Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων τιμά το Πολυτεχνείο με μεγάλη πολιτιστική εκδήλωση στις 15 Νοεμβρίου (με τη συμμετοχή της Μαρίας Φαραντούρη και του Μανώλη Μητσιά)

Αθήνα, 03-11-2021
Αρ. πρωτ.: 393

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων 
τιμά το Πολυτεχνείο

με μεγάλη πολιτιστική εκδήλωση στις 15 Νοεμβρίου

(με τη συμμετοχή της Μαρίας Φαραντούρη και του Μανώλη Μητσιά)

       Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων τιμά για πρώτη φορά στην ιστορία της την επέτειο του Πολυτεχνείου με μεγάλη πολιτιστική εκδήλωση που τελεί υπό την αιγίδα της Α.Ε. της Προέδρου της Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Δευτέρα 15 Νοεμβρίου στις 19.00’ στο Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος» (Πειραιώς 254). Θα προβληθεί ολιγόλεπτο βίντεο από το αρχείο της ΕΡΤ και στη συνέχεια μουσική εκδήλωση με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Μανώλη Μητσιά.

   Στην εκδήλωση μπορούν να συμμετέχουν δικαστικοί λειτουργοί όλων των Δικαστικών Ενώσεων, Δικηγόροι, Συμβολαιογράφοι, Δικαστικοί Υπάλληλοι, Σπουδαστές της Εθνικής Σχολής Δικαστών. Κάθε προσκεκλημένος μας μπορεί να συνοδεύεται από ένα ακόμα άτομο. Σύμφωνα με την ΚΥΑ, η φυσική παρουσία θα είναι επιτρεπτή μόνο για όσους είναι πλήρως εμβολιασμένοι ή νοσήσαντες το τελευταίο εξάμηνο και προσκομίζουν το αντίστοιχο πιστοποιητικό.

     Ειδικά για τα μέλη της Ένωσής μας που διαμένουν εκτός Αττικής θα καλύπτονται δαπάνες μετακίνησης και διαμονής κατ’ αποκοπήν μέχρι το ποσό των 150 ευρώ. 

    Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να δηλώσουν την συμμετοχή τους μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (endikeis@otenet.gr) στην επισυναπτόμενη φόρμα συμμετοχής. Θα τηρηθεί αυστηρά σειρά χρονικής προτεραιότητας. Για οποιαδήποτε άλλη πληροφορία η ενημέρωση θα γίνεται από την Γραμματεία της Ένωσης στο τηλ. 2132156114.

4234234234

Η Έναρξη του Συνεδρίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα από τον Πρόεδρο της Ε.Δ.Ε. κ. Χριστόφορο Σεβαστίδη

Η Έναρξη του Συνεδρίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα

από τον Πρόεδρο της Ε.Δ.Ε.

κ. Χριστόφορο Σεβαστίδη

 

Εισαγωγή

 

Με ιδιαίτερη χαρά κηρύσσω την έναρξη του Συνεδρίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα μπροστά σε ένα τέτοιο εκλεκτό ακροατήριο και με τόσο λαμπρούς εισηγητές. Η διοργάνωση ενός τριήμερου Συνεδρίου με τη συγκεκριμένη θεματική όφειλε να γίνει εδώ και πολλά χρόνια. Αργήσαμε κάπως. Θεωρήθηκε ενδεχομένως ένα αντικείμενο που βρίσκεται μακριά από τον κύκλο των άμεσων επαγγελματικών ενδιαφερόντων ενός δικαστικού λειτουργού των πολιτικών- ποινικών δικαστηρίων αν και στην πραγματικότητα είναι η ψυχή της κάθε νομικής διάταξης που εφαρμόζουμε. Νομικός ο οποίος δεν γνωρίζει, δεν μελετά, δεν ενδιαφέρεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, δεν ερευνά αν στην κάθε μεμονωμένη περίπτωση υπάρχει κάποια υποψία παραβίασή τους ή θεωρεί περιττή ευρωπαϊκή πολυτέλεια την ενασχόληση με αυτά, ότι πρόκειται για κάτι ξένο με την ελληνική κουλτούρα, εκφράζει μια εντελώς αντιδραστική αντίληψη.  Το εύρος των θεμάτων και η πολυδιάστατη οπτική κάτω από την οποία πρέπει να εξεταστούν αυτά τα δικαιώματα θεωρήθηκε ίσως αποτρεπτικός παράγοντας για να διοργανωθεί ένα συνέδριο. Ας κρατήσουμε ως θετικό στοιχείο τη δυνατότητα που έχουμε να συζητάμε ελεύθερα για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, συνθήκη όχι αυτονόητη αν αναλογιστούμε την κατάσταση που επικρατεί σήμερα σε δεκάδες χώρες στις οποίες «χρειάζεται πολλή αρετή και τόλμη για να μιλήσει κανείς για δικαιώματα του ανθρώπου και ακόμα περισσότερο για να αγωνισθεί γι’ αυτά» όπως έγραφε ο Αριστόβουλος Μάνεσης.  Διότι το ουσιώδες δεν είναι να μιλά κανείς για Ανθρώπινα Δικαιώματα αλλά να φροντίζει και να αγωνίζεται για την κατοχύρωσή τους.

 

Ιστορική εξέλιξη

Τα δικαιώματα του Ανθρώπου δεν απονεμήθηκαν σ’ αυτόν ipso jure ούτε είναι φυσικά, απαραβίαστα και αναπαλλοτρίωτα όπως συνηθίζουν κάποιοι να λένε. Αποτελούν αρχές ενταγμένες στο θετικό δίκαιο. Έχουν την δική τους ιστορική διαδρομή και δεν γεννήθηκαν ως αδέλφια από τον ίδιο τοκετό. Διατυπώθηκαν για πρώτη φορά ως δικαιώματα ατομικά και πολιτικά στη Γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1789, συνδεόμενα με την άνοδο της αστικής τάξης και την χειραφέτησή της από την φεουδαρχία. Τα κοινωνικά δικαιώματα ως δικαιώματα δεύτερης γενιάς είναι απόρροια των διεκδικήσεων του παγκόσμιου εργατικού κινήματος στα τέλη του 19ου αιώνα. Σήμερα μιλάμε για τα τρίτης γενιάς δικαιώματα, τα δικαιώματα ομάδων, τα δικαιώματα στο περιβάλλον. Στις αρχές του 20ου αιώνα τα κράτη πιεζόμενα από τις λαϊκές διεκδικήσεις αποφάσισαν να εντάξουν τα ανθρώπινα δικαιώματα στα Συντάγματά τους. Το ιστορικό αυτό σημείο είναι καθοριστικό καθώς η κρατική εξουσία για πρώτη φορά αυτοπεριορίζεται ρυθμίζοντας την άσκησή τους και οργανώνοντας την προστασία τους. Το αποκορύφωμα της διεθνούς αναγνώρισης έρχεται με τη λήξη του Β’ παγκοσμίου πολέμου και την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το 1948, ένα κείμενο που δεν έχει νομική δεσμευτική ισχύ αλλά ένα προγραμματικό ηθικοπολιτικό περιεχόμενο. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) που υπογράφηκε δύο χρόνια αργότερα ως διεθνής συνθήκη ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών και μάλιστα με υπερνομοθετική ισχύ. Ο κατάλογος των δικαιωμάτων είναι πλέον ευρύς: δικαίωμα στη ζωή, απαγόρευση βασανιστηρίων, απαγόρευση δουλείας και καταναγκαστικών έργων, δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια, δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης, μη επιβολή ποινής χωρίς νόμο, δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, ελευθερία έκφρασης, ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, δικαίωμα σύναψης γάμου, απαγόρευση διακρίσεων, δικαίωμα παροχής ασύλου, δικαίωμα ιδιοκτησίας, δικαίωμα κοινωνικής προστασίας, δικαίωμα συμμετοχής στη διακυβέρνηση της χώρας, δικαίωμα ίσης αμοιβής για ίση εργασία, δικαίωμα σε βιοτικό επίπεδο ικανό να εξασφαλίζει υγεία και ευημερία, τροφή, ρουχισμό, κατοικία και ιατρική περίθαλψη.

 

Ενταγμένα στα Συντάγματα- Κρατικός αυτοπεριορισμός και σχετικοποίηση της προστασίας

Η αναγνώριση και η ρύθμιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την κρατική εξουσία και μάλιστα στο επίπεδο του θεμελιώδους Νόμου δεν θα μπορούσε παρά να οδηγήσει σε μια περιορισμένη αναγνώριση. Ο αυτοπεριορισμός στον οποίο υποβάλλονται οι κρατικές εξουσίες έχει μια μορφή σχετικότητας. Η αναγνώριση γίνεται πάντα υπό την επιφύλαξη του νόμου. Το Κράτος δεν μπορεί να αυθαιρετήσει καταργώντας ένα δικαίωμα που περιβάλλεται με συνταγματική ισχύ, μπορεί ωστόσο να το περιορίσει ή να το διευρύνει. Έχει δε τόσο εκτεταμένα όρια η κρατική αυτή εξουσία που ορισμένα κοινωνικά δικαιώματα έχουν δεχτεί αλλεπάλληλους νομοθετικούς περιορισμούς ώστε να έχει απομείνει μόνο η τυπική τους αναγνώριση.  Μία δεύτερη επισήμανση έχει να κάνει με το λεγόμενο «κοινωνικό κεκτημένο», το επιτρεπτό δηλαδή της απομείωσης ενός αναγνωρισμένου δικαιώματος. Όσο κι’ αν σε θεωρητικό επίπεδο μπαίνουν όρια στον κοινό νομοθέτη, ιδίως της μη ουσιώδους δυσμενούς μεταβολής του δικαιώματος, η πράξη και η πολιτική εμπειρία δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Θυμίζω τον Αριστόβουλο Μάνεση: «Εξαρτάται από τον εκάστοτε συσχετισμό των κοινωνικο- πολιτικών δυνάμεων δηλαδή από τις αντικειμενικές και υποκειμενικές δυνατότητες των εξουσιαζόμενων αλλά και γενικότερα από ποικίλους παράγοντες, κοινωνικούς, οικονομικούς, πολιτικούς, πολιτισμικούς, ιδεολογικούς, εθνικούς που επικαθορίζουν, προσδιορίζουν ή επηρεάζουν την συμπεριφορά των κρατούντων». Αυτό που μας λέει ο μεγάλος ακαδημαϊκός δάσκαλος επιβεβαιώνεται ως κανόνας μέχρι τις μέρες μας. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν βρίσκονται σε μια ευθύγραμμη πορεία ανόδου και συνεχόμενης διεύρυνσης. Ούτε συμβαδίζουν με την τεχνολογική, επιστημονική και οικονομική πρόοδο μιας χώρας. Διευρύνονται ή συρρικνώνονται ανάλογα με την εποχή, την πλημμυρίδα ή την άμπωτη των λαϊκών διεκδικήσεων, την αδυναμία ή την ισχύ της πολιτικής εξουσίας να επιβάλει τις θέσεις της. Εξαρτώνται άμεσα από την διεθνή πολιτική συγκυρία και τους ανταγωνισμούς μεταξύ των κρατών. Κυμαίνονται ανάλογα με τον εκάστοτε συσχετισμό των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων. Ακόμα και η ίδια η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν θεωρείται πέρα και πάνω από τα Συντάγματα αλλά δέχεται τους ίδιους περιορισμούς με τα άλλα δικαιώματα, όπως συμβαίνει πχ στην έννομη τάξη του Ισραήλ όπου «ενδέχεται να περιορίζεται ώστε να εξυπηρετεί και άλλα συμφέροντα ή δικαιώματα» ή όπως έκρινε το Γαλλικό Συνταγματικό Δικαστήριο το 2001 στην απόφαση για τις αμβλώσεις «μολονότι η αξιοπρέπεια συνιστά ενδεχομένως μια συνταγματικά προστατευόμενη αρχή δεν θεωρείται ωστόσο απαραβίαστη ή υπέρτατη».

Η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σήμερα στον κόσμο

Η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για τα έτη 2020 και 2021 αποτυπώνει μια θλιβερή εικόνα των αποτυχιών της παγκόσμιας κοινότητας και μια απόλυτη περιφρόνηση για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε πολλές χώρες. Η πανδημία του κορονοϊού επιδείνωσε την ήδη επισφαλή κατάσταση των προσφύγων και των μεταναστών, εγκλωβίζοντας δεκάδες χιλιάδες σε άθλιους καταυλισμούς, τα συστήματα υγείας τέθηκαν σε απόλυτη δοκιμασία και αρκετά από αυτά έχουν ήδη καταρρεύσει χωρίς να μπορούν να διασφαλίζουν το δικαίωμα στην ιατρική περίθαλψη, ενώ αξιοποιήθηκε η έκτακτη κατάσταση για την εφαρμογή μιας σκληρής και αυταρχικής διακυβέρνησης. Στη Νικαράγουα απολύθηκαν εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας διότι εξέφρασαν ανησυχίες για την έλλειψη Μονάδων Εντατικής Θεραπείας, στην Ουγγαρία τροποποιήθηκε ο Ποινικός Κώδικας εισάγοντας ποινές φυλάκισης μέχρι πέντε έτη για διάδοση ψευδών πληροφοριών για τον Covid, στις Φιλιππίνες η αστυνομία έλαβε εντολή να πυροβολήσει ανθρώπους που υπήρχε περίπτωση να προκαλέσουν προβλήματα κατά την διάρκεια της πανδημίας. Στη Βραζιλία του Μπολσονάρο σκοτώθηκαν πέρσι στο πρώτο εξάμηνο από αστυνομική βία 3.181 άτομα. Οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν σταματούν έξω από την πόρτα των ανεπτυγμένων κρατών. Η παγκόσμια ηγέτιδα δύναμη, οι ΗΠΑ, αγόρασαν το μεγαλύτερο μέρος των εμβολίων στον κόσμο αφήνοντας ελάχιστα έως καθόλου σε άλλες χώρες που ήδη πλήττονται από πείνα και λιμούς. Ήδη από το 2004 η Διεθνής Αμνηστία καταγγέλλει τις ΗΠΑ για την κατάσταση στις φυλακές του Γκουαντάναμο και τις μεθόδους βασανισμού των ιρακινών κρατουμένων στο Αμπου Γκράϊμπ στη Βαγδάτη. Είναι γνωστή η υπόθεση του Salim Hamdan, ενός κρατούμενου στις φυλακές του Γκουνατάναμο, στον οποίο εφαρμόστηκε ο περίφημος Νόμος για την μεταχείριση των κρατουμένων (DTA) που αφαιρούσε από όλα τα δικαστήρια την δικαιοδοσία να εξετάζουν αιτήματα κρατουμένων και ανέθετε τη σχετική δικαιοδοσία σε στρατιωτικές επιτροπές που είχαν δημιουργηθεί από την τότε κυβέρνηση Μπους. Για πρώτη φορά τέθηκε ανοιχτά σε αμφισβήτηση σε μια δημοκρατική χώρα η «διάκριση των εξουσιών».  Αλλά και στη γειτονιά μας, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Η σύμμαχός μας, Πολωνία, έθεσε από τον Ιανουάριο σε ισχύ την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου να απαγορεύσει το δικαίωμα των γυναικών στην άμβλωση, μια εξέλιξη που μας γυρίζει πολλές δεκαετίες πίσω σε περιόδους σκοταδισμού και προκαταλήψεων όταν δεν θεωρούνταν δικαίωμα της γυναίκας ο αυτοκαθορισμός της. Η απόφαση αυτή που καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνδέεται αναπόσπαστα με τις μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησαν στο δικαστικό σύστημα της χώρας από το 2015 και έχουν οδηγήσει σε πλήρη εξάρτηση της δικαστικής από την εκτελεστική εξουσία και σε ευθεία αμφισβήτηση του δικαιώματος πρόσβασης σε ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Πως αναγνωρίζεται το ανθρώπινο δικαίωμα του ασύλου στη Δανία στη χώρα που κρίνει πως οι Σύριοι πρόσφυγες πρέπει να επιστρέψουν στην πατρίδα τους γιατί ορισμένες περιοχές της χώρας είναι ασφαλείς παρά τις αντιδράσεις της Διεθνούς Αμνηστίας και την έκθεση του ΟΗΕ που αναφέρει ότι δεκάδες χιλιάδες Σύριοι που τέθηκαν υπό κράτηση κατά την διάρκεια του εμφυλίου, έχουν εξαφανιστεί; Οι μηχανισμοί καταστολής ενισχύονται σε όλο τον κόσμο και εισάγονται έννοιες όπως αυτή του υπόπτου ή της αρχής της πρόληψης, που περιορίζουν ουσιαστικά την ελευθερία της σκέψης, την ελευθερία του λόγου, την ελεύθερη διάδοση των ιδεών. Οι συλλήψεις και φυλακίσεις καλλιτεχνών στην Ισπανία για λεκτικές υπερβολές στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής δράσης προκάλεσαν τα άμεσα αντανακλαστικά της κοινωνίας και της Διεθνούς Αμνηστίας. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα ανθρώπινα δικαιώματα καταπατώνται καθημερινά όσο επιτείνονται οι διακρίσεις σε βάρος των κοινωνικά και οικονομικά αδύναμων, όσο καθυποτάσσεται η κρατική εξουσία στις πιέσεις του μεγάλου πλούτου και των αγορών, όπως γράφει και η τέως πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου, Αλίκη Γιωτοπούλου- Μαραγκοπούλου. Παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις και την αποτύπωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε διεθνή κείμενα και Συντάγματα παραμένει αναμφισβήτητο γεγονός αυτό που γράφει ο Gabriel Marcel «ότι η ανθρώπινη ζωή ποτέ δεν είχε αντιμετωπιστεί σε τόσο ευρεία κλίμακα ως ευτελές και αναλώσιμο αγαθό όσο στην εποχή μας». Λαοί και ήπειροι ζουν στην ακραία φτώχεια, χωρίς τροφή, χωρίς νερό και φαγητό. Ανήλικα παιδιά αναγκάζονται να εργάζονται μέχρις εξαντλήσεως σε βιομηχανίες από την πιο μικρή τους ηλικία για λίγα δολάρια την ημέρα στερούμενα της στοιχειώδους εκπαίδευσης. Εκατομμύρια άνθρωποι στις ανεπτυγμένες χώρες πεθαίνουν στους δρόμους αβοήθητοι χωρίς καμία υγειονομική περίθαλψη, την ίδια στιγμή που μια χούφτα δισεκατομμυριούχων συγκεντρώνει στα χέρια της τον παγκόσμιο πλούτο. Όπλα μαζικής καταστροφής συνθλίβουν αμάχους. Τεράστιες βιομηχανικές εγκαταστάσεις και επενδυτικά σχέδια καταστρέφουν το περιβάλλον.  Και για να θυμηθούμε λίγο τον Ιωάννη Μανωλεδάκη : «Για τον άστεγο το άσυλο της κατοικίας δεν έχει περιεχόμενο. Ούτε για τον προλετάριο το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Γι’ αυτόν που ανήκει σε θρησκευτική μειονότητα σε μια κοινωνία με επικρατούσα θρησκεία, η θρησκευτική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα αποτελεί περισσότερο κοινωνικό στίγμα και λιγότερο προσωπική ελευθερία. Στον αναλφάβητο η ελευθερία έκφρασης γνώμης και η ελευθερία πληροφόρησης προκαλούν μάλλον συναισθήματα μειονεξίας».

 

Η επίκληση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από τα Κράτη

Κι’ αν τελικά τα Ανθρώπινα Δικαιώματα δεν μπορεί να τα απαιτήσει η τεράστια πλειοψηφία των λαών, η ανθρωπότητα στο όνομα της οποίας διακηρύσσονται, ποιος έχει τελικά αυτό το μοναδικό προνόμιο; Ο νέος υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Άντονι Μπλίνκεν, διαβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση της χώρας του «θα εναντιωθεί σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων οπουδήποτε συμβαίνουν και ανεξάρτητα από το αν οι υπεύθυνοι είναι αντίπαλοι ή εταίροι». Αναφέρεται «στη γενοκτονία που διαπράττεται εναντίον των μουσουλμάνων Ουιγούρων στην κινεζική επαρχία Σιντζιάνγκ και στην καταστολή των ενόπλων δυνάμεων της Μιανμάρ» ενώ επικαλείται και τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Ρωσία στην υπόθεση του Αλεξέι Ναβάλνι. Η Ρωσία από την άλλη μεριά υπενθυμίζει τον αποκλεισμό της Κούβας από τις ΗΠΑ παρά τα πολυάριθμα ψηφίσματα της ΓΣ του ΟΗΕ καθώς και τις φυλετικές εντάσεις, το επίπεδο του ρατσισμού, του αντισημιτισμού και της ισλαμοφοβίας που αυξάνεται στην απέναντι όχθη του ωκεανού. Τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως και οι πωλήσεις όπλων και οι εμπορικές κυρώσεις είναι εργαλεία της διεθνούς πολιτικής που χρησιμοποιούνται από τα ισχυρά Κράτη προκειμένου να βοηθούν τους φίλους και να βλάπτουν τους εχθρούς.  Με την επίκληση στα ανθρώπινα δικαιώματα ξεκίνησαν οι βομβαρδισμοί στο Ιράκ το 1998 και στη Σερβία το 1999. Η συνέχεια είναι γνωστή. Άλλες φορές πάλι οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από κράτη όσο ωμές κι’ αν είναι δεν σταματούν τις πωλήσεις οπλικών συστημάτων ούτε τους ανταγωνισμούς για μια καλύτερη θέση στη διεθνή σκακιέρα και τέτοια παραδείγματα είναι οι πωλήσεις όπλων στο καθεστώς Σουχάρτο στην Ινδονησία το 1997, η χλιαρή απάντηση της Δύσης στη γενοκτονία στη Ρουάντα το 1994 και στις μέρες μας ο διεθνής διπλωματικός πόλεμος για ανάπτυξη οικονομικών και πολιτικών σχέσεων με το Αφγανιστάν. Όταν τα ανθρώπινα δικαιώματα και το εθνικό συμφέρον συμπίπτουν, οι κυβερνήσεις γίνονται οι μεγαλύτεροι υπερασπιστές τους. Ορθά νομίζω ειπώθηκε ότι το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που χειρίζονται οι κυβερνήσεις είναι το καλύτερο παράδειγμα λαθροθήρα που μετατράπηκε σε θηροφύλακα. Πολλοί μιλούν για την «μαγεία της βιομηχανίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», τον ρόλο ορισμένων ανθρωπιστικών οργανώσεων που συμβάλουν στην διαμόρφωση της διεθνούς κοινής γνώμης και προετοιμάζουν το έδαφος για μια στρατιωτική επέμβαση με την κατάλληλη επιλογή του χρόνου και του τόπου παρουσίασης μιας αλήθειας η οποία θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ισχυρών.

Και στο εσωτερικό των κρατών οι πολίτες βιώνουν την αντίφαση ανάμεσα στις διακηρύξεις των δικαιωμάτων και στην εφαρμογή τους από το κράτος. Τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονται ή εφαρμόζονται στον δρόμο, στον χώρο εργασίας, στο τοπικό αστυνομικό τμήμα, στις δομές φιλοξενίας των προσφύγων, στα καταστήματα κράτησης. Η απόσταση που χωρίζει τις θεωρητικές εξαγγελίες από την καθημερινή ζωή φαίνεται ακόμα πιο χτυπητά όταν η επίκληση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γίνεται από αυταρχικές ή δικτατορικές κυβερνήσεις. Στην Ελλάδα για παράδειγμα το δικαίωμα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας θεσπίστηκε για πρώτη φορά από τη δικτατορία των συνταγματαρχών στο άρθρο 9 των ψευτοσυνταγμάτων του 1968 και 1973! Αλλά και σε δημοκρατικές περιόδους διακυβέρνησης η ισότιμη αναγνώριση ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων σε όλους τους πολίτες έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την ζώσα οικονομική και κοινωνική ανισότητα. Παραπέμπω και πάλι στον Ιωάννη Μανωλεδάκη «Όποια εξουσία επαγγέλλεται την απόλαυση ανθρωπίνων δικαιωμάτων στους υπηκόους της χωρίς να τους εξασφαλίζει στοιχειώδη κοινωνική ισότητα, μάλλον τους εμπαίζει. Ο αγώνας για ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα δεν σταματά. Αλλά δεν έχει νόημα χωρίς παράλληλο αγώνα για κοινωνική ισότητα, που είναι ένα πραγματικό μέγεθος, σε αντίθεση με τη νομική ισότητα, που αποτελεί απλό ιδεολόγημα της εξουσίας».

 

Υπάρχει κάποια αξία στις Διακηρύξεις των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων;

Αποτελεί τελικά η διεθνής και συνταγματική αναγνώριση των θεμελιωδών δικαιωμάτων ένα ευχολόγιο ή όπως ειπώθηκε από κάποιον αμερικανό εκπρόσωπο στα Ηνωμένα Έθνη, είναι απλά ένα «γράμμα στον Άη Βασίλη»; Υπάρχει κάποια πρακτική χρησιμότητα στον μεγάλο αυτόν κατάλογο και αν ναι πως μπορεί να αξιοποιηθεί θετικά; Όπως ειπώθηκε και αρχικά η αποτύπωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε διεθνείς συμβάσεις συνιστά μία σημαντική πρόοδο. Ακόμα και ως  βούληση προθέσεων έχει ιδιαίτερη αξία. Αποτελεί αναμφισβήτητα ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο στα χέρια ιδίως των ερμηνευτών του νόμου, των δικαστικών λειτουργών. Αρχικά διότι η επιβολή των κυρώσεων που εγγυώνται την αποτελεσματική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων βρίσκεται στα χέρια της δικαστικής λειτουργίας. Κατά δεύτερο εναπόκειται στους ερμηνευτές του δικαίου μια περαιτέρω βελτίωση της νομολογίας ως ένα είδος παγκόσμιας διαδικασίας εκπολιτισμού και εξανθρωπισμού της. «Όσο υπάρχει ενεργός δικαστική εξουσία, τόσο η ιδέα της αξιοπρέπειας όσο και η προσέγγιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων γενικότερα προσλαμβάνουν ρόλο γενικών αρχών του δικαίου οι οποίες διαφέρουν από τους ενσωματωμένους στο θετικό δίκαιο κανόνες» (Βασίλειος Τσεβρένης, Ανθρώπινη αξιοπρέπεια, σελ. 251). Έχω την ελπίδα ότι οι νέες γενιές δικαστών και εισαγγελέων θα χρησιμοποιούν πιο συχνά την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ως καθοδηγητικής αρχής στις αποφάσεις τους και θα έχουν κατά νου τα λόγια του William Brennan, δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, ότι «ακόμα και ο χειρότερος εγκληματίας παραμένει άνθρωπος και διαθέτει εξίσου ανθρώπινη αξιοπρέπεια». Τέλος μένει αποκλειστικά έργο των λαών η συνεχής και αγωνιστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους απέναντι στην εξουσία. Η διαρκής επαγρύπνηση ώστε οι πολιτικοί αγώνες και οι διεκδικήσεις να μην μετατραπούν σε ανούσιες ακαδημαϊκές διαμάχες. Οι διακηρύξεις των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι ένα παγκόσμιο κεκτημένο, μια αφετηρία διεκδικήσεων και αδιάκοπων αγώνων.

Κλείνοντας θα ήθελα να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας που τίμησε με την αποψινή της παρουσία το Συνέδριό μας.

Ευχαριστούμε ιδιαίτερα τους εξαιρετικούς δικαστικούς λειτουργούς, καθηγητές πανεπιστημίου, δικηγόρους, οι οποίοι ως εισηγητές και ως πρόεδροι των θεματικών ενοτήτων λαμπρύνουν με το κύρος και την επιστημοσύνη τους την εκδήλωσή μας, η οποία καταγράφεται ως μία από τις σημαντικότερες που έχει αναλάβει μέχρι σήμερα η Ένωσή μας.

Ευχαριστούμε όλους για την παρουσία σας και εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες του Συνεδρίου.

 

Ολοκληρώθηκε με απόλυτη επιτυχία το Συνέδριο της Ένωσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

Αθήνα, 01-11-2021
Αριθμ. Πρωτ.: 389

Ολοκληρώθηκε με απόλυτη επιτυχία το Συνέδριο

της Ένωσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.

     Με απόλυτη επιτυχία ολοκληρώθηκαν χθες οι εργασίες του τριήμερου Συνεδρίου που διοργάνωσε η Ένωσή μας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα υπό την αιγίδα της Α.Ε. της Προέδρου της Δημοκρατίας, η οποία απηύθυνε χαιρετισμό.  Συμμετείχαν εξάλλου και απηύθυναν χαιρετισμό ο Υπουργός Δικαιοσύνης, εκπρόσωποι των πολιτικών κομμάτων της Χώρας, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η Πρόεδρος του ΝΣΚ, εκπρόσωποι επιστημονικών φορέων. 

    Οι εισηγήσεις διαπρεπών νομικών κάλυψαν 8 χωριστές θεματικές ενότητες ενώ έγιναν και παρεμβάσεις. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η παρουσία του Προέδρου της Διεθνούς Ένωσης Δικαστών ενώ ουσιώδης ήταν και η παρέμβαση των γυναικών Δικαστών από το Αφγανιστάν που αποτύπωσαν σε κλίμα συναισθηματικά φορτισμένο την καταπίεση που υφίστανται από το νέο καθεστώς. Τις επόμενες ημέρες θα αναρτηθεί στην ηλεκτρονική σελίδα της Ένωσης (στο κανάλι της στο youtube) το οπτικοακουστικό υλικό του Συνεδρίου και σύντομα θα είναι διαθέσιμες και οι εισηγήσεις. 

   Η Ένωσή μας αποδεικνύει άλλη μια φορά τον σημαίνοντα επιστημονικό της ρόλο και την σταθερή της προσήλωση στην προάσπιση του Συντάγματος και των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. 

4234234234

Ζωντανή μετάδοση του Συνεδρίου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα από σήμερα στις 6 μ.μ.

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

Αποθήκευση αρχείου (PDF, Unknown)

Συνάντηση του Προεδρείου της Ε.Δ.Ε. με γυναίκες Δικαστές από το Αφγανιστάν – Η επιστολή της Διεθνούς Ένωσης Δικαστών στην Ένωσή μας

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

Για τον θάνατο της Φώφης Γεννηματά

                      ΕΝΩΣΗ
ΔΙΚΑΣΤΩΝ   &   ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΚΤΙΡΙΟ 6 –ΓΡΑΦΕΙΟ 210
ΤΗΛ: 213 2156114 –  FAX 210 88 41 529
Τ.Κ. 101. 71 – e- mail: endikeis@otenet.gr

                                                                             Αθήνα,26-10-2021

                                                                                 Αρ. Πρωτ. 375

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Για τον θάνατο της Φώφης Γεννηματά

Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων εκφράζει την βαθιά θλίψη της για την πρόωρη απώλεια της Προέδρου του ΚΙΝΑΛ, Φώφης Γεννηματά, μιας σπουδαίας γυναίκας και πολιτικού που διακρίθηκε για το ήθος και την εντιμότητα της. Επέδειξε θάρρος και παραδειγματική αξιοπρέπεια στην τελευταία μάχη της ζωής της. Τα ειλικρινή συλλυπητήρια μας στην οικογένεια της.

 

ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το Συνέδριο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα με την παρουσία της Α.Ε. της Προέδρου της Δημοκρατίας. Διαδικτυακή ζωντανή μετάδοση από την ηλεκτρονική σελίδα της Ε.Δ.Ε.

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

Σκέψεις για τον Χάρτη Δεοντολογίας των δικαστικών λειτουργών,Φανής Σωτηριάδου, Πρωτοδίκη Δ.Δ.

Της Φανής Σωτηριάδου,

Πρωτοδίκη Δ.Δ.

 

Την περίοδο που διανύουμε, έχει ανοίξει η συζήτηση μέσα στο δικαστικό σώμα γύρω από το ζήτημα «τι δικαστές θέλουμε». Σκοπός είναι να τύχει αποδοχής από τους διοικητικούς δικαστές ο Χάρτης Δεοντολογίας των δικαστικών λειτουργών της διοικητικής δικαιοσύνης, ο οποίος θα διαγράφει τις «γενικές αρχές και κατευθύνσεις» που «πρέπει» να ακολουθεί ο δικαστικός λειτουργός στον δημόσιο αλλά και στον ιδιωτικό του βίο, προκειμένου να μην θέτει εν αμφιβόλω την αξιοπιστία του. Το περιεχόμενο αυτής της συζήτησης επιχειρείται να προσανατολισθεί γύρω από την άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης του δικαστή σε συνδυασμό με το δικαίωμά του περί ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Διάφορες αόριστες και εκλεπτυσμένες έννοιες διανθίζουν τη θέση όσων τάσσονται υπέρ της ισχύος ενός Χάρτη Δεοντολογίας για δικαστικούς λειτουργούς, όπως για παράδειγμα: «ο δικαστής μπορεί ελεύθερα να αναπτύσσει την προσωπικότητά του αλλά με αυτοπεριορισμούς που επιβάλλονται από τη θεσμική του αποστολή», «ο δικαστής μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα αλλά και υπεύθυνα», «η ελευθερία του δικαστή πρέπει να φιλτράρεται μέσα από τη δεοντολογία του», «ο δικαστής δεν πρέπει να ταυτίζεται με ιδεολογικές προσεγγίσεις γιατί μόνο έτσι θα παραμείνει ένας ελεύθερος άνθρωπος». Τι σημαίνουν και πώς ερμηνεύονται άραγε στην πράξη λέξεις όπως «αυτοπεριορισμοί, υπευθυνότητα, ελευθερία, φιλτράρισμα κ.α.», που θα ακούσουμε εν καιρώ;

Ένα πρώτο επιχείρημα των εισηγητών και υπέρμαχων της ισχύος ενός Χάρτη Δεοντολογίας στους δικαστικούς λειτουργούς της διοικητικής δικαιοσύνης είναι ότι ένα τέτοιο κείμενο δεν θα είναι δεσμευτικό, θα έχει χαρακτήρα ήπιου δικαίου και δεν θα αποτελέσει εργαλείο πειθαρχικών κυρώσεων σε βάρος των παραβατών του. Ότι σκοπός του είναι να ξεδιαλύνει την ασάφεια που υπάρχει (;) σε σχέση με τη συμπεριφορά του δικαστή στον ιδιωτικό και δημόσιο βίο του. Να επιλύσει ή μάλλον να κατευθύνει προς την επίλυση συγχύσεων που εμφανίζονται και αφορούν τα όρια της έκφρασης του δικαστή, τόσο στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων του όσο και της καθημερινότητάς του. Υποστηρίζεται επίσης ότι ο Χάρτης Δεοντολογίας υπάρχει σε όλα τα δικαστικά σώματα της Ευρώπης και μάλιστα από καιρό, συνεπώς θα αποτελούσε ελληνική παραφωνία και μάλιστα αναιτιολόγητη να μην υιοθετηθεί και από το ελληνικό δικαστικό σώμα.

Τα παραπάνω αποτελούν επιχειρήματα τα οποία σκοπούν στην όσο το δυνατόν «ανώδυνη», από άποψη αντιστάσεων, υιοθέτηση του χάρτη δεοντολογίας από το δικαστικό σώμα και στοχεύουν κυρίως στο να υποτιμηθεί η συζήτηση γύρω από το περιεχόμενο και την ρυθμιστική εμβέλεια του Χάρτη. Όσο, όμως κι αν επιχειρείται να απαξιωθεί, ώστε εντέλει σιωπηρά να τύχει αποδοχής, ο Χάρτης Δεοντολογίας ή καλύτερα το σχέδιο του Χάρτη που γνωστοποιήθηκε στους διοικητικούς δικαστές από το Συμβούλιο της Επικρατείας, έρχεται με πρωτόγνωρο τρόπο να επέμβει, με τον μανδύα κατευθύνσεων, στην ουσία, όμως, περιορισμών, τόσο στην ανεξαρτησία του δικαστή κατά την άσκηση των καθηκόντων του όσο και στην ελευθερία και στις επιλογές που δύναται ο κάθε δικαστής να έχει στην προσωπική του ζωή. Απόδειξη για την μείζονα, με αρνητικό πρόσημο, σημασία του Χάρτη Δεοντολογίας αποτελεί η ίδια η αποσιώπησή του, η παράλειψη από τη διαμόρφωση του κειμένου του των ίδιων των δικαστών που θα κληθούν να τον εφαρμόσουν, ενώ μόνο ύστερα από ενυπόγραφη διαμαρτυρία 100 δικαστών των διοικητικών Πρωτοδικείων και Εφετείων της χώρας το συγκεκριμένο ζήτημα θα τεθεί σε Γενική Συνέλευση της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, ώστε να γνωστοποιηθεί ευρέως. Όσον δε αφορά το επιχείρημα της εφαρμογής του Χάρτη στα ευρωπαϊκά δικαστικά δρώμενα, είναι πράγματι απορίας άξιο γιατί ποτέ ένα τέτοιο επιχείρημα δεν συνοδεύεται από μεταφορά εμπειρίας από τα δικαστικά συστήματα όπου εφαρμόζεται. Ας μας επιτραπεί, λοιπόν, ενόψει του παραπάνω ατεκμηρίωτου, να διατηρήσουμε τις επιφυλάξεις μας, ως προς το αν, έστω και μακροπρόθεσμα, ο Χάρτης θα αποτελέσει εργαλείο πειθαρχικών κυρώσεων ή απειλής επιβολής τους, και κατ’ επέκταση ενός κλίματος φόβου ή έστω ανησυχίας για το αν καλώς βαδίζουμε σύμφωνα με τις εντολές του. Άλλωστε, κάτι τέτοιο δεν είναι φύσει ασύμβατο με έναν κώδικα δεοντολογίας, δεδομένου ότι ο Κώδικας Δεοντολογίας για Ευρωπαίους Δικηγόρους που έχει εγκριθεί από το Συμβούλιο Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρώπης (CCBE), προβλέπει ρητά ότι η μη τήρηση κανόνων επαγγελματικής δεοντολογίας μπορεί να οδηγήσει σε πειθαρχικές κυρώσεις.

Ένα ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται στα πλαίσια αυτής της συζήτησης είναι ποια είναι τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βίου του δικαστή, τα οποία επιχειρείται να καθορισθούν, προκειμένου, αντίστοιχα, να οριοθετηθεί και το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης αυτού.

Είναι δυνατόν να θεωρήσουμε ως ιδιωτικό βίο μόνο τις οικογενειακές και στενές συγγενικές και φιλικές συνευρέσεις; Δηλαδή, ο δικαστής μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα, χωρίς περιορισμούς, μόνο στο πολύ στενό του περιβάλλον; Κάποιοι υποστηρίζουν πως ναι. Μα τότε τι σόι ελευθερία διαθέτει ο δικαστής αν όλη και όλη η έκφραση της γνώμης του περιορίζεται μέσα στους τοίχους του σπιτιού του ή έστω σε εξωτερικούς χώρους, αλλά πάντα χαμηλόφωνα, για να μην εκτεθεί σε τρίτους που μπορεί να τον ακούσουν; Όχι μόνο μια τέτοια αντίληψη δεν συνάδει με τη διαμόρφωση ενός δικαστή ως ελεύθερου ανθρώπου αλλά θυμίζει σκοτεινές περιόδους, όπου κανείς ήταν εξαναγκασμένος σε μία διαρκή «συνωμοτική» συμπεριφορά, προκειμένου να διαφυλάξει την ελευθερία του.

Οι κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται στο πλαίσιο λειτουργίας και ζωής της οικογένειάς του είναι άραγε ιδιωτικός ή δημόσιος βίος; Για παράδειγμα, οι σχέσεις με τους γείτονες, τους γονείς των συμμαθητών των παιδιών του και τους εκπαιδευτικούς των παιδιών του, τους μικρομαγαζάτορες της γειτονιάς του, τους οποίους καθημερινά συναναστρέφεται. Σαφώς είναι ένας κύκλος κάπως ευρύτερος, ωστόσο απολύτως καθημερινός και κατ’επέκταση και ιδιωτικός. Κι αν επομένως, ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων θελήσει να διαμαρτυρηθεί  για την έλλειψη καθηγητών, για το κόστος των αναλώσιμων στο νηπιαγωγείο, για τα kibo που στεγάζουν τα παιδιά του, για το ότι ακόμη για μια χρονιά δεν υπάρχει πετρέλαιο στις τάξεις, ο δικαστής τι θα κάνει; Τι θα πει στους γονείς των μαθητών, που από κοινού τα παιδιά τους υφίστανται τις γνωστές τοις πάσι συνέπειες της υποχρηματοδότησης της παιδείας; Και το παιδί του δικαστή τι θα κάνει; Θα απομονωθεί από τις παρέες του προκειμένου με τη στάση του να μην εκθέσει τον γονιό του; Ή μήπως ο λόγος ενός δικαστή που αρθρώνεται με λογικά επιχειρήματα ενδυναμώσει τα αιτήματα των υπολοίπων γονιών; Η μήπως ο δικαστής που δείχνει ότι είναι πάνω από όλα και γονιός και ευσυνείδητος πολίτης κερδίζει περισσότερη αξιοπιστία στο πρόσωπο του αλλά και στην θεσμική του θέση;

Τα όρια επομένως μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βίου είναι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ρευστά και το εγχείρημα μιας τέτοιας διάκρισης όχι μόνο τείνει να προκαλέσει περισσότερες συγχύσεις αλλά και να επιβάλει περισσότερους περιορισμούς. Εκτός, αν ως δημόσιο βίο εννοούμε τις κοσμικές εμφανίσεις. Μα πόσοι, άραγε, είναι οι δικαστές που παρευρίσκονται σε μεγάλες κοινωνικές εκδηλώσεις; Αν δεν κάνω λάθος οι περισσότεροι τείνουν να απομονωθούν εντελώς από τον υπέρογκο φόρτο εργασίας. Ή μήπως εννοούμε τον λόγο που αρθρώνουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Εν προκειμένω, όμως, η σκοπιμότητα μιας τέτοιας συζήτησης περί της έκθεσης του δικαστή μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι πρωτίστως να αποπροσανατολίσει, ώστε η συζήτηση περί χάρτη δεοντολογίας να επικεντρωθεί σε ζητήματα «ήθους» και «ευπρέπειας» των δικαστικών λειτουργών και όχι στο κατά πόσο ο δικαστής δύναται να εκφέρει άποψη για μείζονος σημασίας κοινωνικά ζητήματα, συζήτηση, η οποία επιδιώκεται να αποσιωπηθεί.

Επί αυτού λοιπόν, αν θεωρήσουμε ορθή την άποψη του αυτοπεριορισμού της έκφρασης του δικαστή και ο δικαστής εκφράζει την φανερή του αντίθεση με μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή μόνο στον στενό του κύκλο, τότε με τη σιωπή του, όπως ισχύει και για όλους τους πολίτες, δεν σημαίνει ότι συναινεί; Δεν σημαίνει ότι μπροστά σε σημαντικά κοινωνικοπολιτικά γεγονότα ο δικαστής, ο άνθρωπος, ο θεσμός από τον οποίο οι πολίτες προσμένουν αξιοκρατία και δικαιοσύνη, είναι αδιάφορος; Η σιωπή του δεν δείχνει, ομοίως, ειλημμένη απόφαση;

Σχετικά με τα παραπάνω, λένε ότι το να πάρει δημόσια θέση ο δικαστής για θέματα που μπορεί να δικάσει (που κανείς δικαστής δεν ξέρει εκ των προτέρων ακριβώς ποια μπορεί να είναι αυτά και επομένως αποκλείεται μια ευρεία γκάμα υποθέσεων, εκτός από τις πολύ ήσσονος σημασίας) δείχνει την προκατάληψή του. Μα αυτό είναι αυτονόητο ή αλλιώς εκ των ουκ άνευ. Ποιος δικαστής θα πάρει δημόσια ή ακόμη και ιδιωτικά θέση για μια υπόθεση που γνωρίζει τους διαδίκους ή σε κάθε περίπτωση ξέρει ότι θα αχθεί ενώπιον του; Είναι όμως εξίσου προκατάληψη και έλλειψη αμεροληψίας ο δικαστής, που υπηρετεί για παράδειγμα στις επιτροπές προσφυγών, να συμμετέχει σε συζητήσεις, μικρές ή μεγάλες, για την μεταναστευτική πολιτική και να εκφράζει τη διαφωνία του σε επιμέρους σημεία της ή εν τω συνόλω; Σαφώς και όχι. Διότι ο δικαστής που διαφωνεί πάλι τον νόμο θα εφαρμόσει και αν ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτούντος άσυλο, πάλι στα πλαίσια που ο νόμος του επιτρέπει θα την έχει ασκήσει. Αντιθέτως, η «αυτοσυγκράτηση» ενός τέτοιου δικαστή σε θέματα μεταναστευτικής πολιτικής, δηλαδή επί της ουσίας η απαγόρευση σε αυτόν τον δικαστή να συζητά ένα θέμα τόσο βαρύνουσας σημασίας, στο οποίο λόγω θέσης αποδεικνύεται και πιο αρμόδιος από άλλους, με πιο πλούσια εμπειρία, καταλήγει υπέρμετρος περιορισμός της ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Άλλωστε, η ίδια η Βουλή είναι αυτή που καλεί την Ένωση Διοικητικών Δικαστών, ανάμεσα σε άλλους φορείς, να εκθέσει τις θέσεις των διοικητικών δικαστών στην αρμόδια Επιτροπή της, κατά τη συζήτηση των νομοσχεδίων που φέρνουν αλλαγές στον εκάστοτε ισχύοντα μεταναστευτικό νόμο, ενώ πολλές φορές δικαστές είναι μέλη νομοπαρασκευαστικών επιτροπών. Ποτέ, όμως, μέχρι σήμερα δεν αμφισβητήθηκαν εκ του λόγου τούτου τα εχέγγυα αμεροληψίας του δικαστή που εκφράζει μία θέση στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής ή σε μία νομοπαρασκευαστική επιτροπή, ακόμη και αν τελικά (όπως συμβαίνει συχνά) η Βουλή υιοθετήσει διαφορετική άποψη για το συγκεκριμένο θέμα.

Στην πραγματικότητα, επομένως, η συζήτηση περί ελευθερίας έκφρασης του δικαστή είναι μια συζήτηση περί του δικαιώματος αμφισβήτησης από τον δικαστή της εκάστοτε κρατούσας αντίληψης. Έτσι, για παράδειγμα, έχει το δικαίωμα σήμερα ο δικαστής, μέσα στο δεδομένο πλαίσιο των κοινωνικών σχέσεων που αναπτύσσει, να εκφράζει την επιστημονική του άποψη, ακόμη κι αν είναι αντίθετη με την κρατούσα, σχετικά με την διαχείριση της πανδημίας, τις αυξήσεις στα είδη λαϊκής κατανάλωσης και την ενέργεια, τις αναδιαρθρώσεις στις εργασιακές σχέσεις και το ασφαλιστικό, την συστηματική έλλειψη μέτρων αντιπυρικής και  αντιπλημμυρικής προστασίας; Κλονίζεται, όντως, η αξιοπιστία του προς την κοινωνία όταν αμφισβητεί ή ακόμη και διαφωνεί με τα κακώς κείμενα ή με επίσημες προσεγγίσεις και πρακτικές;

Ο συντακτικός νομοθέτης έθεσε πολύ συγκεκριμένους περιορισμούς στο δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης του δικαστή, έχοντας, σαφώς, κατά νου τον θεσμικό του ρόλο. Μας επιτρέπεται να θέσουμε περισσότερους; Ή μήπως έτσι, στην πραγματικότητα, υπονομεύουμε την ανεξαρτησία, την αμεροληψία και την ελευθερία του δικαστή; Μια ελευθερία που όσο την κόβουμε και τη ράβουμε στα μέτρα της ουδετερότητας τόσο τελικά την δεσμεύουμε και την εγκλωβίζουμε προς αντίθετες κατευθύνσεις.

 

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ – Ακριβής Ερμίδου Ειρηνοδίκη

ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ

               Ακριβής Ερμίδου Ειρηνοδίκη  Αθηνών

——————————  

Με το άρθρο 21 του νόμου 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190)   «Ταχεία πολιτική δίκη, προσαρμογή των διατάξεων της πολιτικής δικονομίας για την ψηφιοποίηση της πολιτικής δικαιοσύνης, άλλες τροποποιήσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης» επήλθαν   σημαντικές  ρυθμίσεις αναφορικά με τις ένορκες βεβαιώσεις . Ειδικότερα: Με το άρθρο  21 αυτού  γίνεται αντικατάσταση του άρθρου 421 ΚΠολΔ  που προβλέπει τα όργανα λήψης  των ενόρκων βεβαιώσεων  που προορίζονται για δικαστική χρήση και για πρώτη φορά καθιερώνεται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας η δυνατότητα λήψης τους  ενώπιον δικηγόρου, παράλληλα με την δυνατότητα που υπάρχει μέχρι τώρα να δίνεται ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου.  Η ρύθμιση αυτή με την οποία γίνεται διεύρυνση  των οργάνων λήψης  των ενόρκων βεβαιώσεων είναι  θετική καθόσον στηρίχθηκε στο αίτημα   της ΕνΔΕ  που , υποβλήθηκε στον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης  ( με  αριθμ. πρωτοκ. 42/9.2.2021)  κατόπιν λήψης σχετικής απόφασης του Δ.Σ .Σημειωτέον  ότι το πλήρες αίτημα της  Ενωσης  ήταν : « α)  Να καθιερωθεί η δυνατότητα λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον δικηγόρου και παράλληλα να καταργηθεί η σχετική αρμοδιότητα των Ειρηνοδικών με ανάλογη τροποποίηση του άρθρου 421 ΚΠολΔ),β) να διερευνηθεί η δυνατότητα λήψης ενόρκων βεβαιώσεων από τους Δικηγορικούς Συλλόγους της Χώρας, ως ΝΠΔΔ» , σύμφωνα με την από 12.1.2021 μελέτη της Επιτροπής Ειρηνοδικών η οποία επισυνάφθηκε στην αίτηση της Ενωσης.

Το εν λόγω ζήτημα των ενόρκων βεβαιώσεων τέθηκε από την υπογράφουσα το παρόν, ως εκπρόσωπο τότε της  Ενωσης  και τον συνάδελφο Γεώργιο Δελή που είχε ορισθεί από την Διοίκηση του Ειρηνοδικείου Αθηνών , για πρώτη φορά στην  Ομάδα Εργασίας για την αξιολόγηση  του ν. 4335/2015 .Ειδικότερα στο πόρισμα της Ομάδας  που κατατέθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης τον Ιανουάριο  2020    αναφέρονται τα εξής:  «  Αναφορικά με τις ένορκες βεβαιώσεις.      Με βάση τις απαντήσεις από τα Ειρηνοδικεία στο ως άνω συμπληρωματικό ερωτηματολόγιο συλλογής στατιστικών δεδομένων προέκυψε ότι έχει επέλθει  ιδιαίτερα μεγάλη αύξηση  των ενόρκων βεβαιώσεων που δίνονται ενώπιον  Ειρηνοδίκη   με σκοπό να χρησιμοποιηθούν σε δίκη,  ως επώνυμο  αποδεικτικό μέσο. Ενδεικτικά καταγράφεται η περίπτωση  του Ειρηνοδικείου Πατρών όπου κατά τα έτη 2013-2015  λήφθηκαν συνολικά 15 ένορκες βεβαιώσεις και κατά τα έτη  2016-2018  λήφθηκαν 1.356, ενώ στο  Ειρηνοδικείο Αθηνών κατά τα έτη  2016-2018 λήφθηκαν συνολικά 18.520  ένορκες βεβαιώσεις. Πρέπει να επισημανθεί ότι στο εν λόγω Ειρηνοδικείο για τη λήψη των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων απασχολούνται καθημερινά  3 Ειρηνοδίκες   ( ήτοι   60 τουλάχιστον κάθε μήνα) , οι οποίοι  λαμβάνουν απλώς τις ένορκες βεβαιώσεις χωρίς καμμιά άλλη  αρμοδιότητα επ’ αυτών, ενώ επί πλέον πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός της δυσλειτουργίας  που προκαλείται στα μονοεδρικά (κυρίως επαρχιακά) Ειρηνοδικεία. Ωστόσο, η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων δεν συνιστά δικαιοδοτικό έργο, καθόσον σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 423παρ 2. ΚΠολΔ « Ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης κρίνονται όμως από το Δικαστήριο»   . Ετσι λοιπόν   υποβλήθηκε η πρόταση   η  λήψη των ενόρκων βεβαιώσεων  « να γίνεται ενώπιον του δικαστικού γραμματέα είτε αποκλειστικά του Ειρηνοδικείου είτε του γραμματέα του Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου  εκκρεμεί ή πρόκειται να εγερθεί η αγωγή». Ωστόσο τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας εργασίας πρότειναν τη διατήρηση της ισχύουσας νομοθετικής ρύθμισης, κρίνοντας ότι η ανάθεση της πιο πάνω αρμοδιότητας  στο δικαστικό γραμματέα ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα, ως προς την εγκυρότητα του εν λόγω αποδεικτικού μέσου».

Εν συνεχεία και εν όψει της πανδημίας που  ξεκίνησε στην χώρα μας τον Μάρτιο 2020 , η Ενωση   με το απο 30.4.2020 και αριθμό πρωτ. 200 έγγραφό της ΄ προς τον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης,  -με θέμα την ανάγκη τήρησης  αναγκαίων μέτρων προστασίας μεταξύ άλλων και στην διαδικασία της λήψης των ενόρκων βεβαιώσεων στα Ειρηνοδικεία προς αποφυγή του συνωστισμού λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού-  ζήτησε  το πρώτον να εξετασθεί το ζήτημα και να ληφθεί έγκαιρα κάθε αναγκαίο μέτρο. Είχε προηγηθεί  το  απο 5.5.2020  έγγραφο  εμού   και του συναδέλφου   Γεωργίου Δελή   που αναρτήθηκε  αυθημερόν στην επίσημη ιστοσελίδα της ΕνΔΕ, με το οποίο προτεινόταν   η   προσαρμογή των διατάξεων του ΚΠολΔ στις νέες συνθήκες με σκοπό την αποφυγή  του συνωστισμού στους χώρους των Ειρηνοδικειακών καταστημάτων με την υιοθέτηση, επιπλέον των προβλεπόμενων στην διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, τρόπων, και της δυνατότητας λήψης  των ενόρκων βεβαιώσεων   παρουσία των πληρεξουσίων δικηγόρων  των διαδίκων, στο Δικηγορικό γραφείο του υπερ ου εντολοδόχου, και, μετέπειτα, η κατάθεσή τους στο Δικαστικό Γραμματέα, ο οποίος θα την καταχωρεί στα οικεία βιβλία και θα της δίνει μοναδικό αριθμό, προκειμένου εν συνεχεία να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια Δίκης ,κατά τα πρότυπα συγγενών δικονομικών τάξεων. Η πρόταση αυτή  παρουσιάσθηκε   απο την Ενδε, μεταξύ άλλων εναλλακτικών προτάσεων,  στην σύσκεψη των θεσμικών φορέων υπό την προεδρία του Υφυπουργού Δικαιοσύνης κ. Κράνη, που έλαβε χώρα την 6.5.2020 στα γραφεία του ΔΣΑ  , εν συνεχεία ως λύση  εφικτή,  υιοθετήθηκε απο τη Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας και τελικά  νομοθετήθηκε  με το αρ. 74 παρ. 6 ν. 4690/2020 και   τις διαδοχικές ΚΥΑ που  εκδόθηκαν σχετικά με την λειτουργία των Δικαστηρίων.

Εξάλλου όπως αναφέρεται  στην   από  12.1.2021  μελέτη της Επιτροπής Ειρηνοδικών  (η   οποία αποτέλεσε την βάση συζήτησης και λήψης απόφασης   του  Δ.Σ της Ενδε) , με βάση τα επίσημα στατιστικά στοιχεία του ΔΣΑ, το διάστημα από 1.7.2020 έως 31.12.2020 είχαν ληφθεί 3.803 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Δικηγόρου. Το ίδιο διάστημα στο Ειρηνοδικείου Αθηνών ελήφθησαν 3.468 ένορκες βεβαιώσεις για δικαστική χρήση. Ο νομικός κόσμος, δηλαδή, έχει, ήδη, αποδεχτεί τη δυνατότητα λήψης ένορκης βεβαίωσης από Δικηγόρο, η οποία χρειάζεται ακόμα χρόνο να εμπεδωθεί, ιδίως, στην επαρχία, ενώ, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το διάστημα του lockdown η λήψη της ένορκης βεβαίωσης ενώπιον Ειρηνοδίκη ελάμβανε χώρα ατελώς, κατά την ΚΥΑ 44564/28.9.2020.

Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, η  νέα διάταξη σίγουρα  κινείται προς την θετική κατεύθυνση και αποτελεί μια πολύ σημαντική και ρηξικέλευθη ρύθμιση  στο θεσμό των ενόρκων βεβαιώσεων . Ωστόσο   ευελπιστούμε  σύντομα  να γίνει συνείδηση   ότι  το έργο αυτό της λήψης ενόρκων βεβαιώσεων  δεν είναι δικαιοδοτικό ,ώστε να υπάρχει λόγος να παραμένει η παράλληλη αρμοδιότητα  ενός δικαστικού οργάνου    ως οργάνου λήψης τους  και να απασχολείται ένας τόσο μεγάλος αριθμός Ειρηνοδικών  με καθήκον που όχι μόνο δεν του ανήκει αλλά επί πλέον του στερεί πολύτιμες ώρες από τα πραγματικά δικαιοδοτικά του καθήκοντα με κυρίαρχο εκείνο την  έκδοση δικαστικών αποφάσεων.  Η αρμοδιότητα αυτή  που   ανάγεται στο απώτερο παρελθόν και που θεμελιώθηκε στην αρχή εθιμικά και εκτός δικονομικού πλαισίου [1]   ,συνδέθηκε όλως εσφαλμένα με το θεσμό των Ειρηνοδικείων και τα καθήκοντα του Ειρηνοδίκη και αποκρυσταλλώθηκε με το τρόπο αυτό στην συνείδηση των πολιτών  με την πάροδο των ετών . Είναι αξιοσημείωτο ότι  στην Ομάδα Εργασίας  για την αξιολόγηση του νόμου 4335/2015  όπου ,όπως προανέφερα ,τέθηκε για πρώτη φορά το ζήτημα  ,  η πρώτη αντίδραση  θα μπορούσε  να χαρακτηρισθεί ως «ξάφνιασμα»  και η αιτιολογία για την μη προώθηση οποιασδήποτε αλλαγής ήταν ακριβώς  ο δισταγμός των μελών της Ομάδας μήπως τυχόν  δημιουργηθεί ζήτημα έλλειψης κύρους, χωρίς την παρουσία του Δικαστή.   Θα πρέπει όμως  να γίνει πλήρως κατανοητό   ότι ούτε  δικαιοδοτικό έργο  αποτελεί  ,ούτε το επιχείρημα  του κόστους   για την λήψη της  είναι ο λόγος για να παραμένει αυτή ακόμη ως  αρμοδιότητα των Ειρηνοδικών  , έτσι ώστε  σε δεύτερο πλην άμεσο χρόνο να  ληφθεί νομοθετική πρωτοβουλία για την πλήρη κατάργησή της .Σε κάθε περίπτωση  ωστόσο αξίζει  να  τονισθεί ότι με την συγκεκριμένη πρωτοποριακή ρύθμιση  για τις ένορκες βεβαιώσεις, που αποτελεί ένα θετικό βήμα για  την απαγκίστρωση από   ζητήματα που  πλέον δεν θεωρούνται αυτονόητα και δεδομένα,   αποδεικνύεται ότι  κάθε  σοβαρή  και τεκμηριωμένη προσπάθεια των εκπροσώπων μας στην Ενδε που  καταλήγει σε επίσης σοβαρές και υλοποιήσιμες προτάσεις  προς το αρμόδιο Υπουργείο Δικαιοσύνης μπορούν να μας καταστήσουν αξιόπιστους συνομιλητές και να επιφέρουν  την  επίλυση χρονίων παθογενειών στο χώρο της Δικαιοσύνης .

 

[1]  Βλ. αναλυτικά  την ιστορική τους πορεία : Επιτροπή Ειρηνοδικών της ΕΔΕ  «Ένορκες

Βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη»  δημοσ. στην ιστοσελίδα της Ενδε: https://ende.gr/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%84%ce%ac%cf%83%ce%b5%ce%b9%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%ae%cf%82-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%b8%ce%ad%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%b5%ce%b9/