Παρέμβαση 14 καθηγητών Συνταγματικού Δικαίου κατά της αύξησης του ορίου ηλικίας ανώτατων δικαστών

Πηγή: www.kathimerini.gr, 23-1-2017

Τις ενστάσεις τους απέναντι στην αύξηση του ορίου ηλικίας των ανώτατων δικαστικών λειτουργών, θέμα το οποίο επανέφερε πρόσφατα η πρόεδρος του Αρείου Πάγου, κα Βασιλική Θάνου, εκφράζουν με κοινή δήλωσή τους 14 καθηγητές του Συνταγματικού Δικαίου.

Οπως, αναφέρουν μεταξύ άλλων, η εισήγηση της κας Θάνου  «πρέπει να απορριφθεί χωρίς δισταγμούς και επιφυλάξεις» καθώς «μόνον έτσι θα διασφαλισθεί το κύρος της δικαιοσύνης και του Συντάγματος».

Υπενθυμίζεται ότι πρόσφατα, η πρόεδρος του Αρείου Πάγου επανήλθε στο θέμα, παρά τις αντιδράσεις και την αρνητική τοποθέτηση του υπουργού της Δικαιοσύνης αλλά και όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης, προκαλώντας και την έντονη αντίδραση της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

Αναλυτικά η τοποθέτηση των 14 καθηγητών:

«

  1. Η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου συγκάλεσε  τη διοικητική ολομέλεια του  Δικαστηρίου στην οποία εισηγείται ότι  η  διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 88  του Συντάγματος,  που ορίζει ότι οι ανώτατοι δικαστικοί «αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους», πρέπει να ερμηνευθεί πως   σημαίνει:   πρώτον,  ότι   απαγορεύεται να παυθούν   προτού συμπληρώσουν το 67ο έτος˙  και, δεύτερον, ότι επιτρέπεται, αν οι ίδιοι το επιθυμούν,  να παραταθεί η θητεία τους και πέραν του 67ου έτους. Αλλιώς, υποστηρίζει η κ. Πρόεδρος,  οι δικαστές υφίστανται δυσμενή διάκριση, η οποία,  κατά την άποψή της, είναι  αντίθετη  με Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  2. H παύση, εν τούτοις, δικαστικού λειτουργού ρυθμίζεται από άλλες διατάξεις του Συντάγματος (τα άρθρα 88 παρ. 4 και 91), χωρίς να συναρτάται με την ηλικία του λειτουργού.  Εξ άλλου,  το ενωσιακό δίκαιο, όπως έχει μάλιστα ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της ΕΕ, δεν αποδοκιμάζει  διατάξεις που θέτουν αντικειμενικά  ηλικιακά όρια στη συνταξιοδότηση (βλ. ιδίως στις υποθέσεις C-411/05 και C-250/09), ούτε μπορεί να εφαρμοσθεί όταν πρόκειται για εθνική κανονιστική ρύθμιση, αν δεν υφίσταται κανένα συνδετικό στοιχείο με το ενωσιακό δίκαιο (υπόθεση  C-268/15). Πολλώ δε μάλλον που  η ρύθμιση της σταδιοδρομίας των δικαστών –και των δημόσιων λειτουργών γενικότερα-  δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, οι λέξεις «αποχωρούν υποχρεωτικά» (και μάλιστα στις 30 Ιουνίου του έτους  κατά το οποίο συμπληρώνουν τα 67, όπως ορίζει ρητά το Σύνταγμα), δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να ερμηνευθούν ότι σημαίνουν «αποχωρούν αν το θέλουν».
  3. Εντελώς αβάσιμα είναι βέβαια και τα περί διακρίσεων σε βάρος των δικαστών.  Διότι δεν υπάρχουν αντισυνταγματικές συνταγματικές διατάξεις.  Διαφορετικά, κάθε ηλικιακός προσδιορισμός που υπάρχει στο Σύνταγμα (όπως π.χ. για τον Πρόεδρο  της Δημοκρατίας, που πρέπει να είναι τουλάχιστον 40 χρονών, ή για τον βουλευτή, που πρέπει να είναι τουλάχιστον 25)  θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά διάκριση και να ερμηνευθεί έτσι ώστε να παραμερισθεί  η σχετική  ρύθμιση, παρ’ ότι είναι σαφής.
  4. Τα μέλη του Αρείου Πάγου καλούνται, επομένως,   να υιοθετήσουν μιαν ερμηνεία έωλη, αντίθετη προς το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος, η οποία  απειλεί να πλήξει ανεπανόρθωτα όχι μόνο το κύρος του Ανώτατου  Δικαστηρίου, αλλά και την δεσμευτικότητα του Συντάγματος. Αν στο μέλλον θέλει θεωρηθεί ότι οι Ανώτατοι Δικαστές πρέπει να αποχωρούν στα 70 ή στα 75 τους, μια μόνο λύση υπάρχει: να αναθεωρηθεί το άρθρο 88  του Συντάγματος. 
  5. Ως καθηγητές του Συνταγματικού Δικαίου φρονούμε ότι η εισήγηση της κ. Προέδρου  πρέπει να απορριφθεί χωρίς δισταγμούς και επιφυλάξεις. Μόνον έτσι θα διασφαλισθεί το κύρος της δικαιοσύνης και του Συντάγματος».

Τη δήλωση υπογράφουν οι κκ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Σπύρος Βλαχόπουλος,  Γιώργος Γεραπετρίτης, Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα,  Ιφιγένεια Καμτσίδου, Γιώργος Κασιμάτης, Ξενοφών Κοντιάδης, Αντώνης Μανιτάκης, Παναγιώτης Μαντζούφας,  Λίνα Παπαδοπούλου,  Γιώργος  Σωτηρέλης,  Γιάννης Τασόπουλος, Σταύρος Τσακυράκης και Πηνελόπη Φουντεδάκη.  

Γνωμοδότηση του Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου κ. Ι.Δρόσου

Σχετικά με την έννοια του άρθρου 88 παρ. 5 Συντ. και τη δυνατότητα ή μη αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης των Δικαστικών Λειτουργών η ΕΔΕ ζήτησε τη γνώμη του Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου του ΕΚΠΑ κ. Ιωάννη Δρόσου και έλαβε την ακόλουθη απάντηση:

«Αγαπητέ κύριε Σεβαστίδη,

σας ευχαριστώ, και δι΄ υμών ευχαριστώ και την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων για το ερώτημα που μου θέσατε σχετικά με το αν είναι ή όχι συνταγματικά επιτρεπτή η αύξηση του ορίου ηλικίας για την υποχρεωτική αποχώρηση των δικαστών από την υπηρεσία.

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 88 παρ. 5 του Συντάγματος απαντά ρητώς: ”Οι δικαστικοί λειτουργοί, έως και το βαθμό του εφέτη ή του αντιεισαγγελέα εφετών και τους αντίστοιχους με αυτούς βαθμούς, αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους και όλοι όσοι έχουν βαθμούς ανώτερους από αυτούς ή τους αντιστοίχους με αυτούς αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους.” Η διάταξη είναι σαφής και in claris non fit interpretatio, αναφέρεται δε σε θέμα που διέπεται, και δεν μπορεί παρά να διέπεται, αποκλειστικά από το ελληνικό Σύνταγμα. Ως θέμα συνταγματικής αναθεώρησης ασφαλώς μπορεί να τεθεί από όποιον νομίζει ότι πρέπει να το θέσει, έξω όμως από τα πλαίσια αυτά η συζήτηση δεν μπορεί να έχει πρακτική σημασία.

Ως άνθρωπος που ζει από την μελέτη και τα διδάγματα του έργου της δικαιοσύνης δικαιούμαι, νομίζω, να ευχηθώ να γίνει με ψυχραιμία η συζήτηση για το θέμα αυτό, ώστε οι τυχόν επ΄ αυτού διαφωνίες στο εσωτερικό της δικαιοσύνης να μην τραπούν σε διαιρέσεις και μάλιστα δύσκολα ιάσιμες. Βεβαίως και με νηφαλιότητα, ώστε η μέριμνα για την μεγαλύτερη επ΄ ωφελεία της δικαιοσύνης αξιοποίηση της κεκτημένης πείρας των πρεσβυτέρων δικαστών –άλλο λόγο για να ζητηθεί από τον συνταγματικό νομοθέτη να επεκτείνει το όριο της ηλικίας αφυπηρέτησης των δικαστών αρνούμαι ακόμη και να φαντασθώ- να μην οδηγεί, ούτε να φανεί ότι οδηγεί, σε υποτίμηση των νεότερων δικαστών, του έργου τους και της δυναμικής της προσφοράς τους, στην οποία δικαιούμαι, νομίζω, να προσβλέπω περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο.

Αθήνα, 22.1.2016

 

Γιάννης Δρόσος»

 

Ομιλία του Προέδρου της Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων κ. Σεβαστίδη (Γ.Σ. ΕΔΕ)

Συνέντευξη του Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΙ

 

Συνέντευξη του Προέδρου της ΕΔΕ Χριστόφορου Σεβαστίδη στην Presspublica

3e32e23eΗ συστηματική και διαχρονική απαξίωση της Δικαιοσύνης από τους Ελληνες πολτικούς έστρωσε το χαλί για τις υποδείξεις της Ευρωπαικής Επιτροπής στην εκκρεμή υπόθεση της ΕΛΣΤΑΤ για το έλλειμμα την περίοδο 2010-2015.

Αυτό επισημαίνει ο πρόεδρος Πρωτοδικών Χριστόφορος Σεβαστίδης στην πρώτη συνέντευξή του στο Press Publica μετά την ανάδειξή του ως επικεφαλής της μεγαλύτερης συνδικαλιστικής ένωσης στο χώρο της Δικαιοσύνης, της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΔΕ).

Χαρακτηρίζει ωμή παρέμβαση στα εσωτερικά ενός κράτους μέλους τις δηλώσεις εκπροσώπων της Κομισιόν ότι δεν παραποιήθηκαν τα στοιχεία για το έλλειμμα και μιλά ανοιχτά για προσπάθεια χειραγώγησης των δικαστικών αρχών.

Ουσιαστικά,  σύφωνα με τον κ.Σεβαστίδη, η Ευρωπαική Επιτροπή καλεί την κυβέρνηση να παρέμβει εξωθεσμικά στη Δικαιοσύνη για να προστατεύσει την ΕΛΣΤΑΤ και το προσωπικό της από την κατηγορία ότι αλλοίωσαν τα δεδομένα.

Ο πρόεδρος της ΕΔΕ επισημαίνει την ευκολία με την οποία οι πολιτικοί εκτοξεύουν  κατηγορίες όταν οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης δεν τους είναι αρεστές. Μάλιστα αφήνει αιχμές για τον  τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύονται την βουλευτική ασυλία που την χρησιμοποιούν ως «αδιαπέραστη ασπίδα προστασίας».

Θεωρεί ότι πρέπει να καταργηθεί το καθεστώς επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από το υπουργικό συμβούλιο, ως διασφάλιση μεγαλύτερης ανεξαρτησίας των δικαστών.

Όπως λέει χαρακτηριστικά  «η Δικαιοσύνη για να είναι πραγματικά ανεξάρτητη πρέπει να μένει έξω από πολιτικούς σχεδιασμούς».

Για τον ίδιο λόγο επιμένει στην πρότασή του ότι πρέπει να αποκλείονται οι συνταξιούχοι δικαστές και εισαγγελείς από την κατάληψη δημοσίων αξιωμάτων (πχ Ανεξάρτητες Αρχές) για ένα χρονικό διάστημα 3 ετών μετά την συνταξιοδότησή τους.

Παράλληλα, επιχειρεί να διασκεδάσει την εντύπωση «Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει» όταν οι ίδιοι οι δικαστές αποφασίζουν ευνοικά  για τα μισθολογικά τους.

«Οι Δικαστές όταν θίγονται ως μισθωτοί –γιατί ο μισθός είναι η μοναδική πηγή εισοδήματος- θα πρέπει να μένουν απροστάτευτοι; Να αρκούνται σε ό,τι θέλει να τους δώσει η Πολιτεία και να μην διεκδικούν την οικονομική τους ανεξαρτησία;» ρωτά ρητορικά.

Και συμπληρώνει:

« Πολύ βολική μια τέτοια απάντηση για όσους επιθυμούν δικαστές εξαρτημένους».

Θυμίζει τις αποφάσεις των δικαστηρίων που έχουν κρίνει τα τελευταία χρόνια αντισυνταγματικές τις μειώσεις των αποδοχών των ένστολων, τις μειώσεις στις συντάξεις και αυτές που ρυθμίζουν τα χρέη των υπερχρεωμένων νοικοκυριών απέναντι στις τράπεζες.

Απορρίπτει τον κοινωνικό αυτοματισμό και κρίνει ότι η διαφύλαξη των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων των εργαζομένων θελει αγώνα.

Aκολουθεί η συνέντευξη:

-Επιλέξατε  να μην αφήσετε ασχολίαστη την παρέμβαση της Κομισιόν για την ΕΛΣΤΑΤ  και μάλιστα να εκφράσετε με έντονο τρόπο την αντίθεσή σας. Τι σας έκανε με κινηθείτε με αυτόν τον τρόπο;

– Από την πρώτη στιγμή που αναλάβαμε τα καθήκοντά μας ως νέο Προεδρείο τον περασμένο Μάϊο βάλαμε σαν προτεραιότητα την έμπρακτη προάσπιση του κύρους της Δικαιοσύνης και των Λειτουργών της. Παρακολουθούμε στενά όλες τις εξελίξεις στο χώρο μας και οφείλουμε με τις ανακοινώσεις και τις παρεμβάσεις μας να ενημερώνουμε όσο πιο απλά μπορούμε την κοινή γνώμη ώστε να έχει μια αντικειμενική και πλήρη άποψη για ζητήματα που πολλές φορές στο παρελθόν έμεναν νεφελώδη, αφού απαιτούσαν εξειδικευμένη νομική γνώση. Πριν λίγες ημέρες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με δηλώσεις 3 επιτρόπων της, γνωρίζοντας ότι υπάρχει εκκρεμής δικαστική διαδικασία στην υπόθεση της ΕΛΣΤΑΤ, κάλεσε τις ελληνικές αρχές «να αντιμετωπίσουν ενεργά και δημόσια την εσφαλμένη εντύπωση ότι τα δεδομένα υπέστησαν παραποίηση κατά την περίοδο 2010-2015 και να προστατεύσουν την ΕΛΣΤΑΤ και το προσωπικό της από παρόμοιους αβάσιμους ισχυρισμούς».  Πώς θα μπορούσαν οι ελληνικές αρχές να αντιμετωπίσουν την κατά την άποψη της Επιτροπής εσφαλμένη εντύπωση και πως θα μπορέσουν να προστατεύσουν το προσωπικό της ΕΛΣΤΑΤ, εκτός από εξωθεσμικές παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη; Πρόκειται για ωμή παρέμβαση στα εσωτερικά ενός κράτους – μέλους και μάλιστα επιχειρώντας να χειραγωγήσουν τις δικαστικές αρχές. Είπαμε στην ανακοίνωσή μας ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις και υποδείξεις δεν δεχόμαστε από κανέναν και ότι οι επιφορτισμένοι με την υπόθεση Δικαστές και Εισαγγελείς θα κάνουν το καθήκον τους σύμφωνα με το νόμο και τη συνείδησή τους.

 -Λέτε στην ανακοίνωσή σας ότι η επίκληση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης από πολιτικούς δεν μπορεί να γίνεται αλά καρτ. Για ποιους χτυπάει η καμπάνα;

-Οι πολιτικοί και τα πολιτικά κόμματα στη Χώρα επικαλούνται συνήθως την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης όταν οι αποφάσεις της τους βολεύουν τη δεδομένη χρονική στιγμή. Όταν δεν τους είναι αρεστές μιλάνε για διεφθαρμένους δικαστές, για παραδικαστικά κυκλώματα, για κατευθυνόμενη Δικαιοσύνη και όποια άλλη κατηγορία μπορεί εύκολα να βρει ευήκοα ώτα. Γνωρίζουν ότι οι κατηγορίες δεν είναι αναγκαίο να είναι και αληθινές, ούτε πρέπει να τις αποδείξουν, αφού η βουλευτική ασυλία είναι αδιαπέραστη ασπίδα προστασίας. Οι θεωρίες συνομωσίας και τα σκοτεινά σενάρια των κινήτρων είναι μεν ενδιαφέρον θέμα για να περνάει κανείς την ώρα του, αλλά αποκαρδιώνουν και απογοητεύουν πολλούς δικαστές που κάνοντας την δουλειά τους, όπως έχουν συνταγματικό καθήκον, βρίσκονται στην δυσάρεστη θέση του απολογούμενου. Δε νομίζω ότι έχει συνειδητοποιήσει κανείς ακόμα ότι με το να συκοφαντείται αστήρικτα ένας θεσμός, που κύρια αποστολή του είναι ακριβώς να προστατεύει τους αδύναμους πολίτες απέναντι σε οποιαδήποτε εξουσία (κρατική, ιδιωτική), αυτός που τελικά βλάπτεται δεν είναι ο ισχυρός αλλά ο αδύναμος.  Η απόπειρα παρέμβασης έτσι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε δικαστικές διαδικασίες είναι απόρροια της συστηματικής και διαχρονικής απαξίωσης της Ελληνικής Δικαιοσύνης από τους έλληνες πολιτικούς που τώρα την επικαλούνται.

-Εκτός από τις δηλώσεις πολιτικών μήπως και οι χειρισμοί των ίδιων των δικαστικών λειτουργών οδηγούν στην αμφισβήτηση της δικαιοσύνης;

-Ας ξεκινήσουμε με την παραδοχή ότι το δικαστικό έργο, ως έργο ανθρώπινο, θα έχει και λάθη και παραλείψεις και καθυστερήσεις. Για το λόγο αυτό έχουν προβλεφθεί σε όλα τα νομικά συστήματα δύο βαθμοί δικαιοδοσίας ώστε να μπορεί ο πολίτης που θεωρεί ότι αδικήθηκε να προσφύγει σε ανώτερο δικαστήριο. Αυτά τα λάθη λοιπόν που είναι αναπόφευκτα και τα παραδεχόμαστε σε ένα γενικό και αφηρημένο επίπεδο, δεν μπορούμε να τα αποδεχτούμε σε ατομικό επίπεδο, όταν δηλαδή αφορούν την ιδιαίτερη υπόθεση του καθενός. Η αμφισβήτηση ξεκινάει από ‘κει. Δίπλα σ’ αυτήν έρχεται και η κρίση για υποθέσεις με δημόσιο ενδιαφέρον, που γίνεται από δημοσιογράφους και πολιτικούς και η οποία ως επί το πλείστον είναι –είτε συνειδητά είτε από ελλιπή ενημέρωση- λανθασμένη. Γιατί το να κάνει κανείς κριτική σε υπόθεση την οποία δεν γνωρίζει με λεπτομέρειες ούτε έχει μελετήσει τα νομικά επιχειρήματα είναι μια εντελώς επιπόλαιη και ανεύθυνη πράξη. Η νομική είναι επιστήμη και η προσέγγιση των νομικών ζητημάτων δεν μπορεί να γίνεται με καφενειακού τύπου επιχειρήματα. Οι δικαστές δεν έχουν τη δυνατότητα να υπερασπιστούν δημόσια τη γνώμη τους πάνω σε συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ οι ανακοινώσεις των Δικαστικών Ενώσεων είναι εξ αντικειμένου γενικόλογες, αφού δεν μπορούν, ούτε δικαιούνται να λαμβάνουν θέση σε νομική διαφορά.

– Με αφορμή την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση  στο επίκεντρο των αλλαγών θα βρεθεί και το σύστημα επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης. Εσείς τι προτείνετε και ποια άλλα μέτρα πρέπει να ληφθούν για την ενίσχυση της ανεξαρτησίας των δικαστών;

-Θα σας εκφράσω την προσωπική μου άποψη αφού μέχρι σήμερα δεν έχουν τοποθετηθεί επίσημα για το ζήτημα αυτό οι Δικαστικές Ενώσεις. Υπήρξε και στο παρελθόν συζήτηση για τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, που με το ισχύον Σύνταγμα γίνεται από την Κυβέρνηση. Κατατέθηκαν διάφορες προτάσεις που έχουν ως κεντρική ιδέα την προεπιλογή ενός αριθμού ανώτατων δικαστών από τους ίδιους τους συναδέλφους τους και στη συνέχεια η τελική επιλογή να γίνεται είτε από την Κυβέρνηση, είτε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, είτε από ένα άλλο μικτό Σώμα. Πέρα από τον καθορισμό του μοντέλου που θα προκριθεί, αυτό που έχει κυρίως σημασία είναι ότι έχει γίνει πανδικαστικό πλέον αίτημα η αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας. Η Δικαιοσύνη για να είναι πραγματικά ανεξάρτητη πρέπει να μένει έξω από πολιτικούς σχεδιασμούς και συγκυρίες, χωρίς να αμφισβητεί κανείς το γεγονός ότι υπήρξαν αρκετοί Πρόεδροι και Εισαγγελείς Ανωτάτων Δικαστηρίων που λειτούργησαν υποδειγματικά. Σε νομοθετικό επίπεδο και πέρα από την συνταγματική αναθεώρηση έχω καταθέσει και στο παρελθόν την πρόταση να αποκλείονται συνταξιούχοι δικαστές και εισαγγελείς από την κατάληψη δημοσίων αξιωμάτων (πχ Ανεξάρτητες Αρχές) για ένα χρονικό διάστημα 3 ετών μετά την συνταξιοδότησή τους. Η υιοθέτηση μιας τέτοιας πρότασης νομίζω θα απομακρύνει οποιαδήποτε σκέψη για αλληλεξάρτηση δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας. Είναι ένα θέμα το οποίο θα το εξετάσουμε κάποια στιγμή στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης.

– Η οικονομική κρίση έχει φτωχοποιήσει τους Έλληνες, ήρθαν νέες μειώσεις στις επικουρικές συντάξεις αλλά οι δικαστές κρίνουν παράνομες τις δικές τους μειώσεις αποδοχών.

– Είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για να σας πω ότι το 2012 οι μισθοί των δικαστών περικόπηκαν συνολικά κατά 60% και ότι με τις αποφάσεις του Μισθοδικείου που ακολούθησαν επανήλθαμε στις αρχικές μειώσεις (προ του 2012) που ανέρχονται σε ποσοστό άνω του 30% σε σχέση με το 2009. Βρεθήκαμε δηλαδή στο ίδιο ποσοστό μειώσεων των μισθών μας με οποιονδήποτε άλλο αμείβεται από το Δημόσιο. Έχουμε επίσης επαναλάβει πολλές φορές ότι οι δικαστές δεν κρίνουν τις δικές τους μισθολογικές υποθέσεις, αλλά ένα Ειδικό Δικαστήριο στο οποίο την πλειοψηφία έχουν μη δικαστές. Τα Δικαστήρια έχουν κρίνει τα τελευταία χρόνια αντισυνταγματικές τις μειώσεις των αποδοχών των ένστολων, τις μειώσεις στις συντάξεις, ενώ χιλιάδες είναι οι δικαστικές αποφάσεις που ρυθμίζουν τα χρέη των υπερχρεωμένων νοικοκυριών απέναντι στις τράπεζες. Οι ίδιοι οι Δικαστές όταν θίγονται ως μισθωτοί –γιατί ο μισθός είναι η μοναδική πηγή εισοδήματος- θα πρέπει να μένουν απροστάτευτοι; Να αρκούνται σε ό,τι θέλει να τους δώσει η Πολιτεία και να μην διεκδικούν την οικονομική τους ανεξαρτησία; Πολύ βολική μια τέτοια απάντηση για όσους επιθυμούν δικαστές εξαρτημένους. Θυμίζω μόνο ότι σε πολλά Συντάγματα αλλά και σε διάφορα διεθνή νομοθετικά κείμενα, απαγορεύονται οι μειώσεις των μισθών των δικαστών, γιατί έχουν συνδεθεί οι αποδοχές τους με την εγγύηση της δικαστικής ανεξαρτησίας και της ποιότητας του δικαιοδοτικού τους έργου.  Γνωρίζω ότι από την απάντησή μου μπορεί να μην έχουν πειστεί ορισμένοι. Ο κοινωνικός αυτοματισμός λειτουργεί στην Ελλάδα στον υπέρτατο βαθμό. Η διαφύλαξη των εργασιακών και οικονομικών συμφερόντων των εργαζομένων, που είναι συνταγματικό τους δικαίωμα, είναι πιο δύσκολη δουλειά και θέλει αγώνα, ενώ ευκολότερα αποδέχεται κανείς τη δυστυχία του όταν γνωρίζει ότι και οι άλλοι δυστυχούν το ίδιο μ’ αυτόν.

Συνέντευξη της δημοσιογράφου Βάνας Φωτοπούλου, presspublica.gr

Συνέντευξη της Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων κυρίας Μαργαρίτας Στενιώτη στο περιοδικό Συνήγορος (τεύχος 111/2015)

e43e43r43r34r4

Ποιοι και γιατί φοβούνται την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης;

Άρθρο του Βουλευτή- Καθηγητή Προκόπη Παυλόπουλου

(στο περιοδικό «ΕΠΙΚΑΙΡΑ», τ.245 της 26/6/2014)

Ορισμένες επιθέσεις, από την πλευρά συγκεκριμένων πολιτικών κύκλων και κάποιων γνωστών από το παρελθόν για την τακτική τους ΜΜΕ, εναντίον της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της –και μάλιστα με τη μορφή και την ένταση που παίρνουν προσφάτως- δεν μπορεί και δεν πρέπει να θεωρηθούν τυχαίες και αμελητέες. Ούτε, κατά συνέπεια, επιτρέπεται να περάσουν απαρατήρητες.

I.       Δύο, και μόνον, επίκαιρα παραδείγματα αρκούν για να βεβαιώσουν «του λόγου το ασφαλές».

Α. Δικαστικοί λειτουργοί επιλαμβάνονται καταγγελίας, η οποία αφορά πράξεις και παραλείψεις μελών των Κυβερνήσεων Γ. Παπανδρέου και Λ. Παπαδήμου. Πράττοντας το αυτονόητο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 2 του Συντάγματος και κατά την ως σήμερα πάγια πρακτική εφαρμογής τους, διαβιβάζουν «αμελλητί» τη δικογραφία στη Βουλή προκειμένου ν’ ασκήσει τις, επίσης κατά το Σύνταγμα, αρμοδιότητές της. Και τότε υφίστανται ανοίκεια, προκλητικώς αντιθεσμική, επίθεση εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ, το οποίο μάλιστα στο παρελθόν, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, είχε «ξιφουλκήσει» υπέρ της Δικαιοσύνης σ’ αντίστοιχες περιπτώσεις διαβίβασης δικογραφιών στη Βουλή.   Υπενθυμίζεται, ως εκ περισσού, ότι και αν υφίσταται inconcreto νομικό ζήτημα ως προς τη πληρότητα του αιτιολογικού του διαβιβαστικού, τούτο κρίνεται από την ίδια τη Δικαιοσύνη μέσω εσωτερικού ελέγχου, όπως και έγινε στην προκείμενη περίπτωση.

Β. Πηχυαίοι τίτλοι κάποιων ΜΜΕ, πρωτίστως του γραπτού τύπου, «προειδοποιούν» το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενόψει της έκδοσης κρίσιμων αποφάσεών του για την άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, τα οποία έχουν πληγεί βαρύτατα λόγω της έκτασης και της έντασης εφαρμογής «μνημονιακής» προέλευσης οικονομικών μέτρων: «Προσοχή, κ. Δικαστές, από τις αποφάσεις αυτές μπορεί ν’ απειληθεί το πρωτογενές πλεόνασμα της Οικονομίας μας»!

II.       Το νόημα –και η επέκεινα σκοπιμότητα- των επιθέσεων αυτών κατά της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της είναι κάτι παραπάνω από προφανές: Ουσιαστικά κάποιοι θέλουν να τους «υποδείξουν» ότι, μπροστά στη «κρισιμότητα της οικονομικής συγκυρίας» και στην ιδιομορφία των «εύθραυστων πολιτικών ισορροπιών», η απαρέγκλιτη εφαρμογή του Συντάγματος πρέπει να καμφθεί! Μάλλον, λοιπόν, είναι ανάγκη να γίνουν, προς κάθε κατεύθυνση, οι ακόλουθες –δυστυχώς όχι αυτονόητες πια- διευκρινίσεις:

Α. Η Δικαιοσύνη, ως τρίτη λειτουργία του κράτους, «ασκείται από τα δικαστήρια· οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού» (άρθρο 26 παρ. 3 του Συντάγματος). Και θωρακίζεται από πλήρη ανεξαρτησία, όπως ορίζουν ιδίως οι διατάξεις του άρθρου 87 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος: «1. Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. 2. Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος».

Β. Από τις κατά τ’ ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, κατά το Σύνταγμα, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης υποχρεώνει, μεταξύ άλλων, τον μεν δικαστικό λειτουργό να τηρεί, εν πάση περιπτώσει, το Σύνταγμα, χωρίς οιανδήποτε παρέκκλιση μ’ αφορμή την επίκληση οιασδήποτε σκοπιμότητας. Τις δε δύο άλλες θεσμικώς κατοχυρωμένες εξουσίες –πολλώ μάλλον τις «εξουσίες» εξωθεσμικής προέλευσης- ν’ απέχουν από κάθε επιχείρηση άμεσης ή έμμεσης χειραγώγησης της Δικαιοσύνης προς την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι εκείνη της, «υπό προϋποθέσεις», παραβίασης του Συντάγματος. Έστω κι αν οι «προϋποθέσεις» αυτές κρύβονται κάτω από το προσωπείο του, δήθεν, «υπέρτατου δημόσιου συμφέροντος». Αφού στη σύγχρονη Δημοκρατία το κατά το ρωμαϊκό δίκαιο δόγμα «saluspopulisupremalexesto» κινείται μεταξύ υποδόριας υπονόμευσης και ευθείας κατάλυσής της.

III.       Βεβαίως, πάντα με βάση τις ρυθμίσεις του ίδιου του Συντάγματος, η Δικαιοσύνη, ως ανεξάρτητη, δεν είναι –όπως και κάθε άλλη εξουσία- ανεξέλεγκτη, δεδομένου ότι οι κάθε είδους αποφάσεις της κρίνονται, όπως επίσης ελέγχεται και η συμπεριφορά των λειτουργών της κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων. Όμως μια τέτοια κριτική και ένας τέτοιος έλεγχος είναι ανεπίτρεπτο συνταγματικώς να διενεργούνται μέσω αμιγώς πολιτικών διαύλων και εξίσου αμιγώς πολιτικών κριτηρίων. Ειδικότερα, και κατά τις οικείες διατάξεις του Συντάγματος:

Α. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων κρίνονται, intramuros και δια της δικαιοδοτικής οδού, μέσω των, latosensu, ένδικων μέσων που οργανώνει η ειδική εκτελεστική του Συντάγματος νομοθεσία. Ενώ και η συμπεριφορά των λειτουργών της ελέγχεται από τα προς τούτο αρμόδια –συνήθως συλλογικά- όργανα της ίδιας της Δικαιοσύνης.

Β. Τέλος, η άσκηση της δικαιοδοσίας από την πλευρά των αρμόδιων δικαστηρίων υπόκειται στην υπεύθυνη επιστημονική κριτική, όσο αυστηρή και αν εμφανίζεται στην πράξη. Όχι όμως και στην ανεύθυνη νομικώς κριτική, που αναδεικνύει ασύγγνωστη άγνοια ή και πολιτική ιδιοτέλεια και η οποία κινείται σε «πιραντελικό» τοπίο μ’ «αποχρώσεις» του τύπου «έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» ή «απόψε αυτοσχεδιάζουμε»…

IV.       Υπάρχει όμως και μια ακόμη «λεπτομέρεια», η οποία καθιστά έτι περαιτέρω θεσμικώς αποκρουστικές –και γι’ αυτό έτι περαιτέρω επικίνδυνες- τις προαναφερόμενες επιθέσεις εναντίον της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της.

Α. Στην εφιαλτική «εποχή των Μνημονίων», όπως δρομολογήθηκαν δυστυχώς αναποτρέπτως μεταξύ 2010 και 2011, οι τότε «πολιτικοί ταγοί» -και τα ΜΜΕ που τους «συμπαραστάθηκαν» άνευ όρων και άνευ ορίων, όλως δε «τυχαίως» τα ίδια που σήμερα «προειδοποιούν» τους δικαστικούς λειτουργούς- πήραν κρίσιμες κι άκρως επώδυνες κοινωνικώς αποφάσεις, αγνοώντας προκλητικώς τις επιταγές του Συντάγματος. Αποφάσεις τις οποίες στη συνέχεια «μετακύλησαν» στη Δικαιοσύνη, όταν ήλθε η ώρα της κρίσης της συμφωνίας τους ή μη με το Σύνταγμα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτέλεσαν οι πολιτικές αποφάσεις:

1. Για τα ίδια τα «Μνημόνια» και την δανειακή σύμβαση, λόγω της οποίας αυτά διαμορφώθηκαν.

2. Για την μέσω του ΕΕΤΗΔΕ φορολόγηση της ακίνητης ιδιοκτησίας, μ’ έναν πρωτόγνωρο –όχι μόνο για τα ελληνικά αλλά και για τα διεθνή δεδομένα- τρόπο, που πλήττει τον πυρήνα της κατά το Σύνταγμα, το ευρωπαϊκό δίκαιο, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το εν γένει διεθνές δίκαιο.

3. Για το P.S.I. , ήτοι για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους που έγινε με βάση διατάξεις, οι οποίες προέβλεψαν και ρύθμισαν την ανταλλαγή τίτλων έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου –και τους οποίους κατείχαν μόνον ιδιώτες πιστωτές- με νέους τίτλους. Και τούτο προκειμένου να μειωθεί το δημόσιο χρέος, έτσι ώστε να καταστεί μελλοντικώς βιώσιμο.

Β. Όταν ήρθε η ώρα της Δικαιοσύνης, το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως αρμόδιο δικαστήριο:

1. Φθάνοντας στ’ ακραία όρια των νομολογιακών του δυνατοτήτων –ας μην ξεχνάμε ότι καθεμιά από τις αποφάσεις του αυτές καθόριζε, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, την παραμονή της Χώρας μας στην Ευρωζώνη και, επέκεινα, την καταστροφική προοπτική χρεωκοπίας της- και με σημαντικές κατά περίπτωση μειοψηφίες, έκρινε ως συνταγματικώς ανεκτές, μ’ επίκληση του «δημοσιονομικού δημόσιου συμφέροντος» που αφορά την επίτευξη των αντίστοιχων έξωθεν επιβεβλημένων δημοσιονομικών στόχων, τις ως άνω πολιτικές επιλογές. «Εμβληματικές» προς την κατεύθυνση αυτή υπήρξαν οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας αρ. 668/2012 (για τα «Μνημόνια» και την δανειακή σύμβαση), 1972/2012 (για το ΕΕΤΗΔΕ) και 1116, 1117/2014 (για το P.S.I).

2. Πλην όμως «προειδοποίησε», σχεδόν expressisverbis, ότι οι προαναφερόμενη «ανοχή» του ως προς την τήρηση του Συντάγματος είχε ένα διπλό όριο:

α) Πρώτον, το χρονικό όριο που σχετίζεται με το επίμαχο χρονικό σημείο επίτευξης του περιβόητου «δημοσιονομικού πλεονάσματος».

β) Δεύτερον, το όριο αναφορικά με τα ύστερα από το κατά τ’ ανωτέρω χρονικό διάστημα μέτρα εφαρμογής των αρχικών, δεσμευτικών για τη Χώρα, πολιτικών αποφάσεων, οι οποίες αποτέλεσαν τη «ρίζα του κακού».

3. Μ’ άλλες λέξεις το Συμβούλιο της Επικρατείας έθεσε προ των ευθυνών του το πολιτικό σύστημα, κρίνοντας ότι ύστερα από την επίτευξη του πρωταρχικού στόχου περί παραγωγής πρωτογενούς πλεονάσματος, οι αποφάσεις του δεν επρόκειτο ν’ ανεχθούν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, την περαιτέρω τήξη του πυρήνα των κάθε είδους συνταγματικώς –και όχι μόνο- κατοχυρωμένων δικαιωμάτων.

Μέσα σ’ αυτό το πολιτικό και θεσμικό «κλίμα» κάποιοι επιτίθενται εναντίον της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της, και με το πρόσχημα ότι φοβούνται ένα «κράτος δικαστών» Όμως, ο φόβος τους αυτός είναι και αβάσιμος αλλά και ύποπτος. Αβάσιμος, διότι στη σύγχρονη Δημοκρατία είναι αδύνατο –υπάρχουν οι απαραίτητες θεσμικές δικλείδες- να διαμορφωθεί «κράτος δικαστών». Κάτι που, άλλωστε, η ίδια η Δικαιοσύνη –μ’ ελάχιστες, γραφικές, εξαιρέσεις- ουδέποτε επιδίωξε και, πολύ περισσότερο, ανέχθηκε. Και ύποπτος, διότι μάλλον αναδεικνύει τάσεις ποδηγέτησης της Δικαιοσύνης, είτε ευθέως είτε και εμμέσως. Δηλαδή μέσω λειτουργών της Θέμιδας που, όπως έχει αποδειχθεί διαχρονικώς, εμφανίζονται «πρόθυμοι» κατά καιρούς, και για τους δικούς τους «ευνόητους» λόγους, να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στα πιο ευάλωτα στοιχεία του πολιτικού μας συστήματος. Ευτυχώς για τη Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία, οι επίορκοι αυτοί λειτουργοί συνιστούν ασήμαντη μειοψηφία.

Αδίκημα έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων του κ. Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών μέλους του Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε.

 ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

Αδίκημα έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων

(αρθρ. 19 Ν. 2523/97)

      Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών

μέλους του Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε.

Στην παρούσα εργασία του μέλους του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, όπως και σε αυτές, που προηγήθηκαν για τα ποινικά αδικήματα των χρεών προς το δημόσιο και τη φοροδιαφυγή, αναλύονται με τρόπο σαφή και λεπτομερή, ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά με το ανωτέρω ποινικό αδίκημα. Είναι ένα πολύτιμο βοήθημα και διανέμεται προς τα μέλη της Ένωσής μας (Δικαστές και Εισαγγελείς), θεωρώντας ότι θα διευκολύνει το έργο τους .

                                                       Η Πρόεδρος

                                            Βασιλική Θάνου – Χριστοφίλου

                                                       Αρεοπαγίτης

Αδίκημα έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων

Με την παρούσα δημοσίευση και σε ακολουθία με τους σκοπούς, που καθορίζονται αναλυτικά στη διάταξη του άρθρου 2 του καταστατικού της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ολοκληρώνεται μία σειρά δημοσιεύσεων για τα ποινικά αδικήματα της φορολογικής νομοθεσίας, στις οποίες επιχειρείται μία συστηματοποίηση των νομοθετικών ρυθμίσεων, που άπτονται άμεσα της εκδίκασης των σχετικών υποθέσεων στο ακροατήριο.

    

                  Άρθρο 19 παρ.1 Ν. 2523/1997 (ισχύς από 1-1-1998)

1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

Όταν η συνολική αξία των πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, για την πλαστότητα ή εικονικότητα των οποίων καταδικάζεται ο δράστης, υπερβαίνει το ποσό των ογδόντα εκατομμυρίων (80.000.000) δραχμών, επιβάλλεται ως παρεπόμενη ποινή το κλείσιμο του καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου, αποθήκης και γενικά επαγγελματικής εγκατάστασης αυτού μέχρι ένα (1) μήνα. Η εκτέλεση της παρεπόμενης αυτής ποινής ουδεμία ασκεί επίδραση στις ενοχικές σχέσεις του επιτηδευματία με τους μισθωτούς που συνδέονται με αυτόν με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας [σημείωση: με το άρθρο 21 παρ. 1 περ.ι΄ Ν.2948/2001, τα προβλεπόμενα όρια σε δραχμές από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 καθορίζονται από 1.1.2002 σε διακόσιες τριάντα πέντε χιλιάδες (235.000) ευρώ].

Με την παρ.1 άρθρ.40 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004 προστέθηκε εδάφιο μετά το ανωτέρω α΄ εδάφιο της παρ.1 ως εξής: ΄΄Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.΄΄ Το κακούργημα δηλ. ισχύει από τις 28-1-2004.

Σημείωση: Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: α) όταν η έκδοση ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων αφορά σε υπαρκτή συναλλαγή τότε η πράξη, ανεξαρτήτως χρόνου τέλεσης και ανεξαρτήτως της αξίας των σχετικών φορολογικών στοιχείων, τιμωρείται πάντοτε σε βαθμό πλημμελήματος (φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών) και β)από τις 28-1-2004 και μετά όταν η έκδοση ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων αφορά σε ανύπαρκτη συναλλαγή είτε στο σύνολο της είτε και για μέρος αυτής τότε διακρίνουμε τις ανωτέρω δύο περιπτώσεις (πλημμελήματος και κακουργήματος) με βάση την αξία των σχετικών φορολογικών στοιχείων κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, αν τα σχετικά φορολογικά στοιχεία, αφορούν σε ανύπαρκτη, ολικώς ή μερικώς, συναλλαγή, πριν τις 28-1-2004, που για πρώτη φορά τυποποιήθηκαν οι περιπτώσεις α και β της παρ.1 του άρθρου 19 με το Ν. 3220/2004, η πράξη επίσης τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος ανεξαρτήτως ποσού με βάση την αρχή της εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου (του άρθρου δηλ. 19 Ν. 2523/1997 στην αρχική του μορφή –  πριν την τροποποίηση του με το Ν. 3220/2004 – που τυποποιούσε πλημμέλημα ανεξαρτήτως υπαρκτής ή ανύπαρκτης συναλλαγής).

Με το άρθρο 76 παρ.2 Ν. 3842/2010 (ισχύς νόμου από 23-4-2010) προστέθηκε παράγραφος 5 στο άρθρο 19 ως εξής (νέο ποινικό αδίκημα):

παρ. 5 (άρθρου 19 Ν. 2523/1997): Επίσης, με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) μηνών τιμωρείται ο υπόχρεος που δεν εκδίδει ή εκδίδει ανακριβώς τα προβλεπόμενα από το π.δ.186/1992 (Κ.Β.Σ.) στοιχεία κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών ή δεν καταχωρεί στα πρόσθετα βιβλία της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ίδιου προεδρικού διατάγματος τις συναλλαγές για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τα οικεία στοιχεία εσόδων, εφόσον εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13. Ειδικά για υπόχρεους, που κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο εμπίπτουν στις διατάξεις του πέμπτου και έκτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 13 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 καταλαμβάνουν και το αδίκημα της παρούσας παραγράφου.”

Σημειώνεται ότι με την επόμενη παρ.3 του άρθρου 76 Ν. 3842/2010 ορίζεται ότι: Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού ισχύουν για αδικήματα, που διαπράττονται από την 1.6.2010 και μετά (όχι δηλ. από 23-4-2010 οπότε και άρχισε να ισχύει ο Ν. 3842/2010).

Με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 Ν. 3888/2010 αντικαταστάθηκε η άνω παρ.5 ως εξής ( ισχύς από 30-9-2010):

“5. Επίσης, με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών (αντί δηλ. για μέχρι τότε τουλάχιστον 2 μηνών) τιμωρείται ο υπόχρεος που δεν εκδίδει ή εκδίδει ανακριβώς τα προβλεπόμενα από το π.δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.) στοιχεία κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών ή δεν καταχωρεί στα πρόσθετα βιβλία της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ίδιου προεδρικού διατάγματος, τις συναλλαγές για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τα οικεία στοιχεία εσόδων, εφόσον εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13. Ειδικά για υπόχρεους που, κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, εμπίπτουν στις διατάξεις του πέμπτου και έκτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 13, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 καταλαμβάνουν και το αδίκημα της παρούσας παραγράφου.”

<<Άρθρο 19 παρ.1 μετά το Ν. 3943/2011 (ισχύς από 31-3-2011)>>

1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. “Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) “με κάθειρξη”, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.”>>

Συνοψίζοντας (αναφορικά με θέματα διαχρονικού δικαίου), οι ουσιώδεις  νομοθετικές μεταβολές είναι οι εξής:

α) Η τυποποίηση του άνω κακουργήματος (συνολική αξία εικονικών στοιχείων ανύπαρκτης ολικώς ή εν μέρει συναλλαγής άνω των 150.000 ευρώ)  πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά με το Ν. 3220/2004 και ισχύει από 28-1-2004 και μετά,

β) το πλημμέλημα της περ. α της παρ.1 τιμωρούμενο με ποινή τουλάχιστον ενός έτους (συνολική αξία εικονικών στοιχείων ανύπαρκτης ολικώς ή εν μέρει συναλλαγής άνω των 3.000 ευρώ έως και 150.000 ευρώ) ισχύει επίσης από 28-1-2004,

γ) η ποινή ΄΄κάθειρξης΄΄ στο κακούργημα αντί για κάθειρξη μέχρι 10 ετών ισχύει απο 31-3-2011 και

δ) το πλημμέλημα του άρθρου 19 παρ.5 ισχύει για πράξεις που τελούνται από 1-6-2010 και μετά (σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 76 παρ.3 Ν. 3842/2010) και όχι από 23-4-2010 και μετά οπότε και άρχισε να ισχύει γενικώς ο νόμος αυτός και οι νέες πιο αυστηρές ποινές αυτού ισχύουν από 30-9-2010 (Ν. 3888/2010)  

Ζητήματα ποινικής διώξεως στην περίπτωση του άρθρου 19 Ν. 2523/1997:

Ιδιαίτερα πρακτικά ζητήματα σε επίπεδο εκδίκασης των υποθέσεων δεν ανακύπτουν δεδομένου ότι η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς, που αποτελεί όρο, επίσης, του παραδεκτού της ποινικής διώξεως, δεν προϋποθέτει για τα αδικήματα του άρθρου 19 οριστικοποίηση φορολογικής εγγραφής (για την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς δεν απαιτείται, επίσης, σύνταξη έκθεσης κατ΄ άρθρο 41 ΚΠΔ, βλ. ΑΠ 1645/2009). Τα ζητήματα αφορούν: α) ειδικώς το χρόνο, που πρέπει να υποβάλλεται η μηνυτήρια αναφορά (για το παραδεκτό αυτής και συνακόλουθα της ποινικής διώξεως) και δη σε σχέση με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς και μόνο (δεν απαιτείται σε καμία περίπτωση οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής ως προαπαιτούμενο για την παραδεκτή άσκηση της ποινικής διώξεως) και β) τα δικαιούμενα πρόσωπα προς υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς. Οι σχετικές διατάξεις έχουν ως εξής:

(αρθρ. 21 παρ.2 εδ.γ΄ Ν. 2523/1997 – αρχική μορφή): … Κατ` εξαίρεση στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας. Στην αρχική διατύπωση του νόμου, στον οποίο δεν υπήρχε κακουργηματική περίπτωση στην εν λόγω διάταξη, η υποβολή μηνυτήριας αναφοράς δεν εξαρτάται από πάροδο προθεσμίας ακόμη και για διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Όμως: Το ανωτέρω τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999 ως εξής (ισχύς από 17-11-1999): … “Κατ` εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη  ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά  του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του  προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των  Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995 (ΦΕΚ211 Α). Στις περιπτώσεις του  προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνααπό την  πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας  απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.),  ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου  διοικητικού πρωτοδικείου”. Με τη νέα αυτή διάταξη διευρύνθηκε ο κύκλος των δικαιούμενων προσώπων προς υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς και τέθηκε ευνοϊκότερη δικονομικά διάταξη ως προς το χρόνο υποβολής της (υποβολή αυτής – μηνυτήριας αναφοράς – μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς) δεδομένου ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν προβλεπόταν κακούργημα στην άνω διάταξη.

Με την παρ.2 άρθρ.40 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004, προστέθηκε τελευταίο εδάφιο (στο άρθρο 21 παρ.2 Ν. 2523/1997) ως εξής: “Ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ (στο κακούργημα δηλ.), δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου.” Δηλ. στο κακούργημα του άρθρου 19 Ν.2523/1997 από τις 28-1-2004 η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως και όχι αφού περάσει άπρακτη η προθεσμία για διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Με τις παρ.3 και 4 του αυτού άρθρου και Νόμου 3220/2004  ορίζεται ότι:

“3. Επί εικονικών φορολογικών στοιχείων τα οποία φέρονται ότι εκδόθηκαν από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από οποιοδήποτε φυσικό, νομικό ή άλλης μορφής πρόσωπο, εφόσον τα πρόσωπα αυτά αποδεικνύουν ότι είναι παντελώς αμέτοχα με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οι αναλογούντες φόροι, τέλη και εισφορές και γενικά οι κάθε είδους φορολογικές επιβαρύνσεις και διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται αποκλειστικά κατά του πραγματικού υπόχρεου, που υποκρύπτεται και όχι κατά του φερόμενου εκδότη.

Με το άρθρο 16 παρ.3 Ν. 3888/2010 (30-9-2010) ορίστηκε: Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 αντικαθίσταται ως εξής: “Ειδικά, στις περιπτώσεις: α) (αφορά περίπτωση του άρθρου 18), β) της παραγράφου 5 του άρθρου 19, όταν το πλήθος των μη εκδοθέντων παραστατικών στοιχείων είναι πλέον των δέκα (10) ή υπερβαίνουν σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ και γ) της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 του άρθρου 19 (κακούργημα), δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου.”

Σχετικά με την άσκηση της ποινικής διώξεως δυνάμει Ν. 3943/2011 (αρθρ. 3 παρ.2θ ισχύς από 31-3-2011) ισχύουν, πλέον, τα εξής:

2.«2. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα. Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή τον Προϊστάμενο της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των ελεγκτικών κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995 (Φ Ε Κ 211 Α`) ή υποβάλλεται από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών θεμάτων του Υπουργείου Οικονομικών, ως εξής:

α) Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως (χωρίς δηλ. να απαιτείται παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς) με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου, ανεξάρτητα εάν έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου:

αα) …

ββ) …

γγ) …

δδ) στην περίπτωση β` της παραγράφου 1 του άρθρου 19 (στο κακούργημα δηλ.) και

εε) στις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 19, εφόσον το πλήθος των μη εκδοθέντων παραστατικών στοιχείων είναι πλέον των δέκα ή υπερβαίνουν σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ.

β) Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου του Κ. Β.Σ. ή κατά της οικείας πράξης επιβολής φόρου, τέλους ή εισφοράς και ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ή της πράξης ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου:

αα) …

ββ) στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου και την περίπτωση α` της παραγράφου 1 του άρθρου 19 (πλημμέλημα) και

γγ) στις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 19, εφόσον το πλήθος των μη εκδοθέντων παραστατικών στοιχείων δεν υπερβαίνει τα δέκα ή δεν υπερβαίνει σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ.

(διευκρινίζεται ότι η πρόβλεψη περί υποβολής της μηνυτήριας αναφοράς εντός μηνός από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς δεν θεμελιώνει δικαίωμα του κατηγορουμένου. Πρακτικά δηλ. αυτό σημαίνει ότι αν η μηνυτήρια αναφορά υποβληθεί λ.χ. σε 45 ημέρες από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς δεν καθιστά την υποβολή αυτής μη νομότυπη)

Τονίζεται ότι ευμενέστερη δικονομική διάταξη θεωρείται αυτή κατά την οποία η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται υποχρεωτικά ύστερα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς. Βάσει των ανωτέρω ουσιαστικών και δικονομικών ρυθμίσεων και ανάλογα με το ποια άποψη δέχεται κανείς (εφαρμογή ευμενέστερης δικονομικής διάταξης αφενός και ισχύουσας έστω και δυσμενέστερης δικονομικής διάταξης αναδρομικά αφετέρου βλ. σχετικώς επ΄ αυτού σχετική ανάλυση επί των άρθρων 17 και 18 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων) πρέπει να γίνεται για συστηματικούς λόγους διαχωρισμός:

Α) στο πλημμέλημα του άρθρου 19 παρ.1 περ.α΄ για ανύπαρκτη (εν όλω ή εν μέρει) συναλλαγή

Β) στο κακούργημα του άρθρου 19 παρ.1 περ. β΄ για ανύπαρκτη (εν όλω ή εν μέρει) συναλλαγή

Γ) στο πλημμέλημα του άρθρου 19 παρ.5

Δ) στη βασική μορφή πλημμελήματος του άρθρου 19 για υπαρκτή συναλλαγή

Έτσι:

Α) Πλημμέλημα άρθρου 19 παρ.1 περ.α΄ (ισχύει από 28-1-2004): Οποιαδήποτε άποψη και να γίνει δεκτή η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται εντός μηνός από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς οποτεδήποτε και να τελέστηκε το πλημμέλημα από 28-1-2004 και εφεξής. Το ίδιο ισχύει και για το βασικό πλημμέλημα άρθου 19 παρ.1 (ανωτέρω υπό Δ) οποτεδήποτε και να τελέστηκε αυτό από 17-11-1999 (οπότε και με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999 αντικαταστάθηκε η αρχική διάταξη, βλ. ανωτέρω)  και μετά

Β) κακούργημα άρθρου 19 παρ.1 περ.β΄ (τυποποιήθηκε για πρώτη φορά στις 28-1-2004): οποιαδήποτε άποψη και να γίνει δεκτή η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως οποτεδήποτε και να τελέστηκε η πράξη από 28-1-2004 και μετά (όλες οι δικονομικές ρυθμίσεις ορίζουν διαχρονικά άμεση υποβολή μηνυτήριας αναφοράς)

Γ) Πλημμέλημα άρθρου 19 παρ.5 (τυποποιήθηκε για πρώτη φορά με το Ν. 3842/2010): α) για πλήθος παραστατικών άνω των 10 ή άνω των 500 ευρώ αν γίνει δεκτή η άποψη περί αναδρομικής εφαρμογής έστω και δυσμενέστερης δικονομικής διάταξης η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως οποτεδήποτε και να τελέστηκαν οι πράξεις από 1-6-2010 και μετά, ενώ κατά την άλλη άποψη η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται εντός μηνός από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας προς διοικητική επίλυση της διαφοράς (ευμενέστερη δικονομική διάταξη) για πράξεις από 1-6-2010 μέχρι 29-9-2010 ( οι δικονομικές διατάξεις του Ν. 3888/2010 αρχίζουν από 30-9-2010 ) ενώ για πράξεις μετά τις 30-9-2010 υποβάλλεται αμέσως  και β) για πλήθος παραστατικών κάτω των 10 ή κάτω των 500 ευρώ η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται εντός μηνός από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς όποτε και να τελέστηκαν οι πράξεις από 1-6-2010 και μετά

Ιδιαίτερα πρακτικά ζητήματα δηλ. δεν ανακύπτουν στην περίπτωση του άρθρου 19 όπως στις περιπτώσεις των άρθρων 17 και 18 Ν. 2523/1997, που έχει ήδη γίνει σχετική ανάλυση (βλ. σχετική δημοσίευση ο.π.).  

Εφαρμογή άρθρου 24 παρ.2: Αφορά, κατά την ορθότερη άποψη, το στάδιο πριν την άσκηση της διώξεως. Επιχείρημα, δε, περί αυτού συνάγεται και από το γεγονός ότι αν η βούληση του νομοθέτη ήταν να εφαρμόζεται η διάταξη και μετά την άσκηση της διώξεως τότε δεν θα υπήρχε λόγος να θεσπισθεί με το Ν. 3943/2011 η διάταξη του άρθρου 18 παρ.3 (βλ. αμέσως κατωτέρω). Ίσως, πάντως, θα μπορούσε να επεκταθεί η σχετική ρύθμιση και σε στάδιο μετά την άσκηση της διώξεως. Αμφιλεγόμενο είναι το ζήτημα εάν η άνω διάταξη εφαρμόζεται στην περίπτωση του άρθρου 19 (πρβλ. και ΑΠ 1645/2009).  

Όπως έχει επισημανθεί σε προηγούμενη δημοσίευση (ο.π.) με το Ν. 3943/2011 (άρθρο 2 παρ.2ζ) προστέθηκε παρ.3 στο άρθρο 18 ως εξής (η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για τα ποινικά αδικήματα του άρθρου 19):

΄΄Αν η διάρκεια της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης τέτοιων φόρων, τελών ή εισφορών δεν υπερβαίνει το ένα έτος, ο υπαίτιος απαλλάσσεται, εφόσον καταβληθούν, από την ημέρα που γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής, οι κατά περίπτωση οφειλόμενοι φόροι, τέλη ή εισφορές με τις κάθε είδους προβλεπόμενες προσαυξήσεις, τέλη και Πρόστιμα επί αυτών. Εάν η καταβολή συντελεστεί μετά τη συμπλήρωση έτους, αλλά πριν τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας σε πρώτο βαθμό, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 του Ποινικού Κώδικα΄΄.   

     

Υποβολή αιτήματος αναβολής λόγω ρύθμισης: στις περιπτώσεις των άρθρων 17, 18 και 19 Ν. 2523/1997 δεν προβλέπονται σχετικές έννομες συνέπειες ποινικής φύσεως (λ.χ. αναστολή ποινικής διαδικασίας λόγω ρύθμισης κλπ.) αν γίνει ρύθμιση σε διοικητικό επίπεδο της οφειλής. Μόνο στην περίπτωση του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 προβλέπεται η αναστολή της ποινικής διαδικασίας λόγω ρύθμισης κατά τις ειδικότερες διακρίσεις, που έχουν επισημανθεί σε προγενέστερη δημοσίευση (βλ. σχετική δημοσίευση για το άρθρο 25 Ν. 1882/1990 στην ιστοσελίδα Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων). Θεωρούμε, ότι θα μπορούσε να ερευνηθεί εάν θα ήταν δυνατό το σχετικό ζήτημα ρύθμισης της οφειλής σε επίπεδο ποινικού δικαίου να επανοριοθετηθεί νομοθετικά κατά περίπτωση (λ.χ. ανά ύψος οφειλής κλπ.) και στις περιπτώσεις αδικημάτων της φορολογικής νομοθεσίας.

     

      Ισχυρισμός (στο ακροατήριο) περί εξόφλησης μετά την άσκηση της διώξεως (κατόπιν λ.χ. και σχετικών προσφυγών στα διοικητικά δικαστήρια) προστίμων ή καταβολής – εξόφλησης επιπρόσθετων φόρων, που επιβλήθηκαν λόγω της έκδοσης των επίδικων εικονικών στοιχείων: δεν προβλέπεται από διάταξη νόμου συγκεκριμένη έννομη συνέπεια (λ.χ. εξάλειψης του αξιοποίνου κλπ.) για την περίπτωση του αδικήματος του άρθρου 19 Ν. 2523/1997.        

     Αναστολή εκτελέσεως και μετατροπή της ποινής: Ισχύουν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 99 επ. και 82 επ. ΠΚ (βλ. αναλυτικά και άρθρο 21 παρ.8 Ν. 2523/1997, από 31-3-2011 το ποσό της μετατροπής είναι από 20 έως 100 ευρώ)

       Ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης: Ισχύουν οι γενικές διατάξεις του ΚΠΔ (497), καθώς και η διάταξη του άρθρου 21 παρ.9 (για τα κακουργήματα Ν.2523/1997) ως ισχύει μετά το Ν. 3943/2011

           Παραγραφή αδικήματος: αρθρ. 21παρ. 10: …Στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο ( το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με την παρ.8 άρθρ.2 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001. Με την παρ.9 του αυτού άρθρου και νόμου ορίζεται ότι: ” Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 ισχύουν ανάλογα και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ` και η` της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Ν. 1591/1986 (ΦΕΚ 50Α), για τα οποία, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (2-11-2001 δηλ.), δεν έχει επέλθει παραγραφή κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα”.

Καθ΄ ύλην αρμοδιότητα (βλ. αναλυτικά και σε δημοσίευση επί των άρθρων 17 και 18 Ν. 2523/1997 ο.π.): Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο κατά περίπτωση (παρ.2ι άρθρου 3 Ν.3943/2011).

Τέλος, από 2-4-2012 αρμόδιο για τα κακουργήματα του Ν. 2523/1997 είναι το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων (αρθρ. 29 παρ.2 Ν.4055/2012, που προσέθεσε το άρθρο 110 ΚΠΔ).

Σύμφωνα, δε, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 110 παρ 6 Ν. 4055/2012: <<Υποθέσεις, οι οποίες με τις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται πλέον στην καθ` ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς εφετείου κακουργημάτων, εάν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει γίνει επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσης στον κατηγορούμενο, εκδικάζονται από το αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο έχουν εισαχθεί, ενώ εάν δεν έχει γίνει τέτοια επίδοση καταλαμβάνονται από τις νέες διατάξεις και εκδικάζονται από το μονομελές εφετείο>>.

Απόδειξη: Το άρθρο 34 παρ.12 Ν.4141/2013 (ισχύς από 5-4-2013) με το οποίο προστέθηκε τελευταίο εδάφιο στην παρ.4 του άρθρου 21 Ν. 2523/1997 αναφέρεται σε δίκες που αφορούν αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του παρόντος νόμου και όχι σε αυτές του άρθρου 19.

Ανάκριση: Στις περιπτώσεις των κακουργημάτων του Ν. 2523/1997 μετά το πέρας της ανάκρισης και τη διαβίβαση της δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, ο τελευταίος υποβάλλει τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής προτείνει στον Πρόεδρο Εφετών την απευθείας εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο με τα τυχόν συναφή εγκλήματα (βλ. αναλυτικά άρθρο 308 Α ΚΠΔ).

Με εκτίμηση

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης – Πρόεδρος Πρωτοδικών – μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Οι επαφές μας με την Γερμανική Ένωση Δικαστών – Συνέντευξη της Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στην Deutsche Richterzeitung

*Σημ.: Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος Οκτωβρίου 2012, στην εφημερίδα της Γερμανικής Ένωσης Δικαστών τηνDeutscheRichterzeitung(σελ. 316-319).HDeutscheRichterzeitung(DRiZ), αποτελεί ένα από τα εγκυρότερα γερμανικά νομικά περιοδικά διαβάζεται τακτικά από περίπου 20.000 γερμανούς συναδέλφους. Εκτός όμως από τους συναδέλφους, διαβάζεται από πάρα πολλούς δικηγόρους, φοιτητές κλπ. Στους συνδρομητές της συγκαταλέγονται όλες οι μεγάλες γερμανικές τράπεζες, βιομηχανίες και άλλοι οικονομικοί παράγοντες. Η γερμανική Ένωση δικαστών, (DeutscherRichterbund), μετρά ήδη 100 χρόνια ζωής (!), αποτελεί όργανο μεγάλου κύρους. Ενδεικτικά, έχει καθιερώσει βραβείο ανθρωπίνων δικαιωμάτων το οποίο απονέμεται σε νομικό (δικηγόρο-δικαστή) με ανάλογες περγαμηνές και δράση. Η επιλογή του προσώπου γίνεται από τους Γερμανούς Συναδέλφους, και η απονομή από τον εκάστοτε Πρόεδρο της Γερμανίας.

«…με στάση εχθρική προς τους δικαστές…» *

Του Dr.Sebastian Wussler, Εισαγγελέα στην Εισαγγελία του Freiburg

*Σημ.: Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος Οκτωβρίου 2012, της εφημερίδας των Γερμανών Δικαστών (DeutscheRichterzeitungσελ. 316-319).HDeutscheRichterzeitung(DRiZ), αποτελεί ένα από τα εγκυρότερα γερμανικά νομικά περιοδικά διαβάζεται τακτικά από περίπου 20.000 γερμανούς συναδέλφους. Εκτός όμως από τους συναδέλφους, διαβάζεται από πάρα πολλούς δικηγόρους, φοιτητές κλπ. Στους συνδρομητές της συγκαταλέγονται όλες οι μεγάλες γερμανικές τράπεζες, βιομηχανίες και άλλοι οικονομικοί παράγοντες. Η γερμανική Ένωση δικαστών, (DeutscherRichterbund), μετρά ήδη 100 χρόνια ζωής (!), αποτελεί όργανο μεγάλου κύρους. Ενδεικτικά, έχει καθιερώσει βραβείο ανθρωπίνων δικαιωμάτων το οποίο απονέμεται σε νομικό (δικηγόρο-δικαστή) με ανάλογες περγαμηνές και δράση. Η επιλογή του προσώπου γίνεται από τους Γερμανούς Συναδέλφους, και η απονομή από τον εκάστοτε Πρόεδρο της Γερμανίας.

Ένα χρόνο πριν, δεν περνούσε ούτε μέρα στα Γερμανικά ΜΜΕ, χωρίς ειδήσεις από την ελληνική κρίση χρέους. Στο μεταξύ τα ΜΜΕ έχουν ησυχάσει λίγο. Όμως όπως και πριν, έτσι και τώρα η κρίση καθορίζει την καθημερινότητα των Ελλήνων καθώς και των Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων.

Ο Δημήτριος Ζιγκόλης, Εισαγγελικός Λειτουργός στην Εισαγγελία του Πρωτοδικείου Ροδόπης μας πληροφορεί για τις υπηρεσιακές και προσωπικές συνέπειες της κρίσης για τους συναδέλφους του και για τον ίδιο προσωπικά.

Ο Δημήτριος Ζιγκόλης υπηρετεί στην Ελληνική Δικαιοσύνη από τον Νοέμβριο του 2003. Είναι τοποθετημένος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ροδόπης και βοηθά την Προϊσταμένη της Εισαγγελίας του, στην εποπτεία του Καταστήματος Κράτησης Κομοτηνής. Όπως μας λέει «το πάθος για δικαιοσύνη και ο σκοπός να παραδώσω στα παιδιά μου μια καλύτερη κοινωνία, με οδήγησαν στον εισαγγελικό κλάδο». Ο Δ. Ζιγκόλης έχει σπουδάσει νομική στα Πανεπιστήμια του Μάιντς στη Γερμανία και στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Με ευχαρίστηση θυμάται τον καιρό που ζούσε στην Γερμανία. Όπως μας λέει «η Γερμανία είναι μία ωραία χώρα». Μέσω του διαδικτύου και των “Live-Streams” παρακολουθεί τα τεκταινόμενα στη Γερμανία. Έτσι δεν του ξέφυγαν τα όσα ανέφεραν τα γερμανικά Μ.Μ.Ε. για την ελληνική κρίση. Έτσι έχει καταρχήν κατανόηση σε ότι αφορά τα κριτικά σχόλια των γερμανικών εφημερίδων, καθώς και την κάπως επιφανειακή θεώρηση κάποιων πραγμάτων. Πάντως αφορμή στάθηκε το τηλεοπτικό ρεπορτάζ μίας πασίγνωστης ενημερωτικής εκπομπής, η οποία έκανε λόγο για «απεργούντες Έλληνες Δικαστές». Έτσι ο Δημήτρης Ζιγκόλης άδραξε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με την Γερμανική Ένωση Δικαστών, προκειμένου να πληροφορήσει τους Γερμανούς συναδέλφους του και να ζητήσει από αυτούς την κατανόηση και την υποστήριξή τους.

Μειώσεις αποδοχών έως και 60%

Όπως όλοι οι Έλληνες, έτσι και ο Δημήτρης Ζιγκόλης και οι συνάδελφοί του έχουν ως σημείο αναφοράς, την εποχή πριν και μετά την κρίση, δηλαδή αυτό το περίπλοκο οικονομικό κοινωνικό και πολιτικό μόρφωμα που συνταράσσει τα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας και κάνει τους πολιτικούς άλλα και την οικονομία μίας ολόκληρης ηπείρου να κρατούν την αναπνοή τους. Αυτή η «αλλαγή εποχής» γίνεται περισσότερο αντιληπτή στην μισθολογική εξέλιξη των Δικαστών και Εισαγγελέων. «Πριν τη κρίση, οι καθαρές αποδοχές του Παρέδρου ήταν στα 1.800 ευρώ, ενός νέου πρωτοδίκη στα 2.800 ευρώ και ενός εφέτη στις 4.200 ευρώ περίπου. Οι πρώτες περικοπές των αποδοχών των Δικαστών αποφασίσθηκαν από την Ελληνική Βουλή το 2010. Τότε μειώθηκαν οι μισθοί των Δικαστών σε ποσοστό 10% περίπου ενώ παράλληλα καταργήθηκαν τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Ακολούθησαν και άλλες μειώσεις αποδοχών. Όμως το 2012 έλαβαν χώρα οι δραστικότερες περικοπές των αποδοχών των Δικαστών, σε ποσοστό 24 έως και 30%. Και τούτο παρά τη δέσμευση της Κυβέρνησης της Αθήνας και της Τρόικας ότι οι μειώσεις στο μισθολόγιο των δικαστών θα ανερχόταν σε ποσοστό 12% μεσοσταθμικά. «Από την αρχή της κρίσης έως σήμερα, οι αποδοχές μας έχουν μειωθεί σε ποσοστό 60% συνολικά» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Ζιγκόλης και συμπληρώνει, χωρίς να δείχνει καμία κατανόηση «ότι οι βουλευτικές αποζημιώσεις και οι αποδοχές άλλων πολιτειακών παραγόντων δεν μειώθηκαν ούτε κατά 10%». Η Κυβέρνηση χαρακτήρισε τους έλληνες δικαστές «προνομιούχο ελίτ του ελληνικού δημοσίου» και έτσι δικαιολόγησε κατά κάποιον τρόπο την δυσμενέστερη μεταχείρισή τους.

Πάντως ο Δημήτρης Ζιγκόλης και οι συνάδελφοί του δεν αισθάνονται καθόλου προνομιούχοι. Και τούτο διότι η άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος στην Ελλάδα, συνεπάγεται υψηλότατο φόρτο εργασίας, ατελείωτη εργασία στο σπίτι και σχέση με την ιδιωτική οικονομία ένα σχετικά σταθερό μισθολόγιο- όπως και πριν από την κρίση. Ο συνάδελφος Δ. Ζιγκόλης μας αναφέρει και άλλες επιβαρύνσεις που συνεπάγεται το δικαστικό λειτούργημα: «οι έλληνες δικαστές και εισαγγελείς χρηματοδοτούν με δικά τους χρήματα την πρόσβαση σε τράπεζες νομικών πληροφοριών και την δημιουργία βιβλιοθήκης, ακόμα και τις υπηρεσιακές τους μετακινήσεις. «Σε ορισμένες περιπτώσεις πληρώνουμε από την τσέπη μας και το χαρτί που απαιτείται στην υπηρεσία, ποσό που μπορεί να φτάσει και τα 200 ευρώ το μήνα» μας αναφέρει χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τον Ελληνικό Οργανισμό Δικαστηρίων, οι Έλληνες Δικαστές και Εισαγγελείς, με εξαίρεση τα μεγάλα αστικά κέντρα, δεν μπορούν να υπηρετήσουν στο τόπο καταγωγής τους. «Έτσι οι μεταθέσεις από τόπο σε τόπο γίνονται ο κανόνας» μας λέει ο Δημήτρης Ζιγκόλης, ο οποίος έχει μετατεθεί ο ίδιος πέντε φορές από τότε που διορίσθηκε, στο Λασίθι, στη Σάμο, στην Ξάνθη, στο Ηράκλειο, τη Λάρισα και την Κομοτηνή . Τα έξοδα των παραπάνω μετακινήσεων τα υπολογίζει ο ίδιος στο ποσό των 25.000 ευρώ. Ο Δημήτρης Ζιγκόλης μας πληροφορεί επίσης ότι «τέτοιες μεταθέσεις και μετακινήσεις αποφασίζονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, χωρίς προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου. Ενδεχόμενες προσφυγές κατά αυτών των αποφάσεων είναι συνήθως μάταιες». Οι διαρκείς μεταθέσεις και υπηρεσιακές μετακινήσεις, έχουν ως αποτέλεσμα την σταδιακή απώλεια της επαφής με το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του εκάστοτε δικαστικού λειτουργού, και είναι δύσκολο να δημιουργήσει κάποιος μια νέα βάση ζωής σε ένα νέο τόπο υπηρεσίας.

«Απεργία» των δικαστών και εισαγγελέων

«Ενόψει της κακής οικονομικής κατάστασης της Χώρας, οι περισσότεροι συνάδελφοι έδειξαν κατανόηση στα πρώτα μέτρα λιτότητας» μας λέει ο κ. Δημήτριος Ζιγκόλης. Στις μισθολογικές περικοπές των ετών 2010 και 2011, οι έλληνες δικαστές, μέσω της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, απάντησαν με έγγραφες διαμαρτυρίες. Μάταια προσπάθησαν οι Έλληνες Δικαστές και Εισαγγελείς να αποφύγουν τις μισθολογικές περικοπές με την πρόταση ισοδύναμων μέτρων. «Η Κυβέρνηση εντελώς αναίτια, επέλεξε την αντιπαράθεση με τους Δικαστές» μας λέει ο Δημήτρης Ζιγκόλης. Στην απεργία που ακολούθησε, όπου για 5 ώρες διακόπτονταν οι συνεδριάσεις καθημερινά, υπήρξε συμμετοχή πάνω από 90%. «Αν και η απεργία των Δικαστών απαγορεύεται, η αγανάκτηση των συναδέλφων ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Αναλάβαμε το ρίσκο μαζικών πειθαρχικών μέτρων και διώξεων. Αισθανόμασταν όμως ότι η συντεταγμένη Πολιτεία μας εγκατέλειπε κυριολεκτικά στην τύχη μας» μας αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Ζιγκόλης. Κατά των μέτρων λιτότητας, σχεδόν όλοι οι έλληνες δικαστές έχουν προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια. Το περίφημο «3οΜνημόνιο» έχει προσβληθεί με ένδικο βοήθημα στο αρμόδιο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο.

Κατάργηση οργανικών θέσεων στην επαρχία

Εν τω μεταξύ, η Ελληνική Κυβέρνηση αποφάσισε την κατάργηση οργανικών θέσεων των δικαστών, κυρίως σε Δικαστήρια της επαρχίας. Έτσι πολλοί δικαστές και εισαγγελείς θα αναγκασθούν παρά την θέλησή τους να μετακινηθούν στα μεγάλα αστικά κέντρα. Με αφορμή τις περικοπές στα Σωφρονιστικά καταστήματα, ο Δημήτρης Ζιγκόλης εκφράζει φόβους για περισσότερες επιβαρύνσεις. Όπως μας λέει «το κατάστημα κράτησης στην Κομοτηνή έχει χωρητικότητα για 250 περίπου κρατούμενους, φιλοξενεί όμως πάνω από 400. Πριν από την κρίση στην κοντινή περιφέρεια των Σερρών, κατασκευάσθηκε ένα νέο κατάστημα κράτησης χωρητικότητας 400 περίπου κρατουμένων. Λόγω των περικοπών, καταργήθηκαν τα 2/3 των εκεί προβλεπόμενων οργανικών θέσεων. Έτσι το νέο Κατάστημα Κράτησης μπορεί να φιλοξενήσει μόνο 120 κρατουμένους, αφού από τα τρία κτήρια του καταστήματος, τα δύο είναι άδεια».

Θυμός, ανασφάλεια και απογοήτευση…

Οι Έλληνες δικαστές βιώνουν καθημερινά τις επιπτώσεις της κρίσης για τους Έλληνες. Πολλά από τα αίτια της κρίσης διερευνώνται ήδη από τα ελληνικά δικαστήρια και τις εισαγγελίες. Ο Δημήτρης Ζιγκόλης μας πληροφορεί για την εξαίρετη δουλειά που κάνουν οι Εισαγγελείς Εφετών Αθηνών, Γρηγόριος Πεπόνης και Ανδρέας Μουζακίτης. Από τις έρευνές τους έχουν ανακαλυφθεί πολλές περιπτώσεις συστηματικής φοροδιαφυγής, κατασπατάλησης δημοσίου χρήματος καθώς και παράτυπης χρηματοδότησης των κομμάτων. «Παρόλα αυτά οι συνάδελφοι αυτοί δέχονται επιθέσεις από τον τύπο» μας λέει ο Δημήτρης Ζιγκόλης. «Στον ελληνικό λαό κυριαρχούν αισθήματα θυμού, ανασφάλειας και αγανάκτησης. Πολλοί θεωρούν ότι η πολιτεία τους εγκαταλείπει στο έλεος του Θεού» λέει ο Δημήτρης Ζιγκόλης. Όπως μας λέει, οι Έλληνες δικαστές βιώνουν καθημερινά τις επιπτώσεις της κρίσης στον ελληνικό πληθυσμό. Ο αριθμών των κλοπών και των ληστειών έχει αυξηθεί κατά 80%. Ο αριθμός των υποθέσεων που αφορούν πτωχεύσεις ή εξυγιάνσεις έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Άνοδο έχουν παρουσιάσει και τα κρούσματα βίας ιδίως της ενδοοικογενειακής, όπως και οι υποθέσεις που αφορούν υπερχρεωμένα νοικοκυριά οι οποίες έχουν κατακλύσει τα ειρηνοδικεία. Η κρίση έχει επηρεάσει τους συναδέλφους και σε προσωπικό επίπεδο. Ο Δημήτρης Ζιγκόλης, μας λέει ότι ξέρει την περίπτωση διαζευγμένου συναδέλφου του, στον οποίο λόγω της πληρωμής διατροφής για τα παιδιά του, δεν του απομένουν ίσως ούτε τα προς το ζην.

Παρόλο που οι περιστάσεις, είναι δύσκολες, ο Δημήτρης Ζιγκόλης και οι συνάδελφοί του, δεν παραβλέπουν και τις θετικές διαστάσεις του λειτουργήματός τους. «Είναι για μένα σημαντικό, να μπορώ να διαβεβαιώσω τους συμπολίτες μου ότι στην Ελλάδα απονέμεται ακόμη δικαιοσύνη», μας λέει.

Θα αποφάσιζε σήμερα ο Δημήτρης Ζιγκόλης να ξαναγίνει εισαγγελέας; «Μάλλον ναι» μας λέει.

Συνέντευξη με την Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου

Η Ελληνική Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων υπάρχει από το 1958 και αριθμεί 2775 μέλη. Η Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτις, είναι πρόεδρος της Ένωσης από το 2012 και μας πληροφορεί για τον τρόπο με τον οποίο η Ένωση επιδιώκει την ικανοποίηση των παγίων αιτημάτων των ελλήνων δικαστών καθώς και των ζητημάτων που έχουν ως αφορμή την οικονομική κρίση.

– Ποια είναι τα αιτήματά σας προς την Ελληνική Κυβέρνηση σχετικά με την πολιτική της στον τομέα της Δικαιοσύνης;

Τα βασικά μας αιτήματα αφορούν: πρώτον την βελτίωση των αποδοχών των δικαστών, οι οποίες στο πλαίσιο των μέτρων λιτότητας έχουν περικοπεί σε ποσοστό 60%. Αυτές οι ιδιαίτερα υψηλές περικοπές των αποδοχών μας σε σχέση με το υψηλό κόστος ζωής στην Ελλάδα, καθιστούν πρακτικά αδύνατη την αξιοπρεπή διαβίωση των ελλήνων δικαστών και εισαγγελέων και θέτουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία τους. Δεύτερον: οι κενές οργανικές θέσεις στο χώρο της δικαιοσύνης δημιουργούν φόρτο εργασίας για τους έλληνες δικαστές και εισαγγελείς και κατ’ επέκταση σε καθυστέρηση ως προς την απονομή της δικαιοσύνης. Τρίτον, η έλλειψη υλικοτεχνικής υποδομής. Πολλά δικαστήρια, ιδιαίτερα στην επαρχία δεν έχουν καν σύνδεση στο διαδίκτυο.

-Ενόψει των μέτρων λιτότητας, τα οποία αφορούν και την Ελληνική Δικαιοσύνη, πως προβάλλετε τα αιτήματά των Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων στους καθ’ ύλην αρμόδιους πολιτικούς παράγοντες;

Είχαμε προτείνει στην Κυβέρνηση, οι οποίες μειώσεις των αποδοχών μας να μην υπερβαίνουν ένα ανεκτότερο όριο και μέτρο. Η Κυβέρνηση απέρριψε τις προτάσεις μας. Έτσι οι αποδοχές μειώθηκαν σε ποσοστό 60% περίπου. Ήταν οι πλέον δραστικές περικοπές μισθών σε όλο τον δημόσιο τομέα. Η στάση της Κυβέρνησης προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις των δικαστών. Επανειλημμένα εκφράσαμε, εγγράφως, τις διαμαρτυρίες μας. Πραγματοποιήσαμε κινητοποιήσεις, με την διακοπή των συνεδριάσεων των δικαστηρίων για ορισμένες ώρες κάθε ημέρα. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι διαμαρτυρίες μας δεν εισακούσθηκαν. Τον Νοέμβριο του 2012, η Βουλή ψήφισε τελικά το τρίτο πακέτο μέτρων λιτότητας και μαζί τις σε ακραίο βαθμό περικοπές των αποδοχών μας. Έτσι οι καθαρές αποδοχές ενός πρωτοδιόριστου δικαστή, ανέρχονται στα 1300 ευρώ.

– Έχετε την εντύπωση ότι τα αιτήματά σας λαμβάνονται υπόψη στα σοβαρά;

Οι έντονες διαμαρτυρίες μας, έχουν θορυβήσει την Κυβέρνηση. Όπως πάντα δεν έχει δείξει καμία θετική διάθεση.

– Πως είναι το κλίμα στα Δικαστήρια και στις Εισαγγελίες;

Οι έλληνες Δικαστές και Εισαγγελείς είναι απογοητευμένοι από την μεταχείριση την οποία τους επιφύλαξε η Κυβέρνηση. Επικρατεί αγανάκτηση. Επικρατεί η άποψη ότι η Κυβέρνηση έχει μία στάση εχθρική προς τους δικαστές. Το κλίμα στη δικαιοσύνη είναι τεταμένο.

– Πως επιδρούν οι μειώσεις των αποδοχών και τα άλλα μέτρα λιτότητας στο ηθικό των συναδέλφων σας;

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι οι εξαιρετικά υψηλές περικοπές των αποδοχών των Δικαστών επιδρούν αρνητικά στο ηθικό τους και στην ετοιμότητά τους εν γένει. Πέρα από αυτό, οι περικοπές αυτές επιδρούν αρνητικά σε νομικούς με υψηλά προσόντα να εισέλθουν στο δικαστικό σώμα. Ενόψει του γεγονότος ότι στην Ελλάδα, οι Δικαστές και οι Εισαγγελείς μετατίθενται συχνά από πόλη σε πόλη, και τα έξοδα αυτά δεν τους καταβάλλονται, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος ζωής, γίνεται αντιληπτό ότι καθίσταται δυσχερής η αξιοπρεπής διαβίωση για τους έλληνες δικαστές με αποτέλεσμα να πλήττεται η ανεξαρτησία τους

– Εάν σκεφθείτε την κατάσταση της ελληνικής δικαιοσύνης μετά από τρία χρόνια, ποιες είναι οι προσδοκίες και οι φόβοι σας;

Όλοι οι Έλληνες θέλουμε και ελπίζουμε ότι η Ελλάδα θα ξεπεράσει την οικονομική κρίση και ότι επιτέλους θα επανέλθει η οικονομία σε ρυθμούς ανάπτυξης. Ξέρουμε ότι το 2013 θα είναι για μας ένα δύσκολο έτος. Η ανεργία και η ύφεση αυξάνονται, ενώ μειώνονται τα φορολογικά έσοδα. Σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, θα συμβάλλουν και οι έλληνες δικαστές και εισαγγελείς προκειμένου να εισέλθει η Χώρα σε ρυθμούς ανάπτυξης. Εάν η Κυβέρνηση δεν επιτύχει τις απαιτούμενες βελτιώσεις, τότε τα πράγματα για την Ελληνική Δικαιοσύνη θα είναι σοβαρά.

Η Ελληνική Δικαιοσύνη σε αριθμούς

4000 δικαστές και Εισαγγελείς.

Στην Ελλάδα υπάρχουν 63 Πρωτοδικεία και Εισαγγελίες Πρωτοδικών. 18 περίπου Εφετεία και ο Άρειος Πάγος ως ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο. Στα Εφετεία αλλά και στον Άρειο Πάγο υπάρχουν και οι αντίστοιχες Εισαγγελίες. Υπηρετούν περίπου 4000 δικαστές και περίπου 1000 εισαγγελείς. Στα τακτικά δικαστήρια στα οποία υπάγονται και εργατικές διαφορές (σημείωση δική μου: πουθενά αλλού στην Ευρώπη δεν συμβαίνει αυτό).Υπάρχουν και διοικητικά δικαστήρια, στην κορυφή των οποίων βρίσκεται το Συμβούλιο της Επικρατείας. Συνταγματικό Δικαστήριο δεν υφίσταται. Για την συνταγματικότητα των νόμων αποφαίνονται τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων. Εάν ο Άρειος Πάγος και το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφανθούν διαφορετικά για την συνταγματικότητα ενός νόμου, τότε αποφαίνεται ένα «Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο» (σημείωση δική μου: άλλη μία ελληνική παγκόσμια πρωτοτυπία).

Ανέλιξη στο δικαστικό αξίωμα

Μετά από την περάτωση των νομικών σπουδών, κάθε έλληνας πολίτης μπορεί να συμμετέχει σε διαδικασία επιλογής που προκηρύσσεται συνήθως τον Ιούνιο κάθε έτους από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Μετά από επιτυχή συμμετοχή στις εξετάσεις (αντιστοιχεί στην πρώτη κρατική εξέταση της Γερμανίας), ακολουθεί δωδεκάμηνη περίπου θεωρητική εκπαίδευση στην Εθνική Σχολή Δικαστών με εξιτήριες εξετάσεις. Ακολουθεί πρακτική εκπαίδευση περίπου έξι μηνών στα Δικαστήρια ή αντιστοίχως στις Εισαγγελίες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και μετά από επιτυχή συμμετοχή ακολουθεί ο διορισμός του υποψηφίου ως παρέδρου πρωτοδικείου ή εισαγγελίας.

Μισθολόγιο σύμφωνα με την «αρχή της αποζημίωσης»

Σύμφωνα με το άρθρο 88 παρ. 2 του ελληνικού Συντάγματος, το μισθολόγιο των ελλήνων δικαστικών λειτουργών έχει μάλλον χαρακτήρα αποζημίωσης και δεν ακολουθείται, όπως στην Γερμανία η αρχή της διατροφής. Οι αποδοχές πρέπει να είναι ανάλογες με το δικαστικό λειτούργημα. Μαζί με το βασικό μισθό, οι έλληνες δικαστές λαμβάνουν και μία «ειδική αποζημίωση» ύψους περίπου 480 ευρώ για την δημιουργία και την συντήρηση της βιβλιοθήκης. Το ύψος των αποδοχών βρίσκεται σε συνάρτηση με τον βαθμό του εκάστοτε δικαστικού λειτουργού καθώς και με την αρχαιότητά του. Οικογενειακή παροχή δεν προβλέπεται. Έξοδα νοσηλείας και ασθένειας καταβάλλονται από το Κράτος. Οι Έλληνες Δικαστές και Εισαγγελείς εργάζονται και είναι διαθέσιμοι για την υπηρεσία επί 24ώρου βάσεως. Τυπικά έχουν δικαίωμα άδειας 30 ημερών κάθε χρόνο. Υπάρχουν βέβαια και οι δικαστικές διακοπές. Αποχωρούν από την υπηρεσία στο 65ο έτος της ηλικίας τους (εφόσον έχουν και το βαθμό του εφέτη) ή στο 67ο έτος της ηλικίας τους εφόσον κατέχουν βαθμό ανώτερο από αυτόν του Εφέτη.

Κομοτηνή, 18-12-2013

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Δημήτριος Ζιγκόλης

Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Ροδόπης