Για την θέση της Συντονιστικής Επιτροπής των Δικηγόρων- Η απάντηση της ΓΣΕΕ στον πρόεδρο του ΔΣΑ, Δ. Βερβεσό

Χριστόφορου Σεβαστίδη,
ΔΝ, Εφέτη- Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Η κατρακύλα του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών δεν έχει τέλος. Σε συνέχεια μιας επιστολής του εναντίον της ΓΣΕΕ που διεκδικεί την επαναφορά του προηγούμενου νομικού καθεστώτος και την ανάθεση των αρχαιρεσιών των συνδικαλιστικών σωματείων στους Δικαστές, ο Πρόεδρος του Δ.Σ.Α. αφήνει την δύσκολη θέση της προσωπικής αντιπαράθεσης και κρύβεται στην ασφάλεια μιας ανακοίνωσης της συντονιστικής επιτροπής των δικηγορικών συλλόγων, η οποία προφανώς εκδόθηκε υπό καθεστώς σύγχυσης αφού εμπλέκει χωρίς κανέναν ειρμό άσχετα μεταξύ τους ζητήματα, με κύριο όμως χαρακτηριστικό την προσωπική επίθεση σε βάρος μου. Προσπερνάω την χυδαία προσωπική επίθεση την οποία προφανώς θεωρεί δείγμα αντίστασης και αναγκαίο του καθήκον κατά την συγκέντρωση προσόντων στο συνδικαλιστικό του βιογραφικό.

Ο «σεβασμός και η επιθυμία διατήρησης ενός κλίματος αμοιβαίου σεβασμού με τους Έλληνες Δικαστές και Εισαγγελείς» όπως γράφει, μοιάζει τόσο ειρωνικός και υποκριτικός, όταν υποστηρίζεται από έναν άνθρωπο που πριν λίγες ημέρες αμφισβήτησε την επί 15 χρόνια νομιμότητα μιας διαδικασίας στην οποία συμμετείχαν δικαστικοί λειτουργοί, ενώ αναφέρεται ακόμα και σε αυτήν την ανακοίνωση της συντονιστικής επιτροπής απαξιωτικά για το έργο των δικαστικών λειτουργών. Στην απάντηση που του έδωσα σε επιστημονικό επίπεδο αποκρούοντας τις νομικές ασυναρτησίες του, αυτός κατάλαβε ότι αμφισβήτησα τον θεσμικό ρόλο των δικηγόρων και ότι σκοπός του άρθρου μου είναι η διεκδίκηση συμμετοχής των δικαστών σε διοικητικής φύσης καθήκοντα.

Ήδη από το 2016 έχω πει ότι επιδίωξή μας θα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός πλατύτερου μετώπου Δικαστικών Ενώσεων, Δικηγορικών Συλλόγων και Συλλόγων Δικαστικών Υπαλλήλων, στα πλαίσια της αμοιβαίας κατανόησης των προβλημάτων που απασχολούν όλους μαζί και τον κάθε κλάδο χωριστά. Πρώτο βήμα ωστόσο για μια ουσιαστική συζήτηση είναι η ειλικρίνεια των προθέσεων και η αποφυγή δημιουργίας τεχνητού κλίματος έντασης για επικοινωνιακούς λόγους.

Την καλύτερη ωστόσο απάντηση λαμβάνει ο πρόεδρος του ΔΣΑ από την ίδια την ΓΣΕΕ, δηλαδή από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους, οι οποίοι, αφού επαίνεσαν θερμά το ύφος της επιστολής του προέδρου του ΔΣΑ, προβαίνουν στο «ασυγχώρητο ολίσθημα» να ζητήσουν την διεξαγωγή των αρχαιρεσιών των σωματείων τους, από δικαστικούς λειτουργούς. Την επιστολή αυτή, την δημοσιοποιούμε παρακάτω:

Αποθήκευση αρχείου (PDF, 1.33MB)

Ο τρίτος γύρος ενίσχυσης της ιδιωτικής διαμεσολάβησης, Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης Θεσσαλονίκης, μέλος Δ.Σ. ΕΝ.Δ.Ε.

Ο τρίτος γύρος ενίσχυσης της ιδιωτικής διαμεσολάβησης

Παντελής Μποροδήμος, Πρωτοδίκης Θεσσαλονίκης, μέλος Δ.Σ. ΕΝ.Δ.Ε.

 

Η κατάθεση του νομοσχεδίου με τίτλο «Διαμεσολάβηση σε εμπορικές και αστικές υποθέσεις – Περαιτέρω εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008» αποτελεί την τρίτη κατά σειρά – μέσα σε εννιά χρόνια – προσπάθεια του Έλληνα νομοθέτη να ενσωματώσει στο ελληνικό δικονομικό σύστημα ένα σύστημα εξωδικαστικού μηχανισμού επίλυσης διαφορών με άξονα τον ιδιώτη διαμεσολαβητή. Είχε προηγηθεί ο ν.3898/2010, ο οποίος εισήγαγε το πρώτον την έννοια του ιδιώτη διαμεσολαβητή και αποτέλεσε το έναυσμα για να σπεύσει ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός δικηγόρων (αρχικά) να λάβει την πολυδάπανη κατάρτιση που προσέφεραν οι άμεσα συγκροτηθέντες φορείς πιστοποίησης διαμεσολαβητών. Η μεγάλη επιτυχία που είχε – για τα κέντρα πιστοποίησης διαμεσολαβητών – ο νέος θεσμός καθώς και η σχετική ευρωπαϊκή νομολογία, ώθησε το νομοθέτη αρκετά χρόνια αργότερα με το ν. 4512/2018 να διευρύνει το επαγγελματικό υποκείμενο της ιδιωτικής διαμεσολάβησης, ώστε να μπορεί να ενταχθεί σε αυτό κάθε κάτοχος πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που θα ελάμβανε την σχετική διαπίστευση μέσα από σεμιναριακή εκπαίδευση, ανεξάρτητα από επιστημονική ειδικότητα. Παράλληλα, όμως, διαπιστωνόταν μετά περισσής απογοητεύσεως ότι τα μέχρι τότε αποτελέσματα υλοποίησης του θεσμού, ήταν πενιχρά, διαψεύδοντας τις προσδοκίες τόσο των εκάστοτε εισηγητών του θεσμού, όσο και του σταδιακά συγκροτούμενου σώματος των διαμεσολαβητών, που είχε επενδύσει σημαντικά στην επιτυχία του. Αντιστρέφοντας ο νομοθέτης τη σχέση αιτίου – αιτιατού, είχε δημιουργήσει μια λύση, που έμενε, όμως, χωρίς πρόβλημα και αυτή η ανισορροπία προσφοράς και ζήτησης, δε θα μπορούσε να γίνει για πολύ καιρό ανεκτή. Τη λύση, ενόψει της απροθυμίας εκούσιας συμμόρφωσης των παραγόντων του  δικονομικού μας συστήματος, κλήθηκε να δώσει η εισαγωγή της υποχρεωτικότητας στη διαμεσολάβηση με το ν.4512/2018.  

Με τη η με αριθμό 34/2018 Διοικητική Ολομέλεια του ΑΠ που συνεδρίασε την 28.06.2018 οι διατάξεις του ν.4512/18 που θέσπισαν την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης κρίθηκαν ασύμβατες με το Σύνταγμα και την ευρωπαϊκή νομοθεσία-νομολογία. Αντίθετα, την 21.11.2019 με νεότερη απόφασή της η Διοικητική Ολομέλεια έκρινε τις διατάξεις του νέου ως άνω νομοσχεδίου, που κατατέθηκε για συζήτηση και ψήφιση, συμβατές με τα ίδια υπερνομοθετικής ισχύος κείμενα. Ανεξάρτητα από τη θέση που έλαβε καθένας στον επιστημονικό διάλογο που αναπτύχθηκε ως προς το ζήτημα αυτό, αμφότερες οι αποφάσεις είναι σεβαστές από όλους. Η δε άμεση σύγκληση και απόφανση της πρόσφατης Διοικητικής Ολομέλειας του ΑΠ, πριν την ψήφιση του επίμαχου νομοσχεδίου, αφενός καταδεικνύει τη σημασία του νομοθετικού εγχειρήματος, αφετέρου δημιουργεί μια παρακαταθήκη για αντίστοιχη κινητοποίηση του Ανώτατου δικαστικού σχηματισμού ενόψει της ψήφισης και άλλων εξ ίσου σημαντικών νομοθετημάτων στο μέλλον. 

Πέραν αυτών όμως, το ίδιο το νομοσχέδιο που εισάγεται προς ψήφιση, παρουσιάζει αξιοπρόσεκτες αντινομίες, τόσο στη λογική που το διαπνέει, όσο και στην εφαρμοσιμότητά του, κάποιες από τις οποίες θα σταχυολογηθούν παρακάτω επιγραμματικά:

-Η επιλογή του νομοθέτη που θέσπισε τον υπό κατάργηση ν.4512/2018, να ανατίθενται καθήκοντα διαμεσολαβητή σε μη νομικούς, επικρίθηκε δικαιολογημένα ευθύς εξαρχής τόσο από το δικαστικό κλάδο, όσο και από το δικηγορικό σώμα. Η προϊσχύσασα όμως ρύθμιση για την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης, δεν περιείχε ρητό αποκλεισμό της εκούσιας προσφυγής των μερών στην αδάπανη δικαστική μεσολάβηση, η οποία θα μπορούσε να αναπληρώσει ικανοποιητικά την υποχρέωση για απεύθυνση στον ιδιώτη διαμεσολαβητή. Αντίθετα με το άρθρο 6παρ.3 του υπό ψήφιση νομοσχεδίου ρητά ορίζεται ότι «Η προσφυγή των μερών στη δικαστική μεσολάβηση δεν απαλλάσσει τα μέρη από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία». Αυτή η πρωτοφανής σπουδή του νομοθέτη για σαφή αποκλεισμό της εμπλοκής δικαστικού λειτουργού στο στάδιο της διαμεσολάβησης, συνιστά σαφές αντικίνητρο πρόσβασης στη δικαιοσύνη και το χειρότερο είναι ότι φαίνεται να αποτυπώνει τη θέση του νομοθέτη ως προς τη στάθμιση των δικαιοκρατικών εγγυήσεων μεταξύ δικαστή και ιδιώτη διαμεσολαβητή, προκρίνοντας τον τελευταίο. 

– Η εξασφάλιση της αμεροληψίας του διαμεσολαβητή γίνεται μέσα από το σχεδιασμό μιας διαδικασία πειθαρχικού ελέγχου και στο άρθρο 17παρ. Δ του νομοσχεδίου, προβλέπεται ότι η βαρύτερη πειθαρχική ποινή που επιβάλλεται σε διαμεσολαβητή για πειθαρχικό παράπτωμα που τέλεσε στα πλαίσια των καθηκόντων του είναι αυτή της οριστικής ανάκλησης της διαπίστευσης του διαμεσολαβητή, ποινή που επιβάλλεται σε ιδιαίτερα βαριές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων και ιδίως όταν ο διαμεσολαβητής τελέσει κακούργημα ή εκ δόλου πλημμέλημα ασυμβίβαστο με το θεσμό της διαμεσολάβησης ή όταν τιμωρηθεί επανειλημμένα με προσωρινή ανάκλησης διαπίστευσης. Όμως κατά την παράγραφο Δ2 με τίτλο «Συνέπειες ανάκλησης διαπίστευσης» ρητά ορίζεται ότι «Το κύρος της επιτυχούς έκβασης της διαμεσολάβησης και του συμφωνητικού που καταρτίστηκε δε θίγονται από την ποινή που επιβλήθηκε στο διαμεσολαβητή». Ως εκ τούτου ένας συμβιβασμός που θα ήταν αποτέλεσμα κακουργηματικής πράξης του διαμεσολαβητή, θα παραμένει έγκυρος και νομικά απρόσβλητος. Η ως άνω διάταξη, είχε ήδη δεχθεί κριτική ακόμα και πριν την ψήφιση του ν.4512/2018, όμως και στο παρόν νομοσχέδιο επανεισάγεται αμετάβλητη, χωρίς καμία αιτιολόγηση, η δε εφαρμογή της ενδέχεται να δημιουργήσει σοβαρές στρεβλώσεις στη λειτουργία του θεσμού, που όταν θα διαφανούν θα είναι πια αργά. 

– Η διάταξη του άρθρου 3παρ.2 του νομοσχεδίου θεσπίζει την υποχρεωτική σύνταξη έγγραφης ενημέρωσης του δικηγόρου προς τον εντολέα για την ύπαρξη διαμεσολαβητικής διαδικασίας, η οποία κατατίθεται μαζί με το ένδικο βοήθημα, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησής του. Η υποχρέωση, ως φαίνεται, αφορά σε όλα τα ένδικα βοηθήματα αστικών και εμπορικών υποθέσεων και η μη τήρησή της κωλύει τη συζήτηση, ανεξάρτητα από το αν εμπίπτει η υπόθεση στο πεδίο της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης. Όμως, αποτελεί σαφή αντινομία η έγγραφη ενημέρωση να συνοδεύει την κατάθεση κάθε δικογράφου, η έλλειψή της όμως να οδηγεί στον απαράδεκτο χαρακτήρα της συζήτησής του, καθώς έτσι δεν διαφαίνεται ο τρόπος θεραπείας ενός τέτοιο απαραδέκτου (π.χ. με κλήση;). Επιπλέον, η κατασκευή άλλης μια τυπικής προϋπόθεσης, με τόσο ισχυρές συνέπειες για την πορεία και την ταχύτητα της δίκης, που κείται εκτός του ΚΠολΔ, χρήζει επαρκούς νομιμοποιητικού αντισταθμίσματος, που δεν μπορεί να αναζητηθεί ικανοποιητικά στο δικαίωμα ενημέρωσης του διαδίκου για τη διαδικασία διαμεσολάβησης. Αν ο νομοθέτης κρίνει τόσο αναγκαία την ενημέρωση για το νέο θεσμό, ώστε να δικαιολογεί την καθυστέρηση της συζήτησης όλων των αστικών και εμπορικών υποθέσεων, θα πρέπει τουλάχιστον να την αποσυνδέσει από την κατάθεση του δικογράφου και να τη συνδέσει αποκλειστικά με τη συζήτηση του ενδίκου βοηθήματος.   

– Τέλος, επειδή η νομοθετική λειτουργία έχει σε ένα βαθμό και διδακτικό χαρακτήρα, όλο το δικαστικό σώμα οφείλει να διδαχθεί από την ευελιξία και την πρωτοτυπία που δείχνει ο νομοθέτης κατά την θέσπιση αντικινήτρων υποβολής αναφοράς σε βάρος του διαμεσολαβητή, που μπορεί να κινήσει την πειθαρχική του δίωξη, καθώς στο άρθρο 17Επαρ.5 ορίζεται ότι «Για την υποβολή αναφοράς κατά διαμεσολαβητή απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου η καταβολή παραβόλου, ποσού τριάντα (30) ευρώ, το ύψος του οποίου αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση υπουργού Δικαιοσύνης και Οικονομικών». Η ρύθμιση μπορεί να λειτουργήσει ως επιχείρημα όσων τονίζουν τον εντελώς διαφορετικό ρόλο του διαμεσολαβητή από εκείνο του δικαστή στο δικονομικό μας σύστημα, καθώς είναι αλήθεια ότι ο δικαστής ποτέ δεν έτυχε αντίστοιχης προστασίας…   

Οι δικαστές ποτέ δεν υπήρξαν, ούτε πρόκειται να γίνουν εμπόδιο στην προσπάθεια εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών. Μεγάλος αριθμός υποθέσεων θα μπορούσε να οδηγείται σε οριστική διευθέτηση πριν την άσκηση ή και τη συζήτηση ενδίκου βοηθήματος με προσφυγή σε διαμεσολάβηση από δικαστικό λειτουργό, χωρίς έξοδα για τους πολίτες και αξιοποιώντας το πλέγμα των ουσιαστικών και δοκιμασμένων στο χρόνο δικαιοκρατικών εγγυήσεων που ακολουθούν το δικαστή. Ο νομικός κόσμος, αλλά και οι πολίτες ξέρουν ότι παρά την προσπάθεια που καταβλήθηκε για απαξίωση της Δικαιοσύνης, αυτή παραμένει θεσμός οργανωμένος και αξιόπιστος, ικανός για τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα ακόμα και σε αντίξοες συνθήκες. Η πολιτεία οφείλει να παράσχει σε όλους γρήγορο και αποτελεσματικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης, αναλαμβάνοντας η ίδια και όχι παραχωρώντας στην αγορά ευθύνες και κρατική εξουσία. Γιατί πάντα ο τρόπος, αντανακλά στο αποτέλεσμα.

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ (ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ), Χρήστου Νάστα, Προέδρου Εφετών

Χρήστου Νάστα, Πρόεδρου Εφετών
Θεσσαλονίκη 21/11/2019

Προς τους κυρίους συναδέλφους δικαστικούς λειτουργούς των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων Α και Β βαθμού δικαιοδοσίας.

Αγαπητοί συνάδελφοι,

      Μετά και τις τελευταίες τροποποιήσεις αρκετών άρθρων του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που έγιναν με το ν. 4637/18-11-2019, η διαδικασία στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο (ΜΟΔ) και στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο (ΜΟΕ), καθώς και ο όρκος στην ποινική δίκη περιγράφονται στα συνημμένα αρχεία που σας αποστέλλω.

 

Η διαδικασία ΜΟΔ

Η διαδικασία ΜΟΕ

Όρκος στην Ποινική Δίκη

Δικαστές, δικηγόροι, ΓΣΕΕ και Υπουργείο Δικαιοσύνης.

ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ   &   ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(ΠΡΩΗΝ ΣΧΟΛΗ ΕΥΕΛΠΙΔΩΝ)
ΚΤΙΡΙΟ 6 –ΓΡΑΦΕΙΟ 210
ΤΗΛ: 210 88 27 380-  FAX 210 88 41 529
Τ.Κ. 101. 71 e- mail: endikeis@otenet.gr

Αθήνα, 19-11-2019
Αριθμ. Πρωτ.: 505

Κοινοποίηση προς:

1)    Υπουργό Δικαιοσύνης, κ. Κωνσταντίνο Τσιάρα
2)    Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων,
κ. Ιωάννη Βρούτση
3)   Πρόεδρο της ΓΣΕΕ, κ. Ιωάννη Παναγόπουλο


Δικαστές, Δικηγόροι, ΓΣΕΕ και Υπουργείο Δικαιοσύνης


Χριστόφορου Σεβαστίδη,

Δ.Ν- Εφέτη, Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Όταν συζητούνταν στη Βουλή το άρθρο 52 ν. 4446/2016, που κατήργησε τη μέχρι τότε ανάθεση της ευθύνης διεξαγωγής των αρχαιρεσιών των συνδικαλιστικών οργανώσεων σε δικαστικούς λειτουργούς και ανέθεσε καθήκοντα δικαστικού αντιπροσώπου σε δικηγόρους, ήδη ως Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, προ της ψήφισής του, κατά την διαδικασία κλήσης των φορέων στο Εθνικό Κοινοβούλιο, είχαμε εκφράσει την πλήρη αντίθεσή μας για πολύ συγκεκριμένους και αντικειμενικούς λόγους. Πρόθεση του Υπουργείου ήταν τότε να καταπραΰνει τις δικαιολογημένες αντιδράσεις των δικηγορικών συλλόγων μετά την αλλαγή στο ασφαλιστικό τους καθεστώς και να αντισταθμίσει μέρος των απωλειών στο εισόδημά τους, με το «αντίδωρο» της συμμετοχής τους στις αρχαιρεσίες των σωματείων. Ήταν βέβαια γνωστό ότι η δυσαναλογία του μεγάλου αριθμού των δικηγόρων σε σύγκριση με τον αριθμό των αρχαιρεσιών θα σήμαινε ελάχιστες συμμετοχές και μηδαμινή σχεδόν ωφέλεια για τον κάθε δικηγόρο. Οι δικαστικοί λειτουργοί από τη συμμετοχή μας σε σωματειακές εκλογές ήδη από το 1982 γνωρίζαμε καλά τις εντάσεις μεταξύ των παρατάξεων –πολύ πιο έντονες από τις αντιπαραθέσεις σε εθνικές και περιφερειακές εκλογές- και προσπαθούσαμε αξιοποιώντας την δικαστική μας εμπειρία να ολοκληρώνονται οι αρχαιρεσίες σε κλίμα ομαλότητας και συναίνεσης.  Διαβλέψαμε ήδη από τη ψήφιση του ν. 4446/2016 ότι σύντομα τα ίδια τα σωματεία θα ζητήσουν την εκ νέου ανάθεση της αρμοδιότητας των αρχαιρεσιών σε δικαστές. Πληροφορηθήκαμε από την επιστολή του Προέδρου του Δ.Σ.Α. κ. Βερβεσού, ότι η ΓΣΕΕ ζήτησε την επαναφορά του προηγούμενου καθεστώτος και για το λόγο αυτό ο Πρόεδρος του ΔΣΑ απέστειλε επιστολή διαμαρτυρίας προς την ΓΣΕΕ κοινοποιούμενη στους Υπουργούς Δικαιοσύνης και Εργασίας.
Δεν θα είχα κανένα λόγο να παρέμβω στην επιστολή αυτή του Προέδρου του ΔΣΑ, εάν δεν είχα εντοπίσει κάποια εξόφθαλμα σφάλματα στον συλλογισμό του σε επίπεδο νομικό, τα οποία αναφέρονται στην μέχρι το 2016 συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών στις αρχαιρεσίες. Αρχικά θέτω το ερώτημα πως είναι νοητό να αναφέρεται ο ν. 4446/2016 σε «δικαστικούς αντιπροσώπους» οι οποίοι όμως δεν είναι δικαστικοί λειτουργοί αλλά δικηγόροι. Αυτό από μόνο του περιέχει μια προφανή αντίφαση. Η συμμετοχή των δικηγόρων, των δικαστικών υπαλλήλων, των ασκουμένων δικηγόρων στις εθνικές, περιφερειακές, δημοτικές εκλογές και στις ευρωεκλογές, ως αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής, γίνεται για τον απλούστατο λόγο ότι οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν επαρκούν για να επανδρώσουν όλες τις εφορευτικές επιτροπές της Χώρας. Δεν θα διανοούνταν ποτέ κανείς να εξαιρέσει αναιτιολόγητα τους πρωταρχικούς φορείς αυτής της υποχρέωσης από το καθήκον συμμετοχής τους στις εφορευτικές επιτροπές. Ο ν. 4446/2016 το κάνει! Ο λόγος για τον οποίο ο ν. 1264/1982 απαιτούσε τη συμμετοχή «δικαστικών αντιπροσώπων» στις αρχαιρεσίες των σωματείων ήταν ακριβώς για να διασφαλιστεί το αμερόληπτο της διαδικασίας και να αποφευχθούν ενστάσεις εγκυρότητας της εκλογικής διαδικασίας. Και πράγματι αυτό συνέβη για 35 χρόνια χωρίς να αμφισβητηθεί από καμία Ομοσπονδία, από καμία Τριτοβάθμια Οργάνωση η ορθότητα της επιλογής του νομοθέτη.
Στην επιστολή του ο κ. Πρόεδρος του ΔΣΑ επικαλείται τη διάταξη του άρθρου 89 του Συντάγματος που απαγορεύει στους δικαστικούς λειτουργούς να ασκούν οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία, εκτός από την συμμετοχή τους (μεταξύ άλλων) «σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα». Βιάστηκε νομίζω ο κ. Πρόεδρος του ΔΣΑ να θεωρήσει ότι η συμμετοχή των δικαστικών λειτουργών σε εφορευτικές επιτροπές σωματείων δεν εμπίπτει σε καμία από τις παραπάνω εξαιρέσεις που προβλέπει το Σύνταγμα. Εάν ήταν ορθός ο συλλογισμός του θα έπρεπε να συνάγουμε το συμπέρασμα ότι από το 2001 που ισχύει το αναθεωρημένο Σύνταγμα μέχρι και το 2016 που ψηφίστηκε ο ν. 4446/2016, οι αρχαιρεσίες των σωματείων ήταν παράτυπες διότι συμμετείχαν σε αυτές δικαστικοί λειτουργοί ως πρόεδροι των εφορευτικών επιτροπών. Τέτοιον ισχυρισμό δεν πρόβαλαν ποτέ ούτε οι δικηγορικοί σύλλογοι, ούτε η επιστημονική κοινότητα, ούτε τα ίδια τα σωματεία.  Κατά δεύτερον, όπως σημειώνει ο Αθ. Τσιρωνάς στο έργο «Σύνταγμα – κατ’ άρθρο ερμηνεία» των Σπυρόπουλου, Κοντιάδη, Ανθόπουλου, Γεραπετρίτη, «το πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης συνταγματικής εξαίρεσης δεν είναι εύκολο να καθοριστεί, αφενός εν όψει του γεγονότος ότι οριοθετείται με τρεις αόριστες νομικές έννοιες και αφετέρου επειδή αφορά σε αρμοδιότητες που από τη φύση τους είναι ανεπίδεκτες ευχερούς τυποποίησης» (σελ. 1374, αριθ. 46). Δεν εμπίπτει αλήθεια η συμμετοχή των δικαστών στην εφορευτική επιτροπή στις ελεγκτικές αρμοδιότητες που προβλέπει το Σύνταγμα; Η Εφορευτική Επιτροπή δεν είναι ένα συλλογικό όργανο που ελέγχει τη νομιμότητα της εκλογικής διαδικασίας από την έναρξή της μέχρι και το στάδιο της ανακήρυξης των αποτελεσμάτων; Η απόρριψη ή αποδοχή των υποβαλλόμενων από τους υποψηφίους ενστάσεων κατά τη διάρκεια της εκλογικής διαδικασίας δεν έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα;
Τέλος οφείλω να κάνω την εξής υπόμνηση: Οι δικαστές ακόμα και μετά την κατάργηση του νόμου που προέβλεπε την συμμετοχή τους στις αμειβόμενες εφορευτικές επιτροπές, εξακολουθούν να συμμετέχουν ως Πρόεδροι στα Πειθαρχικά Συμβούλια των Δημοσίων Υπαλλήλων και μάλιστα αμισθί! Θα αναμένουμε με τον ίδιο ζήλο που έγινε ο αγώνας για την υποκατάστασή τους στις Εφορευτικές Επιτροπές, να συνεχιστεί και για την απεμπλοκή τους από τα Πειθαρχικά Συμβούλια.

Το δικαίωμα πληροφόρησης του διαδικαστικού σταδίου μιας υπόθεσης, Αικατερίνης Μάτση, Αντεισαγγελέα Εφετών

Αικατερίνης Μάτση,
Αντεισαγγελέα Εφετών

Πρόσφατα ανέκυψε ζήτημα με αφορμή αφενός την ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ως προς το θέμα της παρέμβασης πολιτικού προσώπου στο πρόεδρο του ΣΤ’ τμήματος βουλευμάτων του Πρωτοδικείου Αθηνών και αφετέρου το δελτίο τύπου της Ένωσης Εισαγγελέων, που ακολούθησε για το ίδιο θέμα. Διαπιστώθηκε ότι για το ίδιο βιοτικό συμβάν δόθηκε εκ διαμέτρου αντίθετη ερμηνεία από τις δύο ενώσεις ως προς το ποια είναι τα όρια από τη μία του δικαιώματος κάθε πολίτη να ενημερώνεται για την εξέλιξη της υπόθεσης του, που άγεται προς κρίση στα δικαστήρια και από την άλλη, της αθέμιτης παρέμβασης στον δικαστικό και εισαγγελικό λειτουργό που χειρίζεται μία υπόθεση, είτε για επίσπευση της υπόθεσης του, είτε για προσπάθεια επηρεασμού της ουσιαστικής του κρίσης. Ως μέλος αμφότερων των ενώσεων θα ήθελα να επισημάνω τα ακόλουθα: σαφώς είναι δικαίωμα κάθε πολίτη να ενημερώνεται για την πορεία εκκρεμούσας υπόθεσης του.

Πλην όμως είναι γνωστό τοις πάσι, ότι τούτο επιτυγχάνεται με μία απλή ερώτηση στον γραμματέα του αρμόδιου γραφείου της Εισαγγελίας, ο οποίος οφείλει να ενημερώσει τον ενδιαφερόμενο για το διαδικαστικό στάδιο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση.

Επομένως είναι τουλάχιστον περιττό, ο ίδιος ο διάδικος να απευθυνθεί με οποιονδήποτε τρόπο (τηλεφωνικά ή με επίσκεψη στο γραφείο του), στον δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό, που έχει χρεωθεί την οικεία δικογραφία, για να ενημερωθεί για την πορεία της υπόθεσης του. Εάν παρολ’ αυτά το πράξει, είναι εξαιρετικά πιθανόν, να μην επιδιώκει μόνο την ενημέρωση του αλλά να υποβάλει κάποιο άλλο αίτημα. Και βέβαια, τούτο είναι απολύτως νόμιμο και θεμιτό, ωστόσο, αναρωτιέμαι γιατί πρέπει να γίνει προφορικά, στα πλαίσια μιας προσωπικής συνάντησης με τον δικαστή ή εισαγγελέα – διαδικασία, η οποία σε κάθε περίπτωση είναι αδιαφανής, μη ελεγχόμενη και ενέχει τον κίνδυνο να προκαλέσει υπόνοιες μεροληψίας – και να μην λάβει χώρα με έγγραφο υπόμνημα, στο οποίο ο ενδιαφερόμενος θα καταγράψει ό,τι τον απασχολεί και το οποίο θα συσχετιστεί και θα αποτελέσει έγγραφο της δικογραφίας, προσιτό σε όποιον έχει έννομο συμφέρον, ώστε να λάβει γνώση και να ασκήσει τα δικαιώματα του. Άλλωστε αυτό δεν αποτελεί καμία καινοτομία, καθώς είναι πάγια πρακτική της συντριπτικής πλειοψηφίας των συναδέλφων, να ενημερώνουν τους διαδίκους, ότι εάν έχουν οποιοδήποτε αίτημα, μπορούν να το υποβάλουν εγγράφως.

Κατά συνέπεια, η άποψη ότι είναι δικαίωμα του διαδίκου να επικοινωνεί προσωπικά με τον Δικαστή ή τον Εισαγγελέα, χωρίς την παρουσία συνηγόρου και χωρίς την τήρηση οποιασδήποτε διαδικασίας, πέραν του ότι είναι ακατανόητη, αφού δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, είναι και επικίνδυνη, διότι αφήνει εκτεθειμένο τον δικαστικό και εισαγγελικό λειτουργό, σε τυχόν διατύπωση σχολίων ή και καταγγελιών από τον ίδιο ή τον άλλο διάδικο για μεροληπτική του στάση.

Εν κατακλείδι, οφείλουμε εμείς οι ίδιοι να διαφυλάξουμε την ανεξαρτησία μας , με το να μην υιοθετούμε συγκυριακά απόψεις, οι οποίες όχι μόνο προσβάλλουν τον θεσμό που υπηρετούμε, αλλά ανοίγουν τον ασκό του Αιόλου για πρακτικές οι οποίες μακροπρόθεσμα θα θέσουν εν αμφιβόλω την αμεροληψία μας, που αποτελεί τον σκληρό πυρήνα της ανεξαρτησίας μας.

Παρατηρήσεις επί της εφαρμογής κάποιων διατάξεων του νέου ΠΚ , Μιχαήλ Θ. Ντόστας – Πρόεδρος Πρωτοδικών Χαλκίδας

Α) Ηπιότερος ποινικός νόμος.

1) Όπως εύκολα συνάγεται τόσο από τη διατύπωση του άρθρου 2 του νέου Ποινικού Κώδικα όσο και από την αντίστοιχη Εισηγητική έκθεση (υπό το στοιχ. β΄) πρόθεση του νομοθέτη είναι να δώσει τη δυνατότητα στον δικαστή δημιουργίας ακόμη και ad hoc κανόνων δικαίου για τον κάθε κατηγορούμενο συνδυάζοντας τις επιεικέστερες διατάξεις (εγώ θα το έλεγα «κοπτοραπτική») από παλαιό και νέο νόμο προς επίτευξη του βέλτιστου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος. Ωστόσο, κατά παλαιότερη νομολογία του ΑΠ η πρακτική αυτή είναι αντισυνταγματική, αφού μετατρέπει τον δικαστή σε νομοθέτη και προσκρούει έτσι στη διάταξη του άρθρου 26 του Συντάγματος. Θα πρέπει να γίνεται συνολική σύγκριση παλαιάς και νέας διάταξης και να εφαρμόζεται στο σύνολό της η βάσει της σύγκρισης αυτής επιεικέστερη (βλ. ΟλΑΠ 5/2008 σε ΠΧρ 2008, 508, ΑΠ 56/1989 ΠΧρ 1989, 695 – οι αποφάσεις αυτές είναι δημοσιευμένες και στη ΝΟΜΟΣ. Βλ. χαρακτηριστικά από την αιτιολογία της δεύτερης αυτής απόφασης «δεν επιτρέπεται ο συνδυασμός αμφοτέρων των νόμων που ίσχυσαν και η επιλογή των ηπιότερων διατάξεων που περιέχονται στον καθέναν από αυτούς, γιατί τότε κατασκευάζεται νέος νόμος που δεν υπάρχει και ο δικαστής στην περίπτωση αυτή νομοθετεί»). Το ζήτημα έχει μεγάλη πρακτική σημασία τόσο σχετικά με την αναστολή εκτέλεσης της ποινής (άρθρο 99 ΠΚ), όπου δεν είναι σαφές από τη σύγκριση παλαιάς και νέας διάταξης ποια είναι η ευνοϊκότερη επί επιβολής ποινής φυλάκισης μέχρι τριών ετών (περί αυτού βλ. κατωτ. υπό στοιχ. Β΄) όσο και σε σχέση με αδικήματα για τα οποία στον νέο ΠΚ προβλέπεται μεν χαμηλότερο πλαίσιο ποινής φυλάκισης από τον παλαιό αλλά ωστόσο στη νέα διάταξη προβλέπεται σωρευτικά και η επιβολή χρηματικής ποινής (βλ. λ.χ. την τιμώρηση της κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας – άρθρο 372 ΠΚ. Στον παλαιό κώδικα προβλέπονταν ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών. Στο νέο κώδικα προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους αλλά και σωρευτική επιβολή χρηματικής ποινής. Επίσης, βλ. σε αντιδιαστολή το άρθρο 386 παρ.1 του παλαιού ΠΚ με το άρθρο 386 παρ.1 του νέου Κώδικα για την τιμώρηση της απάτης στη βασική της μορφή).
2) Πρέπει να σημειωθεί ότι όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 εδ. β΄ του Συντάγματος και από την με την ίδια διατύπωση του άρθρου 7 παρ.1 εδ. β΄ της ΕΣΔΑ απαγορεύεται η αναδρομική εφαρμογή αυστηρότερου ποινικού νόμου αλλά δεν επιβάλλεται και η υποχρέωση αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου νόμου. Αυτό ήταν αρχικά επιλογή του κοινού νομοθέτη με τη θέσπιση του άρθρου 2 του ΠΚ, το οποίο θα μπορούσε να καμφθεί ως προς αυτό με ειδικότερες διατάξεις (όπως λ.χ. υπήρξε η διάταξη του άρθρου 26 παρ.10 του Ν 2076/1992 – βλ. σχετικά Ν. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο – Γενικό Μέρος, εκδ. 2000, σ. 123, ΑΠ 643/1993 ΠΧρ 1993, 507). Ωστόσο, μετά την κύρωση από τη χώρα μας με το Ν 2462/1997 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά Δικαιώματα καθίσταται πλέον υποχρεωτική και η αναδρομική εφαρμογή του ηπιότερου ποινικού νόμου βάσει του άρθρου 15 παρ.1 εδ. γ΄, κατά το οποίο «εάν μετά τη διάπραξη (του ποινικού αδικήματος) ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν».

