμετώπιση μεταξύ δικαστικών λειτουργών θα ανοίξει την πόρτα σε μια ευρύτερη συζήτηση για αύξηση των ορίων ηλικίας, με τα ίδια επιζήμια αποτελέσματα. Η πρόταση για προαιρετική αύξηση ορίων ηλικίας ευθέως οδηγεί στην υποχρεωτική αύξησή τους. Η ηλικία αποχώρησης του δικαστή από την υπηρεσία του είναι και σήμερα προαιρετική. Η πρόωρη όμως αποχώρηση ισοδυναμεί με μείωση των συντάξιμων αποδοχών και για το λόγο αυτό δεν γίνεται χρήση της. Είναι βέβαιο ότι οποιαδήποτε αύξηση των ορίων ηλικίας θα έχει υποχρεωτική μορφή και όχι προαιρετική.

Προτείνουμε λοιπόν να μην γίνει καμία απολύτως αλλαγή στα υφιστάμενα όρια ηλικίας που θέτει το Σύνταγμα.

Τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης

Έχουν ωριμάσει πια οι συνθήκες για να μην αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της εκτελεστικής εξουσίας η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Κοινό αίτημα πολλών πολιτικών κομμάτων, των Δικαστικών Ενώσεων αλλά και της GRECO, της επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της διαφθοράς είναι να συμμετέχουν οι ίδιοι οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί στην διαδικασία μιας προεπιλογής των υποψηφίων Προέδρων, Αντιπροέδρων Ανωτάτων Δικαστηρίων και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Οι δικαστές και εισαγγελείς δικαιούνται να έχουν λόγο στην επιλογή της φυσικής ηγεσίας τους, γνωρίζοντας καλύτερα την αξιοσύνη, τα επιστημονικά προσόντα, την διαδρομή του κάθε υποψηφίου συναδέλφου τους. Η προεπιλογή των υποψηφίων θα πρέπει να γίνεται με μυστική ψηφοφορία από το σύνολο του δικαστικού σώματος. Αντίθετα η ανάθεση αυτής της ευθύνης μόνο στην Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα οδηγήσει σε ομαδοποιήσεις, πολυδιασπάσεις και διαχωρισμούς και θα επιφέρει πλήγματα στην αναγκαία ενότητά του. Η προεπιλογή που θα κάνουμε για τη θέση του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορεί να γίνει μεταξύ όλων των υποψηφίων Αντιπροέδρων, η προεπιλογή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου μεταξύ των Αντιπροέδρων και των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου και η προεπιλογή των Αντιπροέδρων μεταξύ των Αρεοπαγιτών. Αντίστοιχες διατάξεις θα ισχύουν και για τα άλλα δύο ανώτατα δικαστήρια. Σε ένα δεύτερο στάδιο να ακολουθεί η τελική επιλογή από τη Βουλή, η οποία θα δίνει και την απαιτούμενη λαϊκή νομιμοποίηση στην ηγεσία της Δικαιοσύνης.

Απαγόρευση κατάληψης θέσεων σε συνταξιούχους ή παραιτηθέντες δικαστικούς λειτουργούς επί 2ετία μετά την αποχώρηση

Η εισαγωγή της θέσης που πρώτοι καταθέσαμε από το 2014 μας ικανοποιεί απόλυτα, πολύ περισσότερο διότι έρχεται στο ανώτατο επίπεδο της συνταγματικής ρύθμισης.  Βέβαια η προτεινόμενη διάταξη περιορίζει την απαγόρευση συμμετοχής συνταξιούχων δικαστικών αποκλειστικά και μόνο σε θέσεις πολιτικές ή στην Κυβέρνηση. Και στο σημείο αυτό η GRECO θεώρησε αναγκαία την θέσπιση μιας διάταξης περιορισμού των δραστηριοτήτων ενός δικαστικού μετά την συνταξιοδότησή του. Η άποψή μας είναι πολύ ευρύτερη από αυτήν που εισάγεται προς συζήτηση στη Βουλή και η οποία δεν μπορεί παρά να καλύψει ελάχιστες περιπτώσεις. Η εμπειρία μέχρι σήμερα έχει δείξει ότι η συμμετοχή δικαστικών σε πολιτικές θέσεις ή στην Κυβέρνηση ήταν σπάνια, ενώ αντίθετα συνηθισμένο φαινόμενο είναι ο διορισμός σε θέσεις Προέδρων Ανεξαρτήτων Αρχών. Επιδιωκόμενος σκοπός πρέπει να είναι η διάλυση οποιασδήποτε υποψίας περί συγκοινωνούντων δοχείων μεταξύ των τριών εξουσιών και αυτός ο σκοπός επιτυγχάνεται με τον πλήρη αποκλεισμό από την κατάληψη οποιασδήποτε δημόσιας θέσης, συμπεριλαμβανομένων όλων των Ανεξαρτήτων Αρχών.

Απαγόρευση παρέμβασης του Υπουργού της Δικαιοσύνης στην υπηρεσιακή εξέλιξη και στον πειθαρχικό έλεγχο των Δικαστικών Λειτουργών (άρθρα 90 παρ. 3 και 91 παρ. 1 και 3 Συντ.).

Το άρθρο 90 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος προβλέπει το δικαίωμα του Υπουργού της Δικαιοσύνης να ασκεί ουσιαστικά ένδικο μέσο κατά της απόφασης του ανώτατου δικαστικού συμβουλίου (ΑΔΣ) που αφορά στην υπηρεσιακή εξέλιξη δικαστικού λειτουργού, ενώ το άρθρο 91 στις παρ. 1 και 3 προβλέπει το δικαίωμα του Υπουργού της Δικαιοσύνης να ασκεί (άλλοτε αποκλειστικά και άλλοτε παράλληλα με το αρμόδιο δικαστικό όργανο) την πειθαρχική αγωγή κατά των δικαστικών λειτουργών. Η ανάμιξη εκπροσώπου της εκτελεστικής εξουσίας στη διαδικασία υπηρεσιακής εξέλιξης των δικαστικών λειτουργών, προσλαμβάνοντας μιας μορφής ιδιότητα διαδίκου, έστω και αν δεν είναι άμεση και αποφασιστικής σημασίας, αφού πάντοτε αποφαίνεται το αρμόδιο δικαστικό όργανο (ΑΔΣ), δημιουργεί την εντύπωση προσωπικής αντιπαράθεσης του υπουργού με τον κρινόμενο δικαστικό λειτουργό και παράλληλα εμφανίζεται ως εξαιρετικός περιορισμός της λειτουργικής ανεξαρτησίας του δικαστή. Ο αναμφίβολα θεμιτός σκοπός του Συντάγματος για επανέλεγχο των αποφάσεων του ΑΔΣ σχετικά με την υπηρεσιακή εξέλιξη των δικαστικών λειτουργών, στον οποίο προφανώς αποβλέπει η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος, μπορεί να επιτευχθεί με την αναγνώριση αντίστοιχου δικαιώματος παραπομπής του ζητήματος στην ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου από τον πρόεδρό του και την ταυτόχρονη κατάργηση του δικαιώματος του υπουργού της δικαιοσύνης. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους κρίνεται επιβεβλημένη η κατάργηση του δικαιώματος του Υπουργού της Δικαιοσύνης να εγείρει πειθαρχική αγωγή κατά δικαστικών λειτουργών. Η πρόταση αυτή, μάλιστα, αφορά τόσο τους ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς, όπου η αρμοδιότητα του υπουργού της δικαιοσύνης είναι σήμερα αποκλειστική, όσο και τους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς, όπου η παρέμβαση του υπουργού εμφανίζεται να είναι συμπληρωματική. Η τροποποίηση αυτή, εξάλλου, είναι αναγκαία και για την μεταρρύθμιση σε επίπεδο κοινού νομοθέτη προς την κατεύθυνση της κατάργησης κάθε δικαιώματος παρέμβασης της εκτελεστικής εξουσίας σε ζητήματα πειθαρχικού ελέγχου δικαστικών λειτουργών, όπως π.χ. του δικαιώματος άσκησης έφεσης κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων.

Για την αναγνώριση του δικαιώματος συλλογικής διαμαρτυρίας

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόταση που έγινε για κατάργηση της διάταξης του άρθρου 23παρ.2 του Συντάγματος περί  απαγόρευσης της κάθε μορφής απεργίας από τους δικαστικούς λειτουργούς. Η θέση αυτή, που αντιμετωπίζει την απαγόρευση αυτή ως αδικαιολόγητο περιορισμό του δικαιώματος απεργίας σε μία συγκεκριμένη μερίδα εργαζομένων, θα διεπόταν από συνέπεια και συνοχή στα πλαίσια διαφορετικού συστήματος κοινωνικής οργάνωσης, όμως εν προκειμένω παραγνωρίζει συγκεκριμένες θεσμικές ιδιαιτερότητες που διέπουν τη δικαστική εξουσία στα πλαίσια του ισχύοντος Συντάγματος. Οι δικαστικοί λειτουργοί – σε αντίθεση με τους δημοσίους υπαλλήλους ή τους λοιπούς πολίτες του Κράτους και σαφώς σε αντίθεση με όσους υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας, που δεν δικαιολογείται να περιλαμβάνονται στην ίδια διάταξη – αποτελούν ισόβια όργανα του Κράτους που απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, με τη θέσπιση ενός πλέγματος κανόνων προστασίας του λειτουργήματός τους, που είναι θεσμικά ισχυρότερο από σχεδόν οποιουδήποτε άλλου εργαζομένου. Ταυτόχρονα, αποτελώντας βασικό πυλώνα της Πολιτείας, διαχειρίζονται σημαντικό τμήμα της άσκησης κρατικής εξουσίας και μέσω των δικαστικών αποφάσεων παρεμβαίνουν πολλαπλά στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Αντίστοιχα το δικαίωμα της απεργίας κατά την ιστορική του διαδρομή υπήρξε το μοναδικό μέσο πίεσης των εργαζομένων έναντι των εργοδοτών, με σκοπό την εξασφάλιση καλύτερων συνθηκών εργασίας και αποδοχών. Στην περίπτωση όμως των δικαστικών λειτουργών, παρόλο που οι τελευταίοι αμείβονται με βάση το κρατικό προϋπολογισμό, εργοδότης τους δεν είναι ούτε η κυβέρνηση, ούτε το κοινοβούλιο, αφού με αυτούς συναποτελούν το Κράτος, στις τρεις διακριτές λειτουργίες του. Επομένως το δικαίωμα αυτό, που κατακτήθηκε με πολύ κόπο από τους εργαζόμενους, δεν βρίσκει εφαρμογή σε κανένα από τους φορείς των τριών κρατικών λειτουργιών, αφού θα τείνει να δημιουργήσει σύγχυση μεταξύ του φορέα της άσκησής του και του καθ΄ ου η άσκηση φορέα. Η απεργία λοιπόν είναι και πρέπει να παραμείνει απαγορευμένη για τους φορείς άσκησης κρατικής εξουσίας. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι το δικαστικό σώμα δια των συνταγματικά κατοχυρωμένων νομίμων ενώσεών του στερείται οποιασδήποτε δυνατότητας να αντιδρά συλλογικά, όταν αδικείται από την αυθαιρεσία των άλλων κρατικών λειτουργιών και δεν μπορεί να κάνει χρήση άλλων μέσων συλλογικής διεκδίκησης. Άλλωστε είναι πρόσφατη η εμπειρία του δικαστικού σώματος στην επιτυχημένη αξιοποίηση νέων μέσων διαμαρτυρίας, όπως υπήρξε η συντονισμένη και καθολική διακοπή συνεδριάσεων, η οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί απεργία. Είναι γνωστό σε όλους μας ότι η διαδικασία στο ακροατήριο αποτελεί ένα μικρό κλάσμα του δικαστικού εργασιακού χρόνου, ενώ η άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος περιλαμβάνει πολύ περισσότερα καθήκοντα από αυτά που συνέχονται με τη συνεδρίαση αντίθετα με τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στους οποίους η εργασία τους είναι συνδυασμένη με συγκεκριμένο ωράριο. Οι συμπυκνωμένες στο έργο του Δικαστή ιδιότητες του εργαζόμενου και του λειτουργού είναι μία πραγματικότητα, που πρέπει να γίνεται σεβαστή. Ταυτόχρονα οι ίδιοι οι δικαστές αξιοποιούν εδώ και χρόνια με ιδιαίτερη φειδώ και περίσκεψη τα μέσα διαμαρτυρίας τους περιφρουρώντας έτσι την αξία τους και απαντώντας με υπευθυνότητα σε καλοπροαίρετους και μη επικριτές της συλλογικής τους δράσης. Ακολούθως ενόψει της ανάγκης διατήρησης της απαγόρευσης της απεργίας από τους δικαστικούς λειτουργούς αλλά και της αποσαφήνισης της ειδικού χαρακτήρα των καθηκόντων τους, επιδοκιμαστέα θα ήταν η εισαγωγή στο άρθρο 23παρ.2 διάταξης ή ερμηνευτικής δήλωσης του αναθεωρητικού νομοθέτη με περιεχόμενο : «Η διακοπή συνεδριάσεων των Δικαστηρίων ως μορφή συλλογικής διαμαρτυρίας των δικαστικών λειτουργών δεν συνιστά απεργία».

Το δικαίωμα ακρόασης στη δίκη του απολυμένου από τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 αρεοπαγίτη Αντωνίου Φλώρου στο Συμβούλιο της Επικρατείας

Αποθήκευση αρχείου (DOCX, Unknown)

Δικαιοπολιτικές κατευθύνσεις στον Ποινικό Κώδικα. Η περίπτωση του άρθρου 110Α του ΠΚ

Αποθήκευση αρχείου (PDF, Unknown)

Ταχεία απονομή δικαιοσύνης αλλά με ανθρώπινες συνθήκες εργασίας

Ταχεία απονομή δικαιοσύνης αλλά με ανθρώπινες συνθήκες εργασίας

Του Χριστόφορου Σεβαστίδη,

Δ.Ν. – Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Κάθε φορά που ξεκινάει ένα δικαστικό έτος και γίνεται μια καταγραφή των χρόνιων προβλημάτων στο χώρο της Δικαιοσύνης πρώτο στη λίστα εγγράφεται αυτό της μεγάλης καθυστέρησης στην εκδίκαση των υποθέσεων. Στις δυσμενείς επιπτώσεις από την καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης συνήθως καταγράφονται η απώλεια εμπιστοσύνης των πολιτών στο δικαστικό σύστημα, ο κίνδυνος αυτοδικίας και τώρα τελευταία η αποθάρρυνση των επιχειρήσεων να επενδύσουν στην χώρα μας. Οι προσπάθειες δεκάδων Υπουργών Δικαιοσύνης μέχρι σήμερα να  αντιμετωπίσουν το πρόβλημα απέτυχαν προφανώς όχι λόγω αδυναμίας αντίληψής του και των αιτιών που το δημιουργούν αλλά περισσότερο λόγω υιοθέτησης μεθόδων εκ προοιμίου ατελέσφορων. Μία άλλη παράμετρος που λειτουργεί αντίρροπα στις προσπάθειες που έγιναν είναι η τακτική που ακολουθούν διαχρονικά οι κυβερνήσεις να μην συμμορφώνονται σε αποφάσεις Ανωτάτων Δικαστηρίων επί υποθέσεων που αφορούν μεγάλες κατηγορίες πολιτών και να τους αναγκάζουν να προσφεύγουν εξ αρχής στον δικαστικό μηχανισμό για ζητήματα που νομικά έχουν αμετάκλητα κριθεί.

Με τις αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας στα τέλη του 2015 επιχειρήθηκε, ως μνημονιακό προαπαιτούμενο, μία τομή στην κατεύθυνση του άμεσου προσδιορισμού των (αστικών) υποθέσεων χωρίς κανένα όριο και χωρίς τον υπολογισμό των αντοχών του συστήματος. Στην ίδια λογική κινούνται κι’ άλλα νομοθετήματα, όπως ο επαναπροσδιορισμός των υποθέσεων των υπερχρεωμένων νοικοκυριών στα Ειρηνοδικεία. Σα να οφείλονταν η καθυστέρηση του δικαιοδοτικού έργου στην ραθυμία των δικαστικών λειτουργών, προβλέπεται πλέον ο προσδιορισμός των υποθέσεων μέσα σε αποκλειστικές προθεσμίες από την κατάθεση των αγωγών ανεξάρτητα από τον όγκο δουλειάς που έχει επιφορτιστεί ο κάθε δικαστής. Η αποτυχία τέτοιων μέτρων είναι εξ αρχής προδιαγεγραμμένη στο βαθμό που δεν λαμβάνουν υπόψη το πεπερασμένο των ανθρώπινων δυνατοτήτων.

Η απειλή του πειθαρχικού ελέγχου για καθυστερήσεις στην έκδοση αποφάσεων δεν μπορεί να επιταχύνει ακόμα περισσότερο την ήδη εντατικοποιημένη εργασία, μπορεί όμως να ασκήσει τεράστια ψυχολογική πίεση στον δικαστή. Είναι μία παράμετρος σημαντική για την οποία ποτέ μέχρι σήμερα δεν έγινε ιδιαίτερη αναφορά ούτε εκτιμήθηκαν σοβαρά οι επιπτώσεις που έχει στο απονεμόμενο έργο. Η μεγάλη πίεση που ασκείται για ταχεία έκδοση αποφάσεων οδηγεί αναπόφευκτα σε μια μηχανιστική αναπαραγωγή της «κρατούσας άποψης» και στερεί τον εφαρμοστή του δικαίου από τη δυνατότητα επιστημονικής έρευνας, αμφισβήτησης και επανατοποθέτησης σε πολλά δύσκολα νομικά ζητήματα.  Μπορεί να τίθεται ως μοναδική επιδίωξη η σύντμηση του χρόνου έκδοσης των αποφάσεων χωρίς να ενδιαφέρει η ποιότητα του έργου ή η αλλοτρίωση που επέρχεται στον δικαστή με τον αντιανθρωπιστικό χαρακτήρα της παραγωγής δικαστικού έργου; Η «μαζική παραγωγή» δικαστικών αποφάσεων και η κυρίαρχη τεχνοκρατική αντίληψη που επιζητά μονοδιάστατους επιστήμονες, που δεν έχουν χρόνο ούτε υποχρέωση να αγγίζουν πτυχές άλλων επιστημών, τεχνών και να γίνονται φορείς των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων, πρέπει να μας προβληματίζουν και να μας ανησυχούν.

Δεύτερη λανθασμένη απόπειρα επίλυσης του προβλήματος επιχειρήθηκε με τον πρόσφατο ν. 4512/2018 που εισήγαγε την υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση. Παρά τις σφοδρές αντιρρήσεις της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας, της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, παρά την επισήμανση του κινδύνου εμπορευματοποίησης της Δικαιοσύνης με την υποχρεωτική προσφυγή των πολιτών σε ιδιωτικά κέντρα, το Υπουργείο Δικαιοσύνης πίστεψε ότι βρήκε την πιο αποτελεσματική λύση. Η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθμό 34/2018 απόφασή της έκρινε αντισυνταγματικές τις ρυθμίσεις του παραπάνω νόμου και έτσι η λύση του προβλήματος παραμένει και πάλι ζητούμενο.  Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων έχει καταθέσει από τον Σεπτέμβριο του 2017 ολοκληρωμένη μελέτη – πρόταση για την αναμόρφωση της δικαστικής μεσολάβησης και αναμένει πρόσκληση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης για μια επί της ουσίας συζήτηση, συμβάλλοντας με τις δυνάμεις της στην προσπάθεια αποφόρτισης των πινακίων, ταχύτερης εκδίκασης των υποθέσεων, με τρόπο που σέβεται το Σύνταγμα και στη δημιουργία ανθρώπινων συνθηκών εργασίας για τους δικαστικούς λειτουργούς.

Εύχομαι καλό δικαστικό έτος και καλή επιτυχία στη λειτουργία της νέας ηλεκτρονικής σελίδας σας.

1η δημοσίευση – www.dikastiko.gr

 

Κριτικές θέσεις – Νομικές παρερμηνείες στην υπόθεση Novartis

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Προέδρου Πρωτοδικών

Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Προέδρου Πρωτοδικών

Εκπροσώπου Τύπου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Αθήνα, 3 Φεβρουαρίου 2018.

Εμπιστεύονται την «Ελληνική Δικαιοσύνη», προασπίζονται τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς που κάνουν έντιμα τη δουλειά τους, κατακεραυνώνουν, απειλούν, αμαυρώνουν όσους λειτουργούς δεν συμφωνούν με την δική τους άποψη.  Έμποροι της ψευτιάς, πολιτικοί, επιχειρηματίες- «ανεξάρτητοι» δημοσιογράφοι σε μια ατελείωτη αλυσίδα αντιπαραθέσεων και αισχρής υποκρισίας με σκοπό τον έλεγχο και την πίεση σε δικαστές και εισαγγελείς. Η χρήση της γενικής και αφηρημένης λέξης «Δικαιοσύνη» είναι πολύ κατάλληλη, για να κρύψει κάποιος την προτίμησή του σε συγκεκριμένο λειτουργό της, που ενσαρκώνει συνεπαγωγικά όλον τον θεσμό. Γνωστά για την αντικειμενικότητά τους μέσα ενημέρωσης, βουλευτές και ευρωβουλευτές που δεν είναι νομικοί, εκφράζουν όμως με τρόπο απόλυτο και κατηγορηματικό τη νομική τους άποψη, δηλώνουν απεριόριστη εμπιστοσύνη στον Έναν και Μοναδικό Δικαστή ή Εισαγγελέα, αλλά όχι στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων που εκπροσωπεί τους 3.000 Δικαστές και Εισαγγελείς της Χώρας και η οποία κατά τη γνώμη τους ετοιμάζει «δικαστικό πραξικόπημα», ούτε στην Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών των 300 ανώτερων Δικαστών!  Τέτοια είναι η πρεμούρα και η αγωνία ορισμένων για την προστασία των εισαγγελικών λειτουργών που χειρίστηκαν την υπόθεση «Novartis» και το ξαφνικά ζωηρό ενδιαφέρον τους για «δικαστική ανεξαρτησία», που με καθημερινή σχεδόν αρθρογραφία και τηλεοπτικές παρεμβάσεις, ζητούν κάτι περισσότερο από τις μέχρι σήμερα «χλιαρές» ανακοινώσεις της Ένωσής μας, η οποία ασφαλώς λόγω του θεσμικού της ρόλου οφείλει να αποστασιοποιείται από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις. Οι μέχρι σήμερα πολέμιοι της δικαστικής ανεξαρτησίας, οι υβριστές του Δικαστικού Σώματος έγιναν οι κίβδηλοι προστάτες μας.

