ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΕΦΕΤΕΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ – ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΣΤΙΣ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ ΦΟΡΕΩΝ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

΄Υστερα από τις πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις και αποφάσεις των θεσμικών εκπροσώπων των δικηγόρων, εκφράζουμε, απερίφραστα, τη στήριξή μας προς τον Πρόεδρο της ΄Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Χριστόφορο Σεβαστίδη, λόγω των πρόσφατων επαναλαμβανόμενων, σε βάρος του, προσωπικών επιθέσεων και αναφορών που δέχθηκε από τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, καθώς και άλλα θεσμικά όργανα  του Δικηγορικού Σώματος της χώρας, που, εκτός των άλλων, ακυρώνουν το θεσμικό του ρόλο και τους αγώνες που έδωσε και δίνει για την προάσπιση του κύρους της δικαιοσύνης και των λειτουργών της και όχι για την προάσπιση προσωπικών του συμφερόντων. Απερίφραστη, όμως, είναι και η αντίθεσή μας στις πρόσφατες εξαγγελίες των ίδιων θεσμικών εκπροσώπων των δικηγόρων περί ελέγχου των δικαστών για την υπηρεσιακή απόδοσή τους, για τον οποίο, όπως είναι γνωστό, θεσμικά αρμόδια είναι άλλα όργανα της πολιτείας. Παράλληλα, ξεκινώντας από την πάγια θέση μας ότι ο δικηγόρος είναι διαχρονικά συλλειτουργός της δικαιοσύνης, εκφράζουμε την ευχή να επιδειχθεί νηφαλιότητα, ιδίως στην έκφραση του δημόσιου λόγου, ώστε η πρόσφατη κρίση που προκλήθηκε και η όξυνση των σχέσεων μεταξύ της Ε.Δ.Ε. και των δικηγόρων, που οδηγεί σε αδιέξοδο και μάλιστα για ήσσονος σημασία ζήτημα, μη υφιστάμενο στην πραγματικότητα, να εκτονωθεί τάχιστα και να σταματήσει εδώ, καθώς αποπροσανατολίζει τους δικηγόρους και τους δικαστές από τα πραγματικά προβλήματα της δικαιοσύνης, κι ενώ η συνεργασία δικαστών και δικηγόρων, στις μέρες μας, είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία. Τέλος, ευελπιστούμε και προσβλέπουμε στην άμεση επαναφορά ενός γόνιμου δημόσιου διαλόγου μεταξύ των δύο (θεσμικών) πλευρών για όλα τα θέματα που απασχολούν το χώρο της δικαιοσύνης προς όφελος των πολιτών αυτής χώρας.

 

Θεσσαλονίκη 19-12-2019

  Με τιμή

                                                             Η Πρόεδρος της Εφετειακής Επιτροπής Θεσ/νίκης

Σοφία  Μαντζακίδου

Εφέτης Θεσσαλονίκης

 Τα μέλη

Άννα Τσόρμπα

Κων/νος Χαρίσης

Εύη Σελησίου

 

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ Γ.Σ. ΤΗΣ 14-12-2019 ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΣΕΒΑΣΤΙΔΗ, ΠΡ.ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ, ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΕΔΕ

     Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, 

    όταν στις 26.11.2019 κατατέθηκε στη Βουλή η γνωστή φωτογραφική τροπολογία για την ανακατανομή των θέσεων Προέδρων Εφετών και Εφετών, πρώτη η ομάδα μας διατύπωσε την αντίθεσή της και κινητοποίησε τόσο την πλειοψηφία του Δ.Σ. της ΕΔΕ όσο και τα εφετεία της χώρας, τις εφετειακές επιτροπές της ΕΔΕ, αλλά και τον νομικό κόσμο, που εκφράστηκαν δημόσια αρνητικά για την προοπτική ανατροπής της αριθμητικής σχέσης μεταξύ Προέδρων Εφετών και Εφετών. Με σοβαρά και ουσιαστικά επιχειρήματα αναδείχθηκαν οι δυσλειτουργίες και τα προβλήματα που θα προκαλέσει η ρύθμιση αυτή και έγινε αντιληπτό ότι ειδικά ο κ. Σαλάτας, στην ικανοποίηση του οποίου απέβλεπε η συγκεκριμένη ρύθμιση, εκμεταλλευόμενος την θέση του στο Δ.Σ. της ΕΔΕ δεν δίστασε να προωθήσει τη νομοθετική αυτή μεταβολή, αδιαφορώντας για την αναστάτωση στην προσωπική και υπηρεσιακή ζωή δεκάδων συναδέλφων. Την ουσία της τροπολογίας αυτής και τους λόγους της άμεσης αντίδρασής μας θα σας εξηγήσει στη συνέχεια ο Πρόεδρος της ΕΔΕ, Χριστόφορος Σεβαστίδης. 

     Πώς, όμως, οδηγηθήκαμε στην τροπολογία αυτή και με ποιον τρόπο κατάφερε ο κ. Σαλάτας να «πείσει» τον Υπουργό Δικαιοσύνης για το δίκαιο του αιτήματός του και να αποκτήσει έναν συμπαραστάτη στο Δ.Σ., τον κ Λυμπερόπουλο; Η απάντηση μπορεί εύκολα να δοθεί με μία απλή αναδρομή στα 3 τελευταία χρόνια λειτουργίας του ενωτικού προεδρείου της ΕΔΕ και μία σύγκριση των κοινών θέσεών μας μέχρι τον Ιούνιο του 2019 και την μεταστροφή των κ.κ. Σαλάτα και Λυμπερόπουλου από τον Ιούλιο του 2019 σε όλα τα σοβαρά ζητήματα. 

   Υπενθυμίζω εδώ από τον Ιούνιο 2016 μέχρι τον Ιούνιο 2019 η ΕΔΕ εξέδωσε δεκάδες ανακοινώσεις και δελτία τύπου, καταγγέλλοντας επανειλημμένα υπουργούς και βουλευτές της τότε κυβερνητικής πλειοψηφίας για προσπάθεια χειραγώγησης της δικαιοσύνης, για αντιθεσμική συμπεριφορά, για αστήρικτες κατηγορίες και στοχοποίηση συναδέλφων. Αναδείξαμε την αντισυνταγματικότητα του νόμου της προηγούμενης κυβέρνησης που υποβάθμιζε τον ρόλο και τη θέση των ειρηνοδικών, μετατρέποντάς τους σε προϊσταμένους υποθηκοφυλακείων και πρωτοστατήσαμε στην διαδικασία ακύρωσής του. Παρασταθήκαμε πολλές φορές στη διαδικασία ακρόασης φορέων στη Βουλή και καταγγείλαμε τις απαράδεκτες πρωτοβουλίες της τότε κυβέρνησης που συρρίκνωναν την προστασία των εργαζομένων, με τον περιορισμό του δικαιώματος στην απεργία και την διευκόλυνση των ομαδικών απολύσεων, τον απαράδεκτο αποκλεισμό δικαστών από την επιλογή τους στο νέο θεσμό του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Καταγγείλαμε τον Αύγουστο του 2016 την τότε κυβέρνηση για ανεπίτρεπτη παρέμβαση στο έργο της δικαιοσύνης με αφορμή δηλώσεις σχετικά με την υπόθεση της ΕΛΣΤΑΤ. Καυτηριάσαμε τον Οκτώβριο του 2016 την απαράδεκτη στάση της κυβέρνησης απέναντι στην απόφαση του ΣτΕ για τον νόμο για τις τηλεοπτικές άδειες. Αναδείξαμε από κοινού και με τις άλλες δικαστικές ενώσεις τις προβληματικές και αντισυνταγματικές διατάξεις του νόμου για το πόθεν έσχες, ερχόμενοι σε ευθεία σύγκρουση με τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης κ. Κοντονή. Ασκήσαμε σκληρή κριτική στην επιλογή της τότε κυβέρνησης να τοποθετήσει στη θέση της προϊσταμένης του νομικού γραφείου του Πρωθυπουργού την πρώην Πρόεδρο του Αρείου Πάγου κα. Θάνου. Συγκρουστήκαμε ακόμα και με τον πρώην Πρωθυπουργό (κ. Α.Τσίπρα) όταν χαρακτήρισε την Δικαιοσύνη θεσμικό εμπόδιο, καταγγέλλοντας την επικίνδυνη αυτή λογική που οδηγεί σε αμφισβήτηση του κράτους δικαίου. Και δεν είναι τυχαίο που η δική μας ομάδα και κυρίως ο Πρόεδρος της ΕΔΕ, Χριστόφορος Σεβαστίδης, δεχθήκαμε προσωπική επίθεση από παράγοντες της τότε κυβέρνησης, αλλά και από την κρατική τηλεόραση και εφημερίδες φίλα προσκείμενες στην τότε κυβέρνηση. 

     Και ενώ έτσι πορευτήκαμε με κοινή προσπάθεια και δράση όλων των μελών του ενωτικού προεδρείου μέχρι τον Ιούνιο του 2019, ξαφνικά (αλλά αναμενόμενα για όσους γνωρίζουν την συνδικαλιστική διαδρομή κάθε μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ) με την αλλαγή της κυβέρνησης τον Ιούλιο του 2019 μεταβλήθηκε και η στάση τόσο του κ. Σαλάτα όσο και του κ. Λυμπερόπουλου. Θα σταθώ σε ορισμένα μόνο χαρακτηριστικά παραδείγματα της μεταστροφής αυτής: 

  Α) Τον Ιανουάριο του 2018 με την κατάθεση του νομοσχεδίου για την ιδιωτική διαμεσολάβηση το ενωτικό προεδρείο (με τη συμμετοχή και των κ.κ. Σαλάτα και Λυμπερόπουλου) ανέδειξε ως κυρίαρχο ζήτημα την αντισυνταγματικότητα και τα προβλήματα των προτεινόμενων διατάξεων. Εκδώσαμε πλήθος ανακοινώσεων και δελτίων τύπου και αποφασίσαμε ως μέτρο διαμαρτυρίας την διακοπή συνεδριάσεων των δικαστηρίων την ημέρα ψήφισης του νομοσχεδίου. Η θέση της Ένωσης εδώ και δύο χρόνια περίπου ήταν σταθερά η ίδια στην κατεύθυνση της μη υποχρεωτικότητας της ιδιωτικής διαμεσολάβησης και παράλληλα στην προώθηση της δικαστικής μεσολάβησης. 

   Τον Οκτώβριο του 2019 δόθηκε σε διαβούλευση σχέδιο νόμου, που ρύθμιζε εκ νέου τον θεσμό της ιδιωτικής διαμεσολάβησης. Το σχέδιο αυτό, όπως και εκείνο που κατατέθηκε στη συνέχεια στη Βουλή και τελικά ψηφίστηκε και αποτέλεσε τον Ν. 4640/2019, είναι στα κρίσιμα σημεία του κατά βάση αντιγραφή του νόμου του 2018, προβλέποντας ως υποχρεωτική την ιδιωτική διαμεσολάβηση με σημαντική οικονομική επιβάρυνση των πολιτών και άσκηση έργου διαμεσολαβητή και από μη νομικό, απειλώντας ποινές και έξοδα για την περίπτωση που κάποιος διάδικος δεν προσέλθει στην ιδιωτική διαμεσολάβηση και θεσπίζοντας ως υποχρεωτική την συμμετοχή δικηγόρου. Παράλληλα, όμως, προχώρησε ένα βήμα μπροστά απαξιώνοντας πλήρως τον θεσμό της δικαστικής μεσολάβησης, στην οποία δεν αναγνώρισε ούτε αναπληρωματικό ρόλο, υποβαθμίζοντας αισθητά τον ρόλο και την θέση του δικαστή στις διαδικασίες συναινετικής επίλυσης των διαφορών. Ωστόσο, οι κ.κ. Λυμπερόπουλος και Σαλάτας ξαφνικά αναθεώρησαν την αρχική τους στάση και υπεραμύνθηκαν της συμβατότητας του νέου νομοσχεδίου με το Σύνταγμα, αλλά και της μη αντίθεσής του στις βασικές αρχές που συμφωνήσαμε δύο χρόνια πριν στο Δ.Σ. της ΕΔΕ ότι πρέπει να διέπει τον θεσμό της ιδιωτικής διαμεσολάβησης και τη σχέση του με την δικαστική μεσολάβηση. Έτσι, φτάσαμε, με αποκλειστική ευθύνη των κ.κ. Σαλάτα και Λυμπερόπουλου, από την απόφαση της ΕΔΕ του 2018 για δυναμικές κινητοποιήσεις με διακοπή συνεδριάσεων, στην πλήρη αφωνία. 

    Β) Στα πλαίσια αναθεώρησης των δύο ποινικών κωδίκων κατά τα τέλη Οκτωβρίου 2019 είχε προταθεί από την σημερινή κυβέρνηση η τροποποίηση των διατάξεων σχετικά με τον τρόπο δίωξης της κακουργηματικής απιστίας και η πρόβλεψη για πρώτη φορά της κατ’ έγκληση δίωξής της, διάταξη που τελικά στο κείμενο του Ν. 4637/2019 κατέλαβε μόνο την κακουργηματική απιστία σε βάρος τραπεζών. Η αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, στα πλαίσια ακρόασης των φορέων, κάλεσε την ΕΔΕ στις 6.11.2019 για να εκφράσει τις θέσεις της, αλλά ενόψει της σύγκλησης έκτακτου Δ.Σ. για το ζήτημα αυτό στις 7.11.2019 επιφυλαχθήκαμε να απαντήσουμε εγγράφως. Στο Δ.Σ. της ΕΔΕ η πλειοψηφία των μελών αποφάσισε να δηλώσει η ΕΔΕ την αντίθεσή της στη διάταξη εκείνη, θεωρώντας αυτονόητο ότι η απόφαση αυτή έπρεπε να κοινοποιηθεί άμεσα στο αρμόδιο κατά τον χρόνο εκείνο όργανο, που ήταν η Επιτροπή της Βουλής. Αντίθετα, η μειοψηφία του Δ.Σ., αποτελούμενη από τους κ.κ. Λυμπερόπουλο, Σαλάτα και Φούκα, αρνήθηκε τη δημοσιοποίηση και αποστολή των απόψεων της ΕΔΕ στην Επιτροπή της Βουλής και πρότεινε την αποστολή τους μόνο στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. 

    Ποιος ο λόγος αποστολής των θέσεών μας σε αναρμόδιο όργανο, όταν η ψήφιση του νόμου είχε προσδιοριστεί για τις επόμενες ημέρες; Για ποιο λόγο θα έπρεπε να συγκαλύψουμε τις θέσεις μας και να τις κρατήσουμε στο σκοτάδι, όταν η δημοσιοποίηση των θέσεών μας αποτέλεσε την πάγια πρακτική που ακολουθήθηκε από τον Ιούνιο του 2016 σε όλα τα σημαντικά ζητήματα (όπως κατάθεση και δημοσιοποίηση θέσεων όλων των μελών του Δ.Σ. για τους ποινικούς κώδικες τον Απρίλιο του 2019 και δημόσια τοποθέτηση στα πλαίσια αναθεώρησης των ποινικών κωδίκων τον Αύγουστο του 2019); Γιατί επί 3 χρόνια (2016-2019) η ΕΔΕ διατύπωνε ξεκάθαρες θέσεις ενώπιον της Επιτροπής της Βουλής σε όλα τα νομοσχέδια (απελευθέρωση ομαδικών απολύσεων, περιορισμό δικαιώματος απεργίας, προσόντα Ευρωπαίου Εισαγγελέα, ανάθεση καθηκόντων δικαστικού αντιπροσώπου σε εκλογές σωματείων σε δικηγόρους, κ.λ.π.) και στο συγκεκριμένο θέμα θα έπρεπε σιωπήσουμε; 

   Είναι προφανές ότι η συμπεριφορά αυτή των κ.κ. Λυμπερόπουλο, Σαλάτα και Φούκα εντάσσεται σε μία συνολικότερη προσπάθεια αλλαγής της στάσης της ΕΔΕ σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα, προς την κατεύθυνση της αποφυγής ευθείας αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση, πλήττοντας όμως έτσι ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του συλλογικού μας οργάνου. 

    Γ) Με το Π.Δ. 81/8.7.2019 μεταφέρθηκε η Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής, με όλες της τις μονάδες και το προσωπικό, από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Η παγκόσμια αυτή πρωτοτυπία και η αντίθεσή της με κανόνες και συστάσεις του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης (που επιβάλλουν τον πλήρη διαχωρισμό της αστυνομικής λειτουργίας από την απονομή της δικαιοσύνης και διάκριση της διοίκησης και του προσωπικού των υπηρεσιών έκτισης της ποινής από την αστυνομία), αλλά και οι δυσλειτουργίες που προκαλεί τέθηκαν από τον Πρόεδρο της ΕΔΕ, Χριστόφορο Σεβαστίδη, υπόψη του Δ.Σ. της ΕΔΕ σε δύο συνεδριάσεις (της 7.11.2019 και 7.12.2019) και ζητήθηκε από τα μέλη του να λάβουν θέση. Παρά το ότι για την κυβερνητική αυτή επιλογή εκφράστηκαν αρνητικά 15 πανεπιστημιακοί όλων των σχετικών με το ζήτημα ειδικοτήτων και παρά το ότι οι δυσλειτουργίες δεν άργησαν να φανούν με την σταδιακή, αλλά αποσπασματική επιστροφή ορισμένων δομών και υπηρεσιών στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, δεν επιτεύχθηκε πλειοψηφία στο Δ.Σ., αφού μεταξύ άλλων οι κ.κ. Λυμπερόπουλος, Σαλάτας, Φούκας, Βεργώνης τάχθηκαν υπέρ της παραμονής της Γ.Γ.Αντεκγληματικής Πολιτικής στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αδιαφορώντας για τα σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης της Δικαιοσύνης που συνδέονται με την μεταφορά των πιο πάνω υπηρεσιών στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αφού δυσανάλογα μεγάλο μέρος των πόρων του Υπουργείου Δικαιοσύνης μεταφέρθηκε και παραμένει στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. 

