screen-shot-2017-07-27-at-11-16-55-am

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ.

Της Βαρβάρας Πάπαρη,Εφέτη,μέλους του ΔΣ της ΕΔΕ

Η αιτιολογία  των δικαστικών  αποφάσεων προβλέπεται  από το Σύνταγμα (αρ.93  παρ.3 Σ) , την Ευρωπαϊκή  Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (αρ. 6 ΕΣΔΑ) και τις κατ’ ιδίαν διατάξεις των δικονομικών νομοθεσιών ως conditio sine qua non για τη θεμελίωση και έκδοση των δικαστικών  αποφάσεων. Χρειάστηκαν αγώνες και αιώνες για να σφυρηλατηθεί η αρχή τη αιτιολογίας και αποτελεί κατάκτηση. Πρωτοεμφανίστηκε το 1844 στο τότε ελληνικό σύνταγμα και έκτοτε σε όλα τα ελληνικά συντάγματα, με κάποιες διαφοροποιήσεις ως προς τη χρήση των όρων αιτιολογημένη και ειδικά αιτιολογημένη. Σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος, κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να περιέχει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και να απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.  Ο συντακτικός νομοθέτης, θέλησε προφανώς να λάβει πρόνοια ώστε η δικαστική απόφαση να μην είναι αποτέλεσμα δικαστικής αυθαιρεσίας, αλλά προϊόν συλλογισμού του δικαστή σε σχέση με τα στοιχεία της δικογραφίας και τις διατάξεις του νόμου.Η αυθαιρεσία,η αυταρχικότητα και ο δεσποτισµός είναι αντίθετα µε την αρχή της αιτιολογίας. Είναι γι’ αυτό το λόγο που η αρχή έχει ενσωµατωθεί στη θεµελιώδη νοµοθεσία όλων ανεξαίρετα των πολιτισµένων δηµοκρατικών κοινωνιών. Την αιτιολόγηση δεν την  κατονοµάζει ρητά, αλλά είναι καθολικά δεκτό ότι την επιβάλλει και το άρθρο 6 της ΕΣ∆Α, «…ώστε να µην φαίνεται ότι αυθαιρετεί ή ότι δικάζει κατά διαίσθηση…»  (Σατλάνη “Εισαγωγή στο δίκαιο της διεθνούς προστασίας των  ανθρωπίνων δικαιωµάτων”, εκδ. 2003, σελ.365-370, Καστανά–Κτιστάκι  “Επισκόπηση της Νοµολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωµάτων του Ανθρώπου 1977-1998”,εκδ. 2000, σελ.84 &85, Σισιλιάνου  “Ευρωπαϊκή Σύµβαση ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου”,εκδ. 2013, σελ.239-241).Πέραν αυτών,μία νομικά και λογικά δομημένη απόφαση εξοπλίζει το δικαστή έναντι του νομικού κόσμου, της κοινωνίας και της ίδιας του της συνείδησης. Ο δικανικός συλλογισμός και η ειδική-ορισμένη αιτιολογία αποτελούν την ραχοκοκαλιά της αντικειμενικότητας και της ανεξαρτησίας του δικαστή.Επομένως, οι αιτιολογημένες αποφάσεις συμβάλουν στην εμπέδωση της Δικαιοσύνης και του Κράτους Δικαίου, κορυφαίων προσταγμάτων που καθορίζουν τη δράση όλων των εξουσιών ενός κράτους (βλ. Δεσποτοπούλου, Φιλοσοφία Δικαίου, 1954 σελ. 232).Εξάλλου, η δημοκρατική νομιμοποίηση,με την οποία είναι περιβεβλημένοι οι δικαστές βάσει του Συντάγματος, αναφαίνεται ακριβώς στην υποχρέωση τους να αιτιολογούν τις κρίσεις τους δημοσίως, ώστε να υπάρχει διαφάνεια ως προς τη διαδικασία παραγωγής της απόφασης, αλλά και ως προς τη γνωστική διαδικασία που θεμελιώνει το διατακτικό της απόφασης. Αλλιώς ο δικαστής απλώς μονολογεί και ενδεχομένως να αυθαιρετεί. Μόνο με τη παράθεση σε αυτήν επιχειρημάτων μπορεί η δικαστική απόφαση να υποβληθεί στη βάσανο του ελέγχου της ορθότητας της.Γι’αυτό η  αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων αποτελεί µία από τις πιο αξιόπιστες εγγυήσεις υπέρ των υποκείµενων στην εξουσία των δικαστηρίων ατόµων (Κωνσταντίνου Γεωργόπουλου “Ελληνικό Συνταγµατικόν Δίκαιον”, Τεύχος Α΄,εκδ. 1969, σελ. 320-321,του ιδίου “Επίτομο Συνταγματικό Δίκαιο”,εκδ.2001,σελ.396-399). Επιπλέον, η αναδυόμενη εκ των αιτιολογιών διαλεκτική, ακόμα και όταν έχουμε συγκρούσεις ή διχογνωμίες, συμβάλλει στον εκσυγχρονισμό της επιστήμης και των θεσμών.

Στον αντίποδα του άρθρου 93 παρ. 3 βρίσκεται το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και  στο οποίο περιλαμβάνεται και το δικαίωμα του προσφεύγοντα στη δικαιοσύνη, όπως η υπόθεσή του δικασθεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, ούτως ώστε να μην καταντήσει η δικαστική απόφαση κενό γράμμα,είναι δε γνωστό ότι η χώρα μας έχει καταδικασθεί επανειλημμένα από το ΕΔΔΑ για καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης. Επομένως,δεν μπορούμε να παραβλέπουμε πως η έντονη ανάγκη απόδειξης και τεκμηρίωσης συχνά συνδέεται μεν στη χώρα μας με το υψηλό επίπεδο των δικαστικών λειτουργών, αλλά δυστυχώς και με την επιβράδυνση της απονομής δικαιοσύνης, γνωστής και ως «συστημικής κακοδικίας». Η ανάγκη της επισταμένης τεκμηρίωσης φαίνεται να τροχοπεδεί την ταχύτητα και την ευελιξία του δικαστή να διαχειριστεί τον τεράστιο όγκο των υποθέσεων,οι οποίες,αξίζει να σημειωθεί,ότι είναι περισσότερο περίπλοκες απ’ότι παλιότερα,  και ως προς το νομικό και ως προς το πραγματικό τους μέρος.Γι’αυτό και δεν μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά,ότι οι παλαιότεροι αιτιολογούντες δικαστές γράφανε λιγότερα και οι νεότεροι γράφουν περισσότερα,πλατειάζοντας αδικαιολόγητα,όπως λένε ορισμένοι.Βέβαια, υπάρχουν και περιπτώσεις που οι δικαστικές αποφάσεις, ιδιαίτερα των πολιτικών δικαστηρίων, αναλίσκονται σε απέραντους συλλογισμούς, με αποτέλεσμα να δίνεται η εικόνα σε έναν τρίτο παρατηρητή, ότι ο δικαστής δεν αιτιολογεί την απόφασή του, αλλά «απολογείται» τρόπον τινά στον ηττημένο διάδικο για την απόφαση που εξέδωσε.

Η μεθοδολογία της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης που ακολουθείται στη χώρα μας είναι η μέθοδος της υπαγωγής.Συγκρίνοντας τη μέθοδο αυτή με μεθόδους δικανικού συλλογισμού που ακολουθούνται σε άλλες χώρες, όπως πχ στη Γερμανία, παρατηρούμε ότι ο Έλληνας δικαστής είναι περισσότερο φλύαρος σε σχέση με τους αλλοδαπούς συναδέλφους του, χωρίς να έχει τεθεί ζήτημα ασυμβατότητας μιας τέτοιας απόφασης των συναδέλφων της αλλοδαπής, ως προς τη δομή και το περιεχόμενό της,με αρχές που ισχύουν επί θεμάτων δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Θα πρέπει,όμως, να παραδεχτούμε, ότι είναι πολύπλευρο το πρόβλημα της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης στη χώρα μας, για το οποίο οι μειωμένες απαιτήσεις δικανικής τεκμηρίωσης δεν είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσουν απαραίτητα σε λύση,ενόψει του ότι  για τη διόγκωση της δικαστικής ύλης ευθύνονται κυρίως άλλοι παράγοντες,όπως πχ η δυσλειτουργικότητα της Δημόσιας Διοίκησης.

Θεωρώ ότι η αιτιολόγηση των αποφάσεων, τουλάχιστον ως προς την ελάσσονα πρόταση,δε θα μπορούσε να παρακαμφθεί. Ωστόσο, η αιτιολόγηση με πλήρη ανάπτυξη σκεπτικού για τη μείζονα πρόταση, πράγματι θα μπορούσε να περιοριστεί στην αναφορά των διατάξεων και της ερμηνείας που έχει επικρατήσει ή υιοθετείται από τον δικαστή.Εξάλλου, για υποθέσεις με ομοιότητα πραγματικών περιστατικών η αιτιολογία έχει τυποποιηθεί στο βαθμό που οι νομικές και κοινωνικές βάσεις δεν αναθεωρήθηκαν.  Μάλιστα στις  ΑΠ 1689/2006 και ΑΠ 1426/2006, διατυπώνεται η άποψη ότι η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα, «διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης [άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος] δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο». Ο δε κοινός νομοθέτης «στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης» [άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ]. Ως «αιτιολογίες» όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει [άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.]», βλ.παλαιότερα,ΑΠ 387/2004, ΑΠ 354/2004, 349/1995), που δέχονται,επίσης, ότι δεν θεμελιώνεται αναιρετικός λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης, αν δεν υπάρχει στην απόφαση καθόλου μείζων πρόταση, δηλαδή νομικές σκέψεις στις αιτιολογίες της, εφόσον κατά τα λοιπά δεν θεωρούνται ανεπαρκείς οι παραδοχές της, με άλλα λόγια, εφόσον οι παραδοχές συμφωνούν με τον, μη αναφερόμενο αλλά εννοούμενο ως διέποντα την ένδικη σχέση, κανόνα δικαίου. Η θεωρία, αμέσως ή εμμέσως, συμφωνεί με αυτή την ερμηνεία (βλ. Γ. Μητσόπουλου, Η έλλειψη «παντελώς αιτιολογιών» της αποφάσεως ως λόγος αναιρέσεως και ο δικονομικός συλλογισμός, ΝοΒ 55.2281,Σινανιώτης η αναίρεση,195 και εκεί παραπομπές, κατά τον οποίο η συνοπτική διατύπωση των αιτιολογιών αν θεμελιώνει το διατακτικό της απόφασης,μπορεί να θεωρηθεί επαρκής).Σημειώνεται ότι πρόσφατα η ΟλΑΠ 8/2018 (βλ.και ΑΠ 602/2018) δέχτηκε ότι «έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 15/2006)».Τέλος, στις υποθέσεις των ασφαλιστικών μέτρων ,ο νομοθέτης,χωρίς την  συνταγματική κάλυψη, αρκείται  σε συνοπτική αιτιολογία (άρθρo 691 παρ.3 του ΚΠολΔ),ενώ συνοπτική αιτιολογία προέβλεπε και το ήδη καταργημένο άρθρο 756 του ΚΠολΔ στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας.  

Στο πλαίσιο της συζήτησης για την αναθεώρηση του Συντάγματος,όσον αφορά στο χώρο της Δικαιοσύνης,προτάθηκε από τα πολιτικά κόμματα,τα οποία έχουν και τη σχετική πρωτοβουλία,μεταξύ των άλλων,να αναθεωρηθούν οι διατάξεις του Συντάγματος οι σχετικές με τους όρους απονομής της  (ρυθμίσεις για την επιτάχυνση),στις οποίες εντάσσεται και το άρθρο 93 παρ.3 για την αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων.Στο πλαίσιο αυτό, διατυπώθηκαν από το ΔΣ της Ένωσής μας δύο βασικές προτάσεις,οι οποίες και τέθηκαν σε ψηφοφορία στη ετήσια Τακτική Γενική μας Συνέλευση,ήτοι η πρόταση να διατηρηθεί η διάταξη του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος ως έχει,η οποία συγκέντρωσε 224 ψήφους (ποσοστό 51,3%) και η πρόταση «Να προστεθεί στο τέλος η φράση :  «ως νόμος ορίζει. Η χρήση νέων τεχνολογιών στην οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων κατά την εκτέλεση του δικαιοδοτικού έργου είναι δυνατή, εφόσον δεν προσκρούει στην έννοια της δίκαιης δίκης»,η οποία συγκέντρωσε 212 ψήφους (ποσοστό 48,6%).Το αποτέλεσμα αυτό δείχνει ότι υπάρχει διχογνωμία στους συναδέλφους για το εάν η αναθεώρηση της σχετικής διάταξης,θα λύσει ή θα δημιουργήσει προβλήματα. Πάντως,όπως προειπώθηκε,είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι   η καθυστέρηση απονομής της πολιτικής δικαιοσύνης,οφείλεται και στην ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων.Επομένως,ενόψει του ότι  η ταχεία δίκη είναι ατομικό δικαίωμα του πολίτη έναντι του Κράτους και όχι δικαίωμα /προνόμιο του Κράτους έναντι των πολιτών,προβάλλει επιτακτική η ανάγκη εκσυγχρονισμού και εξορθολογισμού του συστήματος απονομής δικαιοσύνης για την επιτάχυνσή της ,που είναι και το ζητούμενο. Είναι,όμως, απαραίτητο να αναθεωρηθεί η σχετική διάταξη, έστω και αν το κανονιστικό της βεληνεκές θα είναι από πρακτικής άποψης περιορισμένο, υπό την έννοια ότι θα αποτελεί μια πανηγυρική διακήρυξη της ήδη ισχύουσας νομολογίας, ώστε να αποφευχθεί η καθυστέρηση στην πολιτική δίκη;  Ή μήπως θα πρέπει,χωρίς συνταγματική αναθεώρηση, να καθοριστούν οι αναγκαίες και επαρκείς προϋποθέσεις της αιτιολογίας ,μεταξύ των οποίων και η δέουσα έκτασή της,στα πλαίσια του ευρωπαϊκού και διεθνούς περιβάλλοντος,λαμβανομένων υπόψη και των ιδιαιτεροτήτων της χώρας μας;

 

Βαρβάρα Πάπαρη,Εφέτης,μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ.