Αίτημα παραίτησης της Προέδρου και μελών του Προεδρείου της Ένωσης. Βαρύτατες σκιές μετά τις χθεσινές αποκαλύψεις

Χριστόφορος Σεβαστίδης , ΔΝ Εφέτης, 

Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Εφέτης, 

Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

Μιχάλης Τσέφας, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Ιωάννης Ασπρογέρακας, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Έφη Κώστα, Ειρηνοδίκης,

Μέλη του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Αθήνα, 17 Φεβρουαρίου 2023

    Οι χθεσινές δημοσιογραφικές αποκαλύψεις για την στάση μελών του προεδρείου της Ένωσης γεννούν πολλαπλά ζητήματα ηθικής τάξης, το απονομιμοποιούν στις συνειδήσεις των συναδέλφων, προσβάλουν το κύρος της Δικαιοσύνης και επιβεβαιώνουν τους φόβους που είχαμε διατυπώσει εξ αρχής.

     Οφείλουν πλέον η κ. Στενιώτη και τα μέλη του προεδρείου που συμμετείχαν στην παρακάτω εκδήλωση  να απαντήσουν στα εξής ερωτήματα:

    1) ποιες είναι οι σχέσεις τους με τον δικαστικό επιμελητή Γιάννη Παναγόπουλο, το γραφείο του οποίου διοργάνωσε την 12η Φεβρουαρίου 2023 εκδήλωση σε εστιατόριο της Αθήνας, όπου η πρόεδρος καλωσόρισε τους καλεσμένους και τους ευχαρίστησε για την παρουσία τους; Από που υπάρχει τέτοια οικειότητα ώστε να αποκαλεί ο δικαστικός επιμελητής σε αντίστοιχη εκδήλωση το 2020 δημόσια μια συνάδελφο ως «όμορφο εισαγγελικό παρεδράκι»;

    2) Με ποια ιδιότητα ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής βράβευσε «δια χειρός» της κ. Στενιώτη, Ανώτατη Δικαστή, στην οποία παρέδωσε την «τιμητική» πλακέτα του γραφείου του; Όταν ο δικαστικός επιμελητής αποκάλεσε αυτόν και την κ Στενιώτη «ομάδα που κερδίζει και δεν αλλάζει» για ποιον λόγο δεν αντέδρασε η πρόεδρος της Ένωσης.

    3) Γνώριζαν τα μέλη του Δ.Σ. που παρέστησαν ότι σε αντίστοιχη εκδήλωση το 2020 ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής ευχαριστούσε δημοσίως την ίδια ανώτατη δικαστή για τη βοήθεια που του προσέφερε σε προσωπική του υπόθεση;

    4) Ποιος κάλυψε τα έξοδα της προχθεσινής εκδήλωσης στην οποία ο δικαστικός επιμελητής παρεμβαίνει εμφανώς στα εσωτερικά θέματα της Ένωσης; Το προεδρείο της Ένωσης παρέστη θεσμικά εκπροσωπώντας όλους μας και όχι ατομικά ως συνεστίαση φίλων.

   5) Θεωρούν οι συνάδελφοι του προεδρείου ότι δεν υπάρχει ασυμβίβαστο δικαστικών λειτουργών να συμμετέχουν σε εκδηλώσεις επαγγελματιών που έχουν σαφή κομματική τοποθέτηση;

     6) Τέλος, με ποια ιδιότητα κλήθηκε και συμμετείχε ο ως άνω δικαστικός επιμελητής σε εκδήλωση που διοργάνωνε η Ένωση αποκλειστικά για μέλη της, όπως στην κοπή πίτας πριν λίγες εβδομάδες στην Θεσσαλονίκη;

    Πέρα από τις όποιες διαφορετικές εκτιμήσεις μας σε επιμέρους θέματα, ως προεδρείο όλα τα προηγούμενα χρόνια υπηρετήσαμε με ήθος και εντιμότητα την Ένωση. Γι’ αυτό και απουσιάζουμε από τα «εγκωμιαστικά» σχόλια του δικαστικού επιμελητή στις προηγούμενες διοικήσεις της Ένωσης.

    Με μεγάλη περίσκεψη και έντονο προβληματισμό καλούμε όλους τους συναδέλφους να καταδικάσουν αυτές τις συμπεριφορές των μελών του προεδρείου που μας εκθέτουν συλλογικά. Τα μέλη του Δ.Σ. εκλέγονται για να εκπροσωπούν και να τιμούν με τη στάση τους όλους τους Δικαστές. Όχι για να κάνουν δημόσιες σχέσεις που υπονομεύουν το κύρος της Δικαιοσύνης.

    Αυτή τη στιγμή θεωρούμε επιβεβλημένη ενέργεια την παραίτηση της Προέδρου και όσων μελών συμμετείχαν σ’ αυτήν την εκδήλωση που εκθέτει το Δικαστικό Σώμα.

Σε ποιο σημείο βρίσκεται σήμερα η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ Εφέτης, Μέλος της Ε.Δ.Ε

Χριστόφορος Σεβαστίδης, ΔΝ Εφέτης,

Μέλος της Ε.Δ.Ε.

 

Συμπληρώνεται σχεδόν ένας χρόνος από τις τελευταίες αρχαιρεσίες της Ένωσης και η κατάσταση είναι αποκαρδιωτική σε όλα τα επίπεδα. Εσωστρέφεια, ένδεια επιχειρημάτων και δημόσιου λόγου, παραίτηση από κάθε συλλογική διεκδίκηση, κλισέ ανακοινώσεις, απουσία κοινωνικής ευαισθησίας είναι μερικά από τα βασικά χαρακτηριστικά του νέου προεδρείου.

Τα μέλη του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων πληροφορούνται πλέον από άλλες Ενώσεις για τις συναντήσεις της κ Στενιώτη με αρμόδιους υπουργούς στα πλαίσια των εντολών που έχει λάβει από την ΓΣ καθώς καμία απολύτως επίσημη ενημέρωση δεν υπάρχει. Οι ανακοινώσεις της Ένωσης περιορίζονται πλέον σε κοινωνικές εκδηλώσεις και είναι προφανές ότι βυθιζόμαστε σε μία άνευ προηγουμένου εσωστρέφεια.  Μέλος του ΔΣ της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών ενημέρωσε σε ομάδα κοινωνικής δικτύωσης ότι αυτές τις μέρες πραγματοποιήθηκε συνάντηση των Ενώσεων με τον Υφυπουργό Οικονομικών κ Σκυλακάκη ώστε σε συμμόρφωση με την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης να διεκδικηθεί η επιστροφή του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο. Το προεδρείο της Ένωσής μας σύρθηκε σ’ αυτήν την συνάντηση από υποχρέωση καθώς με επιμονή στη ΓΣ υποστήριξε τη θέση ότι η διεκδίκηση των Δώρων είναι λανθασμένη απόφαση. Οι βαρύγδουπες δηλώσεις ότι πριν τον περασμένο Δεκέμβριο υπήρχε κυβερνητική βούληση για αύξηση των επιδομάτων στα επίπεδα του 2008 αποδείχθηκαν χίμαιρες. Οι κατακτήσεις των προηγούμενων ετών (επιστροφή αναδρομικών της περιόδου 2017-2018, κατάργηση εισφοράς αλληλεγγύης από τις αρχές αυτού του έτους, δικαστική διεκδίκησή της για τα έτη 2021 και 2022, διεκδίκηση συντάξεων στα όρια που όρισε η απόφαση του Μισθοδικείου) μεταπίπτουν πλέον στο επίπεδο της καλλιέργειας ελπίδων για το μέλλον.

Οι συνάδελφοι Ειρηνοδίκες διαπίστωσαν πόσο απέχουν από την πραγματικότητα τα μεγάλα λόγια και οι υποσχέσεις που τους έδιναν τα μέλη του προεδρείου για μισθολογική εξομοίωση των δικαστών του πρώτου βαθμού. Συμπεριφέρθηκαν ανέντιμα απέναντί τους καλλιεργώντας προσδοκίες που γνώριζαν εκ των προτέρων ότι δεν έχουν πρόθεση να υλοποιήσουν. Μόλις στο προηγούμενο ΔΣ δήλωσαν ότι δεν είναι στις άμεσες προθέσεις τους το αίτημα μισθολογικής εξομοίωσης. Αυτό που έθεταν πριν δύο χρόνια ως άμεση προτεραιότητα σήμερα το θεωρούν ανεπίκαιρο. Μοναδικός στόχος τους ήταν ξεκάθαρα η υφαρπαγή των ψήφων των συναδέλφων.

Η Ένωση έχει απολέσει πλέον τον δημόσιο λόγο της και απουσιάζει από συζητήσεις κομβικών νομοθετημάτων που συνδέονται στενά με την ποιότητα της Δικαιοσύνης, τα Συνταγματικά δικαιώματα, τις ατομικές ελευθερίες. Η πρόεδρος της Ένωσης σε ένα ΔΣ δήλωσε ότι δεν θα προσέρχεται στην ακρόαση φορέων στη Βουλή, όπως γινόταν τόσα χρόνια, γιατί δεν της δίνεται κατάλληλος χρόνος να προετοιμαστεί! Στους μήνες από τότε που ανέλαβαν την διοίκηση της Ένωσης απουσιάζει εντελώς έστω και μία τοποθέτηση για σοβαρό ζήτημα εκτός από ενημερώσεις για εξεύρεση ξενοδοχείων σε οικονομικές τιμές, λογιστικά γραφεία, κουπόνια σε αεροπορική εταιρία και μεταφορικές ΙΚΕ. Η μεγαλύτερη Δικαστική Ένωση μεταμορφώθηκε μέσα σε λίγους μήνες σε εξωραϊστικό σύλλογο!

Στις προσωποποιημένες επιθέσεις, στις απειλές μηνύσεων και αναφορών που δέχονται συνάδελφοι το τελευταίο διάστημα από δικηγόρους και στην προσπάθεια συνολικής απαξίωσης της δικαιοσύνης από δημοσιογράφους, δεν υπάρχει η παραμικρή διαμαρτυρία από την Ένωση. Ένα δελτίο Τύπου που ανέλαβε να εκδώσει ο εκπρόσωπος Τύπου ήταν τόσο ασθενικό και ντροπαλά γραμμένο που δεν κατάλαβε κανένας σε ποια περίπτωση αναφέρεται και τι πραγματικά επεδίωκε να πετύχει ο συντάκτης του. Δικαστές και Εισαγγελείς νιώθουν απροστάτευτοι από την Ένωσή τους η οποία εξέδιδε τα προηγούμενα χρόνια δεκάδες ανακοινώσεις στήριξης σε όσους συναδέλφους είχαν ανάγκη. Προτεραιότητα της κ Στενιώτη είναι η καλλιέργεια κοινωνικών σχέσεων και η προώθηση προσωπικών επαφών για όσο χρόνο ακόμα θα ασκεί διοίκηση.

Αλλά και σε επίπεδο κοινωνικής ευαισθησίας υπάρχει πολύ σοβαρό έλλειμμα. Καταθέσαμε προχθές αίτημα παροχής υλικής βοήθειας σε Τούρκους και Σύριους που έχουν πληγεί από τον σεισμό ως έμπρακτη ένδειξη αλληλεγγύης και ανθρωπιάς. Σε έκτακτες συνθήκες και κάθε φορά που παρίσταται ανάγκη παροχής βοήθειας είναι συνηθισμένος τρόπος εδώ και χρόνια η συνεννόηση των μελών του ΔΣ μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων και χωρίς σύγκληση ΔΣ. Από προχθές δεν υπάρχει καμία απολύτως απάντηση στο αίτημά μας. Ούτε ευαισθησία για σύγκληση έκτακτου ΔΣ. Αντ’ αυτού διαβάσαμε ανατριχιαστικές αναρτήσεις σε κοινότητες που δικαιολογούσαν τον σεισμό ως έργο της Θείας Πρόνοιας!

Η ομάδα μας θα συνεχίσει το έργο της σε όλα τα επίπεδα εντός και εκτός ΔΣ και θα ενημερώνει για τις πρωτοβουλίες της μέσα από την ηλεκτρονική σελίδα antimolia.gr.  Έχουμε ακλόνητη την πεποίθηση ότι Δικαστές και Εισαγγελείς αξίζουν μία εκπροσώπηση που θα ανταποκρίνεται στο υψηλό λειτούργημά τους.

 

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ 17ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2022 ΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΣΤΕΝΙΩΤΗ

Αποθήκευση αρχείου (DOCX, Unknown)

Τεράστια νίκη των συναδέλφων η χθεσινή Γενική Συνέλευση, Μέλη του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Η παρακάτω ανακοίνωση είναι αναδημοσίευση

από την ηλεκτρονική σελίδα https://antimolia.gr .

 

Τεράστια νίκη των συναδέλφων η χθεσινή Γενική Συνέλευση

 

 

Χριστόφορος Σεβαστίδης , ΔΝ Εφέτης,

Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Εφέτης,

Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης

Μιχάλης Τσέφας, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Ιωάννης Ασπρογέρακας, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Έφη Κώστα, Ειρηνοδίκης,

Μέλη του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Αθήνα, 18 Δεκεμβρίου 2022

         Στο δεύτερο μέρος της χθεσινής Γενικής Συνέλευσης η ομάδα μας με επιχειρήματα και  συγκεκριμένες αναφορές κατέδειξε την αναποτελεσματικότητα των ομάδων του προεδρείου και την αδυναμία τους να διαχειριστούν τα σημαντικά ζητήματα που απασχολούν το Δικαστικό Σώμα, την ασυνέπεια τους σε όσα πριν τις εκλογές υποσχέθηκαν, την συνειδητή αφωνία τους σε κομβικά νομοθετήματα που αφορούσαν την Δικαιοσύνη και τους δικαστικούς λειτουργούς, την διγλωσσία τους μεταξύ των τοποθετήσεών τους και των επιστολών τους προς την διοίκηση. Τις τοποθετήσεις μας αναλυτικά θα τις δημοσιοποιήσουμε τις επόμενες μέρες.

Καταθέσαμε συγκεκριμένο γραπτό αίτημα επαναφοράς 13ου και 14ου μισθού συνεπείς στην μέχρι σήμερα στάση μας.  Η κ Στενιώτη και όλα τα μέλη του προεδρείου έδωσαν σκληρό αγώνα να πείσουν τους συναδέλφους πως ένα τέτοιο αίτημα θα επιφέρει μεγάλη επιβάρυνση στον προϋπολογισμό, ότι δεν είναι σήμερα οι κατάλληλες συνθήκες, ότι δεν μπορεί να το διεκδικήσει από τον υπουργό οικονομικών γιατί θα της το απορρίψει. Η καλλιέργεια κλίματος ηττοπάθειας και παραίτησης συνάντησε τεράστια αντίσταση από τα μέλη μας. Με ψήφους 63 έναντι 34, έγινε δεκτό το αίτημα της ομάδας μας και μπήκε χρονοδιάγραμμα διεκδίκησης. Το προεδρείο είναι πλέον υποχρεωμένο να τηρήσει την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Θα τους ελέγχουμε ώστε να είναι συνεπείς με την εντολή του Ανώτατου οργάνου.

Ακολουθεί το αίτημα που κατέθεσε η ομάδα μας και εγκρίθηκε από την Γενική Συνέλευση:

«ΑΙΤΗΜΑ

ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΔΩΡΩΝ

         Τα μέλη του ΔΣ, Χριστόφορος Σεβαστίδης, Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Παντελής Μποροδήμος, Μιχάλης Τσέφας, Ιωάννης Ασπρογέρακας, Ευθαλία Κώστα, υποβάλουμε ενώπιον της ΓΣ αίτημα να τεθεί σε ψηφοφορία και να δοθεί εντολή στο ΔΣ ώστε μέχρι τέλη Ιανουαρίου 2023 να διεκδικήσει από τα αρμόδια υπουργεία την επιστροφή των Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και του επιδόματος αδείας. Στην περίπτωση που η διοίκηση αρνηθεί ή δεν απαντήσει στο αίτημα μας να ανατεθεί σε δικηγορικό γραφείο εγνωσμένου κύρους η σύνταξη των δικογράφων και ο διαμοιρασμός τους στα μέλη μας μέχρι τα τέλη Απριλίου 2023».

 

Αναγκαίες νομοθετικές προσαρμογές για την διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών

Αναγκαίες νομοθετικές προσαρμογές για την διασφάλιση του απορρήτου των επικοινωνιών

 

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ Εφέτη

Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Εφέτη

Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη

Μιχάλη Τσέφα, Προέδρου Πρωτοδικών

Ιωάννη Ασπρογέρακα, Προέδρου Πρωτοδικών

Έφης Κώστα, Ειρηνοδίκη

Μελών του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων 

Καθώς διαφαίνεται η πρόθεση της Πολιτείας να προσαρμόσει τη νομοθεσία που αφορά την διασφάλιση του τηλεφωνικού απορρήτου, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων οφείλει να συμβάλει με θετικές προτάσεις στην κατεύθυνση αυτή. Η παθητική και αδιάφορη στάση του προεδρείου  να μην ασχολείται με κανένα σοβαρό ζήτημα απομειώνοντας τον παρεμβατικό ρόλο και το κύρος που προσδώσαμε στην Ένωση τα προηγούμενα χρόνια, αναθέτει στην μειοψηφία του ΔΣ την παραπάνω υποχρέωση. Ο δημόσιος διάλογος ανέδειξε σημαντικές παθογένειες στο ισχύον σύστημα για την άρση των οποίων απαιτούνται διορθωτικές νομοθετικές παρεμβάσεις.

1ον) Καμία πραγματική αλλαγή δεν μπορεί να γίνει εάν δεν ενισχυθούν οι αρμοδιότητες της Δικαστικής Αρχής που εποπτεύει την ΕΥΠ. Ο έλεγχος του αρμόδιου Εισαγγελέα πρέπει να γίνει ουσιαστικός. Να του απονεμηθεί η δυνατότητα να ελέγχει τους λόγους εθνικής ασφάλειας που επιβάλλουν τη νόμιμη επισύνδεση συγκεκριμένου πολίτη. Η ΕΥΠ οφείλει να  αιτιολογεί εμπεριστατωμένα τους λόγους που επικαλείται και οι λόγοι αυτοί να κρίνονται από τον δικαστικό λειτουργό. Να ληφθεί υπόψη ο αριθμός των αιτήσεων που υποβάλει η ΕΥΠ ώστε να τοποθετηθεί ο ανάλογος αριθμός δικαστικών λειτουργών που εποπτεύουν το έργο της.

2ον) Η ουσιαστική προστασία ενός συνταγματικού δικαιώματος προϋποθέτει την διαφάνεια στη λειτουργία των θεσμών. Η διοίκηση έχει καθήκον να ενημερώσει για τους λόγους της αλματώδους αύξησης των τηλεφωνικών επισυνδέσεων τα τελευταία χρόνια. Να πληροφορηθεί ο πολίτης το ποσοστό των επισυνδέσεων που θεμελιώνονται σε λόγους εθνικής ασφάλειας και το αντίστοιχο που συνδέεται με τις διερεύνηση εγκληματικών πράξεων και πόσες από αυτές έχουν καταλήξει στην άσκηση ποινικών διώξεων και στην αμετάκλητη ποινική καταδίκη.

3ον) Αναγκαία πλέον καθίσταται η επαναφορά στο καθεστώς της πλήρους ενημέρωσης του πολίτη που υπήρξε στόχος της παρακολούθησης. Ο περιορισμός του δικαιώματος ενημέρωσης από την ΑΔΑΕ μόνο στους βουλευτές και στους δημοσιογράφους εξαιρεί αδικαιολόγητα και αντισυνταγματικά και άλλες ειδικές κατηγορίες κρατικών λειτουργών όπως οι δικαστές και εισαγγελείς.

 

 

ΓΙΑΤΙ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ Η ΑΜΕΣΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΤΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΣΤΙΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

ΓΙΑΤΙ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ Η ΑΜΕΣΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΝΩΣΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΤΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΣΤΙΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Ακρογωνιαίος λίθος του δικαίου της Ευρωπαικής  Ενωσης είναι η αρχή της υπεροχής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης έναντι του εθνικού δικαίου. Την παραπάνω αρχή οφείλουμε να γνωρίζουμε και εφαρμόζουμε όλοι οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, ανακριτικοί και προανακριτικοί υπάλληλοι είτε υπηρετούμε σε δικαστικές υπηρεσίες είτε σε Ανεξάρτητες Αρχές. Όπως οφείλουμε να γνωρίζουμε και εφαρμόζουμε σε κάθε έκφανση λειτουργίας των καθηκόντων μας τη εθνική νομοθεσία, αλλά και τη νομολογία και νομοθεσία που διέπει το ενωσιακό δίκαιο για τα προσωπικά δεδομένα, το κυβερνοέγκλημα, το οικονομικό έγκλημα αλλά και την επίλυση των άκρως περίπλοκων ζητημάτων διεθνούς δικαιοδοσίας, της διατήρησης των προσωπικών δεδομένων με στόχο την ταυτόχρονη αποτελεσματικότητα των ερευνών των Αρχών. Οφείλουμε να γνωρίζουμε τις αρχές της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας, της αποτελεσματικότητας, της ισοδυναμίας, και της αποτρεπτικότητας από τις οποίες επιβάλλεται να διέπονται οι αποφάσεις των Αρχών και την παρέκκλιση της αρχής του απορρήτου των επικοινωνιών μόνο όταν συνδέονται με τις περιπτώσεις καταπολέμησης σοβαρού εγκλήματος, εθνικής ασφάλειας και δημόσιας ασφάλειας. Ότι προκειμένου να εξασφαλισθεί στην πράξη η πλήρης τήρηση των εν λόγω προϋποθέσεων, είναι σημαντικό η πρόσβαση των αρμόδιων εθνικών αρχών στα διατηρούμενα δεδομένα να εξαρτάται, καταρχήν, εκτός αν πρόκειται για επείγουσες περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες, από προηγούμενο έλεγχο πραγματοποιούμενο είτε από δικαστήριο είτε από ανεξάρτητη διοικητική αρχή και η απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου ή της εν λόγω αρχής να εκδίδεται κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως των αρμόδιων εθνικών αρχών υποβληθείσας στο πλαίσιο διαδικασιών για την πρόληψη, τη διαπίστωση ή την ποινική δίωξη πάντα υπό το πρίσμα των άρθρων 7, 8 και 11 καθώς και του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Οφειλουμε να γνωρίζουμε πιο συγκεκριμένα τις διατάξεις της Σύμβασης 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης,  του νέου σύγχρονου νομικού πλαισίου του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 της 27ης Απριλίου ( GDPR) σχετικά με το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα όλων των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δικαιολογητικός νόμος του οποίου είναι ο 4624/2019, του ν.2068/1992 που αποτελεί δικαιολογητικό νόμο της Σύμβασης 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης αλλά και τις ενωσιακές οδηγίες περί προστασίας και επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων και ιδίως την ΟΔΗΓΙΑ (EE) 2016/680 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων. Ότι τυχόν παρεκκλίσεις και περιορισμοί πρέπει να είναι αναγκαίοι σε δημοκρατική κοινωνία και ανάλογοι προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Οτι η αποθήκευση δεδομένων για τηλεφωνικές κλήσεις που αφορούν την ιδιωτική και επαγγελματική ζωή παραβιάζει το άρθρο 8 ΕΣΔΑ. Βρίθει η νομολογία του ΕΔΔΑ για όλα τα παραπάνω. Ενδεικτικά αναφέρουμε απόφαση του ΕΔΔΑ της  21.12.2016 Tele2 Sverige AB (C203/15) κατά Post- och telestyrelsen, και Secretary of State for the Home Department (C698/15), απόφαση ΕΔΔΑ της 8ης Απριλίου 2014 συνεκδικασθείσες υποθέσεις C293/12 και C594/12 Digital Rights Ireland Ltd κατά Minister for Communications, Marine and Natural Resources κ.λπ., απόφαση ΕΔΔΑ 18 Ιουλιου 2017 Mustafa Sezgin Tanrıkulu κατά Τουρκίας, απόφαση της 12 Ιανουαρίου 2016 Szabó and Vissy κατά Ουγγαρίας απόφαση της 4 Δεκεμβρίου 2015 Roman Zakharov κατά Ρωσίας.

Από την άλλη μεριά, η  νομοθετική εξουσία οφείλει να μεταφέρει αυτούσια  νομοθεσία του ενωσιακού δικαίου και τούτο επειδή  το άρθρο 5 ν.4624/2019  κατά το οποίο «οι δημόσιοι φορείς επιτρέπεται να επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όταν η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας», δεν εισάγει κανένα περιορισμό στην επεξεργασία δεδομένων από τις δημόσιες αρχές. Εφόσον λοιπόν υπάρχει κενό νόμου ως προς την εφαρμογή των αρχών της αναλογικότητας, αναγκαιότητας στις εθνικές αρχές ασφάλειας, επιβάλλεται  να μεταφερθούν στο εσωτερικό μας δίκαιο οι διατάξεις της ΟΔΗΓΙΑΣ (EE) 2016/680 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από αρμόδιες αρχές για τους σκοπούς της πρόληψης, διερεύνησης, ανίχνευσης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων ή της εκτέλεσης ποινικών κυρώσεων και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της απόφασης-πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου, η οποία περιλαμβάνει την  προστασία από απειλές κατά της δημόσιας ασφάλειας και της αποτροπής τους (άρθρο 1), εφαρμόζεται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τέτοιων δεδομένων τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε σύστημα αρχειοθέτησης (άρθρο 2), ορίζει σαφώς ότι η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων διέπεται από τις αρχές της αναλογικότητας, αναγκαιότητας και του προσδιορισμού και του περιορισμού του σκοπού. Ορίζει επίσης την ευθύνη του υπευθύνου επεξεργασίας να συμμορφωθεί με τις ανωτέρω αρχές και να είναι σε θέση να το αποδείξει (άρθρο 12), καθώς και το δικαίωμα ενημέρωσης του υποκειμένου (άρθρα 13 και 14), την εκτίμηση των επιπτώσεων στην προστασία των δεδομένων (άρθρο 28), την γνωστοποίηση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο υποκείμενο των δεδομένων (άρθρο 31) και τέλος  την έκθεση δραστηριοτήτων η οποία μπορεί να περιλαμβάνει κατάλογο των τύπων των γνωστοποιημένων παραβάσεων και των ειδών των επιβαλλόμενων κυρώσεων και τίθεται στην διάθεση του εθνικού κοινοβουλίου, της κυβέρνησης και του κοινού (άρθρο 49). Οι ανωτέρω διατάξεις επιβάλλεται να μεταφερθούν στο εθνικό δίκαιο και ειδικά στον ευαίσθητο και αχαρτογράφητο για τα ελληνικά δεδομένα αρρύθμιστο τομέα του σκληρού πυρήνα του κράτους. Επίσης,  η νομοθετική εξουσία οφείλει να τροποποποιήσει τον δικαιολογητικό της Σύμβασης 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης νόμο 2068/1992 , που πρέπει να τονιστεί ότι εφαρμόζεται και όταν ο επεξεργαστής δεδομένων  («maître du fichier») είναι ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΡΧΗ (« l’autorité publique»), ο οποίος θα διέπει ξεκάθαρα όλες τις συναφείς κρατικές υπηρεσίες ή ανεξάρτητες αρχές, όπως ΕΥΠ, Αρχή καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, δίωξη του ηλεκτρονικού εγκλήματος κλπ.
Για να επιτευχθεί τούτο στην πράξη δεν αρκεί η μεταφορά αυτούσιας της οδηγίας σε όλες τις προαναφερόμενες Αρχές και Κρατικές Υπηρεσίες, αλλά και η σύσταση δικαστικών συμβουλίων αποτελούμενων από ανεξάρτητους δικαστικούς λειτουργούς, όπως αυτά λειτουργούν ήδη εξάλλου στις δικαστικές υπηρεσίες σχετικά  με την άρση απορρήτου όταν τελούνται ποινικά αδικήματα, τα οποία δικαστικά συμβούλια θα αντικαταστήσουν τον ένα ή δύο Εισαγγελείς, και θα είναι επιφορτισμένα με το καθήκον της εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου προκειμένου οι προαναφερόμενες Υπηρεσίες και Αρχές να λειτουργούν στα πλαίσια της ουσιαστικής και πραγματικής νομιμότητας σε συνδυασμό με την αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητά τους.  Απαιτείται  επαρκής εκπαίδευση και κατάρτιση των δικαστικών λειτουργών που θα στελεχώνουν τα εν λόγω δικαστικά συμβούλια αλλά και των υπαλλήλων των Αρχών και των κρατικών υπηρεσιών πχ (ΕΥΠ) σε θέματα ασφάλειας των δεδομένων. Απαιτείται η επιβολή πειθαρχικού και ποινικού ελέγχου όσων υπηρετούν στις ανωτέρω Υπηρεσίες και Αρχές ακόμα και για περιπτώσεις μη εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου, ώστε αυτοί που επιλέγουν να στελεχώσουν αυτές τις Υπηρεσίες να είναι οι πλήρως καταρτισμένοι  και όχι αυτοί που θεωρούνται προνομιούχοι. Οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες και Αρχές (π.χ.ΕΥΠ) να γνωστοποιούν παραβιάσεις των δεδομένων στα πιθανά θύματα και στις εθνικές αρχές ελέγχου και αυτό να αρχίσει άμεσα το πρώτον από την ΕΥΠ η οποία θα πρέπει να ενημερώσει τα θύματα των οποίων τα προσωπικά δεδομένα παραβιάστηκαν και τους λόγους, όπως άλλωστε ορίζει εκτός από την προαναφερόμενη οδηγία και η οδηγία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, στο άρθρο 4 παράγραφος 2  (βλ. I. κατά Φινλανδίας, προσφυγή αριθ. 20511/03, 17 Ιουλίου 2008).

Τα παραπάνω δεν αποτελούν πολιτικό ζήτημα, αποτελούν θεσμικές επιταγές που επιβάλλονται σε ένα κράτος δικαίου και εναρμονίζονται με το ενωσιακό δίκαιο. Γιατί ο εθνικός νόμος που επιτρέπει την επέμβαση δημόσιας αρχής στην άσκηση του δικαιώματος που παρέχεται από το άρθρο 8, δηλαδή τον σεβασμό στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, την κατοικία και την αλληλογραφία, θα πρέπει να πληροί τα κριτήρια της προβλεψιμότητας και της σαφήνειας (βλ. υπόθεση Klass And Others v. Federal Republic of Germany (Series A, NO 28) (1979-1980) 2 EHRR 214, 6 September 1978, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) . Γιατί ο νόμος θα πρέπει να παρέχει στους πολίτες επαρκή νομική προστασία κατά της κρατικής αυθαιρεσίας και οιασδήποτε κατάχρησης και να καθορίζει με σαφήνεια τον τρόπο ασκήσεώς του, καθώς και το σκοπό της παρασχεθείσης ευχέρειας στις αρμόδιες αρχές να επεμβαίνουν στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 8 της Σύμβασης. Για να αποφεύγεται η  υπονόμευση της δημοκρατίας υπό το μανδύα της προάσπισής της. Για να προσανατολίζονται οι κρατικές υπηρεσίες και ανεξάρτητες Αρχές στην αποτελεσματικότητα του σκοπού για τον οποίο έχουν συσταθεί (εθνική ασφάλεια, καταπολέμηση του ηλεκτρονικού εγκλήματος, καταπολέμηση της διαφθοράς) και μόνο. Για να μην καταστεί η Ελλάδα ένα αστυνομικό κράτος που θα διασύρεται διεθνώς.

Ουδέποτε από την μεταπολίτευση ένθεν οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί υπήρξαν εκτελεστικά όργανα και υπάλληλοι κρατικών υπηρεσιών, Αρχών, Οργανισμών. Ουδείς δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός έχει περιορισθεί στην χρήση σφραγίδας και υπογραφής, αφού άπαντες νυχθημερόν ερμηνεύουμε και εφαρμόζουμε τους νόμους του Ελληνικού Κράτους. Η εργαλειοποίηση του δικαστικού κλάδου μέσω αποσπασματικών διατάξεων που αφορούν είτε την ΕΥΠ είτε οποιαδήποτε άλλη αρχή αντιβαίνει στην θεσμική θωράκιση της δικαιοσύνης,  της δημοκρατίας, της ίδιας της χώρας.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΑΝΟΣ ΒΑΣΤΑΡΟΥΧΑΣ

ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