iStock-1125802247

Ομιλία του Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Χριστόφορου Σεβαστίδη στη Γενική Συνέλευση της 18ης Δεκεμβρίου 2021

Ομιλία του Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Χριστόφορου Σεβαστίδη στη Γενική Συνέλευση της 18ης Δεκεμβρίου 2021

 

 

Ι) Αποκλεισμός των Δικαστικών Ενώσεων από το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

Το Σύνταγμα στο άρθρο 89 παρ. 5 αναγνωρίζει τη συγκρότηση και λειτουργία Δικαστικών Ενώσεων περιβάλλοντάς τες έτσι με ένα ιδιαίτερο κύρος που απορρέει τόσο από τον θεσμικό ρόλο των μελών τους – δικαστικών λειτουργών όσο και από την ιστορική διαδρομή και καταξίωση ηγετικών μορφών του δικαστικού συνδικαλισμού την περίοδο των διώξεων από την δικτατορία. Η νέα Ελληνική Δημοκρατία της μεταπολίτευσης βγαλμένη μέσα από τους αγώνες λαού και νεολαίας τίμησε με τον τρόπο αυτό τη γενναία στάση του Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Αντώνιου Φλώρου και των 5 απολυθέντων μελών του ΔΣ. Μέσα στο διάβα του χρόνου η συνεισφορά των Δικαστικών Ενώσεων στην ανάδειξη και επίλυση των εσωτερικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε το Δικαστικό Σώμα ήταν καταλυτική. Οι σχέσεις των Ενώσεων με την εκτελεστική εξουσία λάμβαναν ορισμένες φορές έντονο συγκρουσιακό χαρακτήρα, αποτέλεσμα του ανταγωνισμού και της διαπάλης των εξουσιών μέσα στο δημοκρατικό πολίτευμα. Δεν έφθασαν όμως ποτέ στο σημείο της ευθείας αμφισβήτησης των αιρετών εκπροσώπων των δικαστικών λειτουργών και υπήρχε πάντοτε ο θεσμικά οφειλόμενος σεβασμός σ’ αυτούς. Οι Δικαστικές Ενώσεις ήταν παρούσες στις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές που αφορούσαν αλλαγές Κωδίκων πολύ περισσότερο όταν οι Κώδικες αυτοί συνδέονταν άρρηκτα με την υπηρεσιακή τους κατάσταση.

Η διαμορφωθείσα κατάσταση μετά τον περσινό Σεπτέμβριο και τις τελευταίες αρχαιρεσίες στην Ένωσή μας είναι πραγματικά πρωτόγνωρη και εξαιρετικά ανησυχητική. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης αποκλείει πλέον συστηματικά όλες τις Δικαστικές Ενώσεις από τις Νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές που συγκροτούνται για νομοθετήματα κομβικά για την λειτουργία της Δικαιοσύνης αλλά και από επιτροπές που ασχολούνται με την διαχείριση της κατάστασης στα Δικαστήρια.

Από τον Σεπτέμβριο του 2020 το Υπουργείο αποφάσισε τη σύσταση επιτροπών διαχείρισης της πανδημίας στα Δικαστήρια. Συμμετείχαν στις επιτροπές αυτές υπάλληλοι του Υπουργείου, καθώς και εκπρόσωποι της Ομοσπονδίας των Δικαστικών Υπαλλήλων και των Δικηγορικών Συλλόγων. Απουσίαζαν και δεν είχαν κληθεί οι εκπρόσωποι των Δικαστών και των Εισαγγελέων. Ο κ. Υπουργός κάλεσε εκπροσώπους της διοίκησης των Δικαστηρίων της Αθήνας προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να λειάνει τις αναμενόμενες αντιδράσεις, παρακάμπτοντας τις Δικαστικές Ενώσεις αν και καλά γνωρίζει αφενός ότι το σύνολο των Δικαστικών Λειτουργών της Χώρας εκπροσωπείται μόνο από τις Δικαστικές Ενώσεις και αφετέρου ότι η πανδημία του κορονοϊού δεν είναι ένα τοπικό πρόβλημα της πρωτεύουσας αλλά αφορά όλη την Ελλάδα. Με την λογική αυτή κλήθηκε στις διασκέψεις αυτές η Ομοσπονδία Δικαστικών Υπαλλήλων που εκπροσωπεί τους δικαστικούς υπαλλήλους της χώρας. Ποιος λοιπόν εκπροσώπησε τους Δικαστές και Εισαγγελείς στα θέματα διαχείρισης της πανδημίας; Απολύτως κανένας. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης έκρινε ότι από όλο τον νομικό κόσμο μόνο οι Δικαστικοί Λειτουργοί δεν έχουν δικαίωμα να συμμετέχουν σε συζητήσεις και διασκέψεις που αφορούσαν την υγεία τους. Δεν τους δόθηκε η δυνατότητα να ακούσουν τους σχεδιασμούς της διοίκησης, να καταθέσουν την εμπειρία τους, να προτείνουν βελτιώσεις.

Το 2021 ήταν η χρονιά που κατατέθηκαν τα περισσότερα νομοθετήματα που επέφεραν σαρωτικές αλλαγές στον τομέα της Δικαιοσύνης. Κατατέθηκε ο νόμος για την αλλαγή στο οικογενειακό δίκαιο, στη συνέχεια ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ακολούθως οι Ποινικοί Κώδικες και τέλος ο νόμος για την αναμόρφωση της ΕΣΔΙ. Οι Δικαστικές Ενώσεις δεν κλήθηκαν σε καμία από τις παραπάνω νομοπαρασκευαστικές Επιτροπές. Αγνοήθηκε η τεράστια πείρα και η επιστημονική κατάρτιση των μελών τους, το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι δικαστικοί λειτουργοί είναι αυτοί που γνωρίζουν καλύτερα από όλους τις δυσλειτουργίες ενός νομοθετήματος στην πράξη, τις αλλαγές και τις βελτιώσεις που πρέπει να γίνουν. Οι εφαρμοστές του δικαίου, οι άνθρωποι που εκπροσωπούν την τρίτη λειτουργία του Κράτους, που μοχθούν καθημερινά κάτω από το βάρος των αλλεπάλληλων νομοθετικών τροποποιήσεων και αντινομιών, δεν κρίθηκαν επαρκείς για να συμμετέχουν στη διαμόρφωση των νομοθετημάτων. Είναι νομίζω περιττό να ειπωθεί ότι η συμμετοχή στις επιτροπές προσωπικοτήτων μεταξύ των οποίων και δικαστικοί λειτουργοί δεν έχει την έννοια της εκπροσώπησης του Δικαστικού Σώματος.

Τέλος Ιανουαρίου ως Προεδρείο επισκεφθήκαμε το γραφείο του κ. Υπουργού Δικαιοσύνης για να ενημερωθούμε για την συγκρότηση Επιτροπής που θα ασχοληθεί με το νέο ΚΟΔΚΔΛ. Στη συνάντηση του ΔΣ που είχε προηγηθεί ο Υπουργός μας διαβεβαίωσε ότι στις αρχές του 2021 θα ξεκινούσαν οι διαδικασίες επεξεργασίας του νέου Κώδικα και με τη δική μας συμμετοχή. Τελικά χωρίς καμία αιτιολογία, χωρίς επίσημη ενημέρωση πληροφορηθήκαμε πολύ αργότερα ότι δεν είναι στις προθέσεις του Υπουργείου η συγκρότηση Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής και ότι η σχετική νομοθετική επεξεργασία θα γίνει μόνο από υπηρεσιακούς παράγοντες του Υπουργείου. Ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων είναι η βασική νομοθεσία που διέπει το υπηρεσιακό καθεστώς των δικαστικών λειτουργών, ρυθμίζει τις μεταθέσεις, τις προαγωγές, τον πειθαρχικό τους έλεγχο, τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις. Δεν υπάρχει αντίστοιχο ιστορικό προηγούμενο τέτοιας απαξίωσης σε αιρετούς εκπροσώπους του Δικαστικού Σώματος.

Υποχρεωθήκαμε ως ύστατη επιλογή να απευθυνθούμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση Δικαστών.  Στις 28 Μαΐου 2021 παρουσία εκπροσώπων 33 Κρατών  με ομόφωνο Ψήφισμά της υπενθύμισε ότι «όταν προωθούνται νομοθετικές μεταβολές που αφορούν ουσιώδη ζητήματα της κατάστασης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών αποτελεί νομική υποχρέωση κάθε κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συμπεριλάβει επισήμως τις δικαστικές ενώσεις στη νομοπαρασκευαστική διαδικασία. Η μη συμμόρφωση ενός κράτους μέλους με αυτές τις βασικές αρχές είναι δυνατό να θεωρηθεί ως παραβίαση της αρχής του Κράτους Δικαίου. Πόσο μάλλον όταν οι νομοθετικές μεταβολές, που αφορούν την προαγωγή και αξιολόγηση των δικαστικών λειτουργών και ιδίως τον πειθαρχικό τους έλεγχο, δύνανται να αποτελέσουν απειλή για τη δικαστική ανεξαρτησία». Καταλήγοντας η Ευρωπαϊκή Ένωση Δικαστών ζήτησε από την Ελληνική Κυβέρνηση «να διασφαλίσει αποτελεσματικά και άμεσα ότι οι Ενώσεις Δικαστών και Εισαγγελέων στην Ελλάδα θα συμμετέχουν χωρίς εξαιρέσεις σε κάθε νομοπαρασκευαστική διαδικασία που λαμβάνει χώρα ενόψει νομοθετικών μεταβολών που αφορούν το δικαστικό σώμα και ειδικά την επαγγελματική κατάσταση των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών».

