ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΠΡΟΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ

   

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 338KB)


 

 

Αποθήκευση αρχείου (PDF, 3.63MB)

Προάγγελοι αρνητικών εξελίξεων – Οι ευθύνες για την καθυστέρηση στην απονομή Δικαιοσύνης

Αθήνα, 12-7-2021
Αρ. Πρωτ.: 225

Προάγγελοι αρνητικών εξελίξεων –

Οι ευθύνες για την καθυστέρηση στην απονομή Δικαιοσύνης 

         Τα μηνύματα για το νέο Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων που ετοιμάζει με απόλυτη μυστικότητα το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν θα μπορούσαν να είναι περισσότερο ξεκάθαρα. Μετά τις περσινές αναφορές του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης κ. Πικραμένου περί της ανάγκης αλλαγής του τρόπου αξιολόγησης των δικαστικών λειτουργών κατά τα πρότυπα της Σχολής Πολέμου και τις ανάλογες προβλέψεις του Σχεδίου Πισσαρίδη, ακολούθησαν φέτος οι συντονισμένες πρωτοβουλίες δημοσιογράφου- πρώην διευθυντή του γραφείου Τύπου του κ. Πικραμένου, να συλλέγει στοιχεία για τις καθυστερήσεις στην έκδοση αποφάσεων και να δέχεται επώνυμες αναφορές δικηγόρων και πολιτών για μεγάλες καθυστερήσεις με συγκεκριμένες ονομαστικές αναφορές σε δικαστές, την ίδια χρονική στιγμή που η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων υποβάλει αιτήματα στον Άρειο Πάγο ζητώντας στατιστικά στοιχεία ανά Δικαστήριο σχετικά με τον χρόνο καθυστέρησης και επιπλέον να πληροφορηθεί εάν επιβάλλονται οι προβλεπόμενες κυρώσεις σε δικαστικούς λειτουργούς που εμφανίζουν καθυστέρηση. Ήταν πέρσι τον Οκτώβριο όταν η Ε.Δ.Ε. πληροφορήθηκε τυχαία τις επισκέψεις Ολλανδών εμπειρογνωμόνων που ασχολούνταν με την αλλαγή του τρόπου αξιολόγησης και μεθαύριο ο Υπουργός της Δικαιοσύνης συμμετέχει σε διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα «Αξιολόγηση- Επιθεώρηση των Δικαστικών Λειτουργών». 

      Για όσα προετοιμάζει το Υπουργείο δεν είχαμε καμία αμφιβολία. Και οι τρόποι ακόμα που γίνεται αυτή η προετοιμασία δεν μας είναι καθόλου άγνωστοι. Βρισκόμαστε πλέον στο τελευταίο στάδιο της δημιουργίας ψευδών κοινωνικών εντυπώσεων που σκοπεύουν αφενός να επιρρίψουν τις ευθύνες της καθυστέρησης στη λειτουργία της Δικαιοσύνης στους «αδιάφορους» δικαστές και εισαγγελείς και αφετέρου να βρουν ένα καλό πρόσχημα για βαθιές αλλαγές στον τρόπο αξιολόγησης. Δεν εξηγεί φυσικά κανένας στους πολίτες ότι ο βασικός και κύριος λόγος των καθυστερήσεων δεν είναι οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί αλλά τα τεράστια δομικά προβλήματα που δεν κατάφερε κανένας Υπουργός Δικαιοσύνης να επιλύσει είτε γιατί δεν μπορούσε είτε γιατί δεν ήθελε. Όπως και η πεισματική άρνηση να συζητήσει η Πολιτεία τρόπους που με υπευθυνότητα και στηριγμένη σε μελέτες κατέθεσε η Ένωσή μας (ενδεικτικά η θεσμοθέτηση της ουσιαστικής δικαστικής μεσολάβησης και η προκαθορισμένη κατά κεφαλήν ανώτατη χρέωση υποθέσεων). Είναι επίσης γνωστό σε όλους ότι ο αριθμός των δικογραφιών αυξάνεται κάθε χρόνο σε ποσότητα (με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας) και δυσχεραίνει το δικαστικό έργο με την προσθήκη νέων αντικειμένων που απαιτούν ακόμα μεγαλύτερη εντατικοποίηση των προσπαθειών ενώ η μικρή αύξηση των οργανικών θέσεων Δικαστών και Εισαγγελέων που εξαγγέλθηκε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης στα τέλη του 2019 και ψηφίστηκε νομοθετικά το 2020 δεν έχει ακόμα υλοποιηθεί στην πράξη. 

      Η δημόσια συζήτηση που αφορά την ουσία του προβλήματος της καθυστέρησης στην απονομή Δικαιοσύνης και επηρεάζει άμεσα την υπηρεσιακή κατάσταση των φορέων της Δικαστικής Λειτουργίας πραγματοποιείται αυτή τη στιγμή, με ευθύνη του Υπουργείου, ερήμην των ίδιων των δικαστικών λειτουργών.  Η ομόφωνη απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών επισήμανε ότι με τον τρόπο που χειρίζεται το ζήτημα η Ελληνική Κυβέρνηση παραβιάζει βασικές αρχές του Κράτους Δικαίου. Το Υπουργείο αδιαφορεί γι αυτές τις επισημάνσεις. Η Ένωσή μας παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και το Δικαστικό Σώμα θα τοποθετηθεί συνολικά στις επιχειρούμενες αλλαγές.  

4234234234

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ ΤΗΣ Ε.Δ.Ε. ΣΤΟ Youtube

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 343KB)

Πρόταση της Ε.Δ.Ε. για τον διαχωρισμό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας μεταξύ Πρωτοδικείων και Ειρηνοδικείων

Αθήνα, 5-7-2021
Αρ. Πρωτ.: 210

     Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων με την από 30-6-2021 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου υιοθετεί την επισυναπτόμενη πρόταση – μελέτη της Επιτροπής Ειρηνοδικών για τον διαχωρισμό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας μεταξύ Πρωτοδικείων και Ειρηνοδικείων. Η πρόταση αυτή θεωρούμε ότι συμβάλει ουσιαστικά στην καλύτερη κατανομή της ύλης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, στην de facto εξειδίκευση των δικαστών κατά αντικείμενο, στην ευθυγράμμιση με τα ισχύοντα σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες,  αναβαθμίζοντας το κύρος των Ειρηνοδικείων και τελικά στην βελτίωση των όρων απονομής της πολιτικής Δικαιοσύνης.  Είναι η πρώτη μεγάλη ολοκληρωμένη πρόταση που βασίζεται στο συγκριτικό δίκαιο και σε επίσημα στατιστικά δεδομένα. Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων την θέτει ως βάση διαλόγου και προσδοκά σε μια ανταπόκριση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και από άλλους επιστημονικούς φορείς.

4234234234

Ερωτήσεις και απαντήσεις για τις αδικαιολόγητες χρεώσεις στο Ταμείο Νομικών

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 344KB)

ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΩΝ ΩΡΙΜΑΝΣΕΩΝ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΕΠΙΔΟΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΕΤΩΝ 2017-2018

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 342KB)

Επείγουσα Ανακοίνωση Ενημέρωση για τα οικόπεδα στις Ροβιές- Σύσταση Σωματείων

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 345KB)

ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΩΝ ΤΗΣ Ε.Δ.Ε.

Δημοσιεύεται σήμερα η ολοκληρωμένη μελέτη της Επιτροπής Ειρηνοδικών της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων για την καθ’ ύλην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων και τον χωρισμό της αρμοδιότητας με τα Πρωτοδικεία ανάλογα με το αντικείμενο της διαφοράς.

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 1.22MB)

Η ΘΕΣΜΙΚΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΠΡΟΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΜΕ ΤΟ ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΝΤΟΚΑ,

Εφέτης, Α Αντιπρόεδρος της

Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

          Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων ιδρύθηκε το έτος 1958 και έχει μία μακρόχρονη αγωνιστική πορεία, με βασικό σκοπό την κατοχύρωση της δικαστικής ανεξαρτησίας. Η ανεξάρτητη και αδέσμευτη συνδικαλιστική δράση των μελών της κατοχυρώθηκε μέσα από αγώνες, διώξεις και απολύσεις. Το ιστορικό βάρος αυτής επέβαλε την ψήφιση της διάταξης του άρθρου 89 παρ. 5 στο δημοκρατικό Σύνταγμα του 1975 όπου πλέον ρητά προβλέπεται η δυνατότητα συγκρότησης δικαστικών ενώσεων, γεγονός που καταδεικνύει τη σπουδαιότητα του ρόλου τους σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Η κατοχύρωση και η προάσπιση της δικαστικής ανεξαρτησίας είναι άμεσα συνυφασμένη με τον σεβασμό του κράτους δικαίου, που διασφαλίζει ότι όλες οι δημόσιες εξουσίες ενεργούν με βάση τους περιορισμούς που θέτει η νομοθεσία, σύμφωνα με τις αξίες της δημοκρατίας και τα θεμελιώδη δικαιώματα, υπό τον έλεγχο ανεξάρτητων και αμερόληπτων δικαστηρίων.

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών (EAJ), όπου μετέχουν δικαστικές ενώσεις από 44 ευρωπαϊκά κράτη, αλλά και της Διεθνούς Ένωσης Δικαστών (IAJ), οι οποίες έχουν τον ίδιο βασικό σκοπό. Άλλωστε το κράτος δικαίου αποτελεί την κύρια αξία στην οποία βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως προκύπτει από το άρθρο 2 της Συνθήκης για την ΕΕ, και υπενθυμίζεται στα προοίμια της Συνθήκης και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.

Σύμφωνα με διεθνείς κανόνες οι δικαστικές ενώσεις πρέπει να συμμετέχουν σε όλα τα στάδια της νομοπαρασκευαστικής διαδικασίας επεξεργασίας νομοσχεδίων που αφορούν τον τομέα της δικαιοσύνης [σχετ. η από 6.11.2020 γνωμοδότηση του CCJE (Συμβουλευτικό Συμβούλιο Ευρωπαίων Δικαστών του Συμβουλίου της Ευρώπης), Κατευθυντήριες οδηγίες για την Ελευθερία της Ένωσης, 2015, παρ. 183 και 184 της OSCE (Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη Δημοκρατία διά του Δικαίου, συμβουλευτικό όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης επί ζητημάτων ανεξαρτησίας, αμεροληψίας και αρμοδιότητας των Δικαστών)]. Ιδίως δε σε περιπτώσεις όπου προωθούνται μεταβολές που αφορούν ουσιώδη ζητήματα της κατάστασης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, όπως είναι οι προϋποθέσεις και η διαδικασία διορισμού τους, οι υπηρεσιακές τους μεταβολές, η αξιολόγηση και ο πειθαρχικός τους έλεγχος, τα οποία συνδέονται άμεσα με την ουσία της δικαστικής τους ανεξαρτησίας, η μη συμμετοχή των δικαστικών ενώσεων σε όλα τα στάδια της νομοπαρασκευαστικής διαδικασίας συνιστά ρήγμα στις διεθνείς αξίες που έχουν αναγνωρισθεί ως ευρωπαϊκό κεκτημένο. Τα ανωτέρω σημείωσε ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών Jose Manuel Igrega Matos στην από 29.3.2021 επιστολή, που απέστειλε προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης κ. Τσιάρα, λόγω της σταθερής θέσης αυτού να αποκλείει τις δικαστικές ενώσεις από  τις επιτροπές που αφορούν τη δικαιοσύνη και τους δικαστικούς λειτουργούς.

Ειδικότερα, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, όπως και οι υπόλοιπες δικαστικές ενώσεις, δεν κλήθηκαν από τον Υπουργό Δικαιοσύνης να συμμετέχουν στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή για την αναμόρφωση του νομικού πλαισίου που διέπει την Εθνική Σχολή Δικαστών, ενώ η ΕΔΕ δεν κλήθηκε στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή για την τροποποίηση του ΚΠολΔ. Εξάλλου, ενώ το Υπουργείο Δικαιοσύνης επεξεργάζεται ουσιώδεις τροποποιήσεις στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ΚΟΔΚΔΛ), αρνείται να συστήσει νομοπαρασκευαστική επιτροπή και να επιτρέψει τη συμμετοχή των δικαστικών ενώσεων στον ουσιαστικό διάλογο πριν τη διαμόρφωση των νομοθετικών αλλαγών.

Ο ΚΟΔΚΔΛ αποτελεί το νομοθέτημα που διέπει το επαγγελματικό καθεστώς των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, καθώς καθορίζει, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών, τον τρόπο χρέωσης των υποθέσεων, τον πειθαρχικό έλεγχο, την επιθεώρηση, τις υπηρεσιακές μεταβολές, τη διεύθυνση των δικαστηρίων. Είναι το νομοθέτημα που περιχαρακώνει και εγγυάται τη δικαστική ανεξαρτησία. Για το λόγο αυτό, σε περίπτωση τροποποίησης των διατάξεων του ΚΟΔΚΔΛ, όλες οι κυβερνήσεις διαχρονικά, σεβόμενες τον θεσμικό ρόλο των δικαστικών ενώσεων και τους ως άνω διεθνείς κανόνες, προχωρούσαν σε σύσταση νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, στην οποία συμμετείχαν όλες οι δικαστικές ενώσεις.

Πράγματι, κατά το έτος 2017 συγκροτήθηκε από τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης Σταύρο Κοντονή νομοπαρασκευαστική επιτροπή για την τροποποίηση του ΚΟΔΚΔΛ με τη συμμετοχή εκπροσώπων όλων των δικαστικών ενώσεων. Η νομοπαρασκευαστική επιτροπή παρέδωσε το πόρισμά της τον Δεκέμβριο του 2018, το οποίο απεστάλη για γνωμοδότηση στις διοικητικές ολομέλειες των δικαστηρίων, ωστόσο αυτό το σχέδιο δεν εισήχθη στη Βουλή προς ψήφιση.

Τον Οκτώβριο του 2020 ο Υπουργός Δικαιοσύνης ανακοίνωσε στο ΔΣ της Ένωσης την πρόθεσή του να συστήσει νέα νομοπαρασκευαστική επιτροπή για την τροποποίηση του ΚΟΔΚΔΛ. Τρεις μήνες μετά, τον Ιανουάριο του 2021, σε νέα συνάντηση του με το Προεδρείο της Ένωσης, ο Υπουργός Δικαιοσύνης υπαναχώρησε από την ανωτέρω δέσμευσή του, δηλώνοντας πως το Υπουργείο θα επεξεργαστεί το πόρισμα της προηγούμενης επιτροπής, λαμβάνοντας υπόψη τις γνωμοδοτήσεις των Ολομελειών των Δικαστηρίων και τις νέες ανάγκες που έχουν προκύψει, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται το είδος και η έκταση των νέων αναγκών. Είναι άλλωστε γνωστό πως στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς εντάσσονται εκτεταμένες αλλαγές στη δικαιοσύνη. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του κ. Πικραμμένου, Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, τον Ιούνιο του 2020 στο Φόρουμ των Δελφών, μεταξύ των αλλαγών αυτών εντάσσεται η αξιολόγηση και η προαγωγή των δικαστικών λειτουργών με κριτήρια όπως στους αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων, ο διορισμός καθηγητών πανεπιστημίου και δικηγόρων ως δικαστών επί θητεία, η πρόσληψη δικηγόρων ως βοηθών δικαστών κ.α. Ακόμα, σύμφωνα με την έκθεση Πισσαρίδη προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η εισαγωγή του θεσμού του επίκουρου δικαστή, η αξιολόγηση των δικαστικών λειτουργών με μία σειρά κριτηρίων, μεταξύ των οποίων ο μέσος χρόνος διεκπεραίωσης των υποθέσεων, το ποσοστό ανατροπής των αποφάσεων στον επόμενο βαθμό, ο βαθμός δυσκολίας των υποθέσεων, οι διοικητικές ικανότητες κ.α. Παρόλο που αποτελεί κοινή αποδοχή η θέση πως η αξιολόγηση των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών πρέπει να γίνεται με επιστημονικώς ορθά και ποιοτικά κριτήρια, είναι αυτονόητο πως, πριν τη διαμόρφωση των κριτηρίων αυτών, πρέπει να προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος με τις δικαστικές ενώσεις, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι η αξιολόγηση και η εξέλιξη των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών θα λαμβάνει χώρα με τρόπο απολύτως αντικειμενικό, ουσιαστικό και αδιάβλητο. Η εισαγωγή δε θεσμών όπως του δικαστή επί θητεία ή του επίκουρου δικαστή, πέρα από τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας που θέτει, ελλοχεύει κινδύνους για τη δικαστική ανεξαρτησία και για το κράτος δικαίου.

Δεν γνωρίζουμε εάν στις αλλαγές που επεξεργάζεται το Υπουργείο Δικαιοσύνης εντάσσονται οι ανωτέρω προτάσεις, ούτε γνωρίζουμε το είδος και των εύρος των αλλαγών. Δεν γνωρίζουμε, διότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης αρνείται να ενημερώσει τις δικαστικές ενώσεις για τις νομοθετικές μεταβολές που σκοπεύει να επιφέρει στο καθεστώς των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών. Δεν γνωρίζουμε, παρόλο που ο ίδιος ο Υπουργός Δικαιοσύνης είχε δηλώσει στις 21.4.2021 σε σχετική επερώτηση στη Βουλή πως στον σχεδιασμό του ήταν να παρουσιασθεί το πόρισμα του Υπουργείου για την τροποποίηση του ΚΟΔΚΔΛ έως τα τέλη Ιουνίου και να εισαχθεί το νομοσχέδιο προς ψήφιση με επίσπευση της νομοθετικής πρωτοβουλίας, προκειμένου να μην χαθούν πόροι. Για ζητήματα όμως τόσο ουσιώδη, που αφορούν τη λειτουργία της δικαιοσύνης, βασικοί διεθνείς κανόνες επιτάσσουν την ουσιαστική συμμετοχή των δικαστικών ενώσεων πριν τη διαμόρφωση των νομοθετικών αλλαγών. Η πρακτική του Υπουργείου Δικαιοσύνης, που ακολουθήθηκε στον νόμο για την τροποποίηση των διατάξεων του οικογενειακού δικαίου για τη γονική μέριμνα και την επικοινωνία, να μην υιοθετεί το σχέδιο νόμου που συνέταξε η νομοπαρασκευαστική επιτροπή, που το ίδιο είχε συστήσει, και να εισάγει στη Βουλή προς ψήφιση ένα ουσιωδώς διαφορετικό νομοσχέδιο, μετά από τυπική διαβούλευση με τους κοινωνικούς φορείς, δεν μπορεί να επαναληφθεί στη διαδικασία σύνταξης και ψήφισης των τροποποιήσεων που αφορούν τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών.

Οι ισχυρισμοί του Υπουργού Δικαιοσύνης, που περιλήφθηκαν στην απάντησή του προς τον Πρόεδρο της EAJ και εκτέθηκαν αναλυτικά κατά την ετήσια  Γενική Συνέλευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών στις 28.5.2021  δεν θεωρήθηκαν επαρκείς. Με ομόφωνο ψήφισμα η Ευρωπαϊκή Ένωση Δικαστών καλεί την Ελληνική Κυβέρνηση να διασφαλίσει την αποτελεσματική, άμεση και χωρίς εξαιρέσεις συμμετοχή των δικαστικών ενώσεων σε όλα τα στάδια της διαδικασίας νομοθετικών μεταβολών που αφορούν ουσιώδη ζητήματα της κατάστασης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, καθώς η μη συμμόρφωσή της με αυτήν την νομική υποχρέωση, που υπέχει κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι δυνατό να θεωρηθεί ως παραβίαση της αρχής του κράτους δικαίου.

Θεωρούμε ως αυτονόητη την υποχρέωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης και της Ελληνικής Κυβέρνησης να συμμορφωθεί με το ως άνω ψήφισμα και τις ευρωπαϊκές και διεθνείς υποχρεώσεις που έχει αναλάβει και απορρέουν από το σεβασμό του κράτους δικαίου.