Συνέντευξη της Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων κυρίας Μαργαρίτας Στενιώτη στο περιοδικό Συνήγορος (τεύχος 111/2015)

e43e43r43r34r4

Ποιοι και γιατί φοβούνται την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης;

Άρθρο του Βουλευτή- Καθηγητή Προκόπη Παυλόπουλου

(στο περιοδικό «ΕΠΙΚΑΙΡΑ», τ.245 της 26/6/2014)

Ορισμένες επιθέσεις, από την πλευρά συγκεκριμένων πολιτικών κύκλων και κάποιων γνωστών από το παρελθόν για την τακτική τους ΜΜΕ, εναντίον της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της –και μάλιστα με τη μορφή και την ένταση που παίρνουν προσφάτως- δεν μπορεί και δεν πρέπει να θεωρηθούν τυχαίες και αμελητέες. Ούτε, κατά συνέπεια, επιτρέπεται να περάσουν απαρατήρητες.

I.       Δύο, και μόνον, επίκαιρα παραδείγματα αρκούν για να βεβαιώσουν «του λόγου το ασφαλές».

Α. Δικαστικοί λειτουργοί επιλαμβάνονται καταγγελίας, η οποία αφορά πράξεις και παραλείψεις μελών των Κυβερνήσεων Γ. Παπανδρέου και Λ. Παπαδήμου. Πράττοντας το αυτονόητο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 2 του Συντάγματος και κατά την ως σήμερα πάγια πρακτική εφαρμογής τους, διαβιβάζουν «αμελλητί» τη δικογραφία στη Βουλή προκειμένου ν’ ασκήσει τις, επίσης κατά το Σύνταγμα, αρμοδιότητές της. Και τότε υφίστανται ανοίκεια, προκλητικώς αντιθεσμική, επίθεση εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ, το οποίο μάλιστα στο παρελθόν, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, είχε «ξιφουλκήσει» υπέρ της Δικαιοσύνης σ’ αντίστοιχες περιπτώσεις διαβίβασης δικογραφιών στη Βουλή.   Υπενθυμίζεται, ως εκ περισσού, ότι και αν υφίσταται inconcreto νομικό ζήτημα ως προς τη πληρότητα του αιτιολογικού του διαβιβαστικού, τούτο κρίνεται από την ίδια τη Δικαιοσύνη μέσω εσωτερικού ελέγχου, όπως και έγινε στην προκείμενη περίπτωση.

Β. Πηχυαίοι τίτλοι κάποιων ΜΜΕ, πρωτίστως του γραπτού τύπου, «προειδοποιούν» το Συμβούλιο της Επικρατείας, ενόψει της έκδοσης κρίσιμων αποφάσεών του για την άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, τα οποία έχουν πληγεί βαρύτατα λόγω της έκτασης και της έντασης εφαρμογής «μνημονιακής» προέλευσης οικονομικών μέτρων: «Προσοχή, κ. Δικαστές, από τις αποφάσεις αυτές μπορεί ν’ απειληθεί το πρωτογενές πλεόνασμα της Οικονομίας μας»!

II.       Το νόημα –και η επέκεινα σκοπιμότητα- των επιθέσεων αυτών κατά της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της είναι κάτι παραπάνω από προφανές: Ουσιαστικά κάποιοι θέλουν να τους «υποδείξουν» ότι, μπροστά στη «κρισιμότητα της οικονομικής συγκυρίας» και στην ιδιομορφία των «εύθραυστων πολιτικών ισορροπιών», η απαρέγκλιτη εφαρμογή του Συντάγματος πρέπει να καμφθεί! Μάλλον, λοιπόν, είναι ανάγκη να γίνουν, προς κάθε κατεύθυνση, οι ακόλουθες –δυστυχώς όχι αυτονόητες πια- διευκρινίσεις:

Α. Η Δικαιοσύνη, ως τρίτη λειτουργία του κράτους, «ασκείται από τα δικαστήρια· οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού» (άρθρο 26 παρ. 3 του Συντάγματος). Και θωρακίζεται από πλήρη ανεξαρτησία, όπως ορίζουν ιδίως οι διατάξεις του άρθρου 87 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος: «1. Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία. 2. Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος».

Β. Από τις κατά τ’ ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, κατά το Σύνταγμα, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης υποχρεώνει, μεταξύ άλλων, τον μεν δικαστικό λειτουργό να τηρεί, εν πάση περιπτώσει, το Σύνταγμα, χωρίς οιανδήποτε παρέκκλιση μ’ αφορμή την επίκληση οιασδήποτε σκοπιμότητας. Τις δε δύο άλλες θεσμικώς κατοχυρωμένες εξουσίες –πολλώ μάλλον τις «εξουσίες» εξωθεσμικής προέλευσης- ν’ απέχουν από κάθε επιχείρηση άμεσης ή έμμεσης χειραγώγησης της Δικαιοσύνης προς την αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι εκείνη της, «υπό προϋποθέσεις», παραβίασης του Συντάγματος. Έστω κι αν οι «προϋποθέσεις» αυτές κρύβονται κάτω από το προσωπείο του, δήθεν, «υπέρτατου δημόσιου συμφέροντος». Αφού στη σύγχρονη Δημοκρατία το κατά το ρωμαϊκό δίκαιο δόγμα «saluspopulisupremalexesto» κινείται μεταξύ υποδόριας υπονόμευσης και ευθείας κατάλυσής της.

III.       Βεβαίως, πάντα με βάση τις ρυθμίσεις του ίδιου του Συντάγματος, η Δικαιοσύνη, ως ανεξάρτητη, δεν είναι –όπως και κάθε άλλη εξουσία- ανεξέλεγκτη, δεδομένου ότι οι κάθε είδους αποφάσεις της κρίνονται, όπως επίσης ελέγχεται και η συμπεριφορά των λειτουργών της κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων. Όμως μια τέτοια κριτική και ένας τέτοιος έλεγχος είναι ανεπίτρεπτο συνταγματικώς να διενεργούνται μέσω αμιγώς πολιτικών διαύλων και εξίσου αμιγώς πολιτικών κριτηρίων. Ειδικότερα, και κατά τις οικείες διατάξεις του Συντάγματος:

Α. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων κρίνονται, intramuros και δια της δικαιοδοτικής οδού, μέσω των, latosensu, ένδικων μέσων που οργανώνει η ειδική εκτελεστική του Συντάγματος νομοθεσία. Ενώ και η συμπεριφορά των λειτουργών της ελέγχεται από τα προς τούτο αρμόδια –συνήθως συλλογικά- όργανα της ίδιας της Δικαιοσύνης.

Β. Τέλος, η άσκηση της δικαιοδοσίας από την πλευρά των αρμόδιων δικαστηρίων υπόκειται στην υπεύθυνη επιστημονική κριτική, όσο αυστηρή και αν εμφανίζεται στην πράξη. Όχι όμως και στην ανεύθυνη νομικώς κριτική, που αναδεικνύει ασύγγνωστη άγνοια ή και πολιτική ιδιοτέλεια και η οποία κινείται σε «πιραντελικό» τοπίο μ’ «αποχρώσεις» του τύπου «έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» ή «απόψε αυτοσχεδιάζουμε»…

IV.       Υπάρχει όμως και μια ακόμη «λεπτομέρεια», η οποία καθιστά έτι περαιτέρω θεσμικώς αποκρουστικές –και γι’ αυτό έτι περαιτέρω επικίνδυνες- τις προαναφερόμενες επιθέσεις εναντίον της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της.

Α. Στην εφιαλτική «εποχή των Μνημονίων», όπως δρομολογήθηκαν δυστυχώς αναποτρέπτως μεταξύ 2010 και 2011, οι τότε «πολιτικοί ταγοί» -και τα ΜΜΕ που τους «συμπαραστάθηκαν» άνευ όρων και άνευ ορίων, όλως δε «τυχαίως» τα ίδια που σήμερα «προειδοποιούν» τους δικαστικούς λειτουργούς- πήραν κρίσιμες κι άκρως επώδυνες κοινωνικώς αποφάσεις, αγνοώντας προκλητικώς τις επιταγές του Συντάγματος. Αποφάσεις τις οποίες στη συνέχεια «μετακύλησαν» στη Δικαιοσύνη, όταν ήλθε η ώρα της κρίσης της συμφωνίας τους ή μη με το Σύνταγμα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτέλεσαν οι πολιτικές αποφάσεις:

1. Για τα ίδια τα «Μνημόνια» και την δανειακή σύμβαση, λόγω της οποίας αυτά διαμορφώθηκαν.

2. Για την μέσω του ΕΕΤΗΔΕ φορολόγηση της ακίνητης ιδιοκτησίας, μ’ έναν πρωτόγνωρο –όχι μόνο για τα ελληνικά αλλά και για τα διεθνή δεδομένα- τρόπο, που πλήττει τον πυρήνα της κατά το Σύνταγμα, το ευρωπαϊκό δίκαιο, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το εν γένει διεθνές δίκαιο.

3. Για το P.S.I. , ήτοι για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους που έγινε με βάση διατάξεις, οι οποίες προέβλεψαν και ρύθμισαν την ανταλλαγή τίτλων έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου –και τους οποίους κατείχαν μόνον ιδιώτες πιστωτές- με νέους τίτλους. Και τούτο προκειμένου να μειωθεί το δημόσιο χρέος, έτσι ώστε να καταστεί μελλοντικώς βιώσιμο.

Β. Όταν ήρθε η ώρα της Δικαιοσύνης, το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως αρμόδιο δικαστήριο:

1. Φθάνοντας στ’ ακραία όρια των νομολογιακών του δυνατοτήτων –ας μην ξεχνάμε ότι καθεμιά από τις αποφάσεις του αυτές καθόριζε, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, την παραμονή της Χώρας μας στην Ευρωζώνη και, επέκεινα, την καταστροφική προοπτική χρεωκοπίας της- και με σημαντικές κατά περίπτωση μειοψηφίες, έκρινε ως συνταγματικώς ανεκτές, μ’ επίκληση του «δημοσιονομικού δημόσιου συμφέροντος» που αφορά την επίτευξη των αντίστοιχων έξωθεν επιβεβλημένων δημοσιονομικών στόχων, τις ως άνω πολιτικές επιλογές. «Εμβληματικές» προς την κατεύθυνση αυτή υπήρξαν οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας αρ. 668/2012 (για τα «Μνημόνια» και την δανειακή σύμβαση), 1972/2012 (για το ΕΕΤΗΔΕ) και 1116, 1117/2014 (για το P.S.I).

2. Πλην όμως «προειδοποίησε», σχεδόν expressisverbis, ότι οι προαναφερόμενη «ανοχή» του ως προς την τήρηση του Συντάγματος είχε ένα διπλό όριο:

α) Πρώτον, το χρονικό όριο που σχετίζεται με το επίμαχο χρονικό σημείο επίτευξης του περιβόητου «δημοσιονομικού πλεονάσματος».

β) Δεύτερον, το όριο αναφορικά με τα ύστερα από το κατά τ’ ανωτέρω χρονικό διάστημα μέτρα εφαρμογής των αρχικών, δεσμευτικών για τη Χώρα, πολιτικών αποφάσεων, οι οποίες αποτέλεσαν τη «ρίζα του κακού».

3. Μ’ άλλες λέξεις το Συμβούλιο της Επικρατείας έθεσε προ των ευθυνών του το πολιτικό σύστημα, κρίνοντας ότι ύστερα από την επίτευξη του πρωταρχικού στόχου περί παραγωγής πρωτογενούς πλεονάσματος, οι αποφάσεις του δεν επρόκειτο ν’ ανεχθούν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, την περαιτέρω τήξη του πυρήνα των κάθε είδους συνταγματικώς –και όχι μόνο- κατοχυρωμένων δικαιωμάτων.

Μέσα σ’ αυτό το πολιτικό και θεσμικό «κλίμα» κάποιοι επιτίθενται εναντίον της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της, και με το πρόσχημα ότι φοβούνται ένα «κράτος δικαστών» Όμως, ο φόβος τους αυτός είναι και αβάσιμος αλλά και ύποπτος. Αβάσιμος, διότι στη σύγχρονη Δημοκρατία είναι αδύνατο –υπάρχουν οι απαραίτητες θεσμικές δικλείδες- να διαμορφωθεί «κράτος δικαστών». Κάτι που, άλλωστε, η ίδια η Δικαιοσύνη –μ’ ελάχιστες, γραφικές, εξαιρέσεις- ουδέποτε επιδίωξε και, πολύ περισσότερο, ανέχθηκε. Και ύποπτος, διότι μάλλον αναδεικνύει τάσεις ποδηγέτησης της Δικαιοσύνης, είτε ευθέως είτε και εμμέσως. Δηλαδή μέσω λειτουργών της Θέμιδας που, όπως έχει αποδειχθεί διαχρονικώς, εμφανίζονται «πρόθυμοι» κατά καιρούς, και για τους δικούς τους «ευνόητους» λόγους, να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στα πιο ευάλωτα στοιχεία του πολιτικού μας συστήματος. Ευτυχώς για τη Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία, οι επίορκοι αυτοί λειτουργοί συνιστούν ασήμαντη μειοψηφία.

Αδίκημα έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων του κ. Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών μέλους του Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε.

 ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ

Αδίκημα έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων

(αρθρ. 19 Ν. 2523/97)

      Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών

μέλους του Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε.

Στην παρούσα εργασία του μέλους του ΔΣ της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Κωνσταντίνου Βουλγαρίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, όπως και σε αυτές, που προηγήθηκαν για τα ποινικά αδικήματα των χρεών προς το δημόσιο και τη φοροδιαφυγή, αναλύονται με τρόπο σαφή και λεπτομερή, ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά με το ανωτέρω ποινικό αδίκημα. Είναι ένα πολύτιμο βοήθημα και διανέμεται προς τα μέλη της Ένωσής μας (Δικαστές και Εισαγγελείς), θεωρώντας ότι θα διευκολύνει το έργο τους .

                                                       Η Πρόεδρος

                                            Βασιλική Θάνου – Χριστοφίλου

                                                       Αρεοπαγίτης

Αδίκημα έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων

Με την παρούσα δημοσίευση και σε ακολουθία με τους σκοπούς, που καθορίζονται αναλυτικά στη διάταξη του άρθρου 2 του καταστατικού της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων ολοκληρώνεται μία σειρά δημοσιεύσεων για τα ποινικά αδικήματα της φορολογικής νομοθεσίας, στις οποίες επιχειρείται μία συστηματοποίηση των νομοθετικών ρυθμίσεων, που άπτονται άμεσα της εκδίκασης των σχετικών υποθέσεων στο ακροατήριο.

    

                  Άρθρο 19 παρ.1 Ν. 2523/1997 (ισχύς από 1-1-1998)

1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

Όταν η συνολική αξία των πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, για την πλαστότητα ή εικονικότητα των οποίων καταδικάζεται ο δράστης, υπερβαίνει το ποσό των ογδόντα εκατομμυρίων (80.000.000) δραχμών, επιβάλλεται ως παρεπόμενη ποινή το κλείσιμο του καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου, αποθήκης και γενικά επαγγελματικής εγκατάστασης αυτού μέχρι ένα (1) μήνα. Η εκτέλεση της παρεπόμενης αυτής ποινής ουδεμία ασκεί επίδραση στις ενοχικές σχέσεις του επιτηδευματία με τους μισθωτούς που συνδέονται με αυτόν με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας [σημείωση: με το άρθρο 21 παρ. 1 περ.ι΄ Ν.2948/2001, τα προβλεπόμενα όρια σε δραχμές από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997 καθορίζονται από 1.1.2002 σε διακόσιες τριάντα πέντε χιλιάδες (235.000) ευρώ].

Με την παρ.1 άρθρ.40 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004 προστέθηκε εδάφιο μετά το ανωτέρω α΄ εδάφιο της παρ.1 ως εξής: ΄΄Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.΄΄ Το κακούργημα δηλ. ισχύει από τις 28-1-2004.

Σημείωση: Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: α) όταν η έκδοση ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων αφορά σε υπαρκτή συναλλαγή τότε η πράξη, ανεξαρτήτως χρόνου τέλεσης και ανεξαρτήτως της αξίας των σχετικών φορολογικών στοιχείων, τιμωρείται πάντοτε σε βαθμό πλημμελήματος (φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών) και β)από τις 28-1-2004 και μετά όταν η έκδοση ή αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων αφορά σε ανύπαρκτη συναλλαγή είτε στο σύνολο της είτε και για μέρος αυτής τότε διακρίνουμε τις ανωτέρω δύο περιπτώσεις (πλημμελήματος και κακουργήματος) με βάση την αξία των σχετικών φορολογικών στοιχείων κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, αν τα σχετικά φορολογικά στοιχεία, αφορούν σε ανύπαρκτη, ολικώς ή μερικώς, συναλλαγή, πριν τις 28-1-2004, που για πρώτη φορά τυποποιήθηκαν οι περιπτώσεις α και β της παρ.1 του άρθρου 19 με το Ν. 3220/2004, η πράξη επίσης τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος ανεξαρτήτως ποσού με βάση την αρχή της εφαρμογής του επιεικέστερου νόμου (του άρθρου δηλ. 19 Ν. 2523/1997 στην αρχική του μορφή –  πριν την τροποποίηση του με το Ν. 3220/2004 – που τυποποιούσε πλημμέλημα ανεξαρτήτως υπαρκτής ή ανύπαρκτης συναλλαγής).

Με το άρθρο 76 παρ.2 Ν. 3842/2010 (ισχύς νόμου από 23-4-2010) προστέθηκε παράγραφος 5 στο άρθρο 19 ως εξής (νέο ποινικό αδίκημα):

παρ. 5 (άρθρου 19 Ν. 2523/1997): Επίσης, με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) μηνών τιμωρείται ο υπόχρεος που δεν εκδίδει ή εκδίδει ανακριβώς τα προβλεπόμενα από το π.δ.186/1992 (Κ.Β.Σ.) στοιχεία κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών ή δεν καταχωρεί στα πρόσθετα βιβλία της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ίδιου προεδρικού διατάγματος τις συναλλαγές για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τα οικεία στοιχεία εσόδων, εφόσον εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13. Ειδικά για υπόχρεους, που κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο εμπίπτουν στις διατάξεις του πέμπτου και έκτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 13 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 καταλαμβάνουν και το αδίκημα της παρούσας παραγράφου.”

Σημειώνεται ότι με την επόμενη παρ.3 του άρθρου 76 Ν. 3842/2010 ορίζεται ότι: Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού ισχύουν για αδικήματα, που διαπράττονται από την 1.6.2010 και μετά (όχι δηλ. από 23-4-2010 οπότε και άρχισε να ισχύει ο Ν. 3842/2010).

Με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.2 Ν. 3888/2010 αντικαταστάθηκε η άνω παρ.5 ως εξής ( ισχύς από 30-9-2010):

“5. Επίσης, με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών (αντί δηλ. για μέχρι τότε τουλάχιστον 2 μηνών) τιμωρείται ο υπόχρεος που δεν εκδίδει ή εκδίδει ανακριβώς τα προβλεπόμενα από το π.δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.) στοιχεία κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών ή δεν καταχωρεί στα πρόσθετα βιβλία της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του ίδιου προεδρικού διατάγματος, τις συναλλαγές για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τα οικεία στοιχεία εσόδων, εφόσον εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13. Ειδικά για υπόχρεους που, κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο, εμπίπτουν στις διατάξεις του πέμπτου και έκτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 13, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 καταλαμβάνουν και το αδίκημα της παρούσας παραγράφου.”

<<Άρθρο 19 παρ.1 μετά το Ν. 3943/2011 (ισχύς από 31-3-2011)>>

1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. “Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) “με κάθειρξη”, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.”>>

Συνοψίζοντας (αναφορικά με θέματα διαχρονικού δικαίου), οι ουσιώδεις  νομοθετικές μεταβολές είναι οι εξής:

α) Η τυποποίηση του άνω κακουργήματος (συνολική αξία εικονικών στοιχείων ανύπαρκτης ολικώς ή εν μέρει συναλλαγής άνω των 150.000 ευρώ)  πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά με το Ν. 3220/2004 και ισχύει από 28-1-2004 και μετά,

β) το πλημμέλημα της περ. α της παρ.1 τιμωρούμενο με ποινή τουλάχιστον ενός έτους (συνολική αξία εικονικών στοιχείων ανύπαρκτης ολικώς ή εν μέρει συναλλαγής άνω των 3.000 ευρώ έως και 150.000 ευρώ) ισχύει επίσης από 28-1-2004,

γ) η ποινή ΄΄κάθειρξης΄΄ στο κακούργημα αντί για κάθειρξη μέχρι 10 ετών ισχύει απο 31-3-2011 και

δ) το πλημμέλημα του άρθρου 19 παρ.5 ισχύει για πράξεις που τελούνται από 1-6-2010 και μετά (σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 76 παρ.3 Ν. 3842/2010) και όχι από 23-4-2010 και μετά οπότε και άρχισε να ισχύει γενικώς ο νόμος αυτός και οι νέες πιο αυστηρές ποινές αυτού ισχύουν από 30-9-2010 (Ν. 3888/2010)  

Ζητήματα ποινικής διώξεως στην περίπτωση του άρθρου 19 Ν. 2523/1997:

Ιδιαίτερα πρακτικά ζητήματα σε επίπεδο εκδίκασης των υποθέσεων δεν ανακύπτουν δεδομένου ότι η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς, που αποτελεί όρο, επίσης, του παραδεκτού της ποινικής διώξεως, δεν προϋποθέτει για τα αδικήματα του άρθρου 19 οριστικοποίηση φορολογικής εγγραφής (για την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς δεν απαιτείται, επίσης, σύνταξη έκθεσης κατ΄ άρθρο 41 ΚΠΔ, βλ. ΑΠ 1645/2009). Τα ζητήματα αφορούν: α) ειδικώς το χρόνο, που πρέπει να υποβάλλεται η μηνυτήρια αναφορά (για το παραδεκτό αυτής και συνακόλουθα της ποινικής διώξεως) και δη σε σχέση με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς και μόνο (δεν απαιτείται σε καμία περίπτωση οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής ως προαπαιτούμενο για την παραδεκτή άσκηση της ποινικής διώξεως) και β) τα δικαιούμενα πρόσωπα προς υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς. Οι σχετικές διατάξεις έχουν ως εξής:

(αρθρ. 21 παρ.2 εδ.γ΄ Ν. 2523/1997 – αρχική μορφή): … Κατ` εξαίρεση στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας. Στην αρχική διατύπωση του νόμου, στον οποίο δεν υπήρχε κακουργηματική περίπτωση στην εν λόγω διάταξη, η υποβολή μηνυτήριας αναφοράς δεν εξαρτάται από πάροδο προθεσμίας ακόμη και για διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Όμως: Το ανωτέρω τρίτο εδάφιο αντικαταστάθηκε με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999,ΦΕΚ Α 249/17.11.1999 ως εξής (ισχύς από 17-11-1999): … “Κατ` εξαίρεση, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος νόμου η ποινική δίωξη  ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά  του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) ή του  προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των  Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995 (ΦΕΚ211 Α). Στις περιπτώσεις του  προηγούμενου εδαφίου η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνααπό την  πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς επί της οικείας  απόφασης επιβολής προστίμου (Α.Ε.Π.) του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ.),  ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου  διοικητικού πρωτοδικείου”. Με τη νέα αυτή διάταξη διευρύνθηκε ο κύκλος των δικαιούμενων προσώπων προς υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς και τέθηκε ευνοϊκότερη δικονομικά διάταξη ως προς το χρόνο υποβολής της (υποβολή αυτής – μηνυτήριας αναφοράς – μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς) δεδομένου ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν προβλεπόταν κακούργημα στην άνω διάταξη.

Με την παρ.2 άρθρ.40 Ν.3220/2004,ΦΕΚ Α 15/28.1.2004, προστέθηκε τελευταίο εδάφιο (στο άρθρο 21 παρ.2 Ν. 2523/1997) ως εξής: “Ειδικά, όταν η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων που αφορούν ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ (στο κακούργημα δηλ.), δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου.” Δηλ. στο κακούργημα του άρθρου 19 Ν.2523/1997 από τις 28-1-2004 η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως και όχι αφού περάσει άπρακτη η προθεσμία για διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Με τις παρ.3 και 4 του αυτού άρθρου και Νόμου 3220/2004  ορίζεται ότι:

“3. Επί εικονικών φορολογικών στοιχείων τα οποία φέρονται ότι εκδόθηκαν από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από οποιοδήποτε φυσικό, νομικό ή άλλης μορφής πρόσωπο, εφόσον τα πρόσωπα αυτά αποδεικνύουν ότι είναι παντελώς αμέτοχα με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οι αναλογούντες φόροι, τέλη και εισφορές και γενικά οι κάθε είδους φορολογικές επιβαρύνσεις και διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται, καθώς και η ποινική δίωξη ασκείται αποκλειστικά κατά του πραγματικού υπόχρεου, που υποκρύπτεται και όχι κατά του φερόμενου εκδότη.

Με το άρθρο 16 παρ.3 Ν. 3888/2010 (30-9-2010) ορίστηκε: Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 21 του ν. 2523/1997 αντικαθίσταται ως εξής: “Ειδικά, στις περιπτώσεις: α) (αφορά περίπτωση του άρθρου 18), β) της παραγράφου 5 του άρθρου 19, όταν το πλήθος των μη εκδοθέντων παραστατικών στοιχείων είναι πλέον των δέκα (10) ή υπερβαίνουν σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ και γ) της περίπτωσης β` της παραγράφου 1 του άρθρου 19 (κακούργημα), δεν ακολουθείται η διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου, αλλά η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου.”

Σχετικά με την άσκηση της ποινικής διώξεως δυνάμει Ν. 3943/2011 (αρθρ. 3 παρ.2θ ισχύς από 31-3-2011) ισχύουν, πλέον, τα εξής:

2.«2. Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπάγγελτα. Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ή τον Προϊστάμενο της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των ελεγκτικών κέντρων του άρθρου 3 του ν. 2343/1995 (Φ Ε Κ 211 Α`) ή υποβάλλεται από τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών θεμάτων του Υπουργείου Οικονομικών, ως εξής:

α) Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως (χωρίς δηλ. να απαιτείται παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς) με την ολοκλήρωση του ελέγχου και ζητείται από τον αρμόδιο εισαγγελέα η κατά προτεραιότητα εκδίκαση της υπόθεσης, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου, ανεξάρτητα εάν έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου:

αα) …

ββ) …

γγ) …

δδ) στην περίπτωση β` της παραγράφου 1 του άρθρου 19 (στο κακούργημα δηλ.) και

εε) στις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 19, εφόσον το πλήθος των μη εκδοθέντων παραστατικών στοιχείων είναι πλέον των δέκα ή υπερβαίνουν σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ.

β) Η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται μέσα σε ένα (1) μήνα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, επί της οικείας απόφασης επιβολής προστίμου του Κ. Β.Σ. ή κατά της οικείας πράξης επιβολής φόρου, τέλους ή εισφοράς και ανεξάρτητα αν κατά της απόφασης αυτής ή της πράξης ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου:

αα) …

ββ) στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου και την περίπτωση α` της παραγράφου 1 του άρθρου 19 (πλημμέλημα) και

γγ) στις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 19, εφόσον το πλήθος των μη εκδοθέντων παραστατικών στοιχείων δεν υπερβαίνει τα δέκα ή δεν υπερβαίνει σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ.

(διευκρινίζεται ότι η πρόβλεψη περί υποβολής της μηνυτήριας αναφοράς εντός μηνός από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς δεν θεμελιώνει δικαίωμα του κατηγορουμένου. Πρακτικά δηλ. αυτό σημαίνει ότι αν η μηνυτήρια αναφορά υποβληθεί λ.χ. σε 45 ημέρες από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς δεν καθιστά την υποβολή αυτής μη νομότυπη)

Τονίζεται ότι ευμενέστερη δικονομική διάταξη θεωρείται αυτή κατά την οποία η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται υποχρεωτικά ύστερα από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς. Βάσει των ανωτέρω ουσιαστικών και δικονομικών ρυθμίσεων και ανάλογα με το ποια άποψη δέχεται κανείς (εφαρμογή ευμενέστερης δικονομικής διάταξης αφενός και ισχύουσας έστω και δυσμενέστερης δικονομικής διάταξης αναδρομικά αφετέρου βλ. σχετικώς επ΄ αυτού σχετική ανάλυση επί των άρθρων 17 και 18 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων) πρέπει να γίνεται για συστηματικούς λόγους διαχωρισμός:

Α) στο πλημμέλημα του άρθρου 19 παρ.1 περ.α΄ για ανύπαρκτη (εν όλω ή εν μέρει) συναλλαγή

Β) στο κακούργημα του άρθρου 19 παρ.1 περ. β΄ για ανύπαρκτη (εν όλω ή εν μέρει) συναλλαγή

Γ) στο πλημμέλημα του άρθρου 19 παρ.5

Δ) στη βασική μορφή πλημμελήματος του άρθρου 19 για υπαρκτή συναλλαγή

Έτσι:

Α) Πλημμέλημα άρθρου 19 παρ.1 περ.α΄ (ισχύει από 28-1-2004): Οποιαδήποτε άποψη και να γίνει δεκτή η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται εντός μηνός από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς οποτεδήποτε και να τελέστηκε το πλημμέλημα από 28-1-2004 και εφεξής. Το ίδιο ισχύει και για το βασικό πλημμέλημα άρθου 19 παρ.1 (ανωτέρω υπό Δ) οποτεδήποτε και να τελέστηκε αυτό από 17-11-1999 (οπότε και με την παρ.3 άρθρ.12 Ν.2753/1999 αντικαταστάθηκε η αρχική διάταξη, βλ. ανωτέρω)  και μετά

Β) κακούργημα άρθρου 19 παρ.1 περ.β΄ (τυποποιήθηκε για πρώτη φορά στις 28-1-2004): οποιαδήποτε άποψη και να γίνει δεκτή η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως οποτεδήποτε και να τελέστηκε η πράξη από 28-1-2004 και μετά (όλες οι δικονομικές ρυθμίσεις ορίζουν διαχρονικά άμεση υποβολή μηνυτήριας αναφοράς)

Γ) Πλημμέλημα άρθρου 19 παρ.5 (τυποποιήθηκε για πρώτη φορά με το Ν. 3842/2010): α) για πλήθος παραστατικών άνω των 10 ή άνω των 500 ευρώ αν γίνει δεκτή η άποψη περί αναδρομικής εφαρμογής έστω και δυσμενέστερης δικονομικής διάταξης η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται αμέσως οποτεδήποτε και να τελέστηκαν οι πράξεις από 1-6-2010 και μετά, ενώ κατά την άλλη άποψη η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται εντός μηνός από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας προς διοικητική επίλυση της διαφοράς (ευμενέστερη δικονομική διάταξη) για πράξεις από 1-6-2010 μέχρι 29-9-2010 ( οι δικονομικές διατάξεις του Ν. 3888/2010 αρχίζουν από 30-9-2010 ) ενώ για πράξεις μετά τις 30-9-2010 υποβάλλεται αμέσως  και β) για πλήθος παραστατικών κάτω των 10 ή κάτω των 500 ευρώ η μηνυτήρια αναφορά υποβάλλεται εντός μηνός από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς όποτε και να τελέστηκαν οι πράξεις από 1-6-2010 και μετά

Ιδιαίτερα πρακτικά ζητήματα δηλ. δεν ανακύπτουν στην περίπτωση του άρθρου 19 όπως στις περιπτώσεις των άρθρων 17 και 18 Ν. 2523/1997, που έχει ήδη γίνει σχετική ανάλυση (βλ. σχετική δημοσίευση ο.π.).  

Εφαρμογή άρθρου 24 παρ.2: Αφορά, κατά την ορθότερη άποψη, το στάδιο πριν την άσκηση της διώξεως. Επιχείρημα, δε, περί αυτού συνάγεται και από το γεγονός ότι αν η βούληση του νομοθέτη ήταν να εφαρμόζεται η διάταξη και μετά την άσκηση της διώξεως τότε δεν θα υπήρχε λόγος να θεσπισθεί με το Ν. 3943/2011 η διάταξη του άρθρου 18 παρ.3 (βλ. αμέσως κατωτέρω). Ίσως, πάντως, θα μπορούσε να επεκταθεί η σχετική ρύθμιση και σε στάδιο μετά την άσκηση της διώξεως. Αμφιλεγόμενο είναι το ζήτημα εάν η άνω διάταξη εφαρμόζεται στην περίπτωση του άρθρου 19 (πρβλ. και ΑΠ 1645/2009).  

Όπως έχει επισημανθεί σε προηγούμενη δημοσίευση (ο.π.) με το Ν. 3943/2011 (άρθρο 2 παρ.2ζ) προστέθηκε παρ.3 στο άρθρο 18 ως εξής (η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για τα ποινικά αδικήματα του άρθρου 19):

΄΄Αν η διάρκεια της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης τέτοιων φόρων, τελών ή εισφορών δεν υπερβαίνει το ένα έτος, ο υπαίτιος απαλλάσσεται, εφόσον καταβληθούν, από την ημέρα που γεννήθηκε η υποχρέωση καταβολής, οι κατά περίπτωση οφειλόμενοι φόροι, τέλη ή εισφορές με τις κάθε είδους προβλεπόμενες προσαυξήσεις, τέλη και Πρόστιμα επί αυτών. Εάν η καταβολή συντελεστεί μετά τη συμπλήρωση έτους, αλλά πριν τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας σε πρώτο βαθμό, επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το άρθρο 83 του Ποινικού Κώδικα΄΄.   

     

Υποβολή αιτήματος αναβολής λόγω ρύθμισης: στις περιπτώσεις των άρθρων 17, 18 και 19 Ν. 2523/1997 δεν προβλέπονται σχετικές έννομες συνέπειες ποινικής φύσεως (λ.χ. αναστολή ποινικής διαδικασίας λόγω ρύθμισης κλπ.) αν γίνει ρύθμιση σε διοικητικό επίπεδο της οφειλής. Μόνο στην περίπτωση του άρθρου 25 Ν. 1882/1990 προβλέπεται η αναστολή της ποινικής διαδικασίας λόγω ρύθμισης κατά τις ειδικότερες διακρίσεις, που έχουν επισημανθεί σε προγενέστερη δημοσίευση (βλ. σχετική δημοσίευση για το άρθρο 25 Ν. 1882/1990 στην ιστοσελίδα Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων). Θεωρούμε, ότι θα μπορούσε να ερευνηθεί εάν θα ήταν δυνατό το σχετικό ζήτημα ρύθμισης της οφειλής σε επίπεδο ποινικού δικαίου να επανοριοθετηθεί νομοθετικά κατά περίπτωση (λ.χ. ανά ύψος οφειλής κλπ.) και στις περιπτώσεις αδικημάτων της φορολογικής νομοθεσίας.

     

      Ισχυρισμός (στο ακροατήριο) περί εξόφλησης μετά την άσκηση της διώξεως (κατόπιν λ.χ. και σχετικών προσφυγών στα διοικητικά δικαστήρια) προστίμων ή καταβολής – εξόφλησης επιπρόσθετων φόρων, που επιβλήθηκαν λόγω της έκδοσης των επίδικων εικονικών στοιχείων: δεν προβλέπεται από διάταξη νόμου συγκεκριμένη έννομη συνέπεια (λ.χ. εξάλειψης του αξιοποίνου κλπ.) για την περίπτωση του αδικήματος του άρθρου 19 Ν. 2523/1997.        

     Αναστολή εκτελέσεως και μετατροπή της ποινής: Ισχύουν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 99 επ. και 82 επ. ΠΚ (βλ. αναλυτικά και άρθρο 21 παρ.8 Ν. 2523/1997, από 31-3-2011 το ποσό της μετατροπής είναι από 20 έως 100 ευρώ)

       Ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης: Ισχύουν οι γενικές διατάξεις του ΚΠΔ (497), καθώς και η διάταξη του άρθρου 21 παρ.9 (για τα κακουργήματα Ν.2523/1997) ως ισχύει μετά το Ν. 3943/2011

           Παραγραφή αδικήματος: αρθρ. 21παρ. 10: …Στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου η παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο ( το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με την παρ.8 άρθρ.2 Ν.2954/2001,ΦΕΚ Α 255/2.11.2001. Με την παρ.9 του αυτού άρθρου και νόμου ορίζεται ότι: ” Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 10 του άρθρου 21 του Ν. 2523/1997 ισχύουν ανάλογα και για τα αδικήματα των περιπτώσεων ζ` και η` της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Ν. 1591/1986 (ΦΕΚ 50Α), για τα οποία, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (2-11-2001 δηλ.), δεν έχει επέλθει παραγραφή κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα”.

Καθ΄ ύλην αρμοδιότητα (βλ. αναλυτικά και σε δημοσίευση επί των άρθρων 17 και 18 Ν. 2523/1997 ο.π.): Μονομελές ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο κατά περίπτωση (παρ.2ι άρθρου 3 Ν.3943/2011).

Τέλος, από 2-4-2012 αρμόδιο για τα κακουργήματα του Ν. 2523/1997 είναι το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων (αρθρ. 29 παρ.2 Ν.4055/2012, που προσέθεσε το άρθρο 110 ΚΠΔ).

Σύμφωνα, δε, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 110 παρ 6 Ν. 4055/2012: <<Υποθέσεις, οι οποίες με τις διατάξεις του παρόντος νόμου υπάγονται πλέον στην καθ` ύλην αρμοδιότητα του μονομελούς εφετείου κακουργημάτων, εάν μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει γίνει επίδοση κλητηρίου θεσπίσματος ή κλήσης στον κατηγορούμενο, εκδικάζονται από το αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο έχουν εισαχθεί, ενώ εάν δεν έχει γίνει τέτοια επίδοση καταλαμβάνονται από τις νέες διατάξεις και εκδικάζονται από το μονομελές εφετείο>>.

Απόδειξη: Το άρθρο 34 παρ.12 Ν.4141/2013 (ισχύς από 5-4-2013) με το οποίο προστέθηκε τελευταίο εδάφιο στην παρ.4 του άρθρου 21 Ν. 2523/1997 αναφέρεται σε δίκες που αφορούν αδικήματα των άρθρων 17 και 18 του παρόντος νόμου και όχι σε αυτές του άρθρου 19.

Ανάκριση: Στις περιπτώσεις των κακουργημάτων του Ν. 2523/1997 μετά το πέρας της ανάκρισης και τη διαβίβαση της δικογραφίας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, ο τελευταίος υποβάλλει τη δικογραφία στον Εισαγγελέα Εφετών, ο οποίος αν κρίνει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής προτείνει στον Πρόεδρο Εφετών την απευθείας εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο με τα τυχόν συναφή εγκλήματα (βλ. αναλυτικά άρθρο 308 Α ΚΠΔ).

Με εκτίμηση

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης – Πρόεδρος Πρωτοδικών – μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

 

Οι επαφές μας με την Γερμανική Ένωση Δικαστών – Συνέντευξη της Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στην Deutsche Richterzeitung

*Σημ.: Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος Οκτωβρίου 2012, στην εφημερίδα της Γερμανικής Ένωσης Δικαστών τηνDeutscheRichterzeitung(σελ. 316-319).HDeutscheRichterzeitung(DRiZ), αποτελεί ένα από τα εγκυρότερα γερμανικά νομικά περιοδικά διαβάζεται τακτικά από περίπου 20.000 γερμανούς συναδέλφους. Εκτός όμως από τους συναδέλφους, διαβάζεται από πάρα πολλούς δικηγόρους, φοιτητές κλπ. Στους συνδρομητές της συγκαταλέγονται όλες οι μεγάλες γερμανικές τράπεζες, βιομηχανίες και άλλοι οικονομικοί παράγοντες. Η γερμανική Ένωση δικαστών, (DeutscherRichterbund), μετρά ήδη 100 χρόνια ζωής (!), αποτελεί όργανο μεγάλου κύρους. Ενδεικτικά, έχει καθιερώσει βραβείο ανθρωπίνων δικαιωμάτων το οποίο απονέμεται σε νομικό (δικηγόρο-δικαστή) με ανάλογες περγαμηνές και δράση. Η επιλογή του προσώπου γίνεται από τους Γερμανούς Συναδέλφους, και η απονομή από τον εκάστοτε Πρόεδρο της Γερμανίας.

«…με στάση εχθρική προς τους δικαστές…» *

Του Dr.Sebastian Wussler, Εισαγγελέα στην Εισαγγελία του Freiburg

*Σημ.: Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος Οκτωβρίου 2012, της εφημερίδας των Γερμανών Δικαστών (DeutscheRichterzeitungσελ. 316-319).HDeutscheRichterzeitung(DRiZ), αποτελεί ένα από τα εγκυρότερα γερμανικά νομικά περιοδικά διαβάζεται τακτικά από περίπου 20.000 γερμανούς συναδέλφους. Εκτός όμως από τους συναδέλφους, διαβάζεται από πάρα πολλούς δικηγόρους, φοιτητές κλπ. Στους συνδρομητές της συγκαταλέγονται όλες οι μεγάλες γερμανικές τράπεζες, βιομηχανίες και άλλοι οικονομικοί παράγοντες. Η γερμανική Ένωση δικαστών, (DeutscherRichterbund), μετρά ήδη 100 χρόνια ζωής (!), αποτελεί όργανο μεγάλου κύρους. Ενδεικτικά, έχει καθιερώσει βραβείο ανθρωπίνων δικαιωμάτων το οποίο απονέμεται σε νομικό (δικηγόρο-δικαστή) με ανάλογες περγαμηνές και δράση. Η επιλογή του προσώπου γίνεται από τους Γερμανούς Συναδέλφους, και η απονομή από τον εκάστοτε Πρόεδρο της Γερμανίας.

Ένα χρόνο πριν, δεν περνούσε ούτε μέρα στα Γερμανικά ΜΜΕ, χωρίς ειδήσεις από την ελληνική κρίση χρέους. Στο μεταξύ τα ΜΜΕ έχουν ησυχάσει λίγο. Όμως όπως και πριν, έτσι και τώρα η κρίση καθορίζει την καθημερινότητα των Ελλήνων καθώς και των Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων.

Ο Δημήτριος Ζιγκόλης, Εισαγγελικός Λειτουργός στην Εισαγγελία του Πρωτοδικείου Ροδόπης μας πληροφορεί για τις υπηρεσιακές και προσωπικές συνέπειες της κρίσης για τους συναδέλφους του και για τον ίδιο προσωπικά.

Ο Δημήτριος Ζιγκόλης υπηρετεί στην Ελληνική Δικαιοσύνη από τον Νοέμβριο του 2003. Είναι τοποθετημένος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ροδόπης και βοηθά την Προϊσταμένη της Εισαγγελίας του, στην εποπτεία του Καταστήματος Κράτησης Κομοτηνής. Όπως μας λέει «το πάθος για δικαιοσύνη και ο σκοπός να παραδώσω στα παιδιά μου μια καλύτερη κοινωνία, με οδήγησαν στον εισαγγελικό κλάδο». Ο Δ. Ζιγκόλης έχει σπουδάσει νομική στα Πανεπιστήμια του Μάιντς στη Γερμανία και στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Με ευχαρίστηση θυμάται τον καιρό που ζούσε στην Γερμανία. Όπως μας λέει «η Γερμανία είναι μία ωραία χώρα». Μέσω του διαδικτύου και των “Live-Streams” παρακολουθεί τα τεκταινόμενα στη Γερμανία. Έτσι δεν του ξέφυγαν τα όσα ανέφεραν τα γερμανικά Μ.Μ.Ε. για την ελληνική κρίση. Έτσι έχει καταρχήν κατανόηση σε ότι αφορά τα κριτικά σχόλια των γερμανικών εφημερίδων, καθώς και την κάπως επιφανειακή θεώρηση κάποιων πραγμάτων. Πάντως αφορμή στάθηκε το τηλεοπτικό ρεπορτάζ μίας πασίγνωστης ενημερωτικής εκπομπής, η οποία έκανε λόγο για «απεργούντες Έλληνες Δικαστές». Έτσι ο Δημήτρης Ζιγκόλης άδραξε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με την Γερμανική Ένωση Δικαστών, προκειμένου να πληροφορήσει τους Γερμανούς συναδέλφους του και να ζητήσει από αυτούς την κατανόηση και την υποστήριξή τους.

Μειώσεις αποδοχών έως και 60%

Όπως όλοι οι Έλληνες, έτσι και ο Δημήτρης Ζιγκόλης και οι συνάδελφοί του έχουν ως σημείο αναφοράς, την εποχή πριν και μετά την κρίση, δηλαδή αυτό το περίπλοκο οικονομικό κοινωνικό και πολιτικό μόρφωμα που συνταράσσει τα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας και κάνει τους πολιτικούς άλλα και την οικονομία μίας ολόκληρης ηπείρου να κρατούν την αναπνοή τους. Αυτή η «αλλαγή εποχής» γίνεται περισσότερο αντιληπτή στην μισθολογική εξέλιξη των Δικαστών και Εισαγγελέων. «Πριν τη κρίση, οι καθαρές αποδοχές του Παρέδρου ήταν στα 1.800 ευρώ, ενός νέου πρωτοδίκη στα 2.800 ευρώ και ενός εφέτη στις 4.200 ευρώ περίπου. Οι πρώτες περικοπές των αποδοχών των Δικαστών αποφασίσθηκαν από την Ελληνική Βουλή το 2010. Τότε μειώθηκαν οι μισθοί των Δικαστών σε ποσοστό 10% περίπου ενώ παράλληλα καταργήθηκαν τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Ακολούθησαν και άλλες μειώσεις αποδοχών. Όμως το 2012 έλαβαν χώρα οι δραστικότερες περικοπές των αποδοχών των Δικαστών, σε ποσοστό 24 έως και 30%. Και τούτο παρά τη δέσμευση της Κυβέρνησης της Αθήνας και της Τρόικας ότι οι μειώσεις στο μισθολόγιο των δικαστών θα ανερχόταν σε ποσοστό 12% μεσοσταθμικά. «Από την αρχή της κρίσης έως σήμερα, οι αποδοχές μας έχουν μειωθεί σε ποσοστό 60% συνολικά» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Ζιγκόλης και συμπληρώνει, χωρίς να δείχνει καμία κατανόηση «ότι οι βουλευτικές αποζημιώσεις και οι αποδοχές άλλων πολιτειακών παραγόντων δεν μειώθηκαν ούτε κατά 10%». Η Κυβέρνηση χαρακτήρισε τους έλληνες δικαστές «προνομιούχο ελίτ του ελληνικού δημοσίου» και έτσι δικαιολόγησε κατά κάποιον τρόπο την δυσμενέστερη μεταχείρισή τους.

Πάντως ο Δημήτρης Ζιγκόλης και οι συνάδελφοί του δεν αισθάνονται καθόλου προνομιούχοι. Και τούτο διότι η άσκηση του δικαστικού λειτουργήματος στην Ελλάδα, συνεπάγεται υψηλότατο φόρτο εργασίας, ατελείωτη εργασία στο σπίτι και σχέση με την ιδιωτική οικονομία ένα σχετικά σταθερό μισθολόγιο- όπως και πριν από την κρίση. Ο συνάδελφος Δ. Ζιγκόλης μας αναφέρει και άλλες επιβαρύνσεις που συνεπάγεται το δικαστικό λειτούργημα: «οι έλληνες δικαστές και εισαγγελείς χρηματοδοτούν με δικά τους χρήματα την πρόσβαση σε τράπεζες νομικών πληροφοριών και την δημιουργία βιβλιοθήκης, ακόμα και τις υπηρεσιακές τους μετακινήσεις. «Σε ορισμένες περιπτώσεις πληρώνουμε από την τσέπη μας και το χαρτί που απαιτείται στην υπηρεσία, ποσό που μπορεί να φτάσει και τα 200 ευρώ το μήνα» μας αναφέρει χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τον Ελληνικό Οργανισμό Δικαστηρίων, οι Έλληνες Δικαστές και Εισαγγελείς, με εξαίρεση τα μεγάλα αστικά κέντρα, δεν μπορούν να υπηρετήσουν στο τόπο καταγωγής τους. «Έτσι οι μεταθέσεις από τόπο σε τόπο γίνονται ο κανόνας» μας λέει ο Δημήτρης Ζιγκόλης, ο οποίος έχει μετατεθεί ο ίδιος πέντε φορές από τότε που διορίσθηκε, στο Λασίθι, στη Σάμο, στην Ξάνθη, στο Ηράκλειο, τη Λάρισα και την Κομοτηνή . Τα έξοδα των παραπάνω μετακινήσεων τα υπολογίζει ο ίδιος στο ποσό των 25.000 ευρώ. Ο Δημήτρης Ζιγκόλης μας πληροφορεί επίσης ότι «τέτοιες μεταθέσεις και μετακινήσεις αποφασίζονται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, χωρίς προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου. Ενδεχόμενες προσφυγές κατά αυτών των αποφάσεων είναι συνήθως μάταιες». Οι διαρκείς μεταθέσεις και υπηρεσιακές μετακινήσεις, έχουν ως αποτέλεσμα την σταδιακή απώλεια της επαφής με το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον του εκάστοτε δικαστικού λειτουργού, και είναι δύσκολο να δημιουργήσει κάποιος μια νέα βάση ζωής σε ένα νέο τόπο υπηρεσίας.

«Απεργία» των δικαστών και εισαγγελέων

«Ενόψει της κακής οικονομικής κατάστασης της Χώρας, οι περισσότεροι συνάδελφοι έδειξαν κατανόηση στα πρώτα μέτρα λιτότητας» μας λέει ο κ. Δημήτριος Ζιγκόλης. Στις μισθολογικές περικοπές των ετών 2010 και 2011, οι έλληνες δικαστές, μέσω της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, απάντησαν με έγγραφες διαμαρτυρίες. Μάταια προσπάθησαν οι Έλληνες Δικαστές και Εισαγγελείς να αποφύγουν τις μισθολογικές περικοπές με την πρόταση ισοδύναμων μέτρων. «Η Κυβέρνηση εντελώς αναίτια, επέλεξε την αντιπαράθεση με τους Δικαστές» μας λέει ο Δημήτρης Ζιγκόλης. Στην απεργία που ακολούθησε, όπου για 5 ώρες διακόπτονταν οι συνεδριάσεις καθημερινά, υπήρξε συμμετοχή πάνω από 90%. «Αν και η απεργία των Δικαστών απαγορεύεται, η αγανάκτηση των συναδέλφων ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Αναλάβαμε το ρίσκο μαζικών πειθαρχικών μέτρων και διώξεων. Αισθανόμασταν όμως ότι η συντεταγμένη Πολιτεία μας εγκατέλειπε κυριολεκτικά στην τύχη μας» μας αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Ζιγκόλης. Κατά των μέτρων λιτότητας, σχεδόν όλοι οι έλληνες δικαστές έχουν προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια. Το περίφημο «3οΜνημόνιο» έχει προσβληθεί με ένδικο βοήθημα στο αρμόδιο ανώτατο διοικητικό δικαστήριο.

Κατάργηση οργανικών θέσεων στην επαρχία

Εν τω μεταξύ, η Ελληνική Κυβέρνηση αποφάσισε την κατάργηση οργανικών θέσεων των δικαστών, κυρίως σε Δικαστήρια της επαρχίας. Έτσι πολλοί δικαστές και εισαγγελείς θα αναγκασθούν παρά την θέλησή τους να μετακινηθούν στα μεγάλα αστικά κέντρα. Με αφορμή τις περικοπές στα Σωφρονιστικά καταστήματα, ο Δημήτρης Ζιγκόλης εκφράζει φόβους για περισσότερες επιβαρύνσεις. Όπως μας λέει «το κατάστημα κράτησης στην Κομοτηνή έχει χωρητικότητα για 250 περίπου κρατούμενους, φιλοξενεί όμως πάνω από 400. Πριν από την κρίση στην κοντινή περιφέρεια των Σερρών, κατασκευάσθηκε ένα νέο κατάστημα κράτησης χωρητικότητας 400 περίπου κρατουμένων. Λόγω των περικοπών, καταργήθηκαν τα 2/3 των εκεί προβλεπόμενων οργανικών θέσεων. Έτσι το νέο Κατάστημα Κράτησης μπορεί να φιλοξενήσει μόνο 120 κρατουμένους, αφού από τα τρία κτήρια του καταστήματος, τα δύο είναι άδεια».