Ακόμα και μετά απ’ αυτήν την εξέλιξη, τη διεθνή καταδίκη της Ελλάδας, την ένταξή της στον κατάλογο εκείνων των χωρών που παραβιάζουν αρχές του Κράτους δικαίου, το Υπουργείο συνεχίζει να έχει κλειστές τις πόρτες σε όσους εικάζει εκ προοιμίου ότι θα φέρουν αντιρρήσεις στις σχεδιασμένες αλλαγές και σε προειλημμένες αποφάσεις. Τα πολιτικά κόμματα που άσκησαν εξουσία στον τόπο μας ανεξάρτητα από τις αναρίθμητες διαφοροποιήσεις και τις ιδεολογικές ασυμφωνίες, μοιράζονται έναν κοινό καταστατικό πυρήνα. Να θεωρούν ότι βρίσκονται σε μια «θεσμική βεντέτα» κάθε φορά που μια Δικαστική Ένωση διεκδικεί για τα μέλη της, υψώνει φωνή για το Σύνταγμα και για τα ανθρώπινα δικαιώματα, απαιτεί να την σέβονται και να την ακούν. Η χρονική αντοχή και η αναπαραγωγή του φαινομένου υπήρξε αξιοσημείωτη φτάνοντας τούτο τον καιρό στο απόγειό του.  Η διπολική αυτή αντίληψη της πραγματικότητας που θεωρεί όποιον έχει αντίθετη άποψη όχι άξιο συνομιλητή αλλά εχθρό, φορέα ενός ιδεολογικού φορτίου που του αξίζει ο αποκλεισμός και η απομόνωση, ταλαντεύεται ανάμεσα στην επίδειξη σιδερένιας πυγμής της διοίκησης και στον παραδειγματισμό των ανυπάκουων ομάδων. Η εκτελεστική εξουσία δεν επιτρέπεται να λειτουργεί εκδικητικά, ούτε να πορεύεται με βάση τις προσωπικές συμπάθειες και τους συναισθηματισμούς. Είναι υποχρεωμένη να λειτουργεί νηφάλια, αποστασιοποιημένα, να συμμετέχει στον θεσμικό διάλογο, να λειτουργεί με βάση την διαλεκτική, να ακούει τις απόψεις όλων των φορέων που έχουν δημοκρατική νομιμοποίηση, να μην αποκλείει κανέναν.  Διεκδικούμε λοιπόν το δικαίωμά μας κ. Υπουργέ να καλούμαστε και να συμμετέχουμε ουσιαστικά σε κάθε Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή που αφορά την υπηρεσιακή μας κατάσταση και διαμορφώνει τους όρους απονομής του δικαίου. Ζητούμε να σταματήσει άμεσα αυτός ο ιδιότυπος αποκλεισμός των Δικαστικών Ενώσεων από την Πολιτεία.

ΙΙ) Οι αλλαγές που προαναγγέλλονται στον ΚΟΔΚΔΛ

Ο αποκλεισμός των Ενώσεων από τις συζητήσεις για το νέο Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων είναι άρρηκτα συνυφασμένος με το περιεχόμενο των αλλαγών που προωθούνται. Η μελέτη έτσι του παρελθόντος θα μας βοηθήσει να εκτιμήσουμε μια εξελικτική διαδικασία που ξεδιπλώνεται σταδιακά μπροστά μας.  Τον περσινό Ιούνιο για πρώτη φορά ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης κ. Παναγιώτης Πικραμένος σε μια ομιλία του στο Φόρουμ των Δελφών άνοιξε την συζήτηση για μια αλλαγή στο καθεστώς των δικαστικών λειτουργών που πέρασε σε μερίδα του Τύπου ως ένα «επαναστατικό σχέδιο». Το σχέδιο αυτό περιελάμβανε τη θεσμοθέτηση των δικαστών επί θητεία, δικαστών δηλαδή με σύμβαση ορισμένου χρόνου, την κατάργηση της επετηρίδας ως τρόπου προαγωγής και την αντικατάστασή της με γραπτές εξετάσεις στα πρότυπα της Σχολής Πολέμου, τη μείωση του αριθμού των δικαστικών λειτουργών και τη συγχώνευση περιφερειακών δικαστηρίων. Οι θέσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς προτείνονται από έναν πρώην πρόεδρο ανωτάτου δικαστηρίου και τον δεύτερο στην ιεραρχία της εκτελεστικής εξουσίας μετά τον πρωθυπουργό της χώρας. Αναρωτήθηκαν τότε αρκετοί συνάδελφοι πως είναι δυνατόν να τίθενται επίσημα τέτοια ζητήματα που βρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με τη συνταγματική πρόβλεψη περί ισόβιων δικαστικών λειτουργών, άλλα που δεν λαμβάνουν υπόψη τους την πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε η οποία απαιτεί όχι μείωση αλλά αύξηση του αριθμού των δικαστικών λειτουργών και άλλα που παραβιάζουν τη δικαστική παράδοση δεκαετιών και τον μόνο αντικειμενικό τρόπο προαγωγών. Θεωρήθηκε ενδεχομένως ότι οι απόψεις αυτές είναι προσωπικές και δεν αποτυπώνουν τη βούληση της Κυβέρνησης. Έδειξαν ωστόσο χαλύβδινη επιμονή στο χρόνο και επανήλθαν με άλλες μορφές αποδεικνύοντας ότι δεν ήταν ούτε θραυσματικά επεισόδια που σβήνουν τόσο γρήγορα όσο θέλουμε οι ίδιοι να τα απομακρύνουμε από το πεδίο της σκέψης μας, ούτε αποτελούν ουτοπικά θεωρητικά κατασκευάσματα.

