Στιγμιότυπο 2020-05-15, 10.48.57 πμ

ΟΙ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ, ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ Ο ΚΕΜΑΛ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΗ, ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ

Με το με αριθμό Ζ’/1975 Ψήφισμα της Ε΄ Αναθεωρητικής Βουλής (Φ.Ε.Κ. Α΄ 23) και ειδικότερα με το άρθρο 1 παρ. 5 αυτού, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 3016/2002 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 110) προβλέφθηκε, ότι κατά την εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος των βουλευτών από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία αφαιρείται ποσό ίσο με το 25% του ακαθάριστου ποσού της βουλευτικής αποζημίωση ως τεκμαρτό ποσό για την κάλυψη δαπανών μίσθωσης πολιτικών γραφείων και λοιπών δαπανών άσκησης του λειτουργήματος. Δυνάμει των με αριθμό 89/2013 και 6/2015 αποφάσεων του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 Σ. κρίθηκε, ότι η διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ζ΄/1975 Ψηφίσματος είναι εφαρμοστέα και επί των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, καθώς αποτελεί επαύξηση καθαρού ποσού εισοδήματος λαμβανομένης υπόψη της ανυπαρξίας οποιουδήποτε άλλου λόγου, που να δικαιολογεί την άνιση μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών με τους βουλευτές. Έπειτα με το άρθρο 71 του ν. 4472/2017 ορίσθηκε, ότι τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975 καταργούνται. Ενώ, όμως, η συγκεκριμένη διάταξη αφορούσε αποκλειστικά και μόνο σε κατάργηση προνομίου βουλευτή, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αναφερόταν, ότι   «Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού καταργούνται τα δύο τελευταία εδάφια της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975, που αφορούν στην έκπτωση από το φορολογητέο ποσό της βουλευτικής αποζημίωσης των δαπανών άσκησης του λειτουργήματος του βουλευτή στα πλαίσια των δημοσιονομικών δεσμεύσεων της χώρας. Λόγω της εξίσωσης της βουλευτικής αποζημίωσης προς τις αποδοχές των ανωτάτων δικαστικών λειτουργών με τις υπ’ αριθμ. 89/2013 και 6/2015 αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου της παρ. 2 του άρθρου 88 του Συντάγματος (Μισθοδικείου) η κατάργηση θα ισχύσει και για τα ανωτέρω πρόσωπα πέραν των βουλευτών.»  Επιπλέον, σύμφωνα με το  άρθρο 15 του ν. 4172/2013 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος,  ο δικαστικός λειτουργός φορολογείται για εισόδημα από 40.000 με 44% και για εισφορά αλληλεγγύης από 40.000 μέχρι 65.000 με 7,5 % για όλα τα εισοδήματά του.

Στις 6 Δεκεμβρίου 2019, συζητήθηκε υπόθεση συναδέλφων Δικαστών, το όνομα και ο αριθμός των οποίων δεν εκτίθεται διότι η γράφουσα έχει ως πάγια τακτική να μην κατονομάζει ανθρώπους χωρίς την συναίνεσή τους, στο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 99 Συντάγματος με την οποία ζητούσαν την ακύρωση της κατάργησης της απαλλαγής από την φορολόγηση ποσοστού 25% των εισοδημάτων τους. Δύο μήνες μετά την συζήτηση της υπόθεσης, την 6.2.2020, η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων έσπευσε να αποκηρύξει αυτή την ενέργεια αυτή με την εξής απλοϊκή φράση: «Σχετικά με πρόσφατα δημοσιεύματα στον Τύπο που αναφέρουν ότι οι δικαστικοί λειτουργοί διεκδικούν φοροαπαλλαγή 25% των εισοδημάτων τους, διευκρινίζουμε ότι δεν έχει ληφθεί καμία τέτοια απόφαση από τις Δικαστικές Ενώσεις».  Η αντίδραση αυτή επήλθε διότι οι εκπρόσωποί μας θεώρησαν ότι το αίτημα αυτό των συναδέλφων που προσέφυγαν στο Ειδικό Δικαστήριο « δεν θα είχε καμία τύχη σε νομικό επίπεδο και ότι θα μας εξέθετε ανεπανόρθωτα σε επίπεδο επικοινωνιακό». 

Ως προς το πρώτο σκέλος της αντίδρασης αυτής, δηλαδή ως προς την έκβαση του νομικά βάσιμου μίας υπόθεσης, ισχύουν τα εξής: βασική έκφανση της αρχής της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης αποτελεί η έλλειψη παρέμβασης  από τον οποιονδήποτε ενόσω έχει συζητηθεί μία υπόθεση και εκκρεμεί η έκδοση απόφαση επί αυτής. Αυτή την αρχή απαιτούμε να σέβονται και να τηρούν οι πολιτικοί παράγοντες, ο κάθε πολίτης, τα ΜΜΕ και πολύ περισσότερο οι ίδιοι εκπρόσωποί μας σε δικαστικές υποθέσεις που αφορούν τα μέλη της Ενωσης. Η παρέμβαση αυτή η οποία είναι ανεπίτρεπτη δύναται να λάβει διάφορες εκφάνσεις: δήθεν ελευθερία διατύπωσης γνώμης υπέρ ή κατά του ενδίκου μέσου, παρασκηνιακές ενέργειες, διαπόμπευση ή επιδοκιμασία των προσφευγόντων. Μέλημα της ΕΝΔΕ είναι να καταγγέλλει τις παρεμβάσεις αυτές από όπου και αν προέρχονται ακόμα και από το εσωτερικό αυτής αλλιώς ουδείς συνάδελφος θα τολμήσει να διεκδικήσει ότι θεωρεί ως νόμω και ουσία βάσιμο αν έστω ένας εκλεγμένος διαφωνεί.  Ας αφήσουμε λοιπόν επιτέλους εμείς οι ίδιοι οι Δικαστές την δικαιοσύνη να κάνει την δουλειά της απερίσπαστη από ανακοινωθέντα για υποθέσεις που αφορούν ημάς.   

Ως προς το δεύτερο σκέλος, ουδεμία έκθεση της ΕΝΔΕ σε επίπεδο επικοινωνιακό από την δικαστική διεκδίκηση συναδέλφων της ακύρωσης της κατάργησης της φοροαπαλλαγής του 25% θα επερχόταν με το σκεπτικό ότι δήθεν αφού καταργήθηκε για τους βουλευτές έπρεπε να καταργηθεί και για τους Δικαστές. Οι καθαρές τελικές  αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι γνωστό ότι υπολείπονται κατά πολύ των αποδοχών των βουλευτών οι οποίοι έχουν πλείστα προνόμια που ουδόλως έχουν οι δικαστικοί λειτουργοί. Ενδεικτικά αναφέρονται ατέλειες κινητών και σταθερών τηλεφώνων, κάλυψη των εξόδων κινήσεως εντός και εκτός Ελλάδος,  κάλυψη των εξόδων μίσθωσης κατοικιών και ξενοδοχείων, κάλυψη  χρονομίσθωσης πολυτελών αυτοκινήτων υψηλού κυβισμού, περαιτέρω αποζημιώσεις για συμμετοχές σε επιτροπές, κάλυψη αγοράς τηλεπικοινωνικού υλικού κ.α. Αντιθέτως, οι συνάδελφοί μου καλύπτουν ή προσπαθούν να καλύψουν όλα τα παραπάνω από τον  μισθό τους, όπως τηλεφωνικούς τους λογαριασμούς που συνήθως αφορούν ομιλία για τα νομικά θέματα των υποθέσεών τους,  δεν λαμβάνουν καν τα οδοιπορικά τους από τις αποσπάσεις διότι το Υπουργείο τους δικαιολογεί οδοιπορικά μόνο για αποστάσεις πέραν των 40 χιλιομέτρων ανά διαδρομή και αν τα λάβουν θα τα λάβουν μετά από ένα έτος και από πολλά παρακάλια, καλύπτουν μόνοι τους την εκμίσθωση διαμερισμάτων πέραν της κύριας κατοικίας τους, στον τόπο της έδρας τους, η συμμετοχή τους στις εκλογές των σωματείων καταργήθηκε ενώ ταυτόχρονα καταβάλλουν ιδίως οι παλιοί συνάδελφοι ποσό σημαντικό για την καθαρογραφή των αποφάσεών τους αφού το σχετικό επίδομα που ελάμβαναν οι γραμματείς και αυτό καταργήθηκε. Είναι προφανές λοιπόν ότι η εισοδηματική πραγματική κατάσταση των δικαστικών λειτουργών ουδόλως είναι συγκρίσιμη με αυτή των αντιπροσώπων της νομοθετικής εξουσίας. Επομένως, η δήθεν διαφορετική φορολογική μεταχείριση των δικαστικών λειτουργών που ήδη φορολογούνται με ποσοστό 44% μόνο  προκλητική έκθεση της ΕνΔΕ δεν θα αποτελούσε, αφού το συγκαλυμμένως αυξημένο εισόδημα των βουλευτών που προαναφέρθηκε δεν φορολογείται, εν αντιθέσει με αυτό των δικαστικών λειτουργών, παραβιαζομένου ούτως του άρθρου 4 παρ.1 Συντάγματος κατά το οποίο οι έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.

Δυστυχώς η σύνθεση των εκπροσώπων μας στην  ΕνΔΕ αποτελείται στην ουσία από δύο ομάδες, μία που αποφεύγει τις μισθολογικές, φορολογικές και συνταξιοδοτικές διεκδικήσεις για λόγους άγνωστους που η ίδια θα πρέπει να εκθέσει και μία που αποφεύγει τις ως άνω διεκδικήσεις από μία ιδεοληπτική άποψη που θεωρεί δίκαιη την  εξίσωση των Δικαστών ως προς τις μισθολογικές  απολαβές και την φορολογική τους επιβάρυνση  με τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους και σίγουρα όχι με τους αντιπροσώπους της νομοθετικής εξουσίας. Αναλίσκονται σε έναν ανταγωνισμό δελτίων τύπου και ανακοινώσεων ως προς την πολιτική επικαιρότητα σε σχέση με την δικαιοσύνη αγωνιούντες για το κύρος της και ως προς τις σχηματισθείσες πλειοψηφίες ή μειοψηφίες τους, παραπέμποντας τις δίκαιες διεκδικήσεις των συναδέλφων τους στις καλένδες και επικρίνοντας με ξύλινο συνδικαλιστικό λόγο κάθε περί του αντιθέτου προσπάθεια ως συντεχνιακή και προκλητική για τις υπόλοιπους εργαζομένους, προβάλλοντας την λύση της εξίσωσης προς τα κάτω. Με αυτό τον τρόπο προκαλείται ο λεγόμενος κοινωνικός αυτοματισμός και ουδείς συνάδελφος επιθυμεί να στοχοποιηθεί, να απαξιωθεί ως διεκδικητής παραλόγων προνομίων και να γίνει δακτυλοδεικτούμενος εν μέσω δύο τάσεων που θα τον συνθλίψουν, γι αυτό και παρατηρείται μία δικαιολογημένη αποχή από τα πεπραγμένα της Ενωσης. Αποτέλεσμα αυτών των δύο και μοναδικών τάσεων που εν τέλει συναντούνται και συμπίπτουν είναι ότι  η δικαστική ανεξαρτησία και οι εγγυήσεις αυτής που προβλέπουν τα άρθρα 87 και 88 Συντάγματος ισχύει μόνο για τους συναδέλφους που έχουν συζευχθεί ευκατάστατο/η σύζυγο ή προέρχονται από άνω του μετρίου οικονομικού status οικογένειες. Οι υπόλοιποι, γόνοι και σύζυγοι μισθωτών εργαζομένων και εργατών, παράλληλα με την μελέτη των υποθέσεών τους, σηκώνουν τα τηλέφωνα στις εισπρακτικές και αγωνιούν για την επιβίωση των ιδίων και των οικογενειών τους. Η ανάγκη λοιπόν μεταστροφής της δραστηριότητας των εκπροσώπων της Ενωσης στην επίλυση των δίκαιων αιτημάτων των συναδέλφων είναι πλέον αδήριτη. Επειδή όμως είναι βέβαιο ότι το παρόν άρθρο θα προκαλέσει τις γνωστές αντιδράσεις-κορώνες και ότι η σύνθεση του νέου ΔΣ θα παραμείνει υπό τις ίδιες κατευθύνσεις, τελειώνω με τον στίχο του Νίκου Γκάτσου από τον «Κεμάλ» του Μ.Χατζιδάκη «ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΚΕΜΑΛ, ΑΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΠΟΤΕ. ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ».

 

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