Στιγμιότυπο 2019-03-28, 10.51.49 π.μ.

Ιδεολογική επιβολή μιας κυρίαρχης αντίληψης, Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ, Εφέτη- Προέδρου της ΕΔΕ

        Με αφορμή άρθρο που δημοσίευσα πριν λίγες ημέρες με τίτλο «οι άδειες των κρατουμένων και κατά πόσο απαιτείται η ιδεολογική τους μεταστροφή» μου ασκήθηκε έντονη κριτική για το χρονικά ανεπίκαιρο της δημοσίευσης και τον ενδεχόμενο επηρεασμό των δικαστικών λειτουργών, που θα κρίνουν επί της ουσίας για την άδεια του κρατουμένου Δ. Κουφοντίνα. Σκοπός της παρέμβασής μου ήταν αφενός να γίνει αντιληπτό το βάρος της ιδεολογικής επιβολής της κρατούσας άποψης και πως σταδιακά μετουσιώνεται σε αδιαμφισβήτητη δικαιοπολιτική θέση. Κατά δεύτερο να συμφωνήσουμε ότι ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα δεν γίνεται επιλεκτικά ούτε αποκλείονται a priori οι καταδικασθέντες για συγκεκριμένα αδικήματα, πρακτική που θα οδηγούσε στη δυνητική ευχέρεια του Κράτους να διευρύνει κατά βούληση τον κατάλογο τέτοιων αδικημάτων.

     Για κάποιον που ξέρει να διαβάζει και δεν παρερμηνεύει σκόπιμα τα όσα έγραψα γίνεται κατανοητό, ότι στην τελευταία παράγραφο του κειμένου υποστηρίζω ακριβώς το δικαίωμα του δικαστή και του εισαγγελέα να οδηγείται στην απόφασή του χωρίς κανέναν επηρεασμό ούτε από το φόβο άσκησης πειθαρχικού ελέγχου ούτε από την πιθανότητα αναίρεσης της απόφασης ή του βουλεύματος.  Σε όλες τις ομιλίες μου και τις τοποθετήσεις μου αλλά και έμπρακτα με ανακοινώσεις της Ένωσης τα τελευταία τρία χρόνια υπερασπίζομαι σταθερά το συνταγματικό δικαίωμα των συναδέλφων μου ελεύθερα να διατυπώνουν τη γνώμη τους. Όλοι γνωρίζουν ότι στα δύσκολα χρόνια δεν δείλιασα να διατυπώνω με σθένος τις θέσεις μου απέναντι και στην φυσική και στην πολιτική ηγεσία της Δικαιοσύνης, χωρίς να μετράω το κόστος αλλά έχοντας μοναδικό γνώμονα τη συνείδησή μου και αυτό που θεωρώ συμφέρον για τον θεσμό που υπηρετώ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πριν τη δημοσίευση του άρθρου ανέμενα την έκδοση του αμετάκλητου βουλεύματος του Αρείου Πάγου, θεωρώντας ότι ολοκληρώθηκε νομικά η διαδικασία.  Με ποιόν τρόπο εξάλλου θα μπορούσε ο Πρόεδρος της Ένωσης να επηρεάσει τους συναδέλφους του σε ένα επιστημονικό θέμα, αφού ούτε πειθαρχικό έλεγχο ασκεί, ούτε κρίνει επί της υπηρεσιακής τους εξέλιξης; Εκτός εάν ως επηρεασμός νοείται η ισχύς των επιχειρημάτων σε έναν επιστημονικό διάλογο και ο φόβος κλονισμού μιας αντίληψης εδραιωμένης εδώ και μερικά χρόνια. Η κατάθεση μιας επιστημονικά αντίθετης άποψης σε γενικό και αφηρημένο επίπεδο εννοιών (πχ της βίας, της μεταμέλειας) ακόμα και επ’ αφορμή μιας δικαστικής απόφασης –χωρίς φυσικά να παίρνει θέση στα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά με τα οποία ασχολείται η δικαστική απόφαση- δεν μπορεί να τρομάζει κανέναν. Το διαλεκτικό δίπολο θέσης- αντίθεσης οδηγεί στη σύνθεση σε νέα βάση και οπλίζει με περισσότερα επιχειρήματα τον δικαστή και τον επιστήμονα ώστε να θεμελιώσει σε πιο στέρεες βάσεις τη σκέψη του. Για ποιόν λόγο ως προσπάθεια επηρεασμού νοείται η έκφραση της δικής μου άποψης και όχι της απόλυτα σεβαστής αλλά αντίθετης γνώμης του συναδέλφου κ. Παναγιώτη Λυμπερόπουλου, Αντιπροέδρου της Ένωσης, η οποία δημοσιεύτηκε ακριβώς την επομένη ημέρα του δικού μου άρθρου και έλαβε σαφώς θέση επί της ουσίας; Η Ευρωβουλευτής κ. Ελίζα Βόζενμπεργκ, με πολύ ευπρεπή τρόπο, έκανε κριτική στο άρθρο μου, στην ηλεκτρονική σελίδα newpost.gr, αρχικά για το ανεπίκαιρο της δημοσίευσης διότι εκκρεμούσε το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου. Θέλω να θυμίσω στο σημείο αυτό τις αντιδράσεις του πολιτικού κόσμου όταν το Συμβούλιο Φυλακών με τη συμμετοχή Εισαγγελικού λειτουργού, χορήγησε για πρώτη φορά άδεια στον κρατούμενο Δ. Κουφοντίνα. Εξέχοντες πολιτικοί παράγοντες δήλωναν ότι «είναι αδιανόητη οποιαδήποτε άδεια στον Κουφοντίνα», ότι «άνθρωποι όπως ο Κουφοντίνας δεν θα πρέπει να βγαίνουν από τη φυλακή» και η κ. Βόζενμπεργκ ότι «αμετανόητος δολοφόνος δε νοείται εκτός φυλακής κανένας». Σε μια από τις επόμενες άδειες του ίδιου κρατουμένου θέση έλαβε τόσο η Τουρκική όσο και η Αμερικανική Πρεσβεία (!) θεωρώντας την χορήγηση άδειας «επαίσχυντη αδικία στις οικογένειες των θυμάτων». Οι ομοβροντίες αυτές των δηλώσεων κατά του Συμβουλίου των Φυλακών συνοδεύτηκαν από την άσκηση πειθαρχικών διώξεων σε βάρος των εισαγγελικών λειτουργών που συμμετείχαν σ’ αυτά. Μέσα σ’ αυτό λοιπόν το ιδανικό κλίμα της απόλυτης ελευθερίας και της ανεμπόδιστης διατύπωσης γνώμης, χαρακτηρίστηκε η κατάθεση της δικής μου αντίθετης άποψης ως ανεπίκαιρη έκφραση θέσεων σε εκκρεμή υπόθεση!

      Έχω την απόλυτη πεποίθηση ότι αυτό που ενόχλησε δεν είναι το χρονικό σημείο δημοσίευσης του άρθρου αλλά το περιεχόμενο αυτού. Επικρατεί εδώ και χρόνια μια τάση εκφοβισμού πάνω σε συγκεκριμένα θέματα, τα οποία θεωρούνται απαγορευμένα προς συζήτηση και επομένως κάθε αντίθετη τοποθέτηση προβάλλεται περίπου ως ανοσιούργημα. Επιχειρείται με πολύ φανερό και άκομψο τρόπο η επιβολή της μίας και μοναδικής αλήθειας την οποία επιθυμούν ορισμένοι να επιβάλουν, διαμορφώνοντας συνειδητά αντιλήψεις, από τις οποίες στο μέλλον δύσκολα θα μπορεί κανείς να ξεφύγει. Για τον ρόλο που παίζουν συγκεκριμένα ΜΜΕ εκφράζοντας σταθερά τις ίδιες φοβικές για τα δικαιώματα των κρατουμένων απόψεις, ας μιλήσει καλύτερα αντί για μένα ο σπουδαίος καθηγητής του Ποινικού Δικαίου, Ιωάννης Μανωλεδάκης (Τρομοκρατία και νομοκρατία, Ποινική Δικαιοσύνη 1/2003, 65 επ), η απουσία του οποίου έχει δημιουργήσει ένα δυσαναπλήρωτο κενό στο χώρο της επιστήμης: «Καλλιεργείται από ορισμένα ΜΜΕ και συγκεκριμένους δημοσιογράφους η εντύπωση πως όποιος σήμερα υπερασπίζεται το κράτος δικαίου, την αρχή της νομιμότητας και της δίκαιης δίκης, είναι σύμμαχος (εκούσιος ή, έστω, ακούσιος) της τρομοκρατίας, «ρίχνει νερό στο μύλο της» και θα πρέπει να αλλάξει στάση….Το δυσάρεστο και επικίνδυνο σήμερα είναι ότι ακόμα και νομικοί και συνταγματολόγοι (!) – κάνοντας και υποκριτική αυτοκριτική – προσπαθούν να δικαιολογήσουν τις εκτροπές από τη νομιμότητα για χάρη της αποτελεσματικής πάταξης της τρομοκρατίας, ισχυριζόμενοι (άμεσα ή έμμεσα) ότι πρέπει να αλλάξουν οι αρχές που χαρακτηρίζουν το κράτος δικαίου της εποχής μας, ενόψει του φαινομένου της τρομοκρατίας και κατηγορώντας όσους υπερασπίζονται αυτές τις αρχές ως υποστηρικτές επιστημονικά άγονων και ξεπερασμένων θέσεων…Και πάλι από ορισμένα ΜΜΕ και συγκεκριμένους δημοσιογράφους παρακάμπτεται επιμελώς το αυτονόητο σε μία δημοκρατική πολιτεία αίτημα για ευλαβική τήρηση των αρχών της νομιμότητας και της δίκαιης δίκης στην αντιμετώπιση του οποιουδήποτε εγκλήματος, όσο βαρύ κι αν είναι αυτό, ενώ τονίζονται μονομερώς οι κίνδυνοι που δημιουργούνται για την κοινωνία και τον κάθε άνθρωπο από την οργανωμένη εγκληματικότητα και ιδίως από την τρομοκρατία. Έτσι αφήνουν να καλλιεργείται η εντύπωση ότι οποιοδήποτε μέτρο για την αντιμετώπιση των εγκληματιών και ιδίως των τρομοκρατών είναι δικαιολογημένο και νομιμοποιημένο στη συνείδηση του λαού».

      Μετά την άσκηση κριτικής στην απόφαση του Αρείου Πάγου που έκρινε αμετάκλητα υπέρ του δικαιώματος άδειας των πολυισοβιτών, μετά την σφοδρή επίθεση των παραπάνω Μέσων Ενημέρωσης εναντίον μου προσωπικά καθώς και των απόψεων που διατύπωσα και χωρίς να σχολιαστεί από κανέναν η άσκηση πειθαρχικού ελέγχου στους εισαγγελείς που ελεύθερα έκριναν ως μέλη του συμβουλίου φυλακών υπέρ της χορήγησης άδειας στον κρατούμενο,  γίνεται φανερό ότι η αντίθετη άποψη όχι μόνο δεν γίνεται σεβαστή αλλά οφείλει να συντριβεί για να μην βρεθεί κάποιος στο μέλλον να την υποστηρίξει. Να μην ξεχνάμε ότι οι αντιτρομοκρατικές νομοθεσίες και η τρομοϋστερία έχουν καταλήξει σε χειρότερες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από όσες τέλεσαν οι εγκληματίες (Ν. Κιάος, Η δημοκρατία, το πρώτο μέλημα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, Ελευθεροτυπία 3/1/2002) και επομένως στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να υπερισχύσει η προστασία και η υπεράσπιση της ελευθερίας αυτών που διαφωνούν και όχι αυτών που συντάσσονται. Ακόμα λοιπόν κι αν ο κόσμος εύλογα τρομοκρατείται και μερικοί παραιτούνται οικειοθελώς από τις εγγυήσεις των ελευθεριών χάριν ασφαλείας (Ν. Αλιβιζάτος, Αγωνίες για παραβιάσεις ελευθεριών, Νέα 19-11-2001), ούτε ο νομοθέτης επιτρέπεται να τρομοκρατείται και να θεσπίζει δρακόντειους νόμους ούτε η Δημοκρατία πρέπει να μπαίνει σε διλλήματα επιστροφής στη βαρβαρότητα (Γ. Πανούσης, Πρόλογος σε Δ. Μπελαντή, Αναζητώντας τον εσωτερικό εχθρό).  

     Γνωρίζω ότι η άποψή μου ενδεχομένως δεν εκφράζει την πλειοψηφία των συναδέλφων μου και άρα ως εντελώς προσωπική την καταθέτω. Σημειώνω επίσης το αυτονόητο ηθικό καθήκον μου να είμαι ο πρώτος που θα υπερασπιστώ κάθε συνάδελφο οποιαδήποτε απόφαση κι’ αν λάβει. Ο εύκολος δρόμος θα ήταν αβασάνιστα να δεχτεί ο πολίτης, στα πλαίσια της κοινωνικής και επαγγελματικής του ζωής, τα κελεύσματα των καιρών. Θυμίζω τα πάντα επίκαιρα λόγια του Κάλβου «Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία».