screen-shot-2017-07-27-at-11-16-55-am

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ Γ.Σ. ΤΗΣ 14-12-2019 ΤΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΣΕΒΑΣΤΙΔΗ, ΠΡ.ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ, ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΕΔΕ

     Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, 

    όταν στις 26.11.2019 κατατέθηκε στη Βουλή η γνωστή φωτογραφική τροπολογία για την ανακατανομή των θέσεων Προέδρων Εφετών και Εφετών, πρώτη η ομάδα μας διατύπωσε την αντίθεσή της και κινητοποίησε τόσο την πλειοψηφία του Δ.Σ. της ΕΔΕ όσο και τα εφετεία της χώρας, τις εφετειακές επιτροπές της ΕΔΕ, αλλά και τον νομικό κόσμο, που εκφράστηκαν δημόσια αρνητικά για την προοπτική ανατροπής της αριθμητικής σχέσης μεταξύ Προέδρων Εφετών και Εφετών. Με σοβαρά και ουσιαστικά επιχειρήματα αναδείχθηκαν οι δυσλειτουργίες και τα προβλήματα που θα προκαλέσει η ρύθμιση αυτή και έγινε αντιληπτό ότι ειδικά ο κ. Σαλάτας, στην ικανοποίηση του οποίου απέβλεπε η συγκεκριμένη ρύθμιση, εκμεταλλευόμενος την θέση του στο Δ.Σ. της ΕΔΕ δεν δίστασε να προωθήσει τη νομοθετική αυτή μεταβολή, αδιαφορώντας για την αναστάτωση στην προσωπική και υπηρεσιακή ζωή δεκάδων συναδέλφων. Την ουσία της τροπολογίας αυτής και τους λόγους της άμεσης αντίδρασής μας θα σας εξηγήσει στη συνέχεια ο Πρόεδρος της ΕΔΕ, Χριστόφορος Σεβαστίδης. 

     Πώς, όμως, οδηγηθήκαμε στην τροπολογία αυτή και με ποιον τρόπο κατάφερε ο κ. Σαλάτας να «πείσει» τον Υπουργό Δικαιοσύνης για το δίκαιο του αιτήματός του και να αποκτήσει έναν συμπαραστάτη στο Δ.Σ., τον κ Λυμπερόπουλο; Η απάντηση μπορεί εύκολα να δοθεί με μία απλή αναδρομή στα 3 τελευταία χρόνια λειτουργίας του ενωτικού προεδρείου της ΕΔΕ και μία σύγκριση των κοινών θέσεών μας μέχρι τον Ιούνιο του 2019 και την μεταστροφή των κ.κ. Σαλάτα και Λυμπερόπουλου από τον Ιούλιο του 2019 σε όλα τα σοβαρά ζητήματα. 

   Υπενθυμίζω εδώ από τον Ιούνιο 2016 μέχρι τον Ιούνιο 2019 η ΕΔΕ εξέδωσε δεκάδες ανακοινώσεις και δελτία τύπου, καταγγέλλοντας επανειλημμένα υπουργούς και βουλευτές της τότε κυβερνητικής πλειοψηφίας για προσπάθεια χειραγώγησης της δικαιοσύνης, για αντιθεσμική συμπεριφορά, για αστήρικτες κατηγορίες και στοχοποίηση συναδέλφων. Αναδείξαμε την αντισυνταγματικότητα του νόμου της προηγούμενης κυβέρνησης που υποβάθμιζε τον ρόλο και τη θέση των ειρηνοδικών, μετατρέποντάς τους σε προϊσταμένους υποθηκοφυλακείων και πρωτοστατήσαμε στην διαδικασία ακύρωσής του. Παρασταθήκαμε πολλές φορές στη διαδικασία ακρόασης φορέων στη Βουλή και καταγγείλαμε τις απαράδεκτες πρωτοβουλίες της τότε κυβέρνησης που συρρίκνωναν την προστασία των εργαζομένων, με τον περιορισμό του δικαιώματος στην απεργία και την διευκόλυνση των ομαδικών απολύσεων, τον απαράδεκτο αποκλεισμό δικαστών από την επιλογή τους στο νέο θεσμό του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Καταγγείλαμε τον Αύγουστο του 2016 την τότε κυβέρνηση για ανεπίτρεπτη παρέμβαση στο έργο της δικαιοσύνης με αφορμή δηλώσεις σχετικά με την υπόθεση της ΕΛΣΤΑΤ. Καυτηριάσαμε τον Οκτώβριο του 2016 την απαράδεκτη στάση της κυβέρνησης απέναντι στην απόφαση του ΣτΕ για τον νόμο για τις τηλεοπτικές άδειες. Αναδείξαμε από κοινού και με τις άλλες δικαστικές ενώσεις τις προβληματικές και αντισυνταγματικές διατάξεις του νόμου για το πόθεν έσχες, ερχόμενοι σε ευθεία σύγκρουση με τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης κ. Κοντονή. Ασκήσαμε σκληρή κριτική στην επιλογή της τότε κυβέρνησης να τοποθετήσει στη θέση της προϊσταμένης του νομικού γραφείου του Πρωθυπουργού την πρώην Πρόεδρο του Αρείου Πάγου κα. Θάνου. Συγκρουστήκαμε ακόμα και με τον πρώην Πρωθυπουργό (κ. Α.Τσίπρα) όταν χαρακτήρισε την Δικαιοσύνη θεσμικό εμπόδιο, καταγγέλλοντας την επικίνδυνη αυτή λογική που οδηγεί σε αμφισβήτηση του κράτους δικαίου. Και δεν είναι τυχαίο που η δική μας ομάδα και κυρίως ο Πρόεδρος της ΕΔΕ, Χριστόφορος Σεβαστίδης, δεχθήκαμε προσωπική επίθεση από παράγοντες της τότε κυβέρνησης, αλλά και από την κρατική τηλεόραση και εφημερίδες φίλα προσκείμενες στην τότε κυβέρνηση. 

     Και ενώ έτσι πορευτήκαμε με κοινή προσπάθεια και δράση όλων των μελών του ενωτικού προεδρείου μέχρι τον Ιούνιο του 2019, ξαφνικά (αλλά αναμενόμενα για όσους γνωρίζουν την συνδικαλιστική διαδρομή κάθε μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ) με την αλλαγή της κυβέρνησης τον Ιούλιο του 2019 μεταβλήθηκε και η στάση τόσο του κ. Σαλάτα όσο και του κ. Λυμπερόπουλου. Θα σταθώ σε ορισμένα μόνο χαρακτηριστικά παραδείγματα της μεταστροφής αυτής: 

  Α) Τον Ιανουάριο του 2018 με την κατάθεση του νομοσχεδίου για την ιδιωτική διαμεσολάβηση το ενωτικό προεδρείο (με τη συμμετοχή και των κ.κ. Σαλάτα και Λυμπερόπουλου) ανέδειξε ως κυρίαρχο ζήτημα την αντισυνταγματικότητα και τα προβλήματα των προτεινόμενων διατάξεων. Εκδώσαμε πλήθος ανακοινώσεων και δελτίων τύπου και αποφασίσαμε ως μέτρο διαμαρτυρίας την διακοπή συνεδριάσεων των δικαστηρίων την ημέρα ψήφισης του νομοσχεδίου. Η θέση της Ένωσης εδώ και δύο χρόνια περίπου ήταν σταθερά η ίδια στην κατεύθυνση της μη υποχρεωτικότητας της ιδιωτικής διαμεσολάβησης και παράλληλα στην προώθηση της δικαστικής μεσολάβησης. 

   Τον Οκτώβριο του 2019 δόθηκε σε διαβούλευση σχέδιο νόμου, που ρύθμιζε εκ νέου τον θεσμό της ιδιωτικής διαμεσολάβησης. Το σχέδιο αυτό, όπως και εκείνο που κατατέθηκε στη συνέχεια στη Βουλή και τελικά ψηφίστηκε και αποτέλεσε τον Ν. 4640/2019, είναι στα κρίσιμα σημεία του κατά βάση αντιγραφή του νόμου του 2018, προβλέποντας ως υποχρεωτική την ιδιωτική διαμεσολάβηση με σημαντική οικονομική επιβάρυνση των πολιτών και άσκηση έργου διαμεσολαβητή και από μη νομικό, απειλώντας ποινές και έξοδα για την περίπτωση που κάποιος διάδικος δεν προσέλθει στην ιδιωτική διαμεσολάβηση και θεσπίζοντας ως υποχρεωτική την συμμετοχή δικηγόρου. Παράλληλα, όμως, προχώρησε ένα βήμα μπροστά απαξιώνοντας πλήρως τον θεσμό της δικαστικής μεσολάβησης, στην οποία δεν αναγνώρισε ούτε αναπληρωματικό ρόλο, υποβαθμίζοντας αισθητά τον ρόλο και την θέση του δικαστή στις διαδικασίες συναινετικής επίλυσης των διαφορών. Ωστόσο, οι κ.κ. Λυμπερόπουλος και Σαλάτας ξαφνικά αναθεώρησαν την αρχική τους στάση και υπεραμύνθηκαν της συμβατότητας του νέου νομοσχεδίου με το Σύνταγμα, αλλά και της μη αντίθεσής του στις βασικές αρχές που συμφωνήσαμε δύο χρόνια πριν στο Δ.Σ. της ΕΔΕ ότι πρέπει να διέπει τον θεσμό της ιδιωτικής διαμεσολάβησης και τη σχέση του με την δικαστική μεσολάβηση. Έτσι, φτάσαμε, με αποκλειστική ευθύνη των κ.κ. Σαλάτα και Λυμπερόπουλου, από την απόφαση της ΕΔΕ του 2018 για δυναμικές κινητοποιήσεις με διακοπή συνεδριάσεων, στην πλήρη αφωνία. 

    Β) Στα πλαίσια αναθεώρησης των δύο ποινικών κωδίκων κατά τα τέλη Οκτωβρίου 2019 είχε προταθεί από την σημερινή κυβέρνηση η τροποποίηση των διατάξεων σχετικά με τον τρόπο δίωξης της κακουργηματικής απιστίας και η πρόβλεψη για πρώτη φορά της κατ’ έγκληση δίωξής της, διάταξη που τελικά στο κείμενο του Ν. 4637/2019 κατέλαβε μόνο την κακουργηματική απιστία σε βάρος τραπεζών. Η αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, στα πλαίσια ακρόασης των φορέων, κάλεσε την ΕΔΕ στις 6.11.2019 για να εκφράσει τις θέσεις της, αλλά ενόψει της σύγκλησης έκτακτου Δ.Σ. για το ζήτημα αυτό στις 7.11.2019 επιφυλαχθήκαμε να απαντήσουμε εγγράφως. Στο Δ.Σ. της ΕΔΕ η πλειοψηφία των μελών αποφάσισε να δηλώσει η ΕΔΕ την αντίθεσή της στη διάταξη εκείνη, θεωρώντας αυτονόητο ότι η απόφαση αυτή έπρεπε να κοινοποιηθεί άμεσα στο αρμόδιο κατά τον χρόνο εκείνο όργανο, που ήταν η Επιτροπή της Βουλής. Αντίθετα, η μειοψηφία του Δ.Σ., αποτελούμενη από τους κ.κ. Λυμπερόπουλο, Σαλάτα και Φούκα, αρνήθηκε τη δημοσιοποίηση και αποστολή των απόψεων της ΕΔΕ στην Επιτροπή της Βουλής και πρότεινε την αποστολή τους μόνο στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. 

    Ποιος ο λόγος αποστολής των θέσεών μας σε αναρμόδιο όργανο, όταν η ψήφιση του νόμου είχε προσδιοριστεί για τις επόμενες ημέρες; Για ποιο λόγο θα έπρεπε να συγκαλύψουμε τις θέσεις μας και να τις κρατήσουμε στο σκοτάδι, όταν η δημοσιοποίηση των θέσεών μας αποτέλεσε την πάγια πρακτική που ακολουθήθηκε από τον Ιούνιο του 2016 σε όλα τα σημαντικά ζητήματα (όπως κατάθεση και δημοσιοποίηση θέσεων όλων των μελών του Δ.Σ. για τους ποινικούς κώδικες τον Απρίλιο του 2019 και δημόσια τοποθέτηση στα πλαίσια αναθεώρησης των ποινικών κωδίκων τον Αύγουστο του 2019); Γιατί επί 3 χρόνια (2016-2019) η ΕΔΕ διατύπωνε ξεκάθαρες θέσεις ενώπιον της Επιτροπής της Βουλής σε όλα τα νομοσχέδια (απελευθέρωση ομαδικών απολύσεων, περιορισμό δικαιώματος απεργίας, προσόντα Ευρωπαίου Εισαγγελέα, ανάθεση καθηκόντων δικαστικού αντιπροσώπου σε εκλογές σωματείων σε δικηγόρους, κ.λ.π.) και στο συγκεκριμένο θέμα θα έπρεπε σιωπήσουμε; 

   Είναι προφανές ότι η συμπεριφορά αυτή των κ.κ. Λυμπερόπουλο, Σαλάτα και Φούκα εντάσσεται σε μία συνολικότερη προσπάθεια αλλαγής της στάσης της ΕΔΕ σε όλα τα κρίσιμα ζητήματα, προς την κατεύθυνση της αποφυγής ευθείας αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση, πλήττοντας όμως έτσι ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του συλλογικού μας οργάνου. 

    Γ) Με το Π.Δ. 81/8.7.2019 μεταφέρθηκε η Γενική Γραμματεία Αντεγκληματικής Πολιτικής, με όλες της τις μονάδες και το προσωπικό, από το Υπουργείο Δικαιοσύνης στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Η παγκόσμια αυτή πρωτοτυπία και η αντίθεσή της με κανόνες και συστάσεις του ΟΗΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης (που επιβάλλουν τον πλήρη διαχωρισμό της αστυνομικής λειτουργίας από την απονομή της δικαιοσύνης και διάκριση της διοίκησης και του προσωπικού των υπηρεσιών έκτισης της ποινής από την αστυνομία), αλλά και οι δυσλειτουργίες που προκαλεί τέθηκαν από τον Πρόεδρο της ΕΔΕ, Χριστόφορο Σεβαστίδη, υπόψη του Δ.Σ. της ΕΔΕ σε δύο συνεδριάσεις (της 7.11.2019 και 7.12.2019) και ζητήθηκε από τα μέλη του να λάβουν θέση. Παρά το ότι για την κυβερνητική αυτή επιλογή εκφράστηκαν αρνητικά 15 πανεπιστημιακοί όλων των σχετικών με το ζήτημα ειδικοτήτων και παρά το ότι οι δυσλειτουργίες δεν άργησαν να φανούν με την σταδιακή, αλλά αποσπασματική επιστροφή ορισμένων δομών και υπηρεσιών στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, δεν επιτεύχθηκε πλειοψηφία στο Δ.Σ., αφού μεταξύ άλλων οι κ.κ. Λυμπερόπουλος, Σαλάτας, Φούκας, Βεργώνης τάχθηκαν υπέρ της παραμονής της Γ.Γ.Αντεκγληματικής Πολιτικής στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αδιαφορώντας για τα σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης της Δικαιοσύνης που συνδέονται με την μεταφορά των πιο πάνω υπηρεσιών στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, αφού δυσανάλογα μεγάλο μέρος των πόρων του Υπουργείου Δικαιοσύνης μεταφέρθηκε και παραμένει στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. 

    Δ) Τον Οκτώβριο του 2019 συζητήθηκε στα πλαίσια του Προεδρείου της ΕΔΕ η ανάγκη έκδοσης δελτίου τύπου για το ζήτημα της μείωσης της χρηματοδότησης της Δικαιοσύνης από το ΤΑΧΔΙΚ. Συγκεκριμένα, το 30% των πόρων του ΤΑΧΔΙΚ ήταν ανέκαθεν στη διάθεση του Υπουργού Δικαιοσύνης για κάλυψη των αναγκών όλων των υπηρεσιών του Υπουργείου, με το μεγαλύτερο μέρος να διατίθεται στις δικαστηριακές υποδομές. Μετά την μεταφορά της Γ.Γ.Αντεγκληματικής Πολιτικής στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη ποσοστό 20% μεταφέρθηκε στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και μόλις 10% από τους πόρους του ΤΑΧΔΙΚ καλύπτει πλέον τις ανάγκες των δικαστηρίων, ακόμα και μετά την σταδιακή επιστροφή ορισμένων από τις δομές της Γ.Γ.Αντεγκληματικής Πολιτικής στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ενόψει του γενικότερου κινδύνου υποχρηματοδότησης της Δικαιοσύνης η πλειοψηφία του Προεδρείου της ΕΔΕ αποφάσισε την έκδοση δελτίου τύπου, εκφράζοντας την ανησυχία για την εξέλιξη αυτή. Όμως και γι’ αυτό το ζήτημα ο κ. Λυμπερόπουλος εξέφρασε τις αντιρρήσεις του, με προφανή κατά την άποψή μου σκοπό να αποφευχθεί η αντιπαράθεση με την κυβέρνηση.

     Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, από τον Ιούλιο του 2019 έπαψε ουσιαστικά να λειτουργεί το Προεδρείο της ΕΔΕ κατά τρόπο ενωτικό, με αποκλειστική ευθύνη όσων μελών του επέλεξαν, ο καθένας για δικούς του λόγους, να μην έρχονται σε σύγκρουση και αντιπαράθεση με την νέα Κυβέρνηση και την νέα ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η πορεία μας την τελευταία 10ετία στον δικαστικό συνδικαλισμό και η καθαρή και έντιμη στάση μας δεν θα επέτρεπε την εμπλοκή μας σε τέτοιες σκοπιμότητες. Διαχωρίσαμε εξαρχής την θέση μας και σας διαβεβαιώνουμε ότι με το ίδιο πάθος και δυναμισμό, αλλά κυρίως μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε απέναντι στις τεράστιες προκλήσεις που μας περιμένουν, όπως η δραστική μείωση των δικαστικών διακοπών, η παράταση κατά 2 τουλάχιστον ώρες των συνεδριάσεων των δικαστηρίων, η ουσιαστική κατάργηση του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων με επαναφορά του θεσμού των «δοτών» προϊσταμένων, η επέκταση του θεσμού της σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στη Δικαιοσύνη.