Από το 1989 τα πολιτικά κόμματα στη Χώρα μας βρήκαν έναν πολύ αποτελεσματικό τρόπο να εκμεταλλεύονται και να χρησιμοποιούν τη Δικαιοσύνη ως εργαλείο επίλυσης πολιτικών κρίσεων. Οι λόγοι είναι πολλοί αλλά η ανάλυσή τους ξεφεύγει από τα πλαίσια και τους σκοπούς αυτού του άρθρου. Θυμούνται όλοι το σκάνδαλο Κοσκωτά, την υπόθεση Βατοπεδίου, των δομημένων ομολόγων, των εξοπλιστικών συστημάτων, της λίστας Λαγκάρντ, της υπόθεσης Siemens, σήμερα την υπόθεση Novartis, τις μηνύσεις σε βάρος εισαγγελικών λειτουργών ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση προαναγγέλλει νέες εξεταστικές επιτροπές. Σε κάθε βουλευτική περίοδο και μία εξεταστική επιτροπή. Τα αποτελέσματα όλων αυτών των ερευνών στην πράξη ήταν πενιχρά κυρίως λόγω της νομοθετικής προστασίας Υπουργών και Βουλευτών. Οι αρνητικές συνέπειες της μόνιμης εμπλοκής της Δικαιοσύνης στην πολιτική διελκυστίνδα είναι ήδη ορατές. Ο κάθετος μανιχαϊστικός διαχωρισμός των λειτουργών της σε «καλούς» και «κακούς» σε «έντιμους» και «ύποπτους» ανάλογα με την πολιτική συγκυρία και τους σκοπούς που επιδιώκονται, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού όχι μόνο στη Δικαιοσύνη αλλά και στη Βουλή και στα πολιτικά κόμματα. Δημιουργείται ταυτόχρονα η πεπλανημένη εντύπωση ότι η δικαστικοποίηση της πολιτικής ζωής μπορεί να εξυγιάνει τον δημόσιο βίο και να επέλθει κάποιου είδους κάθαρση. Η ντετερμινιστική έτσι αποτυχία εξυγίανσης χρεώνεται ως αποτυχία του δήθεν αναποτελεσματικού δικαστικού συστήματος και παραγνωρίζεται το γεγονός ότι τα οικονομικά σκάνδαλα σε παγκόσμιο επίπεδο είναι σύμφυτα με το κυρίαρχο οικονομικο- πολιτικό σύστημα.

Στην υπόθεση Novartis γράφτηκαν και ακούστηκαν απίστευτες ανακρίβειες από μη νομικούς με χρήση προπαγανδιστικών «τσιτάτων» που επιδιώκουν αποκλειστικά επηρεασμό της κοινής γνώμης. Θα προσπαθήσουμε σύντομα να τοποθετηθούμε στα πιο βασικά σημεία

  • Ανάθεση καθηκόντων σε Εφέτη – Ανακριτή

Το άρθρο 29 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλέπει την αρμοδιότητα της ολομέλειας του Εφετείου (που συγκαλείται από τον διευθύνοντα το Εφετείο ή μετά από αίτημα των Δικαστών του Εφετείου) να αναθέσει σε εφέτη ανακριτή την ανάκριση μιας υπόθεσης, που εκκρεμεί σε ανακριτή του Πρωτοδικείου, καθιερώνοντας έτσι μία σημαντική παρέκκλιση από τη γενική αρχή ότι την ποινική δίωξη για κάθε έγκλημα ασκεί ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών. Δικαιολογητικός λόγος της διάταξης αυτής είναι να καταστήσει το εφετείο «εφορεύον όργανο της Δικαιοσύνης» σχετικά με την εξιχνίαση και τον κολασμό των εγκλημάτων, έτσι ώστε να δικαιολογείται η παρέμβασή του στις περιπτώσεις εκείνες, όπου η ιδιαίτερη θέση ή ιδιότητα του κατηγορουμένου ή του θύματος ή ακόμα και η ιδιαίτερη φύση του διωκόμενου εγκλήματος επιβάλλει την ταχεία και με περισσότερες εγγυήσεις περάτωση της ανάκρισης· στην πράξη εφαρμογή της διάταξης αυτής γίνεται σε περιπτώσεις, που συνταράσσουν την κοινή γνώμη. Η διάταξη αυτή ισχύει από το 1950 και εφαρμόζεται με ομοιόμορφο και υπεύθυνο τρόπο από τις ολομέλειες όλων των Εφετείων της Χώρας, χωρίς ποτέ κανείς να εκφράσει επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητα (και πολύ περισσότερο για τη νομιμότητα) της ανάθεσης της ανάκρισης σε ανώτερο Δικαστικό Λειτουργό. Αντίθετα σε όλες τις σημαντικές υποθέσεις πολιτικοί και δημοσιογράφοι κατά την πάγια τακτική τους «πιέζουν» για τον ορισμό εφέτη-ανακριτή, ως εγγύηση για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεξαγωγή της ανάκρισης. Το ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης αυτής δεν έχει περιοριστεί ούτε μετά το 2011, όταν θεσπίστηκε για πρώτη φορά ο θεσμός του εισαγγελέα και ανακριτή κατά των εγκλημάτων διαφθοράς. Η αρμοδιότητα των εισαγγελέων διαφθοράς είναι αποκλειστική έναντι όλων των εισαγγελέων του πρώτου βαθμού (εισαγγελέων πλημμελειοδικών) και του ανακριτή διαφθοράς έναντι των υπόλοιπων ανακριτών, που υπηρετούν στο ίδιο πρωτοδικείο. Δεν αποκλείει, όμως, η εξαιρετική αυτή αρμοδιότητά τους τη δυνατότητα της Ολομέλειας του Εφετείου να ορίσει εφέτη ανακριτή για να ξεκινήσει ή να συνεχίσει την ανάκριση επί εγκλήματος που κρίνεται ιδιαίτερα σοβαρό. Γι’ αυτό και η ανάκριση της υπόθεσης της «Χρυσής Αυγής», που αρχικά είχε ανατεθεί σε ανακριτή διαφθοράς, συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε με απόφαση της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών από εφέτη ανακριτή. Θα ήταν εξάλλου εντελώς παράλογο «το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως ελληνικού κράτους» να πρέπει οπωσδήποτε να διερευνηθεί από ανακριτή του πρώτου βαθμού ενώ άλλες υποθέσεις ήσσονος σημασίας ανατέθηκαν κατά το παρελθόν σε εφέτη ανακριτή.  Η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων για ανάθεση της υπόθεσης NOVARTIS σε εφέτη ανακριτή θα κριθεί αποκλειστικά από την Ολομέλεια του Εφετείου και δεν επιτρέπεται σε κανένα να υποδεικνύει συγκεκριμένη απόφαση, ανάλογα με τις επιδιώξεις του. Εκείνο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η νομιμότητα της διαδικασίας σύγκλησης της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών και όσοι επιμένουν στη θεωρία του «κουκουλώματος» της υπόθεσης και του «δικαστικού πραξικοπήματος» από την εφαρμογή μιας διαδικασίας που τηρείται ομοιόμορφα εδώ και 68 χρόνια, οφείλουν να εξηγήσουν τη στάση τους και να αποκαλύψουν τις επιδιώξεις τους.

  • Προστατευόμενοι μάρτυρες

Η ανάγκη προστασίας των μαρτύρων σε σοβαρές υποθέσεις επέβαλε σε διεθνές επίπεδο τη θέσπιση ειδικού νομοθετικού πλαισίου, ώστε να διευκολύνονται στην κατάθεσή τους απαλλαγμένοι από την επιρροή κυρίως του κατηγορουμένου. Η προστασία αυτή στο ελληνικό δίκαιο διαρθρώνεται σήμερα σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο («προστατευόμενος μάρτυρας»), που έχει σκοπό την εξασφάλιση ενός κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, ήδη από το 2001 προβλέπεται η λήψη σειράς μέτρων όπως είναι η φύλαξη του μάρτυρα από την αστυνομία, η κατάθεσή του με χρήση ηλεκτρονικών μέσων και με παραμόρφωση της φωνής του, η μη αναγραφή στην έκθεση των στοιχείων της ταυτότητάς του, η μεταβολή των στοιχείων ταυτότητας του μάρτυρα, η μετεγκατάσταση του μάρτυρα, η μετάθεση ή  μετάταξη του μάρτυρα, αν έχει την ιδιότητα δημοσίου υπαλλήλου ή λειτουργού, κ.λ.π. Η αναγνώριση της ιδιότητας ενός προσώπου ως «προστατευόμενου μάρτυρα» γίνεται με διάταξη του εισαγγελέα που χειρίζεται την υπόθεση, χωρίς να απαιτείται έγκριση από ανώτερο Εισαγγελικό Λειτουργό. Στο δεύτερο επίπεδο («μάρτυρας δημοσίου συμφέροντος»), που θεσπίστηκε για πρώτη φορά το 2014, ο μάρτυρας μπορεί να χαρακτηριστεί ως «δημοσίου συμφέροντος». Η αναγνώριση της ιδιότητας αυτής αποσκοπεί κυρίως στην προστασία του προσώπου του μάρτυρα με ειδικό τρόπο, όπως με την προστασία της υπηρεσιακής του εξέλιξης, αν είναι δημόσιος υπάλληλος ή με τη δυνατότητα αποχής από τη δίωξή του για ψευδορκία. Ο χαρακτηρισμός αυτός δίνεται από τον εισαγγελέα που χειρίζεται την υπόθεση και εφόσον στη συνέχεια εγκριθεί η διάταξή του από Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ο χαρακτηρισμός αυτός μπορεί να δοθεί οποτεδήποτε, ακόμα και μετά το τέλος της ποινικής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας κατέθεσε ο μάρτυρας. Ο σκοπός και η λειτουργία των δύο αυτών θεσμών («προστατευόμενου μάρτυρα» και «μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος») διαφέρουν, καθώς ο πρώτος θέτει κατά κύριο λόγο τις προϋποθέσεις για το έγκυρο της μαρτυρικής κατάθεσης που λαμβάνεται χωρίς την αποκάλυψη των στοιχείων ταυτότητας του μάρτυρα, ενώ ο δεύτερος προβλέπει τη λήψη μέτρων προστασίας του ίδιου του μάρτυρα, ανεξάρτητα από την πορεία της ποινικής δίκης. Στην υπόθεση της NOVARTIS ο χαρακτηρισμός των μαρτύρων ως «προστατευόμενων» μπορούσε να γίνει με μόνη τη διάταξη της Εισαγγελέως Διαφθοράς. Αυτός ο χαρακτηρισμός είναι αρκετός για τη νομιμότητα των καταθέσεων χωρίς αποκάλυψη των στοιχείων ταυτότητας του μάρτυρα. Ο επιπλέον χαρακτηρισμός τους ως «μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος» μπορούσε να γίνει από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου οποτεδήποτε, ακόμα και μετά τη διαβίβαση της υπόθεσης στη Βουλή, αφού δεν επηρέαζε την ποινική διαδικασία, αλλά μόνο το προστατευτικό πλαίσιο των ίδιων των μαρτύρων. Το έγκυρο των μαρτυρικών αυτών καταθέσεων στηρίζεται στον αρχικό χαρακτηρισμό των μαρτύρων ως «προστατευόμενων» και όχι στη μεταγενέστερη διάταξη του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που τους χαρακτήρισε και ως «μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος».

  • Ανάγκη κατάργησης «επίλεκτων» δικαστικών σωμάτων, όπως οι εισαγγελείς διαφθοράς και οι εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος.

Η ίδρυση εδικών «επίλεκτων» ομάδων εντός του Δικαστικού Σώματος είναι δημιούργημα της οικονομικής κρίσης. Η επιλογή των Εισαγγελικών Λειτουργών που στελεχώνουν τα ειδικά τμήματα των Εισαγγελέων Διαφθοράς και των Εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος δεν γίνεται βάσει κάποιας (νομικής) εξειδίκευσης στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Οι υποθέσεις που υπάγονται στα συγκεκριμένα τμήματα συχνά δεν παρουσιάζουν νομικά προβλήματα αλλά εκείνο που τις διακρίνει από τις υπόλοιπες υποθέσεις είναι η ανάγκη διορισμού ειδικού επιστήμονα, που θα βοηθήσει την ανάκριση στη συλλογή αποδεικτικών μέσων (π.χ. για τη διαπίστωση της πορείας του μαύρου χρήματος). Η κατάργηση τέτοιων θέσεων επιβάλλεται κατά την άποψή μας πολλαπλά. Αρχικά διότι εκτίθενται πολλές φορές αδικαιολόγητα εισαγγελικοί λειτουργοί στον κίνδυνο σχολίων για την σκοπιμότητα των ενεργειών τους σε υποθέσεις με τεράστιο οικονομικό αλλά και πολιτικό ενδιαφέρον. Κατά δεύτερον απαξιώνεται χωρίς κανένα λόγο το έργο, τίθεται σε αμφιβολία η επάρκεια των υπόλοιπων εισαγγελικών λειτουργών και δημιουργείται αδιόρατα μία αδικαιολόγητη κατηγοριοποίηση μεταξύ ίσων. Τέλος ο επιμερισμός αρμοδιοτήτων και η αποφυγή δημιουργίας στεγανών συνιστούν βασικές αρχές που θα πρέπει να διέπουν την οργάνωση και τη λειτουργία των κρατικών οργάνων.

 

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ

Της Βαρβάρας Πάπαρη,Εφέτη,μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ

Το ερώτημα εάν έχουν δικαίωμα οι δικαστές (γενικά και όχι μόνο οι συνδικαλιστές) να διατυπώνουν δημόσια απόψεις πέρα από εκείνες που εντάσσονται στο πλαίσιο μιας δικαστικής απόφασης,έχει απαντηθεί θετικά εδώ και πολύ καιρό, με αφορμή διάφορα περιστατικά που είδαν το φως της δημοσιότητας. 

Ειδικότερα,σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 του Συντάγματος,σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 4 παρ.1 και 5 παρ.1 και 2,την ελευθερία και το δικαίωμα έκφρασης των στοχασμών του προφορικά, γραπτά και δια του τύπου έχει ο καθένας μας. Η γενικότατη και χωρίς περιορισμούς διατύπωση της ισχύουσας διατάξεως του άρθρου 14 παρ.1 του Συντάγματος,συνηγορεί υπέρ της άποψης πως ο δικαστικός λειτουργός μπορεί να εκφέρει γνώμη επί πολιτικών θεμάτων ή επί οποιασδήποτε φύσεως θέμα ή ζήτημα,  αρκεί α) να μην υποκρύπτεται κομματική έκφραση (διότι τότε υποπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 29 § 3 του Συντάγματος «Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας» ) και β) να μην γίνεται κατά τρόπο που δυσφημεί το κύρος της δικαιοσύνης (91 § 4β του ΚΟΔΚΔΛ «δεν συνιστά πειθαρχική παράβαση η έκφραση γνώμης δημοσίως, εκτός αν γίνεται με σκοπό τη μείωση του κύρους της δικαιοσύνης ή υπέρ ορισμένου κόμματος ή άλλης ορισμένης πολιτικής οργάνωσης»). Το τελευταίο θα κριθεί αφού ληφθούν υπόψη ο τρόπος, τα μέσα και οι περιστάσεις υπό τις οποίες εκφράστηκε δημόσια ο δικαστικός λειτουργός. Για παράδειγμα η εκφορά λόγου σε οργίλο τόνο και με υβριστικό ύφος (π.χ. με συνθήματα) θα συνιστά πειθαρχική παράβαση αφού τα μέσα με τα οποία εκφράστηκε ο δικαστικός είναι ασυμβίβαστα προς το αξίωμά του. Η κριτική προς το νομοθετικό πλαίσιο είναι επιτρεπτή, αρκεί να μην δηλώνει γενική απαξίωση προς την συνολική έννομη τάξη.Με άλλα λόγια, ο δικαστικός λειτουργός πρέπει να εκφράζεται με τη σύνεση που προσήκει στο αξίωμα του. Σε αντίθεση με την απαγόρευση του 29 § 3 του Συντάγματος, που είναι μια απαγόρευση ως προς το περιεχόμενο των λόγων του δικαστή, η απαγόρευση του άρθρου 91 §4β   του ΚΟΔΚΔΛ είναι πρωτίστως μια απαγόρευση ως προς τον τρόπο και τα μέσα της έκφρασης. Δεν υφίσταται σημαντικός περιορισμός ως προς το περιεχόμενο της άποψης που δύναται να εκφέρει ο δικαστικός λειτουργός. Εξαίρεση, όπου το περιεχόμενο των λόγων πρέπει να θεωρηθεί καθ’εαυτό ως προσβλητικό του κύρους της δικαιοσύνης, γίνεται δεκτή μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα όταν εκφράζεται ρατσιστικός λόγος ή απαρνούνται θεμελιώδεις και ακατάλυτες αρχές (και όχι συγκεκριμένα νομοθετήματα) της συνταγματικής μας τάξης.Συμπερασματικά, εξαιρουμένου του κομματικού λόγου, ο οποίος είναι ασυμβίβαστος με την θέση του δικαστικού λειτουργού, ο δικαστής δικαιούται στον ιδιωτικό του βίο να εκφράζεται δημόσια επί παντός επιστητού μέσω ενός εκφραστικού πλαισίου που δεν αναιρεί την  ιδιότητά του στον εργασιακό του βίο (βλ.σχετ.Μιχαήλ Ροδόπουλου, Δικηγόρου, ΜΔΕ Ευρωπαϊκού Δικαίου, ΜΔΕ Αστικού Δικαίου, Υπ. ΔΝ Νομικής Αθηνών «Αναζητώντας τα όρια στην ελευθερία του λόγου των Δικαστικών Λειτουργών»). Περαιτέρω,το δικαίωμα έκφρασης προβλέπεται και στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), καθώς και στο άρθρο 11 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ). Ειδικότερα το δικαίωμα έκφρασης περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης (διαμόρφωση, μεταβολή και αποσιώπηση της γνώμης) και την ελευθερία λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών χωρίς παρέμβαση από τις αρχές. Οι διατάξεις των άρθρων 10 ΕΣΔΑ και 11 ΧΘΔΕΕ εφαρμόζονται σε σχέση με γνώμες, οι οποίες είναι δυνατό να καταστούν αντιληπτές ως προσβλητικές ή να εκπλήξουν αρνητικά ή ακόμη και να ενοχλούν τους αποδέκτες τους. Από την προστασία των διατάξεων αυτών διαφεύγουν οι αμιγώς υβριστικές εκφράσεις.Το ΕΔΔΑ νομολόγησε τη λεγόμενη υποχρέωση εγκράτειας των δικαστών προκειμένου να αποφεύγονται ζητήματα, τα οποία είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται σε βάρος της αμερόληπτης κρίσης δικαστή (βλ.σχετ.υπόθεση Ρίζος και Ντάσκας κατά Ελλάδος).

Τι γίνεται,όμως,με τους δικαστές που χρησιμοποιούν και συμμετέχουν/αλληλεπιδρούν,στα κοινωνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης(social media) και ποιά μπορεί να είναι τα όρια στην ελευθερία του λόγου τους και το περιεχόμενο των αναρτήσεών τους;

Στην πολιτική σκηνή, τα κοινωνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης(social media), ήλθαν στο επίκεντρο καθυστερημένα. Γνωστότερα τα: Facebook,Twitter, LinkedIn, Instagram,MySpace, Google Plus. Αυτή η τάση στον πολιτικό λόγο προσφέρει περαιτέρω στοιχεία για τη χρησιμότητα και τη δημοτικότητα της χρήσης των κοινωνικών μέσων ενημέρωσης ως εργαλείου για την εύκολη και γρήγορη διάδοση του μηνύματος,όποιο κι αν  είναι αυτό.Αλλά η ευκολία της αμεσότητας και της εμβέλειας των κοινωνικών μέσων μαζικής ενημέρωσης μετριάζεται συχνά από τη μονιμότητά της. Ένα μόνο tweet ή  facebook post, μπορεί να έχει ακούσια και μακροχρόνια αποτελέσματα.Δυστυχώς, αυτό είναι κάτι που οι άνθρωποι συχνά ξεχνούν στη αμεσότητα της στιγμής, με αποτέλεσμα θλιβερά και μη αναστρέψιμα λάθη. Αυτό είναι ένα μάθημα που πρέπει να μάθουμε ειδικά οι δικαστές, καθώς ο αριθμός των δικαστών που συμμετέχουν/αλληλεπιδρούν ηλεκτρονικά σε διάφορες πλατφόρμες κοινωνικών μέσων αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου.Προσωπικά, είμαι υπέρμαχος των δικαστών που χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης,εκτός από συνδικαλιστικό ή επιστημονικό, και σε προσωπικό επίπεδο.H εμπλοκή σε προσωπικό επίπεδο του δικαστή με τα “μέσα κοινωνικής δικτύωσης”, αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα καθώς και τρόπο έκφρασης και ενημέρωσης και αντιμετωπίζεται εντός του πλαισίου της ελευθερίας της έκφρασης του ατόμου, λαμβάνοντας υπόψη τους περιοριστικούς όρους που επιβάλει η θέση του και τους στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας που επιβάλλονται τόσο λόγω θέσης,αλλά και γενικότερα εξαιτίας της φύσης του διαδικτύου(internet). Αλλά και οι δικαστές είναι  άνθρωποι και, όπως όλοι οι άλλοι, ενεργώντας αυθόρμητα,μπορεί να κάνουν αναρτήσεις στα κοινωνικά μέσα ,που αργότερα ίσως μετανοιώσουν.Δυστυχώς,και οι δικαστές  μπορούν να πέσουν θύματα της αμεσότητας των κοινωνικών μέσων ενημέρωσης και να συμμετάσχουν με τρόπους που αργότερα μπορούν να επανέλθουν για να τους «στοιχειώσουν».Γι’αυτό οι ειδικοί και γνώστες των μηχανισμών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, προειδοποιούν : «μην κάνετε τίποτα online που δεν θα κάνατε σε ένα δωμάτιο γεμάτο από ανθρώπους. Μην ξεχνάτε ποτέ ότι το μέσο δεν αλλάζει το μήνυμα – ή τις διακλαδώσεις του – και ενεργεί ανάλογα».Να σημειώσω εδώ ότι με την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση «Google Spain και Inc. κατά Agencia Espanola de proteccion de datos και Mario Costeja Gonzalez»,αναγνωρίστηκε στους χρήστες του διαδικτύου το δικαίωμα διαγραφής δεδομένων από αποτελέσματα μηχανών αναζήτησης,ήτοι το δικαίωμα να υποβάλει κανείς αιτιολογημένο αίτημα προκειμένου να ζητά να αφαιρεθούν, από τις μηχανές αναζήτησης στο διαδίκτυο, ορισμένες πληροφορίες για το πρόσωπό του που εμφανίζονται στα αποτελέσματα όταν γίνεται αναζήτηση με βάση το ονοματεπώνυμό του. Επίσης,αξίζει να σημειωθεί ότι οι χρήστες των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης, στις περισσότερες περιπτώσεις, θεωρείται ότι είναι υποκείμενα των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τη Γνώμη 5/2009 της Ομάδας Εργασίας του Άρθρου 29 της οδηγίας 95/46/ΕΚ για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η Οδηγία 95/46/ΕΚ δεν επιβάλλει τις υποχρεώσεις ενός υπεύθυνου επεξεργασίας δεδομένων σε ένα άτομο που επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο καθαρά προσωπικής ή οικιακής χρήσεως.Ακόμα, η Γνώμη 5/2009 επισημαίνει ότι η ύπαρξη μεγάλου αριθμού επαφών μπορεί να σημαίνει ότι δεν ισχύει η εξαίρεση λόγω οικιακής χρήσεως και επομένως ότι ο χρήστης μπορεί να θεωρείται ως υπεύθυνος της επεξεργασίας δεδομένων. Επίσης, σύμφωνα πάντοτε με την ίδια Γνώμη, όταν η πρόσβαση στις πληροφορίες προφίλ επεκτείνεται πέραν των επαφών της επιλογής του χρήστη, π.χ. όταν παρέχεται πρόσβαση σε ένα προφίλ σε όλους τους χρήστες της υπηρεσίας κοινωνικής δικτύωσης ή όταν τα δεδομένα παρέχουν δυνατότητα καταγραφής από τις μηχανές αναζητήσεως, η πρόσβαση υπερβαίνει το προσωπικό ή το οικιακό πλαίσιο. Κατά αντίστοιχο τρόπο, αν ένας χρήστης λάβει συνειδητή απόφαση να επεκτείνει την πρόσβαση στα στοιχεία του πέραν των «φίλων» της επιλογής του, καθίσταται υπεύθυνος επεξεργασίας δεδομένων και έχει τις υποχρεώσεις του υπευθύνου επεξεργασίας,όπως προβλέπονται στο Ν 2472/1997 για νόμιμη και θεμιτή επεξεργασία -άρθρα 4 και 7 (βλ.σχετ.ΑΡ.ΠΡ.Δ.ΠΡ.Χ 17/2016).

Με δεδομένο ότι οι δικαστές έχουν δικαίωμα να διατυπώνουν δημόσια απόψεις, πέρα από εκείνες που εντάσσονται στο πλαίσιο μιας δικαστικής απόφασης, υπό τους προαναφερόμενους,όμως, περιορισμούς,ανακύπτει το ερώτημα εάν τα social media θεωρούνται χώρος προσωπικής έκφρασης ή ανήκουν στη δημόσια σφαίρα. Η απάντηση θα πρέπει να είναι: εξαρτάται πώς χρησιμοποιούνται. Συγκεκριμένα, αν μια ανάρτηση στο πλέον διαδεδομένο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, το facebook, γίνεται μόνο σε φίλους (με το  αντίστοιχο εικονίδιο του friends δίπλα της), τότε λογίζεται ως προσωπική άποψη του γράφοντος δικαστή, χωρίς να αποτελεί δημόσιο λόγο και προστατεύεται από το απόρρητο των επικοινωνιών, (δικαιώματος που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Συντάγματος ,καθώς και στα άρθρα 8 της ΕΣΔΑ και 7 του ΧΘΔΕΕ,βλ.ειδικότερα «Απόρρητο Επικοινωνιών & Διαδίκτυο» http://lawandtech.eu, αλλά και elawyer.blogspot.com), ακόμα και αν απευθύνεται σε μεγάλο αριθμό «φίλων». Αντίθετα, αν η ανάρτηση είναι σε κοινή θέα για όλους (με το αντίστοιχο εικονίδιο της ένδειξης public δίπλα της), τότε θεωρείται ως δημόσιος λόγος κι έτσι θα πρέπει να  αντιμετωπίζεται, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα την έχουν διαβάσει ελάχιστα άτομα.Το ίδιο ισχύει (προστασία απορρήτου επικοινωνιών) και στην περίπτωση των κλειστών facebook group(ομάδων),τα οποία είναι ένας ιδιωτικός χώρος για την ομαδική επικοινωνία και για όσους επιθυμούν να μοιράζονται τα κοινά τους ενδιαφέροντα και να εκφράζουν τη γνώμη τους.  Όταν μια ομάδα είναι κλειστή, μόνο όσοι έχουν προσκληθεί στην ομάδα μπορούν να δουν το περιεχόμενο και τις πληροφορίες που μοιράζονται μέσα σε αυτήν. Ακόμα πιο ιδιωτικός χώρος από τον κλειστή ομάδα είναι η μυστική ομάδα,η οποία δεν εμφανίζεται σε κανένα σημείο του προφίλ του χρήστη και μόνο όσοι βρίσκονται μέσα στην ομάδα μπορούν να δουν ποια είναι τα μέλη και τι δημοσιεύτηκε. Αυτή η ομάδα μπορεί να χρησιμοποιηθεί εάν ο χρήστης επιθυμεί  μια ασφαλή πλατφόρμα επικοινωνίας με φίλους.Τέλος,σχετικά και ενδεικτικά,σημειώνεται ότι στις ΗΠΑ,δικαστήριο δέχτηκε ότι τα μη δημόσια facebook posts, τα οποία είναι ρυθμισμένα να είναι ιδιωτικά,κατ’αρχή καλύπτονται από τον Federal Stored Communications Act (“SCA”),δηλ.τον ομοσπονδιακό νόμο για τις αποθηκευμένες επικοινωνίες, επειδή είναι: ηλεκτρονικές επικοινωνίες ·μεταδίδονται μέσω υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών ·σε ηλεκτρονική αποθήκευση. Και δεν είναι προσβάσιμες στο ευρύ κοινό (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου του New Jersey Ehling κατά Monmouth-Ocean Hospital Service Corp. , Νο. 2: 11-cv-03305 (WJM) (DNJ 20 Αυγούστου 2013).Aντίθετα, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Ρουμανίας (HCCJ) με απόφασή του στις 12/2014,δέχτηκε ότι οι προσωπικές σελίδες του facebook θεωρούνται δημόσιοι χώροι, ακόμη και αν είναι προσβάσιμοι μόνο σε μια μικρή ομάδα φίλων (βλ.υπόθεση Nicolae  Mircea Munteanu).

Βαρβάρα Πάπαρη

Εφέτης,μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Ιδιωτική διαμεσολάβηση – Η αρχή της υποχρεωτικότητας…στη συναίνεση

Ιδιωτική διαμεσολάβηση – Η αρχή της υποχρεωτικότητας…στη συναίνεση.

Του Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη Θεσσαλονίκης

 

Το συγκινητικό ενδιαφέρον της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τη γνώμη δικαστών, δικηγόρων και λοιπών κοινωνικών φορέων επί του νομοσχεδίου για την ιδιωτική διαμεσολάβηση, όπως εκδηλώθηκε με την διαβούλευση επί 4 ολόκληρες ημέρες (από 28.12.2017 έως 02.01.2018), προκάλεσε τη διάθεση να καταθέσουμε και αυτόκλητα τους προβληματισμούς μας, πριν την τελική ψήφισή του στη Βουλή.

Με το νομοσχέδιο που κατατέθηκε και εντάχθηκε στο «πολυνομοσχέδιο» με τίτλο «Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και άλλες διατάξεις» ο εθνικός νομοθέτης που ήδη με το ν.3898/2010 είχε «εναρμονισθεί» με την Οδηγία 2008/52/ΕΚ (που αφορούσε καταρχήν στη διαμεσολάβηση σε διασυνοριακές αστικές και εμπορικές υποθέσεις) αποφασίζει να εναρμονισθεί εκ νέου, ξαναεπιχειρώντας να εισαγάγει στην εσωτερική έννομη τάξη την ιδέα της ιδιωτικής διαμεσολάβησης. Ήδη βέβαια και από τη θέσπιση του ως άνω νόμου είχε επισημανθεί (βλ. Καλαβρός, Πολιτική Δικονομία, Γενικό μέρος, 4η έκδοση, σ. 19) ότι το κύριο πεδίο αναφοράς της ως άνω Οδηγίας ήταν οι διασυνοριακές διαφορές, με ανοιχτή για τα κράτη – μέλη απλά τη δυνατότητα επέκτασης του θεσμού και στο εσωτερικό δίκαιο (βλ. προοίμιο Οδηγίας 2008/52/ΕΚ, στοιχείο 8), ενώ από πουθενά αλλού δε φαίνεται να προκύπτει κάποιου είδους διεθνής ή ενωσιακή υποχρέωση εναρμόνισης. Επομένως είναι σαφής νομοθετική επιλογή του εγχώριου νομοθέτη – εφόσον δεν υπήρχε κανενός είδους πίεση εκπορευόμενη από τις υποχρεώσεις της χώρας έναντι της Ε.Ε. και τους άλλους δανειστές της –να προκριθεί η ιδιωτική διαμεσολάβηση, από την προταθείσα εκ μέρους της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ολιγοδάπανη δικαστική μεσολάβηση, μελέτη για την οποία είχε ήδη εκπονηθεί επιμελεία της Ένωσης και είχε τεθεί μεταξύ άλλων υπόψιν και του Υπουργείου.  

Χαρακτηριστική πρωτοτυπία της διάστρωσης του προωθούμενου νομοθετήματος είναι η ενστάλαξη της κουλτούρας του εκούσιου και συναινετικού χαρακτήρα της διαμεσολάβησης δια της υποχρεωτικότητας και της απειλής ποινών. Συγκεκριμένα: Ενώ στα άρθρα 180, 181 και 191 του «πολυνομοσχεδίου» διακηρύσσεται αρχικά ο συμβατικός – συναινετικός χαρακτήρας της ιδιωτικής διαμεσολάβησης και η αρχή της ελεύθερης βούλησης των μερών, χωρίς μάλιστα καμία ποινή για όσους μετέχουν, στο άρθρο 182 καθιερώνεται η υποχρεωτικότητα της ιδιωτικής διαμεσολάβησης, σε ένα μεγάλο εύρος υποθέσεων, κυρίως των ειδικών διαδικασιών, ως αναγκαία προδικασία της άσκησης αγωγής για την ίδια διαφορά, επί ποινή απαραδέκτου της τελευταίας. Μάλιστα η ως άνω υποχρεωτικότητα εξοπλίζεται έτι περαιτέρω μέσω της εισαγωγής χρηματικών ποινών ως αντικίνητρο στη δικονομική απουσία από τη διαμεσολάβηση, ενώ παράλληλα θεσπίζεται ελάχιστο κόστος για την αμοιβή του ιδιώτη διαμεσολαβητή. Έτσι ανεξάρτητα από την επιτυχία της διαμεσολάβησης το κόστος της θα επιβαρύνει τα μέρη κατ΄ ελάχιστον για 170 ευρώ, που είναι η ελάχιστη χρέωση για εργασία δύο ωρών του διαμεσολαβητή, ενώ το κόστος εξαρτάται από το χρόνο απασχόλησής του με ελάχιστη τιμή τα 100 ευρώ/ώρα απασχόλησης (άρθρο 194παρ.2 α΄και β΄). Από την άλλη, η νομότυπη κλήτευση και μη προσέλευση συνεπάγεται ότι το Δικαστήριο, που θα επιληφθεί της διαφοράς στη συνέχεια, δύναται να επιβάλει στον απόντα διάδικο χρηματική ποινή – λόγω της απουσίας – ύψους 120 έως 300 ευρώ (η αρχική διατύπωση ήταν 1.000 έως 5.000!), συνεκτιμωμένης της εν γένει συμπεριφοράς του στην μη προσέλευση στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και επιπλέον χρηματική ποινή  ποσοστού έως 0,2% επί του αντικειμένου της διαφοράς σε περίπτωση ήττας του και ανάλογα με την έκτασή της. Σε όλα δε τα παραπάνω, θα συνυπολογιστεί και το κόστος από την αναμενόμενα υποχρεωτική παράσταση των δικηγόρων των μερών. Ακόμα, λοιπόν, κι αν κάποιος θεωρήσει ότι οι τελικώς προωθούμενες ρυθμίσεις δεν έχουν πολύ υψηλό κόστος (εκτίμηση όμως που πρέπει να λαμβάνει υπόψιν και την οικονομική συγκυρία), δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για διαδικασία, που κινείται στα πλαίσια της ελεύθερης βούληση των μερών, καθώς τα ενδεχόμενα α) της αποτυχίας της διαπραγμάτευσης και β) της άρνησης συμμετοχής σε αυτήν, κοστίζουν στους διαδίκους – που πρέπει να υπολογίζουν την επανάληψη άσκοπων εξόδων και μελλοντικά – θέτοντας ουσιώδη προσκόμματα στην πρόσβαση στη Δικαιοσύνη. Μάλιστα η πρώτη χρηματική ποινή, δύναται να επιβάλλεται ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης, ακόμα δηλαδή και αν ο διάδικος τελικά ολικά κερδίσει και επομένως δικαιωθεί η επιλογή του να μη θέλει να κλείσει η υπόθεση εξωδικαστικά με την παρέμβαση διαμεσολαβητή. Σημειωτέον, ότι η εισαγωγή χρηματικής ποινής, λόγω της δικονομικής απουσίας τους διαδίκου, δεν υφίσταται καν στην περίπτωση ερημοδικίας διαδίκου ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου προβλέπεται μόνο παράβολο για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας, επιλέχθηκε όμως στο προωθούμενο νομοσχέδιο μία αυστηρότερη κύρωση σε ένα δήθεν συμβιβαστικό στάδιο, ακριβώς, για να δυσχερανθεί με οικονομικούς όρους η επιλογή της πρόσβασης στη Δικαιοσύνη και να καταστεί ελκυστική η διαμεσολάβηση του ιδιώτη διαμεσολαβητή. Στα παραπάνω να προστεθεί ότι πρόσφατα, σε εντελώς αντίθετα κινούμενη λογική, ο νομοθέτης κατάργησε την υποχρεωτική καταβολή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ότι η ταμειακή ωφέλεια του Δημοσίου, δεν μπορεί να λειτουργεί ως εμπόδιο στην πρόσβαση του πολίτη στη Δικαιοσύνη, πολλώ δε μάλλον η ταμειακή ωφέλεια ενός ιδιώτη διαμεσολαβητή.  

Στη συνέχεια, στις διατάξεις των άρθρων 188, 189 και 190 ορίζονται τα προσόντα των διαμεσολαβητών και διακηρύσσεται ο αμερόληπτος, ουδέτερος και ανεξάρτητος τρόπος με τον οποίο θα πρέπει να εκτελούν τα καθήκοντά τους. Εκεί μαθαίνουμε ότι διαμεσολαβητής μπορεί να γίνεται κάθε κάτοχος πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που θα λάβει την σχετική διαπίστευση μέσα από μία σεμιναριακή εκπαίδευση, ανεξάρτητα από επιστημονική ειδικότητα και χωρίς να προϋποτίθεται νομική κατάρτιση. Στη συνέχεια το νομοσχέδιο, επί το τέλει της υλοποίησης του ευχολογίου περί ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, υποκαθιστά τα εχέγγυα ανεξαρτησίας με την απειλή μιας πειθαρχικής διαδικασίας, που καταστρώνεται στο άρθρο 193, υπό την εποπτεία της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης, για την περίπτωση που κάποιος εκ των διαμεσολαβητών τελέσει πειθαρχικό παράπτωμα και παραβεί την υποχρέωση αμεροληψίας και ουδετερότητα ή τελέσει έγκλημα κ.α. Το ότι η θέσπιση πειθαρχικής διαδικασίας δεν συνιστά τρόπο θωράκισης της ανεξαρτησίας ενός οργάνου, που λαμβάνει εξουσίες οριστικής διευθέτησης μίας διαφοράς, δε χρειάζεται περισσότερη επεξήγηση. Αλλά και αυτή η σπουδή του νομοθέτη για διευθέτηση των διαφορών από ιδιώτες, δε μπορεί να γίνεται με κάθε κόστος, όπως φαίνεται δυστυχώς ότι ρητά επιλέγεται στη διάταξη του άρθρου 193παρ.Δ2, όπου ορίζεται πως ακόμη και η επιβολή της βαρύτερης μορφής πειθαρχικής ποινής σε διαμεσολαβητή, για παράπτωμα (κακούργημα, πλημμέλημα εκ δόλου ή υποτροπή σε προσωρινή παύση) που τέλεσε στα πλαίσια της διαμεσολάβησης, ήτοι αυτής της ανάκλησης της διαπίστευσής του, «δε θίγει το κύρος της επιτυχούς έκβασης της διαμεσολάβησης καθώς και του συμφωνητικού που καταρτίστηκε»! Είναι σαφές ότι η παραχώρηση τέτοιου μεγέθους εξουσίας σε ανθρώπους, που δεν διαθέτουν ένα πλέγμα θεσμών και προϋποθέσεων το οποίο να τους επιβάλλει, αλλά και να τους επιτρέπει να είναι και να λειτουργούν ανεξάρτητα, δεν μπορεί παρά να επαχθεί σοβαρές συνέπειες και στρεβλώσεις για τη λειτουργία ολόκληρου του δικαιοδοτικού συστήματος, το οποίο για τους πολίτες είναι ενιαίο. Αλλά και η αξιοποίηση συμφωνιών, που ελήφθησαν υπό το κράτος απειλών, εκβιασμών και άλλων εγκληματικών πράξεων, προκειμένου να αποσυμφορηθεί η δικαστηριακή ύλη, είναι μία επιλογή που απέχει από τις αξίες και την αντίληψη του δικαιικού μας συστήματος.

Συμπερασματικά, όπου θεσπίζεται υποχρεωτικότητα, δεν υπάρχει εκούσιος συμβιβασμός μεταξύ των μερών και για το λόγο αυτό ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του νέου θεσμού είναι αυτός που τον καθιστά ατελές, πλην κοστοβόρο υποκατάστατο της δικαιοδοτικής κρίσης. Το κενό που δημιουργείται από την υποχώρηση στην συμβατική ελευθερία, καλύπτεται μόνο από την εμπλοκή στη διαδικασία διαμεσολάβησης δικαστικού λειτουργού, που έχει τα εχέγγυα δικαστικής ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Άλλωστε, η αντίληψη ότι οι διαφορές μεταξύ ιδιωτών πρέπει να λύνονται κατά κανόνα εκτός του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, υπολαμβάνει την εσφαλμένη προϋπόθεση ότι όλοι οι διάδικοι προσέρχονται στη διαδικασία ενός συμβιβασμού ισοδύναμα. Όμως στις γενεσιουργούς αιτίες της ύπαρξης του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, βρίσκεται η παραδοχή, ότι στα πλαίσια του κοινωνικού ανταγωνισμού αυτό δεν ισχύει. Ανεξάρτητα όμως της τύχης που θα έχουν οι διατάξεις του νέου νομοσχεδίου στα πλαίσια του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου συνταγματικότητας, που θα διέλθει, οι δικαστές οφείλουν να προειδοποιήσουν τόσο την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία, όσο και την κοινωνία, για τις άμεσες συνέπειες, που έχουν διαφανεί. Άλλωστε η βιασύνη για τη χωρίς ουσιαστικό διάλογο θέσπιση τέτοιου θεσμού σε συνδυασμό με τις διαφαινόμενες αξίες από τις οποίες εμφορείται, δεν επιτρέπει να τον εντάξουμε στην προώθηση της θεμιτής και καλοδεχούμενης από τους δικαστές κουλτούρας της εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών, αλλά πρωτίστως στους οικονομικούς σκοπούς διαμοίρασης μίας αόρατης αναπτυξιακής πίτας. Αν δε, τα παραπάνω αξιολογηθούν μέσα στο πλαίσιο των όσων εκφράστηκαν από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης σε βάρος των δικαστών, ενόψει της ήδη ασκηθείσας κριτικής εκ μέρους τους, το νομοσχέδιο υποψιάζει και για το ρόλο του στα πλαίσια της διαχρονικά επιχειρούμενης κοινωνικής αποδόμησης της δικαστικής εξουσίας. Μάλλον, ό,τι δεν κάμπτεται, πρέπει να παρακάμπτεται.

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΟΡΓΑΝΙΚΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ

Της Βαρβάρας Πάπαρη,Εφέτη Λάρισας,μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.2 του Ν.1756/1988,όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 αντικαταστάθηκε με την παρ.8 άρθρ.6 Ν.2408/1996 “2. Η κατανομή των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών υπαλλήλων της γραμματείας στα δικαστήρια και στις εισαγγελίες γίνεται ανάλογα με τον αριθμό των υποθέσεων και τη δικαστηριακή τους κίνηση, των μεν δικαστικών λειτουργών με προεδρικό διάταγμα, των δε υπαλλήλων με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδονται κάθε δύο (2) χρόνια, κατά μήνα Ιούνιο ή εκτάκτως σε περίπτωση αύξησης των θέσεων.” Το διάταγμα αυτό εκδίδεται ύστερα από γνώμη:  α. για τους δικαστικούς λειτουργούς: αα. των πολιτικών –  ποινικών  δικαστηρίων,  του  προέδρου  και  του  εισαγγελέα  του Αρείου  Πάγου,  που  λαμβάνουν  υπόψη αντιστοίχως τις αιτιολογημένες προτάσεις των δικαστικών λειτουργών που  διευθύνουν  τα  εφετεία και τις εισαγγελίες εφετών…«Στην περίπτωση συγχώνευσης δικαστηρίων, οι οργανικές θέσεις των δικαστικών λειτουργών διατηρούνται και μεταφέρονται αυτοδικαίως στο δικαστήριο, το οποίο προκύπτει από την εν λόγο συγχώνευση. Οι ως άνω θέσεις καταλαμβάνονται από τους υπηρετούντες στα συγχωνευόμενα δικαστήρια δικαστικούς λειτουργούς.» Το τελευταίο εδάφιο της παρ.2 προστέθηκε με την παρ.4 άρθρου 40 Ν.4111/2013.Σημειώνεται  ότι  υποστηρίχθηκε από δικηγορικούς συλλόγους,ότι τόσο ο νόμος 1756/1988 όσο και ο μεταγενέστερος νόμος 2408/1996, που τροποποίησε τον πρώτο νόμο, κατά το σκέλος εκείνο που προβλέπει την απλή γνώμη του προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αντί αποφασιστικής αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, για ζήτημα που αφορά στην εσωτερική οργάνωση της δικαστικής λειτουργίας, όπως αυτό της κατανομής των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων της χώρας, έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 26, 87 και  90 του Συντάγματος (προσφυγές κατά του ΠΔ/τος 30/2013 «Κατανομή οργανικών θέσεων δικαστικών λειτουργών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων της χώρας», οι οποίες συζητήθηκαν  στην Επταμελή  σύνθεση του Γ΄ τμήματος του ΣτΕ την 2/3/2017).

Η καταμέτρηση της υπηρεσιακής εργασίας, η οποία επιχειρήθηκε στο παρελθόν, όταν έγινε ανακατανομή των θέσεων των δικαστικών λειτουργών των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων της χώρας (βλ.ΠΔ/τα 30/2013,63/2014,72/2014,146/2014 και 66/2016), δεν υπήρξε ορθή, διότι διενεργήθηκε σε περιόδους αποχής των δικηγόρων από την εργασία τους, ενώ δεν λήφθηκε υπόψη η υπερφόρτωση των δικασίμων λόγω των διατάξεων του Ν. 4335/2015 που ισχύουν από 1-1-2016,σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 35 του Ν. 4446/2016 για την καταβολή παράβολου σε περίπτωση αιτήματος αναβολής. Σε κάθε περίπτωση η καταμέτρηση εκείνη δεν ανταποκρίνεται πλέον στην κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στα περισσότερα δικαστήρια της χώρας. Σε άλλα δικαστήρια ο φόρτος εργασίας είναι φυσιολογικός και διαχειρίσιμος και σε άλλα υπερβολικός και οδηγεί σε εξουθένωση των συναδέλφων. Η δε πίεση που ασκείται σε υπερχρεωμένους συναδέλφους για την έκδοση των αποφάσεων στα προβλεπόμενα χρονικά όρια, δεν συμβάλλει καθόλου στην ταχύτερη διεκπεραίωση της εκκρεμούς εργασίας τους, παρά μόνο αυξάνει την εργασιακή τους υπερένταση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για την υγεία τους και για την ποιότητα της εργασίας τους. Επιβάλλεται, επομένως, η κατανομή νέων, καθώς και η ανακατανομή υφισταμένων οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών και μάλιστα με βάση αντικειμενικά και όχι άλλου είδους κριτήρια, όπως πχ πιέσεις  τοπικών παραγόντων. Τα στοιχεία ροών της τελευταίας τριετίας και των εκκρεμών κατά την 31.12.2017 υποθέσεων είναι γνωστά και είναι στη διάθεση όλων των αρμοδίων υπηρεσιακών παραγόντων και δεν χρειάζεται να τα παραθέτουμε κάθε φορά για λόγους εντυπωσιασμού.

Πρόσφατα ο Υπουργός Δικαιοσύνης ανέφερε ότι οι συνθήκες εργασίας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ξεπερνούν κάθε φαντασία και δήλωσε ότι είναι σε εξέλιξη η διαδικασία διάσπασής του. Ελπίζω ο Υπουργός να δείξει το ίδιο ενδιαφέρον και για τα άλλα δικαστήρια που στενάζουν. Γνωρίζει, εξάλλου, τα προβλήματα και τόνισε ότι άμεσα θα υπάρξει στελέχωση όλων των δικαστηρίων της χώρας από προσωπικό. Η Ένωσή μας, πάντως, με σχετικά έγγραφά της, τον Οκτώβριο του 2016 και τον Μάρτιο του 2017 και προφορικά, διά των εκπροσώπων της, έχει ζητήσει επανειλημμένως την αύξηση των θέσεων των δικαστικών λειτουργών και την άμεση κάλυψη των κενών που δημιουργούνται. Ας προστεθεί και το αίτημα για ανακατανομή των οργανικών θέσεων.

Εύχομαι σε όλους σας καλή χρονιά με υγεία

Με συναδελφικούς χαιρετισμούς

Βαρβάρα Πάπαρη

Εφέτης,μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

 

                          

 


 

 

ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΕΙΤΑΙ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Από τον Ιανουάριο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2017 η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων επεξεργάστηκε και συνέταξε ειδική πολυσέλιδη και εμπεριστατωμένη μελέτη – πρόταση για την Δικαστική Μεσολάβηση. Μία διαδικασία που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εναλλακτικός τρόπος επίλυσης των διαφορών που εκκρεμούν ή θα εισαχθούν στα Δικαστήρια με αποκλειστικό σκοπό την επιτάχυνση των διαδικασιών έκδοσης απόφασης. Η προτεινόμενη διαδικασία θα έδινε τη δυνατότητα αποσυμφόρησης μεγάλου αριθμού εκκρεμών υποθέσεων ενώπιον των Δικαστηρίων. Τονίσαμε ότι η υπεροχή του συστήματος της δικαστικής μεσολάβησης έναντι άλλων τρόπων επίλυσης των διαφορών εδράζεται ιδίως στην παρουσία και ενεργό συμμετοχή δικαστικού λειτουργού στη διαδικασία, ο οποίος έχει τα συνταγματικά εχέγγυα προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Ο διάδικος θα κατέβαλε μόνον την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ενώ το Δημόσιο δεν θα επιβαρύνονταν με δαπάνες. Το σχέδιό μας το καταθέσαμε τόσο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όσο και στον Υπουργό της Δικαιοσύνης και στον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Πρόσφατα τέθηκε υπόψη και των πολιτικών κομμάτων της Χώρας. Κι’ ενώ θα ανέμενε κανείς μία προηγούμενη συζήτηση επί της προτάσεώς μας, είδαμε αναρτημένη στο Υπουργείο Δικαιοσύνης στις 28 Δεκεμβρίου πρόταση Διαβούλευσης της «ιδιωτικής διαμεσολάβησης», με καταληκτική ημερομηνία διαβούλευσης την 2α Ιανουαρίου! Ο προσχηματικός χαρακτήρας της διαβούλευσης είναι φανερός και στον πιο δύσπιστο, όταν γίνεται σε περίοδο αργιών και διαρκεί 5 ημέρες.  Το γιατί όμως γίνεται με τέτοια σπουδή και πού αποσκοπεί είναι το πιο ενδιαφέρον.

Πρώτο χαρακτηριστικό του νέου νομοσχεδίου είναι ότι «διαμεσολαβητής» ορίζεται ιδιώτης, του οποίου το μοναδικό προσόν είναι να είναι απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και να έχει εγγραφεί στο σχετικό μητρώο που τηρεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ο ιδιώτης αυτός έχει καθήκοντα και αρμοδιότητες «οιονεί» δικαστή και το αποτέλεσμα της μεσολάβησής του είναι η σύνταξη πρακτικού που αποτελεί τίτλο εκτελεστό όπως και οι δικαστικές αποφάσεις. Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η υποχρεωτικότητα της υπαγωγής πολλών διαφορών στη συγκεκριμένη διαδικασία. Έτσι διαφορές οροφοκτησίας, αυτοκινητικές, αμοιβών, οικογενειακές, εργατικές, ιατρικής αμέλειας, εμπορικές κλπ υπάγονται υποχρεωτικά στη νέα διαδικασία, πριν ακόμα την προσφυγή στο Δικαστήριο. Το τρίτο σημείο που πρέπει να επισημανθεί είναι το ύψος της αμοιβής που υποχρεώνεται να καταβάλει ο διάδικος στον ιδιώτη διαμεσολαβητή. Η ελάχιστη αμοιβή του είναι 250 ευρώ χωρίς να υπολογίζεται και ο ΦΠΑ. Εάν ο διαμεσολαβητής χρειαστεί παραπάνω ώρες για την διαμεσολάβηση λαμβάνει επιπλέον αμοιβή 100 ευρώ για κάθε ώρα χωρίς πρόβλεψη ανώτερου ορίου.

Και επειδή φυσικά το Σύνταγμα δεν επιτρέπει σε ιδιώτες να απονέμουν δίκαιο με εξαναγκαστική μορφή, υπάρχει πρόβλεψη στο νομοσχέδιο για τη δυνατότητα κάποιου διαδίκου να μην δεχθεί την πρόταση του διαμεσολαβητή. Τίθενται ωστόσο τα ακόλουθα ερωτήματα:

1ον) Για ποιο λόγο η Κυβέρνηση δεν εισήγαγε την πρόταση για την δημόσια Δικαστική Μεσολάβηση αλλά επέλεξε ένα σύστημα που ιδιωτικοποιεί μία βασική συνταγματική λειτουργία όπως η απονομή δικαιοσύνης;  Ιδίως μάλιστα όταν το σχέδιο ήταν έτοιμο, προτεινόμενο από τους ίδιους τους δικαστές και χωρίς επιπλέον κόστος για τους πολίτες.

2ον) Ποιος ευνοείται από μια τέτοια εξέλιξη; Τίποτα δεν εμποδίζει πλέον τη λειτουργία «παραδικαστηρίων» που θα προσλαμβάνουν διαμεσολαβητές ως υπαλλήλους με τον κατώτατο μισθό και έναν επιχειρηματία που θα εποπτεύει και θα αποκομίζει τα κέρδη. Ο επιχειρηματίας βέβαια θα είναι ευχαριστημένος με την υποχρεωτική καταβολή της αμοιβής ανεξάρτητα εάν λύθηκε ή όχι η υπόθεση. Ο πολίτης πάλι έχει τις εξής εναλλακτικές: είτε να αποδεχθεί την «απόφαση» του ιδιώτη είτε να μην την αποδεχτεί και να συνεχίσει την υπόθεση στα δικαστήρια, οπότε εκεί θα χρειαστεί να καταβάλει εκ νέου έξοδα στον πληρεξούσιο δικηγόρο του.  Σε περιόδους οικονομικής ύφεσης στις οποίες ο λαός δεν μπορεί να εξασφαλίσει τα απολύτως απαραίτητα, είναι εκβιαστικό να ζητείται να καταβάλει διπλάσια δικαστικά έξοδα προς όφελος των «ιδιωτικών» δικαστηρίων.

3ον) Καμία Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υποχρεώνει την Ελληνική Δημοκρατία να ψηφίσει τέτοιο νόμο. Η επίκληση της Οδηγίας 2008/52/ΕΚ στο 1ο άρθρο του νομοσχεδίου είναι προσχηματική αφού το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας περιορίζεται μόνο στις διασυνοριακές διαφορές με πρόβλεψη του εκούσιου- προαιρετικού χαρακτήρα της διαμεσολάβησης. Η επέκταση της διαμεσολάβησης σε όλες τις ιδιωτικές διαφορές κατά τρόπο επιτακτικό – υποχρεωτικό αποτελεί ευρωπαϊκή πρωτοτυπία (σε όλες τις χώρες της ΕΕ η διαμεσολάβηση έχει προαιρετικό χαρακτήρα ενώ ειδικά στη Δανία αντί του θεσμού της ιδιωτικής διαμεσολάβησης ρυθμίζεται μόνο η δικαστική μεσολάβηση) και επιλογή της κυβέρνησης που εδώ και καιρό βρίσκει σύμφωνους το Σ.Ε.Β. την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος καθώς και το ΕΒΕΑ που μόλις τον Οκτώβριο του 2017 ζητούσε την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης. Δεν φαίνεται λοιπόν τυχαία η επιλογή των υποθέσεων που θα υπάγονται στην υποχρεωτική διαμεσολάβηση τη στιγμή που ορισμένες κατηγορίες των υποθέσεων αυτών (πχ αυτοκινητικές) εκδικάζονται από τα δικαστήρια σε χρονικό διάστημα που δεν απέχει περισσότερο από 5 μήνες από την κατάθεση της αγωγής.

4ον) Η πιο εντυπωσιακή ωστόσο παραφωνία του νέου νομοσχεδίου με το Σύνταγμα είναι η δια νόμου απονομή προσόντων «αμεροληψίας» στον ιδιώτη επιχειρηματία!  Ο φυσικός δικαστής, παρά τα λάθη και τις αβλεψίες που μπορεί κανείς να του χρεώσει σε κατ’ ιδίαν υποθέσεις, προστατεύεται από σειρά διατάξεων του Συντάγματος στη προσωπική και λειτουργική του ανεξαρτησία κι’ αυτό αποτελεί την σπουδαιότερη εγγύηση του αδιάβλητου μιας διαδικασίας. Πώς μπορεί να ειπωθεί το ίδιο για τον ιδιώτη όταν είναι γνωστό ότι οι οικονομικές σχέσεις και εξαρτήσεις διατρέχουν οριζόντια και κάθετα όλο το οικοδόμημα; Ο ιδιώτης μεσολαβητής ακόμα κι’ αν λειτουργήσει αυτόνομα κι όχι ως υπάλληλος σε εταιρία διαμεσολάβησης, εξακολουθεί να έχει κάποιο κύριο επάγγελμα και να είναι εξαρτημένος από πελατειακές σχέσεις, τις οποίες είναι πολλές φορές αδύνατο να γνωρίζει κάποιος, καθώς χάνονται μέσα σε επαγγελματικά απόρρητα, έμμεσες σχέσεις κ.α.

Είναι απόλυτα βέβαιο ότι πολλαπλά χαμένος από την εισαγωγή των νέων ρυθμίσεων θα είναι ο οικονομικά αδύναμος πολίτης. Οι επιχειρηματίες – μεσολαβητές θα δουν τα κέρδη τους να αυξάνονται αφού παρέχεται νέο προσοδοφόρο πεδίο δραστηριότητας μετά την εκπαίδευση, την υγεία, την κοινωνική ασφάλιση και τις άλλες δομές του πρώην κοινωνικού κράτους. Η καλλιέργεια εχθρικού κλίματος της Κυβέρνησης με τη Δικαιοσύνη όλο το προηγούμενο διάστημα με διάφορες προφάσεις αποκαλύφθηκε ότι δεν ήταν παρά μια αφορμή για επικίνδυνους θεσμικούς ακροβατισμούς.

*Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ – Προέδρου Πρωτοδικών – Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Προέδρου Πρωτοδικών – Εκπροσώπου Τύπου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Η ΑΥΞΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΑΠΑΡΤΙΑΣ ΙΣΟΔΥΝΑΜΕΙ ΜΕ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ

Του Χριστόφορου Σεβαστίδη,
Προέδρου Πρωτοδικών-
Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

          Το Σύνταγμα στο άρθρο 23 παρ. 2 αναγνωρίζει ρητά το δικαίωμα των εργαζομένων στην απεργία. Δεν υπάρχει νομίζω άλλο συνταγματικό δικαίωμα που η αναγνώρισή του πέρασε μέσα από τόσες εκατόμβες νεκρών και για το οποίο χύθηκε τόσο ανθρώπινο αίμα. Η απεργία αποτέλεσε το μοναδικό όπλο εκατομμυρίων μεταναστών που έφταναν σε άθλιες συνθήκες από την γηραιά ήπειρο στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1860 και το κυρίαρχο μέσο πάλης των εξαθλιωμένων της Ευρώπης από τις αρχές του 20ου αιώνα.   Αρκεί να ανατρέξει κανείς στην πρόσφατη ιστορία για να διαπιστώσει πως όλα τα «αυτονόητα» δικαιώματα, όπως το 8ωρο, οι ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, η μείωση της εντατικοποίησης της εργασίας, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας κατακτήθηκαν με αιματηρούς απεργιακούς αγώνες. Και όσο δύσκολα κατακτήθηκαν τόσο εύκολα χάθηκαν λόγω της υποχώρησης του εργατικού κινήματος σε παγκόσμιο επίπεδο. Είχα την ευκαιρία να σημειώσω και παλαιότερα (Χριστόφορος Σεβαστίδης, Το δικαίωμα απεργίας και ο δικαστικός έλεγχος της άσκησής του, έκδ. 2015, σελ. 11-12) ότι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι να θέτει όπου μπορεί ακόμα μεγαλύτερους περιορισμούς στο δικαίωμα της απεργίας προς όφελος της επιχειρηματικής ελευθερίας, έτσι ώστε το δικαίωμα να υφίσταται στα νομοθετικά κείμενα αλλά να είναι καταργημένο στην πράξη.  Από το 2014 επισημάναμε τις συνεχείς πιέσεις που ασκούνταν στην Ελλάδα για λήψη απόφασης απεργίας με απόλυτη πλειοψηφία της γενικής συνέλευσης, κατά το παράδειγμα που ακολουθήθηκε και στη Βουλγαρία. Ο νομοθέτης στην Ελλάδα έθεσε μέχρι σήμερα τόσους περιορισμούς στο δικαίωμα της απεργίας ώστε σε διάστημα μιας πενταετίας (2009-2014) το ποσοστό των νόμιμων απεργιών να φθάνει μόλις το 10% (26 από τις 264) ενώ το 90% αυτών να κρίνονται παράνομες ή καταχρηστικές από τα Δικαστήρια, ιδίως λόγω έλλειψης κάποιας τυπικής προϋπόθεσης. Εφόσον επομένως αυξηθεί το ποσοστό απαρτίας για τη συζήτηση και τη λήψη απόφασης περί απεργίας θα έχουμε έναν νέο νομοθετικό περιορισμό που θα καταργήσει στην πράξη εκ βάθρων την σχετική διάταξη του Συντάγματος. Η σύμφωνη με το Σύνταγμα νομοθέτηση απαιτεί όχι μόνο τη μη αύξηση του αριθμού της απαρτίας της γενικής συνέλευσης αλλά αντίθετα την τροποποίηση του άρθρου 20 παρ. 1 ν. 1264/82 το οποίο εισάγει έναν αδικαιολόγητο διαχωρισμό (επαναλαμβάνοντας άκριτα το ν. 2151/1920 που μόλις αποποινικοποίησε την απεργία) και το οποίο αναγνωρίζει μόνο για τις τοπικές πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις ως αρμόδιο όργανο την γενική συνέλευση. Σε όλες τις άλλες οργανώσεις –πρωτοβάθμιες πανελλαδικής έκτασης, δευτεροβάθμιες ή τριτοβάθμιες-  αναθέτει την άσκηση του απεργιακού δικαιώματος στα διοικητικά συμβούλια. Θυμίζω ότι για την κήρυξη απεργίας στο Δημόσιο ισχύει το άρθρο 30 παρ. 8β’ ν. 1264/82 που καθιστά αρμόδια όργανα τις Γενικές Συνελεύσεις ακόμα και για τις δευτεροβάθμιες και τις τριτοβάθμιες οργανώσεις. Για το λόγο αυτό άλλωστε ο κατάλογος των απεργιών σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, που κηρύχθηκαν παράνομες είναι βασανιστικά μακρύς. Στην πραγματικότητα το Σύνταγμα αναφέροντας ότι η απεργία μπορεί να κηρυχθεί «από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις» εννοεί σαφώς με οποιονδήποτε τρόπο αυτές οι οργανώσεις εκδηλώνουν την βούλησή τους (ανωτ, σελ. 70 επ) άρα και μέσω των διοικητικών τους συμβουλίων.  Ποτέ και σε καμία άλλη περίπτωση δεν δείχνει ο νομοθέτης τόση δυσπιστία στο εκλεγμένο διοικητικό συμβούλιο παρά μόνο όταν αυτό αποφασίζει την κήρυξη απεργίας. Μήπως όμως δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο και η σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία που βασίζεται στην αρχή της αντιπροσωπευτικότητας; Σήμερα με το πρόσχημα της τήρησης της δημοκρατικής αρχής και της μεγαλύτερης κατά το δυνατό εκπροσώπησης των εργαζομένων θα καθίσταται αδύνατη τις περισσότερες φορές η κήρυξη απεργίας λόγω της αδυναμίας σύγκλησης ενός τόσο δυσκίνητου οργάνου όπως είναι η ΓΣ και μάλιστα με πλειοψηφία άνω του 50%. Ο πραγματικός λόγος νομοθέτησης μιας τέτοιας διάταξης που έφερε με τροπολογία το Υπουργείο Εργασίας είναι περισσότερο από προφανής: Ο εργαζόμενος δεν φτάνει μόνο να είναι φθηνός και να μην έχει σταθερό ωράριο. Θα πρέπει να είναι απογυμνωμένος από κάθε συλλογικό δικαίωμα όπως αυτό των σ.σ.ε. και της απεργίας ώστε να μην μπορεί να διεκδικεί βελτίωση των συνθηκών εργασίας του. Μόνο με τέτοιους όρους θα ανοίξει ο δρόμος για προσέλευση επενδυτών. Οι διατάξεις ωστόσο του Συντάγματος βάζουν ένα όριο που δεν μπορεί να ξεπεραστεί για χάρη οποιασδήποτε επιδίωξης ή σκοπιμότητας.