Β) Σύγκριση άρθρων 99 – 100 παλαιού ΠΚ με άρθρο 99 νέου ΠΚ.
Τείνει να επικρατήσει η άποψη ότι το νέο θεσμικό πλαίσιο αναστολής εκτέλεσης της ποινής επί ποινών φυλάκισης μέχρι τριών ετών είναι ηπιότερο από το παλαιό, καθότι επιτρέπει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής ακόμη και σε καταδικασθέντες, οι οποίοι έχουν προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες σε στερητικές της ελευθερίας ποινές συνολικά υπερβαίνουσες το ένα έτος (βλ. χαρακτηριστικά την ΤριμΠλημΑθ 2371/2019, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα σε ιστοσελίδα δικαστικού ενδιαφέροντος). Κατά τη γνώμη μου η συνολική, όπως επιβάλλεται βάσει των όσων ήδη αναφέρθηκαν, σύγκριση του παλαιού θεσμικού πλαισίου (άρθρα 99 – 100 προϊσχύσαντος ΠΚ) με τις διατάξεις των άρθρων 99 – 100 του νέου ΠΚ καταδεικνύει ότι οι παλαιές διατάξεις ήταν επιεικέστερες για τον κατηγορούμενο και πρέπει να εφαρμόζονται στο σύνολό τους βάσει και των όσων ορίζονται στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 465 του νέου ΠΚ. Και αυτό γιατί: α) με το παλαιό θεσμικό πλαίσιο για καταδικασθέντες σε ποινές φυλάκισης μέχρι τριών ετών δεν επιτρέπονταν η εξάρτηση της αναστολής από όρους ενώ σήμερα αυτό επιτρέπεται ανεξαρτήτως του ύψους της ποινής φυλάκισης (βλ. άρθρο 100 παρ.1 και 3 του παλαιού ΠΚ σε αντιδιαστολή με το άρθρο 99 παρ.2 του νέου ΠΚ) και β) σε περίπτωση κρίσης του δικαστηρίου για το ότι η αναστολή δεν επαρκεί για την αποτροπή του καταδίκου από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων η ποινή μετατρέπονταν σε χρηματική (άρθρο 99 σε συνδ. με άρθρο 82 παλαιού ΠΚ) ενώ υπό το νέο καθεστώς διατάσσεται η πραγματική έκτιση μέρους της ποινής με εγκλεισμό σε κατάστημα κράτησης (βλ. άρθρο 100 νέου ΠΚ). Για να κατανοηθεί η πρακτική σημασία που έχει για την τύχη του καταδικασθέντος η υιοθέτηση της μίας ή της άλλης άποψης από το δικαστήριο ας τεθεί ένα παράδειγμα: Ο Α καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης ενός έτους για κλοπή τελεσθείσα πριν από τις 30.6.2019. Από την επισκόπηση του ποινικού του μητρώου προκύπτει ότι αυτός στο παρελθόν έχει καταδικαστεί σε πολυετείς ποινές κάθειρξης για αδικήματα όπως διακεκριμένες κλοπές, ληστείες κλπ.:
α) εάν εφαρμοστούν οι παλαιές διατάξεις, η ποινή θα μετατραπεί σε χρηματική λόγω του βεβαρημένου ποινικού του μητρώου, β) αν εφαρμοστεί η νέα διάταξη του άρθρου 99 ΠΚ το δικαστήριο κατ’ αρχήν θα πρέπει να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής. Ωστόσο, αν κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι δεν επαρκεί η αναστολή για να τον αποτρέψει από διάπραξη νέων αξιόποινων πράξεων , θα πρέπει ή να του θέσει όρους κατ’ άρθρο 99 παρ.2 ΠΚ ή να διατάξει την πραγματική έκτιση μέρους της επιβληθείσας ποινής κατ’ άρθρο 100 ΠΚ και γ) αν εφαρμοστεί η αντισυνταγματική κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα πρακτική να συνδυαστούν παλαιές και νέες διατάξεις, ώστε να επιτευχθεί το βέλτιστο για τον καταδικασθέντα αποτέλεσμα, τότε πρέπει κατ’ αρχήν να ανασταλεί η εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, αφού αυτή είναι κατώτερη των τριών ετών, και αν, ενόψει του ποινικού μητρώου και των λοιπών περιστάσεων, κριθεί ότι η αναστολή αυτή δεν επαρκεί για να τον αποτρέψει από νέες αξιόποινες πράξεις, τότε το δικαστήριο θα μετατρέψει την ποινή κατ’ άρθρο 82 του παλαιού ΠΚ σε χρηματική, καθότι η λύση αυτή είναι ευνοϊκότερη από την πραγματική έκτιση μέρους της ποινής, που προβλέπουν οι νέες διατάξεις. Περιοριστικοί όροι κατ’ άρθρο 99 παρ.2 του νέου ΠΚ δεν θα μπορούν να τεθούν, καθότι υπό το παλαιό δίκαιο τέτοιοι όροι μπορούσαν να τεθούν μόνο για ποινές φυλάκισης υπερβαίνουσες τα τρία έτη ενώ είναι πολύ δυσχερής η σύγκριση και μάλιστα με αντικειμενικά κριτήρια σχετικά με το αν η επιβολή στο καταδικασθέντα τέτοιων όρων (π.χ. το να αποζημιώσει τον παθόντα, να καταβάλει χρηματικό ποσό για κοινωφελείς σκοπούς, να παρακολουθεί συνεδρίες με επιμελητή κοινωνικής αρωγής ή να του αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης) είναι ευμενέστερη από το να κατέβαλε κάποιο ποσό για την «εξαγορά» της ποινής του.

Γ) Υφ’ όρον απόλυση. Κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 465 του νέου ΠΚ για αδικήματα τελεσθέντα προ της έναρξης της ισχύος του (δηλ. πριν από την 1.7.2019) εφαρμόζονται οι διατάξεις του παλαιού ΠΚ σχετικά με την υφ’ όρον απόλυση των καταδίκων. Ωστόσο, ενόψει του ότι γίνεται δεκτό ότι και οι διατάξεις αυτές εντάσσονται στο ουσιαστικό ποινικό δίκαιο, υπερισχύουν οι τυχόν επιεικέστερες διατάξεις του νέου Κώδικα για τους ήδη καταδίκους είτε δεν έχει καταστεί ακόμη αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση (οπότε εφαρμόζεται ευθέως το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ) είτε εκτίουν ποινές βάσει αμετάκλητων αποφάσεων (όποτε η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται αναλογικά – βλ. σχετικά ΣυμβΕφΠειρ 109/2002 ΠοινΔνη 2002, 531). Ένα από τα κύρια σημεία κριτικής στον νέο Ποινικό Κώδικα ήταν ότι διευκολύνει την υφ’ όρον απόλυση καταδικασθέντων για βαριά εγκλήματα (ισοβίτες, δράστες εγκλημάτων τρομοκρατίας κλπ.) και έχει εξαγγελθεί η άμεση τροποποίηση επί το αυστηρότερο των σχετικών διατάξεων. Ωστόσο, ενόψει των όσων ήδη αναφέρθηκαν για την απαγόρευση αναδρομικής εφαρμογής αυστηρότερου ποινικού νόμου και για την τάση αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ και για το διάστημα μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης και μέχρι την απότιση της ποινής, καθίσταται αντιληπτό ότι θα είναι πολύ δυσχερές, αν όχι αδύνατο, οι εξαγγελλόμενες αυτές ρυθμίσεις να δυσχεράνουν την υφ’ όρον απόλυση ήδη καταδίκων, αφού στην περίπτωσή τους θα προκριθούν οι ευνοϊκότερες διατάξεις μεταξύ αυτών που αλληλοδιαδόχως ίσχυσαν κατά το διάστημα της έκτισης της ποινής τους.

Δ) Μείωση αμετάκλητων ποινών βάσει του νέου νομικού πλαισίου: Με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 του παλαιού ΠΚ προβλέπονταν ότι η μέγιστη εκτιτέα συνολική ποινή κάθειρξης ανέρχονταν σε 25 έτη και η μέγιστη εκτιτέα συνολική ποινή φυλάκισης ανέρχονταν σε 10 έτη. Ήδη με το άρθρο 94 παρ.1 του νέου ΠΚ τα ανώτατα αυτά όρια μειώθηκαν σε 20 έτη και 8 έτη αντίστοιχα. Στον νέο Ποινικό Κώδικα δεν υπήρξε μεταβατική διάταξη για την τύχη των εκτιόμενων ποινών, που έχουν ήδη καταστεί αμετάκλητες πριν από τις 30.6.2019 και υπερβαίνουν τα νέα ανώτατα όρια των 20 και 8 ετών αντίστοιχα. Ήδη πολλοί από τους καταδίκους αυτούς ζητούν από τα δικαστήρια εκτέλεσης ποινών (τριμελή πλημμελειοδικεία του τόπου έκτισης της ποινής – άρθρο 562 εδ. β΄ ΚΠΔ) τον «εξορθολογισμό» (όπως συνήθως αναφέρεται στις σχετικές αιτήσεις) των αμετάκλητων ποινών τους, ώστε να προσαρμοστούν στα νέα ανώτατα όρια. Οι ως άνω αιτήσεις έχουν νομικό έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 15 παρ.1 εδ. γ΄ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά Δικαιώματα (Ν 2462/1997), κατά την οποία αν μετά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν. Με πρόσφατη γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (8/29.10.2019), η οποία, όπως τονίζεται και στο κείμενό της δεν είναι δεσμευτική για τη δικαστική κρίση σε σχετικές υποθέσεις, προκρίνεται η άποψη ότι είναι δυνατόν ακόμη και με διάταξη του εισαγγελέα εκτέλεσης ποινών στο πλαίσιο της κατά τα άρθρα 549 και 562 εδ. α΄ ΚΠΔ αρμοδιότητάς του να γίνεται προσαρμογή των ποινών αυτών στα νέα ανώτατα όρια χωρίς καν να χρειάζεται προσφυγή στο οικείο τριμελές πλημμελειοδικείο βάσει των όσων ορίζονται στο άρθρο 562 εδ. β΄ ΚΠΔ.

Ωστόσο, η άποψη της θεωρίας φαίνεται να είναι αντίθετη (βλ. Μιχ. Μαργαρίτη – Α. Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας / Ερμηνεία – Εφαρμογή, εκδ. 2014, άρθρο 2 υπό τον αριθ. 27, Ι. Μπέκα σε Αρ. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας / Ερμηνεία κατ’ άρθρο, εκδ. 2014, άρθρο 2 υπό τον αριθ. 30 όπου και περαιτέρω παραπομπές. Άλλωστε, και από το γράμμα της διάταξης του άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ συνάγεται ότι απώτερο χρονικό σημείο της εφαρμογής του ηπιότερου νόμου είναι η αμετάκλητη εκδίκαση της πράξης και όχι η απότιση της ποινής). Κατά τη δική μας άποψη, παρά το ότι όντως το σχετικό αίτημα είναι απόλυτα δικαιολογημένο ενόψει των όσων ορίζονται στο Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών Δικαιωμάτων, δεν προσήκει η μεταρρύθμιση του διατακτικού μίας αμετάκλητης απόφασης ποινικού δικαστηρίου (κατά το σκέλος που αφορά την επιβολή της ποινής) με απλή εισαγγελική διάταξη ή έστω με απόφαση του δικαστηρίου, που επιλύει τις αμφιβολίες για την εκτέλεση των ποινών. Ορθότερο θα ήταν να αντιμετωπιστεί το θέμα με μεταβατική διάταξη του νόμου (έτσι και Ι. Μπέκας, ο.π.), ώστε η σχετική μεταρρύθμιση του διατακτικού να γίνεται με νεότερη απόφαση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση.
Ε) Κατάργηση της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων και Υπαλληλικός Κώδικας. Πέρα από τη δικαιοπολιτική ορθότητα ή μη της κατάργησης αυτής που συνδέεται με ευρύτερα ερωτήματα πολιτικής φιλοσοφίας, που ανέκυψαν από τις απαρχές συγκρότησης της ανθρώπινης κοινωνίας (περί του αν η ιδιότητα του πολίτη και τα αντίστοιχα δικαιώματα πρέπει να συνδέονται και με κάποια ποιοτικά κριτήρια ή αν αντίθετα είναι απότοκο απλώς και μόνο μίας ιθαγένειας), και την ευχερή διαπίστωση ότι η με τον νέο Ποινικό Κώδικα προβλεπόμενη παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης θέσεων και αξιωμάτων (άρθρα 59 στοιχ. α΄ και 60) θα αποδειχθεί αναποτελεσματική ιδίως ως προς τα αιρετά αξιώματα (αφού με τους σημερινούς ρυθμούς απονομής της ποινικής δικαιοσύνης ιδίως στο πεδίο των οικονομικών και των υπηρεσιακών εγκλημάτων, μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η ποινή, ώστε να μπορεί να εκτελεστεί (άρθρο 60 παρ.2 νέου ΠΚ), θα έχει προ πολλού επέλθει λήξη της θητείας του αιρετού αξιωματούχου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η τροποποίηση αυτή δεν εναρμονίστηκε με αντίστοιχη τροποποίηση του Υπαλληλικού Κώδικα (Ν 3528/2007). Ειδικότερα, με το άρθρο 8 παρ.1 στοιχ. γ΄ του ΥΚ αποκλείονταν η πρόσληψη στο Δημόσιο προσώπων που τελούσαν σε καθεστώς στέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων και για όσο χρόνο διαρκούσε η στέρηση αυτή ενώ εν ενεργεία δημόσιοι υπάλληλοι εξέπιπταν αυτοδικαίως από την ιδιότητά τους αυτή κατ’ άρθρο 149 ΥΚ, εφόσον με αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση τους επιβάλλονταν ως παρεπόμενη ποινή η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων. Μετά την ισχύ του νέου ΠΚ οι συνέπειες αυτές (ιδίως η απαγόρευση πρόσληψης ενώ η αυτοδίκαιη έκπτωση επέρχεται επί αμετάκλητης καταδίκης για ορισμένα τουλάχιστον από τα υπηρεσιακά εγκλήματα βάσει του άρθρου 263 παρ.1 του νέου ΠΚ) θα επέρχονται μόνο για συγκεκριμένα αδικήματα, που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 8 παρ.1 στοιχ. α΄ του ΥΚ (όλα τα κακουργήματα και ορισμένα μόνο πλημμελήματα). Με τον τρόπο αυτό ανοίγει ο δρόμος για την πρόσληψη ή παραμονή στο Δημόσιο υπαλλήλων, που καταδικάζονται αμετάκλητα ιδίως για υπηρεσιακά εγκλήματα (αφού κυρίως στα εγκλήματα αυτά είχε πεδίο εφαρμογής η παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων – βλ. άρθρο 263 παρ.1 προϊσχύσαντος ΠΚ). Ενδεχομένως δε, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 15 παρ.1 εδ. γ΄ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά Δικαιώματα, που ήδη αναφέρθηκε, να δοθεί η δυνατότητα για την επάνοδο στην υπηρεσία και υπαλλήλων που πριν την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα είχαν εκπέσει λόγω της αμετάκλητης καταδίκης τους σε αποστέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων. Τα ίδια ως άνω ισχύουν όχι μόνο για τους δημοσίους υπαλλήλους αλλά και για άλλες κατηγορίες δημόσιων λειτουργών, που μέχρι σήμερα η είσοδος και η παραμονή τους στο λειτούργημά τους συνδέονταν με την έλλειψη καταδίκης τους επαγόμενης την αποστέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων [βλ. λ.χ. άρθρα 6 παρ.4 και 7 παρ.1 στοιχ. α΄ του Ν 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), άρθρο 23 παρ.3 του Ν 2830/2000 (Κώδικας Συμβολαιογράφων)].

Απόκειται δε στον καθένα ξεχωριστά να κρίνει αν ήταν ορθή η κατάργηση της παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων με τον νέο Ποινικό Κώδικα, οπότε επιτρέπεται πλέον σε αμετάκλητα καταδικασθέντες για σοβαρά πλημμελήματα (ιδίως κάποια από αυτά των άρθρων 235 επ. ΠΚ ή αυτό της ψευδορκίας, για το οποίο βάσει του άρθρου 227 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ επιβάλλονταν υποχρεωτικά και πρόσκαιρη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων) να καταλαμβάνουν θέσεις κρατικών λειτουργών και υπαλλήλων ή να διεκδικούν αιρετά αξιώματα σε μία εποχή, όπου διακηρυκτικά τουλάχιστον όλοι συμφωνούν ότι υπάρχει ανάγκη καταπολέμησης της διαφθοράς και θεσμικής θωράκισης της Πολιτείας έναντι αυτής.

Αφιέρωμα της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων στο νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Αποθήκευση αρχείου (PDF, 378KB)

Απόσπασμα από τον Χαιρετισμό του Προέδρου της Ε.Δ.Ε. Χριστόφορου Σεβαστίδη στο επιμορφωτικό σεμινάριο για τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

Απόσπασμα από τον Χαιρετισμό του Προέδρου της Ε.Δ.Ε.
Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ-Εφέτη,
στο Σεμινάριο Επιμόρφωσης που συνδιοργανώνει η Ε.Δ.Ε., η EPLO και ο Συνήγορος του Πολίτη με θέμα «Πρακτικά ζητήματα στην Εφαρμογή του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ».

….Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων αναγνωρίζει αυτονόητα δικαιώματα, τα οποία ωστόσο στην πράξη έχουν καταργηθεί, είναι παροπλισμένα ή έχουν περιοριστεί σε κάποιον πολύ στενό πυρήνα τους. Σε τι αντιστοιχίζεται για παράδειγμα η διακήρυξη του δικαιώματος του προσώπου να εργάζεται, όταν οι μορφές ελαστικής απασχόλησης με ελάχιστους μισθούς αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των συμβάσεων εργασίας σε όλη την Ευρώπη;

Το άρθρο 31, που αναγνωρίζει το δικαίωμα του εργαζομένου σε ένα όριο μέγιστης διάρκειας εργασίας, σε ημερήσιες και εβδομαδιαίες περιόδους ανάπαυσης, πως συμβιβάζεται με την συρρίκνωση και τον περιορισμό της κυριακάτικης αργίας, τις απλήρωτες υπερωρίες, την καθιέρωση ακόμα και 12ήμερης συνεχούς εργασίας, την οργάνωση του χρόνου εργασίας σύμφωνα με την Οδηγία 2003/88/ΕΚ; Πόσο υποκριτική μοιάζει η διασφάλιση του δικαιώματος διαπραγμάτευσης και συλλογικών δράσεων των εργαζομένων σε μια εποχή που η απεργία είναι υπό διωγμό σε πολλά κράτη της Ευρώπης, οι συλλογικές και οι κλαδικές συμβάσεις εργασίας έχουν υποκατασταθεί από την ατομική ή επιχειρησιακή διαπραγμάτευση και η ανεργία κάνει τους εργαζόμενους ευάλωτους να δεχτούν όλες τις πιέσεις και τις απαιτήσεις της εργοδοσίας; Τι σημαίνει η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω φύλου, φυλής, χρώματος κλπ, που εισάγει το άρθρο 21, σε μια Ευρώπη του Σαλβίνι, της Λεπέν, του Όρμπαν, του Κουρτς, του Ντούντα;

Το άρθρο 19 απαγορεύει τις ομαδικές απελάσεις και ορίζει ότι κανείς δεν μπορεί να απομακρυνθεί, να απελαθεί ή να εκδοθεί προς κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο. Σε μια Ευρώπη που αξιολογεί την μετανάστευση και την προσφυγιά, για τις οποίες ευθύνη φέρει και η ίδια, ως κυρίαρχο πρόβλημα και αναζητεί τρόπους να περιορίσει το φαινόμενο με την κατά το δυνατόν ταχύτερη επαναπροώθηση προσφύγων, έχει καμία πρακτική εφαρμογή το άρθρο 19; Το δικαίωμα των ηλικιωμένων να διάγουν αξιοπρεπή και ανεξάρτητη ζωή και να συμμετέχουν στον κοινωνικό και πολιτιστικό βίο, το οποίο κατοχυρώνεται το άρθρο 25, πως συνδέεται με την αύξηση των ορίων απασχόλησης, την «ενεργό γήρανση» του πληθυσμού και τις συντάξεις που δεν καλύπτουν ούτε τις στοιχειώδεις ανάγκες των συνταξιούχων; Ο κατάλογος των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται θεωρητικά αλλά παραβιάζονται στην πράξη διατρέχει όλο το κείμενο του Χάρτη.
Αλλά ας πάμε και σε έναν άλλο Χάρτη της ΕΕ. Τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, που κατοχυρώνει τα κοινωνικά δικαιώματα. Θα αναφερθώ σε ένα πρόσφατο και αρκετά κατατοπιστικό παράδειγμα. Το ΜΠρΠειρ με την υπ’ αριθμό 3220/2017 απόφασή του εφάρμοσε για πρώτη φορά το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, ο οποίος κυρώθηκε με το ν. 4359/2016. Το άρθρο 24 απαγορεύει την αναιτιολόγητη καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς θεωρεί δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο και εφεξής τα Δικαστήρια θα πρέπει να ερευνούν την ύπαρξη ή μη βάσιμου λόγου και να θεωρούν άκυρη κάθε απόλυση που δεν βασίζεται σε τέτοιον. Συνεπώς με το άρθρο 24 γίνεται αντιληπτό ότι το καθεστώς της αναιτιώδους καταγγελίας δεν είναι συμβατό με την απόλυση για βάσιμο λόγο που εγγυάται το νέο άρθρο. Το αιτιολογημένο της απόλυσης, το οποίο ισχύει από δεκαετίες στα περισσότερα κράτη της ΕΕ και κατοχυρώνεται και στο άρθρο 30 του Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων ήταν πάγιο αίτημα των εργατικών συνδικάτων στην Ελλάδα και «κόκκινο πανί» για τους εργοδότες. Θεσμοθετήθηκε με το άρθρο 48 ν. 4611/2019 στις 17 Μαΐου 2019.

Μετά από σφοδρές αντιδράσεις των εργοδοτών και ιδίως του ΣΕΒ, που απείλησε για φρένο στις προσλήψεις νέου προσωπικού, η Κυβέρνηση με το άρθρο 117 ν. 4623/2019 κατήργησε και μάλιστα αναδρομικά το αιτιολογημένο της απόλυσης και επανήλθαμε στο προγενέστερο καθεστώς. Η ευαισθησία λοιπόν των Κυβερνήσεων για την ορθή εφαρμογή και τήρηση της Κοινοτικής Νομοθεσίας, των Διεθνών Συμβάσεων, σταματάει τη στιγμή που ορθώνονται μπροστά της τα οικονομικά συμφέροντα των επιχειρηματιών. Μπροστά στο επιχειρηματικό κέρδος οι Χάρτες, οι διεθνείς δεσμεύσεις και τα νομοθετήματα καταρρέουν ολοκληρωτικά. Στη θέση του στομφώδους Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων οι λαοί της Ευρώπης έχουν περισσότερο την ανάγκη μιας ταπεινής νομοθεσίας, που θα σέβεται έμπρακτα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια…

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ σχετικά με το θέμα: Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το δικαστικό σώμα που απασχόλησε την Διεθνή Ένωση Δικαστών, Βαρβάρα Πάπαρη,Εφέτης,μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ.

Επιμέλεια: Βαρβάρα Πάπαρη, Εφέτης,μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ.

«Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το δικαστικό σώμα (social media and the judiciary)», ήταν το θέμα που απασχόλησε την 1η επιτροπή-θεματική ομάδα εργασίας (study commissions),που συγκροτήθηκε στα πλαίσια της, ετήσιας, συνόδου της Διεθνούς Ένωσης Δικαστών, που πραγματοποιήθηκε κατά το διάστημα 15 έως 19 Σεπτεμβρίου 2019 στην πρωτεύουσα του Καζακστάν ΝουρΣουλτάν,όπου εκπροσωπήθηκε και η Ένωσή μας.
Τα ειδικότερα ερωτήματα που τέθηκαν και οι απαντήσεις που δόθηκαν από τους δικαστές-αντιπροσώπους των συμμετεχόντων κρατών, όπως συγκεντρώθηκαν και παρουσιάστηκαν,σε περίληψη, από τον πρόεδρο της 1ης θεματικής ομάδας εργασίας,δικαστή,αντιπρόσωπο της Βραζιλίας, κ. Walter Barone ,ήταν τα εξής:

1η ερώτηση:Ποιός είναι ο καλύτερος τρόπος για να απαντήσει κανείς σε άδικα σχόλια σε βάρος δικαστών που γίνονται στα κοινωνικά μέσα; Πρέπει η απάντηση να δοθεί μέσω των ίδιων των κοινωνικών μέσων ή πρέπει να δοθεί με άλλα μέσα; Ποιος θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για αυτήν την απάντηση, οι ίδιοι οι δικαστές ή κάποιος άλλος για λογαριασμό τους;
Απαντήσεις:Οι ΗΠΑ υποστήριξαν ότι δεν υπάρχει ομοιόμορφος τρόπος αντίδρασης σε άδικα σχόλια που γίνονται σε βάρος δικαστών στα κοινωνικά μέσα. Η Αυστρία ανέφερε ότι κάθε περίπτωση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ξεχωριστά. Η Εσθονία υποστήριξε ότι εξαρτάται, ανάλογα με την περίπτωση. Η Γερμανία δήλωσε ότι, ενόψει του ότι τα άδικα σχόλια σε βάρος δικαστών στα κοινωνικά μέσα μπορούν να είναι πολλά και διαφορετικά, δεν μπορούν να δοθούν γενικές απαντήσεις. Η Γερμανία υποστήριξε ότι μια άμεση απάντηση μπορεί να εκθέσει ακόμα περισσότερο τον δικαστή. Η Γερμανία θεωρεί ότι ακόμη και αν τα δικαστήρια θα μπορούσαν θεωρητικά να απαντήσουν σε άδικα σχόλια στα κοινωνικά μέσα, αυτό μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά στους θιγόμενους δικαστές. Από την άλλη πλευρά, ο Καναδάς ανέφερε ότι ο καλύτερος τρόπος είναι απλά να μην απαντήσει κανείς σε τέτοια σχόλια, εκτός εάν υπάρξουν απειλές εναντίον των δικαστών ή κυκλοφορούν ψευδή στοιχεία γι ‘αυτούς. Το Ισραήλ, η Δανία και η Ελβετία αμφισβήτησαν επίσης εάν πρέπει να δοθεί η οποιαδήποτε απάντηση. Το Ισραήλ δήλωσε ότι εάν τα άδικα σχόλια απευθύνονται στους δικαστές μέσω των κοινωνικών μέσων, το αν είναι αναγκαία μια απάντηση θα κριθεί αφού ληφθούν υπόψη τα συγκεκριμένα μέσα, το είδος του αθέμιτου σχολιασμού ,καθώς και εάν μια απάντηση θα μπορούσε να προκαλέσει σκληρότερες απαντήσεις και περαιτέρω συζητήσεις σχετικά με το θέμα, προξενώντας μεγαλύτερη ζημιά. Η Αγγλία και η Ουαλία υποστήριξαν ότι οι δικαστές δεν πρέπει να απαντούν μεμονωμένα σε άδικα σε βάρος τους σχόλια στα κοινωνικά μέσα. Η ίδια απάντηση δόθηκε και από την Αυστρία, τη Γαλλία, τη Λιβερία, τον Παναμά, την Παραγουάη, την Πορτογαλία και τη Σλοβενία. Η Γαλλία ανέφερε ότι η συνδικαλιστική οργάνωση (syndicate) των δικαστών είναι συνήθως εκείνη που είναι υπεύθυνη για την απάντηση σε τέτοιες περιπτώσεις. Ο Παναμάς είπε ότι η Δικαστική Εξουσία διαθέτει Τμήμα Τύπου που παρέχει απαντήσεις σε τέτοιες περιπτώσεις. Η Βραζιλία υποστήριξε ότι η Ένωση Δικαστών πρέπει να αναλάβει την ευθύνη να απαντήσει σε αυτά τα άδικα σχόλια στα κοινωνικά μέσα. Οι περισσότερες χώρες, όπως η Φινλανδία, η Λετονία, η Χιλή και το Ισραήλ, ανέφεραν ότι υπάρχουν «οι εκπρόσωποι τύπου» που δίνουν θεσμική απάντηση, προφυλάσσοντας το κύρος της δικαιοσύνης. Η Ισπανία ανέφερε ότι υπάρχουν υπηρεσιακοί παράγοντες που είναι υπεύθυνοι να απαντήσουν στα άδικα σχόλια, αλλά χρησιμοποιούν συμβατικά μέσα επικοινωνίας γι’ αυτό και όχι τα κοινωνικά μέσα. Η Αρμενία ανέφερε ότι η υπηρεσία Τύπου του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου της Δημοκρατίας της Αρμενίας έχει το δικαίωμα να απαντήσει σε τέτοια σχόλια. Η Δανία υποστήριξε ότι, αν πρέπει να δοθεί απάντηση,αυτό πρέπει να γίνει μέσω ενός δελτίου τύπου για παράδειγμα, αντί να χρησιμοποιηθούν τα ίδια τα κοινωνικά μέσα.Η Ιταλία ανέφερε ότι μερικές φορές έγιναν επιθέσεις στα κοινωνικά μέσα σε βάρος των δικαστών, ιδίως από πολιτικούς, και ότι η απάντηση σε αυτές τις άδικες επικρίσεις δόθηκε από την Ένωση Δικαστών και όχι από τους ίδιους τους δικαστές.Το Λιχτενστάιν ανέφερε ότι η απάντηση στις άδικες επικρίσεις στα κοινωνικά μέσα πρέπει να δοθεί με παραδοσιακά μέσα, όπως συνεντεύξεις για παράδειγμα.Η Νορβηγία θεωρεί ότι δεν υπάρχει λόγος υπάρξεως κάποιου ειδικού φορέα που να εντοπίζει και απαντά στα άδικα σχόλια και άδικη κριτική που γίνεται στα Νορβηγικά δικαστήρια και τους δικαστές στα κοινωνικά μέσα.Το Περού ανέφερε ότι οι δικαστές που έχουν δεχθεί άδικη κριτική στα κοινωνικά μέσα, θα πρέπει να υποστηρίζονται θεσμικά και να τους παρέχονται τα απαραίτητα μέσα για να απαντήσουν.Η Σερβία ανέφερε ότι, σύμφωνα με το νόμο, οι πρόεδροι των δικαστηρίων και το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, είναι υποχρεωμένοι να προβούν σε δήλωση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εάν υπάρχουν άδικα σχόλια κατά των δικαστών, δίνοντας μια απάντηση.Η Νότια Αφρική ανέφερε ότι δεν συνάδει σε έναν δικαστή να απαντά σε οποιαδήποτε σχόλια που γίνονται σε αναρτήσεις του που εμφανίζονται στα κοινωνικά μέσα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η οποιαδήποτε συζήτηση που γίνεται στα κοινωνικά μέσα, μπορεί να παρεξηγηθεί και ξεφύγει από τα θεμιτά πλαίσια. Για να απαντηθούν τα άδικα σχόλια, θα πρέπει να οργανωθεί μια Συνέντευξη Τύπου και όλες οι ερωτήσεις θα πρέπει να διεκπεραιωθούν από εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο τύπου.Η Σουηδία ανέφερε ότι το γεγονός ότι οι ίδιοι οι δικαστές εκτίθενται σε προσωπικές επιθέσεις στα μέσα ενημέρωσης είναι σχετικά σπάνιο, αλλά συμβαίνει. Γενικά δεν υπάρχει κανένας λόγος να απαντηθούν αυτά τα σχόλια, αλλά σε περίπτωση σαφούς παραβίασης στην προσωπική σφαίρα ή την τιμή του δικαστή,μπορεί μερικές φορές να είναι κατάλληλη μια απάντηση. Είναι σκόπιμο ένας εκπρόσωπος τύπου ή ο προϊστάμενος του Δικαστηρίου να δώσει μια εξήγηση, π.χ. μέσω δελτίου τύπου, και όχι οι ίδιοι οι θιγόμενοι δικαστές.Η Ιαπωνία υπογράμμισε το γεγονός ότι η κριτική θα πρέπει να είναι ανεκτή λόγω του δικαιώματος στην ελευθερία έκφρασης που διασφαλίζεται από το Σύνταγμα,εκτός και εάν στοιχειοθετεί αδίκημα.
2η ερώτηση:Υπάρχουν κανόνες στη χώρα σας που καθορίζουν τον τρόπο αντίδρασης στα αθέμιτα σχόλια σε βάρος δικαστών που γίνονται στα κοινωνικά μέσα; Εάν ναι, αυτοί οι κανόνες καθορίζονται από κάποιο ανώτερο όργανο του δικαστικού σώματος και είναι δεσμευτικοί;
Απαντήσεις:Η Αρμενία ανέφερε ότι πρόσφατα εγκρίθηκαν, τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου, οι “κανόνες για τις σχέσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και των Δικαστηρίων με τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης” και είναι δεσμευτικοί.Η Βραζιλία ανέφερε το «ψήφισμα 71/2018» του Εθνικού Συμβουλίου Δικαιοσύνης που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο οι δικαστές και οι υπάλληλοι του δικαστικού συστήματος πρέπει να χρησιμοποιούν τα κοινωνικά μέσα. Ωστόσο, αυτοί είναι οι γενικοί κανόνες για τη χρήση των κοινωνικών μέσων και δεν καθορίζουν τον τρόπο αντιμετώπισης των άδικων σχολίων.Η Εσθονία ανέφερε ότι δεν υπάρχουν ειδικοί κανόνες, αλλά έχουν καθοριστεί γραπτώς οι στρατηγικές επικοινωνίας των δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, σχετικά και με το παραπάνω θέμα.Το Ισραήλ ανέφερε ότι το 2015 έχει εκπονηθεί σχετική οδηγία χειρισμού και αντίδρασης στα άδικα σχόλια σε βάρος του δικαστικού σώματος. Η εν λόγω οδηγία ενημερώνεται επί του παρόντος και αναμένεται να δημοσιευθεί σύντομα. Η Ισπανία ανέφερε ότι υπάρχει ένα πρωτόκολλο επικοινωνίας που ορίζει τους κύριους κανόνες για την ασφαλή χρήση των κοινωνικών μέσων, που καθορίζονται από το Γενικό Συμβούλιο των Δικαστηρίων.Άλλα κράτη ανέφεραν ότι δεν υπάρχουν κανόνες που θα καθορίζουν συγκεκριμένα τον τρόπο αντίδρασης σε άδικα σχόλια. Ωστόσο,επισήμαναν,ότι οι δικαστές πρέπει να ακολουθούν τον Κώδικα Δεοντολογίας ή τον Κώδικα Συμπεριφοράς τους, και να συμπεριφέρονται με μετριοπάθεια και αυτοσυγκράτηση.
3η ερώτηση:Τα δικαστήρια της χώρας σας χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως μέσο επικοινωνίας; Εάν ναι, ποια χρησιμοποιούνται (π.χ. Facebook, Instagram, Twitter ή άλλα); Σε γενικές γραμμές, ποιο είδος πληροφορίας παρέχεται από τα δικαστήρια μέσω των κοινωνικών μέσων; Υπάρχουν κανόνες και εάν ναι ποιος τους ορίζει; Τα δικαστήρια έχουν οποιαδήποτε βοήθεια επικοινωνίας για το σκοπό αυτό; Τα δικαστήρια έχουν δεχτεί κριτική για δημοσιεύσεις τους στα κοινωνικά μέσα;
Απαντήσεις:Δέκα χώρες απάντησαν ότι τα δικαστήριά τους δεν χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως μέσο επικοινωνίας. Τέτοιες χώρες ήταν η Αγκόλα, η Αυστρία, η Δανία, η Λιβερία, το Λιχτενστάιν, η Μολδαβία, η Πορτογαλία, η Σερβία.Μεταξύ των υπολοίπων χωρών, το Twitter και το Facebook είναι τα πιο διαδεδομένα. Ορισμένες χώρες χρησιμοποιούν ακόμη και το Instagram, όπως η Βραζιλία, το Ισραήλ, η Νορβηγία, ο Παναμάς, η Παραγουάη και η Σουηδία. Το YouTube αναφέρθηκε επίσης από το Ισραήλ, τη Σουηδία και τις ΗΠΑ. Τα κοινωνικά μέσα που μνημονεύθηκαν λιγότερο από τις χώρες ήταν και το Linkedln. Αυτό αναφέρθηκε από τον Καναδά, τη Νορβηγία και τη Σουηδία. Η Σουηδία ανέφερε ότι το Linkedln χρησιμοποιείται για προσλήψεις.Τα είδη πληροφοριών που διοχετεύονται μέσω των κοινωνικών μέσων ήταν βασικά τα ίδια.Η Βραζιλία απάντησε ότι τα δικαστήριά τους χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να μεταδίδουν πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες, τα γεγονότα και τους κανόνες λειτουργίας τους. Από την άλλη πλευρά, η Χιλή ανέφερε ότι μεταδίδουν, για παράδειγμα, σχετικές πληροφορίες για σημαντικές(εμβληματικές) υποθέσεις.Οι ΗΠΑ ανέφεραν ότι τα κοινωνικά μέσα χρησιμοποιούνται για να ενημερώνουν το κοινό σχετικά με τις τρέχουσες δραστηριότητες των δικαστηρίων. Τα δικαστήρια της Εσθονίας μεταδίδουν πληροφορίες μέσω των κοινωνικών μέσων σχετικά με προσεχείς σημαντικές υποθέσεις.Ορισμένα κράτη ανέφεραν ότι τα δικαστήρια διαθέτουν βοήθεια επικοινωνίας για τη μετάδοση πληροφοριών. Η Βραζιλία, για παράδειγμα, δήλωσε ότι τα δικαστήρια έχουν συνήθως ένα γραφείο τύπου που αποτελείται από δημοσιογράφους. Στη Λετονία, η Διοίκηση του Δικαστηρίου διαθέτει έναν επαγγελματία υπάλληλο υπεύθυνο επικοινωνίας, ο οποίος συχνά βοηθά τα δικαστήρια,συμβουλεύοντας και επιλύοντας ορισμένα καθημερινά προβλήματα.Σύμφωνα με τις απαντήσεις των συμμετεχόντων κρατών, δεν υπάρχει κανένας κανόνας στις χώρες τους που να καθορίζει ποιο περιεχόμενο θα πρέπει να έχουν οι δημοσιεύσεις των δικαστηρίων στα κοινωνικά μέσα.Τόσο ο Καναδάς όσο και οι Η.Π.Α. ανέφεραν ότι το τμήμα σχολίων είναι απενεργοποιημένο στα κοινωνικά μέσα τους, επομένως δεν υπάρχει επικοινωνία στις σελίδες και κατά συνέπεια καμία κριτική.Η Χιλή ήταν η μόνη χώρα που ανέφερε ότι ένα δικαστήριο είχε επικριθεί λόγω περιεχομένου που δημοσιεύθηκε στα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης.
4η ερώτηση:Μπορούν οι δικαστές στη χώρα σας να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην ιδιωτική τους ζωή; Εάν όχι, πού δηλώνεται και προσδιορίζεται αυτή η απαγόρευση; Εάν ναι, υπάρχουν κανόνες που θέτουν όρια για την έκφραση των δικαστών στα κοινωνικά μέσα και, κατά συνέπεια, ποια είναι τα όρια αυτά;
Απαντήσεις:Όλες οι χώρες απάντησαν ότι οι δικαστές επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην ιδιωτική τους ζωή. Ωστόσο, επισημάνθηκε,ότι οι δικαστές πρέπει να ακολουθούν οδηγίες που έχουν θεσπιστεί σε κάθε χώρα και ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους. Η Ιταλία δήλωσε ότι επιτρέπεται στους δικαστές να χρησιμοποιούν τα κοινωνικά μέσα, καθώς έχουν τα ίδια δικαιώματα έκφρασης με οποιονδήποτε άλλο πολίτη. Η Γαλλία ανέφερε επίσης ότι οι δικαστές μπορούν να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λόγω της ελευθερίας έκφρασης, αλλά η άσκηση αυτής της ελευθερίας πρέπει να σέβεται τα επαγγελματικά καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των δικαστών. Συγκριτικά, οι ΗΠΑ απάντησαν ότι οι Αμερικανοί δικαστές επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην ιδιωτική τους ζωή, αλλά η ιδιωτική χρήση των κοινωνικών μέσων πρέπει να συμμορφώνεται στους κανόνες δεοντολογίας. Η Γερμανία ανέφερε ότι δεν υπάρχουν ειδικοί κανόνες για τη χρήση των κοινωνικών μέσων από τους δικαστές, ούτε για επαγγελματική χρήση ούτε για την ιδιωτική τους ζωή. Ωστόσο, είναι υποχρεωμένοι από το νόμο να ενεργούν κατά τρόπο που να διασφαλίζει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος αμφισβήτησης της αμεροληψίας και της ανεξαρτησίας τους. Η Λιβερία ανέφερε ότι, δεδομένου ότι τα κοινωνικά μέσα αποτελούν μέρος της σύγχρονης ζωής, οι δικαστές τους επιτρέπεται να τα χρησιμοποιούν. Επιπλέον, οι δικαστές μπορούν να χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εφόσον είναι προσεκτικοί ώστε να μην ξεφεύγουν από τα θεμιτά όρια.
5η ερώτηση:Έχουν υπάρξει ποτέ περιπτώσεις στη χώρα σας όπου οι δικαστές έχουν επικριθεί από τον Τύπο ή έχουν πειθαρχικά προβλήματα λόγω του περιεχομένου των θέσεών τους που έχουν εκφραστεί στα κοινωνικά μέσα; Αν ναι, παρακαλώ δώστε παραδείγματα. Έχουν υπάρξει ποτέ περιπτώσεις δικαστών που έχουν διωχθεί πειθαρχικά λόγω αυτών των θέσεων; Υπάρχει ένα πειθαρχικό όργανο υπεύθυνο για την επιβολή κυρώσεων στους δικαστές σε τέτοιες περιπτώσεις;
Απαντήσεις:Πολλά κράτη ανέφεραν παραδείγματα δικαστών που επικρίθηκαν ή έχουν πειθαρχικά προβλήματα λόγω του περιεχομένου των θέσεών τους,όπως εκφράσθηκαν στα κοινωνικά μέσα.Η Αυστρία ανέφερε μια υπόθεση στην οποία ο σύζυγος δικαστή, ο οποίος είναι επίσης δικαστής, σχολίασε στο Twitter μια υπόθεση διαφθοράς εναντίον πρώην υπουργού. Εκείνη την εποχή, ακόμα κατά τη διάρκεια της έρευνας, δεν γνώριζε ότι η σύζυγός του θα χρεωνόταν την υπόθεση στο μέλλον. Αργότερα, όταν άρχισε η ακρόαση, οι υπερασπιστές δικηγόροι του πρώην υπουργού είπαν ότι η δικαστής πιθανώς επηρεάστηκε από τον σύζυγό της. Το δικαστήριο απέρριψε αυτόν τον ισχυρισμό και η δικαστής εξακολουθεί να χειρίζεται την υπόθεση. Ωστόσο, υπήρξε πειθαρχική διαδικασία εναντίον του συζύγου της δικαστή, η οποίος βρίσκεται τώρα στο δευτεροβάθμιο πειθαρχικό δικαστήριο (το πρωτοβάθμιο τον έκρινε αθώο). Στην Αυστρία οι πειθαρχικές υποθέσεις εκδικάζονται από ειδικά πειθαρχικά δικαστήρια στα Ανώτατα Περιφερειακά Δικαστήρια.Η Βραζιλία ανέφερε μια υπόθεση που περιλάμβανε δικαστή του Εφετείου του Ρίο ντε Τζανέιρο,η οποία δημοσίευσε τα σχόλιά της στη σελίδα της στο Facebook το περασμένο έτος σχετικά με μία πολιτικό με το όνομα Marielle Franco, που δολοφονήθηκε την ίδια ημέρα. Είπε ότι η Marielle είχε σχέση με έναν έμπορο ναρκωτικών και ότι αυτός ήταν ο λόγος της δολοφονίας. Στην πραγματικότητα, δεν είχε αυτές τις πληροφορίες και διέδωσε απλώς ψευδείς ειδήσεις (fake news) που είχε ακούσει χωρίς να τις ελέγξει. Η θέση της επικρίθηκε έντονα σε ολόκληρη τη χώρα και τώρα κινήθηκε πειθαρχική διαδικασία σε βάρος της,ενώπιον του Εθνικού Συμβουλίου Δικαιοσύνης.Ο Καναδάς ανέφερε ότι σε ένα μήνυμα ενός εισαγγελέα Crown που είχε αναρτηθεί στη σελίδα Facebook, ένας δικαστής εντόπισε δύο δικαστές με τα αρχικά τους και χλεύασε το γεγονός ότι ένας από αυτούς επέβαλε μειωμένη ποινή σε κατηγορούμενο επειδή είχε καρκίνο . Επίσης, διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι αυτοί οι δικαστές επέβαλαν ποινές που ήταν υπερβολικά επιεικείς για ορισμένα είδη αδικημάτων. Ο δικαστής ζήτησε στη συνέχεια συγγνώμη και παραιτήθηκε.Η Γαλλία ανέφερε μια περίπτωση κατά την οποία ένας σύμβουλος και ο Γενικός Εισαγγελέας αντάλλαξαν μηνύματα στο Twitter κατά τη διάρκεια δικαστικής διαδικασίας, αναφερόμενοι στον πρόεδρο του δικαστηρίου με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς.Τους έχουν επιβληθεί κυρώσεις από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.Η Γερμανία ανέφερε μια ποινική υπόθεση του 2015, που εκκρεμούσε στο Ανώτατο Δικαστήριο του Μονάχου με κατηγορούμενους τρείς Σύριους για υποτιθέμενη συμμετοχή τους σε ξένη τρομοκρατική οργάνωση. Ορισμένες ημέρες πριν από τη δίκη, μια εφημερίδα ανέφερε ότι ο προεδρεύων δικαστής είχε προηγουμένως δημοσιεύσει μια φωτογραφία του στον λογαριασμό του στο Facebook, που έδειχνε ότι φορούσε ένα μπλουζάκι με την επιγραφή “Fatih Sultan Mehmed – The Conqueror”. Η αμεροληψία του σε αυτή τη δίκη αμφισβητήθηκε, αλλά δεν οδήγησε στην εξαίρεσή του ως δικαστή από την συγκεκριμένη υπόθεση.Το Ισραήλ ανέφερε μια υπόθεση στην οποία ένας ποινικός δικαστής επικοινώνησε με έναν εισαγγελέα μέσω WhatsApp, αρχικά σχετικά με το συντονισμό των διαφόρων ακροάσεων σε μια μεγάλη υπόθεση. Αυτή η επικοινωνία εξελίχθηκε σε ανάρμοστη συμπεριφορά για έναν δικαστή, ο οποίος πρόσθεσε προσωπικά σχόλια στα μηνύματα και ακατάλληλες εκφράσεις. Ένας δημοσιογράφος υπέκλεψε τη συνομιλία του εισαγγελέα με τον δικαστή και την διέδωσε με αποτέλεσμα να γίνει viral. Ο δικαστής υποβλήθηκε σε πειθαρχικό έλεγχο και το πειθαρχικό δικαστήριο αποφάσισε ομόφωνα να τον απομακρύνει από το δικαστικό σώμα. Ο δικαστής προσέβαλε την απόφαση του πειθαρχικού δικαστηρίου στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ ως Ανώτατο Δικαστήριο και μετά από ακρόαση από τρεις δικαστές, η πλειοψηφία αποφάσισε ότι ο δικαστής θα επανέλθει στην υπηρεσία με ορισμένους περιορισμούς για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.Από την άλλη πλευρά, η Ιταλία ανέφερε ότι μία εισαγγελέας είχε δημοσιεύσει στο Facebook ορισμένα σχόλια σχετικά με έναν Ιταλό ηθοποιό, διάσημο για την καλή εμφάνισή του, εκφράζοντας την εκτίμησή της για το «sex appeal» του. Εκείνη την εποχή, ήταν η εισαγγελέας που ήταν επιφορτισμένη με τις έρευνες σχετικά με μια έκρηξη στο σπίτι του ηθοποιού,ο οποίος και είχε τραυματισθεί. Λόγω των σχολίων της στο Facebook, ο Γενικός Εισαγγελέας την εξαίρεσε από την υπόθεση και το Πειθαρχικό Τμήμα του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου ξεκίνησε πειθαρχική διαδικασία εναντίον της. Η κατηγορία ήταν έλλειψη αυτοσυγκράτησης και παραβίαση των καθηκόντων που ορίζει ο κώδικας δεοντολογίας των δικαστών. Τελικά δεν της αποδόθηκε πειθαρχικό αδίκημα, διότι το γεγονός θεωρήθηκε περιορισμένης σημασίας.Η Νορβηγία ανέφερε ότι υπάρχουν λίγες περιπτώσεις κατά τις οποίες οι δικαστές εξαιρέθηκαν κατά την προδικασία σε υποθέσεις λόγω των προηγούμενων σχολίων τους στα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης.Η Πορτογαλία ανέφερε ότι υπήρξαν πρόσφατες περιπτώσεις δικαστών που επικρίθηκαν λόγω απρεπών σχολίων γιά έναν πρώην πρωθυπουργό που ελέγχονταν για διαφθορά. Σύμφωνα με τον Τύπο (η πειθαρχική διαδικασία είναι μυστική και δεν έχουν εκδοθεί επίσημες πληροφορίες), αυτές οι υποθέσεις τέθηκαν στο αρχείο από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.Η Σλοβενία ανέφερε μια υπόθεση για έναν δικαστή, πρόεδρο του δικαστηρίου, ο οποίος σχολίασε στο Twitter μια ποινική υπόθεση εναντίον του δημάρχου της πρωτεύουσας. Παραιτήθηκε από πρόεδρος του δικαστηρίου, παρόλο που εξακολουθεί να υπηρετεί ως δικαστής.Η Νότια Αφρική ανέφερε μια υπόθεση για έναν δικαστή του δικαστηρίου Goodwood, ο οποίος κινηματογραφήθηκε μέσω τηλεφώνου κατά τη διάρκεια δικαστικής διαδικασίας. Το βίντεο έγινε viral στο Facebook και στο YouTube. Ένα μέλος του ακροατηρίου που δημοσίευσε το βίντεο ήταν δυσαρεστημένο διότι ο δικαστής ασχολούνταν συνέχεια με το κινητό του τηλέφωνο, αντί με τις υποθέσεις που εκδικάζονταν ενώπιόν του και απαιτούσαν την αμέριστη προσοχή του. Ο δικαστής αυτός ελέγχεται πειθαρχικά.Η Ελβετία ανέφερε μια περίπτωση εισαγγελέα της Ζυρίχης, ο οποίος είχε δημοσιεύσει αρκετές επιστολές σχετικά με θέματα που σχετίζονταν γενικά με τη δουλειά του. Τα σχόλια δημοσιεύθηκαν στο προσωπικό του προφίλ χωρίς καμία αναφορά στο επάγγελμά του. Οι αρχές έκριναν ότι η συμπεριφορά του ήταν παραδεκτή όσο τα σχόλια / οι πληροφορίες ήταν δημόσιες, χωρίς καμία αναφορά στην εργασία του.Οι ΗΠΑ ανέφεραν την υπόθεση ενός ομοσπονδιακού δικαστή, ο οποίος διαβίβασε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε γνωστούς του που περιείχε ρατσιστικό αστείο για τη μητέρα του τότε προέδρου Ομπάμα και διατάχθηκε ένορκη έρευνα για ανάρμοστη συμπεριφορά, που διεξήχθη από το Εφετείο της 9ης περιφέρειας. Το μήνυμα που διαβιβάστηκε, έλαβε διαστάσεις στα ΜΜΕ , με αποτέλεσμα να προκαλέσει την παρέμβαση μελών του Κογκρέσου και του κοινού. Πριν από την παραίτηση του δικαστή, το Δικαστικό Συμβούλιο του Εφετείου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του δικαστή παραβίασε τους κανόνες του κώδικα συμπεριφοράς των δικαστών των Ηνωμένων Πολιτειών, σημειώνοντας ότι «η ισχύς και το εύρος της αντίδρασης του κοινού στη δημοσίευση του μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Φεβρουαρίου 2012,απεικονίζει τη σοβαρότητα της προσβολής».Το Δικαστικό Συμβούλιο του Εφετείου επέβαλε δημόσια επίπληξη, διέταξε να μην χρεωθούν νέες υποθέσεις στον δικαστή για 180 ημέρες και διέταξε τον δικαστή να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του σχετικά με τη δικαστική δεοντολογία, τη φυλετική συνείδηση και την εξάλειψη της μεροληψίας.Τέλος, πολλά κράτη ανέφεραν την ύπαρξη ενός ειδικού οργάνου στις χώρες τους, αρμοδίου για την εξέταση πειθαρχικών διαδικασιών κατά δικαστών.-

Βαρβάρα Πάπαρη,Εφέτης,μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ: ΠΟΙΝΕΣ – ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΠΟΙΝΗΣ- ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΟΙΝΗΣ-ΣΥΡΡΟΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ – ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, Χρήστος Νάστας, Πρόεδρος Εφετών

ΗΜΕΡΙΔΑ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΤΡΙΚΑΛΩΝ
11-9-2019
ΕΙΣΗΓΗΣΗ
ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ: ΠΟΙΝΕΣ – ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΠΟΙΝΗΣ- ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΟΙΝΗΣ- ΣΥΡΡΟΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ – ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Εισηγητής

Χρήστος Νάστας , Πρόεδρος Εφετών , Ποινικός Δικαστής αποκλειστικής απασχόλησης , τακτικό μέλος του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

Με τον νέο ΠΟΙΝΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ που κυρώθηκε με τον ν. 4619/ 2019 και ισχύει από 1ης Ιουλίου 2019 , το σύστημα ποινών αναμορφώνεται πλήρως: Ειδικότερα 1. Στις κύριες ποινές που γνωρίζαμε, (τις στερητικές της ελευθερίας ποινές, όπως η κάθειρξη, η φυλάκιση και ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, και τις χρηματικές) προστίθεται η προσφορά κοινωφελούς εργασία. (Η προσφορά κοινωφελούς εργασία., ως ποινή δεν είναι άγνωστη στο Δίκαιο μας . Προβλέπεται στο άρθρο 82 παρ. 5 του προϋσχύσαντος Κώδικα , όχι όμως ως κύρια ποινή που την προβλέπει ο ΠΚ που ισχύει σήμερα). Τα όρια των στερητικών της ελευθερίας ποινών παραμένουν τα ίδια για τη φυλάκιση (άρθρο 53 ΠΚ) από 10 ημέρες έως 5 χρόνια , αλλά μειώνεται το ανώτατο όριο της πρόσκαιρης κάθειρξης σε 15 έτη ( άρθρο 52 ΠΚ). Η ποινή της ισόβιας κάθειρξης προβλέπεται , εναλλακτικά, με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών , μόνο για τα εγκλήματα που προσβάλουν τα σημαντικότερα έννομα αγαθά , όπως η εσχάτη προδοσία( άρθρο 134 ΠΚ), η επιβολή της ακεραιότητας της χώρας ( άρθρο 138 ΠΚ) και η ανθρωποκτονία με πρόθεση ( 299 ΠΚ). Επίσης όπου σε ειδικούς ποινικούς νόμους απειλείται μόνο ποινή ισόβιας κάθειρξης προστίθεται διαζευκτικά και η πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών( άρθρο 463 ΠΚ , μεταβατικές διατάξεις) και με την από 27 Ιουνίου 2019 ΠΡΑΞΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΈΝΟΥ, αλλά και με το άρθρο 95 του νόμου 4623/2019 με το άρθρο δεύτερο παρ. 2 περ. ιγ΄ προστέθηκε τρίτο εδάφιο , όπου σε ειδικούς ποινικούς νόμους απειλείται πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε ετών, επιβάλλεται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών.
Η παροχή κοινωφελούς εργασίας δεν μπορεί να έχει διάρκεια ανώτερη των 720 ωρών , ούτε να είναι κατώτερη των 100 ωρών , εκτός αν ορίζεται διαφορετικά ( άρθρο 55 ΠΚ).
Η χρηματική ποινή προσδιορίζεται σε ημερήσιες μονάδες( άρθρο 57 ΠΚ) . Εδώ άλλαξε ριζικά ο τρόπος προσδιορισμού των χρηματικών ποινών, για τον υπολογισμό των οποίων ως μονάδα μέτρησης ορίζεται η ημερήσια μονάδα. Ανώτερο όριο ορίζονται οι 360 μονάδες , δηλαδή αντίστοιχες με τη διάρκεια ενός έτους , υπολογιζόμενης της διάρκειας κάθε μήνα σε 30 ημέρες. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικές διατάξεις , η χρηματική ποινή δεν μπορεί να είναι ανώτερη : α) από 90 ημερήσιες μονάδες , όταν απειλείται ως μόνη κύρια ποινή και αφορά μικρής απαξίας πλημμελήματα, β) από 180 ημερήσιες μονάδες , όπου απειλείται διαζευκτικά με τη στερητική της ελευθερίας ποινή και αφορά μεσαίας βαρύτητας πλημμελήματα και γ) από 360 ημερήσιες μονάδες, όπου απειλείται αθροιστικά με ποινή στερητικής της ελευθερίας και αφορά βαριά πλημμελήματα και κακουργήματα. Το ύψος κάθε ημερήσιας μονάδας δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 1 ευρώ ούτε ανώτερο από 100 ευρώ.
Ως προς τις παρεπόμενες ποινές , που προβλέπονται στα άρθρα 59 και 60 του ΠΚ , καταργείται η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων ως απαρχαιωμένος θεσμός. Ουσιαστικά αντικαθίσταται από την αποστέρηση θέσεων και αξιωμάτων, η οποία επιβάλλεται καταρχήν μόνο για κακουργήματα και μόνον εφόσον η πράξη συνιστά βαριά παράβαση των καθηκόντων του{ Ωστόσο με βάση ειδικές διατάξεις αποστέρηση της δημόσιας θέσης του αξιώματος προβλέπεται και για πλημμελήματα, όπως το άρθρο 263 ΠΚ προβλέπει την παρεπόμενη αυτή ποινή για τα εγκλήματα των άρθρων 235( δωροληψία υπαλλήλων), 237 (δωροληψία δικαστή) και 243(νόθευση δικαστικού εγγράφου)}.
Τώρα στην επιμέτρηση της ποινής. Δεν υπάρχει πλέον ενότητα που αναφέρεται στην υποτροπή και ιδιαίτερη μεταχείριση των καθ΄ έξη εγκληματιών . Αυτή διαγράφηκε. Στο άρθρο 79 περιλαμβάνονται γενικοί κανόνες για τον τρόπο επιμέτρησης όλων των ποινών. Ορίζεται αρχικά ότι με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται από τον Δικαστή η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του δράστη γι΄ αυτή , ενώ , όπως αναφέρεται και στην αιτιολογική έκθεση , το Δικαστήριο δεν οφείλει απλώς να σταθμίσει τα στοιχεία του εγκλήματος που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου , αλλά πρέπει επιπλέον να συνεκτιμήσει τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους( άρθρο 13 β΄ΠΚ). Στη δεύτερη παράγραφο αναφέρονται τα στοιχεία που πρέπει το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη για να εκτιμήσει τη βαρύτητα του εγκλήματος , ενώ στην τρίτη παράγραφο περιγράφονται τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη για να εκτιμήσει την ενοχή του δράστη. Στην τέταρτη παράγραφο του άρθρου μνημονεύονται όροι που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου κατά την επιμέτρηση της ποινής, ενώ στην πέμπτη παράγραφο του ιδίου άρθρου μνημονεύονται όροι που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου κατά την επιμέτρηση της ποινής. ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙ ΕΝΤΎΠΩΣΗ είναι η έβδομη παράγραφος του άρθρου 79, στην οποία ορίζεται ότι η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγουμένων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία . Αληθινά αναρωτιέμαι , χρειαζόταν αυτή η παράγραφος , όταν τούτο προβλέπεται ρητά από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος; Για να πούμε τα πράγματα ως έχουν: Η σύνταξη ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένου σκεπτικού για την επιμέτρηση της ποινής είναι πρακτικά ανέφικτη τις περισσότερες φορές , μάλιστα δε όταν ο κατηγορούμενος ερημοδικεί. Επειδή μάλλον είναι αβέβαιη και ίσως δεν συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες η ερμηνευτική αδρανοποίηση της νέας διάταξης του άρθρου 79 παρ. 7 ΠΚ , τα ενδεχόμενα είναι δύο : είτε η παράλογη επιβάρυνση των ήδη βεβαρημένων δικαστών και η σύνταξη νέων σκεπτικών , τα οποία στην πραγματικότητα θα ισορροπούν μεταξύ αφενός του φτωχού αποδεικτικού υλικού και αφετέρου γενικόλογων και τυποποιημένων επαναλαμβανόμενων φράσεων, προκειμένου να βρίσκονται στο αναιρετικό απυρόβλητο , είτε η επιβολή της ελάχιστης δυνατής ποινής με την γενναιόδωρη χρήση και των διατάξεων για τις ελαφρυντικές περιστάσεις , προκειμένου να μην υπάρχει , κατά το δυνατόν , ουσιαστικός λόγος προσβολής της απόφασης περί επιβολής ποινής. Η θέσπισης της διάταξης αυτής, όπως έχει γράψει σε άρθρο του ο συνάδελφος, Γεώργιος Πλαγάκος, Πρόεδρος Πρωτοδικών, το οποίο είναι δημοσιευμένο στο dikastis.gr αλλά και σε άλλες ιστοσελίδες, αναδεικνύει ότι η βούληση για λεπτομερή ρύθμιση των πάντων οδηγεί σε υπερβολή και δυσλειτουργία, διότι η σώρευση λεπτομερών ρυθμίσεων και υποχρεώσεων για κάθε επιμέρους ζήτημα εντέλει δεν οδηγεί απαραίτητα στην απονομή δικαιοσύνης υψηλής ποιότητας , αλλά παρεμβάλλει περισσότερα προσκόμματα στη λειτουργία της δικαιοσύνης , προσφέρει αφορμή για ακόμη περισσότερες δίκες και οδηγεί στην επιβράδυνσή της.
Στη συνέχεια στο άρθρο 80 προσδιορίζεται ο τρόπος επιμέτρησης και απότισης της χρηματικής ποινής , ο οποίος, όπως αναφέρεται και στην Αιτιολογική Έκθεση , οργανώθηκε στο πρότυπο του Ελβετικού Ποινικού Κώδικα. Με βάση τη νέα αυτή διάταξη, το δικαστήριο επιβάλλοντας χρηματική ποινή , οφείλει να ορίσει τόσο τον αριθμό των ημερήσιων μονάδων , όσο και το ύψος κάθε μονάδας. Για τον προσδιορισμό των ημερήσιων μονάδων , το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ΜΟΝΟ τη βαρύτητα της πράξης και την ενοχή του δράστη γι΄ αυτή. Αντίθετα σε ότι αφορά το ύψος της κάθε ημερήσιας μονάδας , το Δικαστήριο το καθορίζει με βάση την προσωπική και οικονομική κατάσταση του υπαιτίου, λαμβάνοντας υπόψη ειδικότερα τα καθαρά έσοδα που αποκτά κατά την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε μέρα, άλλα τυχόν εισοδήματα και εν γένει την περιουσία του, καθώς και τις οικογενειακές του υποχρεώσεις. Άλλες υποχρεώσεις του μπορούν να συνυπολογισθούν από το Δικαστήριο. Η απλή αναφορά ότι το δικαστήριο έχει λάβει υπόψη του , κατά την επιμέτρηση της ποινής , την οικονομική κατάσταση του υπαιτίου, κατά την άποψη των μελών της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής , δεν είναι επαρκής. Κατά την άποψή μου , εάν στην απόφαση αναφέρεται ότι το δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής, έλαβε υπόψη την οικονομική κατάσταση του υπαιτίου , αυτό είναι αρκετό, αφού σε αυτή περιλαμβάνονται τα έσοδα από την εργασία, άλλα εισοδήματα και γενικά η περιουσία του υπαιτίου , δεν χρειάζεται κάτι άλλο παραπάνω ( δεν θα γίνεται ανάλυση πόσες ημέρες εργάζεται το μήνα , ποιο είναι το ημερομίσθιο κλπ). Αυτό, εξάλλου έχει δεχθεί και η νομολογία κατά την μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική (άρθρο 82 παρ. 2 ΠΚ , όπως αυτό ίσχυε πριν από την κύρωση του νέου ΠΚ). Στο νέο αυτό άρθρο και συγκεκριμένα στην παράγραφο 4 λαμβάνεται ειδική πρόνοια για τα άτομα που αδυνατούν να καταβάλουν αμέσως το σύνολο της χρηματικής ποινής ή που η καταβολή της θα συνεπαγόταν την αδυναμία καταβολής της αποζημίωσης στο θύμα. Προηγείται της έκτισης της ποινής η καταβολή της αποζημίωσης στον παθόντα. Το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή καθορίζει προθεσμία, όχι μεγαλύτερη από 3 χρόνια, ώστε ο καταδικασθείς να καταβάλει σε δόσεις την ποινή του. Ειδική πρόνοια λαμβάνεται επίσης στην 5η παράγραφο του άρθρου για την περίπτωση που η αδυναμία καταβολής των δόσεων της χρηματικής ποινής οφείλεται σε ουσιώδη αλλαγή των όρων της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης του δράστη μετά την επιμέτρηση της ποινής . Στην περίπτωση αυτή ο καταδικασθείς μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση διεύρυνση της προθεσμίας καταβολής της χρηματικής ποινής , η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τα 5 χρόνια, μείωση του ύψους της ημερήσιας μονάδας ή αντικατάσταση της χρηματικής ποινής από την προσφορά κοινωφελούς εργασίας, στο μέτρο που ορίζει το δικαστήριο. Τα αιτήματα μπορεί να υποβάλλονται σωρευτικά ή διαζευκτικά, μπορούν όμως να υποβληθούν μία μόνο φορά. Από το συνδυασμό των παρ. 4 και 5 του ιδίου άρθρου προκύπτει ότι ο καθορισμός των δόσεων μπορεί να γίνει μόνο με την απόφαση που επιβάλλεται χρηματική ποινή. Ωστόσο , αυτό θα συμβαίνει μόνο όταν ο κατηγορούμενος είναι παρών. Δεν πρέπει να αποκλειστεί το δικαίωμα να ζητήσει με μεταγενέστερη αίτησή του την χορήγηση της προθεσμίας της παρ. 4 ( δηλαδή μέχρι 3 χρόνια). Ζήτημα αν μπορεί να επιβληθεί εξαρχής η παροχή κοινωφελούς εργασίας αντί για χρηματική ποινή σε περίπτωση που διαπιστωθεί αδυναμία καταβολής της χρηματικής ποινής , έστω και σε δόσεις και μάλιστα ακόμη και εκεί που η χρηματική ποινή δεν απειλείται σωρευτικά ή διαζευκτικά με την παροχή κοινωφελούς εργασίας. Στην 6η παράγραφο του άρθρου σημειώνεται ότι μαζί με τη χρηματική ποινή , το δικαστήριο ορίζει ποινή στερητική της ελευθερίας , η οποία θα πρέπει να εκτιθεί , εάν ο καταδικασθείς δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. η διάρκεια της στερητικής της ελευθερίας ποινής δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των ημερήσιων μονάδων της χρηματικής ποινής. Η εκτέλεση αυτής της στερητικής της ελευθερίας ποινή, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 80 ΠΚ, δεν μπορεί να ανασταλεί. Και σωστά δεν μπορεί ν ανασταλεί , διότι κανένας καταδικασθείς δεν θα συναινέσει στη βεβαίωση και πληρωμή της χρηματικής ποινής στη ΔΟΥ, αλλά θα επιδίωκε τη μετατροπή της σε φυλάκιση και εν συνεχεία την αναστολή της με το 99 ΠΚ προκειμένου να μην την εκτίσει.

Σχετικά τώρα με την επιμέτρηση της παροχής κοινωφελούς εργασίας( άρθρο 81 ΠΚ) που προβλέπεται κατ΄ αρχήν ως κύρια ποινή ( άρθρο 50 ) αλλά και ως υποκατάσταση ή κατά μετατροπή της χρηματικής ποινής ( άρθρα 80παρ. 4, 104Α και 105Α ΠΚ), η εκτέλεση της οποίας προς το παρόν έχει ανασταλεί με το άρθρο 98 του Ν. 4623/2019, ελλείψει δομών στις Δημόσιες Υπηρεσίες , στους ΟΤΑ και στα μη κερδοσκοπικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Κατά την επιμέτρηση της ποινής της παροχής κοινωφελούς εργασίας και η ηλικία , η κατάσταση της υγείας του υπαιτίου , καθώς και οι επαγγελματικές και οικογενειακές του υποχρεώσεις. Στην απόφαση ορίζεται η μέγιστη διάρκεια παροχής της κοινωφελούς εργασίας, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 24 μήνες. Προσδιορίζονται επίσης οι δομές στις οποίες μπορεί να προσφέρεται η κοινωφελής εργασία. Στην απόφαση καθορίζεται και η φυλάκιση ή η χρηματική ποινή που θα πρέπει να εκτίσει ο καταδικασθείς , αν δεν εκτελέσει με συνέπεια την κοινωφελή εργασία. Οι 4 ώρες κοινωφελούς εργασίας αντιστοιχούν προς μία ημέρα φυλάκισης ή μία ημερήσια μονάδα χρηματικής ποινής . Η αντιστοιχία αυτή των ωρών κοινωφελούς εργασίας προς τη χρηματική ποινή ή την ποινή φυλάκισης καθορίζεται κατά τρόπο δεσμευτικό για το δικαστήριο. ΑΝ η εργασία παρέχεται από εκείνον που καταδικάσθηκε ελλιπώς ή πλημμελώς με δική του υπαιτιότητα, ο Εισαγγελέας εκτέλεσης της ποινής έχει στη διάθεσή του περισσότερες επιλογές. Οι επιλογές αυτές αναφέρονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 81 ΠΚ.

Στο άρθρο 82 ΠΚ περιλαμβάνεται η διάταξη του άρθρου 87 ΠΚ , όπως ίσχυε πριν από τον νέο Κώδικα, όπου προσδιορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της προσωρινής κράτησης σε περίπτωση επιβολής στερητικής της ελευθερίας ποινής. Ο χρόνος της προσωρινής κράτησης και ο χρόνος κράτησης από τη σύλληψη ως την προσωρινή κράτηση αφαιρούνται από την επιβληθείσα στερητική της ελευθερίας ποινή. Η ίδια αυτή ρύθμιση επεκτείνεται και για τον υπολογισμό του χρόνου παραμονής σε θεραπευτικές μονάδες για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης κατά τον ΚΠοινΔ (άρθρο 200 παρ. 3 εδ. γ΄ ) . Σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων που συνεκδικάζονται, από τη συνολική ποινή που επιβλήθηκε αφαιρείται ο χρόνος κράτησης , η οποία διατάχθηκε για οποιαδήποτε από αυτά , ακόμη και όταν η απόφαση κήρυξε τον καταδικασθέντα αθώο για το έγκλημα για το οποίο είχε κρατηθεί, καθώς και για αυτά που συνεκδικάσθηκαν, ο κράτησης αφαιρείται από άλλες ποινές , εφόσον επιβάλλονται για εγκλήματα που διαπράχθηκαν πριν από την κράτηση για την οποία δεν επακολούθησε καταδικαστική απόφαση. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις , όπου ο χρόνος στέρησης της ελευθερίας αφαιρείται από οποιαδήποτε άλλη ποινή , δεν υπάρχει δικαίωμα του κρατηθέντος για αποζημίωση κατά τα άρθρα 535 ΚΠοινΔ. Επίσης όταν επιβάλλεται μόνο χρηματική ποινή για το έγκλημα που ο καταδικασθείς είχε κρατηθεί, αφαιρούνται από την ποινή οι ημερήσιες μονάδες που αντιστοιχούν στον χρόνο κράτησης.

ΜΕΙΩΣΗ της ΑΠΕΙΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΟΙΝΗΣ(άρθρο 83 ΠΚ)

Στο άρθρο αυτό προσδιορίζονται τα μειωμένα πλαίσια των κύριων ποινών. Προβλέπεται ειδικότερα ότι όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιο της καθορίζεται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως οκτώ έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως έξι έτη, δ) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία.
Περαιτέρω στο άρθρο 84 γίνεται αναφορά των ελαφρυντικών περιστάσεων. 1ον Ως προς την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου ( άρθρο 84 παρ. 2 α΄) η νέα διατύπωση απαιτεί ο υπαίτιος να έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα <<σύννομα>>( αντί του <<έντιμα>> που προέβλεπε η προισχύσασα διάταξη) με την πρόσθετη μάλιστα διευκρίνιση ότι μόνη η προηγούμενη καταδίκη του υπαιτίου για ελαφρό πλημμέλημα δεν αποκλείεται το σύννομο του πρότερου έντιμου βίου του. Η διατύπωση αυτή διευρύνει υπερβολικά τη δυνατότητα αναγνώρισης της σπουδαιότητας αυτής από τις ελαφρυντικές περιστάσεις. Όπως αναφέρεται και στην Εισηγητική έκθεση , στο κράτος δικαίου ο πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει , όπως ο ίδιος κρίνει , εφόσον δεν παραβιάζει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου. Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικασθεί για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα ( άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β΄) << απαραβίαστη>> προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή. Το δικαστήριο δικαιούται να ελέγξει ΜΟΝΟ της περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξης. Κριτήριο επομένως για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, το δε λευκό ποινικό μητρώο δεν είναι το μόνο αποδεικτικό στοιχείο για την κατάφαση της περίστασης αυτής, ο δε δικαστής μπορεί να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 ΚΠΔ (που αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα και στο βάρος απόδειξης. [[ παρ.2. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορουμένου καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής.]]

Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη αυτή (84 παρ.2α) του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας διάταξης, που όριζε ότι η υπό στοιχείο α’ ελαφρυντική περίσταση συνίσταται στο “ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή”, αφού με τη νέα διάταξη διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της “νόμιμης” ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου της “έντιμης” ζωής, που απαιτούνταν από την προϊσχύσασα διάταξη και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το Σύνταγμα “απαραβίαστη” προηγούμενη ατομική και οικογενειακή ζωή του υπαιτίου(ΑΠ 1466/2019)
Κατά μία άλλην άποψη , την οποία υποστηρίζει ο καθηγητής, Αριστοτέλης Χαραλαμπάκης , ορθότερο θα ήταν μία ρύθμιση που θα είχε ως αφετηρία και τεκμήριο(μαχητό) σύννομου βίου την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου με την επιφύλαξη να μην προκύπτουν από την μέχρι την πράξη συμπεριφορά του υπαιτίου περιστατικά που ακόμη και αν δεν συνιστούν αξιόποινη πράξη , καταδεικνύουν μία ιδιαίτερη επιλήψιμη και αντικοινωνική στάση ζωής αυτού.
2ον Ως προς τις ελαφρυντικές περιστάσεις παρ. β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης, παρ.γ) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη, και δ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, δεν έχουμε κάποια αλλαγή . Ό,τι ίσχυε , ισχύει και σήμερα.
3ον Εκεί που έχουμε διαφοροποίηση είναι η περ. 5 της παραγράφου 2 , που ορίζει ότι : το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η καλή συμπεριφορά του καταδικασθέντος για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του αξιολογείται ελαφρυντικά ακόμα και κατά την κράτησή του. Το ελαφρυντικό αυτό το είχε δεχθεί η νομολογία και με τον προϊσχύσαντα Ποινικό Κώδικα. Δεν μπορεί πλέον σήμερα που προβλέπεται και στον νόμο, να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως στον ευρισκόμενο στη φυλακή κρατούμενο, από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατείται και ότι εξ αυτής της καταστάσεώς του, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτίωση της συμπεριφοράς του, η οποία (βελτίωση), κατά το διάστημα της κρατήσεώς του, προδήλως εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά. Η καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του κρατούμενου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του. Η ύπαρξη καλής διαγωγής, η έλλειψη πειθαρχικής καταδίκης, η εργασία και γενικά η τυπική και συνήθης συμμόρφωση του καταδίκου στο εξαναγκαστικό ρυθμιστικό πλαίσιο των σωφρονιστικών καταστημάτων αξιολογούνται και αξιοποιούνται, καταρχήν, για την παροχή των ευεργετημάτων, που προβλέπει ρητά και ειδικά ο νόμος (συνυπολογισμός χρόνου εργασίας κατά την έκτιση της ποινής, λήψη αδειών κλπ.), στην απόλαυση των οποίων προδήλως και ευλόγως αποσκοπεί κάθε κρατούμενος, και δεν αρκούν για τη χορήγηση του σχετικού ελαφρυντικού. Όμως, ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού θέσπισης της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη (και όχι μόνο την ελεύθερη) διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξεως, δεν μπορεί να αποκλειστεί η συνδρομή όρων χορήγησης του σχετικού ελαφρυντικού και υπό σχετικά μακρόχρονο καθεστώς κράτησης, που προβλέπεται πλέον ρητά στο άνω άρθρο 84 παρ. 2 ε΄, στις εξαιρετικές και διακριτές εκείνες περιπτώσεις που η στάση και συμπεριφορά του υπαιτίου υπερβαίνει κατά πολύ τη συνήθη στάση και συμπεριφορά συμμόρφωσης του μέσου κρατούμενου για την εξασφάλιση των προβλεπόμενων σωφρονιστικών ευεργετημάτων και αντανακλά, με διαπιστωμένη βεβαιότητα, την ειλικρινή ψυχοβουλητική μεταστροφή αυτού, τη σταθερή εναρμόνισή του προς τις επιταγές της έννομης τάξης και την ουσιαστική σωφρονιστική βελτίωση της προσωπικότητάς του( ΑΠ 909/2016 ΝΟΜΟΣ).

Επίσης μια άλλη περίπτωση που αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση είναι η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και προβλέπεται το πρώτον στην παράγραφο 3 του άρθρου 84 ΠΚ . Η προσθήκη αυτή αποτελεί συνέχεια της ρύθμισης που είχε πρωτοεισαχθεί με την παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν. 4239/2014, σύμφωνα με την οποία ΄΄ κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου . Στη δικαστική απόφαση γίνεται ρητή μνεία με συνοπτική αιτιολογία ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατά τα άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, γεγονός το οποίο μπορεί να συνιστά, εν όλω ή εν μέρει, δίκαιη ικανοποίηση για την καθυστέρηση της ποινικής διαδικασίας ΄΄. Η διαφορά ως προς την νέα ρύθμιση είναι ότι αρχικά η εύλογη υπέρβαση της διαδικασίας είχε ενταχθεί στο άρθρο 79, δηλαδή στους κανόνες της επιμέτρησης της ποινής , ενώ τώρα πλέον συγκαταλέγεται στις ελαφρυντικές περιστάσεις. Κατά τη γνώμη μου το ελαφρυντικό αυτό δεν έχει σχέση με την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, αλλά με την μη δυνατότητα της πολιτείας να εκδικάζονται οι υποθέσεις σε εύλογο χρόνο. Το ζήτημα φαίνεται να μην είναι και τόσο απλό και πιθανότατα θα αποτελέσει άλλο ένα χτύπημα στο μαλακό υπογάστριο της Δικαιοσύνης και της ικανότητας της στον καταλογισμό και στην τιμωρία πράξεων που επηρεάζουν την κοινωνία, όπως οι υποθέσεις διαφθοράς με πολύ μεγάλο οικονομικό και ηθικό-κοινωνικό αντίκτυπο. Εφόσον η περίπτωση αυτή αποτελεί πλέον ελαφρυντική περίσταση που υποχρεωτικά, αν γίνει δεκτός ο σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, οδηγεί σε μείωση της ποινής, πρέπει το Δικαστήριο , όταν αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης να συνεκτιμήσει ιδίως: α) την καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για τη διάρκεια της οποίας διατυπώνεται παράπονο ότι υπερέβη την εύλογη διάρκεια, β) την πολυπλοκότητα των τιθέμενων πραγματικών και νομικών ζητημάτων, γ) τη στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα. Τα κριτήρια αυτά προβλέπονται ρητά στο άρθρο 5 του ν. 4239/2014.
Επαναλαμβάνω ότι κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης εύλογου χρόνου διάρκειας της δίκης ως λόγος μείωσης της ποινής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος αλλά συνεκτιμώνται και τα προαναφερόμενα , δηλαδή η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο.
Όταν λοιπόν ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, γίνει δεκτός κατ΄ ουσία από το δικαστήριο, ή το δικαστήριο, σε περίπτωση απουσίας του κατηγορουμένου, αυτεπαγγέλτως θετικά διαπιστώσει τη συνδρομή τέτοιας περίπτωσης, τότε κατά την επιμέτρηση της ποινής θα γίνει αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 79 του ΠΚ αλλά και στη διάταξη του άρθρου 7 παρ.3 του Ν.4239/2014. Στην περίπτωση όμως που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζητήσει την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 3 του ΠΚ και το δικαστήριο απορρίψει αυτόν τον αυτοτελή ισχυρισμό , ως ουσία αβάσιμο, τότε στην επιμέτρηση της ποινής δεν γίνεται αναφορά στη διάταξη του άρθρου 7 παρ.3 του Ν.4239/2014, παρά μόνο στις διατάξεις του άρθρου 79 του ΠΚ , για το λόγο ότι η επίκληση αυτής της διάταξης αντιφάσκει με την προηγηθείσα απόφαση του Δικαστηρίου που έχει απορρίψει το αίτημα του κατηγορουμένου για αναγνώριση του σχετικού ελαφρυντικού.] Το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει αρνητικά, ότι δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή, όταν, μάλιστα, δεν έχει υποβληθεί συναφής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο, δοθέντος και του ότι αυτός (κατηγορούμενος) διατηρεί το δικαίωμα να προσφύγει συναφώς στα αρμόδια όργανα, για τη δίκαιη ικανοποίησή του λόγω της καθυστέρησης της ποινικής διαδικασίας(ΑΠ 1191/2019).

Η ελαφρυντική αυτή περίσταση πρέπει να προβλέπεται μόνο στο άρθρο 79 ΠΚ, όπως πριν από την ισχύ του νέου ΠΚ, έτσι ώστε να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, ακόμη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, πάντα όμως μέσα στο αρχικά όρια της ποινής, ανεξάρτητα αν το προτείνει ή όχι ο κατηγορούμενος. Με τη ρύθμιση αυτή η νομοθεσία μας δεν έρχεται σε αντίθεση προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ και ο κατηγορούμενος μετά την καταδίκη του δεν θα έχει λόγο να προσφύγει στα αρμόδια όργανα του άρθρου 2 του ν. 4239/2014, για τη δίκαιη ικανοποίησή του λόγω της καθυστέρησης της ποινικής διαδικασίας, αφού το σχετικό αίτημά του θα έχει γίνει δεκτό και θα του έχει επιβληθεί μικρότερη ποινή ή θα έχει απορριφθεί για το λόγο ότι δεν συντρέχει στην περίπτωσή του υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ιδίου.
Περαιτέρω στο άρθρο 85 ΠΚ που αφορά τη συρροή λόγων μείωσης της ποινής , προβλέπεται μείωση του κατώτατου ορίου , μετά την πρώτη μείωση κατά το άρθρο 83 ΠΚ. Η συνδρομή περισσοτέρων λόγων μείωσης της ποινής ή ενός ή περισσοτέρων λόγων μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις , πρέπει να αποτυπώνεται στην απειλούμενη από το έγκλημα ποινή. Το ανώτατο όριο της μειωμένης ποινής παραμένει αμετάβλητο , μειώνεται ουσιωδώς όμως το κατώτερο όριο. Έτσι το κατώτερο όριο της στερητικής της ελευθερίας ποινής των 5 ετών μειώνεται στα 3 έτη, τα 2 έτη φυλάκισης μειώνεται σε 1 έτος και το 1 έτος σε 6 μήνες και η μειωμένη ποινή φυλάκισης σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική. Η νομολογία μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ΠΚ, τηρούσε αρνητική στάση ως προς τη δυνατότητα διπλής μείωσης της ποινής, με μόνη εξαίρεση την υπ΄αριθμ. 12/2018 απόφαση του ΜΟΕ Ιωαννίνων. Δεχόταν όμως προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής ότι θα λάβει υπόψη του μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων.
Επίσης οι προαναφερόμενες μειωμένες ποινές επιβάλλονται και όταν, πέραν της συνδρομής ενός λόγου μείωσης της ποινής ή ελαφρυντικής περίστασης , ο κατηγορούμενος έχει ομολογήσει την ενοχή του πριν από το τέλος της προδικασίας , συμβάλλοντας έτσι στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης . Η τελευταία αυτή περίπτωση αποτελεί εξειδίκευση των υποπεριπτώσεων γ΄και δ΄ του άρθρου 79 παρ. 4 του ΠΚ , όπου στα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου κατά την επιμέτρηση της ποινής περιλαμβάνονται και ότι αυτός έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει καθώς επίσης και ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος.
Με τη διάταξη αυτή επιχειρείται να δοθεί ένα κίνητρο στον κατηγορούμενο να αποδεχθεί έγκαιρα την ενοχή του, ώστε να ολοκληρωθεί ταχύτερα η ποινική διαδικασία. Μόνη όμως η ομολογία δεν είναι αρκετή. Θα πρέπει με την ομολογία του να έχει << συμβάλει>> στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης. Αν αντίθετα υπάρχουν ήδη επαρκή για την καταδίκη του στοιχεία , η ομολογία καθαυτήν δεν επηρεάζει την ποινή.

ΣΥΡΡΟΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ( άρθρο 94 ΠΚ)
Στο άρθρο αυτό διατηρείται η διάκριση μεταξύ πραγματικής και κατ΄ιδέα συρροή εγκλημάτων . Στην περίπτωση της αληθινής πραγματικής συρροής επέρχονται οι εξής σημαντικές αλλαγές: 1ον μειώνεται η συνολική εκτιτέα ποινή για τα κακουργήματα σε 20 έτη (από 25 που ήταν υπό τον προισχύσαντα ΠΚ) και για τα πλημμελήματα σε 8 έτη (από 10 που ήταν υπό τον προισχύσαντα ΠΚ), 2ον δεν προβλέπεται ελάχιστο όριο προσαύξησης και 3ον η μέγιστη επαύξηση της ποινής είναι μέχρι το ½ της συντρέχουσας ( αντί για τα 3/4 του αθροίσματος των συντρεχουσών ποινών ). Καταργήθηκε η πρόβλεψη για αθροιστική έκτιση ποινής των εγκλημάτων( κακουργημάτων ή με δόλο τελούμενων πλημμελημάτων) που έχουν διαπραχθεί από κρατούμενους κατά άλλων κρατουμένων ή υπαλλήλων καταστημάτων κράτησης ή κατά τη διάρκεια της αδείας( παρ. 4 του προισχύσαντος ΠΚ) . Επίσης καταργήθηκε η ειδική πρόβλεψη της παρ. 2 εδ. β΄του προισχύσαντος ΠΚ, σχετικά με το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που έδινε τη δυνατότητα επιβολής συνολικής ποινή με βάση την παρ.1 του άρθρου 94 ΠΚ.
Στη συνολική ποινή σε περίπτωση συρροής ποινών σε χρήμα ( άρθρο 96) , αυτή δεν μπορεί να ξεπεράσει το ½ του αθροίσματος των υπολοίπων χρηματικών ποινών (αντί για τα 3/4 του αθροίσματος των συντρεχουσών ποινών ). Ως ποινή βάσης λαμβάνεται υπόψιν εκείνη που είναι η μεγαλύτερη εκτιμώμενη σε ευρώ, ως αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού των ημερήσιων μονάδων επί το ύψος της αξίας έκαστης. Η οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος εκτιμάται στον τρόπο επαύξησης κατά το άρθρο 96παρ.1 ΠΚ. Ως προς τον προσδιορισμό της επαύξησης της ποινής βάσης ο νόμος διαχωρίζει ανάμεσα στην περίπτωση της πραγματικής και της κατ΄ ιδέα συρροής:
i) Στην περίπτωση που περισσότερα εγκλήματα τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις (αληθινή πραγματική συρροή) η βαρύτερη χρηματική ποινή επαυξάνεται ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος όχι όμως περισσότερο από το μισό του αθροίσματος των λοιπών συντρεχουσών (96παρ.1 ΠΚ).
Παράδειγμα: Συνάντηση τριών χρηματικών ποινών: 5.000 ευρώ + 1800 + 90 ευρώ. Ποινή βάσης τα 5.000 ευρώ και η επαύξηση από τις συντρέχουσες ύψους ως το όριο του ½ του αθροίσματος τους(1800+90), δηλαδή 1890:2= 945 ευρώ. Επομένως ΣΧΠ μπορεί να ανέλθει από τα 5.001 ευρώ έως τα 5.945 ευρώ, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος.

ii) Στην περίπτωση που περισσότερα εγκλήματα τελέστηκαν με μία πράξη (αληθινή κατ΄ ιδέα συρροή) το άρθρο 96παρ.2 ΠΚ με ρητή παραπομπή στα οριζόμενα στο άρθρο 94παρ.2 ΠΚ, ορίζει ότι η επαύξηση γίνεται ελεύθερα, όχι όμως πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής. Εδώ ανακύπτει ερμηνευτικό ζήτημα για το ποιο είναι το ανώτατο όριο της χρηματικής ποινής. Από τη συνδυαστική εκτίμηση των άρθρων 57 και 80παρ.1 ΠΚ, συνάγεται ότι κατά κανόνα το ανώτατο όριο προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο των ημερήσιων μονάδων, επί το ανώτατο όριο του προβλεπόμενου ύψους, ήτοι 360 μονάδες Χ 100 ευρώ έκαστη μονάδα. Επομένως κατά κανόνα το ανώτατο όριο της ΧΠ ανέρχεται στο ποσό των 36.000 ευρώ. Κατ΄ εξαίρεση, στις περιπτώσεις των κακουργημάτων, όπου επιβάλλεται σωρευτικά με την κάθειρξη και χρηματική ποινή έως 1000 ημερήσιες μονάδες, το ανώτατο όριο του είδους της ποινής ανέρχεται στις 1000 μονάδες Χ 100 ευρώ έκαστη= 100.000 ευρώ, όταν η χρηματική ποινή αυτή είναι η ποινή βάση για το σχηματισμό της συνολικής ποινής. Αναγκαίο η ελεύθερη επαύξηση να μην υπερβαίνει το ύψος ΧΠ που θα προέκυπτε σε περίπτωση πραγματικής συρροής.
Παράδειγμα: Συνάντηση τριών χρηματικών ποινών 28.800 + 18.000 + 9.000 ευρώ. Ποινή βάση τα 28.800 ευρώ και επαύξηση ελεύθερα από τις λοιπές των 18.000 ευρώ και 9.000 ευρώ αντίστοιχα, έως τις 36.000 ευρώ (αφού το ½ του αθροίσματος των συντρεχουσών 27.000:2 =13.500 ευρώ, που υπερβαίνει το ανώτατο όριο του είδους της ποινής).

Περαιτέρω η περίπτωση του σχηματισμού συνολικής ποινής μεταξύ χρηματικών ποινών του νέου ΠΚ, όταν αυτές συναντώνται με χρηματικές ποινές ειδικών ποινικών νόμων, ήδη έχει αμφισβητηθεί έντονα, στη λογική ότι πρόκειται για χρηματικές ποινές που διέπονται από εντελώς διαφορετικά συστήματα. Μάλιστα, είναι ακριβές ότι ενόψει της έλλειψης ημερήσιων μονάδων, στην περίπτωση των ειδικών ποινικών νόμων, αλλά και των χρηματικών ποινών του παλαιού ΠΚ, δε φαίνεται δυνατή de lege lata η τροπή της χρηματικής ποινής σε στερητική της ελευθερίας, όπως προβλέπει πλέον το άρθρο 80 παρ.6 ΠΚ. Αντίστοιχο πρόβλημα διαφαίνεται ενόψει της κατ΄ ιδέα τέλεσης εγκλημάτων, αφού δεν μπορεί να εφαρμοστεί ο κανόνας της ελεύθερης επαύξησης της ποινής βάσης μέχρι το ανώτατο όριο του είδους της ποινής (άρθρο 96παρ.2 και 94παρ.2 ΠΚ), καθώς στους ειδικούς ποινικούς νόμους υφίστανται διατάξεις με χρηματικές ποινές που συχνά υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια του νέου ΠΚ. (π.χ. ιδιαίτερα διακεκριμένα εγκλήματα ναρκωτικών που η ΧΠ φτάνει το ένα εκατομμύριο).Παρά τους προβληματισμούς, όμως και με άξονα την ανάγκη να αντιμετωπισθούν και πρακτικά, τα ανακύπτοντα ζητήματα σχηματισμού συνολικής ποινής, θα πρέπει σε περίπτωση συνάντησης χρηματικών ποινών διαφορετικής προέλευσης να ισχύσουν οι ίδιοι ως άνω κανόνες. Έτσι ως ποινή βάσης θα τεθεί η αριθμητικά μεγαλύτερη σε ευρώ, προσαυξανόμενη κατά το άρθρο 96 ΠΚ, από τα ποσά των συντρεχουσών, έστω και αν προέρχονται από ειδικό ποινικό νόμο.
Π.χ. Συνάντηση καταδικαστικών αποφάσεων για διακίνηση ναρκωτικών με απόφαση για ληστεία και κακουργηματική κλοπή : κάθειρξη 8 ετών και ΧΠ 300.000 ευρώ (μέγιστη)+ κάθειρξη 5 ετών και ΧΠ 36.000 ευρώ(μέγιστη) + κάθειρξη 5 ετών και ΧΠ 36.000 ευρώ (μέγιστη). Η ΣΧΠ έχει ποινή βάση τις 300.000 ευρώ με προσαύξηση από τις λοιπές ύψους 36.000 έκαστη, όχι περισσότερο από το ½ του αθροίσματος (ήτοι 36.000ευρώ) επομένως ΣΧΠ 336.000 ευρώ. Όσο, για τις ποινές που επιβλήθηκαν προ της 01.07.2019 θα θεωρούνται ότι εκτίθηκαν μόνο με τη βεβαίωση στη Δ.Ο.Υ., εφόσον για αυτές δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται το δυσμενέστερο καθεστώς του άρθρου 80παρ.6 ΠΚ. Οι νέες των ειδικών ποινικών νόμων θα συντρέχουν κανονικά στο σχηματισμό νέας συνολικής ποινής με τις νέες χρηματικές του ΠΚ, χωρίς όμως και αυτές ποτέ να τρέπονται σε στερητικές της ελευθερίας, τουλάχιστον μέχρι να υπάρξει σχετική νομοθετική παρέμβαση.
Στη συνέχεια στη συνολική ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας ( άρθρο 96 Α ) , σε περίπτωση αληθινής πραγματικής συρροής η βαρύτερη ποινή προσαυξάνεται χωρίς ελάχιστο όριο , αλλά με μέγιστο το ½ της συντρέχουσας ποινής και μέγιστη διάρκεια της συνολικής ποινής 800 ώρες . Σε περίπτωση αληθινής κατ΄ιδέα συρροής , το δικαστήριο επαυξάνει τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, μέχρι το ανώτατο όριο του είδους της ποινής , δηλαδή μέχρι 720 ώρες( άρθρο 55 ΠΚ). Η ποινή της παροχής κοινωφελούς εργασίας δεν εκτελείται όταν συντρέχει με στερητική της ελευθερίας ποινή, μεγαλύτερης των 3 ετών . Θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι δεν αρκεί η επιβολή της στερητικής της ελευθερίας ποινή άνω των 3 ετών , αλλά θα πρέπει να εκτίεται αυτή , διαφορετικά( πχ σε περίπτωση αμνηστίας), θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ποινή της κοινωφελούς εργασίας εκτελείται.
Τέλος στο άρθρο 98 περιγράφεται το κατ΄ εξακολούθηση έγκλημα το οποίο δεν άλλαξε και ισχύει ό,τι ίσχυε και πριν τεθεί σε ισχύ ο νέος Ποινικός Κώδικας.

Όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις που είναι και αυτές σημαντικές.

Με τη διάταξη του άρθρου 462 νέου ΠΚ καταργήθηκε ο Ν 1608/1950, καθώς και κάθε διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό. Η ρύθμιση αυτή έτυχε ευρύτατης αποδοχής από το νομικό κόσμο επειδή προέβλεπε δρακόντειες ποινές (μέ¬χρι και αυτή της ισόβιας κάθειρξης) ακόμα και για περιπτώσεις απλής απειλής ζημίας εις βάρος του Δημοσίου. Σε συνδυασμό με την απαράδεκτα ευρύτα¬τη διατύπωση της επίσης καταργηθείσας διάταξης του άρθρου 263Α προϊσχύσαντος ΠΚ, είχε οδηγήσει σε άδικη και παραβιάζουσα την αρχή της αναλογικότητας μεταχείριση ενός ευρύτατου φάσματος αξιόποι¬νων συμπεριφορών, πολλές από τις οποίες ελάχιστα σχετίζονταν με πραγματική ζημία του εν στενή έννοια Δημοσίου τομέα. Με την κατάργηση του Ν 1608/1950 ο ποινικός νομοθέτης έρχε¬ται να ικανοποιήσει ένα σχεδόν καθολικό αίτημα σύμπαντος του νομι-κού κόσμου( Αρ. Χαραλαμπάκης Ο νέος Ποινικός Κώδικας σελ.117 επομ.).
Απόρροια δικαιοπολιτικής ανάγκης αποτέλεσε η διάταξη του άρθρου 463 νέου ΠΚ που προβλέπει ότι α) όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή φυλάκισης προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή, β) όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται κάθειρξη έως δέκα έτη αυτή μετατρέπεται σε φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποι¬νή γ) όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δεκαπέντε ετών, επιβάλλεται ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέ¬κα ετών και δ) όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται μόνο ποινή ισόβιας κά¬θειρξης προστίθεται διαζευκτικά και η πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχι¬στον δέκα ετών. Στη ρύθμιση αυτή οδήγησε και η διαπίστωση ότι σε πολλούς ειδικούς ποινικούς νόμους οι ποινές που προβλέπονταν ήταν υπερβολικά υψηλές και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική κοινω¬νική βλάβη που επέφερε η αντίστοιχη αξιόποινη πράξη. Όμως πρέπει να επισημανθεί ότι από την κλιμακωτή παραπάνω απαρίθμηση λείπει η πρόβλεψη για την περίπτωση που στον ειδικό νόμο ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών. Το κενό αυτό θα πρέπει οπωσδήποτε να συ¬μπληρωθεί. Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 463 ΠΚ, από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα καταργούνται όλες οι διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς νόμους με τις οποίες καθορίζονται παρε-πόμενες ποινές ή άλλες συνέπειες που καταργούνται με αυτόν.
Η διάταξη του άρθρου 464 νέου ΠΚ προβλέπει ότι εκκρεμείς ποινι¬κές διαδικασίες που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις, για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκλη¬ση, δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη ισχύος του πα¬ρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδό τους. Η διάταξη αυτή αφορά κυρίως την εκτεταμένη μεταρρύθμιση στο χώρο της περιουσίας και της ιδιο¬κτησίας, όπου η μεν κλοπή (άρθρ. 372 ΠΚ) εμφανίζεται πλέον ως με-ρικώς κατ’ έγκληση διωκόμενο έγκλημα η δε υπεξαίρεση (άρθρ. 375 ΠΚ) και η απάτη (άρθρ. 386 ΠΚ) έχουν λάβει πλέον τη μορφή απολύτως κατ’ έγκληση διωκομένων εγκλημάτων.
Με τη διάταξη του άρθρου 465 νέου ΠΚ, προβλέπεται ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΠΚ για τη μετατροπή της ποινής σε χρηματική ποινή, την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και την απόλυση υπό όρο, εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος.
Η διάταξη του άρθρου 466 νέου ΠΚ προβλέπει ότι σε περίπτωση εξά¬λειψης του αξιοποίνου λόγω παραγραφής εγκλημάτων που ο χαρακτή¬ρας τους μεταβλήθηκε από κακούργημα σε πλημμέλημα, κατ’ εφαρμο¬γήν των διατάξεων του παρόντος Κώδικα, δεν επηρεάζονται οι αστι¬κές αξιώσεις του παθόντος. Η διάταξη αυτή προσπαθεί να αποτρέψει αδικίες εις βάρος εμπλεκομένων σε αστική δίκη, η έκβαση της οποίας συναρτάται με κάποια ποινική διαδικασία.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 467 νέου ΠΚ, για εκκρεμείς υποθέ¬σεις στις οποίες συμπληρώνεται ο χρόνος παραγραφής κατ’ εφαρμογή των άρθρων 111 επ. ΠΚ, την παύση της ποινικής δίωξης μπορεί να διατάσσει με σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα Εφετών, ο αρμόδιος Εισαγ¬γελέας Πλημμελειοδικών, θέτοντας τη δικογραφία στο αρχείο. Η διά¬ταξη αυτή έχει ως στόχο την αποφόρτιση των ποινικών δικογραφιών και την ανακούφιση της διαδικασίας στο ακροατήριο με την αφαίρεση ενεργειών που μπορούν κάλλιστα να λάβουν χώρα με μονομερή πράξη της Εισαγγελίας.
Στο άρθρο 468 νέου ΠΚ, προβλέπεται ρητά πλέον η κατάργηση των πταισμάτων και η θέση στο αρχείο με πράξη του κατά τόπον αρμόδι¬ου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, όλων των εκκρεμών υποθέσεων που αφορούν πταίσματα.
Ως πρώτο βήμα αναδιαρθρώσεως και εκσυγχρονισμού της ποινικής νο¬μοθεσίας στο πεδίο και των ειδικών ποινικών νόμων πρέπει να θεωρη¬θεί η διάταξη του άρθρου 469 νέου ΠΚ, που αφορά στο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 Ν 1882/1990). Με τη νέα ρύθμιση αφαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του Νόμου αυτού δύο μεγάλες πηγές προέλευσης οφειλών προς το Δημόσιο: αυτές που προ¬έρχονται από χρηματικές ποινές και αυτές που προέρχονται από φο¬ρολογικές παραβάσεις, όπως αυτές τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, μαζί με τις σχετικές με αυτά προ¬σαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις. Με την αφαίρεση αυτών των δύο ομάδων περιπτώσεων στενεύει μέχρι σημείου σχεδόν κατάρ-γησης το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 25 Ν 1882/1990, το οποίο ού¬τως ή άλλως έχει επικριθεί κατά καιρούς ως ατυχής πρωτοτυπία του ελληνικού δικαίου, που όμοιά της δεν απαντάται στα ξένα δίκαια, μο¬ναδικός στόχος της οποίας ήταν να ασκήσει ακόμα μεγαλύτερη πίεση σε οφειλέτες του Δημοσίου να φανούν συνεπείς προς τις υποχρεώ¬σεις τους. Όσον αφορά τα φορολογικά αδικήματα ειδικότερα, επειδή η εν γένει φορολογική ασυνέπεια τυποποιείται ήδη σε αυτά, ορθά εί¬χε θεωρηθεί ότι η διάταξη του άρθρου 25 Ν1882/1990 παραβιάζει και την αρχή της απαγόρευσης του διττού αξιόποινου (ne bis in idem).
Ενδιαφέρουσες είναι εδώ και οι σχετικές επισημάνσεις της Αιτιολογικής Έκθεσης, ότι με τη μεταβατική αυτή διάταξη η μη καταβολή επιβληθείσας χρηματικής ποινής καταργείται ως αυτοτελές αδίκημα δη¬λαδή ως περίπτωση μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, αφού το ενδεχόμενο αυτό ρυθμίζεται πλέον από τη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 6 ΠΚ. Θεραπεύεται επίσης και το άτοπο διπλής αξιολόγησης αξιόποι¬νων φορολογικών παραβάσεων και τα ποσά που αποτελούν το αποκομισθέν ή επιδιωχθέν προϊόν αυτών αποκλείονται από την αντικειμενι¬κή υπόσταση του αδικήματος τη μη καταβολής χρεών προς το Δημό¬σιο, αφού η μη καταβολή αυτών τυποποιείται ήδη ποινικά από το άρ¬θρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Το γεγονός δε ότι το Δη¬μόσιο χρησιμοποιεί τη διαδικασία της ταμειακής βεβαιώσεως για να επιδιώξει την είσπραξη των ποσών που στερήθηκε ως συνέπεια του φορολογικού αδικήματος δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί για τον εκ νέου κολασμό του αδικήματος αυτού, καθώς τόσο η πράξη που προκάλεσε την οφειλή όσο και η ζημία του Δημοσίου παραμένουν οι αυτές. Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος δεν θίγεται ως προς άλλες απαιτήσεις του Δημοσίου, για τις οποίες δεν υπάρχει αυτοτελής ποινι¬κή προστασία( Αρ. Χαραλαμπάκης ο.π.).

ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΑΣ.