ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ – Άμεση ανάγκη η κάλυψη των κενών θέσεων των Δικαστικών Υπαλλήλων

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

Συνάντηση με τον Υφυπουργό Κοινωνικής Ασφάλισης κ.Τσακλόγλου για το συνταξιοδοτικό

Αποθήκευση αρχείου (DOC, Unknown)

Χαιρετισμός στην πολιτιστική εκδήλωση για το Πολυτεχνείο, του Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων κ. Χριστόφορου Σεβαστίδη

Χαιρετισμός του Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

κ. Χριστόφορου Σεβαστίδη,

στην πολιτιστική εκδήλωση που διοργανώθηκε προχθές (15-11-2021)

για την επέτειο του Πολυτεχνείου

 

Συνάδελφοι δικαστές και εισαγγελείς, αγαπητοί συλλειτουργοί δικηγόροι και δικαστικοί υπάλληλοι, συμβολαιογράφοι, φίλες και φίλοι,

Τιμούμε σήμερα τη συμπλήρωση 48 χρόνων από το Πολυτεχνείο, μια μεγάλη γιορτή για τη Δημοκρατία στον τόπο μας. Είμαστε ιδιαίτερα ευτυχείς για την θετική ανταπόκριση στο κάλεσμά μας. Ένα κάλεσμα γιορτής και μνήμης, που μας ενώνει στις δύσκολες εποχές της πανδημίας, της υποχώρησης κοινωνικών δικαιωμάτων, της ανόδου του φασισμού και των μισαλλόδοξων αντιλήψεων που εκφράζει.

Τα μηνύματά του Πολυτεχνείου παραμένουν πάντα επίκαιρα και οι αγώνες των φοιτητών και του λαού για τη Δημοκρατία συνεχίζουν να μας εμπνέουν. Οι εκδηλώσεις αυτές δεν έχουν μουσειακό χαρακτήρα όσο κι’ αν προσπαθούν πολλοί να αλλοιώσουν το πραγματικό νόημά τους και ακόμα χειρότερα να τις αμαυρώσουν και να τις συνδέσουν με βανδαλισμούς και καταστροφές περιουσιών.

Το Πολυτεχνείο σημαίνει αντίσταση: απέναντι στην τρομοκρατία, στην προπαγάνδα, στη βία, στην κατάλυση του Συντάγματος. Σημαίνει τόλμη και θάρρος απέναντι στις φυλακίσεις, στις εξορίες, στους βασανισμούς. Σημαίνει σύγκλιση και ενότητα της νεολαίας και του λαού. Σημαίνει αλληλεγγύη και συμπαράσταση. Μας δίνει το μοναδικό μάθημα πως ένας καταπιεστικός μηχανισμός όσο παντοδύναμος κι’ αν μοιάζει δεν μπορεί να υπερνικήσει τη λαϊκή βούληση. Το Πολυτεχνείο αποτυπώθηκε στη συνείδηση του λαού ως ένας μεγαλειώδης και νικηφόρος αγώνας. Η συνειδητοποιημένη νεολαία διατηρεί άσβεστες αυτές τις μνήμες, είναι παρούσα  παρά τη συστηματική προσπάθεια αποδόμησης της κριτικής σκέψης, κόντρα στις διαφημιστικές τεχνικές, στον εξωραϊσμό της κατάστασης, στην υποκουλτούρα με τα πρότυπα ζωής που προβάλει το μιντιακό σύστημα. Μεταξύ μας βρίσκονται απόψε και μέλη αντιστασιακών οργανώσεων, νέοι εκείνης της εποχής που πάλεψαν, εκτοπίστηκαν, βασανίστηκαν σε όλη τη διάρκεια της επτάχρονης χούντας. Άνθρωποι που τους οφείλουμε τιμή και σεβασμό για την παραδειγματική στάση τους.

Από τις πρώτες ημέρες του πραξικοπήματος το 1967 συνελήφθησαν πάνω από 6.500 άνθρωποι. Οι περισσότεροι μετήχθησαν μαζικά στη Γυάρο με αρματαγωγά πλοία. Ο αριθμός των εξορισθέντων στη Γυάρο υπολογίζεται σε 6.000. Τόποι εξορίας ήταν και η Λέρος, τα Κύθηρα, η Ζάτουνα Αρκαδίας. Άλλοι αγωνιστές βασανίζονταν φρικτά σε ανακριτικά κέντρα όπως στο στρατόπεδο ΕΑΤ- ΕΣΑ στην οδό Μεσογείων και στη Γενική Ασφάλεια στην οδό Μπουμπουλίνας από τον Μάλλιο, τον Θεοφιλογιαννάκο, τον Μπάμπαλη, τον Λάμπρου και άλλους. Οι φυλακές Αβέρωφ, Κορυδαλλού, Ωρωπού, Αλικαρνασσού είχαν γεμίσει ασφυκτικά από πολιτικούς κρατούμενους.

Στη διάρκεια της χούντας ο Λαός έδειξε άμεσα τα αντανακλαστικά του. Δημιουργήθηκαν και έδρασαν πολλές αντιδικτατορικές οργανώσεις διαφορετικών ιδεολογικοπολιτικών προσανατολισμών. Η Κ.Ν.Ε., η οργάνωση σπουδαστών «Ρήγας Φεραίος», η Αντι-ΕΦΕΕ, το Πατριωτικό Μέτωπο, που ιδρύθηκε με πρόταση του Μίκη Θεοδωράκη, η Δημοκρατική Άμυνα προκηρύξεις της οποίας τυπώνονταν τις βραδινές ώρες από τον μοναδικό πολύγραφο του Συμβουλίου της Επικρατείας, το ΠΑΚ με επικεφαλής τον Ανδρέα Παπανδρέου που ανακοινώθηκε στη Στοκχόλμη. Και στον χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων υπήρξαν από την αρχή της δικτατορίας κινήσεις αντίστασης. Η Ένωση Εθνικής Σωτηρίας, οι Υπερασπιστές της Ελευθερίας, ο Αντιδικτατορικός Σύνδεσμος Ελλήνων Αξιωματικών, με αποκορύφωμα την ηρωική στάση του αντιτορπιλικού «Βέλος». Στα μέσα του 1969 είχαν πλέον δημιουργηθεί και δρούσαν στο εξωτερικό 80 περίπου αντιστασιακές επιτροπές.

Η εξέγερση στο Πολυτεχνείο παρά τα στοιχεία του αυθόρμητου που περιείχε, ήταν αποτέλεσμα ωρίμανσης της αντιδικτατορικής πάλης. Η λαϊκή δυσαρέσκεια φούντωνε από τον αυταρχισμό και την βία της εξουσίας. Η οικονομική κρίση του 1973 επιδείνωσε την κατάσταση των νοικοκυριών τη στιγμή που τα κέρδη των βιομηχανιών και του εφοπλιστικού κεφαλαίου εκτοξεύονταν στα ύψη. Είναι γνωστή άλλωστε η συμπάθεια της Χούντας και η στήριξή της από σημαντική μερίδα του μεγάλου κεφαλαίου. Ξεκίνησαν στάσεις εργασίας, απεργίες σε αρκετούς κλάδους εργαζομένων, στους δικηγορικούς και ιατρικούς συλλόγους, σε επαγγελματίες και βιοτέχνες. Η διεθνής συγκυρία ήταν ευνοϊκή για την άνοδο των λαϊκών κινημάτων μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ στη Χιλή, τον γαλλικό Μάη του 1968 και το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ με την ήττα της μεγαλύτερης στρατιωτικής δύναμης στο κόσμο. Προηγήθηκε η μεγάλη παλλαϊκή συγκέντρωση στην κηδεία του Γεώργιου Παπανδρέου στις 4 Νοεμβρίου 1973 που κατέληξε σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Όλα αυτά τα γεγονότα ανάγκασαν την Χούντα σε προσωρινή αναδίπλωση, στην «φιλελευθεροποίησή» της με την συγκρότηση της κυβέρνησης Μαρκεζίνη στις 1 Οκτώβρη του 1973, ώστε να μπορέσει να διατηρηθεί για λίγο ακόμα στην εξουσία. Η διαπάλη που υπέβοσκε στο εσωτερικό της και η σύγκρουση των δύο γραμμών οδήγησαν σε ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη, στο πραξικόπημα στην Κύπρο και στην εισβολή των Τούρκων στο νησί.

Το φοιτητικό κίνημα εκείνη την εποχή έχοντας αναπτύξει δυναμική δράση και συγκεντρώνοντας τεράστια πείρα από την δεκαετία του 1960, από τη Νεολαία των Λαμπράκηδων, έπαιξε καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις. Τα πανεπιστήμια ήταν χώροι ιδεολογικοπολιτικών ζυμώσεων και τροφοδότες της αντίστασης στην αστυνομική βία και την καταστολή. Σταθμός υπήρξε η ίδρυση της ΑντιΕΦΕΕ τον Ιούλιο του 1972 που επέδρασε στην μαζικοποίηση του νεολαιϊστικου κινήματος. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς το αίτημα για ελεύθερες φοιτητικές εκλογές κλιμακώνει τις μορφές πάλης. Τον Φεβρουάριο του 1973 η χούντα επιβάλει την διακοπή στράτευσης και την βίαιη επιστράτευση των φοιτητών. Στις 14 Φεβρουαρίου η αστυνομία μπαίνει στο Πολυτεχνείο. Προκαλούνται μαζικές αντιδράσεις, παραιτείται η Σύγκλητος. Οι αγωνιστικές κινητοποιήσεις πυκνώνουν. Στις 21 Φεβρουαρίου ξεκινάει η κατάληψη της Νομικής. Την Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 1973 αποφασίζεται η συγκέντρωση στο Πολυτεχνείο με σκοπό την πραγματοποίηση γενικών συνελεύσεων και τις ελεύθερες εκλογές. Την Παρασκευή 16 Νοεμβρίου πάνω από 100.000 λαού συγκεντρώνεται στο κέντρο της Αθήνας. Ο θλιβερός απολογισμός της 17ης Νοέμβρη σύμφωνα με το επίσημο πόρισμα του εισαγγελέα Τσεβά ήταν 18 πλήρως βεβαιωθέντες νεκροί, τουλάχιστον 16 βασίμως προκύπτοντες, 1.103 τραυματίες πολίτες και 61 τραυματίες αστυνομικοί.

Δεν θα μπορούσαμε μια μέρα σαν κι’ αυτή να παραλείψουμε να κάνουμε την αυτοκριτική μας ως Δικαστικό Σώμα για την στάση που κρατήσαμε την περίοδο της δικτατορίας. Την οφείλουμε νομίζω στους έλληνες πολίτες, στον ελληνικό Λαό, στο όνομα του οποίου ασκούμε την εξουσία μας. Μελανή σελίδα δεν ήταν μόνο τα έργα και οι ημέρες του Κωνσταντίνου Κόλλια, του τότε εισαγγελέα του ΑΠ, που ανέλαβε πρωθυπουργός της πρώτης χουντικής κυβέρνησης. Υπουργοί της κυβέρνησης των πραξικοπηματιών ανέλαβαν τρεις αρεοπαγίτες και ένας αντεισαγγελέας του ΑΠ, γεγονός που οδήγησε ορισμένους να χαρακτηρίσουν περιπαικτικά την δικτατορία ως «δικτατορία του ΑΠ».  Όπως γράφει και ο Γιώργος Σταυρόπουλος, επίτιμος αντιπρόεδρος του ΣτΕ, «πρόθυμα συνεργάστηκαν με την δικτατορία και άλλοι δικαστές, εν ενεργεία και συνταξιούχοι. Στην εικοσαμελή επιτροπή σύνταξης του νέου «Συντάγματος» μετείχαν μεταξύ άλλων επίτιμοι πρόεδροι ΑΠ και ΣτΕ καθώς και επίτιμος Εισαγγελέας ΑΠ ενώ σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές μετείχαν και άλλοι δικαστές». Οφείλουμε από την άλλη μεριά να θυμηθούμε τους άξιους και έντιμους δημοκράτες Δικαστές που τίμησαν τον όρκο τους στο Σύνταγμα, δεν λύγισαν από τις πιέσεις που δέχτηκαν και έγιναν φωτεινά παραδείγματα για εμάς τους νεότερους. Η χούντα με την ΚΔ Συντακτική Πράξη του 1968 «περί εξυγιάνσεως της τακτικής δικαιοσύνης» ανέστειλε για τρεις ημέρες την ισοβιότητα των δικαστικών λειτουργών ώστε στη συνέχεια να μπορέσει να απολύσει τους ανεπιθύμητους. Ο λόγος της απόλυσης 30 δικαστών και εισαγγελέων ήταν διότι «δεν εμφορούνταν από υγιείς κοινωνικές αρχές». Μέσα σ’ αυτούς ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Στ. Μαυρομιχάλης, που ως πρόεδρος της υπηρεσιακής κυβέρνησης το έτος 1963 εξασφάλισε την διενέργεια άψογων εκλογών που οδήγησαν σε κυβερνητική αλλαγή καθώς και ο τότε πρωτοδίκης Χρήστος Σαρτζετάκης που ενόχλησε το παρακράτος η στάση του στην υπόθεση της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη. Πέντε δικαστικοί λειτουργοί απολύονται και για την συνδικαλιστική τους δράση στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων: Ο Αρεοπαγίτης Αντώνιος Φλώρος, πρόεδρος της Ένωσης, ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαργέλλος, ο πρόεδρος Πρωτοδικών Γεώργιος Κώνστας, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Γεώργιος Ξενάκης και ο επίσης εισαγγελέας Πρωτοδικών Αλέξανδρος Φλώρος, αδελφός του προέδρου της Ένωσης.

Στην εποχή που διανύουμε η στάση του Δικαστικού Σώματος, των Δικαστικών Ενώσεων επηρεάζει και στέλνει μηνύματα στην κοινωνία. Για τον λόγο αυτό και έχοντας συναίσθηση της βαρύτητας των λόγων και των πράξεών μας πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Ο φασισμός, οι υμνητές της Χούντας, οι αρνητές του Πολυτεχνείου θα αισθάνονται πραγματικά ενθουσιασμένοι, όταν μαθαίνουν πως υπάρχουν κρατικοί λειτουργοί οι οποίοι αρνούνται και προβάλουν εμπόδια σε μια εκδήλωση σαν την σημερινή. Η άρνηση της επετείου ισοδυναμεί με άρνηση στη Δημοκρατία. Πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι και απόλυτοι σ’ αυτό το ζήτημα χωρίς στρογγυλέματα και δικαιολογίες. Η καταδίκη τέτοιων συμπεριφορών να είναι απόλυτη και καθολική. Η χούντα δεν έφυγε από τον τόπο με ευχολόγια, συμβιβασμούς και προσωπικό αναχωρητισμό. Μισό αιώνα σχεδόν από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας και κοντά στα ογδόντα χρόνια από τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την συντριβή του ναζισμού, το αβγό του φιδιού επωάζεται εκεί που η μνήμη των ανθρώπων αδυνατίζει και ξεθωριάζει.

Πρωταγωνιστές της αποψινής εκδήλωσης είναι η Μαρία Φαραντούρη και ο Βασίλης Λέκκας, δύο από τους εμβληματικότερους καλλιτέχνες της Ελλάδας, με τη φωνή των οποίων συγκινηθήκαμε και ενθουσιαστήκαμε. Τιμή στους νεκρούς του Πολυτεχνείου και στους αγωνιστές της δημοκρατίας στον τόπο μας. Καλωσορίζουμε την Μαρία Φαραντούρη και τον Βασίλη Λέκκα με ένα θερμό και παρατεταμένο χειροκρότημα.

Χρόνος απονομής της Δικαιοσύνης: Βολικά σφάλματα – Ωφέλιμες υπερβάσεις, Παντελής Μποροδήμος, Γεν.Γραμματέας Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Παντελής Μποροδήμος, Γεν.Γραμματέας Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Όσοι κατά καιρούς ασχολούνται με το ζήτημα του χρόνου απονομής της Δικαιοσύνης, είτε από θέσεις υπευθύνων, είτε ως παρατηρητές ενός κοινωνικού φαινομένου, είτε εσχάτως και ως αυτόκλητοι «σωτήρες», παρουσιάζουν συνήθως την εικόνα ενός προβλήματος, με προφανείς και εύκολες λύσεις, για οποίες αρκεί το προσωπικό τους «μαγικό ραβδί». Η ίδια όμως η εμπειρία δεκάδων νόμων τα τελευταία 20 χρόνια σχετικών με την «επιτάχυνση» της απονομής της Δικαιοσύνης, από διαφορετικές κυβερνήσεις και νομοθετικά σώματα, μας δίνει σοβαρά επιχειρήματα για να αποφανθούμε ότι ένα πολυπαραγοντικό και αληθινό πρόβλημα, δεν μπορεί να έχει λύσεις μεταφυσικές. Πολύ δε περισσότερο, όταν «μαθητευόμενοι μάγοι» της επιτάχυνσης, έχουν επανειλημμένα προκαλέσει με νομοθετικές τους επιλογές εμφράγματα στο δικαιοδοτικό μας σύστημα.

Βολικό, αλλά ανώφελο, υπήρξε στο παρελθόν το «blame game» των αιτιών της καθυστέρησης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η ελληνική κοινωνία έχει γίνει πολλές φορές παρατηρητής βελούδινων ή και σκληρών αντιπαραθέσεων μεταξύ κυβερνήσεων, δικαστικών ενώσεων, δικηγορικών συλλόγων και δικαστικών υπαλλήλων για το χρόνο απονομής της Δικαιοσύνης. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η εκτελεστική εξουσία επέλεξε να κατασκευάσει ένα τεχνητό εχθρό, έναν επικοινωνιακά διαχειρίσιμο «αποδιοπομπαίο τράγο» κατά του οποίου έπρεπε να στραφεί η νομοθετική πρωτοβουλία, προκειμένου να υπάρξει η αναγκαία κοινωνική συναίνεση πριν από κάθε αλλαγή, αλλά και η κοινωνική ανοχή πριν την προδιαγεγραμμένη αποτυχία. Πάντα κάποιος «άλλος» φταίει που δεν θέλει την αλλαγή, πάντα κάποιος άλλος που η αλλαγή δεν έφερε αποτέλεσμα. Στο στόχαστρο αυτό μπήκαν κατά καιρούς τόσο οι δικαστικοί λειτουργοί, όσο και οι δικηγόροι και οι υπάλληλοι.

Βολικό, αλλά ανώφελο, είναι να γίνεται συζήτηση για βαθιά θεσμικά ζητήματα με συνθηματικούς όρους. Επιτάχυνση, μεταρρύθμιση, αξιολόγηση χαϊδεύουν τα αυτιά ως αόριστες έννοιες, όταν όμως προσλαμβάνουν υλικό περιεχόμενο μπορούν να σημαίνουν ταυτόχρονα προχειρότητα, κατάργηση θεσμικών εγγυήσεων ή δυσανεξία στη διάκριση εξουσιών. Πόσο καλά γνωρίζει άραγε η ελληνική κοινωνία ότι η αξιολόγηση των δικαστών και εισαγγελέων υφίσταται και λειτουργεί αδιάκοπα σε όλο τον υπηρεσιακό τους βίο; Ότι ο πειθαρχικός έλεγχος – και δη στο χρόνο έκδοσης αποφάσεων – είναι ιδιαίτερα αυστηρός και έχει αποτελέσματα αδιανόητα για το δημόσιο τομέα; Κατανοούν άραγε οι ιθύνοντες ότι η πραγματική ανάγκη για ταχύτητα δεν μπορεί να υπονομεύει ούτε την πρόσβαση του πολίτη στη Δικαιοσύνη, ούτε τις θεσμικές εγγυήσεις ποιότητας στο δικαιοδοτικό αποτέλεσμα; Η΄ ότι οι μεταρρυθμίσεις καθίστανται απλό ευχολόγιο αν δεν συνεπάγονται και κάποιο κόστος για τον κρατικό κορβανά;

Ωφέλιμη υπέρβαση θα είναι να πάψει η εκτελεστική εξουσία να νιώθει άβολα με το διάλογο. Προτάσεις για μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώσουν την αποδοτικότητα του συστήματος έχουν κάνει επανειλημμένα οι δικαστές και εισαγγελείς: Ο θεσμός της δικαστικής διαμεσολάβησης, δηλαδή της προσπάθειας εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς, υπό την εγγύηση όμως της παρουσίας δικαστικού λειτουργού, μπορεί να αποσυμφορήσει με τρόπο ουσιαστικό, χωρίς να εμποδίζει τη δικαστική προστασία των κοινωνικά αδύναμων. Η λειτουργία ειδικού σώματος δικαστικής αστυνομίας εξειδικευμένης για ζητήματα συλλογής αποδεικτικού υλικού, μπορεί να εγγυηθεί την απεμπλοκή από την ατέρμονη γραφειοκρατία. Σύγχρονη δικαιοσύνη δεν νοείται χωρίς την υλοποίηση των διαχρονικών υποσχέσεων για παροχή ψηφιακών μέσων και ενοποίηση του συστήματος ηλεκτρονικής κατάθεσης, παρακολούθησης δικογραφίας και αρχείων αποφάσεων όλων των δικαστηρίων, χωρίς ποτέ να ξεχνάμε ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να παραμένει ανθρώπινο έργο και όχι έργο των κρύων λογισμικών της «Τεχνητής Νοημοσύνης». Αναγκαία είναι ακόμη και η μείωση του βαθμού αναβίωσης του ίδιου δικαιοδοτικού αντικειμένου πολιτικών ή ποινικών υποθέσεων: στην πολιτική δίκη η ύπαρξη μόνιμου σώματος ειδικών επιστημόνων για να επικουρούν το δικαστή, μπορεί να συμβάλει στην διαμόρφωση άρτιων και απροσμάχητων από ένδικα μέσα αποφάσεων, ήδη από τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, ενώ στην ποινική δίκη, νευραλγικής σημασίας είναι η επένδυση στην ποιότητα του σωφρονιστικού μας συστήματος. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί και η ευχή για νομοθετική αυτοσυγκράτηση, προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης σταθερών και μακρόπνοων κανόνων, ιδίως στα βασικά μας νομοθετήματα, που τα τελευταία χρόνια δέχονται αλλεπάλληλες και αντιφατικές τροποποιήσεις.

Εν τέλει, η απονομή της Δικαιοσύνης θα έχει ελπίδες να εισέλθει επιτυχώς στον 21ο αιώνα, μόνο αν δεν υπάρχει «face control» στο κατώφλι του. Οι λύσεις δεν αναζητώνται επιτυχώς στη μόδα των κάθε λογής εξωθεσμικών «think tanks», άγνωστων συμφερόντων και εξαρτήσεων. Ανώτατα Δικαστήρια, δικαστικές ενώσεις, δικηγόροι και υπάλληλοι είναι αυτοί που πρέπει να βρίσκονται – σε μόνιμη και θεσμοθετημένη βάση- στο τραπέζι του διαλόγου με την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, χωρίς αποκλεισμούς ή επιλογή συνομιλητών. Καταγραφή προβλημάτων, αξιολόγηση και ιεράρχηση, προτάσεις λύσεων, αναπροσαρμογή με βάση τα αποτελέσματα. Όλοι έχουν να κερδίσουν: οι κυβερνώντες γιατί θα έχουν διασφαλίσει ένα υψηλό επίπεδο κράτους δικαίου για τους πολίτες. Οι δικαστικοί λειτουργοί γιατί θα παύσουν να γίνονται οι κυματοθραύστες μιας κοινωνικής αγανάκτησης που δεν έχουν προκαλέσει. Πάνω από όλους οι πολίτες, γιατί θα μπορούν να ζουν και να αναπτύσσονται μέσα σε μια πραγματική Δημοκρατία, που υπάρχει μόνο με ανεξάρτητη και αποτελεσματική Δικαιοσύνη.

 

* Αναδημοσίευση από το «Βήμα της Κυριακής» της 07.11.2021