Όψεις ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης –
Η περίπτωση του αυτοπεριορισμού
Του Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη Έδεσσας

Τον τελευταίο καιρό πύκνωσαν τα περιστατικά συστηματικής στοχοποίησης των δικαστικών αποφάσεων και της δικαστικής εξουσίας εν συνόλω από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, το ηθικό ανάστημα των οποίων και το πολιτικό ταμπεραμέντο φαίνονται να ασφυκτιούν από την νομιμότητα. Τα αναφυόμενα προβλήματα στην εφαρμογή της διάκρισης των εξουσιών, που τολμώ να πω ότι δεν είναι πρωτοφανή, αλλά παρουσιάζονται διαχρονικά στην ένταση και το ύφος που επιτρέπει η εκάστοτε εποχή,  αναδεικνύουν τις ίδιες τις γενεσιουργούς αιτίες της διάκρισης των εξουσιών. Η ρευστή φύση της εξουσίας, που έχει πάντα την τάση να καταλαμβάνει αυτοβούλως όσο χώρο της επιτραπεί, γέννησε κάποτε την ιδέα της θέσμισης εσωτερικών περιορισμών, αντίληψη η οποία αφού εν τέλει – όχι ανεμπόδιστα – επικράτησε, αποτυπώθηκε συνταγματικά και οδήγησε στη μορφή λειτουργίας του Κράτους, που γνωρίζουμε σήμερα. Όμως η τρισυπόστατη μορφή που έλαβε η κρατική λειτουργία, δεν μπορεί ή τουλάχιστον δεν κατάφερε να αναιρέσει, ούτε να τιθασεύσει επαρκώς την κοινωνική φύση της εξουσίας. Το οικοδόμημά της διάκρισης των εξουσιών αποτέλεσε ένα σαφή, στέρεο και αναγκαίο περιορισμό στην άσκησή της και ως γνωστόν οι περιορισμοί προκαλούν δυσαρέσκεια σε εκείνους τους οποίους αφορούν. Από τις παραπάνω διαπιστώσεις δεν εκφεύγει καμία από τρεις κρατικές λειτουργίες, που διαχρονικά εξέφραζαν εκατέρωθεν παράπονα για τους περιορισμούς και τα προσκόμματα που έθετε η μία στην άλλη. Το φαινόμενο αυτό είναι υπαρκτό, όπου ισχύει η διάκριση των εξουσιών και ως ένα βαθμό είναι και θεμιτό και αναμενόμενο. Ειδικότερα στη χώρα μας, όμως η εκτελεστική εξουσία ανέκαθεν και συστηματικά προσέγγισε την αναγκαιότητα διαφύλαξης της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης με καιροσκοπισμό, επιφανειακότητα και χωρίς να μπορεί να δει τη «μεγάλη εικόνα» των ωφελειών από ένα στέρεο και χωρίς αστερίσκους ανεξάρτητο σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Συχνά δε δεν διστάζει να την περιγράφει ως οικοδόμημα καμωμένο από τα ίδια υλικά, που έχτισαν κατά καιρούς τους παρωχημένους μηχανισμούς επιβολής της δικής της εξουσίας. Δείχνει να θέλει να καθρεφτίσει στο πρόσωπο της δικαστικής εξουσίας, την ασχήμια των δικών της αποτυχιών, να την τραβήξει προς τα κάτω, ώστε να δικαιώσει δια της κοινής αποτυχίας, διαχρονικά εσφαλμένες επιλογές με κοινωνικό αντίκτυπο. Και θα ήταν υπερφίαλο εκ μέρους της δικαστικής εξουσίας να προοικονομεί την αποτυχία μιας τέτοιας αποστολής, επενδύοντας μόνο στη δύναμη του υψηλού φρονήματος των δικαστών, καθώς η φύση της δομής του συστήματος της διάκρισης των λειτουργιών, έχει προικίσει την εκτελεστική εξουσία με κατάλληλα εργαλεία για να μπορεί να καταφέρει στις λοιπές ισχυρά πλήγματα. Μέσα στα πλαίσια αυτά, η de facto ενίσχυση της διακριτότητας των ρόλων των λειτουργιών, αναγορεύεται σε μητέρα των μαχών για τους ίδιους τους δικαστές, στη διαρκή πάλη για την διατήρηση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Η δικαστική εξουσία, έχοντας ως στέρεο μπούσουλα του βίου και της πολιτείας της, συνταγματικά και νομοθετικά κείμενα, οφείλει – και στη συντριπτική της πλειοψηφία το έχει κατορθώσει  – να ενσωματώσει στο κοινωνικό της DNA τον αυτοπεριορισμό. Ανεξάρτητη και ακηδεμόνευτη δικαιοσύνη, είναι εκείνη που δε χρωστάει την ύπαρξή της παρά στους αγώνες των λαών που την καθιέρωσαν στους οποίους και λογοδοτεί με την αιτιολογία των αποφάσεών της. Είναι εκείνη, που κατανοεί την φυσική τάση των λοιπών εξουσιών να μειώσουν την εμβέλειά της άλλοτε δια της απαξίωσης και άλλοτε δια της ενσωμάτωσης. Είναι εκείνη, που γαλουχεί τους λειτουργούς της να αντιλαμβάνονται τον πεπερασμένο χαρακτήρα της άσκησής της. Είναι εκείνη τέλος, που δικαιώνει τον πολυετή κόπο του ωραίου και ταραχώδη βίου της, με τη διακριτική αποχώρηση από το προσκήνιο στο προβλεπόμενο χρόνο. Γιατί σε αυτό διαφέρει θεσμικά η δικαστική εξουσία από τις άλλες στο σύστημά μας. Η αδιάλειπτη και απρόσκοπτη σταθερότητα στην άσκηση της δικαστικής εξουσίας, που κατοχυρώνεται με την ισοβιότητα των δικαστών, έχει – και πρέπει να έχει – ως θεσμικό αντίβαρο, το τίμημα της ολοκλήρωσής της στα χρονικά όρια που προσδιορίζει το Σύνταγμα. Καμία παράταση δεν είναι αναγκαία, ούτε θεμιτή, ενώ το φαινόμενο που περιορισμένα – πλην όμως εμβληματικά – παρατηρείται, να καταλαμβάνουν δηλαδή αποχωρήσαντες δικαστικοί λειτουργοί θέσεις άσκησης άλλης εξουσίας, υπονομεύει την αξιοπιστία όλου του σώματος, κλείνει το μάτι στους φαιδρότερους επικριτές του και συμβάλει στην ηθική αποκαθήλωσή του από την καρδιά του πολίτη. Η εξουσία μπορεί να είναι από τη φύση της ρευστή, στη διάκριση των λειτουργιών όμως δεν πρέπει να επιτρέψουμε να ισχύσει η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων.

 

Δήλωση των ΠΑΡΙΣΙΩΝ για την Δικαιοσύνη που ανθίσταται – Εκ μέρους της Ελλάδας συμμετείχε ο Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου

THE PARIS DECLARATION On resilient justice

The Members of the European Network of Councils for the Judiciary gathered in PARIS between 7th and 9th June 2017 HEREBY DECLARE that:

  1. There is a strong need for resilient justice systems which can withstand external pressure whilst at the same time having the ability to adjust to the changing needs of society.
  2. The outcomes of ENCJ´s activities and developments across Europe show that these are challenging times for justice systems throughout Europe and, specifically, the judiciaries which operate within those systems. Respect for fair and impartial courts, as the key components of an independent judiciary, is being challenged in a number of countries. The Judiciaries will have to stand together to emphasise the role and position of the Judiciary. Councils for the Judiciary have a pivotal role in this regard.
  3. The application of the ENCJ Independence and Accountability indicators show that there is still room for improvement in this field. The perspective of court users is largely lacking, whilst the perception of corruption persists. Funding of the judiciary is generally not well arranged, and judiciaries are dependent on discretionary decisions by governments. Court management is still often in the hands – directly or indirectly – of Ministries of Justice. On a more positive note, judges are generally positive about their independence and in nearly all countries trust in the judiciary is higher than trust in the other state powers.
  4. The 2016/2017 ENCJ survey among  judges shows that, on average, judges rated their own independence as being 8.9 out of 10 and the independence of judges generally in their own country as being 8.3. The survey also revealed a number of other important issues. These included: a perception by judges across Europe that judges have been appointed and/or promoted on grounds other than on capacity and experience; a perception that judicial independence is not adequately respected by other state institutions; a perception that judges are under pressure from a media which similarly does not respect their independence; and, finally, a perception on the part of substantial number of judges that their Council lacks appropriate mechanisms and procedures to defend judicial independence effectively.
  5. The ENCJ considers that it is important that Councils for the Judiciary should take action to address the issues which have been identified in order to strengthen and maintain the Rule of Law, in particular by providing support for judicial independence, accountability and the quality of the judiciary. They will strive to ensure the maintenance of an open and transparent system of justice for the benefit of all.
  6. First, it is essential that judiciaries have appropriate structures of governance in the form of Councils for the Judiciary.
  7. Second, Councils for the Judiciary should support any judiciary which is under attack and do all they can to persuade the executive and legislature to support the action which they are taking in this regard.
  8. Third, in any democratic state it is essential that there is a proper and informed understanding of the respective roles and responsibilities of each of the branches of the state and the need for them to work together in an effective and mutually respectful manner.
  9. Fourth, Councils for the Judiciary should encourage the promotion of high quality performance of all aspects of the work of the judiciary.
  10. Fifth, the judiciary should take action to ensure that the general public understands the central importance of justice to democracy and to the wellbeing and prosperity of the state. This can be achieved by education and outreach initiatives.
  11. Sixth, the judiciary should adopt a focused communication strategy to engage pro-actively with the media and the public.
  12. Two other important matters must be mentioned.

– In December 2016, the ENCJ suspended the observer status of the Turkish High Council for Judges and Prosecutors for non-compliance with European Standards and the ENCJ Statutes that require that institutions are independent of the executive and legislature and ensure the final responsibility for the support of the judiciary in the independent delivery of justice. Since then no positive change has been reported. The ENCJ wishes to express its solidarity with the dismissed judges and prosecutors of Turkey and calls for a speedy open, fair and impartial judicial process for the detained judges and prosecutors.

– The developments and planned judicial reform in Poland continue to raise serious concern as they could seriously endanger the separation of powers which is vital to the maintenance of the Rule of Law. The ENCJ reiterates that a key requirement for maintaining and enhancing mutual trust between judicial authorities in the EU, as a basis for mutual recognition, is the independence, quality and efficiency of each of the judicial systems and respect in every state for the Rule of Law. In the circumstances, the European Network of Councils for the Judiciary CALLS upon the EUROPEAN INSTITUTIONS and MEMBER STATES to guarantee judicial independence in accordance with the Rule of Law, and, furthermore, CALLS upon Councils for the Judiciary and Judges at all times to be resilient in the face of the challenges which face them.

Adopted in Paris, 9 June 2017

——————————————————————————————————————–

Δήλωση των ΠΑΡΙΣΙΩΝ για την Δικαιοσύνη που ανθίσταται  

Τα μέλη του Δικτύου των Ευρωπαϊκών Δικαστικών Συμβουλίων (ENCJ) που συνήλθαν στο Παρίσι μεταξύ 7ης και 9ης Ιουνίου 2017 με την παρούσα δηλώνουν ότι:

  1. Υπάρχει ισχυρή ανάγκη για ανθεκτικά δικαστικά συστήματα που να μπορούν να ανθίστανται στις εξωτερικές πιέσεις, και ταυτόχρονα να προσαρμόζονται στις  μεταβαλλόμενες ανάγκες της κοινωνίας.
  2. Τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων του ENCJ και των εξελίξεων σε ολόκληρη την Ευρώπη δείχνουν ότι αυτοί είναι καιροί προκλήσεων για τα συστήματα απονομής της Δικαιοσύνης σε όλη την Ευρώπη και, συγκεκριμένα, για τους δικαστές που λειτουργούν μέσα σε αυτά τα συστήματα. Ο σεβασμός για δίκαια και αμερόληπτα δικαστήρια, ως το βασικό συστατικό της ανεξάρτητης δικαστικής εξουσίας, αμφισβητείται σε ορισμένες χώρες. Οι δικαστές θα πρέπει να είναι ενωμένοι προκειμένου να τονιστεί ο ρόλος και η θέση του δικαστικού σώματος. Τα Δικαστικά Συμβούλια έχουν καίριο λόγο εν προκειμένω.
  3. Η εφαρμογή των δεικτών του ENCJ για την ανεξαρτησία και τη λογοδοσία  δείχνουν ότι υπάρχει ακόμα περιθώριο βελτίωσης σε αυτούς τους τομείς. Η οπτική των χρηστών των δικαστηρίων  είναι σχεδόν ανύπαρκτη, ενώ παραμένει η αντίληψη περί διαφθοράς. Η ρύθμιση της χρηματοδότησης του δικαστικού συστήματος γενικά δεν είναι ικανοποιητική, και οι δικαστές εξαρτώνται από αποφάσεις που είναι στη διακριτική ευχέρεια των κυβερνήσεων. Η διαχείριση των Δικαστηρίων είναι ακόμα συχνά στα χέρια – άμεσα ή έμμεσα – των Υπουργείων Δικαιοσύνης. Ενθαρρυντικό είναι όμως το γεγονός ότι είναι γενικά θετική η αποτίμηση των δικαστών και ότι σε όλα σχεδόν τα κράτη η εμπιστοσύνη στο δικαστικό σύστημα είναι υψηλότερη από την εμπιστοσύνη στις άλλες κρατικές εξουσίες.
  4. Το 2016/2017 η έρευνα του ENCJ μεταξύ των δικαστών δείχνει ότι, κατά μέσο όρο, δικαστές βαθμολόγησαν την προσωπική τους ανεξαρτησία με 8,9 στην κλίμακα του 10 και την ανεξαρτησία των δικαστών γενικά στη χώρα τους με 8,3. Η έρευνα αποκάλυψε επίσης μια σειρά από άλλα σημαντικά ζητήματα. Αυτά περιλάμβαναν: την αντίληψη εκ μέρους των δικαστών σε ολόκληρη την Ευρώπη ότι ορισμένοι δικαστές διορίστηκαν ή/και προήχθησαν με ξένα  κριτήρια πέραν της ικανότητας και της εμπειρίας· την αντίληψη ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν γίνεται επαρκώς σεβαστή από τα άλλα θεσμικά όργανα του κράτους· την αντίληψη ότι οι δικαστές είναι υπό πίεση από κάποιο ΜΜΕ που ομοίως δεν σέβεται την ανεξαρτησία τους· και, τέλος, την αντίληψη εκ μέρους σημαντικού αριθμού δικαστών ότι το Δικαστικό τους Συμβούλιο στερείται κατάλληλων μηχανισμών και διαδικασιών για να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την δικαστική ανεξαρτησία.
  5.  Το ENCJ θεωρεί σημαντικό τα δικαστικά συμβούλια να αναλάβουν δράση για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που έχουν εντοπιστεί με σκοπό την ενίσχυση και διαφύλαξη του κράτους δικαίου, και ειδικότερα παρέχοντας υποστήριξη για την δικαστική ανεξαρτησία, τη λογοδοσία και την ποιότητα της δικαιοσύνης. Θα πρέπει να επιδιώξουν τη διατήρηση ενός ανοικτού και διαφανούς συστήματος δικαιοσύνης προς όφελος όλων.
  6. Κατ’ αρχάς, είναι σημαντικό η δικαστική εξουσία να έχει κατάλληλες δομές διακυβέρνησης με τη μορφή Δικαστικών Συμβουλίων.
  7. Δεύτερον, τα Δικαστικά Συμβούλια πρέπει να υποστηρίζουν οποιονδήποτε δικαστικό λειτουργό δέχεται επίθεση και να κάνουν ό, τι μπορούν για να πείσουν την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία να στηρίξουν τις δράσεις  που αναλαμβάνουν στο θέμα αυτό.
  8. Τρίτον, σε κάθε δημοκρατικό κράτος είναι σημαντικό να υπάρχει σωστή και τεκμηριωμένη κατανόηση των αντίστοιχων ρόλων και ευθυνών καθεμιάς από τις εξουσίες του κράτους και της ανάγκης αποτελεσματικής μεταξύ τους συνεργασίας βάσει αμοιβαίου σεβασμού.
  9. Τέταρτον, τα δικαστικά συμβούλια θα πρέπει να ενθαρρύνουν την προώθηση επιδόσεων υψηλής ποιότητας σε όλες τις πτυχές του έργου της Δικαιοσύνης.
  10. Πέμπτον, η δικαστική εξουσία θα πρέπει να αναλάβει δράση για να εξασφαλιστεί ότι το κοινό αντιλαμβάνεται την κεντρική σημασία της Δικαιοσύνης για τη Δημοκρατία και την  ευημερία του κράτους. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από πρωτοβουλίες εκπαίδευσης και προβολής.  
  11. Έκτον, οι δικαστές θα πρέπει να υιοθετήσουν στρατηγική εστιασμένη στην επικοινωνία ώστε να διατηρούν ενεργό διάλογο με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το κοινό.
  12. Δύο άλλα σημαντικά θέματα πρέπει να αναφερθούν:

-Τον Δεκέμβριο του 2016, το ENCJ ανέστειλε το καθεστώς παρατηρητή του τουρκικού Ανώτατου Συμβουλίου Δικαστών και Εισαγγελέων (HSYK) λόγω μη συμμόρφωσης προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα και το καταστατικό του ENCJ που απαιτούν τα θεσμικά όργανα της Δικαιοσύνης να είναι ανεξάρτητα από την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία και να διασφαλίζουν την τελική ευθύνη για την υποστήριξη του δικαστικού σώματος στην ανεξάρτητη απονομή της δικαιοσύνης. Από τότε δεν έχει προκύψει κάποια θετική αλλαγή. Το ENCJ επιθυμεί να εκφράσει την αλληλεγγύη του με τους δικαστές και εισαγγελείς της Τουρκίας που απολύθηκαν και κάνει έκκληση για μια ταχεία ανοιχτή, δίκαιη και αμερόληπτη δικαστική διαδικασία για τους κρατούμενους δικαστές και εισαγγελείς.

-Οι εξελίξεις και οι σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις του δικαστικού συστήματος στην Πολωνία συνεχίζουν να εγείρουν σοβαρές ανησυχίες, καθώς θα μπορούσαν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο τη διάκριση των εξουσιών, η οποία είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Το ENCJ επαναλαμβάνει ότι βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση και την ενίσχυση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των δικαστικών αρχών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως βάση για την αμοιβαία αναγνώριση, είναι η ανεξαρτησία, η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα των δικαστικών συστημάτων και ο σεβασμός του κράτους δικαίου σε κάθε κράτος. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Ευρωπαϊκό Δίκτυο των Δικαστικών Συμβουλίων καλεί τα θεσμικά Ευρωπαϊκά όργανα και τα κράτη-μέλη να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης σύμφωνα με τις αρχές του κράτους δικαίου, και, επιπλέον, καλεί τα Δικαστικά Συμβούλια και τους δικαστές ανά πάσα στιγμή να προβάλουν αντίσταση στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν.

Εγκρίθηκε στο Παρίσι, στις 9 Ιουνίου 2017

Άρθρο του Αναπληρωτή Γενικού Γραμματέα της ΕΔΕ στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 16ης-7-2017 «Τα πραγματικά προβλήματα της Δικαιοσύνης»

 

* Ο κ. Δημήτριος Φούκας είναι πρόεδρος Πρωτοδικών – ειδικός ανακριτής Διαφθοράς (νόμος 4022 του 2011).

Την ώρα που ο δημόσιος διάλογος κατακλύζεται από τοποθετήσεις εκπροσώπων της εκτελεστικής εξουσίας που ψέγουν δικαστικές αποφάσεις και ενέργειες δικαστικών λειτουργών, προκαλώντας ευλόγως την αντίδραση Δικαστικών Ενώσεων, με πρωτοβουλία της Επιτροπής Νομοθετικής Μεταρρύθμισης του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, ανατέθηκε στο Εθνικό Κέντρο Πολιτειακών Δικαστηρίων των ΗΠΑ η εκπόνηση μελέτης σχετικά με την αποτελεσματικότητα του ελληνικού δικαστικού συστήματος. Η προσφάτως δημοσιευθείσα έκθεση του ως άνω ερευνητικού φορέα επιχειρεί με τρόπο αντικειμενικό και απαθή, αφενός να περιγράψει την υπάρχουσα κατάσταση στο ελληνικό δικαστικό σύστημα και ιδίως τα προβληματικά σημεία του, αφετέρου να διαγνώσει τις αιτίες και να προτείνει λύσεις.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το σημαντικότερο πρόβλημα που εντοπίσθηκε είναι αυτό που συνήθως αποκαλούμε «καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης» και οι δυσμενείς συνέπειές της στον κοινωνικό και οικονομικό βίο, ιδίως δε στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Ωστόσο, οι συντάκτες της έκθεσης προβαίνουν και σε καταγραφή των πλεονεκτημάτων του ελληνικού δικαστικού συστήματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το υψηλό επίπεδο της νομικής κατάρτισης των δικαστικών λειτουργών και του παραγόμενου έργου. Ιδιαίτερης εξέτασης έτυχε το ζήτημα της ενδεχόμενης ύπαρξης φαινομένων διαφθοράς στο ελληνικό δικαστικό σύστημα, επί του οποίου οι συντάκτες της έκθεσης διατύπωσαν το συμπέρασμα ότι τέτοιες υπόνοιες μπορεί να εγερθούν λόγω του μακρού χρόνου που απαιτείται για την επίλυση μιας υπόθεσης.

Τα προβλήματα και τα προτερήματα που εντοπίζονται από την ανωτέρω μελέτη ήταν γνωστά, όπως είναι επίσης γνωστό ότι όμοια προβλήματα καθυστερήσεων έχουν εμφανισθεί και σε άλλες έννομες τάξεις. Η συσσώρευση των υποθέσεων και η συνεχής εισαγωγή νέων σε ένα σύστημα το οποίο έχει ήδη υπερβεί τις δυνατότητές του δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν παρά μόνο με την εισαγωγή νέων θεσμών, όπως ο προδικαστικός έλεγχος των ασκούμενων ενδίκων βοηθημάτων και η υποχρεωτική δικαστική διαμεσολάβηση. Με τον τρόπο αυτόν θα αποφεύγεται η εισαγωγή στο ακροατήριο υποθέσεων που πάσχουν είτε ως προς το παραδεκτό είτε ως προς τη νομική βασιμότητα (προδικαστικός έλεγχος), ενώ κατηγορίες υποθέσεων, ιδίως οικονομικού αντικειμένου, των οποίων η νομική βασιμότητα έχει κριθεί νομολογιακά, αναμένεται να επιλύονται κατά τη διαδικασία της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης.

Παράλληλα, θα πρέπει να επιδιωχθεί η απλοποίηση των διαδικασιών σε κατηγορίες υποθέσεων και η ορθολογική κατανομή του προσωπικού, σύμφωνα με τα πληθυσμιακά δεδομένα. Η εφαρμογή αυτών των διαδικασιών στα δικαστήρια του α΄ βαθμού δικαιοδοσίας, όπου κυρίως εντοπίζεται το πρόβλημα της μεγάλης καθυστέρησης μεταξύ της κατάθεσης του εισαγωγικού δικογράφου και της εκδίκασης της υπόθεσης, αναμένεται να επιφέρει ανάλογα αποτελέσματα και στα ανώτερα δικαστήρια, καθώς όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των υποθέσεων που διευθετούνται κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, αντιστοίχως μικρότερος θα είναι ο αριθμός των ασκουμένων ενδίκων μέσων.

Η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων ήδη επεξεργάζεται ολοκληρωμένη πρόταση για τη διαδικασία της υποχρεωτικής δικαστικής διαμεσολάβησης, η οποία σε σύντομο χρόνο θα τεθεί υπ’ όψιν όλων. Ελπίζουμε η πρωτοβουλία αυτή να είναι ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης του φαινομένου των καθυστερήσεων στην απονομή της Δικαιοσύνης.

 

Ζητήματα παραγραφής της αξίωσης του πολιτικώς ενάγοντος

Χαράλαμπος Θ. Σεβαστίδης

Πρόεδρος Πρωτοδικών, Μέλος της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής Σύνταξης νέου ΚΠΔ

Αποθήκευση αρχείου (PDF, 304KB)

 

Η άσκηση ανταίτησης στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μετά τις τροποποιήσεις του ν. 4335/2015

Αποθήκευση αρχείου (PDF, 349KB)

Τα όρια ηλικίας των δικαστών : Με αφορμή την διοικητική ολομέλεια του Αρείου Πάγου

Αποθήκευση αρχείου (PDF, 713KB)

Άρθρο του ομ. Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου, Αντώνιου Μανιτάκη, για τα όρια συνταξιοδότησης των δικαστικών λειτουργών

ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΑΛΗΘΙΝΟ

Η πρόταση της Προέδρου του Αρείου Πάγου για παράταση του ηλικιακού  ορίου αποχώρησης των ανώτατων δικαστών από το σώμα, και η ταυτόχρονη σύγκληση της Διοικητικής Ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου της πολιτικής δικαιοσύνης, εκπλήσσει τους νομικούς και προκαλεί την  κοινή γνώμη. Όχι μόνον από άποψη σκοπιμότητας, που είναι ανεξερεύνητη, αλλά κυρίως από την άποψη της συνταγματικής νομιμότητας, που είναι απίστευτη.

Και είναι απίστευτη, διότι προκαλείται από την Πρόεδρο ενός ανώτατου δικαστηρίου, που είναι ταγμένο να προβαίνει σε έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, όταν δικάζει, και να διατυπώνει γνώμη πάνω σε θέματα, βασικά οργάνωσης του δικαστικού σώματος και των δικαστηρίων, ή όταν η κυβέρνηση σχεδιάζει νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την Δικαιοσύνη. Μόνο που εδώ – και αυτό είναι το παράδοξο- συνέρχεται, ξαφνικά και αναπάντεχα, η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για ένα θέμα που αφορά μεν τους δικαστές  για ένα ζήτημα συνταγματικής πολιτικής, αγνοώντας όμως προκλητικά τη βούληση της νομοθετικής εξουσίας, των αρμόδιων θεσμικών παραγόντων και την γνώμη των ειδικών.  

Και είναι απίστευτη, επί πλέον, η πρόταση, διότι προτείνει κάτι που είναι  αντίθετο εξόφθαλμα σε ρητή και σαφή διάταξη του Συντάγματος, που ορίζει απερίφραστα, στο άρθρο 88 παρ. 5Σ ότι οι δικαστικοί λειτουργοί αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν είτε το 65ο (για τους κατώτερους δικαστές) είτε το 67ο της ηλικίας (για τους ανώτερους). Η διάταξη είναι τόσο σαφής, όσο πιό σαφής δεν γίνεται, τόσο ώστε δεν επιδέχεται καν ερμηνεία.  

Αλλά και αν ακόμη, παρόλα αυτά, επιχειρούσαμε να την ερμηνεύσουμε και αφήναμε στην άκρη την γραμματική, και εφαρμόζαμε  άλλες ερμηνευτικές μεθόδους, πάλι στο ίδιο συμπέρασμα θα καταλήγαμε.

Η ιστορική π.χ. ερμηνεία, η αναζήτηση, δηλαδή, της βούλησης του συντακτικού νομοθέτη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της Βουλής,  δεν αφήνει ούτε αυτή περιθώρια για διαφορετική ερμηνεία. Το ζήτημα του ορίου ηλικίας είχε απασχολήσει διεξοδικά την Ε΄Αναθεωρητική Βουλή του 1975, τόσο στις Επιτροπές όσο και στην Ολομέλεια της Βουλής (Βλέπε, Πρακτικά των συνεδριάσεων των υποεπιτροπών της αναθεώρησης του Συντάγματος, Βουλή των Ελλήνων, 1975, σ. 203-2304 και Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Αναθεωρητικής Βουλής, σ. 603, 624-637). Στο σχέδιο   Συντάγματος που είχε καταθέσει η Κοινοβουλευτική Επιτροπή είχε προβλεφθεί ως ανώτατο όριο το 70ό έτος της ηλικίας για τους ανώτατους δικαστικούς. Τελικά, στην Ολομέλεια και μετά από αντιδράσεις πολλών βουλευτών, τόσο της πλειοψηφίας όσο και της μειοψηφίας, που υποστήριζαν την ανάγκη της ηλικιακής ανανέωσης του δικαστικού σώματος, ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης Στεφανάκης πρότεινε ως συμβιβαστική λύση και ως ανώτατο όριο το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας.

Από τα πρακτικά της Αναθεωρητικής Βουλής προκύπτει, πάντως, αβίαστα ότι η όλη συζήτηση αφορούσε αποκλειστικά και μόνον τα ανώτατα όρια αποχώρησης των δικαστών από την ενεργό υπηρεσία και όχι βέβαια τα κατώτερα.

Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και αν επιχειρούσαμε να εφαρμόσουμε, καταχρηστικά και για τις ανάγκες  της συζήτησης, την συστηματική ή την τελεολογική ερμηνεία. Σκοπός της διάταξη είναι να εξασφαλιστεί η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της πείρας αλλά και της ανανέωσης του δικαστικού σώματος γι΄αυτό και για τους κατώτερους δικαστές μπήκε ως όριο αποχώρησης το 65ο έτος της ηλικίας. Κρίθηκε ότι τα όρια 65 και 67 επέτρεπαν την καλύτερη δυνατή ισορροπία μεταξύ βαθμολογικής εξέλιξης, ανανέωσης του σώματος με νεοεισερχομένους και αξιοποίησης της γνώσης και της εμπειρίας των παλαιοτέρων δικαστών.

Από το 1977, από τότε, δηλαδή, που άρχισε να ισχύει  το συγκεκριμένο ανώτατο όριο αποχώρησης των δικαστικών,  η σχετική διάταξη εφαρμόστηκε  αδιαλείπτως και αδιατάρακτα ως επιταγή συνταγματική που ορίζει το ανώτατο όριο και όχι το κατώτατο υποχρεωτικής αποχώρησης.

Μία ρητή συνταγματική διάταξη δεν είναι δυνατόν, πάντως,  να παρακαμφθεί με την επίκληση της αρχής της ισότητας, όπως αναφέρεται στην πρόσκληση της Ολομέλειας, επειδή πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις αναγνωρίζουν σε άλλους κλάδους λειτουργών όρια συνταξιοδότησης μεγαλύτερα των δικαστών. Δεν είναι δυνατόν να μπούν  στην ίδια πλάστιγγα προς σύγκριση ρυθμίσεις συνταγματικές ανώτερης ισχύος με ρυθμίσεις νομοθετικές, κατώτερης ισχύος, διότι ως γνωστόν lex superior derogat lex inferiori.

Και ένα τελευταίο  ερμηνευτικό επιχείρημα, όχι λιγότερο σημαντικό. Μπορεί να συναχθεί κατ΄ αναλογίαν από την σχετική διάταξη του Συντάγματος, που αφορά τους καθηγητές πανεπιστημίου, που είναι καταλυτικό για την αντίκρουση της πρότασης της Προέδρου του Αρείου Πάγου. Το άρθρο 16 παρ. 6  εδ. 3Σ προβλέπει ότι το ανώτατο όριο ηλικίας των καθηγητών Πανεπιστημίου ορίζεται με νόμο,  εωσότου, όμως, εκδοθεί ο νόμος οι καθηγητές αποχωρούν αυτοδικαίως μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους. Μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί ο προβλεπόμενος νόμος παρά τις φορτικές πιέσεις προς την πολιτική εξουσία, επί χρόνια, των υπό συνταξιοδότηση καθηγητών. Η νομοθετική εξουσία δεν ενέδωσε ούτε την περίοδο της κρίσης, όταν τα πανεπιστήμια είχαν κυριολεκτικά αποδεκατιστεί από προσωπικό και νέοι διορισμοί δεν γίνονται.

Μπροστά σε αυτήν την αναντίρρητη συνταγματική πραγματικότητα η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ενεργεί αγνοώντας προκλητικά το θεμελιώδη νόμο του κράτους και περιφρονώντας απροκάλυπτα την νομοθετική εξουσία.   

Και εύλογα διερωτάται κανείς, γιατί το κάνει; Ενεργεί από άγνοια ή πλημμελή γνώση του Συντάγματος; Δεν θέλω να το πιστέψω για μια ανώτατη λειτουργό της δικαιοσύνης. Ή μήπως από ταπεινά  προσωπικά κίνητρα και από ανομολόγητη ματαιοδοξία, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι; Αρνούμαι και αυτό να το δεχτώ, διότι είναι σαν να δέχομαι ότι ανώτατοι λειτουργοί  της δικαιοσύνης αδιαφορούν για την πλήρη καταρράκωση και τον ευτελισμό, που οδηγείται, τον τελευταίο καιρό, το τελευταίο οχυρό της Δημοκρατίας. Το μόνο που μας απέμεινε.

Δεν το δέχομαι, γιατί ξέρω ότι υπάρχουν δικαστές στην χώρα αυτή, που θα σηκώσουν, τελικά  το βάρος της ιστορικής ευθύνης που του αναλογεί.  

Την πολιτική όμως ευθύνη γι΄αυτή την ανεκδιήγητη συμπεριφορά της Προέδρου του Αρείου Πάγου την φέρει ακέραια η Κυβέρνηση και το Υπουργικό Συμβούλιο που την επέλεξαν, πριν δύο χρόνια, μεθοδεύοντας την επιλογή της μεταξύ τόσων  άλλων άξιων δικαστών.  Μόνο που τα επίχειρα των ατυχών επιλογών της κυβέρνησης  δεν τα πληρώνει μόνον η ίδια, αλλά και η χώρα.  

Αντώνης Μανιτάκης

Ομότιμος καθηγητής

Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΣΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

  ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΣΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ

        Της Βαρβάρας Πάπαρη,Εφέτη,Μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ


        Σύμφωνα με το άρθρο 683 ΚΠολΔ, τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται από τα μονομελή πρωτοδικεία (παρ. 1). Αν η κύρια υπόθεση υπάγεται στην καθ` ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων, τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται από αυτά (παρ. 2). Τα ειρηνοδικεία είναι αποκλειστικά αρμόδια και για τη συναινετική εγγραφή ή άρση προσημείωσης υποθήκης (παρ. 3). Τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται από το καθ` ύλην αρμόδιο δικαστήριο που βρίσκεται πλησιέστερα προς τον τόπο όπου πρόκειται να εκτελεστούν (παρ. 4). Εξάλλου, στο άρθρο 684 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν η κύρια υπόθεση είναι εκκρεμής σε πολυμελές δικαστήριο, τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται και από το δικαστήριο αυτό,ενώ το ίδιο ισχύει και όταν η διαφορά εκκρεμεί ενώπιον του εφετείου,οπότε το τελευταίο καθίσταται και αυτό αρμόδιο(ΕφΑθ 4007/2011 ΕλλΔνη 2012.510,ΕφΑθ 3962/2009 ΕλΔνη 2009.1449,Κεραμεύς/Πολυζωγόπουλος «Τα ασφαλιστικά μέτρα στην ελληνική πολιτική δικονομία»,εκδ.1987,σελ.254,Παρμ.Τζίφρας «Τα ασφαλιστικά μέτρα»,εκδ.1985,σελ.13-18). Επιπλέον, κατά το άρθρο 686 παρ. 5 εδ. β ΚΠολΔ, το πολυμελές πρωτοδικείο, δικάζει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μόνο κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το εφετείο, στο οποίο εκκρεμεί η κύρια υπόθεση, δικάζει επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων μόνο κατά τη συζήτηση της κύριας υποθέσεως, μη επιτρεπομένης της δημιουργίας αυτοτελούς στάσεως δίκης για τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων (ΕφΠατρ 779/2009 AχΝομ 2008. 410, ΕφΚρ 805/1991 Δ 24. 719, ΕφΑθ 733/1983 ΕλλΔνη 24. 1008, ΕφΛαρ 601/1983 ΝοΒ 1984. 693, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας ΕρμΚΠολΔ, τόμος II, άρθρο 684, παρ. 3, σελ. 1333,Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ άρθ.684,παρ.1,σελ.54,Δ.Κράνης «Εισήγηση σε ημερίδα που διοργάνωσε ο Δικηγορικός Σύλλογος Λάρισας στις 6.12.2012»,Κ. Μπέης «Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προς το δικαστήριο της κύριας δίκης μετά την απόρριψη της αρχικής» Δ 35 σ. 1112 ιδίως σ. 1119). Κατά μία άποψη, αν η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων φέρεται προς συζήτηση σε πολυμελές δικαστήριο πριν από τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης, που εκκρεμεί ενώπιον του, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή της με σκοπό να συνεκδικασθεί με την κύρια υπόθεση (ΠΠρΡοδ 94/2009, ΠΠρΡοδ 265/2006 ΤΝΠ Νόμος, Α. Σοφιαλίδη, Αρμ. 1983, 888, Βαθρακοκοίλη άρθρο 684, σελ. 58). Εφόσον, όμως, η κύρια υπόθεση δεν είναι ακόμη εκκρεμής ή έχει ήδη συζητηθεί, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων παραπέμπεται στο αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο ή ειρηνοδικείο (ΠΠρΑθ 23/1981 ΕλλΔνη 1982. 178). Εξάλλου, κατ` άλλη άποψη, η εισαγωγή της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων σε πολυμελές δικαστήριο, προκειμένου να συζητηθεί ανεξάρτητα από την κύρια υπόθεση, συνεπάγεται αδιακρίτως την απόρριψή της ως απαράδεκτης (ΕφΠατρ 779/2007 όπ. ανωτ.,ΕφΑθ 7251/1990 ΕΔΠολ 1991.126, ΕφΑθ 733/1983 όπ. αν., ΕφΛαρ 601/1983 όπ.α.,ΠΠρΣπαρτ.42/2015,ΠΠρΑθ 103/2014 ΤΝΠ Νόμος,ΠΠρΑιγ 2/2013 ΕλλΔνη 2014.563,ΠΠρΠειρ 2525/2007 ΕλλΔνη 2009.896, ΠΠρΠειρ 835/1989 Δ. 1989. 250, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας ΕρμΚΠολΔ, τόμος II, άρθρο 684 όπ. αν.).Το πολυμελές δικαστήριο (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο), στο οποίο εκκρεμεί κατά το άρθρ. 684 ΚΠολΔ αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να εκδώσει προσωρινή διαταγή ανεξάρτητα από τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης, μολονότι κατά το άρθρ. 686§5εδ.β ΚΠολΔ δεν μπορεί να συζητήσει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων χωριστά από την κύρια υπόθεση. Η προσωρινή διαταγή εκδίδεται από το πολυμελές δικαστήριο υπό πλήρη συγκρότηση, δηλαδή με τη συμμετοχή όλων των μελών της συγκεκριμένης σύνθεσής του, οπότε ο πρόεδρος του δικαστηρίου δεν νομιμοποιείται να ενεργήσει αυτοτελώς και να εκδώσει μόνος αυτός την προσωρινή διαταγή. Αναλόγως και το μονομελές πρωτοδικείο,αλλά και το μονομελές εφετείο, στα οποία, κατά το άρθρ. 17Α του ΚΠολΔ,που προστέθηκε με το άρθρ. 3§3 του ν. 3994/2011 και άρθρ.19 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ.2 του ν. 3994/2011, υπάγονται πλέον οι εφέσεις των ειρηνοδικείων και μονομελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους,αντίστοιχα και δεν μπορούν μεν ως δευτεροβάθμια δικαστήρια να δικάσουν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων παρά μόνο κατά τη συζήτηση της έφεσης για την κύρια υπόθεση, μπορούν, όμως και πριν από τη συζήτησή της να εκδώσουν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της προσωρινή διαταγή. Με δεδομένο εξ άλλου ότι κατά το άρθρ. 691Α §2 ΚΠολΔ η συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζεται μέσα σε τριάντα ημέρες από την έκδοση της προσωρινής διαταγής, πρέπει μέσα στην προθεσμία αυτή να είναι δυνατός και ο προσδιορισμός της κύριας υπόθεσης, ώστε να μπορούν να συνεκδικασθούν από το δικαστήριο της κύριας δίκης, όταν απ’ αυτό ζητείται η έκδοση της προσωρινής διαταγής, διαφορετικά δεν επιτρέπεται να εκδοθεί προσωρινή διαταγή από το δικαστήριο της κύριας δίκης, αφού αυτό δεν μπορεί να συζητήσει αυτοτελώς την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και θα κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτησή της, εκτός αν ταυτίζεται με αυτό των ασφαλιστικών μέτρων. Ευνόητο είναι ότι ο ενδιαφερόμενος για την έκδοση προσωρινής διαταγής μπορεί, παραιτούμενος από την εκκρεμή στο δικαστήριο της κύριας δίκης αίτησή του ασφαλιστικών μέτρων, να την ασκήσει στο αρμόδιο κατά το άρθρ. 683 ΚΠολΔ δικαστήριο και να ζητήσει απ’ αυτό την έκδοση προσωρινής διαταγής (Δ.Κράνης «Εισήγηση σε ημερίδα που διοργάνωσε ο Δικηγορικός Σύλλογος Λάρισας στις 6.12.2012).Από τις παραπάνω διατάξεις,οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και υπό το καθεστώς του Ν.4335/2015,προκύπτει ότι γενική καθ’ύλην αρμοδιότητα για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων έχει το μονομελές πρωτοδικείο,υπέρ του οποίου ισχύει έτσι το τεκμήριο αρμοδιότητας (βλ.Χ.Απαλαγάκη «Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το Ν.4335/2015»,σελ.43-45),το δε εφετείο δικάζει επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων μόνον κατ’εξαίρεση και δη όταν σ’αυτό εκκρεμεί η κύρια υπόθεση και μόνο κατά τη συζήτηση της κύριας υποθέσεως, μη επιτρεπομένης της δημιουργίας αυτοτελούς στάσεως δίκης για τη συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.Εξαίρεση σ’αυτό το κανόνα εισάγει η διάταξη του άρθρου 937 παρ.1 β εδ.3 του νέου, υπό την ισχύ του Ν.4335/2015, ΚΠολΔ.Ειδικότερα,το άρθρο 938, που προέβλεπε δυνατότητα αναστολής της εκτελέσεως λόγω άσκησης ανακοπής του άρθρου 933, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, εκδικαζόμενης από το δικαστήριο της ανακοπής κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, καταργήθηκε με τις νέες τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν.4335/2015. Η κατάργησή του είχε προταθεί κατά τη διαβούλευση και την κριτική του αρχικού ΣχΝ, υπό το πλέγμα όμως των προβλεπόμενων σε εκείνο το σχέδιο ρυθμίσεων, σύμφωνα με το οποίο οι ανακοπές θα εκδικάζονταν με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, οπότε και δεν θα είχε νόημα η εκδίκαση και αιτήσεως αναστολής με την ίδια διαδικασία, θα αρκούσε δε προς διαφύλαξη των συμφερόντων του ανακόπτοντος η δυνατότητα χορήγησης προσωρινής διαταγής. Περαιτέρω, με το νέο άρθρο 937 παρ. 1 β εδ. 3 προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις άσκησης ένδικων μέσων κατά της απόφασης επί της ανακοπής, η άσκησή τους δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν το δικαστήριο του ένδικου μέσου πλέον, μετά από αίτηση αυτού που το άσκησε, υποβαλλόμενη και αυτοτελώς, δικάζοντας με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Ειδικά, όταν ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού, η αίτηση αναστολής είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00` το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού. Στην περίπτωση δε γ΄ της ίδιας παραγράφου ορίζεται ότι, ειδικά στην περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, το δικαστήριο της ανακοπής μπορεί να διατάξει την αναστολή της κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα.Υπό το μέχρι σήμερα ισχύον δίκαιο, υπήρχε δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο οποίο εκκρεμούσε η ανακοπή και μόνον μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επ΄αυτής (άρθ. 938 παρ. 4). Η άσκηση δε ένδικου μέσου κατά απόφασης απορριπτικής της ανακοπής δεν μπορούσε να δικαιολογήσει χορήγηση αναστολής. Ο λόγος της σχετικής πρόβλεψης σαφώς έγκειτο στην ταχύτητα που πρέπει να διέπει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, βασική αρχή που, ευλόγως και μετά από στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων, θεωρήθηκε ότι δεν επιτρέπει την περαιτέρω καθυστέρηση της διαδικασίας της, όταν υπάρχει έστω και μία πρώτη οριστική κρίση της ανακοπής από δικαστήριο. Οι νέες διατάξεις αλλάζουν σημαντικά το τοπίο στις δίκες περί αναστολής της εκτέλεσης και ο συνδυασμός τους οδηγεί στα ακόλουθα συμπεράσματα: Η άσκηση ανακοπής συνεχίζει να μην αναστέλλει την εκτελεστική διαδικασία, δεν παρέχεται όμως ούτε δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης κατόπιν σχετικής αιτήσεως λόγω της άσκησης ανακοπής του άρθρου 933 και εκκρεμότητάς της σε πρώτο βαθμό. Προδήλως, ο νεότερος νομοθέτης θεώρησε ότι αυτό δεν είναι καν αναγκαίο, αφού με τις προθεσμίες που έθεσε για τη συζήτηση και την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής σε συνδυασμό και με την προθεσμία που έθεσε για τη διενέργεια του πλειστηριασμού, ο οποίος δεν θα μπορεί να προσδιορισθεί πριν την παρέλευση επτά(έως οκτώ) μηνών από την επιβολή της κατάσχεσης (νέο άρθρο 954 παρ. 2 ε και 993 παρ. 2), προσδοκά να υπάρχει απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επί της ανακοπής πριν την ημέρα του πλειστηριασμού. Δυνατότητα αναστολής κατόπιν σχετικής αιτήσεως, εκδικαζόμενης κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων,παρέχεται πλέον μόνον σε δεύτερο στάδιο και συγκεκριμένα όταν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της απόφασης που θα απορρίπτει την ανακοπή, οπότε και θα έχει πλησιάσει πλέον η ημέρα του πλειστηριασμού. Γι΄αυτόν ακριβώς το λόγο τέθηκαν και προθεσμίες άσκησης της αίτησης αναστολής και έκδοσης της απόφασης από το δικαστήριο του ένδικου μέσου, όταν επίκειται πλειστηριασμός. Αντιθέτως, επί άμεσης εκτέλεσης, οπότε και δεν τίθεται ζήτημα μακρινού προσδιορισμού πλειστηριασμού ή εκτέλεσης με άλλο χρονοβόρο τρόπο, παρέχεται δυνατότητα αναστολής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αμέσως μετά την άσκηση της ανακοπής (βλ.σχετ.Ευδοξία Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη «Ζητήματα από το Δίκαιο της Αναγκαστικής Εκτέλεσης μετά τις τροποποιήσεις του Ν.4335/2015»).

       Η νέα ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 937 παρ. 1 β εδ. 3   ΚΠολΔ,καταργεί την παράλληλη αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου,(την οποία,μάλιστα, υπό το προϊσχύσαν δίκαιο,  οι διάδικοι δεν είχαν την εξουσία να καταργήσουν    συμβατικώς –βλ. Παρμ.Τζίφρα Ασφαλ.Μέτρα, έκδ. 1985, σελ.  16,  Κων, Μπέη ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 684, σελ.59, 61),χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος.Αξίζει να σημειωθεί ότι η κατά την προισχύσασα Πολιτική Δικονομία καθ’ύλη αρμοδιότητα του Προέδρου Πρωτοδικών,είχε,ως πανθομολογείται,επιτύχει στην πράξη και διά τούτο ορίσθηκε διά του παρατεθέντος άρθρου 683 παρ.1 του ΚΠολΔ το Μονομελές Πρωτοδικείο ως κατ’αρχή αρμόδιο να διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα (Παρμ.Τζίφρα Ασφαλ.    Μέτρα, έκδ. 1985, σελ.  17). Εάν ο δικαιολογητικός λόγος είναι ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέχει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης,αυτό δεν ευσταθεί,ενόψει του ότι και τα ειρηνοδικεία και τα μονομελή πρωτοδικεία στο σύνολό τους, απέδειξαν την αποτελεσματικότητά τους και δεν δίστασαν να  απορρίψουν αρκετές αιτήσεις, που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του νόμου.Εξάλλου,ο ίδιος ο νομοθέτης διατηρεί την παράλληλη αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου και μονομελούς πρωτοδικείου στην ανακοπή του άρθ.632 του ΚΠολΔ,όπως και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

        Με τη νέα ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 937 παρ. 1 β εδ. 3   ΚΠολΔ,η οποία εκ των πραγμάτων δημιουργεί αυτοτελείς στάσεις δίκης για την συζήτηση  των αιτήσεων αναστολής εκτελέσεως στα δευτεροβάθμια δικαστήρια, είναι αμφίβολο εάν εξυπηρετείται η ταχύτητα που πρέπει, ως ένα τουλάχιστον βαθμό, να διέπει τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, με τις ενεστώσες μάλιστα συνθήκες του μικρού αριθμού δικαστών και δικαστικών υπαλλήλων, καθώς και των ελλιπών υποδομών και δεν παρέχεται ικανός δικαιολογητικός λόγος για την αποκλειστική και όχι συντρέχουσα αρμοδιότητα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για την εκδίκαση των εν λόγω αιτήσεων αναστολής,όταν μάλιστα διατηρείται αυτή η αρχή της συντρέχουσας αρμοδιότητας του εφετείου και μόνο κατά τη συζήτηση της έφεσης για την κύρια υπόθεση, σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις και δη σ’αυτή του άρθρου 632 του ΚΠολΔ,βάσει του οποίου εκδικάζονται διαφορές με παρεμφερή νομικά ζητήματα με αυτά των διαφορών του άρθρου 933 του ΚΠολΔ. Μάλιστα, στο νέο άρθρο 632 παρ. 6 ΚΠολΔ ορίζεται πλέον ρητά η δυνατότητα σώρευσης ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής και ανακοπής κατά της εκτέλεσης με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 218 ΚΠολΔ,οι οποίες εκδικάζονται με τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. σύμφωνα με τα άρθρα 632 παρ. 2 εδ. τελ. και 937 παρ. 3 ΚΠολΔ.Αξίζει να σημειωθεί ότι με τις παραγράφους 3,4 και 5 του ίδιου άρθρου 632 του ΚΠολΔ,παρέχεται η δυνατότητα ασκήσεως αιτήσεων αναστολής,με αποτέλεσμα να επιβαρύνεται υπέρμετρα η διαδικασία και αποδυναμώνεται η εκτελεστότητα της διαταγής πληρωμής (βλ.και Στέφανος Πανταζόπουλος «Οι νομοθετικές τροποποιήσεις του ν. 4335/2015 στη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής και στη δίκη της εναντίον της ανακοπής»).

       Συμπέρασμα:Η διάταξη του άρθρου  937 παρ. 1 β εδ. 3   ΚΠολΔ είναι προβληματική και ατυχής,καθόσον δεν διακρίνεται για την δογματική της συνέπεια  και δεν επιφέρει επιτάχυνση της  εκτελεστικής διαδικασίας,γι’αυτό και πρέπει να μεταρρυθμιστεί,όπως και αυτές των  νέων άρθρων 933,954 παρ. 2 ε και 993 παρ. 2 του ΚΠολΔ,διότι δεν είναι πάντα εφικτό να υπάρχει απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου επί της ανακοπής πριν την ημέρα του πλειστηριασμού,ειδικότερα σε περίπτωση εμπλοκής λόγω αναβολής της συζήτησης της ανακοπής ή σε περίπτωση καθυστέρησης της έκδοσης της απόφασης επ΄αυτής για διάφορους λόγους(πχ φόρτος εργασίας,ανωτέρα βία).

 

Βαρβάρα Πάπαρη

Εφέτης , μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Παρέμβαση 14 καθηγητών Συνταγματικού Δικαίου κατά της αύξησης του ορίου ηλικίας ανώτατων δικαστών

Πηγή: www.kathimerini.gr, 23-1-2017

Τις ενστάσεις τους απέναντι στην αύξηση του ορίου ηλικίας των ανώτατων δικαστικών λειτουργών, θέμα το οποίο επανέφερε πρόσφατα η πρόεδρος του Αρείου Πάγου, κα Βασιλική Θάνου, εκφράζουν με κοινή δήλωσή τους 14 καθηγητές του Συνταγματικού Δικαίου.

Οπως, αναφέρουν μεταξύ άλλων, η εισήγηση της κας Θάνου  «πρέπει να απορριφθεί χωρίς δισταγμούς και επιφυλάξεις» καθώς «μόνον έτσι θα διασφαλισθεί το κύρος της δικαιοσύνης και του Συντάγματος».

Υπενθυμίζεται ότι πρόσφατα, η πρόεδρος του Αρείου Πάγου επανήλθε στο θέμα, παρά τις αντιδράσεις και την αρνητική τοποθέτηση του υπουργού της Δικαιοσύνης αλλά και όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης, προκαλώντας και την έντονη αντίδραση της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

Αναλυτικά η τοποθέτηση των 14 καθηγητών:

«

  1. Η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου συγκάλεσε  τη διοικητική ολομέλεια του  Δικαστηρίου στην οποία εισηγείται ότι  η  διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 88  του Συντάγματος,  που ορίζει ότι οι ανώτατοι δικαστικοί «αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους», πρέπει να ερμηνευθεί πως   σημαίνει:   πρώτον,  ότι   απαγορεύεται να παυθούν   προτού συμπληρώσουν το 67ο έτος˙  και, δεύτερον, ότι επιτρέπεται, αν οι ίδιοι το επιθυμούν,  να παραταθεί η θητεία τους και πέραν του 67ου έτους. Αλλιώς, υποστηρίζει η κ. Πρόεδρος,  οι δικαστές υφίστανται δυσμενή διάκριση, η οποία,  κατά την άποψή της, είναι  αντίθετη  με Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  2. H παύση, εν τούτοις, δικαστικού λειτουργού ρυθμίζεται από άλλες διατάξεις του Συντάγματος (τα άρθρα 88 παρ. 4 και 91), χωρίς να συναρτάται με την ηλικία του λειτουργού.  Εξ άλλου,  το ενωσιακό δίκαιο, όπως έχει μάλιστα ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της ΕΕ, δεν αποδοκιμάζει  διατάξεις που θέτουν αντικειμενικά  ηλικιακά όρια στη συνταξιοδότηση (βλ. ιδίως στις υποθέσεις C-411/05 και C-250/09), ούτε μπορεί να εφαρμοσθεί όταν πρόκειται για εθνική κανονιστική ρύθμιση, αν δεν υφίσταται κανένα συνδετικό στοιχείο με το ενωσιακό δίκαιο (υπόθεση  C-268/15). Πολλώ δε μάλλον που  η ρύθμιση της σταδιοδρομίας των δικαστών –και των δημόσιων λειτουργών γενικότερα-  δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, οι λέξεις «αποχωρούν υποχρεωτικά» (και μάλιστα στις 30 Ιουνίου του έτους  κατά το οποίο συμπληρώνουν τα 67, όπως ορίζει ρητά το Σύνταγμα), δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να ερμηνευθούν ότι σημαίνουν «αποχωρούν αν το θέλουν».
  3. Εντελώς αβάσιμα είναι βέβαια και τα περί διακρίσεων σε βάρος των δικαστών.  Διότι δεν υπάρχουν αντισυνταγματικές συνταγματικές διατάξεις.  Διαφορετικά, κάθε ηλικιακός προσδιορισμός που υπάρχει στο Σύνταγμα (όπως π.χ. για τον Πρόεδρο  της Δημοκρατίας, που πρέπει να είναι τουλάχιστον 40 χρονών, ή για τον βουλευτή, που πρέπει να είναι τουλάχιστον 25)  θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά διάκριση και να ερμηνευθεί έτσι ώστε να παραμερισθεί  η σχετική  ρύθμιση, παρ’ ότι είναι σαφής.
  4. Τα μέλη του Αρείου Πάγου καλούνται, επομένως,   να υιοθετήσουν μιαν ερμηνεία έωλη, αντίθετη προς το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος, η οποία  απειλεί να πλήξει ανεπανόρθωτα όχι μόνο το κύρος του Ανώτατου  Δικαστηρίου, αλλά και την δεσμευτικότητα του Συντάγματος. Αν στο μέλλον θέλει θεωρηθεί ότι οι Ανώτατοι Δικαστές πρέπει να αποχωρούν στα 70 ή στα 75 τους, μια μόνο λύση υπάρχει: να αναθεωρηθεί το άρθρο 88  του Συντάγματος. 
  5. Ως καθηγητές του Συνταγματικού Δικαίου φρονούμε ότι η εισήγηση της κ. Προέδρου  πρέπει να απορριφθεί χωρίς δισταγμούς και επιφυλάξεις. Μόνον έτσι θα διασφαλισθεί το κύρος της δικαιοσύνης και του Συντάγματος».

Τη δήλωση υπογράφουν οι κκ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Σπύρος Βλαχόπουλος,  Γιώργος Γεραπετρίτης, Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα,  Ιφιγένεια Καμτσίδου, Γιώργος Κασιμάτης, Ξενοφών Κοντιάδης, Αντώνης Μανιτάκης, Παναγιώτης Μαντζούφας,  Λίνα Παπαδοπούλου,  Γιώργος  Σωτηρέλης,  Γιάννης Τασόπουλος, Σταύρος Τσακυράκης και Πηνελόπη Φουντεδάκη.