Θυμός, ανασφάλεια και απογοήτευση…

Οι Έλληνες δικαστές βιώνουν καθημερινά τις επιπτώσεις της κρίσης για τους Έλληνες. Πολλά από τα αίτια της κρίσης διερευνώνται ήδη από τα ελληνικά δικαστήρια και τις εισαγγελίες. Ο Δημήτρης Ζιγκόλης μας πληροφορεί για την εξαίρετη δουλειά που κάνουν οι Εισαγγελείς Εφετών Αθηνών, Γρηγόριος Πεπόνης και Ανδρέας Μουζακίτης. Από τις έρευνές τους έχουν ανακαλυφθεί πολλές περιπτώσεις συστηματικής φοροδιαφυγής, κατασπατάλησης δημοσίου χρήματος καθώς και παράτυπης χρηματοδότησης των κομμάτων. «Παρόλα αυτά οι συνάδελφοι αυτοί δέχονται επιθέσεις από τον τύπο» μας λέει ο Δημήτρης Ζιγκόλης. «Στον ελληνικό λαό κυριαρχούν αισθήματα θυμού, ανασφάλειας και αγανάκτησης. Πολλοί θεωρούν ότι η πολιτεία τους εγκαταλείπει στο έλεος του Θεού» λέει ο Δημήτρης Ζιγκόλης. Όπως μας λέει, οι Έλληνες δικαστές βιώνουν καθημερινά τις επιπτώσεις της κρίσης στον ελληνικό πληθυσμό. Ο αριθμών των κλοπών και των ληστειών έχει αυξηθεί κατά 80%. Ο αριθμός των υποθέσεων που αφορούν πτωχεύσεις ή εξυγιάνσεις έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Άνοδο έχουν παρουσιάσει και τα κρούσματα βίας ιδίως της ενδοοικογενειακής, όπως και οι υποθέσεις που αφορούν υπερχρεωμένα νοικοκυριά οι οποίες έχουν κατακλύσει τα ειρηνοδικεία. Η κρίση έχει επηρεάσει τους συναδέλφους και σε προσωπικό επίπεδο. Ο Δημήτρης Ζιγκόλης, μας λέει ότι ξέρει την περίπτωση διαζευγμένου συναδέλφου του, στον οποίο λόγω της πληρωμής διατροφής για τα παιδιά του, δεν του απομένουν ίσως ούτε τα προς το ζην.

Παρόλο που οι περιστάσεις, είναι δύσκολες, ο Δημήτρης Ζιγκόλης και οι συνάδελφοί του, δεν παραβλέπουν και τις θετικές διαστάσεις του λειτουργήματός τους. «Είναι για μένα σημαντικό, να μπορώ να διαβεβαιώσω τους συμπολίτες μου ότι στην Ελλάδα απονέμεται ακόμη δικαιοσύνη», μας λέει.

Θα αποφάσιζε σήμερα ο Δημήτρης Ζιγκόλης να ξαναγίνει εισαγγελέας; «Μάλλον ναι» μας λέει.

Συνέντευξη με την Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου

Η Ελληνική Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων υπάρχει από το 1958 και αριθμεί 2775 μέλη. Η Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτις, είναι πρόεδρος της Ένωσης από το 2012 και μας πληροφορεί για τον τρόπο με τον οποίο η Ένωση επιδιώκει την ικανοποίηση των παγίων αιτημάτων των ελλήνων δικαστών καθώς και των ζητημάτων που έχουν ως αφορμή την οικονομική κρίση.

– Ποια είναι τα αιτήματά σας προς την Ελληνική Κυβέρνηση σχετικά με την πολιτική της στον τομέα της Δικαιοσύνης;

Τα βασικά μας αιτήματα αφορούν: πρώτον την βελτίωση των αποδοχών των δικαστών, οι οποίες στο πλαίσιο των μέτρων λιτότητας έχουν περικοπεί σε ποσοστό 60%. Αυτές οι ιδιαίτερα υψηλές περικοπές των αποδοχών μας σε σχέση με το υψηλό κόστος ζωής στην Ελλάδα, καθιστούν πρακτικά αδύνατη την αξιοπρεπή διαβίωση των ελλήνων δικαστών και εισαγγελέων και θέτουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία τους. Δεύτερον: οι κενές οργανικές θέσεις στο χώρο της δικαιοσύνης δημιουργούν φόρτο εργασίας για τους έλληνες δικαστές και εισαγγελείς και κατ’ επέκταση σε καθυστέρηση ως προς την απονομή της δικαιοσύνης. Τρίτον, η έλλειψη υλικοτεχνικής υποδομής. Πολλά δικαστήρια, ιδιαίτερα στην επαρχία δεν έχουν καν σύνδεση στο διαδίκτυο.

-Ενόψει των μέτρων λιτότητας, τα οποία αφορούν και την Ελληνική Δικαιοσύνη, πως προβάλλετε τα αιτήματά των Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων στους καθ’ ύλην αρμόδιους πολιτικούς παράγοντες;

Είχαμε προτείνει στην Κυβέρνηση, οι οποίες μειώσεις των αποδοχών μας να μην υπερβαίνουν ένα ανεκτότερο όριο και μέτρο. Η Κυβέρνηση απέρριψε τις προτάσεις μας. Έτσι οι αποδοχές μειώθηκαν σε ποσοστό 60% περίπου. Ήταν οι πλέον δραστικές περικοπές μισθών σε όλο τον δημόσιο τομέα. Η στάση της Κυβέρνησης προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις των δικαστών. Επανειλημμένα εκφράσαμε, εγγράφως, τις διαμαρτυρίες μας. Πραγματοποιήσαμε κινητοποιήσεις, με την διακοπή των συνεδριάσεων των δικαστηρίων για ορισμένες ώρες κάθε ημέρα. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι διαμαρτυρίες μας δεν εισακούσθηκαν. Τον Νοέμβριο του 2012, η Βουλή ψήφισε τελικά το τρίτο πακέτο μέτρων λιτότητας και μαζί τις σε ακραίο βαθμό περικοπές των αποδοχών μας. Έτσι οι καθαρές αποδοχές ενός πρωτοδιόριστου δικαστή, ανέρχονται στα 1300 ευρώ.

– Έχετε την εντύπωση ότι τα αιτήματά σας λαμβάνονται υπόψη στα σοβαρά;

Οι έντονες διαμαρτυρίες μας, έχουν θορυβήσει την Κυβέρνηση. Όπως πάντα δεν έχει δείξει καμία θετική διάθεση.

– Πως είναι το κλίμα στα Δικαστήρια και στις Εισαγγελίες;

Οι έλληνες Δικαστές και Εισαγγελείς είναι απογοητευμένοι από την μεταχείριση την οποία τους επιφύλαξε η Κυβέρνηση. Επικρατεί αγανάκτηση. Επικρατεί η άποψη ότι η Κυβέρνηση έχει μία στάση εχθρική προς τους δικαστές. Το κλίμα στη δικαιοσύνη είναι τεταμένο.

– Πως επιδρούν οι μειώσεις των αποδοχών και τα άλλα μέτρα λιτότητας στο ηθικό των συναδέλφων σας;

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι οι εξαιρετικά υψηλές περικοπές των αποδοχών των Δικαστών επιδρούν αρνητικά στο ηθικό τους και στην ετοιμότητά τους εν γένει. Πέρα από αυτό, οι περικοπές αυτές επιδρούν αρνητικά σε νομικούς με υψηλά προσόντα να εισέλθουν στο δικαστικό σώμα. Ενόψει του γεγονότος ότι στην Ελλάδα, οι Δικαστές και οι Εισαγγελείς μετατίθενται συχνά από πόλη σε πόλη, και τα έξοδα αυτά δεν τους καταβάλλονται, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος ζωής, γίνεται αντιληπτό ότι καθίσταται δυσχερής η αξιοπρεπής διαβίωση για τους έλληνες δικαστές με αποτέλεσμα να πλήττεται η ανεξαρτησία τους

– Εάν σκεφθείτε την κατάσταση της ελληνικής δικαιοσύνης μετά από τρία χρόνια, ποιες είναι οι προσδοκίες και οι φόβοι σας;

Όλοι οι Έλληνες θέλουμε και ελπίζουμε ότι η Ελλάδα θα ξεπεράσει την οικονομική κρίση και ότι επιτέλους θα επανέλθει η οικονομία σε ρυθμούς ανάπτυξης. Ξέρουμε ότι το 2013 θα είναι για μας ένα δύσκολο έτος. Η ανεργία και η ύφεση αυξάνονται, ενώ μειώνονται τα φορολογικά έσοδα. Σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, θα συμβάλλουν και οι έλληνες δικαστές και εισαγγελείς προκειμένου να εισέλθει η Χώρα σε ρυθμούς ανάπτυξης. Εάν η Κυβέρνηση δεν επιτύχει τις απαιτούμενες βελτιώσεις, τότε τα πράγματα για την Ελληνική Δικαιοσύνη θα είναι σοβαρά.

Η Ελληνική Δικαιοσύνη σε αριθμούς

4000 δικαστές και Εισαγγελείς.

Στην Ελλάδα υπάρχουν 63 Πρωτοδικεία και Εισαγγελίες Πρωτοδικών. 18 περίπου Εφετεία και ο Άρειος Πάγος ως ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο. Στα Εφετεία αλλά και στον Άρειο Πάγο υπάρχουν και οι αντίστοιχες Εισαγγελίες. Υπηρετούν περίπου 4000 δικαστές και περίπου 1000 εισαγγελείς. Στα τακτικά δικαστήρια στα οποία υπάγονται και εργατικές διαφορές (σημείωση δική μου: πουθενά αλλού στην Ευρώπη δεν συμβαίνει αυτό).Υπάρχουν και διοικητικά δικαστήρια, στην κορυφή των οποίων βρίσκεται το Συμβούλιο της Επικρατείας. Συνταγματικό Δικαστήριο δεν υφίσταται. Για την συνταγματικότητα των νόμων αποφαίνονται τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων. Εάν ο Άρειος Πάγος και το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφανθούν διαφορετικά για την συνταγματικότητα ενός νόμου, τότε αποφαίνεται ένα «Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο» (σημείωση δική μου: άλλη μία ελληνική παγκόσμια πρωτοτυπία).

Ανέλιξη στο δικαστικό αξίωμα

Μετά από την περάτωση των νομικών σπουδών, κάθε έλληνας πολίτης μπορεί να συμμετέχει σε διαδικασία επιλογής που προκηρύσσεται συνήθως τον Ιούνιο κάθε έτους από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Μετά από επιτυχή συμμετοχή στις εξετάσεις (αντιστοιχεί στην πρώτη κρατική εξέταση της Γερμανίας), ακολουθεί δωδεκάμηνη περίπου θεωρητική εκπαίδευση στην Εθνική Σχολή Δικαστών με εξιτήριες εξετάσεις. Ακολουθεί πρακτική εκπαίδευση περίπου έξι μηνών στα Δικαστήρια ή αντιστοίχως στις Εισαγγελίες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και μετά από επιτυχή συμμετοχή ακολουθεί ο διορισμός του υποψηφίου ως παρέδρου πρωτοδικείου ή εισαγγελίας.

Μισθολόγιο σύμφωνα με την «αρχή της αποζημίωσης»

Σύμφωνα με το άρθρο 88 παρ. 2 του ελληνικού Συντάγματος, το μισθολόγιο των ελλήνων δικαστικών λειτουργών έχει μάλλον χαρακτήρα αποζημίωσης και δεν ακολουθείται, όπως στην Γερμανία η αρχή της διατροφής. Οι αποδοχές πρέπει να είναι ανάλογες με το δικαστικό λειτούργημα. Μαζί με το βασικό μισθό, οι έλληνες δικαστές λαμβάνουν και μία «ειδική αποζημίωση» ύψους περίπου 480 ευρώ για την δημιουργία και την συντήρηση της βιβλιοθήκης. Το ύψος των αποδοχών βρίσκεται σε συνάρτηση με τον βαθμό του εκάστοτε δικαστικού λειτουργού καθώς και με την αρχαιότητά του. Οικογενειακή παροχή δεν προβλέπεται. Έξοδα νοσηλείας και ασθένειας καταβάλλονται από το Κράτος. Οι Έλληνες Δικαστές και Εισαγγελείς εργάζονται και είναι διαθέσιμοι για την υπηρεσία επί 24ώρου βάσεως. Τυπικά έχουν δικαίωμα άδειας 30 ημερών κάθε χρόνο. Υπάρχουν βέβαια και οι δικαστικές διακοπές. Αποχωρούν από την υπηρεσία στο 65ο έτος της ηλικίας τους (εφόσον έχουν και το βαθμό του εφέτη) ή στο 67ο έτος της ηλικίας τους εφόσον κατέχουν βαθμό ανώτερο από αυτόν του Εφέτη.

Κομοτηνή, 18-12-2013

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Δημήτριος Ζιγκόλης

Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Ροδόπης

Συνέντευξη της Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στο περιοδικό Συνήγορος ( τεύχος Μαΐου- Ιουνίου 2013)

Συνέντευξη της Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στο περιοδικό Συνήγορος ( τεύχος Μαΐου- Ιουνίου 2013)

Κατεβάστε το συνημμένο αρχείο.

Συνέντευξη της Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Βασιλικής Θάνου Χριστοφίλου στο περιοδικό Crash

Συνέντευξη της Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Βασιλικής Θάνου Χριστοφίλου στο περιοδικό Crash

Κατεβάστε το συνημμένο αρχείο.

Συνέντευξη της Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στην Εφημερίδα Καθημερινή της Κυριακής της 24ης – 2 – 2013

Συνέντευξη της Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στην Εφημερίδα Καθημερινή της Κυριακής της 24ης – 2 – 2013

Κατεβάστε το συνημμένο αρχείο.

Άρθρο της Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων στην εφημερίδα “Τα Νέα” της 3ης – 12 – 2012

Εφημερίδα «Τα Νέα» 3-12-2012

Δικαστική ανεξαρτησία
Η θεσμική διάσταση που έχει αποκτήσει το ύψος των αποδοχών των δικαστών
Της Βασιλικής Θάνου – Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτη
Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Για ποιον λόγο οι δικαστές συνεχίζουν τις κινητοποιήσεις τους; Γιατί, παρά τα όσα προβλέπει το άρθρο 23 του Συντάγματος, που απαγορεύει κάθε είδους απεργιακή κινητοποίηση από τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης, η συνδικαλιστική ηγεσία των δικαστών εκτιμά ότι δεν παραβιάζεται η νομιμότητα; Το άρθρο της προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, για «ΤΑ ΝΕΑ», συνοψίζει τις θέσεις των δικαστών.

Οι κινητοποιήσεις των δικαστικών λειτουργών ξεκίνησαν, αφού πρώτα εξαντλήθηκε κάθε περιθώριο διαπραγμάτευσης, με τους εκπροσώπους της εκτελεστικής εξουσίας προς τους οποίους καταστήσαμε σαφές κατ’ επανάληψη ότι οι δικαστές δεν αρνούμαστε να συμβάλλουμε, αλλά ότι αντιδρούμε στο υπερβολικό ύψος των νέων μειώσεων, οι οποίες, συνυπολογιζομένου και του ποσοστού της προηγούμενης μείωσης των αποδοχών μας (38%), φτάνει πλέον το υπερβολικό συνολικό ποσοστό πάνω από το 50%.
Η κυβέρνηση επέδειξε άκαμπτη αδιαλλαξία και αδιαφόρησε για το ότι, με τους χειρισμούς της αυτούς, όχι μόνο παραβιάζει το Σύνταγμα, το οποίο προστατεύει το Μισθολόγιο των Δικαστών, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία τους (άρθρο 87 και 88) και το οποίο καθορίζει τη διάκριση των εξουσιών καθώς και την ισοτιμία των τριών εξουσιών (νομοθετική – εκτελεστική – δικαστική), άρθρο 26, αλλά αδιαφόρησε, επίσης, για το ότι, με τις τόσο υψηλές μειώσεις των αποδοχών των δικαστών, καθίσταται πλέον προβληματική η άσκηση των καθηκόντων τους. Και τούτο διότι όλες τις αναγκαίες δαπάνες, για την άσκηση των καθηκόντων τους, τις οποίες μέχρι τώρα κάλυπταν με δικά τους έξοδα και όχι με έξοδα της υπηρεσίας τους, όπως συμβαίνει με άλλους κρατικούς λειτουργούς (π.χ. με βουλευτές), θα είναι πλέον αντικειμενικά αδύνατον να εξακολουθήσουν να καλύπτουν οι ίδιοι.
Αδιαφόρησε, επίσης, για το ότι το λειτούργημα του δικαστή, πέραν της μεγάλης ευθύνης και του μεγάλου φόρτου εργασίας που προϋποθέτει (ο δικαστής είναι ο μόνος κρατικός λειτουργός ο οποίος εργάζεται καθημερινά, ακόμα και τις εορτές και τις αργίες, επί δέκα ώρες, σε όλους τους βαθμούς, ακόμα και στον ανώτατο βαθμό), ενέχει και ιδιαίτερη επικινδυνότητα, λόγω των υποθέσεων τις οποίες χειρίζεται (οργανωμένο έγκλημα, τρομοκρατία κ.λπ.).
Αδιαφόρησε ακόμα για το ότι μέσα στους τελευταίους δύο μήνες έγιναν δύο βομβιστικές επιθέσεις κατά δικαστών.

Τίθεται συνεπώς εύλογα το ερώτημα: η κυβέρνηση αδιαφορεί για την ομαλή λειτουργία της Δικαιοσύνης; Αυτήν την εντύπωση έδωσε με τους μέχρι τώρα εχθρικούς χειρισμούς της κατά των δικαστών. Δημιουργήθηκε δικαιολογημένα η πεποίθηση ότι έχει ως στόχο την υποβάθμιση του θεσμού της Δικαιοσύνης και τον περιορισμό της ανεξαρτησίας των δικαστών.
Αυτός είναι και ο λόγος των έντονων αντιδράσεών τους. Το ζήτημα των αποδοχών των δικαστών σε ύψος ανάλογο με το λειτούργημά τους είναι ζήτημα πρωτίστως θεσμικό.
Σε όσους προβάλλουν το επιχείρημα ότι οι δικαστές, με τις κινητοποιήσεις τους, και συγκεκριμένα με τις διακοπές συνεδριάσεων, παραβιάζουν το Σύνταγμα, απαντώ ως εξής:
Ο συνταγματικός νομοθέτης, ο οποίος προέβλεψε στο άρθρο 23 ότι απαγορεύεται η απεργία υπό οιανδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς, ασφαλώς θεωρούσε ως αυτονόητη προϋπόθεση ότι και οι λοιπές εξουσίες του κράτους θα τηρούν από τη δική τους πλευρά τις υποχρεώσεις τους, τις οποίες προβλέπει το Σύνταγμα, ακριβώς προς προστασία των δικαστικών λειτουργών. Με δεδομένο όμως, ότι το κράτος με τις επιβληθείσες υπερβολικού ύψους μειώσεις των αποδοχών των δικαστών (μη αναγκαίες και μη ανάλογες), παραβιάζει αυτό πρώτο τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις (26, 87, 88) και θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία των δικαστών, είναι σαφές ότι δεν μπορεί να τίθεται θέμα παραβίασης του Συντάγματος από τους τελευταίους, οι οποίοι, αντιθέτως, έχουν υποχρέωση να υπερασπιστούν το κύρος και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, με όποιο μέσον αντίδρασης θεωρούν ως πλέον πρόσφορο.
Ακόμα και με το έσχατο μέσο των διακοπών συνεδριάσεων, το οποίο δεν έχει αντισυνταγματικό χαρακτήρα, αφού κατατείνει στην προάσπιση των άρθρων 87 και 88 του Συντάγματος και κατ’ ακολουθία στην προστασία της δικαστικής ανεξαρτησίας.

Συνέντευξη Τύπου 30 Οκτωβρίου 2012 Ομιλία της Προέδρου της Ένωσης Δικαστών & Εισαγγελέων

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΝΩΣΕΩΝ ΣΤΙΣ 30 Οκτωβρίου 2012

Πραγματοποιήθηκε σήμερα στην αίθουσα εκδηλώσεων του Εφετείου Αθηνών Συνέντευξη Τύπου των Προέδρων όλων των Δικαστικών Ενώσεων δηλαδή της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων,της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών Συμβουλίου Επικρατείας, της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Ένωσης Μελών Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Τον λόγο έλαβαν όλοι οι Πρόεδροι οι οποίοι ενημέρωσαν τους παριστάμενους δημοσιογράφους όλων των ΜΜΕ για την κρισιμότητα της κατάστασης της Δικαιοσύνης.

Ομιλία της Προέδρου της Ένωσης Δικαστών & Εισαγγελέων
Βασιλικής Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτη

Βρισκόμαστε λίγες ημέρες ή ίσως και λίγες ώρες πριν από την ανακοίνωση των οριστικών αποφάσεων για τα νέα οικονομικά μέτρα και την άμεση, στη συνέχεια, ψήφισή τους από το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Ο ελληνικός λαός, ο οποίος ουδεμία ευθύνη φέρει για την δημοσιονομική κακοδιαχείριση, που είχε ως αποτέλεσμα την μεγάλη οικονομική κρίση, επιβαρύνεται εξακολουθητικά με την επιβολή μέτρων λιτότητας Τα μέτρα αυτά επιβάλλονται κατά τρόπο κοινωνικά άνισο, διότι επιβάλλονται συνεχώς στις ίδιες κατηγορίες του πληθυσμού, δηλαδή σε βάρος των εργαζομένων στο Δημόσιο και Ιδιωτικό Τομέα (εν ενεργεία & συνταξιούχους), οι οποίοι, πέραν του ότι είναι οι οικονομικά ασθενέστεροι, είναι και απόλυτα συνεπείς στις φορολογικές τους υποχρεώσεις, αφού, όπως είναι γνωστό, ο φόρος που τους αναλογεί παρακρατείται εκ των προτέρων από τον μισθό τους. Αντίθετα, μέχρι τώρα, δεν έχουν ενεργοποιηθεί αποτελεσματικά, από τον κρατικό μηχανισμό οι αντίστοιχες διαδικασίες και έτσι, όσοι διαφεύγουν την φορολόγηση,δεν κατέστη δυνατόν να ελεγχθούν και να φορολογηθούν, ενώ εάν αυτό είχε επιτευχθεί, δεν θα ήταν αναγκαίες οι νέες μειώσεις των μισθών και συντάξεων, μειώσεις, οι οποίες, αναμφίβολα οδηγούν την οικονομία σε μεγαλύτερη ύφεση.
Εμείς οι Δικαστικοί Λειτουργοί, είμαστε ο κλάδος εκείνος των Κρατικών Λειτουργών οι οποίοι έχουμε μέχρι τώρασυνεισφέρει για τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας μας, με το μεγαλύτερο ποσοστό περικοπών του Μισθολογίου μας (38%), χωρίς να αντιδράσουμε, ακριβώς διότι, παρότι δεν έχουμε καμία ευθύνη για τη δημιουργία της οικονομικής κρίσης, συναισθανόμεθα την κρισιμότητα της κατάστασης στη χώρα μας. Είμαστε οι μόνοι Κρατικοί Λειτουργοί, σε ολόκληρο το Δημόσιο Τομέα, που έχουμε υποστεί εδώ και 2 χρόνια πλήρη κατάργηση των δώρων (13ου και 14ου μισθού), και ολοκληρωτικό πάγωμα των χρονοεπιδομάτων και ωριμάνσεων. Επί πλέον, είμαστε οι μόνοιΚρατικοί Λειτουργοί, που έχουμε ρητή κατοχύρωση των αποδοχών μας από το Σύνταγμα (άρθρ. 88§2), το οποίο ορίζει ότι οι αποδοχές των Δικαστικών Λειτουργών είναι ανάλογες με το Λειτούργημά τους, δηλαδή ανάλογες με το κύρος και τις ευθύνες του Λειτουργήματός τους, ώστε να τους εξασφαλίσει η Πολιτεία αξιοπρεπή διαβίωση και να μην είναι ευάλωτοι σε τυχόν πιέσεις ή παρεμβάσεις, να θωρακίζεται δηλαδή, έτσι η ανεξαρτησία τους και η αμεροληψία τους.
Οι Δικαστικοί Λειτουργοί είναι ισότιμοι με τους Λειτουργούς των άλλων δυο εξουσιών (Νομοθετικής και Εκτελεστικής). Εν τούτοις, είναι οι μόνοι εκ των Λειτουργών των τριών Λειτουργιών, οι οποίοι δεν απολαμβάνουν τα προνόμια και τις οικονομικές παροχές των άλλων δύο, αλλά αντίθετα καταβάλλουν οι ίδιοι, με δικά τους έξοδα, όλες τις δαπάνες που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων τους (διατήρηση ιδιαίτερου χώρου γραφείου και βιβλιοθήκης στην κατοικία τους, όπου είναι υποχρεωμένοι να εργάζονται καθημερινά και τις νυχτερινές ώρες, καθώς και τις αργίες και εορτές, για να διεκπεραιώσουν τις υποθέσεις, που χρεώνονται, δαπάνη αναλωσίμων και γραφικής ύλης, δαπάνη διαμονής και μετακίνησης, κατά τις μεταθέσεις και αποσπάσεις τους, σε πόλεις άλλες, εκτός της οικογενειακής τους στέγης). Ενώ, αντίθετα, είναι γνωστό ότι όλες οι αντίστοιχες δαπάνες, των Βουλευτών καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της Βουλής (επιχορήγηση κάλυψης εξόδων διαμονής 1000 € μηνιαίως, δικαίωμα χρηματοδοτικής μίσθωσης -leasing- αυτοκινήτου, μέχρι τα 1200 € μηνιαίως, έξοδα κίνησης από 400 έως 800 € μηνιαίως, ανάλογα με την απόσταση της περιφέρειάς τους, έξοδα διατήρησης γραφείου, δαπάνη για σταθερά τηλέφωνα, μέχρι 800 €μηνιαίως και κινητού τηλεφώνου μέχρι 200 €, συγκοινωνιακές ατέλειες κ.λ.π.)
Οι Δικαστικοί Λειτουργοί είμαστε οι μόνοι Κρατικοί Λειτουργοί, στους οποίους απαγορεύεται (και ορθώς) από το Σύνταγμα, να ασκήσουν οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα και επομένως, οι εκ του Λειτουργήματός μας αποδοχές είναι τομόνο εισόδημα μας.
Οι Δικαστικοί Λειτουργοί είμαστε και οι μόνοι Κρατικοί Λειτουργοί, οι οποίοι είμαστε υποχρεωμένοι, λόγω του μεγάλου φόρτου εργασίας (σε ποσότητα και βαρύτητα υποθέσεων) να εργαζόμαστε όλοι από τον πρώτο βαθμό μέχρι και τον ανώτατο, καθημερινά, επί πολλές ώρες (άνω των 12) και χωρίς ωράριο, ακόμα και τις αργίες και εορτές.
Kαι αντίστοιχα, η Ελληνική Κυβέρνηση είναι η μόνη Κυβέρνηση εκ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επιμένει, με άκαμπτη αδιαλλαξία, μη σεβόμενη την εκ του Συντάγματος επιβεβλημένη υποχρέωσή της για προστασία του θεσμού της Δικαιοσύνης, να προχωρήσει σε νέες, τόσο υψηλού ποσοστού μειώσεις, του Συνταγματικά κατοχυρωμένου Μισθολογίου των Δικαστών, ώστε όχι μόνον οι αποδοχές τους παύουν να είναι ανάλογες με το Λειτούργημά τους, αλλά είναι βέβαιο ότι καθίσταται πλέον προβληματική έως αδύνατη η προαναφερθείσα κάλυψη, με δικά τους έξοδα, των δαπανών, των απαραίτητων για την άσκηση των καθηκόντων τους. Σε όσες χώρες έχουν επιβληθεί μέτρα λιτότητας, οι μισθοί των Δικαστών είτε δεν έχουν μειωθεί (όπως Γαλλία, Ισπανία, Βέλγιο, Ουγγαρία), είτε έχουν μειωθεί σε λογικά ποσοστά (Πορτογαλία από 15% στον πρώτο βαθμό έως 22% στον ανώτατο βαθμό, Ιρλανδία από 16% στον πρώτο βαθμό έως 23% στον ανώτατο βαθμό),ενώ είναι γνωστό ότι το Ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο, με πρόσφατη απόφασή του (223/2012), έκρινε αντισυνταγματική τη διάταξη νόμου που επέβαλε μειώσεις στους μισθούς των Δικαστών, με την αιτιολογία ότι ασκούν ιδιαίτερα καθήκοντα. Όπως, επίσης, είναι γνωστό ότι η Ελλάδα έχει πολύ υψηλό κόστος ζωής, σε σχέση με τις περισσότερες από τις Ευρωπαϊκές χώρες. Σε όλες τις χώρες αυτές υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ του ακαθαρίστου εθνικού μισθού σε σχέση με αυτόν των Δικαστών. Ενώ, τέλος, σε ορισμένες χώρες ενισχύονται οι μισθοί και ο θεσμικός ρόλος των Δικαστών, ώστε να καταπολεμηθεί η διαφθορά δια του δικαστικού συστήματος (Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Εσθονία, Γεωργία, Ρουμανία, Σλοβακία).
Όταν οι Δικαστές είναι οικονομικά ενδεείς, όπως ασφαλώς θα καταστούν μετά τις νέες μειώσεις του Μισθολογίου τους, αφού οι νεοδιοριζόμενοι Δικαστές θα έχουν καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.200 €, αντί να ασχολούνται απερίσπαστοι με το δύσκολο έργο τους, υποχρεωτικά θα απασχολούνται και με την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης τους, οπότε είναι φυσικό και λογικό επακόλουθο και η απόδοσή τους (ποιοτική και ποσοτική) να περιορίζεται και η ανεξαρτησία τους να τίθεται σε κίνδυνο, διότι θα είναι πλέον ευάλωτοι σε πιέσεις και παρεμβάσεις.
Τονίζουμε και πάλι αυτό που δηλώσαμε, κατ’ επανάληψη προς την Κυβέρνηση ότι δηλαδή, κατανοούντες την κρισιμότητα της κατάστασης, δεν ζητούμε εξαίρεση από τις νέες περικοπές, παρότι, όπως προαναφέρθηκε, έχουμε ήδη υποστεί το μεγαλύτερο ποσοστό περικοπών (38%) και παρότι το Μισθολόγιό μας προστατεύεται από το Σύνταγμα. Οι σχεδιαζόμενες, όμως, νέες μειώσεις, οι οποίες για τους Δικαστές είναι και πάλι στο υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρο τον Δημόσιο Τομέα (24% κατά μέσον όρο) και φθάνουν έτσι σε συνολικό ποσοστό μείωσης άνω του 60%, δηλαδή σεσυνολικό ποσοστό μείωσης υπερβολικό, παράλογο και μη ανεκτό είναι αυτό που προκαλεί την οργή και αγανάκτηση των Δικαστών και έχει δημιουργήσει τις δικαιολογημένα έντονες αντιδράσεις τους. Δημιουργείται δικαιολογημένα η εντύπωση ότι ασκείται μία επιθετική πολιτική κατά των Δικαστών, με στόχο τον περιορισμό της ανεξαρτησίας τους και το πλήγμα του κύρους της Δικαιοσύνης.
Ο συνολικός αριθμός των Δικαστικών Λειτουργών στην Ελλάδα (Δικαστές και Εισαγγελείς) είμαστε 4.000. Το όφελος, τοέσοδο του Ελληνικού Δημοσίου, που θα προκύψει από τις νέες, υπερβολικές μειώσεις του Μισθολογίου τους, είναιμηδαμινό, ενώ αντίθετα οι Δικαστές, με την άσκηση του Λειτουργήματός τους, πέραν της εξασφάλισης της κοινωνικής ειρήνης και της διασφάλισης της ομαλότητας του Δημοκρατικού Πολιτεύματος, συμβάλλουν και στην ταχύτητα εισπράξεως πολλαπλασίων δημοσίων εσόδων (από ποινές, πρόστιμα, παράβολα, δικαστικά ένσημα, είσπραξη φόρων κλπ).
Καλούμε την Κυβέρνηση, έστω και τώρα την έσχατη ώρα, να αποδείξει εμπράκτως (και όχι με λόγια) τον σεβασμό της στο Σύνταγμα και στον θεσμό της Δικαιοσύνης και το ενδιαφέρον της για την ανεξαρτησία των Δικαστών.
Καλούμε την Κυβέρνηση να υποχωρήσει σε μία λογική λύση, ώστε να επανέλθει η ομαλότητα στον ευαίσθητο χώρο της Δικαιοσύνης.