Ακολούθησε το σχέδιο της Έκθεσης Πισσαρίδη το οποίο αφού επικρίνει τις αιρετές διοικήσεις ως ανίκανες να διαχειριστούν αποτελεσματικά τις υποθέσεις τους, προτείνει τη θέσπιση ξεχωριστού κλάδου δικαστικών λειτουργών που θα έχει αποκλειστικά διοικητικές αρμοδιότητες! Πέρα από το εξόχως αντισυνταγματικό μιας τέτοιας πρότασης που ονειρεύεται δικαστές – manager,  είναι εντυπωσιακή η αποστροφή και απαξίωση βασικών δημοκρατικών αρχών όπως το δικαίωμα των δικαστικών λειτουργών να εκλέγουν οι ίδιοι τις διοικήσεις τους. Δεν αποτελεί απλά μομφή στους διοικούντες αλλά άμεση αμφισβήτηση της ικανότητας δικαστών και εισαγγελέων να επιλέγουν ορθολογικά τα συμβούλια διοίκησης. Οι τεχνοκράτες (είτε τους φαντάζονται δικαστές είτε τελικά θα είναι ιδιώτες)  θα έχουν ιδιαίτερη εκπαίδευση και θα αναλαμβάνουν, ελέω επενδυτών, «να ικανοποιούν τους φιλόδοξους στόχους που θα τους τεθούν» από την Κυβέρνηση (sic!!!).

Πρόσφατα ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης ασχολήθηκε με τις καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης καταλογίζοντας ευθύνες στους δικαστικούς λειτουργούς οι οποίοι «δεν ενστερνίζονται το πρόβλημα» και «έχουν νοοτροπία δημοσίου υπαλλήλου» επανερχόμενος και πάλι στην πρόταση για έναν «δικαστικό Καλλικράτη». Επέμεινε ιδιαίτερα στα υποχρεωτικά σεμινάρια στους δικαστικούς λειτουργούς συνδέοντας άλλη μια φορά την αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος με τις ανάγκες των επιχειρήσεων και κλείνοντας επισήμανε ιδιαίτερα την ανάγκη αλλαγής του τρόπου αξιολόγησης. Την ίδια σχεδόν ημέρα με την παραπάνω συνέντευξη του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης συγκροτήθηκε μια ομάδα δημοσιογράφων και δικηγόρων με το ενδιαφέρον στραμμένο στην καθυστέρηση της δικαιοσύνης. Σε εκδήλωση που πραγματοποίησε ο συγκεκριμένος φορέας με τη συμμετοχή 4 πρώην υπουργών Δικαιοσύνης η κριτική επικεντρώθηκε στους ράθυμους δικαστές που υπολογίζονται στο 25% του συνόλου, στις δικαστικές ενώσεις και στους δικηγορικούς συλλόγους που έχουν συντεχνιακή νοοτροπία και στις ύποπτες νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, χωρίς ασφαλώς καμία αυτοκριτική για τις ίδιες τις Κυβερνήσεις στις οποίες οι εισηγητές ήταν μέλη και οι οποίες είχαν την πρωταρχική ευθύνη για τα διαχρονικά προβλήματα στη Δικαιοσύνη και τα τραγικά αδιέξοδα με τα οποία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη. Οι προτάσεις για τη λύση του προβλήματος εστιάστηκαν και πάλι στη μονότονη επανάληψη της αλλαγής του τρόπου αξιολόγησης ο οποίος όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε από πρώην Υπουργό, είναι «για γέλια και για κλάματα». Και στο σημείο αυτό οφείλουμε μια απάντηση σε φορείς και σωματεία οι οποίοι ξεπέρασαν τον ρόλο τους και ανέλαβαν καθήκοντα Ρωμαίου κήνσορα ελέγχοντας δικαστές και εισαγγελείς για την συμπεριφορά τους και κρίνοντας οι ίδιοι το δικαιολογημένο ή μη της καθυστέρησης στην έκδοση αποφάσεων. Η υποχρηματοδότηση και η υποστελέχωση της Δικαιοσύνης που αποτελεί μόνιμο φαινόμενο εδώ και χρόνια λόγω της αδιαφορίας της πολιτείας να αναλάβει το κόστος, είναι ψιλά γράμματα για τους αυτόκλητους συνταγογράφους της σωτηρίας ενός ασθενούς με μοναδικό φάρμακο τις μαζικές διώξεις. Η εύκολη και ανέξοδη απάντηση που βολεύει στο κράτος και προπαγανδίζεται από μηχανισμούς του είναι να ρίξει όλο το ανάθεμα στην ατομική ευθύνη του λειτουργού ή υπαλλήλου που καθυστερεί στην διεκπεραίωση των υποθέσεών του. Συνδυαστικά χρησιμοποιείται και η μέθοδος της τρομοκράτησης ακόμα και των Δικαστικών Ενώσεων προκειμένου να καμφθεί κάθε αντίσταση και κάθε αντίθετη φωνή. Λέμε λοιπόν ότι είναι βαθιά νυχτωμένοι. Η Ένωσή μας με βαθιά δημοκρατική παράδοση και συνταγματική αναγνώριση, κληρονόμος μιας βαριάς ιστορίας ακόμα και σε πέτρινα χρόνια, δεν ετεροκαθορίζεται ούτε ελέγχεται από κανέναν στην στρατηγική της, στις ανακοινώσεις και στα δελτία Τύπου που εκδίδει. Μοναδικός κριτής του ΔΣ είναι τα 3.000 μέλη μας, δικαστές και εισαγγελείς της Χώρας.

Πριν λίγες εβδομάδες κατατέθηκε το νομοσχέδιο για την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών. Στο άρθρο 40 προβλέφθηκε η αξιολόγηση των δικαστικών λειτουργών μετά από παρακολούθηση υποχρεωτικών σεμιναρίων. Δώσαμε πραγματικό αγώνα σε όλα τα επίπεδα ως Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων για να αποσυρθεί η διάταξη. Υποχρεωθήκαμε να προσφύγουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση Δικαστών και σε ηλεκτρονική ψηφοφορία όλων των μελών μας για να πείσουμε το Υπουργείο Δικαιοσύνης ότι η υποβολή των δικαστικών λειτουργών σε γραπτές εξετάσεις αντίκειται στον θεσμικό τους ρόλο και τους υποβαθμίζει. Το Υπουργείο ωστόσο δεν έδειξε ούτε σε εκείνο το σημείο να πείθεται από την καθολική αντίδραση που υπήρχε στους σχεδιασμούς του. Χρειάστηκε η διοικητική ολομέλεια του ΣτΕ που μας δικαίωσε απόλυτα, ώστε να υποχρεωθεί πλέον σε αναδίπλωση. Αυτό το πρόσφατο γεγονός είναι απόλυτα ενδεικτικό της έλλειψης εμπιστοσύνης που διακατέχει την εκτελεστική εξουσία και της δυσπιστίας στις εύλογες τοποθετήσεις μας.

Μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει ένα βασικό νήμα που διατρέχει τις παραπάνω πολλαπλές ιστορίες. Οι θιασώτες της ανάγκης αλλαγής της νοοτροπίας των δικαστικών λειτουργών καθώς και του τρόπου αξιολόγησής τους κρύβουν καλά τις πραγματικές επιδιώξεις. Αρχικά να τονίσω ότι η Ένωσή μας δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο σε αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που πραγματικά θα βελτίωναν τους υφιστάμενους όρους. Οι ολοκληρωμένες προτάσεις που καταθέσαμε τα τελευταία χρόνια μεταξύ των οποίων και η αναμόρφωση του θεσμού της δικαστικής μεσολάβησης, εκεί αποσκοπούν. Ο τρόπος που ατενίζουμε το μέλλον δεν μπορεί να μετεωρίζεται ανάμεσα σε αποκαλυπτικά σενάρια καταστροφής και σε μια αργόσυρτη παράταση του γνώριμου παρόντος. Το κρίσιμο ερώτημα όμως παραμένει: Σε ποια κατεύθυνση πρέπει να γίνουν αυτές οι αλλαγές; Ποιους στόχους θα υπηρετεί η Δικαιοσύνη και τι δικαστές θέλουμε;  Η υποβολή εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών σε γραπτές εξετάσεις στις οποίες θα βαθμολογούνται σαν σπουδαστές και θα υποχρεώνονται να αναμασούν την μία και μοναδική αλήθεια του διδάσκοντος ή την συγκεκριμένη κατεύθυνση που θέλει να δώσει η Εθνική Σχολή Δικαστών, το αυξημένο ενδιαφέρον σε συγκεκριμένους κύκλους μαθημάτων όπως η διοίκηση των δικαστηρίων ή η τεχνητή νοημοσύνη είναι φανερό ότι επιδιώκουν να δημιουργήσουν στρατευμένους δικαστές και όχι ελεύθερους και ανεξάρτητους. Ο δικαστής που θα υποτάξει πιο εύκολα τη συνείδησή του στη δοσμένη αντίληψη θα επιβραβευτεί με μια καλή βαθμολογία και με μια ταχύτερη υπηρεσιακή ανέλιξη. Ο ανυπότακτος, αυτός που δεν θα συμβιβάζεται με την κρατούσα άποψη, θα παραμένει στάσιμος. Ταλάντευση ανάμεσα στη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία την οποία δήθεν ξορκίζουν ορισμένοι με την κατάργηση της ελεύθερης σκέψης και ενός αχαλίνωτου ανταγωνισμού μεταξύ στελεχών ιδιωτικής εταιρίας που χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να πιάσουν τους πολυπόθητους στόχους. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι έχουμε ήδη μπει στο κατώφλι μιας νέας εποχής που η Δικαιοσύνη θα λειτουργεί πλήρως με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και θα εξυπηρετεί πρωτίστως την επιχειρηματικότητα. Μια τέτοια ιδιωτικοποιημένη Δικαιοσύνη που περιορίζει τις εγκαταστάσεις και το προσωπικό της στη λογική κόστους – οφέλους, που έχει ανάγκη από manager για να την διευθύνουν, που υποκαθιστά την ανθρώπινη σκέψη από τους αλγόριθμους, χρειάζεται ανάλογους δικαστές. Διαισθάνομαι ήδη τη συλλογική μας αμηχανία έναντι της πραγματικότητας που μας περιβάλλει. Κάτι διαφορετικό πρέπει να αναζητήσουμε στο μέλλον. Όχι την ανασυγκρότηση ή την αναπαλαίωση αντιλήψεων που θεοποιούν τον αδυσώπητο ανταγωνισμό για την επαγγελματική άνοδο και την κοινωνική αναρρίχηση θρυμματίζοντας τους δεσμούς ανθρώπινης και συναδελφικής αλληλεγγύης, που υποβάλουν και καθιστούν ευάλωτους τους ανθρώπους σε συνεχείς αξιολογήσεις πέρα από όσες ήδη υφίστανται, που επαναφέρουν στην πιο ακραία μορφή έναν κοινωνικό δαρβινισμό επικράτησης των άριστων και αποβολής του φορτίου των μέτριων. Χρειάζεται ενίσχυση της Δικαιοσύνης με αύξηση και όχι μείωση των κρατικών πόρων, σύσταση ειδικών υπηρεσιών που θα συνεπικουρούν τους δικαστές και εισαγγελείς στο έργο τους, τεχνολογική αναβάθμιση όλων των δικαστικών υπηρεσιών που γερνούν και οδηγούνται σε συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα για να επιζήσουν, μια Δικαιοσύνη προσιτή στον απλό πολίτη και όχι στρατευμένη στα επιχειρηματικά συμφέροντα, Δικαιοσύνη με δικαστές ελεύθερους και ανεξάρτητους, όχι υπάκουους μαθητές της μίας και μοναδικής αλήθειας. Τα αιτήματα αυτά είναι αιτήματα του συνόλου του Δικαστικού Σώματος και στο σημείο αυτό κ. Υπουργέ μας βρίσκεται όλους ενωμένους πέρα από τις διαφωνίες που υπάρχουν σε επί μέρους θέματα.

ΙΙΙ) Εισφορά αλληλεγγύης και εφαρμογή της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης για τους συνταξιούχους

Τον περασμένο Ιανουάριο με τους συναδέλφους Βασίλη Φαϊτά και Βανέσα Ντέγκα αρθρογραφήσαμε για την ανάγκη αναστολής της εισφοράς αλληλεγγύης για τον δημόσιο τομέα. Η εισφορά αλληλεγγύης επιβλήθηκε για πρώτη φορά στο κατώφλι της μνημονιακής εποχής με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011 και εξακολούθησε με διαδοχικές παρατάσεις. Με το άρθρο 298 του ν. 4738/2020 απαλλάσσονται πλέον από την υποχρέωση καταβολής εισφοράς αλληλεγγύης οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, μέλη Δ.Σ, ενώ απαλλαγή προβλέπεται και για το φορολογικό έτος 2020 στα εισοδήματα από κεφάλαιο, από επιχειρηματική δραστηριότητα, από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου και από τόκους. Η μοναδική κατηγορία πολιτών που υπόκειται στο εξής σε εισφορά αλληλεγγύης είναι οι μισθωτοί του δημοσίου τομέα και οι συνταξιούχοι. Ο περιορισμός της υποχρέωσης «εισφοράς αλληλεγγύης» μόνο στους εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα και στους συνταξιούχους, πέρα από το γεγονός ότι επιβαρύνει τους φορολογικά συνεπέστερους πολίτες, δημιουργεί πρόβλημα ασυμβατότητας με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος που ορίζει «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Το νόημα της συνταγματικής διάταξης είναι ότι οι νόμοι που επιβάλουν φορολογικά βάρη δεν μπορούν να προβαίνουν σε αδικαιολόγητες διακρίσεις ή να επιβαρύνουν δυσανάλογα και υπέρμετρα ορισμένες κατηγορίες πολιτών, πόσο μάλλον μία μοναδική κατηγορία. Αλλά και  με τα άρθρα 20 και 21 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ που καθιερώνουν την αρχή της απαγόρευσης αθέμιτων διακρίσεων, η οποία, κατά πάγια νομολογία του ΔΕΚ/ΔΕΕ, επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις, εκτός αν η διαφορετική αυτή μεταχείριση δικαιολογείται, ως ερειδόμενη σε αντικειμενικό και εύλογο κριτήριο. Τέτοιο κριτήριο δεν υφίσταται εν προκειμένω, αφού, ως εκ της φύσης της επίμαχης φορολογικής υποχρέωσης, κανένας αποχρών λόγος δεν δικαιολογεί τη διατήρησή της ειδικά και μόνο στους μισθωτούς του δημόσιου τομέα και τους συνταξιούχους. Η κατά τον ανωτέρω τρόπο δυσμενής φορολογική μεταχείριση μόνο των πιο πάνω κατηγοριών φορολογούμενων  καθίσταται σαφώς αυθαίρετη, αφού στον ν. 4738/2020 δεν γίνεται επίκληση κανενός γενικού και αντικειμενικού κριτηρίου που να ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες συνθήκες αυτών. Το τελευταίο τούτο επιβεβαιώνεται από την ίδια την αιτιολογική έκθεση του νόμου που επέβαλε την «εισφορά αλληλεγγύης», η οποία επικαλείται την ευθύνη «κάθε πολίτη». Στο ΔΣ της 6ης Φεβρουαρίου 2021 τέθηκε ως μεσοπρόθεσμος στόχος της Ένωσης η αναστολή της εισφοράς αλληλεγγύης για όλο το δημόσιο. Επανήλθαμε με αντίστοιχο αίτημα προς τον Πρωθυπουργό της χώρας ενόψει των εξαγγελιών στην ΔΕΘ. Σε συνάντηση που είχε η Ένωσή μας με τον Αν. Υπουργό Οικονομικών κ. Σκυλακάκη στις 11 Οκτωβρίου θέσαμε εκ νέου το αίτημα. Θεωρούμε ότι το αίτημά μας έχει όχι μόνο ισχυρή νομική βάση αλλά ακλόνητα ηθικά ερείσματα. Δεν θα προβάλαμε καμία αξίωση εάν η αναστολή του συγκεκριμένου φόρου για το τρέχον έτος προβλέπονταν μόνο για τους χαμηλόμισθους τους ιδιωτικού τομέα ή άλλες ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες. Αρνούμαστε όμως να δεχτούμε τη λογική ότι τα κέρδη των μεγάλων εταιριών και οι μεγαλοεπιχειρηματίες απαλλάσσονται από έναν φόρο ο οποίος πέφτει αποκλειστικά στις πλάτες των μισθωτών και των συνταξιούχων του δημοσίου. Μετά την άρνηση του Υπουργείου να δεχτεί το δίκαιο και λογικό αίτημά μας ο μόνος δρόμος που ανοίγεται πλέον είναι αυτός της δικαστικής διεκδίκησης. Θα επαναληφθεί ασφαλώς άλλη μια φορά το γνώριμο σκηνικό μιας Κυβέρνησης που ενώ γνωρίζει τις νομικές της υποχρεώσεις, αρνείται να συμμορφωθεί και ρίχνει την ευθύνη σ’ αυτούς που διεκδικούν τα δικαιώματά τους.  Είμαστε ωστόσο προετοιμασμένοι και για μια τέτοια εξέλιξη.

Με την υπ’ αριθμό 255/5-10-2021 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 Σ. λύθηκε αμετάκλητα το συνταξιοδοτικό μας. Η απόφαση έκρινε ότι σύνταξη ίση με το 60% των αποδοχών των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών δεν βρίσκεται στην συνταγματικά επιβαλλόμενη σχέση αναλογίας και δεν εξασφαλίζει το επίπεδο διαβίωσης που εξασφάλιζαν οι αποδοχές που λάμβαναν κατά τον χρόνο αποχώρησης από την υπηρεσία. Αυτή τη στιγμή το ποσοστό αναπλήρωσης της σύνταξης είναι κοντά στο 45%. Υπολείπεται ουσιωδώς από το όριο που έχει θέσει το Δικαστήριο. Επισκεφθήκαμε ως Ένωση στις 19 Νοεμβρίου τον Υφυπουργό Κοινωνικής Ασφάλισης κ. Τσακλόγλου όχι για να του υποβάλουμε κάποιο συνδικαλιστικό αίτημα αλλά για να ζητήσουμε την αυτονόητη για ένα Κράτος Δικαίου εφαρμογή μιας αμετάκλητης δικαστικής απόφασης. Η αρνητική απάντηση που λάβαμε με την αιτιολογία έλλειψης δημοσιονομικού χώρου μας φέρνει αντιμέτωπους με δύο θεμελιώδη ζητήματα. Το πρώτο συνδέεται με την ιεράρχηση του Συντάγματος και την τοποθέτησή του σε θέση υποδεέστερη από αυτήν της δημοσιονομικής πολιτικής. Το δόγμα που εφαρμόζεται με ευλάβεια μετά την οικονομική κρίση του 2010 από τις κυβερνήσεις θέτει ως υπέρτατο νόμο του Κράτους τα οικονομικά μεγέθη στα οποία οφείλουν να υπακούουν όλοι. Στην προκρούστεια κλίνη της οικονομίας αναμετρώνται τα πάντα: οι αρχές του Κράτους Δικαίου, η εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων, το ίδιο το Σύνταγμα. Εφόσον η οικονομία το επιτρέπει, το Σύνταγμα εφαρμόζεται. Σε αντίθετη περίπτωση θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά τις ανάγκες της οικονομίας. Η αλήθεια είναι ότι η αντίληψη αυτή για την λειτουργία του κράτους του 21ου αιώνα αλλάζει ριζικά τη μορφή του και τις επιδιώξεις του. Ο Λεβιάθαν στέκεται πλέον σε στάση προσοχής απέναντι στους δημοσιονομικούς στόχους σαν υπάκουο κατοικίδιο.

Μια δεύτερη παράμετρος έχει να κάνει με την περίφημη «πιλοτική δίκη» που καθιερώθηκε πλέον πέρα από την διοικητική και στην πολιτική δίκη και χειροκροτήθηκε από πολιτικούς και δημοσιογράφους ως μια εξαιρετικά προοδευτική λύση που θα βάλει τέρμα στο πρόβλημα της υπερβολικής σώρευσης δικογράφων στα δικαστήρια που βαλτώνουν από υποθέσεις με όμοιο νομικό αντικείμενο. Φαίνεται ωστόσο ότι τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε το Υπουργείο Δικαιοσύνης πριν δύο μήνες για να μας πείσει, δεν βρήκαν ευήκοα ώτα στο Υπουργείο Εργασίας. Για τον λόγο αυτό η απόφαση του Μισθοδικείου, που λειτουργεί στην πραγματικότητα ως πιλοτική δίκη αφού έχει καταστεί αμετάκλητη και ρυθμίζει το συνταξιοδοτικό εκατοντάδων δικαστικών λειτουργών, δεν λαμβάνεται υπόψη και δεν εφαρμόζεται υποχρεώνοντας έτσι σε προσφυγές ενώπιον των αρμόδιων Δικαστηρίων που θα βαλτώσουν από την εκδίκαση υποθέσεων με όμοιο αντικείμενο και προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα. Ποια είναι η αξιοπιστία και το κύρος μιας διοίκησης η οποία απαιτεί από τους πολίτες αυτό που δεν σέβεται η ίδια; Πως μπορεί στ’ αλήθεια να πείσει κανείς ακόμα και τους επιχειρηματίες για τους οποίους ενδιαφέρεται ότι μέριμνά του είναι η ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων, τη στιγμή που δημιουργεί συνειδητά τις προϋποθέσεις για ένα νέο έμφραγμα στα Δικαστήρια;

Μετά από δύο χρόνια πανδημίας και αναστολής συλλογικών διαδικασιών είναι μεγάλη χαρά και τιμή που έχουμε απόψε κοντά μας κορυφαίους εκπροσώπους των πολιτικών κομμάτων για να ακούσουμε τις θέσεις τους. Τα προβλήματα διογκώνονται και δεν βρίσκουν λύση με παράλληλους μονόλογους και κλειστές πόρτες. Διακηρυγμένος στόχος μας ήταν πάντοτε η καλή συνεργασία και ο εποικοδομητικός διάλογος με το Υπουργείο Δικαιοσύνης και τα πολιτικά κόμματα της Χώρας. Η κριτική που κάθε φορά ασκείται από την πλευρά μας ανεξάρτητα από την Κυβέρνηση που έχουμε απέναντί μας, δεν έχει άλλο σκοπό παρά να αναδεικνύει παραλείψεις, λάθη, αστοχίες και να συμβάλει στο ξεπέρασμα διαχρονικών προβλημάτων της Δικαιοσύνης, στην προάσπιση και περιφρούρηση του Συντάγματος, στην προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Μ’ αυτές τις σκέψεις κλείνω και σας ευχαριστώ για την αποψινή σας παρουσία.