Στιγμιότυπο 2019-03-28, 10.51.49 π.μ.

Το δικαίωμα συνυπηρέτησης των συζύγων δικαστικών λειτουργών – Μιχάλης Τσέφας, Πρωτοδίκης

Το δικαίωμα συνυπηρέτησης των συζύγων δικαστικών λειτουργών που είναι δημόσιοι υπάλληλοι και υπάλληλοι ν.π.δ.δ. κατά τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (άρθ. 50 παρ. 5 εδ. β΄ του ν. 1756/1988 όπως ισχύει σήμερα).

                                                                     

                       Μιχάλης Τσέφας Πρωτοδίκης

                                                                     

Ένα σημαντικό ζήτημα που αφορά αρκετούς συναδέλφους, είναι το δικαίωμα συνυπηρέτησης των συζύγων μας οι οποίοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι ν.π.δ.δ. στον τόπο όπου εμείς υπηρετούμε, δηλαδή το δικαίωμα  να έλκουμε τους/τις ανωτέρω συζύγους μας στον τόπο της υπηρεσίας μας. Η ενασχόλησή μου με το ζήτημα αυτό ανέδειξε τον εξαιρετικά ελλειμματικό χαρακτήρα της υφιστάμενης ρύθμισης και τη μη κατ΄ουσίαν κατοχύρωση του δικαιώματός μας για το οποίο προβλέπει η σχετική διάταξη του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.) στο άρθ. 50 παρ. 5 εδ. β΄ του ν. 1756/1988, όπως ισχύει σήμερα με το άρθρο 94 παρ.1 του ν.4055/2012, ΦΕΚ Α΄ 51/12.3.2012. Το δικαίωμά μας αυτό, πρέπει να το κατοχυρώσουμε πλήρως με αντικατάσταση της υφιστάμενης διάταξης, έτσι ώστε να μην επιδέχεται ερμηνεία κατά το δοκούν από τη Διοίκηση και να προστίθενται προβλήματα στο ήδη επιβαρημένο έργο μας.  Αυτό είναι επιβεβλημένο, λόγω των ειδικών συνθηκών της εργασίας μας και της ειδικής υπηρεσιακής μας κατάστασης που σχετίζεται και με τις μετακινήσεις μας λόγω μετάθεσης, απόσπασης ή προαγωγής, προς ενίσχυση της απρόσκοπτης άσκησης των καθηκόντων μας ως δικαστικών λειτουργών, αλλά και δίκαιο,  καθώς  πέραν των πρακτικών ζητημάτων που είναι γνωστά ως προς τις υπηρεσιακές μας δυσκολίες, το αντίστοιχο δικαίωμα συνυπηρέτησης των συζύγων σε  διάφορες κατηγορίες  υπαλλήλων του δημοσίου ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί,  αναγνωρίζεται ήδη, με πλήρη και απόλυτη κατοχύρωση σε σύγκριση με εμάς, μη επιδεχόμενη ερμηνεία από τη Διοίκηση και με ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν ακόμη και κατά τη διάρκεια των «μνημονιακών χρόνων».

 

Α. Τι ισχύει σήμερα στη δική μας περίπτωση.

Στο άρθ. 50 παρ. 5 εδ. β΄ του ν. 1756/1988 (Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.) όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 94 παρ.1 του ν.4055/2012, ΦΕΚ Α΄51/12.3.2012 (με ισχύ από 02.4.2012), ορίζεται ότι: «Δημόσιος υπάλληλος και υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου σύζυγος δικαστικού λειτουργού μπορεί να μετατίθεται ύστερα από αίτησή του στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγός του, εφόσον υπάρχει κενή θέση σε αντίστοιχη υπηρεσία».

Πριν την αντικατάσταση της  διάταξης  (με το άρθ. 94 παρ.1 του ν.4055/2012), αυτή ίσχυε υπό το άρθ.  8 του ν.1868/1989  [όπου αναριθμήθηκε με την παρ.2 του άρθρου 6 του  ν.2172/1993 (ΦΕΚ Α΄ 207) σε παράγραφο 2 (του άρθ. 50 ν. 1756/1988) από παράγραφο 3] και είχε την εξής διατύπωση: «Δημόσιος  υπάλληλος  και  υπάλληλος  νομικού  προσώπου  δημοσίου  δικαίου σύζυγος δικαστικού λειτουργού μετατίθεται  ύστερα  από  αίτησή του στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγός του, εφ` όσον υπάρχει κενή θέση  σε  αντίστοιχη  υπηρεσία.   Η  αποδοχή  της  αίτησης  δεν  είναι υποχρεωτική για  τη  διοίκηση  αν  δεν  έχει  παρέλθει  έτος  από  την προηγούμενη   μετάθεση». 

Κατ΄αρχάς, η απλή σύγκριση των δύο διατάξεων, καταδεικνύει πόσο αδύναμη κατέστη η δεσμευτικότητα που παράγει η εν λόγω ρύθμιση υπό τη νεώτερη σήμερα ισχύουσα διατύπωση, σε σχέση με την προϋφιστάμενη.  Τούτο, διότι με τη σημερινή της διατύπωση υπό το άρθ. 94 παρ.1 του ν.4055/2012, τίθεται πλέον το ρήμα «μπορεί», που σημαίνει ότι η Διοίκηση στην οποία υπηρετεί ο δημόσιος υπάλληλος ή ο υπάλληλος ν.π.δ.δ., έχει ευχέρεια και όχι υποχρεωτική δέσμευση, να επιτρέψει τη συνυπηρέτηση του υπαλλήλου αυτού με τον σύζυγό του δικαστικό λειτουργό στον τόπο όπου υπηρετεί ο τελευταίος.  Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στην προϋφιστάμενη διάταξη υπό το άρθ.  8 του Ν.1868/1989, αναφέρεται μόνον το ρήμα «μετατίθεται», στο δε δεύτερο εδάφιο της προϋφιστάμενης διάταξης, ορίζονταν  ως εκτέθη ότι: «η αποδοχή  της  αίτησης  δεν  είναι υποχρεωτική για  τη  διοίκηση  αν  δεν  έχει  παρέλθει  έτος  από  την προηγούμενη   μετάθεση», δηλαδή και σε αντιπαραβολή με το πρώτο εδάφιο, προκύπτει ότι η μετάθεση του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ν.π.δ.δ. λόγω συνυπηρέτησης με σύζυγο δικαστικό λειτουργό, ήταν πάντα υποχρεωτική για τη Διοίκηση (εφόσον υπήρχε κενή θέση σε αντίστοιχη υπηρεσία), πλην μιας εξαίρεσης όπου η Διοίκηση μπορούσε να αρνηθεί τη μετάθεση του υπαλλήλου της στον τόπο όπου υπηρετεί ο σύζυγός του δικαστικός λειτουργός, δηλαδή μόνον  αν  δεν  έχει  παρέλθει  έτος  από  την προηγούμενη   μετάθεσή του.

Είναι προφανής λοιπόν με την προϋφιστάμενη διατύπωση, η απόλυτη υποχρέωση της Διοίκησης (εφόσον υπήρχε κενή  οργανική θέση) να επιτρέπει τη μετάθεση του  υπαλλήλου της λόγω συνυπηρέτησης με το σύζυγό του δικαστικό λειτουργό και η μόνη εξαίρεση που της έδινε (της Διοίκησης) τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί, ήταν όταν  δεν είχε  παρέλθει  έτος  από  την προηγούμενη   μετάθεση και ο υπάλληλος ζητούσε νέα (μετάθεση). Σε αυτή την κατεύθυνση κινήθηκε και το ΔΕφΑθ με την 1785/1997 απόφασή του (ΔΔΙΚΗ/1998. 670, ηλ.ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ») όπου το εν λόγω Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τον ειδικό χαρακτήρα της  επίμαχης ρύθμισης, αποφάνθηκε ρητά για την  υποχρεωτικότητα της συνυπηρέτησης (αφορούσε περίπτωση αίτησης μετάθεσης εκπαιδευτικού για να συνυπηρετήσει με τον σύζυγό της δικαστικό λειτουργό, την οποία αρνήθηκε η υπηρεσία της), αναφέροντας στην αιτιολογία του τα εξής: «…..Επειδή το π.δ. 50/8.3.1996 (ΦΕΚ Α` 45), το οποίο εξεδόθη κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 16 κεφ. Β` § 8 του ν. 1566/1985, ορίζει στο άρθρο 8 ότι: «1. Για τη μετάθεση εκπαιδευτικών που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτού του Π.Δ. απαιτείται υπηρεσία ενός έτους στην κατεχόμενη οργανική θέση μέχρι 31 Αυγούστου του έτους κατά το οποίο πραγματοποιούνται οι μεταθέσεις». Εξ άλλου το άρθρο 50 του ν. 1756/1988 «Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάσταση δικαστικών λειτουργών», όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α` 230), ορίζει στην § 3 αυτού ότι: «Δημόσιος υπάλληλος και υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου σύζυγος δικαστικού λειτουργού μετατίθεται ύστερα από αίτηση του στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγος του, εφ` όσον υπάρχει κενή θέση σε αντίστοιχη υπηρεσία. Η αποδοχή της αίτησης δεν είναι υποχρεωτική για τη διοίκηση αν δεν έχει παρέλθει έτος από προηγούμενη μετάθεση…». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η διάταξη της § 3 του άρθρου 8 του ν. 1868/1989 είναι ειδική, και ως τοιαύτη κατισχύει κάθε άλλης γενικής διατάξεως. Έτσι, αίτηση για μετάθεση συζύγου δικαστικού λειτουργού, που υπηρετεί στο Δημόσιο ή στα Ν.Π.Δ.Δ., στον τόπο που υπηρετεί ο σύζυγος δικαστικός λειτουργός, είναι υποχρεωτικά αποδεκτή για τη Διοίκηση, εφόσον υπάρχει κενή θέση, ενώ αν δεν έχει παρέλθει έτος από προηγούμενη μετάθεση ανήκει στη διακριτική ευχέρεια της Διοικήσεως να αποδεχθεί ή όχι την αίτηση μεταθέσεως του δημοσίου υπαλλήλου – συζύγου δικαστικού λειτουργού. Η ερμηνεία της διατάξεως αυτής (§ 3 άρθρου 8 ν. 1868/89) ως ειδικής συνάγεται: Εκ του ότι αναφέρεται στον ειδικό νόμο περί δικαστικών λειτουργών (ν. 1756/1988), με ρητή ρύθμιση των μεταθέσεων των δημοσίων υπαλλήλων -συζύγων δικαστικών λειτουργών. Εκ του σκοπού της διατάξεως αυτής, που αποβλέπει στην απρόσκοπτη αφοσίωση των δικαστικών λειτουργών στο λειτούργημα της απονομής της δικαιοσύνης, με τη συνυπηρέτηση των συζύγων. Εκ της γραμματικής ερμηνείας των εδαφίων α και β της παραγράφου αυτής. Εκ του γεγονότος ότι η θέσπιση και μόνο της διατάξεως αυτής αποσκοπεί στην ειδική μεταχείριση των δημοσίων υπαλλήλων – συζύγων δικαστικών λειτουργών, δεδομένου ότι, αν εφηρμόζοντο και στην περίπτωση αυτή, οι γενικές περί μεταθέσεων διατάξεις του ν. 1566/1985, και του π.δ. 50/1996, η διάταξη αυτή δεν θα είχε λόγο υπάρξεως. Επειδή στην προκειμένη περίπτωση ………..Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με την παραπάνω μείζονα νομική σκέψη, η προσβαλλόμενη πράξη, κατά το μέρος που αφορά την αιτούσα, είναι μη νόμιμη, αφού εφήρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του π.δ. 50/1996, αντί της εφαρμοστέας εν προκειμένω ειδικής διατάξεως του άρθρου 8 § 3 του ν. 1868/1989. Επομένως εφόσον η αιτούσα υπέβαλε τη σχετική αίτηση για μετάθεση στον τόπο που υπηρετεί ο σύζυγος της – δικαστικός λειτουργός, στην περιοχή Α` Θεσσαλονίκης, όπου, όπως δέχεται η Διοίκηση, υπήρχε κενή θέση, όφειλε το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με το δεδομένο ότι η αιτούσα ουδέποτε από το 1991 που διορίστηκε μέχρι το 1997 που υπέβαλε την παραπάνω αίτηση (βλ. στοιχεία φακέλου της), μετατέθηκε, να αποδεχθεί το αίτημα της και να την μεταθέσει στην Α` περιοχή Θεσσαλονίκης, κατά προτεραιότητα. Ως εκ τούτου πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλομένη πράξη κατά το μέρος που παρέλειψε να μεταθέσει την αιτούσα στην Α` περιοχή Θεσσαλονίκης…».

Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφερθεί ότι είναι άξιο απορίας πως μπόρεσε και με ποιο σκεπτικό να νομοθετηθεί η τελευταία  διάταξη  του 94 παρ.1 του ν.4055/2012, που κατέστησε εμφανώς πιο αδύναμη την εν λόγω ρύθμιση συνυπηρέτησης για εμάς  και μάλιστα σε καιρούς «μνημονίου» όπου οι οικονομικές μας δυσχέρειες εντάθηκαν και καθιστούσαν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη να συνυπηρετούμε με τους/τις συζύγους μας. Αντί λοιπόν στην τότε συγκυρία, όπως έπραξαν και πέτυχαν με νομοθετικές παρεμβάσεις διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του δημοσίου οι οποίοι μάλιστα στερούνται τη δική μας θεσμική θωράκιση και θα εκτεθεί αμέσως παρακάτω γι αυτούς, να καταφέρουμε και εμείς με αντίστοιχη νομοθετική πρωτοβουλία, να ενισχυθεί και να διευρυνθεί η εν λόγω ρύθμιση του δικαιώματος συνυπηρέτησης των συζύγων μας υπαλλήλων στο δημόσιο, αυτή κατέστη μεταβληθείσα «επί τα χείρω».

Με την υφιστάμενη ρύθμιση, αναδείχθηκαν εξάλλου, συνολικά οι  δυσχέρειες που αυτή δημιουργεί για τη συνυπηρέτηση των συζύγων μας ως άνω υπαλλήλων και σχετίζονται: α) με τη δυνατότητα της Διοίκησης να εγκρίνει ή να απορρίψει ακωλύτως την αίτηση  μετάθεσης του  υπαλλήλου της στον τόπο όπου υπηρετεί ο σύζυγός του δικαστικός λειτουργός, β) με την παράλειψη της ρύθμισης του ζητήματος της «μετάταξης»  των συζύγων υπαλλήλων ν.π.δ.δ. καθώς η οριστική μετακίνηση υπαλλήλου   από ν.π.δ.δ. σε άλλο ν.π.δ.δ.   θεωρείται «μετάταξη» και όχι «μετάθεση»(βλ. άρθ. 67 και 71 ν.3528/2007 «Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.», και μετά την κατάργηση του άρθ.71 με το άρθ. 19παρ.3 ν. 4440/2016/ΦΕΚ Α΄224 ως αντικ. με το άρθ. 100παρ.6 ν.4472/2017/ΦΕΚ Α΄74, βλ. άρθ. 13 ν. 4440/2016), γ) με τη διατήρηση της προϋπόθεσης ύπαρξης κενής θέσης στον αιτούμενο τόπο μετάθεσης σε αντίστοιχη υπηρεσία, ε) με τον ορισμό του δημοσίου υπαλλήλου, (αν δηλαδή περιλαμβάνει τους ένστολους όπως τους στρατιωτικούς, καθώς και τους υπαλλήλους του δημοσίου ή ν.π.δ.δ. αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου/ι.δ.α.χ.), δ) με την παράλειψη ρύθμισης του δικαιώματος απόσπασης ως το πλέον ευέλικτο μέτρο μετακίνησης.   Οι ελλείψεις μάλιστα αυτές, σε πολλές περιπτώσεις, προκάλεσαν και προκαλούν σημαντικά προβλήματα  και δυσχέρειες στην υλοποίηση των αιτούμενων μεταθέσεων (ή γενικά μετακινήσεων) λόγω συνυπηρέτησης των συζύγων μας, ενώ έχουν υπάρξει και περιπτώσεις άρνησης της Διοίκησης να υλοποιήσει τέτοιες αιτήσεις συνυπηρέτησης.

 

Β. Τι ισχύει  με το δικαίωμα συνυπηρέτησης των  υπαλλήλων του δημοσίου και ν.π.δ.δ.,  με τους συζύγους τους υπαλλήλους  του δημόσιου ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης.

Παρατίθενται οι σχετικές ρυθμίσεις:

-1) άρθ. 21 ν. 2946/2001 (όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 91 ν. 4139/2013,  ΦΕΚ Α΄ 74/20.3.2013 και άρθρο 72 παρ.5 ν.4316/2014,ΦΕΚ Α΄ 270/24.12.2014 και όπως εκ νέου τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθ. 151 ν. 4600/2019, ΦΕΚ Α΄ 43/09.03.2019), όπου ορίζει: «1.Τακτικοί υπάλληλοι και υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δημοσίων υπηρεσιών  και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που κατέχουν οργανικές θέσεις και είναι σύζυγοι στρατιωτικών των Ενόπλων Δυνάμεων, ένστολου προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού, Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής, του προσωπικού των Καταστημάτων Κράτησης, των υπαλλήλων πληρωμάτων ασθενοφόρων (Ε.Κ.Α.Β) καθώς και θρησκευτικών λειτουργών της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος (ιερέων και διακόνων) που υπηρετούν ως διδάσκαλοι ή καθηγητές οποιασδήποτε βαθμίδας και με οποιοδήποτε γνωστικό αντικείμενο στην πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση, επιτρέπεται να αποσπώνται, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων, σε υπηρεσίες του στενού δημόσιου τομέα κατά προτεραιότητα και σε περίπτωση έλλειψης υπηρεσιακών αναγκών σε υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στην περιοχή που υπηρετεί ο σύζυγός τους».

-2)  Η  ανωτέρω διάταξη,  εφαρμόζεται ακόμη και για το ειδικό ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας κατά τη ρητή διάταξη του άρθ. 12 παρ.1 ν.4071/2012(ΦΕΚ Α΄ 85/2012), όπου ορίζει: « 1. Οι διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2946/2001, όπως ισχύει, εφαρμόζονται ανάλογα και για το ειδικό ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας».

-3) Η  ανωτέρω διάταξη περί συνυπηρέτησης,  εφαρμόζεται ακόμη και για το προσωπικό των καταργηθέντων νομικών προσώπων  με το άρθ. 1 ν. 4109/2013 (ΦΕΚ Α΄ 16/23.01.2013),   όπως του ν.π.δ.δ. «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΕΝΩΣΗ» (ΕΘΕ) του ν.π.ι.δ. «ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ» (ΙΟΚ), του ν.π.ι.δ. «ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ» (ΤΔΠΕΑΕ), του ν.π.δ.δ. «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ  ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ» (ΟΤΕΚ), όπου κατά τη ρητή διάταξη του άρθ. 13 παρ.1γ του νόμου αυτού (4109/2013) ορίζεται: «Εξαιρείται από τη ρύθμιση της παραγράφου 1 περίπτωση β`του παρόντος άρθρου του νόμου αυτού το προσωπικό, το καθεστώς απόσπασης του οποίου διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2946/2001 (Α` 224).  Για το εν λόγω προσωπικό συνεχίζουν να ισχύουν τα διαλαμβανόμενα στις οικείες διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2946/2001, ως τροποποιηθέν ισχύει».

-4) Παρόμοια, ρητή ρύθμιση, ισχύει  και για το νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ, όπου,  στο άρθ. 54παρ.4 εδ.β΄ ν. 4223/2013(ΦΕΚ Α΄ 287/2013), στην παράγραφο 4 εδ.β΄(ως ισχύει με την παρ.1 του άρθ. 41 ν.4238/2014/ΦΕΚ Α΄38/17.02.2014), ορίζεται: «Νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. που είναι σύζυγοι στρατιωτικών, ένστολου προσωπικού της ΕΛ.ΑΣ., του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, – Ελληνικής Ακτοφυλακής, καθώς και του προσωπικού των καταστημάτων κράτησης, επιτρέπεται να αποσπώνται, κατά σειρά προτεραιότητας, σε νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., Κέντρα Υγείας, ΕΚΑΒ, ΕΟΠΥΥ, και λοιπές υπηρεσίες που εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας, στην περιοχή που υπηρετεί ο/η σύζυγος τους».

– 5)  Για το προσωπικό του Λιμενικού Σώματος, στο άρθ. 28παρ.2 του π.δ. 33/2009 (όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το π.δ. 97/2012/ΦΕΚ Α’ 156/08.08.2012) «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις του προσωπικού Λιμενικού Σώματος στο εσωτερικό και στο εξωτερικό», ορίζεται ότι: «Στην περίπτωση υποβολής αίτησης για συνυπηρέτηση με σύζυγο δικαστικό λειτουργό, το στέλεχος Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ. τοποθετείται ή μετατίθεται υποχρεωτικά, μετά από αίτηση του στην υπηρεσία του τόπου μετάθεσης του δικαστικού λειτουργού, εφόσον το επιτρέπει η οργανική κατά βαθμό σύνθεση της υπηρεσίας, ή εάν δεν υφίσταται αυτή, στην πλησιέστερη υπηρεσία, όπου το επιτρέπει η οργανική κατά βαθμό σύνθεση της. Της ανωτέρω ρύθμισης εξαιρούνται οι Ανώτατοι Αξιωματικοί και Πλοίαρχοι Λ.Σ.-ΕΛ.ΑΚΤ.».

 – 6) Για τους Αστυνομικούς, στο άρθρο 17 παρ.1 περ. ιδ` του π.δ. 100/2003 (όπως αντικαταστάθηκε  με το άρθρο 10 παρ.3 του π.δ. 75/2016, ΦΕΚ Α΄ 138, με έναρξη ισχύος σύμφωνα με το άρθρο 26 του αυτού π.δ. από 1.9.2016), ορίζεται ότι: «1. Έκτακτες μεταθέσεις του αστυνομικού προσωπικού μπορεί να ενεργούνται οποτεδήποτε και ανεξάρτητα από τον αριθμό των μορίων και το χρόνο παραμονής του μετατιθέμενου στην ίδια περιοχή μετάθεσης στις παρακάτω περιοριστικά  αναφερόμενες, περιπτώσεις:………….. ιδ. Για λόγους συνυπηρέτησης με σύζυγο δικαστικό λειτουργό, συνοριακό φύλακα ή ειδικό φρουρό ή στρατιωτικό ή αστυνομικό ή λιμενικό ή πυροσβεστικό υπάλληλο. Στις τέσσερις τελευταίες περιπτώσεις, ο κατά βαθμό κατώτερος ακολουθεί τον ανώτερο. Στην περίπτωση συνυπηρέτησης με σύζυγο αστυνομικό και εφόσον οι υπηρεσιακές ανάγκες το επιτρέπουν, μέχρι το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου δύναται να μην ισχύει ο προαναφερόμενος περιορισμός. Επιπλέον, για συνυπηρέτηση αστυνομικού με σύζυγο Ειδικό Φρουρό επιτρέπεται μετάθεση μέχρι και το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου……».

Εύκολα διατρέχοντας κανείς τις προαναφερόμενες διατάξεις, διαπιστώνει ότι για πολλές κατηγορίες υπαλλήλων του δημοσίου «εν στενή και εν ευρεία εννοία» ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης (ως άνω άρθ. 21 ν. 2946/2001 όπως ισχύει)  κατοχυρώνεται απολύτως  «χωρίς  αστερίσκους» και προϋποθέσεις (όπως ύπαρξη αντίστοιχης κενής οργανικής θέσης,  διάρκεια προηγούμενης μετάθεσης ή μετακίνησης, έλλειψη προσωπικού της υπηρεσίας απ΄όπου μετακινείται ο υπάλληλος ως λόγος άρνησης  της μετακίνησή του, κ.λπ.) και με πλήρη ευελιξία, καθώς ουσιαστικά θεσπίζεται και η επ΄ αόριστον απόσπαση (βλ. περιπτώσεις 1,2,3,4), το δικαίωμα  συνυπηρέτησης με αυτούς των συζύγων τους υπαλλήλων του δημοσίου ή υπαλλήλων ν.π.δ.δ. (περιλαμβανομένων των υπαλλήλων ι.δ.α.χ. ακόμη και υπαλλήλων καταργηθέντων ν.π.δ.δ. ή ν.π.ι.δ. που ανήκουν στο δημόσιο ή και ένστολου προσωπικού της δημοτικής αστυνομίας), δηλαδή  το δικαίωμα να έλκονται οι τελευταίοι από τον/την σύζυγό τους λόγω της υπηρεσιακής ιδιότητας αυτού (ως υπαγόμενου στις περιπτώσεις του προαναφερόμενου άρθ. 21 ν. 2946/2001 όπως ισχύει). Ενώ, στις δύο τελευταίες περιπτώσεις (υπό α.α. 5,6)  του προσωπικού του λιμενικού σώματος και των αστυνομικών υπαλλήλων,  υπάρχει ρητή πρόβλεψη  στα νομοθετήματα που ρυθμίζουν  την υπηρεσιακή τους κατάσταση, με την οποία ο/η σύζυγός τους δικαστικός λειτουργός  έλκει τον εν λόγω υπάλληλο στον τόπο όπου υπηρετεί (δηλαδή, οι τελευταίοι και έλκουν τους/τις συζύγους τους υπαλλήλους του δημοσίου ή υπαλλήλους ν.π.δ.δ., αλλά και έλκονται από τους/τις συζύγους τους δικαστικούς λειτουργούς).

 

Γ. Συμπεράσματα και προτάσεις.

Με τη σύγκριση των ανωτέρω ρυθμίσεων και της ρύθμισης που ισχύει σήμερα στην περίπτωσή μας για την συνυπηρέτηση των συζύγων μας δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων ν.π.δ.δ., καθίσταται απολύτως σαφές πόσο υπολειπόμαστε ως δικαστικοί λειτουργοί, παρόλο που συντρέχει και στη δική μας περίπτωση το στοιχείο της ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης  το  οποίο σαφώς περιλαμβάνει  τις μεταθέσεις, αποσπάσεις και τις τοποθετήσεις μας λόγω προαγωγής, οι οποίες μάλιστα δεν υπολείπονται από  άλλες κατηγορίες υπαλλήλων του δημοσίου εδικής υπηρεσιακής κατάστασης.  Είναι λοιπόν επιβεβλημένο και δίκαιο να δοθεί το συντομότερο μια λύση στο ζήτημα αυτό και να αντικατασταθεί η υφιστάμενη διάταξη με ρύθμιση η οποία να στοιχίζεται τουλάχιστον με τις διατάξεις που υφίστανται  για τις προαναφερόμενες κατηγορίες υπαλλήλων  του δημοσίου ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης.

Προς την κατεύθυνση αυτή σωστά έγινε ένα σημαντικό βήμα  με το σχέδιο του «νέου Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ» (υπ’ αριθ. 11063/20.02.2017 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων/ΦΕΚ Υ.Ο.Δ.Δ. 86/24.02.2017),  που ολοκληρώθηκε  από την αρμόδια  Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2018  στην οποία μετείχαν ως εκπρόσωποι της Ένωσής μας ο κος Χαράλαμπος Σεβαστίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών και η κα Ακριβή Ερμίδου, Ειρηνοδίκης, το οποίο σχέδιο  νόμου για το συγκεκριμένο ζήτημα  της συνυπηρέτησης προβλέπει υπό το άρθ. 61 παρ.5 εδ.β΄,γ΄: «Δημόσιος υπάλληλος και υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, σύζυγος δικαστικού λειτουργού μετατίθεται, ύστερα από αίτησή του, στην περιφέρεια όπου υπηρετεί ο σύζυγός του σε αντίστοιχη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Αν δεν καθίσταται δυνατή η μετάθεση, ο δημόσιος υπάλληλος και ο υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου αποσπάται, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων και κατά προτεραιότητα, σε αντίστοιχη δημόσια υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου στην περιφέρεια, όπου υπηρετεί ο σύζυγός του δικαστικός λειτουργός ή ο συνδεόμενος με σύμφωνο συμβίωσης μ’ αυτόν και για όσο χρόνο υπηρετεί στην περιφέρεια αυτή». Δυστυχώς, ο σχετικός νόμος που αφορούσε την αναμόρφωση ολόκληρου του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ.  και περιελάμβανε τη σχετική ρύθμιση, δεν ψηφίστηκε και δεν τέθηκε σε ισχύ. Η εν λόγω διάταξη, όπως διατυπώθηκε παραπάνω από τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή κινείται όπως προείπα στη σωστή κατεύθυνση, πρέπει ωστόσο με βάση τα προαναφερθέντα, να συμπληρωθεί, ώστε να αντιμετωπιστεί: α)το ζήτημα της «μετάταξης» σε αντιστοιχία με τη «μετάθεση», αφού η οριστική μετακίνηση υπαλλήλου από ν.π.δ.δ. σε άλλο ν.π.δ.δ.   θεωρείται «μετάταξη» και όχι «μετάθεση», β) το ζήτημα των μονίμων υπαλλήλων του δημοσίου και των ν.π.δ.δ. που είναι ι.δ.α.χ., γ) των στρατιωτικών και όλου του ένστολου  προσωπικού ώστε να υφίσταται  ρητή πρόβλεψη και ως προς αυτούς.

Καταλήγοντας, αν σκεφτεί κανείς το πλήθος των διατάξεων που έχουν ψηφιστεί  τα τελευταία χρόνια για άλλες κατηγορίες υπαλλήλων του δημοσίου ειδικής υπηρεσιακής κατάστασης και σε τι  βαθμό και έκταση κατοχυρώθηκε το δικαίωμα συνυπηρέτησης των συζύγων τους υπαλλήλων του δημοσίου και ν.π.δ.δ. (αλλά και άλλων κατηγοριών του δημοσίου τομέα όπως εκτέθηκε), διαπιστώνει ότι έχει χαθεί πολύς χρόνος στην περίπτωσή μας και δεν πρέπει να  περιμένουμε άλλο με αυτήν την εκκρεμότητα, αλλά οφείλουμε να ενεργήσουμε γρήγορα για την τελική λύση του ζητήματος με άμεση νομοθετική πρωτοβουλία.