    Δ) Τον Οκτώβριο του 2019 συζητήθηκε στα πλαίσια του Προεδρείου της ΕΔΕ η ανάγκη έκδοσης δελτίου τύπου για το ζήτημα της μείωσης της χρηματοδότησης της Δικαιοσύνης από το ΤΑΧΔΙΚ. Συγκεκριμένα, το 30% των πόρων του ΤΑΧΔΙΚ ήταν ανέκαθεν στη διάθεση του Υπουργού Δικαιοσύνης για κάλυψη των αναγκών όλων των υπηρεσιών του Υπουργείου, με το μεγαλύτερο μέρος να διατίθεται στις δικαστηριακές υποδομές. Μετά την μεταφορά της Γ.Γ.Αντεγκληματικής Πολιτικής στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη ποσοστό 20% μεταφέρθηκε στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και μόλις 10% από τους πόρους του ΤΑΧΔΙΚ καλύπτει πλέον τις ανάγκες των δικαστηρίων, ακόμα και μετά την σταδιακή επιστροφή ορισμένων από τις δομές της Γ.Γ.Αντεγκληματικής Πολιτικής στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ενόψει του γενικότερου κινδύνου υποχρηματοδότησης της Δικαιοσύνης η πλειοψηφία του Προεδρείου της ΕΔΕ αποφάσισε την έκδοση δελτίου τύπου, εκφράζοντας την ανησυχία για την εξέλιξη αυτή. Όμως και γι’ αυτό το ζήτημα ο κ. Λυμπερόπουλος εξέφρασε τις αντιρρήσεις του, με προφανή κατά την άποψή μου σκοπό να αποφευχθεί η αντιπαράθεση με την κυβέρνηση.

     Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, από τον Ιούλιο του 2019 έπαψε ουσιαστικά να λειτουργεί το Προεδρείο της ΕΔΕ κατά τρόπο ενωτικό, με αποκλειστική ευθύνη όσων μελών του επέλεξαν, ο καθένας για δικούς του λόγους, να μην έρχονται σε σύγκρουση και αντιπαράθεση με την νέα Κυβέρνηση και την νέα ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η πορεία μας την τελευταία 10ετία στον δικαστικό συνδικαλισμό και η καθαρή και έντιμη στάση μας δεν θα επέτρεπε την εμπλοκή μας σε τέτοιες σκοπιμότητες. Διαχωρίσαμε εξαρχής την θέση μας και σας διαβεβαιώνουμε ότι με το ίδιο πάθος και δυναμισμό, αλλά κυρίως μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε απέναντι στις τεράστιες προκλήσεις που μας περιμένουν, όπως η δραστική μείωση των δικαστικών διακοπών, η παράταση κατά 2 τουλάχιστον ώρες των συνεδριάσεων των δικαστηρίων, η ουσιαστική κατάργηση του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων με επαναφορά του θεσμού των «δοτών» προϊσταμένων, η επέκταση του θεσμού της σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στη Δικαιοσύνη.

 

Ομιλία στη Γενική Συνέλευση του Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, Εφέτη Ά Αντιπροέδρου της ΕΔΕ

Ομιλία στη Γενική Συνέλευση του Παναγιώτη Λυμπερόπουλου , Εφέτη Ά Αντιπροέδρου της ΕΔΕ

Επειδή η Γενική Συνέλευση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων δεν είναι μόνον 63+ 12 παρόντα μέλη , δημοσιεύω την ομιλία μου για την ενημέρωση και των υπολοίπων .

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι ,

Θα έπρεπε ίσως να έχουμε ξεκινήσει αυτή τη Γενική Συνέλευση με μια τεράστια συγνώμη προς τους Δικαστές και Εισαγγελείς αυτής της Χώρας-και δεν το πράξαμε- γιατί εκθέσαμε στο δημόσιο διάλογο αντιπαραθέσεις οι οποίες δεν είχαν κανένα λόγο να γίνουν δημόσια. Αναρωτιέμαι για ποιο λόγο ορισμένοι αισθάνθηκαν αυτή την ανάγκη, αντί να απευθυνθούν σε εσάς, εδώ στη Γενική Συνέλευση, ή με τους γνωστούς τρόπους επικοινωνίας της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων με τα μέλη της, ή ακόμα και εντός του Διοικητικού Συμβουλίου. Αναρωτιέμαι ποίοι άλλοι θα έπρεπε να πληροφορηθούν δημόσια αυτά τα οποία γράφτηκαν τις τελευταίες εβδομάδες. Έκανα υπομονή τον Ιούνιο με το θέμα των Ποινικών Κωδίκων, (θα δείτε στη συνέχεια τι θα μπορούσε να είχε κάνει κάποιος άλλος στην θέση μου). Έκανα υπομονή και όταν προκλήθηκα για την Διαμεσολάβηση και είπα τότε δημόσια, αποδοκιμάζοντας βεβαίως εκφράσεις , που θα τις ακούσουμε και πάλι αργότερα, ότι όλα αυτά θα απαντηθούν, εδώ, στον φυσικό μας χώρο. Προκλήθηκα και ενόψει των 86 θέσεων. Μάλιστα προκλήθηκα δις γιατί δεν απάντησα στον προκαθορισμένο χρόνο που «είχα», που κάποιος μου έθεσε (!) και τελικά απάντησα δημόσια.
Εγώ σας ζητώ συγνώμη για αυτήν την αδυναμία.
Δεν μετανιώνω όμως γιατί υπήρξα αμυνόμενος ακόμα μία φορά.
Και πάμε τώρα στην ουσία των θεμάτων που μας απασχολούν
Στο θέμα των 86 θέσεων
Έχουμε ξεχάσει κάτι στη σημερινή κουβέντα;
Ότι έχουμε δύο αιτήματα.
Δεν έχουμε ένα αίτημα. Είναι δύο τα αιτήματα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων. Και η όποια διαταραχή γίνεται -και γίνεται πράγματι μια διαταραχή στις αναλογίες, θεραπεύεται με το δεύτερο αίτημα της Ένωσης: τις θέσεις της ΠΝΠ που δεν κυρώθηκε και εξακολουθεί να αποτελεί με τροποποιημένο περιεχόμενο αίτημα, στόχο και επιδίωξη μας.
Άλλα κάποιοι το έχουν ξεχάσει αυτό. Γιατί;
Γιατί έπρεπε  επικοινωνιακά να βρεθεί κάτι.
Οι νέες οργανικές θέσεις, που περιμένουμε αν καθυστερήσουν και αν δεν δοθούν εδώ είμαστε . Εδώ είναι το Διοικητικό Συμβούλιο, φαντάζομαι και το Προεδρείο της Ένωσης, να πάρουμε θέση και πάλι. Όχι να πετάμε προκαταβολικά πέτρες στη τζαμαρία.
Ο συνδικαλιστικός στόχος μας θα έπρεπε να είναι , αυτές οι νέες οργανικές θέσεις , να διορθώσουν τις στρεβλώσεις της αναλογίας και τις στρεβλώσεις που προκαλούνται από τις πέντε- έξι θέσεις των συναδέλφων που δεν θα συνταξιοδοτηθούν τα επόμενα δύο χρόνια.
Η σωστή, η χρηστή, συνδικαλιστική διοίκηση αυτό θα έπρεπε να επιδιώξει και ελπίζω ότι δεν έχει παραιτηθεί ακόμα.
Επίσης για τις στρεβλώσεις ξεχνάμε κάτι άλλο . Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο για τις 86 θέσεις κατά την προσωπική μου εκτίμηση δεν θα γίνει πριν το Μάρτιο . Το Μάιο συνεδριάζει το Ανώτατο Διοικητικό Συμβούλιο για τις προαγωγές στις θέσεις των αφυπηρετούντων το οποίο για το 2020 έχει τριάντα τρείς θέσεις. Θυμίζω ότι σχεδόν πάντα η υλοποίηση των προαγωγών, τοποθετήσεων και μεταθέσεων του ενδιάμεσου Συμβουλίου ήταν σε αναμονή του Συμβουλίου του Μαΐου. Και πάλι επαναλαμβάνω την προσωπική μου εκτίμηση ότι οι στρεβλώσεις που θα εμφανιστούν από το πρώτο ΑΔΣ για τις 86 θέσεις αν αυτό προηγηθεί θα διορθωθούν από το δεύτερο.
Το νέο μοντέλο διοίκησης της Ένωσης το οποίο επί τρία χρόνια υποστηρίξαμε απαιτεί κάτι: ειλικρίνεια
Η ειλικρίνεια χάθηκε δεν υπήρξε αυτούς τους τελευταίους μήνες και θα αναγκαστώ να διαβάσω ξανά την περικοπή από την περίφημη ανακοίνωση περί πτώσεως μασκών και άλλων τινών στην οποία θα επανέλθω στο τέλος.

Γράφει ο κ.Σεβαστίδης:
«Από την άλλη μεριά γίνεται σε όλους αντιληπτό ότι δεν είχαμε την δυνατότητα να αρνηθούμε να τεθεί προς συζήτηση έστω και διαφοροποιημένο το αίτημα του Γενικού Γραμματέα που είχε και την στήριξη και του Α΄ Αντιπροέδρου της Ένωσης».  Δηλαδή , ο ίδιος ο κ. Σεβαστίδης ομολογεί ότι δεν είχε την δυνατότητα να αρνηθεί. Αυτό σημαίνει ότι προφανώς ήξερε το αίτημα. Μόνον με την προϋπόθεση αυτή έχει κάποιος την δυνατότητα να αρνηθεί ή όχι. Αλλιώς λέει δεν το ξέρω! Όπως το είπε στην πρώτη του επιστολή. Αλλά βιαζόμαστε βλέπετε να μιλήσουμε και όταν μιλάμε εν θερμώ λέμε διάφορα τα οποία δεν πρέπει να ειπωθούν.
Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά ;
Έχω την γνώμη ότι είναι ξεκάθαρη η προσπάθεια χειραγώγησης της Ένωσης από την άποψη του ενός, του προέδρου. Εάν δεν συμφωνείς με τον πρόεδρο καταγγέλλεσαι. Και επειδή τα τελευταία τρία χρόνια είχαμε κάποια μεγάλα διακυβεύματα να αντιμετωπίσουμε και εγώ τιμώ και τον Χριστόφορο Σεβαστίδη και το Νίκο Σαλάτα και καθέναν από το Προεδρείο , που με προσωπικό κόστος αντιτάχθηκε σε αυτά τα οποία συνέβαιναν. Εγώ τους τιμώ γι αυτό. Αλλά έτσι όπως έχω μάθει να λειτουργώ 18 χρόνια στο συνδικαλισμό έτσι θα λειτουργήσω και σήμερα και αύριο και όσο καιρό θα αποφασίζετε εσείς ή εγώ θα έχω την διάθεση να είμαι στο χώρο. Θα μιλάω με ειλικρίνεια

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι
Ας δούμε τώρα την προσπάθεια χειραγώγησης.
Ναι υπήρξε.
Μπροστά στα μάτια μας

Πρώτο περιστατικό: Ποινικοί Κώδικες
Η Ένωση σιωπά
Μην βαυκαλιζόμαστε με το επιχείρημα ότι μετείχαμε στην δημόσια διαβούλευση. Αυτός ήταν επιστημονικός διάλογος που έγινε πριν το Πάσχα του 2019.
Θα θέσω ευθέως το ερώτημα:
Ανακοίνωση για την πλημμεληματοποίηση της ενεργητικής δωροδοκίας με πολύ σημαντικές δίκες ταυτόχρονα σε εξέλιξη  βγάλαμε Κυρίες και Κύριοι ;
Γιατί δεν τοποθετηθήκαμε τότε ;
Καλώς τοποθετηθήκαμε μετά για την απιστία. Ομόφωνα. Η διαφορά ήταν στο τεχνικό μέρος, αλλά τα στρογγυλεύουμε τώρα για να εξυπηρετήσουμε το σενάριο μας.
Η Ένωση φιμώθηκε και θα σας αποδείξω αμέσως πως έγινε αυτό :
Στο προεδρείο μιλάμε μέχρι τώρα και ελπίζω ότι θα μιλάμε και αύριο για λόγους ταχύτητας και εξυπηρέτησης όλων των εκκρεμοτήτων που εμφανίζονται με mail.
Εγώ θα αναφερθώ σε δικά μου μόνο mail. Όποιος άλλος θέλει ας αποκαλύψει τα δικά του, εγώ παραβίαση των προσωπικών δεδομένων δεν θα κάνω.
Ακούστε λοιπόν τι συμβαίνει το πρωί της 5ης Ιουνίου 2019 που είναι η ημέρα συνεδρίασης της Βουλής για τους ποινικούς κώδικες:
Στις 07.00 το πρωί ο κ. Χριστόφορος Σεβαστίδης μας πληροφορεί για πρώτη φορά ότι υπάρχει θέμα αύξησης οργανικών θέσεων και για το λόγο αυτό δεν θεωρεί σωστή την έκδοσης οποιασδήποτε ανακοίνωσης.
Εγώ λοιπόν το πρωί της 5ης Ιουνίου ώρα 09.13  απαντάω:

«Καλημέρα σε όλους
Μετά την  απάντηση του Χριστόφορου:
Το πρώτο θέμα που θέτω είναι γιατί χθες το βράδυ μέχρι τις 12:30 που μίλαγα στο τηλέφωνο με τον Μπάμπη δεν μου ανέφερε τίποτα για θέσεις.
Υπάρχει κάποια εξήγηση γι αυτό ? Το θέτω στη βάση της σχέσης εμπιστοσύνης που έχουμε μεταξύ μας .
Ποιος ήταν ο λόγος ;
Δεύτερον ποιες είναι οι θέσεις αυτές ;
Σε ποιους βαθμούς και δικαστήρια κατανέμονται και πότε υλοποιούνται;
Θα κατατεθούν με υπουργική τροπολογία που σημαίνει έγκριση δαπάνης από το Λογιστήριο, ή με βουλευτική που σημαίνει μη προϋπολογισμένη δαπάνη που ανακαλείται οποτεδήποτε;
Τρίτον πως προέκυψε αυτό τώρα  ;
Μέχρι πριν μερικές εβδομάδες μας έλεγαν δεν υπάρχουν χρήματα για εμάς στις αλλεπάλληλες διαμαρτυρίες μας για τις αυξήσεις των θέσεων εισαγγελέων. Ούτε για μία θέση .Τα ξεχνάμε αυτά ;
Αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές σε αυτό που διαβάζουμε τότε τίθεται ένα θέμα «συναλλαγής» από την κυβέρνηση σε εμάς ;
Δηλαδή σιωπή στους κώδικες και ανταλλαγή με θέσεις που ΘΑ γίνουν ;
Αντιλαμβάνομαι την αγωνία όλων μας και για τους κώδικες (έτσι όπως ο καθένας μας την προσδιορίζει μέσα του) αλλά και για τις θέσεις.
Αναμφισβήτητα όλοι εμείς οι «ανώτεροι» θα ωφεληθούμε και θα είμαστε ένα βαθμό παραπάνω άμεσα αλλά έχουμε αποφασίσει ότι αυτό θα το πάρουμε με οποιοδήποτε κόστος?»
Και συνεχίζω πιο κάτω :
«Λυπάμαι αλλά στην περίπτωση αυτή των όψιμων θέσεων δεν βλέπω καμία βάσιμη πρόταση. Επαναλαμβάνω ότι η βουλευτική τροπολογία δεν περνάει από το Εθνικό Λογιστήριο άρα δεν έχει οικονομικό προϋπολογισμό. Συνδικαλιστικά το αξιολογούμε αυτό ως θετικό ?
Είμαστε τόσο ευκολόπιστοι ? Γιατί είμαστε τόσο ευκολόπιστοι ?
Συνεπώς υπάρχει σοβαρό συνδικαλιστικό δίλημμα εδώ
Τέλος δεν έχω καταλάβει τελικά : τι υπερισχύει ?
Η άποψη του νομοθέτη (ότι δεν μπορεί να μεταφερθεί η έναρξη της ισχύος των Κωδίκων στις 16/9/19) ότι δικαιοπολιτικά δεν μπορούμε να δικάσουμε πταίσματα και κακουργήματα που παραγράφονται με τον καινούργιο κώδικα δεν αντέχει στην λογική γιατί μέσα στο καλοκαίρι τα δικαστήρια κλείνουν ή η άποψη της Ένωσης, που θέλει να παρέμβει στη διαμόρφωση μιας τόσο σημαντικής νομοθέτησης.
Τέλος , επειδή εγώ δεν έχω κρυφές σκέψεις σας λέω ότι προσανατολίζομαι στο να ζητήσω την σύγκληση έκτακτου δσ εντός της ημέρας για να τοποθετηθούμε στο θέμα».

Πράγματι στη συνέχεια με τον Δημήτρη το Φούκα καταθέσαμε το  με αρ.89/5.6.2019 έγγραφο αίτημα (για σύγκληση έκτακτου ΔΣ) το οποίο δεν έγινε δεκτό.
Και απαντάω στη συνέχεια σε άλλο mail την ίδια ημέρα ώρα 10.57:

«Καλημέρα και πάλι
Εγώ και ο Δημήτρης στείλαμε αίτημα σύγκλησης έκτακτου δσ .
Η σοβαρότητα της κατάστασης μας οδηγεί σε αυτό .
Η συγκεκριμένη νομοθέτηση είναι πολύ σημαντική από μόνη της και δυστυχώς έχει μια σημασία και ο τρόπος με τον οποίο γίνεται.
Πιστεύω ότι πρέπει να έχουμε άποψη γι αυτό το θέμα και να εκτεθούμε ιστορικά με αυτήν.
Το επιχείρημα για νομοτεχνικό σφάλμα της παράτασης ισχύος αυτοδιαψεύδεται από την ίδια την έναρξη ισχύος των κωδίκων: Δεν θα είναι η επόμενη της ψήφισης τους , αλλά η 1/7/2019.
Για το διάστημα αυτό που είναι ανοικτά και δικάζουν όλα τα δικαστήρια , λειτουργούν τα αυτόφωρα και η ανάκριση κλπ κλπ δεν υπάρχει πρόβλημα?
Γιατί να μην μετατεθεί η ημερομηνία στις 16/9/2019 εκμεταλλευόμενοι το καλοκαίρι που τα δικαστήρια δεν λειτουργούν.
Μου φαίνεται λογικό κάτι τέτοιο και νομοτεχνικά.
Θέλω να γίνει ξεκάθαρο ότι δεν ζητάω την έκδοση μιας ανακοίνωσης.

Ζητάω την διαμόρφωση μιας θέσης :
έχουμε αίτημα για διαβούλευση και προετοιμασία και προσαρμογή ?
Αυτή τη θέση θέλω να ξεκαθαρίσουμε .
Από εκεί και πέρα όταν μπαίνει ταυτόχρονα στη συζήτηση η αιφνίδια αύξηση οργανικών θέσεων θα πρέπει να δούμε με τι όρους αυτή μας προτείνεται.
Είμαι ο πρώτος που δεν τα ξέρει όλα και γι αυτό ζητώ τον διάλογο επί της ουσίας του θέματος και της καλής νομοθέτησης και του αν και πως αυξάνονται οι οργανικές θέσεις».

Άρα είμαι εγώ αυτός που έκανε τότε αντιπολίτευση και τώρα κάνει συμπολίτευση;

Να επισημάνω μετά από αυτά δύο τρία πράγματα σχετικά με τους κώδικες και τις θέσεις της ΠΝΠ:
Ο κ. Σεβαστίδης στις 07.00 το πρωί της 5ης Ιουνίου 2019 ημέρας ψήφισης στη Βουλή των Κωδίκων γνώριζε για τις νέες οργανικές θέσεις της ΠΝΠ. Αφού το γνώριζε και πριν γιατί δεν το έλεγε; Μέχρι τις 00.30 το βράδυ μιλούσα τηλεφωνικά με τον αδελφό του. Γιατί δεν μου το είπε; Αυτό δεν είναι «εν κρυπτώ»;
Βγήκα εγώ Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι να καταγγείλω το «εν κρυπτώ»;
Που αποδεικνύεται εγγράφως αυτή τη στιγμή ;
Για να συγκρίνουμε συμπεριφορές.

Κάνω μία παρένθεση εδώ για να αναφερθώ στο θέμα της χρηματοδότησης του ΤΑΧΔΙΚ.
Επειδή ακούστηκε ότι εγώ είχα αντίρρηση. Για να δούμε ποιος δεν είχε αντίρρηση κάποτε άλλοτε για την εξαφάνιση της χρηματοδότησης του ΤΑΧΔΙΚ:
Πάλι με τους Κώδικες καταργήθηκε και η μετατροπή της ποινής φυλάκισης  σε χρήμα.
Απαντήστε μου κ. Σεβαστίδη τώρα τρέχουμε και καυτηριάζουμε τη μείωση από 30% σε 10% της χρηματοδότησης του ΤΑΧΔΙΚ προς τα δικαστήρια , λόγω της μεταφοράς του 20% στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη,   ποσοστό που ούτως ή άλλως πήγαινε στις φυλακές . Τότε που εξαφανιζόταν με το νέο Ποινικό Κώδικα το κυριότερο έσοδο του ΤΑΧΔΙΚ τι κάναμε; Γιατί δεν ανησυχήσαμε για το πως χρηματοδοτείται η Δικαιοσύνη ;
Γιατί και τότε σιώπησε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων;
Γιατί συστηματικά υπήρξε έλλειψη πληροφόρησης του ΔΣ και του Προεδρείου για την πορεία των Ποινικών Κωδίκων ;
Για το θέμα αυτό πολύ συγκεκριμένα θα θυμίσω ότι στις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές από εμάς τότε μετείχε ο κ. Χαράλαμπος Σεβαστίδης ( στον ΚΠΔ) , ο οποίος ουδέποτε μας πληροφόρησε για το περιεχόμενο των νέων διατάξεων.
Και όταν τον ρώτησα γιατί δεν μας πληροφόρησε οτιδήποτε για την κατάργηση πχ του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων , η απάντηση του ήταν :
«δεν ήμουν εκπρόσωπος της Ένωσης, ήμουν εκπρόσωπος του Πρωτοδικείου».
Αυτό το δισυπόστατο μόνον σαν ύποπτη δικαιολογία μου φαίνεται γιατί δικαιολογία λογική δεν μου ακούγεται.
Αυτή η σιωπή και στην διαδικασία νομοθέτησης είναι αυτή που καταδίκασε το πρώτο βαθμό σε υπερεργασία μετατρέποντας πλήθος κακουργημάτων σε πλημμελήματα και αντίστοιχα επιβάρυνε τις εισαγγελίες.
Έχω την απορία για τον κ.Χαράλαμπο Σεβαστίδη αν με την ιδιότητα τους ως εκπροσώπου του Πρωτοδικείου Αθηνών, πληροφόρησε τους Δικαστές συναδέλφους του με οποιονδήποτε τρόπο.

Δεύτερο περιστατικό σχετικά με την προσπάθεια χειραγώγησης όχι μόνον της Ένωσης .
Τελικά μίλησε σήμερα η συνάδελφος , την οποία αφορούσε και προσωπικά το θέμα.
Σε ανεπίκαιρη στιγμή ανεπίτρεπτη παρέμβαση στο Δικαστικό Συμβούλιο του Βόλου από τον πρόεδρο της Ένωσης ,ενώ εκκρεμεί ενώπιον του προσφυγή φυλακισμένου κατά της απόρριψης της άδειας που ζήτησε από το συμβούλιο της φυλακής.
Ο πρόεδρος της Ένωσης με την παρέμβαση του κάνει μία τοποθέτηση περισσότερο πολιτικής επιστήμης και λιγότερο νομικής.
Λέει σε ένα σημείο της τοποθέτησης του: «Στην συγκεκριμένη περίπτωση πριν την δημοσίευση του άρθρου ανέμενα την έκδοση του αμετάκλητου βουλεύματος του Αρείου Πάγου θεωρώντας ότι ολοκληρώθηκε νομικά η διαδικασία». Είπε δηλαδή με άλλα λόγια ο πρόεδρος της Ένωσης στους συναδέλφους μας ότι «ξέρετε σας κουνάω τη σημαία , σας κουνάω το βούλευμα, το οποίο λέει ότι αμετάκλητα η επί της ουσίας άποψη έχει κλείσει . Και εγώ , ο πρόεδρος της Ένωσης σας το υπενθυμίζω, γιατί πλέον θεωρώ , εγώ , ο οποίος σας λέω λίγες γραμμές παρακάτω να μην δίνετε σημασία σε πειθαρχικά, θεωρώ ότι δεν δικαιούστε να έχετε άλλη άποψη».
Στην πραγματικότητα ξέρετε τι βιώσαμε Κυρίες και Κύριοι σε αυτό το περιστατικό;
Το ότι ο πρόεδρος της Ένωσης παρενέβη υπέρ διαδίκου και ότι ο φυσικός δικαστής (ο θιγόμενος)  είχε το θάρρος να πει σήμερα  ο ίδιος, όχι κρυπτόμενος πίσω από συνδικαλιστές.

Τρίτο περιστατικό η Διαμεσολάβηση:
Ουδείς δικαιούται να έχει διαφορετική άποψη από τον Πρόεδρο της Ένωσης .
Ουδείς !
Γιατί ; Γιατί η πλειοψηφία δεν είναι αρκετή να ξεπεράσει  τη βαρύτητα της άποψης του προέδρου της Ένωσης.
Αυτή η πλειοψηφία ήταν ο αποδέκτης μέσω της σχετικής επιστολής του προέδρου και του ερωτήματος. Μεταφέρω αυτολεξεί:
«Το βασικό ερώτημα που θέτει εύλογα κάποιος καλόπιστος είναι για ποιο λόγο μεταστράφηκε πλήρως στις απόψεις της η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων , η οποία με τις πιο πάνω ανακοινώσεις της …κλπ.» και λίγο παρακάτω συνεχίζει :
«Η επιλογή αυτή συνιστά ευθεία προσβολή του δικαστικού σώματος στην οποία η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων όφειλε να απαντήσει άμεσα και όχι να φιλοδωρίσει το νέο νομοσχέδιο με τον έπαινο της συμμόρφωσης στις συνταγματικές επιταγές παραγνωρίζοντας τα προφανή θεσμικά ολισθήματα»
και λίγο παρακάτω στην ίδια ανακοίνωση :
«Η Δημοκρατία μέσω του Κοινοβουλίου και των εκπροσώπων του δικαστικού σώματος (προφανώς εννοεί αυτή την πλειοψηφία που κακώς αποφάσισε ότι αποφάσισε) αναγνωρίζουν πλέον επίσημα την αδυναμία της Δημοκρατίας να παρέχει στους πολίτες βασικά συνταγματικά δικαιώματα και αναθέτει την περιφρούρηση αυτών των δικαιωμάτων στους επιχειρηματίες».
Μερικές μέρες μετά έρχεται η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και λέει : «συνταγματικό το σχέδιο νόμου».
Δηλαδή , σύμφωνα με την επιστολή του προέδρου του η Δημοκρατία, μέσω του Κοινοβουλίου και των εκπροσώπων του δικαστικού σώματος και επιπλέον και της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου αναγνωρίζει πλέον επίσημα την αδυναμία της να παρέχει στους πολίτες βασικά συνταγματικά δικαιώματα και αναθέτει την περιφρούρηση αυτών των δικαιωμάτων στους επιχειρηματίες….
Τόση αμετροέπεια ;

Τέταρτο περιστατικό : Αυτό το περίφημο άρθρο με τον τίτλο «Οι μάσκες έπεσαν».
Εδώ συνέβη κάτι που δεν περίμενα από το Χριστόφορο.
Μακάρι να μπορούσε να γυρίσει ο χρόνος πίσω και να είχε σβηστεί αυτό.
Όχι γιατί με κατήγγειλε προσωπικά, έχω αντέξει πολύ περισσότερα και θα αντέξω ακόμα περισσότερα , αλλά γιατί:
Ποτέ δεν περίμενα από δικαστή να εκδώσει πιστοποιητικό κοινωνικών και πολιτικών φρονημάτων.
Και να το ανακοινώσει δημόσια γιατί αυτό έγινε.
Ας βρεθεί ακόμα και σε πέτρινες εποχές  ας βρεθεί , πλην μίας εξαίρεσης ,τοποθέτηση προέδρου της Ένωσης που να έχει υιοθετήσει καταγγελτικό λόγο με βάση τις πολιτικές πεποιθήσεις .
Την θεωρώ ακραία κίνηση την οποία θα έπρεπε κανονικά ο καθένας από εσάς να την έχει καταδικάσει τουλάχιστον μέσα του .
Αλλά , όταν παίζεις με αυτά τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται περιέργες οι καταστάσεις . Και πως γίνονται περίεργες οι καταστάσεις : Κυρίες κι Κύριοι Συνάδελφοι 3.2.2017 ο Χριστόφορος και ο Χαράλαμπος Σεβαστίδης   υπέστησαν μια δεινή επίθεση , στην οποία η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων απάντησε . Ένας δημοσιογράφος έγραψε για τον «Μπάμπη το Σουγιά» και τον Σεβαστίδη. Ταύτισε δηλαδή τους αδελφούς Σεβαστίδη με τον «Μπάμπη το Σουγιά». Επιχείρησε δηλαδή να τους δημιουργήσει μια πολιτική ταυτότητα , αργότερα υπήρξαν και άλλα τέτοια εγχειρήματα.
Η επιστολή περί «πτώσεως των μασκών» του Χριστόφορου Σεβαστίδη αξιοποιείται πλέον από τον ίδιο δημοσιογράφο την περασμένη Κυριακή. Να γιατί έτσι δημιουργούμε πιστοποιητικά πολιτικών φρονημάτων και διαβάζουμε για «κράτος δικαστών» και βλέπω τυχαία λίγο γαλάζια τα γράμματα εκεί στις φωτογραφίες.

Αυτή την ηγεμονική συμπεριφορά την είδαμε και σήμερα.
Σήμερα η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων δια του προέδρου της κήρυξε πόλεμο στην Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων. Για πρώτη φορά στα χρονικά της ιστορίας της ΕΔΕ δεν προσκαλέσαμε τους δικηγόρους.
Ποιος το αποφάσισε αυτό ;
Ούτε στο ΔΣ μπήκε ως θέμα , ούτε στο προεδρείο και όταν το ακούσαμε από έδρας από τον πρόεδρο απορούσαμε και κοιταζόμασταν μεταξύ μας
Και θέλω και εύχομαι να μην βρεθεί ποτέ, εξ αιτίας της όξυνσης που προκαλείται , μετά τις φράσεις που ακούστηκαν και γράφτηκαν, κανένας συνάδελφος, από το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας, μέχρι το Ειρηνοδικείο Ορεστιάδος να τύχει αντίστοιχου τραμπουκισμού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του από δικηγόρο.
Αντί η υπεύθυνη θέση του Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων να επιλύει προβλήματα εδώ τα πολλαπλασιάζει ;
Ξαναπετάμε δηλαδή πέτρα στη τζαμαρία για να αναδείξουμε το εγώ μας;
Ποιον θα βλάψουμε από αυτή την πετριά;
Παρεμπιπτόντως ήρθαν και κάποιοι δημοσιογράφοι και μου είπαν «γιατί ο πρόεδρος τα έβαλε μαζί μας;» Δηλαδή επίθεση και στον τύπο. Γιατί; Δεν είμαι αρμόδιος να απαντήσω σε αυτό.

Από το σύνολο όσων συνέβησαν σήμερα ο κ. Σεβαστίδης αισθάνομαι ότι υψώνει πέτρινα τείχη απομόνωσης της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.
Δεν ξέρω ειλικρινά τι Δικαιοσύνη φαντάζεται ο ίδιος , τι πρόσωπο , τι ρόλο και τι αντικείμενο πρέπει να έχει η Δικαιοσύνη κατά την άποψή του .
Ομολογώ ότι τα πρώτα τρία χρόνια της συνεργασίας μας άλλα ιδανικά συζητάγαμε. Φοβάμαι όμως ότι αυτό το υπερεγώ, ο εφιάλτης της αυθεντίας (το παρελθόν είναι πολύ πρόσφατο για να το ξεχνάμε) δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιτρέψουμε να γίνει εφιάλτης του παρόντος και του αύριο.
Τελειώνοντας θέλω να απαντήσω για το θέμα της αντεγκληματικής πολιτικής και την επιστροφής της Γραμματείας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Χρεωνόμαστε φιλοκυβερνητική στάση γιατί λέει δεν υποστηρίξαμε να γυρίσει η αντεγκληματική πολιτική στο Υπουργείο Δικαιοσύνης . Και πάλι έχουμε να κάνουμε με κάποια στρογγυλέματα και γενικεύσεις που είναι τα ατυχήματα των υπερβολικών φράσεων. Είπαμε ότι η ασφάλεια των φυλακών πρέπει να μείνει στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη . Το κοινωνικό και σωφρονιστικό μέρος της ΓΓ Αντεγκληματικής έχει ήδη επιστρέψει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης . Η προστασία της ζωής των φυλακισμένων δεν περνάει μέσα αποδεδειγμένα αυτό στην πράξη από την πλημμελή φύλαξη που υπήρχε μέχρι τώρα και για αυτό μετράγαμε νεκρούς. Ελπίζω αυτό να σταματήσει τώρα. Αν βέβαια μας ενδιαφέρει , γιατί δυστυχώς κάποιους δεν τους ενδιαφέρει απ’ ότι φαίνεται.

Μία ακόμα κουβέντα
Έγινε ότι έγινε μέχρι τώρα και εννοώ στο πως εκτεθήκαμε ως δικαστικό σώμα .
Καλώ όλους και πρώτο απ΄ όλους το Χριστόφορο Σεβαστίδη να αλλάξει ρότα για να ξαναβρεθούμε .
Δεν είναι όλα ψήφοι,
δεν είναι όλα εγώ ,
δεν είσαστε όλοι εσείς και η Δικαιοσύνη , κομπάρσοι στο ποιος κάθεται στη μεσαία καρέκλα της έδρας.
Απευθύνω έκκληση να αλλάξουν ριζικά οι συμπεριφορές και το κλίμα.
Σας ευχαριστώ

Ανακοίνωση της Εφετειακής Επιτροπής Πατρών-Στήριξη στον Πρόεδρο της Ε.Δ.Ε.- Αντίθεση στις τοποθετήσεις εκπροσώπων των δικηγόρων

 Προς το Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε.

 Εφετειακή Επιτροπή της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών της Ε.Δ.Ε.

Από τις  τοποθετήσεις και τις αποφάσεις των θεσμικών εκπροσώπων των δικηγόρων των τελευταίων ημερών που δημοσιοποιήθηκαν, οι οποίες συνοψίζονται στις επαναλαμβανόμενες προσωπικές αναφορές σε βάρος του Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Ελλάδος κου Χριστόφορου Σεβαστίδη και στην  από 16.12.2019 πρόσκληση του Πρόεδρου της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος προς τους Προέδρους των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας για ενημέρωση ονομαστικά περιπτώσεων δικαστών που συστηματικά και αδικαιολόγητα καθυστερούν υπερβολικά στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων και συγκεκριμένα πέραν του τριμήνου στις περιπτώσεις ασφαλιστικών μέτρων και πέραν του οκταμήνου στις λοιπές πολιτικές διαδικασίες, όπως επίσης και δικαστών, που εκδίδουν προδήλως αβάσιμες αποφάσεις, θεωρούμε απαραίτητο να πάρουμε θέση.

Γι αυτό, εκφράζουμε τη στήριξή μας προς τον Πρόεδρο της Ε.Δ.Ε. και τον θεσμικό  του ρόλο, ενάντια στις  επαναλαμβανόμενες δημόσιες προσωπικές αναφορές και επιθέσεις που δέχεται. Εκφράζουμε την αντίθεσή μας σε εξαγγελίες και δημόσιες τοποθετήσεις των θεσμικών εκπροσώπων των δικηγόρων περί ελέγχου των δικαστών για την υπηρεσιακή τους απόδοση όπως διατυπώθηκε στην προαναφερόμενη πρόσκληση του Πρόεδρου της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος. Προσβλέπουμε στην  ενίσχυση ενός ομαλού πλαισίου  συμπόρευσης δικαστών και δικηγόρων που επιβάλλεται από τον ίδιο το σκοπό που αμφότεροι υπηρετούμε διαχρονικά, την ορθή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης στα πλαίσια του κράτους δικαίου.

Πάτρα 18.12.2019
 Μετά τιμής,  
 Ο πρόεδρος, Μιχαήλ Τσέφας Πρωτοδίκης

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ 14/12/2019, Ακριβής Ερμίδου, Ειρηνοδίκη, Υπεύθυνης Διαχείρισης Οικονομικών της ΕνΔΕ

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Είναι αλήθεια ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει μονοπωλήσει την δημόσια συζήτηση το ζήτημα που προέκυψε από την νομοθετική διάταξη για την αύξηση των οργανικών θέσεων των Προέδρων Εφετών, ώστε δόθηκε σε κάποιους συναδέλφους μου η εντύπωση ότι η Ενδε δεν έχει άλλο ενδιαφέρον . Ωστόσο η πραγματικότητα απέχει πολύ απο αυτές τις ανησυχίες . Και είναι πραγματικά λυπηρό το γεγονός ότι για πρώτη φορά στην ετήσια τακτική μας Γ.Σ. δεν παρουσιάσθηκαν τα «πεπραγμένα», ώστε να φανεί το σημαντικό έργο του Προεδρείου. Και τούτο διότι η χρονιά που διανύσαμε , χαρακτηρίζεται από μία έντονη δραστηριότητα σε όλους τους τομείς και φυσικά και σε θέματα που ενδιαφέρουν ειδικότερα τους Ειρηνοδίκες.

Συνοπτικά θα ήθελα να αναφέρω τα παρακάτω κυριότερα εξ αυτών :

1/ Στις αρχές του έτους 2019 κατατέθηκε στο Υπουργείο απο την αρμόδια νομοπαρασκευαστική επιτροπή , στην οποία συμμετείχαμε η ομιλούσα και ο Χαράλαμπος Σεβαστίδης, σχέδιο νόμου για το νέο ΚΟΔΚΔΛ . Στο σχέδιο αυτό ,αφού προηγουμένως με ιδιαίτερη επιμέλεια και ενδιαφέρον συντάξαμε και καταθέσαμε προτάσεις , που εγκρίθηκαν απο την επιτροπή, περιλήφθησαν ρυθμίσεις που αφορούσαν όλους , αλλά και ειδικότερα θέματα Ειρηνοδικών. Ενδεικτικά αναφέρω τις παρακάτω προβλεπόμενες ρυθμίσεις: .
α/ κατάργηση της παρ. 2 του άρθρου 7 , που προβλέπει ότι σε περίπτωση κωλύματος του γραμματέα το Ειρηνοδικείο συνεδριάζει χωρίς την παρουσία του και ο Ειρηνοδίκης τηρεί ο ίδιος τα πρακτικά, μία αναχρονιστική διάταξη που έπρεπε να εκλείψει.
β/ ρυθμίζεται με ειδικό τρόπο η υποψηφιότητα των μελών του συμβουλίου διεύθυνσης στα Ειρηνοδικεία, δεδομένου ότι η ισχύουσα ρύθμιση προκαλεί δυσλειτουργίες,
γ/ προστέθηκε νέα παράγραφος με αρίθμηση 8, στο αρθρο 15 προκειμένου να διευκρινιστεί ότι η υπηρεσιακή χρέωση του δικαστικού λειτουργού (δικαστών και εισαγγελέων) πρέπει να είναι πάντοτε ανάλογη με τον πραγματικό χρόνο υπηρεσίας του εντός του συγκεκριμένου δικαστικού έτους και επομένως η λήψη μακροχρόνιας άδειας (άνω του ενός μηνός) για οποιονδήποτε λόγο (αναρρωτική άδεια ή άδεια ανατροφής τέκνου, κ.λ.π.) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την υπηρεσιακή χρέωση. Αντίστοιχα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η κατάσταση της υγείας του δικαστικού λειτουργού μετά τη λήξη της άδειάς του, δεδομένου ότι η πλήρης ένταξή του στην υπηρεσία (π.χ. η πλήρης ανάρρωση) πολλές φορές απαιτεί την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος.
δ/ προστέθηκε νέα παράγ. στο αρθρο 15 που προβλέπει ότι στα δικαστήρια, στα οποία δεν διενεργούνται εκλογές για την ανάδειξη μελών τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης, η διοίκηση ασκείται από δικαστικό λειτουργό, η θητεία του οποίου δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 4 έτη,
ε/ απαλείφθηκε ο τόπος γέννησης του δικαστικού λειτουργού ως λόγος κωλύματος υπηρέτησής του σε ορισμένο δικαστήριο,
στ/ απαλείφθηκε ως μη σκόπιμη η προβλεπόμενη στην παρ. 3 του άρθρου 43 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 51) επιβολή περικοπής μισθού σε δικαστικό λειτουργό λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην έκδοση αποφάσεων .
ζ/ σημαντική αλλαγή επέρχεται στο καθεστώς συνυπηρέτησης δικαστικών λειτουργών με συζύγους ή συνδεόμενους με σύμφωνο συμβίωσης
η/ στο άρθρο 62 του Σχεδίου (αντίστοιχο του ισχύοντος σήμερα άρθρου 51 ΚΟΔΚΔΛ) προστέθηκε νέα παρ. 7, , προκειμένου να αντιμετωπιστεί το απαράδεκτο φαινόμενο της καθυστέρησης καταβολής στους δικαστικούς λειτουργούς των ποσών που οφείλονται σε αυτούς για τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό υπηρεσιακές μετακινήσεις.
θ/ διατάξεις σχετικά με την άδεια κύησης, λοχείας και ανατροφής τέκνου προβλέπονται σε ειδικό άρθρο (άρθρο 54 του Σχεδίου). Οι άδειες αυτές θα χορηγούνται από τον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία. Καταργείται η σημερινή διάταξη της παρ. 24 του άρθρου 44 ΚΟΔΚΔΛ, που ορίζει ότι σε περίπτωση που ο σύζυγος δικαστικού λειτουργού δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο δικαστικός λειτουργός δεν δικαιούται να κάνει χρήση της άδειας ανατροφής τέκνου, διάταξη που κρίθηκε ότι αντίκειται στο άρθρο 21 παρ. 1 Συντ.
ι/ ο εκπρόσωπος της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του ΣτΕ πρότεινε τη δραστική μείωση των δικαστικών διακοπών και την παράταση του χρόνου λειτουργίας των δικαστηρίων. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από το σύνολο των υπολοίπων μελών της Επιτροπής, διότι με την εκεί παρουσία μας και τα επιχειρήματά μας εξηγήσαμε ότι κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών , η πλειονότητα των συναδέλφων μας εργάζεται με το χερισμό δικογραφιών.
ια/ ενόψει του ενιαίου των οργανικών θέσεων των Ειρηνοδικών, που έχει ως συνέπεια την προαγωγή τους από μία τάξη στην αμέσως επόμενη με τη συμπλήρωση των προβλεπόμενων στο νόμο ετών υπηρεσίας και προκειμένου να εξαλειφθούν ανισότητες και αδικίες που ενδέχεται να δημιουργηθούν ανάμεσα στους Ειρηνοδίκες και στους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς εκ του λόγου ότι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και η έκδοση του σχετικού προεδρικού διατάγματος προαγωγής τους μπορεί να απέχει χρονικά από τη συμπλήρωση του απαιτούμενου για την προαγωγή χρόνου υπηρεσίας, στη διάταξη της παρ. 2 εδ. β΄ του άρθρου 49 γίνεται προσθήκη, σύμφωνα με την οποία οι προαγωγές των Ειρηνοδικών ανατρέχουν στο χρόνο κατά τον οποίο συμπληρώνουν τα απαιτούμενα έτη υπηρεσίας για την προαγωγή τους στο επόμενο βαθμό.
ιβ./ αναμορφώθηκαν οι διατάξεις σχετικές με τον τρόπο διεξαγωγής του διαγωνισμού για την πρόσληψη Ειρηνοδικών ώστε να εναρμονιστούν με τα ισχύοντα με τις εξετάσεις της ΕΣΔΙ, μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία ίδρυσης κατεύθυνσης Ειρηνοδικών .
ιγ/ προσαρμόζεται ο τρόπος άσκησης των Ειρηνοδικών στις σύγχρονες ανάγκες και συγκεκριμένα η νέα διάταξη προβλέπει εξάμηνη ειδική άσκηση όχι μόνο στο πρωτοδικείο της έδρας, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα, αλλά και στο Ειρηνοδικείο της έδρας της τοποθέτησης του δόκιμου Ειρηνοδίκη,
ιδ/ περιλαμβάνονται στον ΚΟΔΚΔΛ οι διατάξεις για τις προϋποθέσεις της προαγωγής των Ειρηνοδικών σε τάξεις, που μέχρι τώρα προβλέπονταν σε άλλο νόμο.
Λόγω της σοβαρότατης κατά τη γνώμη μας εργασία, που έγινε στην πιο πάνω νομοπαρασκευαστική επιτροπή -η οποία λειτούργησε περίπου 2 έτη – και με την προσωπική μας συμβολή στο σύνολο του προτεινόμενου νέου κωδικα, καθώς και των σημαντικών αλλαγών που βελτιώνουν την καθημερινότητα του εργασιακού βίου των συναδέλφων μας ζητήσαμε και από την προηγούμενη αλλά και από την παρούσα ηγεσία , την άμεση προώθηση προς ψήφιση του νέου κώδικα και σήμερα καλώ δημοσίως τον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης να μεριμνήσει για την ψήφισή του.

2/
Με προσωπική παράσταση, προφορικά αλλά και εγγράφως προς τους κκ. Υπουργό Δικαιοσύνης, Υφυπουργό Δικαιοσύνης και Γ. Γ. του Υπουργείου Δικαιοσύνης μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους, ζητήσαμε:
α/ άμεση προώθηση της κάλυψης των κενών οργανικών θέσεων Ειρηνοδικών που δημιουργήθηκαν την 30/6/2019 απο τον ισχύοντα πίνακα των επιτυχόντων Ειρηνοδικών του έτους 2016 , ο οποίος έχει παραταθεί και ισχύει μεχρι την 31.12.2020 δυνάμει του ν. 4587/2018 . Το παρόν ζήτημα κρίνεται άμεσης προτεραιότητας, για την εύρυθμη λειτουργία των Ειρηνοδικείων, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτά είναι ιδιαίτερα επιβαρημένα με τις υποθέσεις των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων , πέραν των λοιπών υποθέσεων της καθύλην αρμοδιότητάς τους ,αλλά και των ιδιαίτερων καθηκόντων των Ειρηνοδικών .
β/ άμεση προώθηση εκδόσεως του Π.Δ. για την ίδρυση κατεύθυνσης Ειρηνοδικών στην Εσδι , για το οποίο η ομάδα εργασίας που συγκροτήθηκε με τη υπ΄αριθμ 84709/φ.323/4.12.2018 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ τ. ΥΟΔΔ 728/2018), υπό την προεδρία του τότε Δ/ντή της ΕσΔι και ήδη Υφυπουργού Δικαιοσύνης κ.Κράνη, και στην οποία συμμετείχε η ομιλούσα, ολοκλήρωσε τις εργασίες της και παρέδωσε στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης αντίστοιχο σχέδιο Π.Δ. την 1.2.2019. Ηδη το ζητημα αυτό που θεωρούμε κεφαλαιώδους σημασίας , προωθείται και με την συμβολή του Υφυπουργού κ. Κράνη.
γ/ την άμεση προώθηση του αιτήματος της ένωσής μας για την θέσπιση δυνατότητας διενέργειας ειδικού διαγωνισμού μεταξύ των ήδη υπηρετούντων Ειρηνοδικών Γ΄ και Δ΄ Τάξης, που έχουν συμπληρώσει διετή τουλάχιστον υπηρεσία, από τον οποίο θα καλύπτεται ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) από τον συνολικό αριθμό των εισακτέων κατά τον ετήσιο διαγωνισμό παρέδρων της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, ένα αίτημα που κρίνουμε ότι είναι δίκαιο και αξιοκρατικό , εφόσον μπορεί με τον τρόπο αυτό να δοθεί η δυνατότητα σε νέους συναδέλφους μας να εισέλθουν στην Εσδι , ( ουσιαστικά μετατασσόμενοι),χωρίς εξετάσεις , εφόσον είναι ήδη δικαστές με σχετική εμπειρία.
δ/την τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 421 ΚΠολΔ αναφορικά με την αρμοδιότητα για την λήψη ένορκων βεβαιώσεων με σκοπό όπως αυτές λαμβάνονται στο εξής ενώπιον του δικαστικού γραμμματέα του καθύλην αρμοδίου δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η δίκη στην οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθούν.
ε/ την κατάργηση των ενόρκων βεβαιώσεων που προορίζονται για χρήση σε διάφορες διοικητικές υπηρεσίες και η αντικατάστασή τους από υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 του ν. 1599/1986.

3/ Με το συνάδελφο Χαράλ. Σεβαστίδη επισκεφθήκαμε τα μεγάλα πταισματοδικεία Αθηνών,Πειραιά και Θεσσαλονίκης, όπου έγινε ενημέρωση για την νέα ποινική δικονομία και αμβλύνθηκαν οι όποιες ανησυχίες είχαν αναφανεί τότε στους συναδέλφους μας , αναφορικά με την κατάργηση των πταισμάτων και την υπηρεσιακή τους κατάσταση.

4/ Στην Ομάδα Εργασίας με αντικείμενο την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων εφαρμογής της μεταρρύθμισης του ΚΠολΔ, ( 4335/2015) , στην οποία συμμετέχει η ομιλούσα , καταθέσαμε εμπεριστατωμένες παρατηρήσεις και προτάσεις για τροποποίηση διατάξεων της νέας τακτικής διαδικασίας, το σύστημα δίκης αναφορικά με τις μικροδιαφορές , καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις.Το πόρισμα της επιτροπής θα δοθεί σύντομα στην δημοσιότητα.

5/ Στις αρχές του έτους , με την θεσμική μας παράσταση προς το κ. Πρόεδρο του ΑΠ , στηρίξαμε τις νέες δόκιμες Ειρηνοδίκες , που παραλείφθησαν στην προαγωγή τους λόγω μη συμπλήρωσης του απαιτουμένου έτους δοκιμασίας, έτσι ώστε η παράταση της δοκιμασίας τους να γίνει μόνο για όσο χρόνο υπολειπόταν για την συμπλήρωση του έτους πραγματικής δοκιμασίας και όχι συνολικά για ένα έτος όπως είχε γίνει την προηγούμενη χρονιά δημιουργώντας αισθήματα αδικίας και στενοχώριας στις νέες τότε συναδέλφους.

6/ Διοργανώσαμε δυο ημερίδες για Ειρηνοδίκες μία για τα κόκκινα δάνεια ( Ιούνιος 2019 ) και μία για ευρωπικά θέματα αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου στις 7.12.2019 με μεγάλη επιτυχία . Θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα στην ημερίδα αυτή, στην οποία για πρώτη φορά εισηγητές ορίσθηκαν μόνο Ειρηνοδίκες , οι οποίοι με την παρουσία τους και την επιστημονική τους κατάρτιση, απέδειξαν άλλη μια φορά την αξιοσύνη τους ,και το πόσο σημαντικό εργο προσφέρουν ως λειτουργοί της Δικαιοσύνης. Για τον λόγο αυτό αξίζουν το σεβασμό όλων . Γνωρίζω τα ειδικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν κυρίως οι συνάδελφοι στα περιφερειακά και επαρχιακά Ειρηνοδικεία με την συμμετοχή τους στις κατ΄οίκον έρευνες και την συστηματική αναπλήρωση στα Τριμελή Πλημ/κεία, που έρχονται να προστεθούν στον ήδη υπάρχοντα φόρτο εργασίας.. Υπάρχει όντως πρόβλημα και είναι χρόνιο, ωστόσο δεν παύει κατά τη γνώμη μου να είναι ζήτημα ορθής ή ορθολογικής κατανομής των υπηρεσιών από τους αρμοδίους Εισαγγελείς και Προέδρους Πρωτοδικών και όχι ζήτημα κατάργησης των ερευνών όπως ακούγεται κάποιες φορές ,με κατάργηση της σχετικής συνταγματικής διάταξης που προστατεύει το άσυλο της κατοικίας. Ακούστηκε επίσης από την νέα συνάδελφο κ.Τζουνάκου στην τοποθέτησή της , ότι είναι ώριμες οι συνθήκες για να ανοίξει ο διάλογος για την ενοποίηση του πρώτου βαθμού. Ως γνωστόν , η προσωπική μου άποψη επί του θέματος είναι , ότι το ζήτημα αυτό πρέπει να ανοίξει και να πραγματοποιηθεί η ενοποίηση, ζήτημα άλλωστε για το οποίο έχω αναφερθεί και σε σχετικό μου άρθρο απο το έτος 2015. Ωστόσο , επειδή κάτι τέτοιο θα αποτελεί μεγάλη εκ θεμελίων θεσμική μεταβολή , που κατά την άποψή μου θα λύσει πολλά προβλήματα στο πρώτο βαθμό της δικαιοσύνης ,απαιτείται η ευρεία συναίνεση της πλειοψηφίας του δικαστικού κόσμου, του νομικού κόσμου , των δικηγόρων και φυσικά ,πολιτική βούληση. Δεν είναι ζήτημα που άπτεται προσωπικών φιλοδοξιών , αλλά του μέλλοντος των Ειρηνοδικών και ως τέτοιο δεν πρέπει να απαξιωθεί. Για τον λόγο αυτό προκρίναμε αρχικά την προώθηση της ίδρυσης της κατεύθυνσης Ειρηνοδικών στην Εσδι ώστε να επιτευχθεί αρχικά η τυπική αναβάθμιση των Ειρηνοδικών, εφόσον η ουσιαστική έχει επέλθει στην πράξη ..

Από τα ανωτέρω , αγαπητοί μου συνάδελφοι, καταδεικνύεται η έμπρακτη και αδιάκοπη ενασχόληση και το ενδιαφέρον μας για την προώθηση των θεμάτων που αφορούν όλους μας αλλά και ειδικότερα τους Ειρηνοδίκες , μέσω του Προεδρείου της Ενδε , με την αφιέρωση πολλών ωρών και ημερών για την επίτευξη των στόχων μας, αγνοώντας το ψυχικό και σωματικό κόπο, [ενώ την ίδια στιγμή προσπαθούμε να είμαστε συνεπείς και στις υπηρεσιακές μας υποχρεώσεις ] και μάλιστα σιωπηλά και συστηματικά χωρίς ανούσιες κραυγές , χωρίς να «τάζουμε λύσεις» και χωρίς την επιδίωξη των «άνετων» και «άκοπων» διαδικτυακών δημοσίων σχέσεων , αφού το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι η ουσία και το αποτέλεσμα των ενεργειών μας.
Σας ευχαριστώ.

Υποβολή αιτήματος στην ΓΣ για διεξαγωγή ψηφοφορίας επί της ανακατανομής θέσεων στα Εφετεία

Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ- Εφέτης, Πρόεδρος Ε.Δ.Ε.
Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Εκπρ. Τύπου Ε.Δ.Ε.
Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης, Αναπλ. Ταμίας Ε.Δ.Ε.

Κατά το δεύτερο μέρος της ετήσιας Γενικής Συνέλευσης της 14ης Δεκεμβρίου 2019 υποβάλαμε αίτημα για διεξαγωγή ψηφοφορίας επί του άρθρου 38 ν. 4640/2019 περί της ανακατανομής θέσεων Προέδρων Εφετών και Εφετών. Επί συνόλου 76 παρισταμένων μελών, 63 ψήφισαν υπέρ της ανάγκης κατάργησης της διάταξης, 12 υπέρ της διατήρησής της (μεταξύ των οποίων οι κκ. Σαλάτας, Λυμπερόπουλος, Βεργώνης και Φούκας) και 1 μέλος (κ. Νάστας) ζήτησε την αναστολή της διάταξης μέχρι να κριθεί το ζήτημα στην διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Αθήνα, 17 Δεκεμβρίου 2019.

Ομιλία του Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, κ. Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη στην Γενική Συνέλευση της 14ης Δεκ. 2019

Αξιότιμοι προσκεκλημένοι μας, Φίλοι και συνάδελφοι,

Με ενισχυμένο το αίσθημα της μεταξύ μας ενότητας και σφυρηλατημένο σε δύσκολες εποχές για τη Δικαιοσύνη ανταμώνουμε άλλη μια φορά στην ετήσια Γενική μας Συνέλευση, με την ισχυρή θέληση να χαράξουμε μία νέα πορεία βασισμένοι πάνω στην εμπειρία που αποκτήσαμε τα προηγούμενα χρόνια. Μπορώ να πω πια με βεβαιότητα και με ιδιαίτερη ικανοποίηση, ότι στο διάστημα των τελευταίων ετών εμπεδώθηκε σε σταθερές βάσεις ένα αίσθημα εμπιστοσύνης των συναδέλφων στην Ένωση, έχουμε τη δυνατότητα να ανοίγουμε σε δημόσιο διάλογο όλα τα θέματα που μας αφορούν, να τα συζητούμε φανερά και απροκατάληπτα και να αποφασίζουμε με δημοκρατικές διαδικασίες. Στον πυρήνα της κριτικής μας βρίσκονται πάντα οι κυβερνήσεις, οι οποίες έχουν και την ευθύνη της λειτουργίας του Κράτους. Χρέος μας είναι να εντοπίζουμε τις αδυναμίες, τις καθυστερήσεις, τα λάθη, να ασκούμε κριτική, να διεκδικούμε.
Να διεκδικούμε όχι με μια λογική συντεχνίας, που ενδιαφέρεται να προασπίσει και να περιφρουρήσει τα δικά της συμφέροντα αδιαφορώντας για τα κοινωνικά προβλήματα, για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το βαθιά εγωιστικό σύνθημα Apres moi le deluge (μετά από μένα ο κατακλυσμός), που ενσαρκώνει το σύγχρονο ιδανικό της διάλυσης οποιασδήποτε κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης και αναβιβάζει το ατομικό και συντεχνιακό συμφέρον ως μοναδικό παράγοντα κινητοποίησης του ενδιαφέροντος, δεν μπορεί να προσφέρει στο δικαστικό σώμα την αναγκαία κοινωνική στήριξη ως θεσμού που ενεργεί στο όνομα του λαού αλλά στερείται άμεσης λαϊκής νομιμοποίησης. Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων έκανε μια πολύ σημαντική στροφή τα τελευταία χρόνια. Άλλαξε την οπτική που αντιμετωπίζει τις εξελίξεις, ξέφυγε από την περιχαράκωση στα στενά όρια των οικονομικών διεκδικήσεων για λογαριασμό των μελών της, διατυπώνει λόγο -όπως η επιστημονική και συνταγματική της αποστολή επιτάσσουν – για κάθε ρύθμιση που θίγει βασικά συνταγματικά δικαιώματα. Έτσι αποκτάται μια ευρύτερη αποδοχή, η αναγκαία εμπιστοσύνη της κοινωνίας και των πολιτικών κομμάτων στον ρόλο μας. Προσπαθούμε να περάσουμε από το στάδιο των αυθόρμητων οικονομικών διεκδικήσεων και της προβολής αποκλειστικά των οικονομικών αιτημάτων σε ένα πρώτο στάδιο συνειδητοποίησης της θέσης και του ρόλου των δικαστικών συστημάτων όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά παγκόσμια. Τολμώ να πω ότι η ικανοποίηση οικονομικών αιτημάτων από τις κυβερνήσεις είναι η πιο εύκολη και συμφέρουσα λύση γι’ αυτές, διότι με τον τρόπο αυτό ελπίζουν ότι θα πάψουμε να ασχολούμαστε με άλλα πολύ ουσιαστικά θέματα που αγγίζουν την λειτουργία του Κράτους, τις σχέσεις των τριών λειτουργιών και την κατάσταση των συνταγματικών δικαιωμάτων.

(Ι) Στη βάση αυτή θα ξεκινήσω πρώτα με μία αντίληψη, που προσπαθεί να κερδίσει έδαφος σε πολλές κοινωνίες και απαιτεί την αξιοποίηση της Δικαιοσύνης ως μοχλού οικονομικής ανάπτυξης μιας Χώρας. Η ανάλυση του ζητήματος αυτού δεν είναι καθόλου θεωρητική ούτε δευτερεύουσα, αποκτά όμως τελευταία ιδιαίτερη σημασία, αφού έχει πολλές πρακτικές προεκτάσεις όπως θα εξηγήσω. Φαίνεται ότι είναι στις προθέσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης η δημιουργία ειδικών τμημάτων στα Δικαστήρια όπου θα εκδικάζονται ειδικού χαρακτήρα υποθέσεις (εμπορικών συμβάσεων, ανταγωνισμού) ώστε να επιταχυνθούν οι διαδικασίες απονομής δικαιοσύνης και να εξαλειφθεί, κατά την αντίληψη αυτή, ένας από τους ανασταλτικούς παράγοντες για την προσέλκυση επενδυτών. Στην ίδια λογική κινήθηκε και το νομοσχέδιο για την υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση για το οποίο εδώ και καιρό έχουν ταχθεί θετικά τόσο ο Σ.Ε.Β. όσο και το Ε.Β.Ε.Α. Η θεωρία αυτή του συσχετισμού Δικαιοσύνης και Επενδύσεων καλλιεργείται και στην ΕΕ. Ο Γιούνκερ σε μια ομιλία του για την κατάσταση της Ένωσης το 2016, η οποία εκφωνήθηκε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 14 Σεπτεμβρίου 2016 σημείωσε ότι «τα αποτελεσματικά συστήματα δικαιοσύνης στηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη και υπερασπίζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα». Όμοια και η Επίτροπος Viviane Reding επισήμαινε ότι η ελκυστικότητα μιας χώρας ως τόπου πραγματοποίησης επενδύσεων και ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας ενισχύεται από την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου και αποτελεσματικού συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Την ίδια λογική υπηρετούν και διάφορα think tanks και διεθνείς οργανισμοί. Σε μελέτη του 2017 που εκπονήθηκε από το ευρωπαϊκό Κοινό Κέντρο Ερευνών (JRC) καταγράφεται συσχέτιση μεταξύ της βελτίωσης της αποδοτικότητας των δικαστηρίων και του ποσοστού ανάπτυξης της οικονομίας καθώς και μεταξύ της αντίληψης που έχουν οι ιδιοκτήτες και τα στελέχη επιχειρήσεων για την ανεξαρτησία του συστήματος της Δικαιοσύνης και της αύξησης της παραγωγικότητας. Κατά την μελέτη αυτή, όταν τα δικαστικά συστήματα εγγυώνται την εφαρμογή των δικαιωμάτων, οι πιστωτές είναι πιθανότερο να δανείζουν, οι εταιρείες αποθαρρύνονται από την υιοθέτηση καιροσκοπικής συμπεριφοράς, το κόστος των συναλλαγών μειώνεται και οι καινοτόμες επιχειρήσεις είναι πιθανότερο να πραγματοποιούν επενδύσεις. Ίδιες μελέτες με εξαγωγή όμοιων συμπερασμάτων έχουν γίνει από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τον ΟΟΣΑ, το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ και την Παγκόσμια Τράπεζα.
Το Σύνταγμα ως προϊόν ενός κοινωνικού συμβιβασμού ανάμεσα στον κόσμο της εργασίας και στους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής κατοχυρώνει τόσο τα ατομικά όσο και τα κοινωνικά δικαιώματα. Διασφαλίζει την επιχειρηματική ελευθερία και την ιδιοκτησία, προστατεύει όμως και το δικαίωμα στην εργασία, τις σσε και την απεργία. Στην επιδίωξη μιας ταξικής ουδετερότητας και στους συγκερασμούς αντίθετων συμφερόντων που στοχεύει ο θεμελιώδης νόμος του Κράτους, ο ρόλος της Δικαιοσύνης οφείλει επίσης να είναι αποστασιοποιημένος. Τα άρθρα 87 επ αναθέτουν στη Δικαστική Εξουσία την επίλυση διαφορών χωρίς καμία άλλη δέσμευση. Οι δικαστικές αποφάσεις δεν μπορούν να έχουν το χαρακτήρα ούτε του λαγού, ούτε της ουράς στην άσκηση πολιτικής εξουσίας.
Στην αρχή της πρόσφατης οικονομικής κρίσης έγινε δριμεία κριτική στις αποφάσεις των Δικαστηρίων από τις κυβερνήσεις σε Ελλάδα και Πορτογαλία, ότι δήθεν εμποδίζουν την εκτελεστική εξουσία στην χάραξη οικονομικής πολιτικής (θυμηθείτε την κριτική στην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το χαράτσι της ΔΕΗ). Με λίγα λόγια μας προέτρεπαν –όχι πάντοτε με τον κόσμιο τρόπο που συνηθίζει η αστική ευγένεια- σε αυτοπεριορισμό και συμμόρφωση στην πολιτική που αποφασίστηκε. Οι εκπρόσωποι της πολιτικής εξουσίας συνεπικουρούνται και από ορισμένους πανεπιστημιακούς οι οποίοι φτάνουν στο σημείο να θεωρούν «δικαστικό ακτιβισμό» και «σφετερισμό της νομοθετικής και κυβερνητικής εξουσίας» τις δικαστικές αποφάσεις που δικαιώνουν αιτήματα εργαζομένων με βάση την συνταγματική αρχή της ισότητας και οι οποίες τάχα εκτροχιάζουν την δημοσιονομική στρατηγική της Κυβέρνησης. Με τη γνωστή μέθοδο του «διαίρει και βασίλευε» προκαλούν τα κοινωνικά αντανακλαστικά και στρέφουν τους ανέργους και τους εξαθλιωμένους απέναντι στους εργαζομένους που διεκδικούν τις νόμιμες αξιώσεις τους. Η σύγχρονη στρατηγική έχει πλέον πιο γενικό χαρακτήρα, πιο μακροπρόθεσμο και συγκαλυμμένο και γι’ αυτό περισσότερο επικίνδυνο: «Βοηθείστε στην προσέλκυση επενδύσεων. Είναι εθνικός στόχος. Ας φτιάξουμε το κατάλληλο κλίμα». Τι ζητούν οι επενδυτές; Ποια είναι τα μέτρα που μπορούν να βοηθήσουν; Η μείωση των δικαστικών διακοπών, η διεύρυνση του ωραρίου λειτουργίας των δικαστηρίων, η ακόμα μεγαλύτερη πίεση και εντατικοποίηση της εργασίας μας, η θέσπιση διαδικαστικών εμποδίων και οικονομικών αντικινήτρων για να προσφύγει ο πολίτης στη Δικαιοσύνη, η αφαίρεση ύλης από τον φυσικό δικαστή και η ανάθεση του έργου του στις εταιρίες διαμεσολάβησης, η αξιοποίηση των αρχών του σύγχρονου management στα δικαστήρια με ενίσχυση του ρόλου των δικαστών που ασκούν διοικητικά καθήκοντα και η αξιολόγηση των επιδόσεων των δικαστών συνοδευόμενη από κίνητρα επιβράβευσης της ταχύτητας και της αποδοτικότητας, με αντικίνητρα σε περίπτωση καθυστερήσεων. Ειδικότερα στην πρόταση θέσπισης οικονομικών αντικινήτρων για πρόσβαση του πολίτη στη Δικαιοσύνη, όπως υλοποιήθηκε και με την πρόσφατη τροπολογία για επιβολή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, κάνω την υπόμνηση, ότι εφόσον η πρόσβαση στη Δικαιοσύνη είναι μεν κατ’ όνομα εξισωτική αλλά στην πράξη πολύ ακριβή, τα αποτελέσματα συχνά είναι μεροληπτικά υπέρ εκείνων που έχουν οικονομική δύναμη. Όλες αυτές οι προτάσεις έχουν υποστηριχθεί σε ομιλίες, σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, σε συνέδρια από πολιτικούς, από δικαστές, από καθηγητές πανεπιστημίου. Σύντομα θα τα δούμε να τίθενται και επίσημα στα διάφορα τραπέζια των συζητήσεων. Το κατάλληλο κλίμα έχει καλλιεργηθεί από την διανόηση και τα πάντα πρόθυμα ΜΜΕ είναι έτοιμα να παρέχουν τις ιδιοτελείς υπηρεσίες τους χωρίς να τηρούν πλέον ούτε τα προσχήματα αντικειμενικότητας.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι δεν αντιμετωπίζουμε μια κατάσταση πρωτόφαντη. Από τη δεκαετία του 1970 το Εθνικό Εμπορικό Επιμελητήριο των ΗΠΑ υποστήριζε ότι θα πρέπει να τεθεί επικεφαλής της εφόδου στους μείζονες θεσμούς-πανεπιστήμια, σχολεία, ΜΜΕ, Δικαστήρια- προκειμένου να αλλάξει ο τρόπος σκέψης των ανθρώπων για τις εταιρίες, το δίκαιο, την κουλτούρα, το άτομο. Οι επιχειρήσεις δεν στερούνταν τους πόρους για μια τέτοια προσπάθεια, ιδίως εάν αυτοί οι πόροι συνενώνονται. Δικαστήρια – επιχειρήσεις λοιπόν με κριτήρια παραγωγής και απόδοσης, δικαστές στην υπηρεσία των αγορών και του επιχειρηματικού κέρδους. Δικαστές με άλλα λόγια μεροληπτικοί υπέρ των συμφερόντων του ενός εκ των κοινωνικών ανταγωνιστών. Πόσο σύμφωνη με το πνεύμα του Συντάγματος είναι άραγε μια τέτοια προοπτική;
Στον κοινωνικό ανταγωνισμό, που είναι πάντοτε παρών, τα συμφέροντα είναι αντίρροπα και πλήρως αντιτιθέμενα. Η διασφάλιση ελεύθερου πεδίου στις αγορές και στις επενδύσεις συνοδεύεται κάθε φορά από περιοριστικές ρυθμίσεις στα συνταγματικά κοινωνικά δικαιώματα. Θυμίζω τις αποκαλύψεις του οικονομικού συμβούλου της Θάτσερ, του Άλαν Μπαντ, ο οποίος είπε κάποτε ότι οι οικονομικές πολιτικές της δεκαετίας του 1980 στη Μ. Βρετανία μέσω της συμπίεσης της οικονομίας και των δημοσίων δαπανών ήταν το πρόσχημα για το τσάκισμα των εργατών. Πως μπορούν να επιβιώσουν οι αναλώσιμοι υπάλληλοι και εργάτες σ’ έναν κόσμο ευέλικτων αγορών εργασίας και βραχυπρόθεσμων συμβάσεων, χρόνιας εργασιακής ανασφάλειας, ανύπαρκτης κοινωνικής προστασίας και εργασίας συχνά σε βαθμό πλήρους εξάντλησης, μέσα στα συντρίμμια των συλλογικών θεσμών που κάποτε τους έδιναν κάποιο ίχνος αξιοπρέπειας και υποστήριξης; Η επιχειρηματική ανάπτυξη στηρίχθηκε διεθνώς σε έναν ανηλεή περιορισμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
Σ’ αυτήν την σύγκρουση μεταξύ του δικαιώματος των ατόμων στην επιδίωξη κέρδους και άλλων αναπαλλοτρίωτων κοινωνικών δικαιωμάτων, η Δικαστική Λειτουργία οφείλει κατά την συμβιβαστική λογική του Συντάγματος να τηρεί ίσες αποστάσεις. Δεν μπορεί να εξυπηρετεί κανέναν συγκυριακό πολιτικό στόχο ούτε να στρατεύεται στα οικονομικά πλάνα της κάθε κυβέρνησης. Τέλος, να μην ξεχνούμε συνάδελφοι την ιδιόμορφη θέση μας στην κοινωνία. Αφενός την συνταγματική αποστολή μας στην υπηρεσία του ενός εκ των τριών θεμελιωδών πυλώνων της Δημοκρατίας, αφετέρου την μισθολογική, φορολογική, ασφαλιστική, συνταξιοδοτική μας αντιμετώπιση με όρους ανάλογους –ορισμένες φορές και χειρότερους- με αυτούς που ισχύουν για όλους τους άλλους εργαζόμενους.

(ΙΙ) Το δεύτερο θέμα της σημερινής Ημερήσιας Διάταξης αφορά την ανάγκη κρατικής στήριξης και ενίσχυσης των δομών της Δικαιοσύνης. Είχα την ευκαιρία και σε προηγούμενη Γενική Συνέλευση να παραθέσω τις διαρκώς μειούμενες δαπάνες του Κρατικού Προϋπολογισμού για την Δικαιοσύνη. Από τα 914 εκ. το 2009 φτάσαμε σταδιακά στα 622 εκ. το 2017, ενώ πέρσι στον προϋπολογισμό του 2019 για το Υπουργείο Δικαιοσύνης προβλέπονταν 657 εκ. ευρώ. Φέτος ο Κρατικός Προϋπολογισμός για το Υπουργείο Δικαιοσύνης προβλέπει 532 εκ. ευρώ και εάν σ’ αυτά συνυπολογίσουμε και τα 120 εκ. ευρώ που πηγαίνουν στην Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής, πάλι παρατηρούμε ότι βρισκόμαστε στα περσινά επίπεδα. Και τούτο ενώ τα προβλήματα από την υποχρηματοδότηση στη Δικαιοσύνη όλη την προηγούμενη δεκαετία έχουν γίνει ήδη ορατά και είναι πλέον οξυμένα. Η κύρια πηγή χρηματοδότησης των Δικαστικών Κτιρίων είναι το ΤΑΧΔΙΚ. Σχεδόν όλες οι δαπάνες για την συντήρησή τους, την αναλώσιμη ύλη, την θέρμανση προέρχονται όχι από τον Κρατικό Προϋπολογισμό αλλά από το συγκεκριμένο Ταμείο. Μετά την μεταφορά της ΓΓ Αντεγκληματικής Πολιτικής στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη ψηφίστηκε τροπολογία που προβλέπει τη μείωση του ποσοστού που αποδίδει το Δημόσιο στο ΤΑΧΔΙΚ από 30% σε 10%. Υπάρχουν δικαστήρια και εισαγγελίες που λόγω της έλλειψης κρατικής χρηματοδότησης προσφεύγουν στο Ταμείο της Ένωσής μας για να καλύψουν άμεσες και επιτακτικές ανάγκες τους. Υπάρχουν δικαστήρια και εισαγγελίες που λόγω έλλειψης πετρελαίου τους χειμερινούς μήνες δεν έχουν θέρμανση και υποχρεώνονται να διεξάγουν δίκες σε παγωμένες αίθουσες. Βλέπετε εδώ στην αίθουσα τελετών του Εφετείου Αθηνών, όπου διεξάγονται και δίκες αλλά γίνονται και εκδηλώσεις, ότι τα 2/3 των λαμπτήρων είναι εκτός λειτουργίας εδώ και χρόνια και δεν αντικαθίστανται γιατί χρειάζεται κονδύλιο να στηθούν σκαλωσιές και να τους αντικαταστήσουν. Θεωρώ ότι πριν ασχοληθεί το Υπουργείο με τις τηλεδιασκέψεις και την διείσδυση νέων τεχνολογιών στη Δικαιοσύνη –χωρίς βέβαια να υποτιμούμε την σπουδαιότητά τους στη σύγχρονη εποχή- θα πρέπει να αυξηθούν οι πόροι για να λυθούν τα χρόνια προβλήματα συντήρησης των Δικαστικών Μεγάρων. Διάβασα σε ομιλία σας κ. Υπουργέ, ότι στους σχεδιασμούς της Κυβέρνησης είναι η δημιουργία αξιόπιστων υποδομών σε όλες τις Εφετειακές Περιφέρειες της Χώρας και ότι στο τραπέζι δεν βρίσκονται μόνο οι πεπερασμένοι πόροι του ΤΑΧΔΙΚ, αλλά επενδύετε ταυτόχρονα σε «νέα εναλλακτικά εργαλεία όπως οι συμπράξεις Δημοσίου με τον Ιδιωτικό Τομέα που θα εξασφαλίσουν χωρίς δημοσιονομικό κόστος άρτιες υποδομές για τους πολίτες και τους δικαστικούς λειτουργούς». Θα θέλαμε ειλικρινά να μας εξηγήσετε σε ποιους τομείς των υποδομών της Δικαιοσύνης θα συμπράττει ο ιδιωτικός τομέας και ποια είναι τα ανταλλάγματα που θα λαμβάνει. Είναι σύμπτωση και τυχαίο γεγονός ότι αυτή τη στιγμή ξεκίνησε συζήτηση και για την μετατροπή των δημοσίων νοσοκομείων σε ΝΠΙΔ με συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα; Μήπως υπάρχουν ανάλογες σκέψεις και για την Δικαιοσύνη; Αναφερθήκατε επίσης κ. Υπουργέ σε έναν χωροταξικό ανασχεδιασμό των Δικαστηρίων, σε έναν «Δικαστικό Καλλικράτη». Πρόκειται για μία ανακατανομή των οργανικών θέσεων των δικαστικών λειτουργών σε Δικαστήρια και Εισαγγελίες με βάση ενδεχομένως στατιστικά στοιχεία για τις κατά κεφαλήν χρεώσεις ή μήπως σχεδιάζεται η συγχώνευση Δικαστηρίων και Εισαγγελιών σε ευρύτερες Περιφέρειες και άρα η κατάργηση ορισμένων υφιστάμενων Δικαστηρίων; Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα ήταν και βάσιμος λόγος για να μην προχωρήσουν οι αναγκαίες προσλήψεις δικαστικών υπαλλήλων, οι οποίοι στενάζουν κυριολεκτικά κάτω από εξοντωτικές συνθήκες εργασίας; Θεωρώ ότι η όποια αλλαγή στον χωροταξικό σχεδιασμό των Δικαστηρίων δεν σχετίζεται με τις ανάγκες σε αύξηση του αριθμού των δικαστικών υπαλλήλων. Οι ανάγκες αυτές συνδέονται αποκλειστικά και μόνο με τον ρυθμό αύξησης των υποθέσεων που εισάγονται σε Δικαστήρια και Εισαγγελίες.
Από την 1η Ιανουαρίου 2019 έπαψε να ισχύει το νομοθετικό «πάγωμα» των μισθολογικών ωριμάνσεων και των χρονοεπιδομάτων και συνεπώς το Δημόσιο θα έπρεπε να έχει τους μηχανισμούς ώστε αυτόματα να ενσωματώνονται τα επιδόματα στους μισθούς των δικαστικών λειτουργών. Έχει περάσει ήδη ένα έτος και οι περισσότεροι συνάδελφοι εξακολουθούν να λαμβάνουν μισθό χωρίς επιδόματα με την δικαιολογία ότι δεν υπάρχουν υπάλληλοι στο Υπουργείο που θα ασχοληθούν με τον υπολογισμό των ατομικών πράξεων. Φαντάζει πράγματι αντιφατικό από τη μια μεριά να μιλάμε για υπερδιογκωμένο δημόσιο τομέα και από την άλλη να επικαλείστε την έλλειψη δημοσίων υπαλλήλων ώστε να συμμορφωθείτε στις νομικές υποχρεώσεις σας. Το θέμα σας το θέσαμε κ. Υπουργέ ήδη από τον Ιούλιο και κατόπιν σε αλλεπάλληλες τηλεφωνικές οχλήσεις μου και προς τον κ. Υφυπουργό. Προσφέρθηκαν τα Δικαστήρια να θέσουν στην διάθεση του Υπουργείου υπαλλήλους ώστε να συντομεύσουν οι διαδικασίες. Θεωρώ απαράδεκτο να υπάρχει τέτοια κωλυσιεργία και να μην συμμορφώνεται η Διοίκηση όχι μόνο στην υποχρέωσή της να σεβαστεί την αμετάκλητη απόφαση 209/2018 του Ειδικού Δικαστηρίου για επιστροφή των αντισυνταγματικά μη καταβληθέντων επιδομάτων της περιόδου 2017-2018, αλλά και για την καταβολή των επιδομάτων από τις αρχές του τρέχοντος έτους.
Με την ψήφιση και εφαρμογή των νέων Ποινικών Κωδίκων αναδείχθηκε το ζωτικής σημασίας αίτημα της Ένωσης για αύξηση των οργανικών θέσεων Δικαστών και Εισαγγελέων. Μετά από πολλά υπομνήματα που υποβάλλαμε στην προηγούμενη Κυβέρνηση, τελικά με την ΠΝΠ του Ιουνίου του 2019, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α’ 106/2019, προβλέφθηκαν 85 νέες οργανικές θέσεις δικαστών και εισαγγελέων. Θεωρήσαμε σημαντική επιτυχία την πρόβλεψη αυτών των θέσεων καθώς θα αποφόρτιζαν από την συσσωρευμένη ύλη ιδίως στα ποινικά ακροατήρια. Η ΠΝΠ δεν επικυρώθηκε από τη νέα Βουλή, στη συνάντηση ωστόσο που είχε το ΔΣ της Ένωσής μας με σας κ. Υπουργέ στα τέλη Ιουλίου, δεσμευτήκατε να μας απαντήσετε σύντομα. Στις 30 Οκτωβρίου επανυποβάλαμε το αίτημα στο Υπουργείο και προβήκαμε σε μια αναλυτική παράθεση των θέσεων που απαιτούνται ανά βαθμό δικαιοδοσίας λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες Δικαστηρίων και Εισαγγελιών. Μέχρι σήμερα το αίτημά μας δεν ικανοποιήθηκε, κρατάμε όμως την υπόσχεση που δώσατε στη Βουλή πριν λίγες εβδομάδες για μια μεγάλη αύξηση οργανικών θέσεων. Δεν σας κρύβω ωστόσο την μεγάλη δυσαρέσκεια του Δικαστικού Σώματος από την επιμονή σας να προβείτε σε μια μεγάλη ανακατανομή των θέσεων Προέδρων Εφετών και Εφετών, χωρίς προηγούμενα να ενημερώσετε και να διαβουλευτείτε με τις Ενώσεις. Καταθέσατε μια τροπολογία την παραμονή της ψήφισής της στη Βουλή και μέσα σε μία ημέρα διαβάσατε την σφοδρή εναντίωση που έφερε η πλειοψηφία των 8 μελών του ΔΣ της Ένωσής μας. Ποιος ήταν ο εξαιρετικά σπουδαίος λόγος κ. Υπουργέ, για τον οποίο δεν μπορούσατε να περιμένετε και να διαβουλευτείτε μαζί μας; Αυτός ο σπουδαίος λόγος ανέκυψε ξαφνικά στις 26 Νοεμβρίου και έπρεπε να επιλυθεί στις 28 Νοεμβρίου; Άκουσα ότι επικαλεστήκατε δημόσια ότι τάχα η Ένωσή μας στη συνάντηση που είχαμε στις 30 Ιουλίου σας το ζήτησε. Δεν είναι ακριβές αυτό που είπατε κύριε Υπουργέ. Η Ένωσή μας –και αυτό είναι αποτυπωμένο στο δελτίο τύπου που εκδώσαμε την επομένη ημέρα- σας ζήτησε κατ’ αρχήν αύξηση οργανικών θέσεων όλων των βαθμών δικαιοδοσίας και ειδικότερα για τις θέσεις των Προέδρων Εφετών να εξετάσετε τη δυνατότητα αύξησης μέχρι τον αριθμό των προεδρευόντων Εφετών στα τρία μεγαλύτερα Εφετεία. Δεν σας ζητήσαμε ποτέ κατάργηση θέσεων Εφετών, δεν σας ζητήσαμε ποτέ ανακατανομή των θέσεων. Αυτό το έκανε πρόσφατα η Ένωση Εισαγγελέων, η οποία ενώ πριν 2 εβδομάδες εξέδιδε Δελτίο Τύπου διαμαρτυρόμενη για την επίμαχη τροπολογία, σήμερα διεκδικεί ανακατανομή θέσεων για τους Εισαγγελείς Εφετών. Θεωρώ ότι με τέτοιες αντιφατικές δηλώσεις και χωρίς κανέναν υπολογισμό των συνεπειών μιας πρότασης, δημιουργείται σύγχυση στους συναδέλφους και προσφέρονται κακές υπηρεσίες στο Σώμα. Μας κάνει επίσης εντύπωση κ. Υπουργέ, ότι ενώ στη συνάντηση που είχαμε προβάλαμε 9 συνολικά αιτήματα, εσείς δεν ικανοποιήσατε κανένα από αυτά, αλλά σπεύσατε να ρυθμίσετε ένα ζήτημα που θα προκαλέσει τεράστια αναστάτωση στη λειτουργία των Εφετείων, ιδιαίτερα από το επόμενο δικαστικό έτος και θα επηρεάσει αρνητικά την υπηρεσιακή και οικογενειακή ζωή εκατοντάδων δικαστών. Τα μεγάλα Εφετεία της Χώρας (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς) έχουν ήδη διατυπώσει εγγράφως την αρνητική στάση τους στην τροπολογία επισημαίνοντας αναλυτικά τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν στη Δικαιοσύνη, ενώ η Ένωσή μας κατέθεσε αίτημα στον κ. Πρόεδρο του Αρείου Πάγου για σύγκληση της διοικητικής Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου εκφράζοντας τον προβληματισμό της για την συνταγματικότητα της ρύθμισης. Θεωρώ ότι η κατάργηση ή η αναστολή του άρθρου 38 ν. 4640/2019 μέχρι να γνωμοδοτήσει η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, θα είναι πράξη πολιτικής γενναιότητας μετά τις καθολικές αντιδράσεις του Δικαστικού Σώματος.

Ένα άλλο σημείο στο οποίο αξίζει κανείς να σταθεί είναι η πρόσφατη ομιλία του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης, του κ. Πιερακάκη, στην Ημερίδα της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, όπου μεταξύ άλλων αναφέρθηκε στην εισαγωγή της τεχνητής νοημοσύνης στις δικαστικές υποθέσεις. Να μπορούν δηλ. οι αλγόριθμοι, διαβάζοντας τα δικόγραφα, να κάνουν έναν πρώτο έλεγχο σε σχέση με το ποια πρέπει να είναι η έκβαση μιας υπόθεσης. Το ρίσκο όπως παραδέχθηκε ο κ. Υπουργός είναι να υπάρχει αδιαφάνεια στους αλγορίθμους. Όσο θα πηγαίνουμε προς αυτήν την κατεύθυνση, συνέχισε, πρέπει η στρατηγική και τα τεχνολογικά σχήματα που θα χρησιμοποιούνται να τίθενται τα ίδια σε δημόσιο έλεγχο και οι αλγόριθμοι σε δημόσιο διάλογο μεταξύ των ειδικών. Δεν γνωρίζω κ. Υπουργέ ποιες ακριβώς είναι οι σκέψεις της Κυβέρνησης πάνω στο ζήτημα αυτό, ξέρω όμως τον προβληματισμό που επικρατεί στη Γαλλία και την νομοθετική απαγόρευση από τις αρχές αυτού του έτους της αλγοριθμικής ανάλυσης δικαστικών αποφάσεων. Οι τεχνολογίες αυτές εμπίπτουν στην κατηγορία της συμπεριφορικής ανάλυσης και φιλοδοξούν να καταστήσουν δυνατή την πρόβλεψη μελλοντικών δικαιοδοτικών κρίσεων μέσω του σχηματισμού profile για κάθε δικαστή, ώστε να μπορούν οι δικηγόροι να καταστρώνουν την στρατηγική τους και οι επιχειρήσεις να εκτιμήσουν την έκβαση των υποθέσεών τους. Και αν το σενάριο αυτό φαντάζει μακρινό και αποκρουστικό, κκ. συνάδελφοι, αν οδηγούμαστε σύντομα σε μια εποχή υποκατάστασης του δικαστή από τους αλγόριθμους, σε μια εποχή πλήρους αδιαφάνειας, να γνωρίζετε ότι στις ΗΠΑ η εφαρμογή τέτοιων τεχνικών συμπεριφορικής ανάλυσης θεωρείται αποδεκτή εξέλιξη της τεχνολογικής προόδου και δεν απαγορεύεται.
Οι σχέσεις των δικαστικών λειτουργών με τους δικηγόρους δεν ήταν πάντα ανέφελες, διατηρούσαν ωστόσο ένα επίπεδο πολιτισμού και ευπρέπειας. Ο ΔΣΑ είχε την τύχη να έχει στην ηγεσία του Προέδρους, που με το βάρος της προσωπικότητάς τους λάμπρυναν τον μεγαλύτερο επιστημονικό σύλλογο της Χώρας. Δεν μπορώ δυστυχώς να πω το ίδιο και για την σημερινή του ηγεσία, η οποία διαπνέεται από ένα τυφλό αντιδικαστικό μένος. Τη θέση των νομικών επιχειρημάτων έλαβαν οι προσωπικές ύβρεις, ο λαϊκισμός και η ψεύτικη υπεράσπιση των δικαιωμάτων των δικηγόρων. Τέτοια συμπεριφορά έχει γίνει πλέον κανόνας από τον Πρόεδρο του ΔΣΑ και δεν είναι μόνο η πρόσφατη κατηγορία που εξαπέλυσε εναντίον του Δικαστικού Σώματος, ότι τάχα συμμετείχε αντισυνταγματικά στις αρχαιρεσίες των Σωματείων από το 2001 και μετέπειτα αλλά και η προκλητική άποψή του ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν δικαιούνται να συμμετέχουν στο μέλλον στις διαδικασίες αυτές επειδή παρατηρείται καθυστέρηση στην έκδοση αποφάσεων. Στις αιρετικές αυτές απόψεις του δεν έχει δυστυχώς γι’ αυτόν σύμμαχο ούτε το Σύνταγμα, ούτε το Συμβούλιο της Επικρατείας το οποίο επικαλείται, ούτε και τους ίδιους τους εργαζόμενους οι οποίοι επέλεξαν κατά κακή τους τύχη να διατυπώσουν την άποψη ότι η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών αποτελεί γι’ αυτούς ύψιστη διασφάλιση του κύρους και του αδιάβλητου των αρχαιρεσιών. Η μη πρόσκληση του Προέδρου του ΔΣΑ στην φετινή Γενική μας Συνέλευση αποτελεί μια ένδειξη διαμαρτυρίας του Δικαστικού Σώματος στον τρόπο που επέλεξε προσωπικά ο ίδιος να πορευτεί.

(ΙΙΙ) Το ζήτημα της δικαστικής ανεξαρτησίας είναι κομβικής σημασίας για τη λειτουργία του Πολιτεύματος και για το λόγο αυτό επιμένουμε συχνά να το αναδεικνύουμε ως κυρίαρχο. Πριν δύο χρόνια διοργανώσαμε ειδική Διεθνή Ημερίδα με την παρουσία και του Προέδρου της Δημοκρατίας. Οι ανησυχίες της Διεθνούς Ένωσης Δικαστών για την θέση των δικαστικών συστημάτων παγκοσμίως φαίνεται ότι εντείνονται. Στη Γενική Συνέλευση της Ένωσής μας τον Δεκέμβριο του 2017 αναφέρθηκα στα συμπεράσματα και στους προβληματισμούς της 60ης Συνέλευσης της Διεθνούς Ένωσης ιδιαίτερα για χώρες που άρχιζαν τότε να εμφανίζουν κάποια ανησυχητικά σημάδια, όπως η Τουρκία, η Πολωνία, η Βουλγαρία. Ο κατάλογος των χωρών αυτών διευρύνεται και ανάλογης μορφής ζητήματα τίθενται πλέον και σε άλλα Κράτη, όπως στην Ουγγαρία και στη Ρουμανία. Σήμερα θα έχουμε την τιμή και την χαρά να ακούσουμε από τον Πολωνό συνάδελφο, Bogdan Jedrys, την κατάσταση της Δικαιοσύνης στην χώρα του, καθώς εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο του Ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Είναι η προβολή ενός δυστοπικού μέλλοντος πλήρους υποταγής της δικαστικής λειτουργίας στην αδηφάγο εκτελεστική. Η σημασία της παρέμβασης του συναδέλφου είναι πρόδηλη. Δεν έχει μόνο χαρακτήρα ενημέρωσης για τον τρόπο που μία ευρωπαϊκή Κυβέρνηση προσπαθεί επίμονα να χειραγωγήσει και να καθυποτάξει τη Δικαιοσύνη. Προσφέρεται για σοβαρό προβληματισμό και συζήτηση, αποτελεί αφορμή για εντονότερη επαγρύπνηση. Μία Δικαστική Ένωση σε μία μικρή Χώρα μπορεί να έχει επιτυχία μόνο εφόσον αξιοποιεί την πείρα άλλων Χωρών. Και για μια τέτοια αξιοποίηση δεν αρκεί η απλή γνώση της πείρας αυτής. Εκείνο που χρειάζεται είναι να μπορούμε να βλέπουμε την πείρα αυτή κριτικά και να την επαληθεύουμε με αυτοτέλεια.
Στη Χώρα μας η πολιτική εξουσία έχει έναν ιδιόμορφο τρόπο να αντιλαμβάνεται την δικαστική ανεξαρτησία. Σε επίπεδο διακηρύξεων και κανονιστικού πλαισίου υπάρχει ένα ισχυρό πλέγμα εγγυήσεων της προσωπικής και λειτουργικής μας ανεξαρτησίας. Θα μπορούσε βεβαίως το πλέγμα αυτό να ενισχυθεί εάν τα πολιτικά κόμματα εξουσίας υιοθετούσαν τις προτάσεις της περσινής μας Γενικής Συνέλευσης με αφορμή την διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος. Το ουσιωδέστερο ωστόσο πρόβλημα είναι το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στις διακηρύξεις και στην πράξη. Τα προηγούμενα χρόνια η Ένωση ασχολήθηκε κατά κόρον με τις δηλώσεις του αναπληρωτή Υπουργού Υγείας του κ. Πολάκη και τις κατήγγειλε τόσο με Δελτία Τύπου όσο και με αναφορές στην Ευρωπαϊκή Ένωση Δικαστών. Τον περασμένο μήνα είχαμε την υπόθεση του βουλευτή κ. Σαλμά, η οποία είναι χαρακτηριστική και θα την χρησιμοποιήσω ως παράδειγμα όχι μόνο για το πώς αντιλαμβάνεται ένας πολιτικός την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, αλλά πως αντιμετωπίζεται η συμπεριφορά του από τμήματα του ιδεολογικού μηχανισμού του Κράτους, των διαμορφωτών της κοινής γνώμης, όπως τα πολιτικά κόμματα, οι δικαστικές ενώσεις και τα μέσα ενημέρωσης. Μετά την καταγγελία στην οποία είχε θεσμικό καθήκον να προβεί η Ένωσή μας αφού πληροφορηθήκαμε την ενέργεια του βουλευτή να κάνει τηλεφωνική παρέμβαση σε δικαστή που δίκαζε την υπόθεσή του, ο πρώτος όχι μόνο δεν αναγνώρισε το λάθος του αλλά δικαιολόγησε με κυνικότητα την πράξη του εκφράζοντας και την αγανάκτησή του για τον διασυρμό που υπέστη, διότι θεώρησε ότι είναι νόμιμο δικαίωμά του να ζητάει επίσπευση της υπόθεσής του. Είναι κοινός τόπος βεβαίως ότι παρέμβαση σε εκκρεμή δικαστική υπόθεση δεν μπορεί να γίνει όχι μόνο στην ουσιαστική κρίση του δικάζοντος αλλά ούτε και σε παρεμπίπτουσα. Μέλος της νομοθετικής λειτουργίας επομένως φαίνεται να μην κατανοεί το απαράδεκτο της πράξης του. Και η Κυβέρνηση όμως αντί να κάνει κάποιο σχόλιο υποστηρικτικό της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, όπως όλοι αναμέναμε, καλύπτει τον βουλευτή με την σιωπή της. Η Ένωση Εισαγγελέων από την άλλη μεριά προβαίνει σε μια ακατανόητη ανακοίνωση την επομένη ημέρα της δικής μας και διαστρεβλώνοντας πλήρως τα γεγονότα αναφέρεται σε «δήθεν παρέμβαση», σε δικαίωμα του πολίτη να ενημερώνεται για την πορεία της υπόθεσής του και σε κόσμια τηλεφωνική επικοινωνία του βουλευτή, ενώ ο ίδιος παραδέχτηκε ότι δεν τηλεφώνησε απλά για να ενημερωθεί για το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση αλλά για να ζητήσει επίσπευση. Δικαιολογεί συνεπώς η Ένωση Εισαγγελέων απόλυτα την ενέργεια του βουλευτή και νομιμοποιεί κάθε μελλοντική παρέμβαση διαδίκου σε εκκρεμή υπόθεση αρκεί να γίνεται με κόσμιο τρόπο. Τα Μέσα Ενημέρωσης, συνεπή στο έργο που ανέλαβαν, προέβαλαν περισσότερο την δικαιολογία του βουλευτή παρά την ίδια την καταγγελία έχοντας σαφή στόχευση να καταπραϋνθούν οι κοινωνικές αντιδράσεις, να εμφανιστεί ο βουλευτής ως θύμα της καθυστέρησης απονομής της Δικαιοσύνης και τελικά η Ένωσή μας ως υπερβολική στις αντιδράσεις της.
Η υπόθεση του βουλευτή κ. Σαλμά είναι εξόχως διδακτική και μας βοηθάει να αυξήσουμε την εμπειρία μας πάνω σε ένα ζήτημα που πολλές φορές προσεγγίζουμε θεωρητικά αλλά δυσκολευόμαστε να το αντιμετωπίσουμε στην ουσία του. Αντιλαμβανόμαστε ότι η έννοια της «δικαστικής ανεξαρτησίας» είναι μια έννοια ρευστή και νοηματοδοτείται από τα συμφέροντα και τη θέση την οποία κάποιος κατέχει στο πολιτικό ή οικονομικό σύστημα. Λόγω του εμβληματικού χαρακτήρα της αρχής της διάκρισης των εξουσιών και της αίγλης με την οποία περιβάλλεται από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, οι πολιτικοί δεν χάνουν την ευκαιρία να την επικαλούνται για να προσδώσουν μεγαλύτερο κύρος στις πράξεις τους οι οποίες περνούν μέσα από το φίλτρο νομιμοποίησης της δικαστικής κρίσης. Συμπληρωματικά με την αρχή της ισότητας και της μη διάκρισης των πολιτών ανάλογα με την κοινωνική τους θέση, η αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας θωρακίζει τους πολιτικούς από την ανεπιθύμητη κριτική της ιδιαίτερης ευνοϊκής μεταχείρισης. Από τη στιγμή όμως που η αφηρημένη «δικαστική ανεξαρτησία» μετουσιώνεται σε πράξη αμφισβήτησης κυβερνητικών επιλογών ή ειδικών προσωπικών προνομίων, τότε όλο το πολιτικό- οικονομικό- μιντιακό σύστημα αφρίζει από ιερή αγανάκτηση. Ο καταγγέλων δικαστής γίνεται απολογούμενος διότι δεν ενέδωσε στα απροκάλυπτα ή συγκαλυμμένα, στα κόσμια ή άκομψα κελεύσματα όλων όσων επικαλούνται με υποκρισία την ανεξαρτησία μας.

Συνάδελφε δικαστή και εισαγγελέα, στον δρόμο της προσωπικής σου αξιοπρέπειας δεν βαδίζεις μόνος. Η Ένωσή μας κι’ εγώ προσωπικά αυτό το μήνυμα θέλουμε να σου στείλουμε. Θα στεκόμαστε πλάϊ σου κάθε φορά που με παρρησία και σθένος εκτελείς τα καθήκοντά σου κόντρα στις αντιξοότητες και στα εμπόδια που ορθώνονται μπροστά σου. Κόντρα σε όλους όσους θέλουν να σε πείσουν ότι είναι συνετό να προσπερνάς με αδιαφορία τις κάθε είδους αθέμιτες παρεμβάσεις, ότι πρέπει να επικεντρώνεσαι μόνο στα επαγγελματικά σου καθήκοντα και να θεωρείς ασήμαντες τις κοινές υποθέσεις, ότι πρέπει να μάθεις να συμβιβάζεσαι με την πραγματικότητα της αδιαφάνειας, της επιδίωξης ατομικού οφέλους, των υπόγειων διαδρομών. Η δικαστική ανεξαρτησία έχει περιεχόμενο μόνο όσο εσύ αισθάνεσαι απρόσβλητος από επιρροές, όσο δεν θα τολμά κανείς να παρεμβαίνει στο έργο σου, όσο θα μπορείς να κάνεις με ελεύθερη σκέψη σκληρή κριτική σε κάθε τι στρεβλό που παρατηρείς στον χώρο μας, σε κάθε τι που σε πληγώνει και σε προσβάλει σαν ελεύθερο και υπεύθυνο άτομο. Έτσι έχεις υποχρέωση συνάδελφε να περιφρουρήσεις το κύρος της δικαστικής έδρας που έχεις την τιμή να κατέχεις, και η οποία –παραφράζοντας τον Αριστόβουλο Μάνεση- είναι φυσικό εφόσον βρίσκεται στο ύψος της, να δέρνεται από τις πολιτικές καταιγίδες.

ΜΙΚΤΟ ΟΡΚΩΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ- Σχέδια αποφάσεων μετά τους νέους Κώδικες, Χρήστος Νάστας, Πρόεδρος Εφετών

Επί της «ανοικτής επιστολής» της συναδέλφου Αικατερίνης Ντόκα, Δημήτριος Φούκας, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Αναπληρωτής γ.γ. ΕνΔΕ

Η απόπειρα της συναδέλφου να ταυτίσει μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενώσεώς μας, τα οποία δεν έχει το σθένος να κατονομάσει στην «ανοικτή επιστολή» που απέστειλε, με το φαινόμενο της, εκ μέρους εκλεγμένων στο ΔΣ συναδέλφων, κατάχρησης της εμπιστοσύνης των μελών της ΕνΔΕ προς το πρόσωπό τους, με σκοπό την ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών σχετικά με την κατάληψη θέσεων σε ανεξάρτητες αρχές κλπ, είναι απαράδεκτη και προσβλητική προς το σύνολο των συναδέλφων και των μελών του ΔΣ. Η συνάδελφος επιχειρεί να προωθήσει μία εναλλακτική εκδοχή της πραγματικότητας, συντάσσοντας ένα κείμενο που βρίθει ανακριβειών και προσβλητικών εκφράσεων.

Λίγα σχόλια, εν είδει απαντήσεως:

α)είναι ανακριβές ότι η αύξηση των οργανικών θέσεων των Προέδρων Εφετών κατά 86 με αντίστοιχη μείωση του αριθμού των οργανικών θέσεων Εφετών προωθήθηκε χωρίς να έχει αποτελέσει αίτημα της ΕνΔΕ και χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή της. Το αληθές είναι ότι οι πρώτες σχετικές συζητήσεις σε επίπεδο Προεδρείου και ΔΣ έγιναν πριν δύο έτη και το αίτημα προωθήθηκε με την σύμφωνη γνώμη όλων των μελών του Προεδρείου και φυσικά του Προέδρου της ΕνΔΕ. Συμπεριελήφθη, μάλιστα, στα αιτήματα που ο πρόεδρος της ΕνΔΕ εξέθεσε κατά τη συνάντηση του ΔΣ με την ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης στις 31-7-2019.

β)μετά την κατάθεση του σχεδίου διατάξεως στη Βουλή, ακολούθησε η έκδοση της από 26-11-2019 ανακοίνωσης των Χριστόφορου Σεβαστίδη, Χαράλαμπου Σεβαστίδη και Παντελή Μποροδήμου, οι οποίοι ζητούσαν την απόσυρση της διατάξεως, επικαλούμενοι άγνοια και έλλειψη ενημέρωσης. Ο Αντιπρόεδρος της ΕνΔΕ κος Βεργώνης προσπάθησε να υποβοηθήσει την μνήμη των ανωτέρω συναδέλφων υπενθυμίζοντάς τους το, γνωστό σε όλους πλέον, από 31-7-2019 δελτίο τύπου που συνέταξαν ο Πρόεδρος και ο Γενικός Γραμματέας της Ένωσης, στο οποίο γινόταν σαφής αναφορά στο εν λόγω αίτημα της Ένωσης. Το αποτέλεσμα ήταν να καταστεί η θέση των ως άνω συναδέλφων περί «άγνοιας» και «έλλειψης πληροφόρησης» μη υποστηρίξιμη. Το επικοινωνιακό κενό που προέκυψε μετά από αυτό φαίνεται να καλύπτεται με τη μέθοδο της διατύπωση κατηγοριών περί «συμφωνιών» μέσω «ανοικτών επιστολών».

γ)η συνάδελφος καταλήγει αξιώνοντας να λειτουργούμε «με μοναδικό γνώμονα το κοινό συμφέρον του Δικαστικού Σώματος», το οποίο –προφανώς- θεωρεί ότι εκφράζεται από την ίδια και ταυτίζεται με τις δικές της απόψεις και ότι «δεν μπορεί πλέον να γίνει ανεκτό να αποφασίζετε για εμάς χωρίς εμάς». Παραβλέπει η συνάδελφος ότι κάθε μέλος του ΔΣ έχει εκλεγεί με την ψήφο συναδέλφων, στη βάση απόψεων για το κοινό συμφέρον του Σώματος.
Θα συμφωνήσω με την συνάδελφο στο εξής: πράγματι οι εποχές έχουν αλλάξει. Οι εποχές των ηγεμονισμών και των ηγεμονίσκων έχουν περάσει.

Δημήτριος Φούκας
Πρόεδρος Πρωτοδικών
Αναπληρωτής γ.γ. ΕνΔΕ

Οι μάσκες έπεσαν, Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ Εφέτης, Πρόεδρος της Ε.Δ.Ε.

Χριστόφορου Σεβαστίδη,
ΔΝ Εφέτη, Πρόεδρου της Ε.Δ.Ε.

 Με άρθρο που δημοσιεύσαμε την προηγούμενη εβδομάδα με τους συναδέλφους Χαράλαμπο Σεβαστίδη και Παντελή Μποροδήμο προκαλέσαμε όλα τα μέλη του ΔΣ, που δεν είχαν λάβει δημόσια θέση για το θέμα της τροπολογίας περί ανακατανομής των θέσεων Εφετών και Προέδρων Εφετών, να το κάνουν. Χαίρομαι διότι το άρθρο αυτό έγινε αφορμή να δημοσιοποιήσουν τις απόψεις τους τόσο ο κ. Σαλάτας όσο και ο κ. Λυμπερόπουλος (ο κ. Νάστας ακόμα σιωπά). Και αποκάλυψαν πραγματικά τόσο ενδιαφέροντα πράγματα και για το ποιος ενεργούσε κρυφά ερήμην της Ένωσης και για το ποιος τον στηρίζει. Μας επιτρέπουν επίσης να συνάγουμε και ορισμένα συμπεράσματα για την πορεία και την κατεύθυνση που θέλουν να δώσουν στην Ένωση από δω και πέρα.

Πρώτη κοινή διαπίστωσή τους είναι ότι εγώ προσωπικά γνώριζα και συμφωνούσα με το αίτημα των κκ Σαλάτα και Λυμπερόπουλου, όπως επίσης ότι ήμουν ενημερωμένος για τις δεκάδες επισκέψεις που πραγματοποιούνταν σε γενικούς γραμματείς, Υπουργούς, Προέδρους Αρείου Πάγου, Προϊσταμένους Εφετείων. Ομολογώ ότι στο ζήτημα της ανακατανομής των θέσεων στα Εφετεία ο κ. Σαλάτας με την υποστήριξη του κ. Λυμπερόπουλου έδειξαν ιδιαίτερη θέρμη. Το αίτημα ήταν γνωστό και δημόσια, αφού συμπεριλαμβανόταν στις θέσεις της ομάδας του κ. Σαλάτα ήδη από το 2015. Ποτέ όμως δεν το συζητήσαμε στο ΔΣ, ποτέ δεν το υιοθετήσαμε. Δε είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς τι έγινε, από ποιον και για ποιο λόγο. Ήδη ο Γ.Γ. της Ένωσης – που περίμενε να ψηφιστεί οριστικά η ρύθμιση πριν τοποθετηθεί επ’ αυτής (δεν ξέρεις ποτέ τι γίνεται!) – εξέθεσε αναλυτικά τον…αγώνα που έδωσε για τη νομοθέτηση αυτής της αύξησης οργανικών θέσεων των Προέδρων Εφετών, που για λόγο που μόνο εκείνος ξέρει, έπρεπε να προωθηθεί με αυτό τον μοναχικό τρόπο, από τον ίδιο προσωπικά και χωρίς ποτέ να συζητηθεί στο Δ.Σ. Διαβάζοντας κανείς τις έγγραφες εξηγήσεις που έδωσε, μπορεί να διακρίνει την αγωνία του να πείσει τον κάθε συνάδελφο, ότι ουδεμία επιβάρυνση θα επέλθει από την αύξηση αυτή. Είναι μια αγωνία που προκλήθηκε από το βάρος των αντιδράσεων, δεδομένου ότι όπως μάθαμε είχε ήδη ανακοινώσει στην Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών την επίμαχη τροπολογία ως δική του επιτυχία (!), λαμβάνοντας κατάλληλες απαντήσεις από τους παριστάμενους συναδέλφους. Αίτημα όμως της Ένωσης δεν μπορεί να είναι ό,τι δεν κάνει μεγάλη ζημιά, αλλά μόνο ό,τι οφελεί με κάποιο τρόπο τους συναδέλφους. Και ως προς αυτό, επιχείρημα ουδέν! Οι πρωτοβουλίες λοιπόν του κ. Σαλάτα πολλές φορές γνωστοποιούνταν εκ των υστέρων ή δεν γνωστοποιούνταν ποτέ. Και αναφέρω συγκεκριμένο παράδειγμα: Η πρώτη εθιμοτυπική επίσκεψή μου στον Υπουργό Δικαιοσύνης, κ. Τσιάρα, έγινε στις 25 Ιουλίου 2019. Την ημέρα εκείνη για πρώτη φορά με ενημέρωσε τηλεφωνικά και μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ο κ. Σαλάτας, ότι είχε αποστείλει μόνος του την προηγούμενη εβδομάδα (στις 17 Ιουλίου) επιστολή στον Υπουργό με την οποία του ζητούσε-αποκλειστικά και μόνο- την ανακατανομή των θέσεων Εφετών και Προέδρων Εφετών, ακριβώς όπως προέβλεψε η ψηφισθείσα τροπολογία. Κατά τη συνάντηση του ΔΣ με τον Υπουργό στις 30 Ιουλίου, υποβάλαμε ως κύριο και βασικό αίτημα την αύξηση των οργανικών θέσεων όλων των βαθμών και ειδικά ως προς τις θέσεις των Προέδρων Εφετών να εξεταστεί η δυνατότητα αύξησης θέσεων μέχρι του αριθμού των προεδρευόντων Εφετών. Η Ένωση μιλούσε πάντοτε για αύξηση οργανικών θέσεων και αυτό είναι ξεκάθαρα αποτυπωμένο στο Δελτίο Τύπου της 31ης Ιουλίου 2019, του οποίου το περιεχόμενο σκοπίμως ορισμένοι παρερμηνεύουν. Δεν δεχτήκαμε να υποβάλουμε αίτημα κατάργησης θέσεων Εφετών ή ανακατανομής των θέσεων. Αυτός ήταν ο διακαής πόθος μόνο των κκ Σαλάτα και Λυμπερόπουλου, οι οποίοι δεν ασχολήθηκαν ποτέ με το κύριο αίτημα της Ένωσης για αύξηση των οργανικών θέσεων σε όλους τους βαθμούς. Από την άλλη μεριά γίνεται σε όλους αντιληπτό ότι δεν είχαμε την δυνατότητα να αρνηθούμε να τεθεί προς συζήτηση, έστω και διαφοροποιημένο, το αίτημα του Γενικού Γραμματέα που είχε την στήριξη και του Α’ Αντιπροέδρου της Ένωσης. Στις αγωνιώδεις προσπάθειες να δικαιολογήσει την τροπολογία ως συμφέρουσα το Δικαστικό Σώμα, ο κ. Σαλάτας ισχυρίζεται ότι βρήκε θιασώτες και ένθερμους υποστηρικτές τόσο τον πρώην Πρόεδρο του ΑΠ κ. Βασίλειο Πέππα, όσο και τον προϊστάμενο του Εφετείου Αθηνών κ. Κων. Σταμαδιάνο αλλά και τον πρώην Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης κ. Σάρλη, οι οποίοι ωστόσο, ενώ ήταν γνώστες του αιτήματος, δεν επιβεβαιώνουν την θετική άποψή τους για την ανακατανομή των θέσεων. Αλλά επειδή δεν βλάπτει και λίγη αυτοκριτική, νιώθω ότι οφείλουμε κι εμείς να αναλάβουμε την ευθύνη που μας αναλογεί, αφού δεν καταφέραμε να διαβλέψουμε την επελθούσα εξέλιξη στο χρόνο που θα είχε νόημα…

Αυτό που αποδείχθηκε εκ των πραγμάτων ήταν μια υπόγεια και κρυφή μεθόδευση με επισκέψεις, συναντήσεις, υποβολή υπομνημάτων και κάθε είδους πρωτοβουλίες, για να αλλάξουν εμμέσως τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης και μελλοντικά οι συσχετισμοί στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων. Αυτό το τελευταίο είναι κυρίως που ενδιαφέρει εντός και εκτός των τειχών.

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων τα προηγούμενα τρία χρόνια υιοθέτησε μια στάση ασυμβίβαστη με την εκτελεστική εξουσία σε κάθε τι που θεωρούσαμε ότι πλήττει τον πυρήνα της δικαστικής ανεξαρτησίας. Εκδώσαμε εκατοντάδες Ανακοινώσεις και Δελτία Τύπου και συγκρουστήκαμε όχι μόνο με Υπουργούς της τότε Κυβέρνησης (κκ. Πολάκη και Κοντονή), αλλά και με τον ίδιο τον Πρωθυπουργό. Μάλιστα η αντιπαράθεση ήταν τόσο σφοδρή και πρωτόγνωρη που η τότε Κυβέρνηση χαρακτήρισε την Ένωσή μας ως «Γραφείο Τύπου της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης».  Μέχρι εκείνο το σημείο ο κ. Λυμπερόπουλος αισθανόταν ιδιαίτερα ευτυχής και υποστήριζε όλες τις θέσεις μας. Από το καλοκαίρι του 2019 και μετέπειτα η στάση του όπως και του κ. Σαλάτα μεταβλήθηκε. Σε όλα τα θέματα που εισάγονταν προς συζήτηση στο ΔΣ παρατηρήσαμε μια πλήρη μεταστροφή. Αλλαγή στάσης στο θέμα της ιδιωτικής διαμεσολάβησης, άρνηση να αποστείλουμε στην Βουλή- όπως μας ζητήθηκε- τις θέσεις μας για τις τροποποιήσεις στους Ποινικούς Κώδικες, άρνηση να λάβουν θέση για την επαναφορά της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, άρνηση του κ. Λυμπερόπουλου να εκδώσουμε Δελτίο Τύπου για την περικοπή της χρηματοδότησης του ΤΑΧΔΙΚ και τώρα άρνηση να αντιταχθούν σε μια τροπολογία που ανατρέπει την ισορροπία στο δεύτερο βαθμό της Δικαιοσύνης, που εισήχθη στα κρυφά και για την οποία δεν έγινε καμία διαβούλευση του Υπουργείου με την Ένωση. Η Ένωση δεν μπορεί να έχει στόχο την διαφύλαξη του κυβερνητικού γοήτρου. Σε μια τέτοια προοπτική που την είδαμε από νωρίς να καλλιεργείται, αντιταχθήκαμε και αρνηθήκαμε να συναινέσουμε. Ο πόλεμος που γίνεται αυτή τη στιγμή, αυτήν ακριβώς την αιτία έχει. Θα συνεχίσουμε να έχουμε μια ανεξάρτητη Ένωση από κάθε Κυβέρνηση, μία Ένωση σταθερή στις θέσεις και στις αρχές της ή μία Ένωση υπάκουη ή αντιδραστική ανάλογα με τις συγκυρίες;

Ο κ. Λυμπερόπουλος θυμήθηκε προφανώς την παλιά ιδιότητά του ως αποσπασμένος σύμβουλος του Υπουργού Δικαιοσύνης κ. Αθανασίου και απαντά στην επιστολή του με ύφος περισσότερο πολιτικού παρά δικαστή. Ας δούμε όμως πώς διαστρεβλώνει τα γεγονότα και πως αυτά τον διαψεύδουν πεισματικά: Με κατηγορεί για ηγεμονισμό και για προσπάθεια χειραγώγησης της ΕΔΕ. Αλήθεια, το γνώρισμα αυτό του χαρακτήρα μου, το ανακάλυψε ο κ. Λυμπερόπουλος τους τελευταίους 5 μήνες, επειδή προβάλαμε αντιρρήσεις σε κυβερνητικές επιλογές; Τολμά να ισχυριστεί ότι αρνήθηκα προσωπικά να εκδώσω Δελτίο Τύπου σε «εισβολή» αντιεξουσιαστών στον 7ο όροφο του Εφετείου, οι οποίοι έριξαν τρικάκια και αποχώρησαν, χωρίς να ασκηθούν σε βάρος τους ποινικές διώξεις, όταν όλοι οι συνάδελφοι γνωρίζουν τα δεκάδες Δελτία Τύπου που εκδόθηκαν αυτά τα χρόνια προς υποστήριξη συναδέλφων που δέχτηκαν ανοίκειες και συκοφαντικές επιθέσεις από πολιτικούς, οργανωμένες ομάδες, ΜΜΕ και δημοσιογράφους (μόνο αυτό το έτος εκδόθηκαν 7). Αυτό που έκανα ήταν να μην συναινέσω στην έκδοση ανακοινώσεων που θα γίνονταν αντικείμενο κομματικής εκμετάλλευσης και θα εξέθεταν την Ένωση ως προς την αντικειμενικότητά της. Σε μια εποχή που το θέμα της  «ασφάλειας» είχε γίνει κύριο πολιτικό διακύβευμα ο κ. Λυμπερόπουλος επέμενε στην έκδοση Δελτίων Τύπου ακόμα και όταν δημιουργούνταν κάποιο μικροεπεισόδιο στην οδό Λουκάρως, έξω από το Εφετείο Αθηνών. Σήμερα βέβαια κανένα ζήτημα ασφάλειας δεν βλέπει να τίθεται και γι’ αυτό δεν ζητάει την έκδοση Δελτίων Τύπου.

Θυμήθηκε την αρθρογραφία μου σε ένα ζήτημα που το θεωρώ ουσιώδες και είναι η κατοχύρωση των ανθρώπινων και συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και διαμαρτύρεται γιατί τάχα διατύπωσα την άποψή μου ενώ εκκρεμούσε η υπόθεση, ξεχνώντας φυσικά την δική του παρέμβαση στο ίδιο θέμα σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Αντίθετα εγώ θεωρώ πάντοτε χρήσιμο έναν επιστημονικό διάλογο, που προβληματίζει και ο οποίος είναι επίκαιρος, χωρίς βέβαια να παρεμβαίνει και χωρίς να ασκεί οποιουδήποτε είδους πιέσεις στους δικαστές.
Συχνά επαναλαμβάνει –θεωρώντας προφανώς ότι έχει ισχυρά επιχειρήματα- την έλλειψη ενιαίας στάσης της Ένωσης απέναντι στους νέους Κώδικες. Τα γεγονότα όμως τον διαψεύδουν οικτρά. Δύο μήνες πριν ψηφιστούν οι Κώδικες, ήδη δηλαδή από τον Απρίλιο του 2019, όλα τα μέλη του ΔΣ κατέθεσαν τις προτάσεις τους, προέβαλαν τις αντιρρήσεις τους επί συγκεκριμένων άρθρων και τις θέσεις αυτές τις υποβάλαμε στο Υπουργείο και στις Νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές. Ήταν από τότε δημοσιευμένες και αναρτημένες στην ηλεκτρονική σελίδα της Ένωσης, ώστε να υπάρχει απόλυτη διαφάνεια. Ο κ. Λυμπερόπουλος δεν αρκούνταν σ’ αυτό. Επιθυμούσε να λάβει η Ένωση μια συνολική θέση και να καταδικάζει συλλήβδην τους Κώδικες και μάλιστα σε μια προεκλογική περίοδο για τη Χώρα, κατά την οποία το συγκεκριμένο θέμα αποτέλεσε σημείο έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης. Πόσο απέχει από την επιστημονική ορθοκρισία και την σοβαρότητα μιας Δικαστικής Ένωσης να λαμβάνει θέση για ένα νομοθέτημα εκατοντάδων άρθρων, που το επεξεργάστηκαν νομικοί επιστήμονες για περισσότερο από μια τετραετία και να αποφαίνεται σε μερικές γραμμές αν είναι ορθό ή λάθος στο σύνολό του; Ποιόν θα εξυπηρετούσε μια τέτοια ανακοίνωση; Δεν παρασυρθήκαμε ούτε γίναμε μέρος του πολιτικού παιχνιδιού που παιζόταν εκείνες τις ημέρες. Κινηθήκαμε με μεθοδικότητα και ψυχραιμία. Στην επανεξέταση των άρθρων των Κωδίκων πραγματοποιήθηκε μια φανερή ψηφοφορία μεταξύ των μελών του ΔΣ και στείλαμε ως εκπροσώπους της Ένωσης στις Νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές τον κ. Λυμπερόπουλο και τον κ. Βεργώνη. Στη συνέχεια πραγματοποιήσαμε το μεγαλύτερο επιστημονικό συνέδριο που ανέλαβε μέχρι σήμερα η Ένωση για να ενημερωθούν οι συνάδελφοι για τις αλλαγές που επήλθαν. Κι ενώ μέχρι τότε αναδεικνύαμε τις θέσεις μας δημόσια, στο ΔΣ της 7ης Νοεμβρίου 2019 οι κκ Σαλάτας και Λυμπερόπουλος επέμεναν να συγκαλύψουμε τη διαφωνία της Ένωσης με την τροποποίηση του άρθρου 390 ΠΚ για την κακουργηματική απιστία και να μην στείλουμε υπόμνημα στη Βουλή, όπως μας είχε ζητηθεί κατά την διαδικασία ακρόασης των φορέων.

Τέλος διαμαρτύρεται γιατί στην επανυποβολή του αιτήματος για τις νέες οργανικές θέσεις προς το Υπουργείο στις 30-10-2019 αποφάσισε κατά πλειοψηφία το Προεδρείο να ζητήσει περισσότερες θέσεις στα Πρωτοδικεία και λιγότερες στα Εφετεία. Συγκεκριμένα από τις 85 θέσεις που προέβλεπε η ΠΝΠ, ζητήσαμε 30 θέσεις για  τα Εφετεία και 55 για τα Πρωτοδικεία, θεμελιώνοντας την άποψή μας στην μεγάλη αύξηση της ύλης των Πρωτοδικείων με την μεταφορά ποινικής ύλης από τα Εφετεία προς τα Πρωτοδικεία αλλά και στην επαναφορά του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων. Ο κ. Λυμπερόπουλος επέμενε στην αντιστροφή της πραγματικότητας και στην κάλυψη μόνο κατά 30 των θέσεων σε Πρωτοδικεία και Εισαγγελίες Πρωτοδικών σε όλη τη Χώρα, αριθμός προφανέστατα ανεπαρκής για ένα τόσο μεγάλο όγκο υποθέσεων που θα επωμιστούν οι συνάδελφοι στον πρώτο βαθμό.

Με τις δύο επιστολές των κκ Σαλάτα και Λυμπερόπουλου γίνεται φανερό ότι θεωρούν την ομάδα μας εμπόδιο στα σχέδια που έχουν από κοινού ετοιμάσει, στην πρόθεσή τους να φτιάξουν μια Ένωση υπάκουη και άφωνη σε μέτρα τα οποία έρχονται και μας αφορούν και τα οποία ενδεχομένως οι ίδιοι να γνωρίζουν καλά. Ακούω ήδη από τώρα την δυσαρέσκεια καλόπιστων συναδέλφων για τις δημόσιες αντιπαραθέσεις μεταξύ των μελών του ΔΣ. Θα μου ήταν και μένα ιδιαίτερα βολικό να επαναπαυθώ στη θέση του Προέδρου της Ένωσης, μακριά από συγκρούσεις και προσωπική φθορά, να ακολουθήσω την τακτική των κκ Σαλάτα και Λυμπερόπουλου και σε μια «ενότητα» αντιλήψεων και κοινών επιδιώξεων, να συναινέσω στην αλλαγή της στάσης της Ένωσης από το καλοκαίρι και μετά. Τέτοια επίπλαστη «ενότητα» που πίσω της κρύβει σκοπιμότητες, ποτέ μου δεν την επεδίωξα. Θεωρώ ότι περισσότερο πληγώνει την Ένωση η συγκάλυψη των προθέσεων και των αντιθέσεων, παρά η δημόσια αντιπαράθεση και η αποκάλυψη της αλήθειας. Και σ’ αυτό τον δρόμο θα εξακολουθήσω…