44t5t5457755t45t44

Το σχέδιο νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά Πράξεις και παραλείψεις – Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, Εφέτης

Το σχέδιο νόμου για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά 

Πράξεις και παραλείψεις

 

Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, Εφέτης

      Σε αρθρογραφία της στον ηλεκτρονικό τύπο πριν λίγες ημέρες (dikastis.blogspot.com/8.7.2020, dikastiko.gr/9.7.2020) Συνάδελφος Ειρηνοδίκης, παρουσίασε σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το οποίο επέρχονται σημαντικές αλλαγές στην διαδικασία του ν.3869/2010. Στο ίδιο άρθρο παρατίθεται σχεδόν όλο το περιεχόμενο των ρυθμίσεων, ενώ σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης κυκλοφόρησε το σύνολό τους.

     Η έκπληξη, που προκλήθηκε, δεν αφορά μόνον σε ορισμένες εκ των ρυθμίσεων, αλλά και στο γεγονός, ότι σε αυτές φαίνεται, ότι συνέπραξαν, άνευ αντιρρήσεων, εκπρόσωποι του Δικαστικού Σώματος. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την υπ αρ. 93724/Φ.35/19.12.2019 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ τ.Υ.Ο.Δ.Δ. 1102/27.12.2019), συστάθηκε Ομάδα Εργασίας, προκειμένου να εκπονήσει μελέτη, που αποτέλεσε τη βάση για τις ρυθμίσεις του ανωτέρω σχεδίου νόμου. Στην Ομάδα αυτή εκπροσωπήθηκε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων από την Ειρηνοδίκη κ. Α.Ερμίδου, τότε Υπεύθυνη Οικονομικής Διαχείρισης της Ένωσης και το Ειρηνοδικείο Αθηνών από τους Ειρηνοδίκες κ.κ. Β.Φούρκα και Γ.Δελή. Η Ομάδα εργασίας φαίνεται να ολοκληρώνει τις εργασίες της τον Απρίλιο τ.ε., πλην όμως το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης ουδέποτε πληροφορήθηκε από τους ανωτέρω εκπροσώπους μας τις εργασίες της  Ομάδας, ουδέποτε ετέθη υπόψη του η μελέτη και το επίμαχο σχέδιο νόμου, ώστε να γίνει η απαραίτητη διαβούλευση και ουδέποτε οι χειρισμοί των εκπρόσωπων μας έτυχαν της έγκρισης του. 

     Αν είχαμε λάβει εγκαίρως γνώση του περιεχομένου του πορίσματος και του σχεδίου νόμου, ή έστω κάποιες πληροφορίες για την πορεία των εργασιών της Ομάδας Εργασίας (αλήθεια, η ημερομηνία ολοκλήρωσης του και σύνταξης των σχετικών πορισμάτων συμπίπτει με άλλα γεγονότα που σχετίζονται με τη λειτουργία της ΕνΔΕ;) θα είχαμε εκφέρει δημόσια, όπως η δεοντολογία και η μεθοδολογία της νομοθέτησης με τη συμμετοχή των εμπλεκόμενων φορέων επιβάλλει, τους προβληματισμούς και την διαφωνία μας προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης για συγκεκριμένες ρυθμίσεις και οπωσδήποτε θα είχαμε εξοπλίσει τους καλούς συναδέλφους (οι οποίοι εξ όσων γνωρίζω δεν υπηρετούν στο Τμήμα Υπερχρεωμένων) στο έργο τους στην Ομάδα Εργασίας με επιχειρήματα για τα όρια της ορθής νομοθέτησης εντός του πλαισίου, που καθορίζει το Σύνταγμα και ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών.  

     Το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου, του οποίου η ύπαρξη και το περιεχόμενο δεν αμφισβητήθηκε, ούτε από τους μετέχοντες στην Ομάδα Εργασίας συναδέλφους, εμφανίζει  τουλάχιστον τρία σοβαρά προβλήματα. Το πρώτο: η διαδικασία επαναπροσδιορισμού δεν προβλέπει συζήτηση σε δημόσια συνεδρίαση. Η συγκεκριμένη παράλειψη συνιστά ευθεία παραβίαση του Συντάγματος και συγκεκριμένα του άρθρου 93 παρ.2 το οποίο επιβάλει την   δημοσιότητα των συνεδριάσεων και τον κατ’ εξαίρεση περιορισμό τους με αυστηρά κριτήρια, που εκφεύγουν του περιεχόμενου του ν.3869/2010. Να θυμίσω ότι η νέα τακτική διαδικασία που καθιερώθηκε με τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας του 2015 προβλέπει δημόσια συζήτηση των υποθέσεων ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Το δεύτερο:  η ασάφεια της ρύθμισης της άρσης του φορολογικού και τραπεζικού απορρήτου του αιτούντος. Η ρύθμιση είναι ελλιπής, διότι δεν λαμβάνει υπόψη της την ειδική νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα και την επεξεργασία τους, ενώ παραμένουν ασαφείς οι ρυθμίσεις για την διαδικασία και το εύρος της πληροφορίας, που θα τίθεται υπόψη των πιστωτών. Το τρίτο : η ρύθμιση περί επαναπροσδιορισμού όλων των εκκρεμουσών υποθέσεων κατά το χρονικό διάστημα από 15.11.2020 έως την 31.3.2021 σε συνδυασμό με την θεσμοθέτηση της υποχρέωσης των Δικαστών να εκδώσουν τις αποφάσεις επ’ αυτών εντός εξαμήνου, δηλαδή έως την 30.9.2021. Η ρύθμιση αυτή είναι εξαιρετικά προβληματική, γιατί θα μετακυλήσει την εκκρεμότητα των αδίκαστων υποθέσεων από τα ράφια της Γραμματείας των Δικαστηρίων στα σπίτια των Δικαστών. Είναι λογικά ανέφικτο στο ανωτέρω χρονικό διάστημα (15.11.2020-30.9.2021), από το υπάρχον ανθρώπινο δυναμικό των Ειρηνοδικείων της Χώρας (έστω και αν δια μαγείας αυξανόταν), να έχουν εκδοθεί 37.000 αποφάσεις σε 37.000 εκκρεμείς υποθέσεις (σύμφωνα με τα στατιστικά του Υπ.Δικαιοσύνης) και εξαιρετικά προβληματικό ως αντίληψη να μετατραπεί το πρόβλημα των υπερχρεωμένων νοικοκυριών σε πρόβλημα εκκρεμότητας των Ειρηνοδικών, που θα τις δικάσουν

     Τα προβλήματα αυτά του σχεδίου νόμου και κάποια ακόμα, που δεν είναι δυνατόν αυτή τη στιγμή να αναλυθούν, θα είχαν αποφευχθεί, αν οι εμπλεκόμενοι εκπρόσωποί μας είχαν τηρήσει την υποχρέωση τους για θεσμική επικοινωνία με τους φορείς που εκπροσωπούσαν. Το γιατί δεν το έπραξαν ας το απαντήσουν οι ίδιοι. 

    Το κρίσιμο αυτή τη στιγμή, για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης, είναι η αναγκαιότητα το Υπουργείο Δικαιοσύνης να προχωρήσει σε αναθεώρηση του ανωτέρω σχεδίου νόμου. Πρέπει να δοθεί χρόνος για διαβούλευση, που θα προφυλάξει την Πολιτεία από μια ακόμα αναποτελεσματική νομοθέτηση και τους Ειρηνοδίκες από την μετακύλιση σε αυτούς δικαστικής ύλης, που σε μεγάλο βαθμό δημιουργήθηκε από τις αστοχίες του νομοθέτη και θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί  με άλλα μέσα και οπωσδήποτε με τους θεσμοθετημένους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης των διαφορών. 

    Για τους λόγους αυτούς ζητώ την αναστολή της νομοθετικής πρωτοβουλίας με το ως άνω περιεχόμενο, προκειμένου να δοθεί χρόνος στην Προσωρινή Διοίκηση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και στο Ειρηνοδικείο Αθηνών για την  υποβολή παρατηρήσεων και την ανεύρεση ρεαλιστικών λύσεων.

      Πρέπει να καταστεί σαφές, ότι ο Δικαστής δεν μπορεί να είναι η λύση όλων των προβλημάτων σε αυτή τη Χώρα και οπωσδήποτε δεν έχει το μαγικό ραβδί να εξαφανίσει από τις Γραμματείες των Δικαστηρίων 37.000 εκκρεμείς υποθέσεις μέσα σε λιγότερο από έντεκα μήνες. Αν η Ομάδα Εργασίας δεν υπολόγισε αυτές τις παραμέτρους, ας συνειδητοποιήσει ο Νομοθέτης έστω την ύστατη στιγμή το ατελέσφορο του εγχειρήματος που του προτάθηκε.