Η ΑΥΞΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΣΟΣΤΟΥ ΑΠΑΡΤΙΑΣ ΙΣΟΔΥΝΑΜΕΙ ΜΕ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ

Του Χριστόφορου Σεβαστίδη,
Προέδρου Πρωτοδικών-
Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.

          Το Σύνταγμα στο άρθρο 23 παρ. 2 αναγνωρίζει ρητά το δικαίωμα των εργαζομένων στην απεργία. Δεν υπάρχει νομίζω άλλο συνταγματικό δικαίωμα που η αναγνώρισή του πέρασε μέσα από τόσες εκατόμβες νεκρών και για το οποίο χύθηκε τόσο ανθρώπινο αίμα. Η απεργία αποτέλεσε το μοναδικό όπλο εκατομμυρίων μεταναστών που έφταναν σε άθλιες συνθήκες από την γηραιά ήπειρο στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1860 και το κυρίαρχο μέσο πάλης των εξαθλιωμένων της Ευρώπης από τις αρχές του 20ου αιώνα.   Αρκεί να ανατρέξει κανείς στην πρόσφατη ιστορία για να διαπιστώσει πως όλα τα «αυτονόητα» δικαιώματα, όπως το 8ωρο, οι ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, η μείωση της εντατικοποίησης της εργασίας, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας κατακτήθηκαν με αιματηρούς απεργιακούς αγώνες. Και όσο δύσκολα κατακτήθηκαν τόσο εύκολα χάθηκαν λόγω της υποχώρησης του εργατικού κινήματος σε παγκόσμιο επίπεδο. Είχα την ευκαιρία να σημειώσω και παλαιότερα (Χριστόφορος Σεβαστίδης, Το δικαίωμα απεργίας και ο δικαστικός έλεγχος της άσκησής του, έκδ. 2015, σελ. 11-12) ότι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι να θέτει όπου μπορεί ακόμα μεγαλύτερους περιορισμούς στο δικαίωμα της απεργίας προς όφελος της επιχειρηματικής ελευθερίας, έτσι ώστε το δικαίωμα να υφίσταται στα νομοθετικά κείμενα αλλά να είναι καταργημένο στην πράξη.  Από το 2014 επισημάναμε τις συνεχείς πιέσεις που ασκούνταν στην Ελλάδα για λήψη απόφασης απεργίας με απόλυτη πλειοψηφία της γενικής συνέλευσης, κατά το παράδειγμα που ακολουθήθηκε και στη Βουλγαρία. Ο νομοθέτης στην Ελλάδα έθεσε μέχρι σήμερα τόσους περιορισμούς στο δικαίωμα της απεργίας ώστε σε διάστημα μιας πενταετίας (2009-2014) το ποσοστό των νόμιμων απεργιών να φθάνει μόλις το 10% (26 από τις 264) ενώ το 90% αυτών να κρίνονται παράνομες ή καταχρηστικές από τα Δικαστήρια, ιδίως λόγω έλλειψης κάποιας τυπικής προϋπόθεσης. Εφόσον επομένως αυξηθεί το ποσοστό απαρτίας για τη συζήτηση και τη λήψη απόφασης περί απεργίας θα έχουμε έναν νέο νομοθετικό περιορισμό που θα καταργήσει στην πράξη εκ βάθρων την σχετική διάταξη του Συντάγματος. Η σύμφωνη με το Σύνταγμα νομοθέτηση απαιτεί όχι μόνο τη μη αύξηση του αριθμού της απαρτίας της γενικής συνέλευσης αλλά αντίθετα την τροποποίηση του άρθρου 20 παρ. 1 ν. 1264/82 το οποίο εισάγει έναν αδικαιολόγητο διαχωρισμό (επαναλαμβάνοντας άκριτα το ν. 2151/1920 που μόλις αποποινικοποίησε την απεργία) και το οποίο αναγνωρίζει μόνο για τις τοπικές πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις ως αρμόδιο όργανο την γενική συνέλευση. Σε όλες τις άλλες οργανώσεις –πρωτοβάθμιες πανελλαδικής έκτασης, δευτεροβάθμιες ή τριτοβάθμιες-  αναθέτει την άσκηση του απεργιακού δικαιώματος στα διοικητικά συμβούλια. Θυμίζω ότι για την κήρυξη απεργίας στο Δημόσιο ισχύει το άρθρο 30 παρ. 8β’ ν. 1264/82 που καθιστά αρμόδια όργανα τις Γενικές Συνελεύσεις ακόμα και για τις δευτεροβάθμιες και τις τριτοβάθμιες οργανώσεις. Για το λόγο αυτό άλλωστε ο κατάλογος των απεργιών σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, που κηρύχθηκαν παράνομες είναι βασανιστικά μακρύς. Στην πραγματικότητα το Σύνταγμα αναφέροντας ότι η απεργία μπορεί να κηρυχθεί «από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις» εννοεί σαφώς με οποιονδήποτε τρόπο αυτές οι οργανώσεις εκδηλώνουν την βούλησή τους (ανωτ, σελ. 70 επ) άρα και μέσω των διοικητικών τους συμβουλίων.  Ποτέ και σε καμία άλλη περίπτωση δεν δείχνει ο νομοθέτης τόση δυσπιστία στο εκλεγμένο διοικητικό συμβούλιο παρά μόνο όταν αυτό αποφασίζει την κήρυξη απεργίας. Μήπως όμως δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο και η σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία που βασίζεται στην αρχή της αντιπροσωπευτικότητας; Σήμερα με το πρόσχημα της τήρησης της δημοκρατικής αρχής και της μεγαλύτερης κατά το δυνατό εκπροσώπησης των εργαζομένων θα καθίσταται αδύνατη τις περισσότερες φορές η κήρυξη απεργίας λόγω της αδυναμίας σύγκλησης ενός τόσο δυσκίνητου οργάνου όπως είναι η ΓΣ και μάλιστα με πλειοψηφία άνω του 50%. Ο πραγματικός λόγος νομοθέτησης μιας τέτοιας διάταξης που έφερε με τροπολογία το Υπουργείο Εργασίας είναι περισσότερο από προφανής: Ο εργαζόμενος δεν φτάνει μόνο να είναι φθηνός και να μην έχει σταθερό ωράριο. Θα πρέπει να είναι απογυμνωμένος από κάθε συλλογικό δικαίωμα όπως αυτό των σ.σ.ε. και της απεργίας ώστε να μην μπορεί να διεκδικεί βελτίωση των συνθηκών εργασίας του. Μόνο με τέτοιους όρους θα ανοίξει ο δρόμος για προσέλευση επενδυτών. Οι διατάξεις ωστόσο του Συντάγματος βάζουν ένα όριο που δεν μπορεί να ξεπεραστεί για χάρη οποιασδήποτε επιδίωξης ή σκοπιμότητας.

Οι απολύσεις των δικαστικών λειτουργών από τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 και οι δίκες στο Συμβούλιο της Επικρατείας το 1969, της Θεοδώρας Ντάλλη, Δικηγόρου Α.Π

Αποθήκευση αρχείου (PDF, 865KB)

«Η απόδειξη στην διαδικασία των εργατικών διαφορών» της Ακριβής Ερμίδου, Αναπληρώτριας Ταμία της ΕΔΕ, Ειρηνοδίκη Αθηνών

Αποθήκευση αρχείου (DOC, 57KB)

Όψεις ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης –
Η περίπτωση του αυτοπεριορισμού
Του Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη Έδεσσας

Τον τελευταίο καιρό πύκνωσαν τα περιστατικά συστηματικής στοχοποίησης των δικαστικών αποφάσεων και της δικαστικής εξουσίας εν συνόλω από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, το ηθικό ανάστημα των οποίων και το πολιτικό ταμπεραμέντο φαίνονται να ασφυκτιούν από την νομιμότητα. Τα αναφυόμενα προβλήματα στην εφαρμογή της διάκρισης των εξουσιών, που τολμώ να πω ότι δεν είναι πρωτοφανή, αλλά παρουσιάζονται διαχρονικά στην ένταση και το ύφος που επιτρέπει η εκάστοτε εποχή,  αναδεικνύουν τις ίδιες τις γενεσιουργούς αιτίες της διάκρισης των εξουσιών. Η ρευστή φύση της εξουσίας, που έχει πάντα την τάση να καταλαμβάνει αυτοβούλως όσο χώρο της επιτραπεί, γέννησε κάποτε την ιδέα της θέσμισης εσωτερικών περιορισμών, αντίληψη η οποία αφού εν τέλει – όχι ανεμπόδιστα – επικράτησε, αποτυπώθηκε συνταγματικά και οδήγησε στη μορφή λειτουργίας του Κράτους, που γνωρίζουμε σήμερα. Όμως η τρισυπόστατη μορφή που έλαβε η κρατική λειτουργία, δεν μπορεί ή τουλάχιστον δεν κατάφερε να αναιρέσει, ούτε να τιθασεύσει επαρκώς την κοινωνική φύση της εξουσίας. Το οικοδόμημά της διάκρισης των εξουσιών αποτέλεσε ένα σαφή, στέρεο και αναγκαίο περιορισμό στην άσκησή της και ως γνωστόν οι περιορισμοί προκαλούν δυσαρέσκεια σε εκείνους τους οποίους αφορούν. Από τις παραπάνω διαπιστώσεις δεν εκφεύγει καμία από τρεις κρατικές λειτουργίες, που διαχρονικά εξέφραζαν εκατέρωθεν παράπονα για τους περιορισμούς και τα προσκόμματα που έθετε η μία στην άλλη. Το φαινόμενο αυτό είναι υπαρκτό, όπου ισχύει η διάκριση των εξουσιών και ως ένα βαθμό είναι και θεμιτό και αναμενόμενο. Ειδικότερα στη χώρα μας, όμως η εκτελεστική εξουσία ανέκαθεν και συστηματικά προσέγγισε την αναγκαιότητα διαφύλαξης της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης με καιροσκοπισμό, επιφανειακότητα και χωρίς να μπορεί να δει τη «μεγάλη εικόνα» των ωφελειών από ένα στέρεο και χωρίς αστερίσκους ανεξάρτητο σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Συχνά δε δεν διστάζει να την περιγράφει ως οικοδόμημα καμωμένο από τα ίδια υλικά, που έχτισαν κατά καιρούς τους παρωχημένους μηχανισμούς επιβολής της δικής της εξουσίας. Δείχνει να θέλει να καθρεφτίσει στο πρόσωπο της δικαστικής εξουσίας, την ασχήμια των δικών της αποτυχιών, να την τραβήξει προς τα κάτω, ώστε να δικαιώσει δια της κοινής αποτυχίας, διαχρονικά εσφαλμένες επιλογές με κοινωνικό αντίκτυπο. Και θα ήταν υπερφίαλο εκ μέρους της δικαστικής εξουσίας να προοικονομεί την αποτυχία μιας τέτοιας αποστολής, επενδύοντας μόνο στη δύναμη του υψηλού φρονήματος των δικαστών, καθώς η φύση της δομής του συστήματος της διάκρισης των λειτουργιών, έχει προικίσει την εκτελεστική εξουσία με κατάλληλα εργαλεία για να μπορεί να καταφέρει στις λοιπές ισχυρά πλήγματα. Μέσα στα πλαίσια αυτά, η de facto ενίσχυση της διακριτότητας των ρόλων των λειτουργιών, αναγορεύεται σε μητέρα των μαχών για τους ίδιους τους δικαστές, στη διαρκή πάλη για την διατήρηση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Η δικαστική εξουσία, έχοντας ως στέρεο μπούσουλα του βίου και της πολιτείας της, συνταγματικά και νομοθετικά κείμενα, οφείλει – και στη συντριπτική της πλειοψηφία το έχει κατορθώσει  – να ενσωματώσει στο κοινωνικό της DNA τον αυτοπεριορισμό. Ανεξάρτητη και ακηδεμόνευτη δικαιοσύνη, είναι εκείνη που δε χρωστάει την ύπαρξή της παρά στους αγώνες των λαών που την καθιέρωσαν στους οποίους και λογοδοτεί με την αιτιολογία των αποφάσεών της. Είναι εκείνη, που κατανοεί την φυσική τάση των λοιπών εξουσιών να μειώσουν την εμβέλειά της άλλοτε δια της απαξίωσης και άλλοτε δια της ενσωμάτωσης. Είναι εκείνη, που γαλουχεί τους λειτουργούς της να αντιλαμβάνονται τον πεπερασμένο χαρακτήρα της άσκησής της. Είναι εκείνη τέλος, που δικαιώνει τον πολυετή κόπο του ωραίου και ταραχώδη βίου της, με τη διακριτική αποχώρηση από το προσκήνιο στο προβλεπόμενο χρόνο. Γιατί σε αυτό διαφέρει θεσμικά η δικαστική εξουσία από τις άλλες στο σύστημά μας. Η αδιάλειπτη και απρόσκοπτη σταθερότητα στην άσκηση της δικαστικής εξουσίας, που κατοχυρώνεται με την ισοβιότητα των δικαστών, έχει – και πρέπει να έχει – ως θεσμικό αντίβαρο, το τίμημα της ολοκλήρωσής της στα χρονικά όρια που προσδιορίζει το Σύνταγμα. Καμία παράταση δεν είναι αναγκαία, ούτε θεμιτή, ενώ το φαινόμενο που περιορισμένα – πλην όμως εμβληματικά – παρατηρείται, να καταλαμβάνουν δηλαδή αποχωρήσαντες δικαστικοί λειτουργοί θέσεις άσκησης άλλης εξουσίας, υπονομεύει την αξιοπιστία όλου του σώματος, κλείνει το μάτι στους φαιδρότερους επικριτές του και συμβάλει στην ηθική αποκαθήλωσή του από την καρδιά του πολίτη. Η εξουσία μπορεί να είναι από τη φύση της ρευστή, στη διάκριση των λειτουργιών όμως δεν πρέπει να επιτρέψουμε να ισχύσει η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων.

 

Δήλωση των ΠΑΡΙΣΙΩΝ για την Δικαιοσύνη που ανθίσταται – Εκ μέρους της Ελλάδας συμμετείχε ο Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου

THE PARIS DECLARATION On resilient justice

The Members of the European Network of Councils for the Judiciary gathered in PARIS between 7th and 9th June 2017 HEREBY DECLARE that:

  1. There is a strong need for resilient justice systems which can withstand external pressure whilst at the same time having the ability to adjust to the changing needs of society.
  2. The outcomes of ENCJ´s activities and developments across Europe show that these are challenging times for justice systems throughout Europe and, specifically, the judiciaries which operate within those systems. Respect for fair and impartial courts, as the key components of an independent judiciary, is being challenged in a number of countries. The Judiciaries will have to stand together to emphasise the role and position of the Judiciary. Councils for the Judiciary have a pivotal role in this regard.
  3. The application of the ENCJ Independence and Accountability indicators show that there is still room for improvement in this field. The perspective of court users is largely lacking, whilst the perception of corruption persists. Funding of the judiciary is generally not well arranged, and judiciaries are dependent on discretionary decisions by governments. Court management is still often in the hands – directly or indirectly – of Ministries of Justice. On a more positive note, judges are generally positive about their independence and in nearly all countries trust in the judiciary is higher than trust in the other state powers.
  4. The 2016/2017 ENCJ survey among  judges shows that, on average, judges rated their own independence as being 8.9 out of 10 and the independence of judges generally in their own country as being 8.3. The survey also revealed a number of other important issues. These included: a perception by judges across Europe that judges have been appointed and/or promoted on grounds other than on capacity and experience; a perception that judicial independence is not adequately respected by other state institutions; a perception that judges are under pressure from a media which similarly does not respect their independence; and, finally, a perception on the part of substantial number of judges that their Council lacks appropriate mechanisms and procedures to defend judicial independence effectively.
  5. The ENCJ considers that it is important that Councils for the Judiciary should take action to address the issues which have been identified in order to strengthen and maintain the Rule of Law, in particular by providing support for judicial independence, accountability and the quality of the judiciary. They will strive to ensure the maintenance of an open and transparent system of justice for the benefit of all.
  6. First, it is essential that judiciaries have appropriate structures of governance in the form of Councils for the Judiciary.
  7. Second, Councils for the Judiciary should support any judiciary which is under attack and do all they can to persuade the executive and legislature to support the action which they are taking in this regard.
  8. Third, in any democratic state it is essential that there is a proper and informed understanding of the respective roles and responsibilities of each of the branches of the state and the need for them to work together in an effective and mutually respectful manner.
  9. Fourth, Councils for the Judiciary should encourage the promotion of high quality performance of all aspects of the work of the judiciary.
  10. Fifth, the judiciary should take action to ensure that the general public understands the central importance of justice to democracy and to the wellbeing and prosperity of the state. This can be achieved by education and outreach initiatives.
  11. Sixth, the judiciary should adopt a focused communication strategy to engage pro-actively with the media and the public.
  12. Two other important matters must be mentioned.

– In December 2016, the ENCJ suspended the observer status of the Turkish High Council for Judges and Prosecutors for non-compliance with European Standards and the ENCJ Statutes that require that institutions are independent of the executive and legislature and ensure the final responsibility for the support of the judiciary in the independent delivery of justice. Since then no positive change has been reported. The ENCJ wishes to express its solidarity with the dismissed judges and prosecutors of Turkey and calls for a speedy open, fair and impartial judicial process for the detained judges and prosecutors.

– The developments and planned judicial reform in Poland continue to raise serious concern as they could seriously endanger the separation of powers which is vital to the maintenance of the Rule of Law. The ENCJ reiterates that a key requirement for maintaining and enhancing mutual trust between judicial authorities in the EU, as a basis for mutual recognition, is the independence, quality and efficiency of each of the judicial systems and respect in every state for the Rule of Law. In the circumstances, the European Network of Councils for the Judiciary CALLS upon the EUROPEAN INSTITUTIONS and MEMBER STATES to guarantee judicial independence in accordance with the Rule of Law, and, furthermore, CALLS upon Councils for the Judiciary and Judges at all times to be resilient in the face of the challenges which face them.

Adopted in Paris, 9 June 2017

——————————————————————————————————————–

Δήλωση των ΠΑΡΙΣΙΩΝ για την Δικαιοσύνη που ανθίσταται  

Τα μέλη του Δικτύου των Ευρωπαϊκών Δικαστικών Συμβουλίων (ENCJ) που συνήλθαν στο Παρίσι μεταξύ 7ης και 9ης Ιουνίου 2017 με την παρούσα δηλώνουν ότι:

  1. Υπάρχει ισχυρή ανάγκη για ανθεκτικά δικαστικά συστήματα που να μπορούν να ανθίστανται στις εξωτερικές πιέσεις, και ταυτόχρονα να προσαρμόζονται στις  μεταβαλλόμενες ανάγκες της κοινωνίας.
  2. Τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων του ENCJ και των εξελίξεων σε ολόκληρη την Ευρώπη δείχνουν ότι αυτοί είναι καιροί προκλήσεων για τα συστήματα απονομής της Δικαιοσύνης σε όλη την Ευρώπη και, συγκεκριμένα, για τους δικαστές που λειτουργούν μέσα σε αυτά τα συστήματα. Ο σεβασμός για δίκαια και αμερόληπτα δικαστήρια, ως το βασικό συστατικό της ανεξάρτητης δικαστικής εξουσίας, αμφισβητείται σε ορισμένες χώρες. Οι δικαστές θα πρέπει να είναι ενωμένοι προκειμένου να τονιστεί ο ρόλος και η θέση του δικαστικού σώματος. Τα Δικαστικά Συμβούλια έχουν καίριο λόγο εν προκειμένω.
  3. Η εφαρμογή των δεικτών του ENCJ για την ανεξαρτησία και τη λογοδοσία  δείχνουν ότι υπάρχει ακόμα περιθώριο βελτίωσης σε αυτούς τους τομείς. Η οπτική των χρηστών των δικαστηρίων  είναι σχεδόν ανύπαρκτη, ενώ παραμένει η αντίληψη περί διαφθοράς. Η ρύθμιση της χρηματοδότησης του δικαστικού συστήματος γενικά δεν είναι ικανοποιητική, και οι δικαστές εξαρτώνται από αποφάσεις που είναι στη διακριτική ευχέρεια των κυβερνήσεων. Η διαχείριση των Δικαστηρίων είναι ακόμα συχνά στα χέρια – άμεσα ή έμμεσα – των Υπουργείων Δικαιοσύνης. Ενθαρρυντικό είναι όμως το γεγονός ότι είναι γενικά θετική η αποτίμηση των δικαστών και ότι σε όλα σχεδόν τα κράτη η εμπιστοσύνη στο δικαστικό σύστημα είναι υψηλότερη από την εμπιστοσύνη στις άλλες κρατικές εξουσίες.
  4. Το 2016/2017 η έρευνα του ENCJ μεταξύ των δικαστών δείχνει ότι, κατά μέσο όρο, δικαστές βαθμολόγησαν την προσωπική τους ανεξαρτησία με 8,9 στην κλίμακα του 10 και την ανεξαρτησία των δικαστών γενικά στη χώρα τους με 8,3. Η έρευνα αποκάλυψε επίσης μια σειρά από άλλα σημαντικά ζητήματα. Αυτά περιλάμβαναν: την αντίληψη εκ μέρους των δικαστών σε ολόκληρη την Ευρώπη ότι ορισμένοι δικαστές διορίστηκαν ή/και προήχθησαν με ξένα  κριτήρια πέραν της ικανότητας και της εμπειρίας· την αντίληψη ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν γίνεται επαρκώς σεβαστή από τα άλλα θεσμικά όργανα του κράτους· την αντίληψη ότι οι δικαστές είναι υπό πίεση από κάποιο ΜΜΕ που ομοίως δεν σέβεται την ανεξαρτησία τους· και, τέλος, την αντίληψη εκ μέρους σημαντικού αριθμού δικαστών ότι το Δικαστικό τους Συμβούλιο στερείται κατάλληλων μηχανισμών και διαδικασιών για να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την δικαστική ανεξαρτησία.
  5.  Το ENCJ θεωρεί σημαντικό τα δικαστικά συμβούλια να αναλάβουν δράση για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που έχουν εντοπιστεί με σκοπό την ενίσχυση και διαφύλαξη του κράτους δικαίου, και ειδικότερα παρέχοντας υποστήριξη για την δικαστική ανεξαρτησία, τη λογοδοσία και την ποιότητα της δικαιοσύνης. Θα πρέπει να επιδιώξουν τη διατήρηση ενός ανοικτού και διαφανούς συστήματος δικαιοσύνης προς όφελος όλων.
  6. Κατ’ αρχάς, είναι σημαντικό η δικαστική εξουσία να έχει κατάλληλες δομές διακυβέρνησης με τη μορφή Δικαστικών Συμβουλίων.
  7. Δεύτερον, τα Δικαστικά Συμβούλια πρέπει να υποστηρίζουν οποιονδήποτε δικαστικό λειτουργό δέχεται επίθεση και να κάνουν ό, τι μπορούν για να πείσουν την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία να στηρίξουν τις δράσεις  που αναλαμβάνουν στο θέμα αυτό.
  8. Τρίτον, σε κάθε δημοκρατικό κράτος είναι σημαντικό να υπάρχει σωστή και τεκμηριωμένη κατανόηση των αντίστοιχων ρόλων και ευθυνών καθεμιάς από τις εξουσίες του κράτους και της ανάγκης αποτελεσματικής μεταξύ τους συνεργασίας βάσει αμοιβαίου σεβασμού.
  9. Τέταρτον, τα δικαστικά συμβούλια θα πρέπει να ενθαρρύνουν την προώθηση επιδόσεων υψηλής ποιότητας σε όλες τις πτυχές του έργου της Δικαιοσύνης.
  10. Πέμπτον, η δικαστική εξουσία θα πρέπει να αναλάβει δράση για να εξασφαλιστεί ότι το κοινό αντιλαμβάνεται την κεντρική σημασία της Δικαιοσύνης για τη Δημοκρατία και την  ευημερία του κράτους. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από πρωτοβουλίες εκπαίδευσης και προβολής.  
  11. Έκτον, οι δικαστές θα πρέπει να υιοθετήσουν στρατηγική εστιασμένη στην επικοινωνία ώστε να διατηρούν ενεργό διάλογο με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το κοινό.
  12. Δύο άλλα σημαντικά θέματα πρέπει να αναφερθούν:

-Τον Δεκέμβριο του 2016, το ENCJ ανέστειλε το καθεστώς παρατηρητή του τουρκικού Ανώτατου Συμβουλίου Δικαστών και Εισαγγελέων (HSYK) λόγω μη συμμόρφωσης προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα και το καταστατικό του ENCJ που απαιτούν τα θεσμικά όργανα της Δικαιοσύνης να είναι ανεξάρτητα από την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία και να διασφαλίζουν την τελική ευθύνη για την υποστήριξη του δικαστικού σώματος στην ανεξάρτητη απονομή της δικαιοσύνης. Από τότε δεν έχει προκύψει κάποια θετική αλλαγή. Το ENCJ επιθυμεί να εκφράσει την αλληλεγγύη του με τους δικαστές και εισαγγελείς της Τουρκίας που απολύθηκαν και κάνει έκκληση για μια ταχεία ανοιχτή, δίκαιη και αμερόληπτη δικαστική διαδικασία για τους κρατούμενους δικαστές και εισαγγελείς.

-Οι εξελίξεις και οι σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις του δικαστικού συστήματος στην Πολωνία συνεχίζουν να εγείρουν σοβαρές ανησυχίες, καθώς θα μπορούσαν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο τη διάκριση των εξουσιών, η οποία είναι ζωτικής σημασίας για τη διατήρηση του κράτους δικαίου. Το ENCJ επαναλαμβάνει ότι βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση και την ενίσχυση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των δικαστικών αρχών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ως βάση για την αμοιβαία αναγνώριση, είναι η ανεξαρτησία, η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα των δικαστικών συστημάτων και ο σεβασμός του κράτους δικαίου σε κάθε κράτος. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Ευρωπαϊκό Δίκτυο των Δικαστικών Συμβουλίων καλεί τα θεσμικά Ευρωπαϊκά όργανα και τα κράτη-μέλη να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης σύμφωνα με τις αρχές του κράτους δικαίου, και, επιπλέον, καλεί τα Δικαστικά Συμβούλια και τους δικαστές ανά πάσα στιγμή να προβάλουν αντίσταση στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν.

Εγκρίθηκε στο Παρίσι, στις 9 Ιουνίου 2017

Άρθρο του Αναπληρωτή Γενικού Γραμματέα της ΕΔΕ στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 16ης-7-2017 «Τα πραγματικά προβλήματα της Δικαιοσύνης»

 

* Ο κ. Δημήτριος Φούκας είναι πρόεδρος Πρωτοδικών – ειδικός ανακριτής Διαφθοράς (νόμος 4022 του 2011).

Την ώρα που ο δημόσιος διάλογος κατακλύζεται από τοποθετήσεις εκπροσώπων της εκτελεστικής εξουσίας που ψέγουν δικαστικές αποφάσεις και ενέργειες δικαστικών λειτουργών, προκαλώντας ευλόγως την αντίδραση Δικαστικών Ενώσεων, με πρωτοβουλία της Επιτροπής Νομοθετικής Μεταρρύθμισης του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, ανατέθηκε στο Εθνικό Κέντρο Πολιτειακών Δικαστηρίων των ΗΠΑ η εκπόνηση μελέτης σχετικά με την αποτελεσματικότητα του ελληνικού δικαστικού συστήματος. Η προσφάτως δημοσιευθείσα έκθεση του ως άνω ερευνητικού φορέα επιχειρεί με τρόπο αντικειμενικό και απαθή, αφενός να περιγράψει την υπάρχουσα κατάσταση στο ελληνικό δικαστικό σύστημα και ιδίως τα προβληματικά σημεία του, αφετέρου να διαγνώσει τις αιτίες και να προτείνει λύσεις.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το σημαντικότερο πρόβλημα που εντοπίσθηκε είναι αυτό που συνήθως αποκαλούμε «καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης» και οι δυσμενείς συνέπειές της στον κοινωνικό και οικονομικό βίο, ιδίως δε στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Ωστόσο, οι συντάκτες της έκθεσης προβαίνουν και σε καταγραφή των πλεονεκτημάτων του ελληνικού δικαστικού συστήματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το υψηλό επίπεδο της νομικής κατάρτισης των δικαστικών λειτουργών και του παραγόμενου έργου. Ιδιαίτερης εξέτασης έτυχε το ζήτημα της ενδεχόμενης ύπαρξης φαινομένων διαφθοράς στο ελληνικό δικαστικό σύστημα, επί του οποίου οι συντάκτες της έκθεσης διατύπωσαν το συμπέρασμα ότι τέτοιες υπόνοιες μπορεί να εγερθούν λόγω του μακρού χρόνου που απαιτείται για την επίλυση μιας υπόθεσης.

Τα προβλήματα και τα προτερήματα που εντοπίζονται από την ανωτέρω μελέτη ήταν γνωστά, όπως είναι επίσης γνωστό ότι όμοια προβλήματα καθυστερήσεων έχουν εμφανισθεί και σε άλλες έννομες τάξεις. Η συσσώρευση των υποθέσεων και η συνεχής εισαγωγή νέων σε ένα σύστημα το οποίο έχει ήδη υπερβεί τις δυνατότητές του δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν παρά μόνο με την εισαγωγή νέων θεσμών, όπως ο προδικαστικός έλεγχος των ασκούμενων ενδίκων βοηθημάτων και η υποχρεωτική δικαστική διαμεσολάβηση. Με τον τρόπο αυτόν θα αποφεύγεται η εισαγωγή στο ακροατήριο υποθέσεων που πάσχουν είτε ως προς το παραδεκτό είτε ως προς τη νομική βασιμότητα (προδικαστικός έλεγχος), ενώ κατηγορίες υποθέσεων, ιδίως οικονομικού αντικειμένου, των οποίων η νομική βασιμότητα έχει κριθεί νομολογιακά, αναμένεται να επιλύονται κατά τη διαδικασία της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης.

Παράλληλα, θα πρέπει να επιδιωχθεί η απλοποίηση των διαδικασιών σε κατηγορίες υποθέσεων και η ορθολογική κατανομή του προσωπικού, σύμφωνα με τα πληθυσμιακά δεδομένα. Η εφαρμογή αυτών των διαδικασιών στα δικαστήρια του α΄ βαθμού δικαιοδοσίας, όπου κυρίως εντοπίζεται το πρόβλημα της μεγάλης καθυστέρησης μεταξύ της κατάθεσης του εισαγωγικού δικογράφου και της εκδίκασης της υπόθεσης, αναμένεται να επιφέρει ανάλογα αποτελέσματα και στα ανώτερα δικαστήρια, καθώς όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των υποθέσεων που διευθετούνται κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, αντιστοίχως μικρότερος θα είναι ο αριθμός των ασκουμένων ενδίκων μέσων.

Η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων ήδη επεξεργάζεται ολοκληρωμένη πρόταση για τη διαδικασία της υποχρεωτικής δικαστικής διαμεσολάβησης, η οποία σε σύντομο χρόνο θα τεθεί υπ’ όψιν όλων. Ελπίζουμε η πρωτοβουλία αυτή να είναι ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης του φαινομένου των καθυστερήσεων στην απονομή της Δικαιοσύνης.

 

Ζητήματα παραγραφής της αξίωσης του πολιτικώς ενάγοντος

Χαράλαμπος Θ. Σεβαστίδης

Πρόεδρος Πρωτοδικών, Μέλος της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής Σύνταξης νέου ΚΠΔ

Αποθήκευση αρχείου (PDF, 304KB)

 

Η άσκηση ανταίτησης στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μετά τις τροποποιήσεις του ν. 4335/2015

Αποθήκευση αρχείου (PDF, 349KB)

Τα όρια ηλικίας των δικαστών : Με αφορμή την διοικητική ολομέλεια του Αρείου Πάγου

Αποθήκευση αρχείου (PDF, 713KB)