screen-shot-2017-07-27-at-11-16-55-am

Όψεις ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης –
Η περίπτωση του αυτοπεριορισμού
Του Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη Έδεσσας

Τον τελευταίο καιρό πύκνωσαν τα περιστατικά συστηματικής στοχοποίησης των δικαστικών αποφάσεων και της δικαστικής εξουσίας εν συνόλω από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, το ηθικό ανάστημα των οποίων και το πολιτικό ταμπεραμέντο φαίνονται να ασφυκτιούν από την νομιμότητα. Τα αναφυόμενα προβλήματα στην εφαρμογή της διάκρισης των εξουσιών, που τολμώ να πω ότι δεν είναι πρωτοφανή, αλλά παρουσιάζονται διαχρονικά στην ένταση και το ύφος που επιτρέπει η εκάστοτε εποχή,  αναδεικνύουν τις ίδιες τις γενεσιουργούς αιτίες της διάκρισης των εξουσιών. Η ρευστή φύση της εξουσίας, που έχει πάντα την τάση να καταλαμβάνει αυτοβούλως όσο χώρο της επιτραπεί, γέννησε κάποτε την ιδέα της θέσμισης εσωτερικών περιορισμών, αντίληψη η οποία αφού εν τέλει – όχι ανεμπόδιστα – επικράτησε, αποτυπώθηκε συνταγματικά και οδήγησε στη μορφή λειτουργίας του Κράτους, που γνωρίζουμε σήμερα. Όμως η τρισυπόστατη μορφή που έλαβε η κρατική λειτουργία, δεν μπορεί ή τουλάχιστον δεν κατάφερε να αναιρέσει, ούτε να τιθασεύσει επαρκώς την κοινωνική φύση της εξουσίας. Το οικοδόμημά της διάκρισης των εξουσιών αποτέλεσε ένα σαφή, στέρεο και αναγκαίο περιορισμό στην άσκησή της και ως γνωστόν οι περιορισμοί προκαλούν δυσαρέσκεια σε εκείνους τους οποίους αφορούν. Από τις παραπάνω διαπιστώσεις δεν εκφεύγει καμία από τρεις κρατικές λειτουργίες, που διαχρονικά εξέφραζαν εκατέρωθεν παράπονα για τους περιορισμούς και τα προσκόμματα που έθετε η μία στην άλλη. Το φαινόμενο αυτό είναι υπαρκτό, όπου ισχύει η διάκριση των εξουσιών και ως ένα βαθμό είναι και θεμιτό και αναμενόμενο. Ειδικότερα στη χώρα μας, όμως η εκτελεστική εξουσία ανέκαθεν και συστηματικά προσέγγισε την αναγκαιότητα διαφύλαξης της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης με καιροσκοπισμό, επιφανειακότητα και χωρίς να μπορεί να δει τη «μεγάλη εικόνα» των ωφελειών από ένα στέρεο και χωρίς αστερίσκους ανεξάρτητο σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Συχνά δε δεν διστάζει να την περιγράφει ως οικοδόμημα καμωμένο από τα ίδια υλικά, που έχτισαν κατά καιρούς τους παρωχημένους μηχανισμούς επιβολής της δικής της εξουσίας. Δείχνει να θέλει να καθρεφτίσει στο πρόσωπο της δικαστικής εξουσίας, την ασχήμια των δικών της αποτυχιών, να την τραβήξει προς τα κάτω, ώστε να δικαιώσει δια της κοινής αποτυχίας, διαχρονικά εσφαλμένες επιλογές με κοινωνικό αντίκτυπο. Και θα ήταν υπερφίαλο εκ μέρους της δικαστικής εξουσίας να προοικονομεί την αποτυχία μιας τέτοιας αποστολής, επενδύοντας μόνο στη δύναμη του υψηλού φρονήματος των δικαστών, καθώς η φύση της δομής του συστήματος της διάκρισης των λειτουργιών, έχει προικίσει την εκτελεστική εξουσία με κατάλληλα εργαλεία για να μπορεί να καταφέρει στις λοιπές ισχυρά πλήγματα. Μέσα στα πλαίσια αυτά, η de facto ενίσχυση της διακριτότητας των ρόλων των λειτουργιών, αναγορεύεται σε μητέρα των μαχών για τους ίδιους τους δικαστές, στη διαρκή πάλη για την διατήρηση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Η δικαστική εξουσία, έχοντας ως στέρεο μπούσουλα του βίου και της πολιτείας της, συνταγματικά και νομοθετικά κείμενα, οφείλει – και στη συντριπτική της πλειοψηφία το έχει κατορθώσει  – να ενσωματώσει στο κοινωνικό της DNA τον αυτοπεριορισμό. Ανεξάρτητη και ακηδεμόνευτη δικαιοσύνη, είναι εκείνη που δε χρωστάει την ύπαρξή της παρά στους αγώνες των λαών που την καθιέρωσαν στους οποίους και λογοδοτεί με την αιτιολογία των αποφάσεών της. Είναι εκείνη, που κατανοεί την φυσική τάση των λοιπών εξουσιών να μειώσουν την εμβέλειά της άλλοτε δια της απαξίωσης και άλλοτε δια της ενσωμάτωσης. Είναι εκείνη, που γαλουχεί τους λειτουργούς της να αντιλαμβάνονται τον πεπερασμένο χαρακτήρα της άσκησής της. Είναι εκείνη τέλος, που δικαιώνει τον πολυετή κόπο του ωραίου και ταραχώδη βίου της, με τη διακριτική αποχώρηση από το προσκήνιο στο προβλεπόμενο χρόνο. Γιατί σε αυτό διαφέρει θεσμικά η δικαστική εξουσία από τις άλλες στο σύστημά μας. Η αδιάλειπτη και απρόσκοπτη σταθερότητα στην άσκηση της δικαστικής εξουσίας, που κατοχυρώνεται με την ισοβιότητα των δικαστών, έχει – και πρέπει να έχει – ως θεσμικό αντίβαρο, το τίμημα της ολοκλήρωσής της στα χρονικά όρια που προσδιορίζει το Σύνταγμα. Καμία παράταση δεν είναι αναγκαία, ούτε θεμιτή, ενώ το φαινόμενο που περιορισμένα – πλην όμως εμβληματικά – παρατηρείται, να καταλαμβάνουν δηλαδή αποχωρήσαντες δικαστικοί λειτουργοί θέσεις άσκησης άλλης εξουσίας, υπονομεύει την αξιοπιστία όλου του σώματος, κλείνει το μάτι στους φαιδρότερους επικριτές του και συμβάλει στην ηθική αποκαθήλωσή του από την καρδιά του πολίτη. Η εξουσία μπορεί να είναι από τη φύση της ρευστή, στη διάκριση των λειτουργιών όμως δεν πρέπει να επιτρέψουμε να ισχύσει η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων.