Στιγμιότυπο-2019-04-03-8.55.44-μμ

Ο ΑΦΟΡΗΤΟΣ ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΚΟΣ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ, Ευστάθιος Βεργώνης, Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών, Υποψήφιος για το Διοικ. Συμβούλιο της ΕΝΔΕ (Δημοσιεύθηκε στα Νέα της 2.9.2020)

Στις επικείμενες εκλογές της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων  που διεξάγονται την 6η και 13η Σεπτεμβρίου, παρουσιάζονται στα μέλη της Ένωσης διάφορες προτάσεις, κυρίως για την Δικαιοσύνη και τις επαγγελματικές συνθήκες, από τους υποψηφίους και τις ομάδες υποψηφίων που διεκδικούν την ψήφο τους, καθώς και μια βούληση συνεργασίας μεταξύ των ομάδων και των υποψηφίων, για την καλύτερη εκπροσώπηση και την προσφορά της Ένωσης στην δικαιοσύνη και στην κοινωνία. 

Προκαλεί όμως κατάπληξη και αρνητική εντύπωση, η εμφάνιση ομάδας υποψηφίων, αυτής του απελθόντος προέδρου της Ένωσης, η οποία ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πρότασης και του λόγου της, έχει την πλήρη απαξίωση των λοιπών συμμετεχόντων, αποκλείει δε κάθε προοπτική συνεργασίας της με όσους εκλεγούν, εκτός από αυτούς, θωρώντας ότι μόνο σε περίπτωση κατάληψης της απόλυτης πλειοψηφίας θα συνεισφέρουν στην πορεία της Ένωσης (κείμενα των Χριστόφορου και Χαράλαμπου Σεβαστίδη, στο προεκλογικό φυλλάδιο που διανεμήθηκε ηλεκτρονικά την 25.8.2020).

Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι μέσα από μεγάλης έκτασης κείμενα, υπογεγραμμένα από όλα τα μέλη της συγκεκριμένης ομάδας εναλλάξ, δεν αναδεικνύεται έστω και μια θετική πρόταση για το τι πρέπει να γίνει για την αναγκαία μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης στην χώρα, με πρώτη την ψηφιοποίησή της που έχει καθυστερήσει υπερβολικά στο επίπεδο των καθημερινών χρηστών – Δικαστών Εισαγγελέων και διαδίκων και των δικηγόρων τους – και για την καθημερινότητα, εργασιακή και οικονομική των μελών της Ένωσης. 

Αντίθετα οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική πρόταση, από όποια πλευρά και αν γίνεται, χαρακτηρίζεται ως μέρος ενός ακατονόμαστου σχεδίου για την άλωση της δικαιοσύνης, για εξυπηρέτηση συγκεκριμένων ταξικών συμφερόντων και την απάλειψη της ουδετερότητας, όπως τουλάχιστον πρέπει να λειτουργεί στα πλαίσια του ‘’αστικού πολιτεύματος’’ (ορισμός του Χρ. Σεβαστίδη προφανώς για την δημοκρατία), με παράλληλη επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα των Ελλήνων δικαστών, όπως οι διακοπές. Η επίθεση συνεχίζεται με σκοπό την δημιουργία ‘’ιδιωτικής δικαιοσύνης’’, με βάση την εξωδικαστική διαμεσολάβηση, όπως προσδιορίστηκε από την ολομέλεια του ΑΠ δύο φορές, και υποστηρίχθηκε με απόφαση του Διοικητικού συμβουλίου της Ένωσής μας. Επίσης εξαπολύεται επίθεση και δαιμονοποιείται οποιαδήποτε σκέψη για αναμόρφωση του δικαστικού χάρτη, προφανώς επειδή θεωρείται ιδανική η σημερινή κατάσταση με την συνύπαρξη δικαστηρίων των πέντε δικαστών και των πεντακοσίων δικαστών, και την ανισομέρεια των παρεχομένων  στον Έλληνα  πολίτη υπηρεσιών. Αποκορύφωση της ρητορικής αυτής είναι η ανάδειξη σε εχθρού, της σκέψης για αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στη Δικαιοσύνη, με κείμενα, δίκην διπλωματικής εργασίας, με αναφορά μόνο σε μειοψηφικές πηγές, χωρίς να αναγνωρίζεται η απουσία του προηγουμένου βήματος, αυτού της ψηφιοποίησης της Δικαιοσύνης, κατεύθυνση στην οποία και δεν έχει γίνει τίποτε, ούτε προτείνεται από την συγκεκριμένη ομάδα. 

Η ρητορική αυτή, της άκριτης καταπολέμησης οποιασδήποτε πρότασης αναμόρφωσης και εκσυγχρονισμού του δικαστικού συστήματος στην χώρα, και της παντελούς απουσίας προτάσεων για την επιτάχυνση της δικαιοσύνης, συνιστά μια μεγαλειώδη προτροπή να μείνουν όλα όπως είναι. Συνεπώς η πρόταση της ομάδας αυτής διαπνέεται από ένα αφόρητο συντηρητισμό και την πλήρη απουσία προοδευτικού οράματος για την δικαιοσύνη. 

Σε πρόσφατο κείμενο του επικεφαλής της ομάδας αυτής, εξαπολύεται σφοδρότατη επίθεση σε επαναληφθείσα με το πόρισμα της επιτροπής Πισσαρίδη, πρόταση για την λειτουργία ειδικών τμημάτων στα δικαστήρια για την εκδίκαση των δικαστικών διαφορών, που σχετίζονται με την υλοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων. Με το κείμενο εφευρίσκεται εν εξελίξει σχέδιο για την δικαστική επίλυση των διαφορών αυτών με την αποδοχή της άποψης των επενδυτών, και πάνω στην παραδοχή αυτή δομείται όλη η πολεμική και καλείται η Ένωση να σηκώσει την σημαία της αντίστασης. Βεβαίως κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το σχέδιο, αντίθετα αφ’ ενός διαπιστώνεται το πρόβλημα της μη πραγματοποίησης επενδύσεων, λόγω μη έγκαιρων απαντήσεων από το δικαστικό σύστημα σχετικά με τα όρια και τον τρόπο υλοποίησης της όποιας επένδυσης, απαντήσεις που αν δεν δοθούν εγκαίρως, η επένδυση και η εξ αυτής ανάπτυξη και απασχόληση θα απολεσθούν οριστικά, και αφ’ ετέρου προτείνεται χρονικό όριο εντός του οποίου θα πρέπει να δοθούν οι απαντήσεις, χωρίς να υπάρχει δέσμευση του δικαστή για αυτές. 

Για την διαπίστωση του ορθού ή όχι της της απώλειας της επένδυσης λόγω μακροχρόνιας καθυστέρησης των απαντήσεων σχετικά με τα νόμιμα όρια και τον τρόπο υλοποίησης μιας επένδυσης, καταφεύγω σε αφήγηση συναδέλφου με εμπειρία από την επαρχία. Το 2012 σε πρωτοβάθμιο επαρχιακό πλημμελειοδικείο εκδικάζονταν υπόθεση σχετιζόμενη με δίκες μεταξύ βιομηχανίας και αντιδίκων της, με ερευνώμενα εγκλήματα την ψευδορκία και την ηθική αυτουργία σε αυτή. Η αντιδικία είχε ξεκινήσει με την ανάκληση αδειών για την λειτουργία των βιομηχανικών εγκαταστάσεων, που θα κατασκευάζονταν και θα πραγματοποιούνταν με σημαντική επένδυση άνω των 10 εκατομμυρίων €, ποσό που θα διέθετε αποκλειστικά η βιομηχανία, μετά από καταγγελία των ιδιωτών. Η βιομηχανία στις αρχές της δεκαετίας του 2000 είχε προσφύγει στα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια κατά των ανακλήσεων, ενώ η επένδυση δεν έγινε, με αποτέλεσμα να χαθούν τα χρήματα από την τοπική επαρχιακή οικονομία. Το 2012 και τις ημέρες της εκδίκασης της παράπλευρης ποινική υπόθεσης, δηλαδή 12 χρόνια μετά εξεδόθησαν οι αποφάσεις επί των αιτήσεων της βιομηχανίας. Δηλαδή 12 χρόνια μετά. Για την ιστορία αναφέρεται ότι έγιναν δεκτές, κρίθηκε δηλαδή 12 χρόνια μετά ότι μπορούσε να γίνει η επένδυση νόμιμα, αυτή όμως χάθηκε για την μικρή επαρχία. Ασχέτως όμως του αποτελέσματος, αυτό που προκύπτει είναι ότι το τοπίο, που μόνο η δικαιοσύνη μπορούσε να ξεκαθαρίσει, θα ήταν πολύ ωφέλιμο να εκκαθαριστεί εγκαίρως, ώστε είτε να προχωρήσει είτε να σταματήσει η επένδυση. 

Είναι προφανές ότι το πρόβλημα υπήρχε και υπάρχει. Η ακραία συντηρητική άποψη όμως του να μην αλλάξει τίποτε και της μη συμμετοχής των Δικαστών και Εισαγγελέων σε οποιονδήποτε διάλογο για την διαπίστωση και την λύση των κοινωνικών προβλημάτων και της επίλυσής τους, αφήνει ανοιχτό το πεδίο για λύσεις ερήμην των πρωταγωνιστών, με άγνωστες συνέπειες. 

Θα πρέπει σε αυτές λοιπόν τις εκλογές η Ένωση δια της ψήφου των μελών της να δώσει μια πραγματικά προοδευτική απάντηση στον αφόρητο και ακραίο συντηρητισμό των ‘’φίλων του λαού’’.

Ευστάθιος Βεργώνης

Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών

Υποψήφιος για το Διοικ. Συμβούλιο της ΕΝΔΕ