Η πολιτικοποίηση της δικαιοσύνης στην Πολωνία, Αικατερίνη Ντόκα – Εφέτης

Η ‘ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ’ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΩΝΙΑ

Ο σεβασμός του κράτους δικαίου αποτελεί θεμελιώδη αρχή που προβλέπεται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία έχουν αποδεχθεί τα κράτη που εισέρχονται σε αυτήν.  Βασικό στοιχείο του κράτους δικαίου είναι η λειτουργία ενός ανεξάρτητου συστήματος δικαιοσύνης και η διασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών, οι οποίοι, στα πλαίσια της διάκρισης των εξουσιών, καλούνται να ελέγχουν τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία και να προστατεύουν τα άτομα από άδικες ή αδικαιολόγητες παρεμβάσεις της πολιτείας στο χώρο της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας.

Μετά τις εκλογές που διεξήχθησαν τον Οκτώβριο του 2015 στην Πολωνία και την επικράτηση του εθνικιστικού κόμματος με την ονομασία ‘Νόμος και Δικαιοσύνη’ (Law and Justice) επιχειρείται συστημικά η καθυπόταξη της δικαστικής εξουσίας στην εκτελεστική και η ‘πολιτικοποίηση’ της δικαιοσύνης, μέσω μίας σειρά αμφιλεγόμενων νομοθετικών παρεμβάσεων. Καταρχήν το κυβερνών εθνικιστικό κόμμα απέκτησε τον έλεγχο του Συνταγματικού Δικαστηρίου -που οφείλει εκ του ρόλου του να εγγυάται την τήρηση των συνταγματικών αρχών, τη διάκριση των εξουσιών και το σεβασμό του κράτους δικαίου- μεταβάλλοντας τον τρόπο ανάδειξης των μελών του δικαστηρίου και τη λειτουργία του. Στη συνέχεια, προκειμένου να μεταβληθεί η σύνθεση του μη φιλικά προσκείμενου στην κυβέρνηση Ανώτατου Δικαστηρίου της χώρας, με νομοθετική διάταξη μειώθηκε το όριο συνταξιοδότησης των εν ενεργεία δικαστών που υπηρετούσαν σε αυτό και είχαν διορισθεί πριν την 3η Απριλίου 2018 από τα 70 έτη στα 65 έτη, με δυνατότητα του Προέδρου της Πολωνίας να παρατείνει, κατά την διακριτική του ευχέρεια, την υπηρεσία τους πέραν του νέου ορίου συνταξιοδότησης. Με την εφαρμογή της διάταξης αυτής περισσότεροι από 20 δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου, περίπου δηλαδή το ένα τρίτο των μελών του, αναγκάσθηκαν να συνταξιοδοτηθούν. Μετά την καταδίκη της Πολωνίας με τη με αρ. C-19/2018 απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.), επιτράπηκε στους δικαστές που αποχώρησαν, εάν το επιθυμούσαν, να επιστρέψουν στην υπηρεσία τους. Ακόμα, η Κυβέρνηση πήρε τον έλεγχο της Εισαγγελικής Αρχής, ορίζοντας ήδη από τον Απρίλιο του 2016 πως ο Υπουργός Δικαιοσύνης είναι και ο Γενικός Δημόσιος Εισαγγελέας, με ιεραρχικές εξουσίες επί των εισαγγελικών λειτουργών, τη δυνατότητα να διατάξει τη διενέργεια συγκεκριμένων ενεργειών, να ανατρέψει μία εισαγγελική διάταξη ή να αφαιρέσει υπόθεση από εισαγγελικό λειτουργό. Επιπλέον, μεταβλήθηκε η διαδικασία επιλογής των δικαστών-μελών του Εθνικού Συμβουλίου Δικαιοσύνης, τα οποία έως τότε επιλέγονταν από το ίδιο το Δικαστικό Σώμα, ώστε η επιλογή τους να γίνεται πλέον από τη Βουλή, στην οποία βεβαίως το κυβερνών κόμμα έχει την απόλυτη πλειοψηφία. Το Εθνικό Συμβούλιο Δικαιοσύνης, στο οποίο μετέχει και ο Υπουργός Δικαιοσύνης, καθώς και εκπρόσωπος του Προέδρου της χώρας, μεταξύ άλλων, εξετάζει και αξιολογεί τους υποψήφιους δικαστές και εκκινεί πειθαρχικές διαδικασίες κατά δικαστών. Παράλληλα αναθεωρήθηκε το πειθαρχικό δίκαιο για τους δικαστές και θεσπίσθηκε νέο πειθαρχικό όργανο, ως τμήμα του Ανώτατου Δικαστηρίου, που απαρτίζεται από νομικούς, όχι απαραίτητα δικαστές, τα μέλη του οποίου επιλέγονται από το Εθνικό Συμβούλιο Δικαιοσύνης. Με τον τρόπο αυτό το νεοσυσταθέν Πειθαρχικό Τμήμα υπήχθη και αυτό στον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας. Οι πειθαρχικές διώξεις κατά δικαστών πολλαπλασιάσθηκαν, μεταξύ άλλων και για θέματα που αφορούν την δικαιοδοτική τους κρίση ή την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δ.Ε.Ε., δικαίωμα που θεσπίζεται στο άρθρο 267 της Συνθήκης για την Ε.Ε., με προφανή σκοπό να πληγεί η δικαστική ανεξαρτησία και να εναρμονισθεί η δικαιοδοτική κρίση με τη βούληση της εκτελεστικής εξουσίας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της προσβολής της δικαστικής ανεξαρτησίας στην Πολωνία είναι η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της δικαστή (Agnieszka Pilarczyk) που αθώωσε τους ιατρούς που κατηγορούνταν για ιατρική αμέλεια σε υπόθεση που αφορούσε τον θάνατο του πατέρα του Υπουργού Δικαιοσύνης, η άσκηση πειθαρχικών διώξεων σε βάρος των δικαστών (Dominik Czeszkiewicz, Slawomir Jeksa) που αθώωσαν κατηγορούμενους που διαμαρτύρονταν κατά της κατάχρησης εξουσίας από το κυβερνών κόμμα, η άσκηση ποινικής δίωξης σε δικαστή (Wojciech Laczewski) επειδή καταδίκασε για κατάχρηση εξουσίας πρώην διευθυντικό στέλεχος της Αρχής Καταπολέμησης της Διαφθοράς (σημειώνεται ότι ο καταδικασθεί ακολούθως έλαβε χάρη από τον Πρόεδρο της χώρας και του δόθηκε υψηλή θέση στις Μυστικές Υπηρεσίες). Μετά από προσφυγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά της Δημοκρατίας της Πολωνίας, στις 8 Απριλίου 2020 εκδόθηκε η με αριθμό C-791/19R απόφαση του Δ.Ε.Ε. που υποχρέωσε την Πολωνία να αναστείλει προσωρινά, έως την έκδοση οριστικής απόφασης, τη λειτουργία του Πειθαρχικού Τμήματος και να μην εκδικάζονται οι εκκρεμείς πειθαρχικές υποθέσεις κατά των δικαστών, κρίνοντας πως δεν πληρούνται οι απαιτήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας του οργάνου αυτού. Παρά την έκδοση της απόφασης του Δ.Ε.Ε., το Πειθαρχικό Τμήμα  συνέχισε να επιβάλει πειθαρχικές ποινές σε δικαστές, μεταξύ δε αυτών και στη δικαστή  Beata Morawiec, Πρόεδρο της Ένωσης Πολωνών Δικαστών ‘Themis’, στην οποία επιβλήθηκε στις 12.10.2020 αναστολή των δικαστικών της καθηκόντων και μείωση μισθού κατά 50%.

Παρά την καθημερινή απειλή ποινικών και πειθαρχικών διώξεων για την άσκηση του δικαιοδοτικού τους έργου, μέρος των δικαστών στην Πολωνία εξακολουθούν να υψώνουν τη φωνή τους και μέσα από τις Δικαστικές Ενώσεις τους να μάχονται για το κράτος δικαίου, για μία ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Στις 11 Ιανουαρίου 2020 διοργανώθηκε πορεία στην Βαρσοβία, γνωστή με την ονομασία ‘1000 robes march’, στην οποία συμμετείχαν δικαστές από 22 ευρωπαϊκές χώρες συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση Δικαστών, στην οποία μετέχει η Ένωση Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων, στηρίζει τον αγώνα των πολωνών δικαστών για την μη ‘πολιτικοποίηση’ της δικαιοσύνης, για την προάσπιση του κράτους δικαίου, ώστε κάθε πολίτης να ξέρει πως ο δικαστής που είναι απέναντί του δεν εξαρτάται ούτε ακολουθεί τις οδηγίες ενός πολιτικού κόμματος ή μιας κυβέρνησης.