Η υποχρεωτική επιμόρφωση ως μέσο ελέγχου και πίεσης της προσωπικής κρίσης του δικαστικού και εισαγγελικού λειτουργού, – Ιωάννη Ασπρογέρακα, Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών

Η υποχρεωτική επιμόρφωση ως μέσο ελέγχου και πίεσης της προσωπικής κρίσης του δικαστικού και εισαγγελικού λειτουργού.

 

Ιωάννη Ασπρογέρακα

Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών.

 

Η επιμόρφωση, ως εκπαιδευτική διαδικασία, με την οποία κάποιος αποκτά επιπλέον γνώσεις και δεξιότητες σ’ ένα αντικείμενο, συχνά σχετικό με την εργασία του, συναρτάται άμεσα με το δικαιοδοτικό ρόλο των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών και αποτελεί αδιαμφισβήτητα ισχυρό τους σύμμαχο κατά την επεξεργασία νομικών υποθέσεων. Η εξέλιξη των συναλλακτικών σχέσεων και η πολυπλοκότητα αυτών στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον, η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας και η αναπόδραστη επιρροή της στην εξέλιξη του ποινικού φαινομένου, η αυξανόμενη τα τελευταία χρόνια, ασυνεπής δογματικά και γι’ αυτό το λόγο προβληματική στην εφαρμογή της, νομοθέτηση και η ευκαιριακή, κατά τα κοινωνικά προστάγματα, τροποποίηση βασικών κωδίκων δικαστηριακής πρακτικής, καθιστούν την ουσιαστική επιμόρφωση όσο ποτέ άλλοτε αναγκαία, όσο και προσωπικό ζητούμενο του καθενός από μας ξεχωριστά.

Στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Μεταρρυθμίσεις στο νομοθετικό πλαίσιο της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών» και ειδικότερα στα άρθρα 38-48 εισάγονται διατάξεις που ρυθμίζουν το σχετικό ζήτημα, τα καίρια σημεία των οποίων είναι τα κάτωθι:  Το Συμβούλιο Σπουδών της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, ύστερα από εισήγηση του Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης κάθε κατεύθυνσης, καταρτίζει ετήσια προγράμματα επιμόρφωσης εν ενεργεία δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών μέχρι του βαθμό του Εφέτη ή του Αντεισαγγελέα Εφετών, του Ειρηνοδίκη και του Πταισματοδίκη.  Αυτά διακρίνονται  σε τακτικά, που περιλαμβάνουν τα υποχρεωτικά και τα προαιρετικά επιμορφωτικά προγράμματα και τα έκτακτα. Στα υποχρεωτικά προγράμματα περαιτέρω περιλαμβάνονται τέσσερις κύκλοι επιμόρφωσης, που αφορούν: i) ο πρώτος κύκλος, την οργάνωση της διοίκησης των δικαστηρίων, τη δικαστική επικοινωνία, τη δικαστική δεοντολογία, τη μεθοδολογία του δικαστικού έργου και τη διαχείριση του χρόνου στην άσκηση των καθηκόντων, ii) ο δεύτερος κύκλος, το οικονομικό δίκαιο και ιδίως θέματα που αφορούν την ενέργεια, την κεφαλαιαγορά, τον ανταγωνισμό και την προστασία του καταναλωτή, iii) ο τρίτος κύκλος, τη νομική εμβάθυνση σε θεματικές ανάλογα με τον κλάδο της δικαιοσύνης που αφορούν και iv) ο τέταρτος κύκλος, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ο δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός υποχρεωτικά πρέπει να συμμετέχει ετησίως σε ένα κύκλο επιμόρφωσης και να τους ολοκληρώσει σε χρονικό διάστημα από τέσσερα (4) έως οκτώ (8) έτη. Η περαιτέρω εξειδίκευση των θεματικών των υποχρεωτικών προγραμμάτων αναφέρεται στο άρθρο 42, με ιδιαίτερη υπόμνηση από τον γράφοντα, στο εδάφιο δ) περί νομοθετικών και νομολογιακών εξελίξεων σε ζητήματα διοικητικού, δημοσιονομικού, αστικού, εμπορικού, ποινικού και εργατικού δικαίου και θ) περί επίδρασης και εφαρμογής των νέων τεχνολογιών και ιδίως της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης και των ηλεκτρονικών συστημάτων στη διαμόρφωση του δικαίου, στον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης και στην εργασία των δικαστικών λειτουργών. Τα τακτικά προαιρετικά προγράμματα επιμόρφωσης δεν έχουν συγκεκριμένη θεματική εκ των προτέρων προσδιορισμένη, δύνανται δε να έχουν κοινό ή παραπλήσιο αντικείμενο με τη θεματική των υποχρεωτικών τακτικών σεμιναρίων. Μετά  το πέρας κάθε τακτικού προγράμματος (υποχρεωτικών και προαιρετικών), οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί εξετάζονται σε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής (multiple choice) και θεωρούνται επιτυχόντες όσοι λάβουν συνολική βαθμολογία από εβδομήντα (70) και άνω με άριστα το εκατό (100),  στους οποίους και χορηγείται πιστοποιητικό ευδόκιμης παρακολούθησης, που τίθεται στον υπηρεσιακό τους φάκελο, ενώ οι  αποτυχόντες των τακτικών υποχρεωτικών προγραμμάτων καλούνται να επαναλάβουν τον ίδιο κύκλο σε επόμενα έτη. Οι ερωτήσεις εξέτασης καταρτίζονται και η αξιολόγηση γίνεται από έναν από τους Διευθυντές Κατάρτισης και Επιμόρφωσης της Σχολής (βλ. άρθρα 11, 40 και 45), ο οποίος σημειωτέον έχει ευθύνη διοργάνωσης και γενικής εποπτεία των εν λόγω προγραμμάτων, δεν μπορεί όμως να είναι εισηγητής και δεν παρίσταται υποχρεωτικά κατά τη διεξαγωγή τους (βλ. άρθρο 45 παρ. 2).  Τα έκτακτα προγράμματα επιμόρφωσης απευθύνονται στους δικαστικούς λειτουργούς όλων των κλάδων και βαθμών, χωρίς προσδιορισμένη  εκ των προτέρων θεματική, με δυνατότητα όμως ανάλογης εφαρμογής του άρθρου 42, ενώ στους συμμετέχοντες έως το βαθμό του Εφέτη ή Αντεισαγγελέα Εφετών χορηγείται πιστοποιητικό ευδόκιμης παρακολούθησης, που  κρίνεται με απόφαση είτε Προέδρου ή Εισαγγελέα Εφετών, που προεδρεύει της σχετικής ομάδας εργασίας.  Τέλος, στο άρθρο 41 αναφέρεται ότι η επιλογή των υποψηφίων προς παρακολούθηση γίνεται από τον Πρόεδρο του οικείου δικαστηρίου ή τον Πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης του δικαστηρίου ή τον προϊστάμενο της οικείας εισαγγελίας, με τα γενικά κριτήρια της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, η οποία απόφαση επιλογής πρέπει να είναι αιτιολογημένη.

Επί των προαναφερομένων διατάξεων του εν λόγω νομοσχεδίου λεκτέα τα ακόλουθα:

Α) Η υποχρεωτικότητα της παρακολούθησης προγραμμάτων επιμόρφωσης εν ενεργεία δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών αμφισβητεί απροκάλυπτα την νομική επάρκεια αυτών, αναιρεί εν τοις πράγμασι το δικαιοδοτικό τους ρόλο και υποτιμά το επιβαρυμένο δικαιοδοτικό τους έργο.  Η ανάγκη της συνεχούς επιμόρφωσης καλύπτεται επαρκώς από την πλούσια νομική βιβλιογραφία και την δυνατότητα (εύκολης ακόμα και διαδικτυακά) πρόσβασης όλων των νομικών σε συνέδρια, ημερίδες και διαλέξεις, που διοργανώνονται ήδη και σήμερα θεσμοθετημένα στα πλαίσια της δια βίου μάθησης από την Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, αλλά και από τις Πανεπιστημιακές Νομικές Σχολές, Δικαστικές και Εισαγγελικές  Ενώσεις, Δικηγορικούς Συλλόγους, Νομικές Εκδόσεις, Ενώσεις Νομικού Ενδιαφέροντος και ιδιωτικούς φορείς, όπου ο καθένας δύναται να επιλέξει τα κρίσιμα για την αποτελεσματικότερη άσκηση της εργασίας του θέματα ή των ειδικότερων προσωπικών νομικών ενδιαφερόντων του.

Β) Ο προσδιορισμός στα τακτικά υποχρεωτικά επιμορφωτικά σεμινάρια ειδικών θεματικών ενοτήτων και δη δικαστικής επικοινωνίας και δεοντολογίας ή του άρθρου 42 εδάφιο δ) περί νομοθετικών και νομολογιακών εξελίξεων σε ζητήματα διοικητικού, δημοσιονομικού, αστικού, εμπορικού, ποινικού και εργατικού δικαίου και θ) περί επίδρασης και εφαρμογής των νέων τεχνολογιών και ιδίως της πληροφορικής, της τεχνητής νοημοσύνης και των ηλεκτρονικών συστημάτων στη διαμόρφωση του δικαίου, στον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης και στην εργασία των δικαστικών λειτουργών, που συνδέεται με την επιτυχή ή ανεπιτυχή αξιολόγηση του δικαστή και τον ακολουθεί στον υπηρεσιακό του φάκελο, καταδεικνύει τη βούληση της νομοθετούσας πολιτείας να επιβάλει «κρατούσες» απόψεις, είτε επί θεμάτων που επιδέχονται περισσότερες από μια επιστημονικές προσεγγίσεις, είτε επί νέων νομικών ζητημάτων που ανακύπτουν από την υπερβάλλουσα και χωρίς δογματισμό νομοθέτηση της, δεδομένου άλλωστε ότι οι νομοθετικές και νομολογιακές εξελίξεις αποτελούν κύριο αντικείμενο εργασίας του δικαστή και εισαγγελέα, είτε επί ζητημάτων νέας τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης, που δεν αφορούν αμιγώς την οργάνωση των δικαστηρίων, αλλά συμβάλλουν «στην διαμόρφωση του δικαίου», δηλαδή στον ίδιο τον πυρήνα της δικαιοδοτικής κρίσης. Κι αυτό συμβαίνει, διότι, θεμελιώδη ζητήματα όπως, ποια είναι τα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού βίου του δικαστή που καθορίζουν και το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης αυτού ή τι σημαίνουν και πως ερμηνεύονται λέξεις όπως «αυτοπεριορισμός, υπευθυνότητα, ελευθερία, φιλτράρισμα» ή εκφράσεις «ο δικαστής δεν πρέπει να ταυτίζεται με ιδεολογικές προσεγγίσεις, γιατί μόνο έτσι θα παραμείνει ένας ελεύθερος άνθρωπος», ή πόσο αντικειμενικά είναι τα πορίσματα των αλγορίθμων ή πόσο ικανοί είναι να προβούν σε σταθμίσεις με βάση της αρχή της αναλογικότητας, όταν συγκρούονται δύο διαφορετικά έννομα αγαθά και ειδικά στο χώρο του ποινικού δικαίου ή ακόμα πόσο επιρρεπείς είναι στην πραγματοποίηση δυσμενών διακρίσεων, είτε λόγω των εγγενών αδυναμιών λειτουργίας τους, καθώς καλούνται να ταξινομήσουν υποθέσεις με κοινωνικές ή άλλες ομαδοποιήσεις, είτε λόγω της αδιαφανούς ποιότητας των δεδομένων με τα οποία τροφοδοτούνται, αφού η πρόταξη της πνευματικής ιδιοκτησίας των εταιρειών έναντι των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου να έχει πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία που συλλέγονται και μπορούν να οδηγήσουν σε καταδίκη του, υπονομεύει το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη, σε καμιά περίπτωση δεν επιλύονται ούτε με ερωτήματα πολλαπλής επιλογής, ούτε υφίσταται μονοσήμαντη απάντηση.

Γ) Η πρόβλεψη για αξιολόγηση των συμμετεχόντων δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών και η βαθμολόγηση αυτών με ποσοστά άνω και κάτω του 70%, δημιουργεί εντός του δικαστικού σώματος επικίνδυνες, για την ενότητα αυτού και της κοινωνικής του συνοχής, συνθήκες ανταγωνισμού και  υπερφίαλης ματαιοδοξίας, ενώ ευνοεί και την καλλιέργεια ιδιοτελών προσωπικών σχέσεων, που δεν συνάδουν με το δικαιοδοτικό τους ρόλο.

 Δ) Η πρόβλεψη λήψης πιστοποιητικού ευδόκιμης παρακολούθησης προγραμμάτων επιμόρφωσης, που τίθεται εντός υπηρεσιακού φακέλου και από την άλλη αποτυχόντων συναδέλφων που υποχρεούνται να επαναλάβουν τη θεματική ενότητα, εισάγει εκ πλαγίου και εκτός συνταγματικά προβλεπομένων και ανεκτών διαδικασιών, μορφή επιθεώρησης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, από πρόσωπα που στερούνται τέτοιας δικαιοδοσίας και για νομικά ζητήματα που δεν άπτονται του ετήσιου δικαιοδοτικού τους έργου, για το οποίο και μόνο με συγκεκριμένα ποιοτικά, ποσοτικά και εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος χαρακτηριστικά πρέπει να κρίνονται. Αποτελεί δε το πιστοποιητικό αυτό εκτός νόμιμης διαδικασίας στοιχείο, που θα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιθεώρηση και την εκ των πραγμάτων προαγωγή των τελευταίων.

 Ε) Η πρόβλεψη της αξιολόγησης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών από τον Διευθυντή Κατάρτισης και Επιμόρφωσης, που είναι μεν δικαστικό πρόσωπο, αλλά δεν μπορεί να οριστεί εισηγητής των εν λόγω προγραμμάτων, ούτε υποχρεούται να συμμετέχει σ’ αυτά, με έμμεσο τρόπο ευνοεί την εκ των πραγμάτων δυνατότητα τελικής κατάρτισης ερωτήσεων και στην πράξη αξιολόγηση των πρώτων από πρόσωπα εκτός δικαστικού χώρου, που ορίζονται ως εισηγητές ή επικεφαλής προγραμμάτων επιμόρφωσης (βλ. άρθρο 49 για ιδιότητες εκπαιδευτικού προσωπικού).

Και τέλος Στ) Η επιλογή των υποψηφίων προς παρακολούθηση των προγραμμάτων από Προϊσταμένους Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, με γενικά κριτήρια, δημιουργεί επιφυλάξεις για την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού, δεδομένου μάλιστα ότι η απόφασή του δεν προσβάλλεται, αλλά και ευνοεί την υπηρεσιακή εξάρτηση των μελών του Δικαστηρίου ή της Εισαγγελίας από τον τελευταίο.

Ανακεφαλαιώνοντας, τα προβλήματα στο χώρο της δικαιοσύνης και πολλά και υπαρκτά είναι. Το προς ψήφιση νομοσχέδιο, τουλάχιστον κατά τις σχολιαζόμενες ως άνω διατάξεις του, δεν αντιμετωπίζει με ορθολογισμό την ανάγκη επιμόρφωσης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, δεν λύνει υφιστάμενα προβλήματα, αντίθετα δημιουργεί νέα και συσσωρεύει προβληματισμό και απογοήτευση. Στο αποτέλεσμα αυτό δε, συνέβαλε καθοριστικά η πεισματική και άνευ λόγου άρνηση της νομοθετούσας πολιτείας να συνδιαλλαγεί, πριν την ψήφιση του νομοσχεδίου, με το σώμα των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, όπως αυτό με δημοκρατικές διαδικασίες εκπροσωπείται μόνο από τα εκλεγμένα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων των Ενέσεων του, κι όχι από αφανείς αποσπασμένους σε διοικητικές θέσεις Υπουργείων συναδέλφους ή νεοϊδρυθέντα σωματεία για την επιτάχυνση της δικαιοσύνης ή ανάλογες εξωθεσμικές ομάδες προβληματισμού (think tank), αγνώστων συμφερόντων και εξαρτήσεων.