screen-shot-2017-07-27-at-11-16-55-am

ΟΙ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Εκπροσώπου Τύπου

Ακριβής Ερμίδου, Υπεύθυνης Διαχείρισης Οικονομικών

 

Τον Φεβρουάριο 2017 συγκροτήθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων νομοπαρασκευαστική επιτροπή για τη σύνταξη νέου Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ΚΟΔΚΔΛ). Μετά από εντατική και συστηματική εργασία η Επιτροπή ολοκλήρωσε το έργο της και τον Δεκέμβριο 2018 παρέδωσε το Σχέδιο του νέου ΚΟΔΚΔΛ μαζί με την Αιτιολογική Έκθεση και ήδη το Υπουργείο έχει ξεκινήσει τις διαδικασίες για την ψήφισή του.

Η Ένωσή μας κατάρτισε έγκαιρα τις αναλυτικές προτάσεις της, τις οποίες έθεσε σε διαβούλευση προς τα μέλη της και τελικά υπέβαλε το αναλυτικό υπόμνημά της στην Επιτροπή, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της Επιτροπής, η ΕΔΕ εκπροσωπήθηκε από τους υπογράφοντες, που μετείχαν ανελλιπώς στις εργασίες της.

Στο κείμενο που ακολουθεί γίνεται προσπάθεια σύντομης παρουσίασης των αλλαγών που επέρχονται στον ΚΟΔΚΔΛ με το Σχέδιο και των θέσεων της ΕΔΕ σε κάθε νέα διάταξη, ενώ παράλληλα θα αναφερθούν και οι προτάσεις της ΕΔΕ, που τελικά δεν υιοθετήθηκαν από την Επιτροπή

Αθήνα, Φεβρουάριος 2019

Άρθρο 2 (άρθρο 2 Σχεδίου)

Το άρθρο αυτό αφορά στην ίδρυση, συγχώνευση, κατάργηση και τον προσδιορισμό της περιφέρειας των δικαστηρίων. Οι μεταβολές αυτές, όταν αφορούν σε πολιτικά-ποινικά δικαστήρια, εξακολουθούν να γίνονται με προεδρικό διάταγμα μετά από γνώμη της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αν αφορά σε εφετείο ή του οικείου εφετείου, αν αφορά σε οποιοδήποτε άλλο δικαστήριο. Εκείνο που προβλέπει για πρώτη φορά το Σχέδιο είναι η προηγούμενη ακρόαση των Δικαστικών Ενώσεων, των δικαστικών υπαλλήλων και του οικείου δικηγορικού συλλόγου από την Ολομέλεια (του αρμόδιου εφετείου), αναγνωρίζοντας τον ιδιαίτερο θεσμικό ρόλο των Δικαστικών Ενώσεων.

Στην παρ. 3 του άρθρου 2 μνημονεύονται τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνει υπόψη το αρμόδιο όργανο (Ολομέλεια Αρείου Πάγου ή Εφετείου) προκειμένου να τεκμηριώσει την γνώμη της σχετικά με την ίδρυση, συγχώνευση, κατάργηση, κ.λ.π. δικαστηρίων. Σκοπός της υιοθέτησης των κριτηρίων αυτών, που είναι σύμφωνα και με την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι ο εξορθολογισμός της χωροταξικής οργάνωσης των δικαστηρίων

 

Άρθρο 4 (άρθρο 4 Σχεδίου)

Στο άρθρο 4 δεν επέρχονται ουσιαστικές αλλαγές, αλλά προσαρμόζεται το περιεχόμενό του στις μέχρι σήμερα νομοθετικές εξελίξεις, όπως π.χ. είναι η κατάργηση της δυνατότητας του εισαγγελέα να παρίσταται στα πταισματοδικεία, ενώ η σημερινή παρ. 7, που προβλέπει ίδρυση και λειτουργία ειδικών τμημάτων στα ειρηνοδικεία για την εκδίκαση υποθέσεων του Ν. 3859/2010 (υπερχρεωμένα νοικοκυριά) με απόφαση του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου απαλείφεται, ενόψει του ότι εξέλιπε η επείγουσα ανάγκη που επέβαλε τη θέσπισή της, δεδομένου ότι σήμερα τα περισσότερα ειρηνοδικεία έχουν τροποποιήσει τους κανονισμούς τους και πλέον η ανάγκη για την κατάρτιση ή μη τέτοιων τμημάτων θα πρέπει να κρίνεται από την ολομέλεια του οικείου Ειρηνοδικείου με αντίστοιχη τροποποίηση του κανονισμού. Είναι προφανές ότι με την τελευταία αυτή τροποποίηση (όπως και με σειρά άλλων διατάξεων που αναφερθούν πιο κάτω) ενισχύεται ο ρόλος της ολομέλειας των δικαστηρίων.

 

Άρθρο 6Α (άρθρο 7 Σχεδίου)

Σε σχέση με το άρθρο αυτό (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 7) η ΕΔΕ πρότεινε την ρύθμιση των υπηρεσιών των ειρηνοδικών με πράξη όχι του προέδρου πρωτοδικών, αλλά με πράξη του διευθύνοντος το ειρηνοδικείο της έδρας του πρωτοδικείου, όπου υπάγεται, ώστε να εκδηλώνεται έμπρακτα και σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας ο σεβασμός στο αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων, που προϋποθέτει αποκλεισμό οποιασδήποτε υπηρεσιακής ανάμιξης του ανώτερου δικαστικού σχηματισμού στη λειτουργία του κατώτερου δικαστηρίου. Τελικά λόγω ισοψηφίας και υπερίσχυσης της ψήφου της Προέδρου της Επιτροπής η πρότασή μας αυτή απορρίφθηκε.

 

Άρθρο 7 (άρθρο 8 Σχεδίου)

Μετά από πρόταση της ΕΔΕ, η σημερινή παρ. 2 του άρθρου 7 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 8), που προβλέπει ότι σε περίπτωση κωλύματος του γραμματέα το ειρηνοδικείο συνεδριάζει χωρίς την παρουσία του και ο ειρηνοδίκης τηρεί ο ίδιος τα πρακτικά, καταργείται αφού η υφιστάμενη διάταξη συνιστά υποβάθμιση του ρόλου των ειρηνοδικών, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι πάντοτε δυνατή η αναπλήρωση του γραμματέα που κωλύεται από δικαστικό υπάλληλο από εκείνους που υπηρετούν στην περιφέρεια του πρωτοδικείου κατά το άρθρο 10 παρ. 5 ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ.

 

Άρθρα 8 και 9 (άρθρα 9 και 10 Σχεδίου)

Στο άρθρο 8 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 9) επήλθαν επουσιώδεις αλλαγές και συγκεκριμένα διευρύνθηκε το κώλυμα σύμπραξης στην ίδια διαδικαστική πράξη αφενός στους ενόρκους αφετέρου σε όσους συνδέονται με σύμφωνο συμβίωσης και παράλληλα προβλέφθηκε η δυνατότητα να δίνεται σε δικαστικές αίθουσες το όνομα δικαστικού λειτουργού που διακρίθηκε για τις δικαστικές του αρετές.

Στο άρθρο 9 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 10) διευκρινίζεται στην παρ. 2 ότι η συνδρομή των οργάνων των ενόπλων δυνάμεων στις δικαστικές αρχές μπορεί να ζητηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Άρθρο 10 (άρθρο 11 Σχεδίου)

Το άρθρο 10 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 11) αφορά τα σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία της γραμματείας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών. Εκείνου που αξίζει να αναφερθεί είναι ότι γίνεται σαφής νομοθετική διάκριση μεταξύ «προϊσταμένου της γραμματείας» δικαστικού υπαλλήλου, ο οποίος διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας και δίνει τις αναγκαίες οδηγίες στο προσωπικό της και «δικαστή ή προέδρου του τριμελούς συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο ή εισαγγελέα που διευθύνει την εισαγγελία» (ή εν συντομία «διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία»), ο οποίος προΐσταται της γραμματείας ως εποπτεύων και δίνει τις αναγκαίες οδηγίες προεχόντως στον προϊστάμενο της γραμματείας για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία αυτής. Σημειώνεται ότι στο τελ. εδ. της νέας παρ. 3 ανατίθενται και νέες αρμοδιότητες στον προϊστάμενο της γραμματείας.

Απαλείφθηκαν οι παρ. 6 και 7 του ισχύοντος σήμερα άρθρου 10 ΚΟΔΚΔΛ που προβλέπουν προσωρινή ανάθεση καθηκόντων γραμματέα σε οποιονδήποτε ημεδαπό πολίτη εφόσον δεν υπάρχει γραμματέας και δεν είναι εφικτή η αναπλήρωσή του.

 

Άρθρο 14 (άρθρο 15 Σχεδίου)

Στο άρθρο 14 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 15) παρ. 2 προστέθηκε περ. ε΄ που προβλέπει ως υποχρεωτική τη σύγκληση της ολομέλειας του δικαστηρίου όταν ζητηθεί από τον προϊστάμενο της γραμματείας μετά από απόφαση της υπηρεσιακής συνέλευσης, που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών της. Με το Σχέδιο του ΚΟΔΚΔΛ η σύγκληση της ολομέλειας του δικαστηρίου στις περιπτώσεις της παρ. 2 πρέπει να γίνεται υποχρεωτικά εντός 15 ημερών. Περαιτέρω, απαλείφθηκε ως περιττή η πρόβλεψη της ισχύουσας σήμερα παρ. 2 για σύγκληση της ολομέλειας του δικαστηρίου από εκείνον που τη ζήτησε, σε περίπτωση αδράνειας του διευθύνοντος το δικαστήριο. Ειδικότερα, η Επιτροπή έκρινε ως περιττή τη σημερινή πρόβλεψη, διότι η σύγκληση της ολομέλειας στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού είναι υποχρεωτική. Ωστόσο, κατά της απάλειψης της πρόβλεψης αυτής τάχθηκε η ΕΔΕ, καθώς και οι εκπρόσωποι των μελών του ΣτΕ, του Εφετείου Αθηνών, της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, με το σκεπτικό ότι με την ισχύουσα σήμερα ρύθμιση εξυπηρετείται η αρχή της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας στον κρίσιμο τομέα της διοίκησης των δικαστηρίων. Με την τελική ρύθμιση του Σχεδίου δεν φαίνεται να δίνεται διέξοδος στο εύλογο αίτημα των προσώπων της παρ. 2 να συγκληθεί και μάλιστα άμεσα η ολομέλεια του δικαστηρίου σε περίπτωση αδράνειας του διευθύνοντος το δικαστήριο.

 

Άρθρο 14Α (άρθρο 16 Σχεδίου)

Το άρθρο 14Α (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 16), που αφορά την σύγκληση και λειτουργία της ολομέλειας της εισαγγελίας, προσαρμόστηκε κατά κύριο λόγο στις αλλαγές που επήλθαν στο ισχύον άρθρο 14 ΚΟΔΚΔΛ, για τις οποίες έγινε λόγος πιο πάνω.

 

Άρθρο 15 (άρθρο 17 Σχεδίου)

Στην παρ. 4 του άρθρου 15 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 17), που αναφέρεται στην εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων διοίκησης σε ορισμένα δικαστήρια, προστέθηκε, μετά από πρόταση της ΕΔΕ, εδάφιο που καθορίζει την ολομέλεια του δικαστηρίου ως το αρμόδιο για τη σύνταξη και οριστικοποίηση του καταλόγου των εκλόγιμων δικαστικών λειτουργών, καθώς και για την επίλυση κάθε επιμέρους ζητήματος σχετιζόμενου με την εκλογική διαδικασία.

Παράλληλα, μετά από πρόταση της ΕΔΕ ρυθμίζεται με ειδικό τρόπο η υποψηφιότητα των μελών του συμβουλίου διεύθυνσης στα ειρηνοδικεία, δεδομένου ότι η ισχύουσα ρύθμιση προκαλεί δυσλειτουργίες, αφού δεν διασαφηνίζεται μ’ αυτήν αν οι αρχαιότεροι ειρηνοδίκες Α΄ Τάξης είναι ή όχι ταυτόχρονα υποψήφιοι τόσο για τη θέση του προέδρου όσο και των μελών του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης. Με τη νέα ρύθμιση της παρ. 4 διευκρινίζεται ότι για την εξεύρεση του αριθμού του ½ των οργανικών θέσεων δεν υπολογίζονται όσοι είναι υποψήφιοι πρόεδροι και παράλληλα προσαρμόζεται στην τροποποίηση αυτή και το εύρος της απαγόρευσης επανεκλογής στην ίδια θέση του ίδιου προσώπου για περισσότερες από δύο θητείες.

Επίσης, μετά από πρόταση της ΕΔΕ αποφασίστηκε η διευκρίνιση στην παρ. 5 ότι η έκπτωση από τη θέση του προέδρου ή του μέλους του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης προϋποθέτει το αμετάκλητο της επιβολής πειθαρχικής ποινής, ώστε να μην κρίνονται πρόωρα ζητήματα σχετιζόμενα με το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων.

Στην παρ. 7 αυξήθηκε ο χρόνος που μπορεί κάθε δικαστής να υπηρετεί στο ίδιο τμήμα, από 4 σε 6 έτη.  

Περαιτέρω, με πρόταση της ΕΔΕ προστέθηκε νέα παράγραφος με αρίθμηση 8, προκειμένου να διευκρινιστεί ότι η υπηρεσιακή χρέωση του δικαστικού λειτουργού (δικαστών και εισαγγελέων) πρέπει να είναι πάντοτε ανάλογη με τον πραγματικό χρόνο υπηρεσίας του εντός του συγκεκριμένου δικαστικού έτους και επομένως η λήψη μακροχρόνιας άδειας (άνω του ενός μηνός) για οποιονδήποτε λόγο (αναρρωτική άδεια ή άδεια ανατροφής τέκνου, κ.λ.π.) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την υπηρεσιακή χρέωση. Αντίστοιχα, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η κατάσταση της υγείας του δικαστικού λειτουργού μετά τη λήξη της άδειάς του, δεδομένου ότι η πλήρης ένταξή του στην υπηρεσία (π.χ. η πλήρης ανάρρωση) πολλές φορές απαιτεί την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος.

Στην νέα παρ. 10 του άρθρου διευκρινίστηκε, μετά από πρόταση της ΕΔΕ, ότι στα δικαστήρια, στα οποία δεν διενεργούνται εκλογές για την ανάδειξη μελών τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης, η διοίκηση ασκείται από δικαστικό λειτουργό, η θητεία του οποίου δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 4 έτη, καθώς κρίθηκε ότι οι ίδιοι λόγοι που επιβάλλουν τη χρονικά περιορισμένη θητεία σε δικαστικούς σχηματισμού, όπου διενεργούνται εκλογές για την ανάδειξη του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης, συντρέχουν και σε όσα δικαστήρια η διοίκηση ασκείται από τον αρχαιότερο δικαστή, ενώ μόνο ο διαφορετικός τρόπος ορισμού του διευθύνοντος το δικαστήριο δεν δικαιολογεί διαφοροποίηση ως προς τη διάρκεια της θητείας του.

Στα πλαίσια συζήτησης για την αναμόρφωση του ισχύοντος σήμερα άρθρου 15 ΚΟΔΚΔΛ (άρθρο 17 του Σχεδίου) προτάθηκε από την ΕΔΕ η κατάργηση της δυνατότητας επανεκλογής του ίδιου προσώπου ως προέδρου ή τακτικού μέλους συμβουλίου διεύθυνσης δικαστηρίου στον ίδιο βαθμό, προκειμένου να αποδεσμευτεί ο πρόεδρος και τα μέλη της διοίκηση των δικαστηρίων από την «πίεση» να ενεργούν πράξεις με σκοπό την επανεκλογή τους και να μειωθεί ο κίνδυνος δημιουργίας ομάδων και «φίλων» της διοίκησης και διχασμού των συναδέλφων. Η πρότασή μας αυτή ψηφίστηκε από τους εκπροσώπους του Αρείου Πάγου, της Ένωσης Εισαγγελέων και των δικαστικών υπαλλήλων, ενώ καταψηφίστηκε από τα υπόλοιπα μέλη τη Επιτροπής.

Άρθρο 17 (άρθρα 19, 20 και 21 Σχεδίου)

Το περιεχόμενο του ισχύοντος σήμερα άρθρου 17 ΚΟΔΚΔΛ ρυθμίζεται στο Σχέδιο σε τρία (3) άρθρα, ήτοι στα άρθρα 19 (που αφορά στους κανονισμούς εσωτερικής υπηρεσίας), 20 (που αφορά στις κληρώσεις των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων) και 21 (στις κληρώσεις των συνθέσεων σε υποθέσεις ασφαλιστικών μέτρων). Οι διατάξεις των νέων άρθρων 20 και 21 του Σχεδίου διατηρούν ακέραιες τις σημερινές προβλέψεις του άρθρου 17 κεφ. Β΄ και Γ΄ ΚΟΔΚΔΛ.

Σε σχέση με τις ρυθμίσεις του άρθρου 19 του Σχεδίου (που αποτυπώνει τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του ισχύοντος Κεφαλαίου Α του άρθρου 17 ΚΟΔΚΔΛ) διαπιστώθηκε από την Επιτροπή ότι η αρχή του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, που ερείδεται στη συνταγματική αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, είχε κατά την εφαρμογή της στην πράξη επιτυχημένα αποτελέσματα όσον αφορά την αποδοτικότερη άσκηση της δικαιοσύνης και για το λόγο αυτό και με δεδομένο ότι ο κανονισμός αποτελεί αμιγώς εσωτερικό ζήτημα των δικαστηρίων και εισαγγελιών διατηρήθηκαν κατά βάση οι διατάξεις του ισχύοντος σήμερα ΚΟΔΚΔΛ με ορισμένες διαφοροποιήσεις, που ενισχύουν το αυτοδιοίκητο. Στην παρ. 4 του νέου άρθρου 17 ΚΟΔΚΔΛ ορίζονται τα πρόσωπα που μπορούν να ζητήσουν την σύνταξη, συμπλήρωση, τροποποίηση ή αντικατάσταση κανονισμού. Το Σχέδιο στα πλαίσια της απόφασης της Επιτροπής για δραστικό περιορισμό των αρμοδιοτήτων του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε θέματα που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία της δικαιοσύνης απάλειψε την σημερινή πρόβλεψη για σχετικό δικαίωμα του Υπουργού. Στην παρ. 5 του νέου άρθρου 19 του Σχεδίου ορίζεται το ελάχιστο περιεχόμενο κάθε κανονισμού και τα κριτήρια για την ορθολογική οργάνωση των δικαστηρίων και την κατανομή των υποθέσεων ανά τμήμα ή ανά δικαστικό λειτουργό με κύριο γνώμονα την ποιοτική άσκηση του δικαιοδοτικού έργου, λαμβανομένης υπόψη της «φέρουσας ικανότητας» κάθε δικαστηρίου και των δικαστικών λειτουργών. Σύμφωνη με την επιλογή αυτή της Επιτροπής είναι και η κατάργηση της υφιστάμενης σήμερα πρόβλεψης στο άρθρο 17 Κεφ. Α΄, παρ. 5 για τον εύλογο χρόνο προσδιορισμού δικασίμου, που γίνεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες και δυνατότητες κάθε δικαστηρίου. Στην παρ. 7 διατηρείται η υποχρέωση υποβολής των κανονισμών στις Ολομέλειες των οικείων Ανώτατων Δικαστηρίων, οι οποίες ενόψει του θεσμικού τους ρόλου είναι οι αρμόδιες να προβούν σε έλεγχο αυτών, κριθέντος ότι η εποπτεία από οποιοδήποτε άλλο όργανο θίγει τον πυρήνα του αυτοδιοίκητου. Πλην, όμως, μετά από αίτημα και επιμονή της ΕΔΕ καταργήθηκε η αναγνωριζόμενη σήμερα δυνατότητα των Ανωτάτων Δικαστηρίων να συμπληρώνουν, τροποποιούν και ακυρώνουν τις τροποποιήσεις που αποφάσισαν οι ολομέλειας των δικαστηρίων, διότι θεωρείται πλήγμα στο αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων. Έτσι, με τη νέα διάταξη του άρθρου 17 παρ. 7 του Σχεδίου το Ανώτατο Δικαστήριο έχει δικαίωμα μόνο αναπομπής του κανονισμού στην ολομέλεια του δικαστηρίου, χωρίς δυνατότητα διαμόρφωσης του ουσιαστικού του περιεχομένου. Εδώ τονίζουμε μόνο ότι η αρχική πρόταση της ΕΔΕ περιόριζε την αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην αναπομπή μόνο σε περίπτωση τυπικής παράλειψης κατά τη διαδικασία τροποποίησης του κανονισμού.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διάταξη της παρ. 5 περ. β΄ του νέου άρθρου 17 του Σχεδίου που ορίζει ότι οι ρυθμίσεις του κανονισμού ως προς τον τρόπο χρέωσης των υποθέσεων πρέπει να «διασφαλίζουν την ποιοτική και αποδοτική άσκηση του δικαιοδοτικού έργου, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων συνθηκών κάθε δικαστηρίου και εισαγγελίας και της στελέχωσης αυτών». Επομένως, η νομοθετική αυτή πρόβλεψη δεσμεύει τόσο τις ολομέλειες των δικαστηρίων κατά την σύνταξη και τροποποίηση των κανονισμών και των διευθύνοντα το δικαστήριο κατά την κατανομή των υποθέσεων ανά τμήμα και δικαστή όσο και το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την έγκριση ή αναπομπή των τροποποιήσεων των κανονισμών.

Άρθρο 18 (άρθρο 22 Σχεδίου)

Το άρθρο 18 παρ. 1 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 22 παρ. 1) αφορά στα δικαστικά καταστήματα. Στο Σχέδιο διευκρινίζεται το αυτονόητο, ότι η δικαιοσύνη πρέπει να απονέμεται σε χώρους και υπό συνθήκες που συνάδουν με τη σημασία της ύψιστης πολιτειακής λειτουργίας και που διασφαλίζουν τον σεβασμό στην αξιοπρέπεια όλων αδιακρίτως των συμμετεχόντων, με έμφαση στην ευχερή πρόσβαση των ατόμων με προβλήματα κινητικότητας, σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις και τάσεις στον τομέα της χωροταξίας και της οργάνωσης των δικαστηρίων. Όπως ρητά αναφέρεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου, η διακήρυξη αυτή δεν αποτελεί απλό ευχολόγιο, αλλά μεταξύ άλλων υποχρεώνει την κανονιστική Διοίκηση να ορίζει κατάλληλο δικαστικό κατάστημα.

 

Άρθρο 20 (άρθρο 24 Σχεδίου)

Τα προβλεπόμενα στο άρθρο 20 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 24) γραφεία έρευνας και νομολογίας αναβαθμίζονται σε γραφεία έρευνας, νομολογίας και δικαστικής ιστορίας και έχουν επιπλέον αρμοδιότητες για τη συλλογή, αρχειοθέτηση και διαφύλαξη κάθε πρόσφορου στοιχείου, που αφορά στη δικαστική ιστορία.

 

Άρθρο 21 (άρθρο 25 Σχεδίου)

Το άρθρο 21 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 25) ορίζει ότι εκτός της ήδη προβλεπόμενης επίθεσης υπηρεσιακής σφραγίδας ως προϋπόθεσης για την εγκυρότητα των δικαστικών εγγράφων υπάρχει η δυνατότητα χρήσης ψηφιακής υπογραφής.

 

Άρθρο 22 (άρθρο 26 Σχεδίου)

Το άρθρο 22 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 26) επιδιώκει με τη νέα του μορφή να συμβάλει στον εκσυγχρονισμό των διαδικασιών και τον περιορισμό της γραφειοκρατίας μέσω της χρήσης τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών, με απώτατο στόχο την καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη.

 

Άρθρο 23 (άρθρο 27 Σχεδίου)

Στο άρθρο 23 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 27), το οποίο περιέχει ειδικές ρυθμίσεις για τον Άρειο Πάγο, απαλείφονται οι ρυθμίσεις που αφορούν στην κατανομή των υποθέσεων στα ποινικά τμήματα του Αρείου Πάγου και παραμένει μόνο η εξουσιοδοτική διάταξη, ώστε η κατανομή των αιτήσεων αναίρεσης στα Τμήματα να ρυθμίζεται από τον κανονιστικό νομοθέτη. Επίσης, στην παρ. 6 απαλείφεται η δυνατότητα αναπλήρωσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από αρεοπαγίτη, διότι ο προβλεπόμενος αριθμός οργανικών θέσεων αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου είναι επαρκής σε κάθε περίπτωση.

 

Άρθρο 26 (άρθρο 30 Σχεδίου)

Το άρθρο 26 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 30) διατήρησε κατά βάση το σημερινό του περιεχόμενο με βελτιώσεις στην ορολογία προς άρση ερμηνευτικών αμφιβολιών που ανέκυψαν κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής. Επίσης, με τη νέα διατύπωση της διάταξης αυτής γίνεται σαφές ότι απαιτείται προεδρικό διάταγμα και για τον ορισμό δικαστών ανηλίκων σε πολυμελή δικαστήρια. Στα πλαίσια των συζητήσεων για την αναμόρφωση του περιεχομένου του άρθρου 26 ΚΟΔΚΔΛ, η ΕΔΕ πρότεινε την αντιστροφή της αρμοδιότητας που αναγνωρίζει η σημερινή διάταξη στον διευθύνοντα το δικαστήριο και στον εισαγγελέα εφετών για τον ορισμό ανακριτών και δικαστών ανηλίκων, καθώς η διάταξη αυτή υπό τη σημερινή της μορφή πλήττει κατά ένα σημαντικό μέρος το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων. Ειδικότερα προτάθηκε ο ορισμός των ανακριτών και των δικαστών ανηλίκων να γίνεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από γνώμη (προφανώς όχι κατ’ ανάγκη σύμφωνη) του εισαγγελέα εφετών και πρόταση του συμβουλίου ή του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Η θέση αυτή της ΕΔΕ δεν υπερψηφίστηκε από τα μέλη της Επιτροπής.

 

Άρθρο 27 (άρθρο 31 Σχεδίου)

Το άρθρο 27 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 31) αφορά στον καθορισμό των (πολιτικών και ποινικών) υποθέσεων που εκδικάζονται κατά την περίοδο των δικαστικών διακοπών. Από την παρ. 3 του νέου άρθρου 31 του Σχεδίου απαλείφονται τα δύο τελευταία εδάφια που προβλέπουν σήμερα αρμοδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να ζητήσει από ανώτερο δικαστήριο την τροποποίηση ή συμπλήρωση ή ακύρωση της απόφασης της ολομέλειας ενός δικαστηρίου σχετικά με την κατάρτιση των τμημάτων που θα λειτουργήσουν κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Όπως ήδη αναφέρθηκε η διάταξη αυτή (όπως και πολλές άλλες) αποτυπώνουν την επιλογή της Επιτροπής να απαλείψει ισχύουσες ρυθμίσεις που αναγνωρίζουν δικαίωμα του Υπουργού να παρεμβαίνει στη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Παράλληλα, απαλείφεται και η ισχύουσα σήμερα παρ. 5 του άρθρου 27 ΚΟΔΚΔΛ, που προβλέπει την υποχρέωση δήλωσης του τόπου διακοπών των δικαστικών λειτουργών, η οποία ενόψει και της σύγχρονης τεχνολογίας έχει περιπέσει σε αχρησία. Τέλος, το άρθρο αυτό προσαρμόζεται στις νομοθετικές μεταβολές στον ΚΠΔ και ειδικότερα στην πρόβλεψη πλέον αίτησης ακύρωσης της διαδικασίας και επί κακουργημάτων (άρθρο 435 ΚΠΔ).

Σημειώνεται εδώ ότι ο εκπρόσωπος της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του ΣτΕ πρότεινε τη δραστική μείωση των δικαστικών διακοπών και την παράταση του χρόνου λειτουργίας των δικαστηρίων. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από το σύνολο των μελών της Επιτροπής.

Άρθρα 37 και 38 (άρθρα 45 και 46 Σχεδίου)

Τα άρθρα αυτά (που στο Σχέδιο έλαβαν αρίθμηση 45 και 46 αντίστοιχα) που αφορούν στα κωλύματα διορισμού ως δικαστικού λειτουργού και στην άρση αυτών προσαρμόστηκαν στις σύγχρονες αντιλήψεις για πλήρη και ουσιαστικό σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας και έτσι απαλείφεται το εδ. α΄ της παρ. 1 του ισχύοντος σήμερα άρθρου 38 ΚΟΔΚΔΛ και αντίστοιχα προστίθεται στην περ. ι΄ της παρ. 1 του άρθρου ισχύοντος σήμερα άρθρου 38 ΚΟΔΚΔΛ σχετική πρόβλεψη, ώστε το κώλυμα διορισμού ως δικαστικού λειτουργού να αίρεται σε περίπτωση αμετάκλητης οριστικής παύσης της ποινική δίωξης λόγω παραγραφής του εγκλήματος.

 

Άρθρο 40 (άρθρο 48 Σχεδίου)

Καταργείται ως αναχρονιστική η σημερινή παρ. 4 του άρθρου 40 ΚΟΔΚΔΛ, που προβλέπει ουσιαστικά άδεια του διευθύνοντος το δικαστήριο για την απομάκρυνση του δικαστικού λειτουργού από την έδρα του κατά της ημέρες αργίας, σύμφωνα με την πρόταση της ΕΔΕ. Αντίθετα, δεν έγινε δεκτή η πρότασή μας για κατάργηση της (ομοίως αναχρονιστικής) παρ. 3 του άρθρου 40 ΚΟΔΚΔΛ, που προβλέπει ότι ο δικαστικός λειτουργός οφείλει να διαμένει στην πόλη, όπου είναι η έδρα του δικαστηρίου, στο οποίο υπηρετεί η σε προάστιό της.

 

Άρθρο 42 (άρθρο 50 Σχεδίου)

Το άρθρο 42 ΚΟΔΚΔΛ (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 50) αφορά στα κωλύματα εντοπιότητας κατά την τοποθέτηση ή μετάθεσή τους σε ορισμένη δικαστική περιφέρεια. Με το Σχέδιο έγινε προσπάθεια εξορθολογισμού των σχετικών διατάξεων και προσαρμογής τους στις σύγχρονες συνθήκες και ανάγκες. Ειδικότερα, απαλείφθηκε από τις δύο πρώτες παραγράφους ο τόπος γέννησης του δικαστικού λειτουργού ως λόγος κωλύματος υπηρέτησής του σε ορισμένο δικαστήριο, διότι κρίθηκε ότι ο ιδιαίτερος δεσμός του δικαστικού λειτουργού με ορισμένο τόπο, που μπορεί να επηρεάσει την άσκηση των καθηκόντων του, δεν μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στο τυχαίο γεγονός της γέννησής του σε ορισμένο τόπο, χωρίς τη συνδρομή άλλου πρόσθετου στοιχείου. Παράλληλα, γίνεται προσπάθεια ορθολογικής αντιμετώπισης των κωλυμάτων εντοπιότητας λαμβάνοντας υπόψη πληθυσμιακά κριτήρια, καθώς και τις ανάγκες λειτουργίας των μικρότερων σε αριθμό υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών δικαστηρίων. Επίσης, στην παρ. 2 το χρονικό διάστημα εντός του οποίου θα υπολογιστεί η 3ετής εγκατάσταση του δικαστικού λειτουργού ή του/της συζύγου του μειώνεται από 10 σε 5 έτη, μετά από πρόταση της ΕΔΕ, ώστε να περιοριστεί σε λογικά πλαίσια το σχετικό κώλυμα. Τέλος, διευκρινίζεται ότι τα κωλύματα εντοπιότητας εκ της εξ αγχιστείας συγγένειας ισχύουν μόνο κατά τη διάρκεια του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης και δεν διατηρούνται μετά την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή τη λύση του συμφώνου συμβίωσης.

Εδώ τονίζεται ότι η πρόταση της ΕΔΕ, που τελικά δεν υιοθετήθηκε από την Επιτροπή, ήταν οι εξαιρέσεις της παρ. 4 από τα κωλύματα εντοπιότητας να επεκταθούν (πέρα από τις υφιστάμενες σήμερα εξαιρέσεις στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιά, Πάτρα, Ηράκλειο, Λάρισα, Βόλο, Ιωάννινα, Χανιά και Ρόδο) και στις εξής πόλεις: Τρίκαλα, Χαλκίδα, Σέρρες, Αλεξανδρούπολη, Ξάνθη, Κατερίνη, Καλαμάτα, Καβάλα, Αγρίνιο, Λαμία και Κομοτηνή.

Άρθρο 43 (άρθρο 51 Σχεδίου)

Απαλείφεται ως μη σκόπιμη η προβλεπόμενη στην παρ. 3 του άρθρου 43 (που στο Σχέδιο έλαβε αρίθμηση 51) επιβολή περικοπής μισθού σε δικαστικό λειτουργό λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης παράδοσης σχεδίων αποφάσεων και δικογραφιών που του ανατίθενται προς επεξεργασίας, καθώς και λόγω αδικαιολόγητης μη συμμετοχής στις συνεδριάσεις των οργάνων του δικαστηρίου ή της αδικαιολόγητης μη εκτέλεσης υπηρεσίας που του ανατέθηκε αρμοδίως διότι συνιστά άσκηση οιονεί πειθαρχικής εξουσίας, κατά παρέκκλιση από τα ουσιαστικά και δικονομικά εχέγγυα που κατοχυρώνονται στα άρθρα 90 επ. ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ για την εν γένει απόδοση πειθαρχικών ευθυνών σε δικαστικούς λειτουργούς. Στην παρ. 8 προστίθεται εδ. β΄, κατά το οποίο τα οδοιπορικά έξοδα και η ημερήσια αποζημίωση καταβάλλονται εντός μηνός από την εκτέλεση της υπηρεσίας. Αυτό κρίθηκε αναγκαίο προκειμένου να μην καθυστερεί υπέρμετρα η καταβολή των ως άνω εξόδων και αποζημιώσεων, δεδομένου ότι οι δικαστικοί λειτουργοί, που μετακινούνται εκτός έδρας, προκαταβάλλουν όλα τα έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση της υπηρεσίας αυτής.

 

Άρθρο 52 Σχεδίου (νέα διάταξη)

Το άρθρο 52 του Σχεδίου αποτελεί νέα διάταξη, με την οποία αφενός θεσπίζεται εξαίρεση των δικαστικών λειτουργών από την αυτόφωρη διαδικασία επί πλημμελημάτων σε εναρμόνιση με τα ισχύοντα για άλλες κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων (π.χ. δικηγόροι, αστυνομικά όργανα), αλλά και προς προστασία των δικαστικών λειτουργών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους από καταχρηστικές απόπειρες παρέλκυσης της δίκης και προς διασφάλιση της ομαλής περάτωσης αυτής αφετέρου εκδηλώνεται η μέριμνα της Πολιτείας για τις οικογένειες των δικαστικών λειτουργών, θυμάτων εγκληματικών ή τρομοκρατικών ενεργειών και η αναγνώριση της προσφοράς τους με σεβασμό στο δημόσιο συμφέρον, κατ’ αναλογία προς τα προβλεπόμενα για άλλες κατηγορίες θυμάτων τέτοιων ενεργειών.

 

Άρθρο 44 (άρθρα 53 και 54 Σχεδίου)

Οι διατάξεις του άρθρου 44 ΚΟΔΚΔΛ σχετικά με τις κανονικές άδειες των δικαστικών λειτουργών επαναλαμβάνονται στο νέο άρθρο 53 του Σχεδίου, ενώ οι διατάξεις σχετικά με την άδεια κύησης, λοχείας και ανατροφής τέκνου προβλέπονται σε ειδικό άρθρο (άρθρο 54 του Σχεδίου). Σε σχέση με το καθεστώς των κανονικών αδειών παρατηρείται ότι επαναλαμβάνονται κατά βάση οι ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 44 ΚΟΔΚΔΛ. Πάντως, προς αποσυμφόρηση των υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από τη γραφειοκρατία για ήσσονος σημασίας και περιορισμένης διάρκειας άδειες απουσίας δικαστικών λειτουργών, οι σχετικές αρμοδιότητες ανατίθενται (με τις παρ. 6 και 12) στους διευθύνοντες τα οικεία δικαστήρια και εισαγγελίες.

Σημαντική αλλαγή συνιστά η (κατά πρόταση της ΕΔΕ) κατάργηση της προβλεπόμενης σήμερα δυνατότητας στέρησης του δικαιώματος του δικαστικού λειτουργού να κάνει χρήση των δικαστικών διακοπών ή κανονικής άδειας, εφόσον κατά την κρίση του διευθύνοντος το δικαστήριο υπάρχει κίνδυνος ουσιώδους καθυστέρησης στην έκδοση αποφάσεων ή βουλευμάτων σε επείγουσες υποθέσεις. Η διάταξη αυτή επικρίθηκε εξαρχής ως αντισυνταγματική, αφού υποκρύπτει στην πραγματικότητα επιβολή πειθαρχικής ποινής.

Αναδιατυπώθηκε η διάταξη της παρ. 17 του άρθρου 44 ΚΟΔΚΔΛ (η οποία στο Σχέδιο περιλήφθηκε στην παρ. 12 του άρθρου 53) και συγκεκριμένα η ανάκληση κανονικής άδειας δικαστικού λειτουργού δεν γίνεται απευθείας από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά από τον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία, μετά από αίτημα του Υπουργού. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι η ΕΔΕ εξέφρασε την άποψη ότι έπρεπε να καταργηθεί (και όχι να αναμορφωθεί) η διάταξη αυτή.

Στο άρθρο 54 του Σχεδίου επαναλαμβάνονται κατά βάση οι ισχύουσες σήμερα διατάξεις για τις άδειες μητρότητας και ανατροφής τέκνων υπό τον νέο τίτλο «άδειες κύησης, λοχείας και ανατροφής τέκνου». Οι άδειες αυτές θα χορηγούνται από τον διευθύνοντα το δικαστήριο ή την εισαγγελία. Καταργείται κατά πρόταση της ΕΔΕ η σημερινή διάταξη της παρ. 24 του άρθρου 44 ΚΟΔΚΔΛ, που ορίζει ότι σε περίπτωση που ο σύζυγος δικαστικού λειτουργού δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο δικαστικός λειτουργός δεν δικαιούται να κάνει χρήση της άδειας ανατροφής τέκνου, διάταξη που κρίθηκε ότι αντίκειται στο άρθρο 21 παρ. 1 Συντ.

Εδώ αξίζει να τονιστεί ότι ο εκπρόσωπος της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του ΣτΕ πρότεινε τον περιορισμό του συνολικού χρόνου διάρκειας της άδειας κύησης-λοχείας-ανατροφής τέκνου και παράλληλα την πρόβλεψη δυνατότητας του διευθύνοντος το οικείο δικαστήριο να χορηγήσει την άδεια ανατροφής τέκνου σε πολύ μεταγενέστερο του τοκετού χρόνο. Η πρόταση αυτή αποκρούστηκε από το σύνολο των μελών της Επιτροπής, μεταξύ των οποίων και οι εκπρόσωποι της ΕΔΕ, που επιχειρηματολόγησαν υπέρ της διατήρησης του υφιστάμενου σε σχέση με τα ζητήματα αυτά καθεστώτος, τονίζοντας τον ιδιαίτερο σκοπό που υπηρετούν οι άδειες αυτές.

Άρθρο 46 (άρθρο 56 Σχεδίου)

Με τις διατάξεις του άρθρου 56 του Σχεδίου (αντίστοιχου του άρθρου 46 ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ) επιδιώκεται ο εκσυγχρονισμός του θεσμού των εκπαιδευτικών αδειών. Ειδικότερα, αυξάνεται το ανώτατο όριο ηλικίας των δικαστικών λειτουργών που έχουν τη δυνατότητα επιμόρφωσης από 45 στα 55 έτη, λαμβανομένου υπόψη και της αύξησης του μέσου όρου ηλικίας εισόδου στο δικαστικό σώμα. Καταργείται η προβλεπόμενη σήμερα (στην παρ. 3 του άρθρου 46 ΚΟΔΚΔΛ) δυνατότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να διαφωνήσει με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου σχετικά με τη χορήγηση εκπαιδευτικής άδειας.

 

Άρθρο 57 Σχεδίου (νέα διάταξη)

Το άρθρο 57 προστέθηκε στο Σχέδιο προκειμένου να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες που παρέχει το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικαστικής Εκπαίδευσης για την παρακολούθηση προγραμμάτων επιμόρφωσης από δικαστικούς λειτουργούς, με σκοπό την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή της χώρας μας στην ευρωπαϊκή δικαστική εκπαίδευση. Παράλληλα, προβλέπονται δυνατότητες συμμετοχής σε ποικίλες δραστηριότητες διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών καθώς και παρακολούθησης των εργασιών των ευρωπαϊκών δικαστηρίων και του ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου.

 

Άρθρο 47 (άρθρο 58 Σχεδίου)

Το άρθρο 58 του Σχεδίου επαναλαμβάνει κατά βάση τις ρυθμίσεις του ισχύοντος σήμερα άρθρου 47 ΚΟΔΚΔΛ, με ορισμένες νομοτεχνικές βελτιώσεις και διευκρινίσεις. Ενόψει της διαπίστωσης αντίθετης πρακτικής σε ορισμένα δικαστήρια κρίθηκε αναγκαίο να τεθεί στη νέα διάταξη ρητά στην περ. στ΄ της παρ. 3 η αυτονόητη προσθήκη ότι το δικαίωμα του δικαστικού λειτουργού να λαμβάνει γνώση του ατομικού φακέλου εμπεριέχει και το δικαίωμα να λαμβάνει αντίγραφα, με φωτοτυπία ή μα κάθε άλλο μηχανικό μέσο, χωρίς την ανάγκη οποιασδήποτε προηγούμενης άδειας προς τούτο, όλων των στοιχείων του φακέλου, περιλαμβανομένων και των στοιχείων που αφορούν στην επιθεώρηση αυτού ή σε πειθαρχικές διαδικασίες. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η απαγόρευση ανακοίνωσης των στοιχείων του φακέλου δικαστικού λειτουργού σε άλλα πρόσωπα, πλην των ρητώς αναφερόμενων, αφορά σε όλα τα στοιχεία του ατομικού φακέλου, ήτοι και στις εκθέσεις επιθεώρησης.

 

Άρθρο 49 (άρθρο 60 Σχεδίου)

Στο άρθρο 60 του Σχεδίου (αντίστοιχο του ισχύοντος σήμερα άρθρου 49 ΚΟΔΚΔΛ), που αφορά στις τοποθετήσεις και προαγωγές των δικαστικών λειτουργών επέρχονται σημαντικές αλλαγές κυρίως στον τρόπο επιλογής των δικαστικών λειτουργών των Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Ενόψει του ενιαίου των οργανικών θέσεων των ειρηνοδικών, που έχει ως συνέπεια την προαγωγή τους από μία τάξη στην αμέσως επόμενη με τη συμπλήρωση των προβλεπόμενων στο νόμο ετών υπηρεσίας και προκειμένου να εξαλειφθούν ανισότητες και αδικίες που ενδέχεται να δημιουργηθούν ανάμεσα στους ειρηνοδίκες και στους λοιπούς δικαστικούς λειτουργού εκ του λόγου ότι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και η έκδοση του σχετικού προεδρικού διατάγματος προαγωγής τους μπορεί να απέχει χρονικά από τη συμπλήρωση του απαιτούμενου για την προαγωγή χρόνου υπηρεσίας, στη διάταξη της παρ. 2 εδ. β΄ γίνεται προσθήκη, σύμφωνα με την οποία οι προαγωγές των ειρηνοδικών ανατρέχουν στο χρόνο κατά τον οποίο συμπληρώνουν τα απαιτούμενα έτη υπηρεσίας για την προαγωγή τους στο επόμενο βαθμό.

Με τη νέα διάταξη της παρ. 3 καταργείται η ισχύουσα σήμερα διαδικασία προεπιλογής από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των υποψήφιων για προαγωγή στο βαθμό του Προέδρου, Εισαγγελέα, Γενικού Επιτρόπου και Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, καθώς και παροχής από τη Διάσκεψη των προέδρων της Βουλής γνώμης στο Υπουργικό Συμβούλιο σχετικά με αυτούς. Και τούτο ενόψει του ότι κρίθηκε από τις διοικητικές ολομέλειας του ΣτΕ και του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι στη διαδικασία επιλογής των πιο πάνω ανώτατων δικαστικών λειτουργών δεν επιτρέπεται η συμμετοχή οργάνων της νομοθετικής λειτουργίας (βλ. ενδεικτικά Πρακτικά Διοικητικής Ολομέλειας ΣτΕ 2/2010 και Πρακτικά 13ης Γενικής Συνέλευσης Ολομέλειας Ελεγκτικού Συνεδρίου της 29ης Ιουνίου 2015).

Η Επιτροπή λαμβάνοντας υπόψη ότι ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας (Προέδρου, Εισαγγελέα και Αντιπροέδρων) αποτελεί ουσιώδη εγγύησης της δικαστικής ανεξαρτησίας και θεμελιώδες στοιχείο της ορθολογικής οργάνωσης της Δικαιοσύνης και με δεδομένο ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 Συντάγματος, ως εισάγουσα εξαίρεση σε σχέση με τη διάκριση των εξουσιών και δικαστική ανεξαρτησία, είναι στενώς ερμηνευτέα και δεν έχει την έννοια ότι παρέχει στην εκτελεστική εξουσία τη δυνατότητα να επιλέγει την ηγεσία των Ανωτάτων Δικαστηρίων κατ’ απόλυτη διακριτική ευχέρεια, χωρίς σαφή και ρητά κριτήρια, επανακαθόρισε τα κριτήρια επιλογής των Ανώτατων αυτών Δικαστικών Λειτουργών. Η νέα διάταξη περιορίζει σημαντικά τον κύκλο των δικαστικών λειτουργών από τους οποίους μπορεί να επιλεγούν οι πιο πάνω Ανώτατοι Δικαστικοί Λειτουργοί, με σεβασμό και τήρηση της αρχαιότητας, ως θεμελιώδους αρχής επί τη βάσει της οποίας διαμορφώνονται κατά το νόμο και την πάγια δικαστική παράδοση οι μεταξύ δικαστικών λειτουργών υπηρεσιακές σχέσεις καθ’ όλη της διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, χωρίς ωστόσο να εξουδετερώνεται η διακριτική ευχέρεια του Υπουργικού Συμβουλίου. Ειδικότερα, κατά το Σχέδιο η επιλογή γίνεται μεταξύ των 6 αρχαιοτέρων από τους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν τα τυπικά προσόντα, όταν η προς πλήρωση θέση είναι μία, ενώ για κάθε επιπλέον θέση ο αριθμός των υποψηφίων προς επιλογή αυξάνεται κατά δύο.

Σε σχέση με το άρθρο 49 ΚΟΔΚΔΛ η ΕΔΕ πρότεινε να τροποποιηθεί ουσιωδώς η υφιστάμενη παρ. 9, που αφορά στην παράλειψη από προαγωγή λόγω καθυστέρησης στην δημοσίευση και θεώρηση αποφάσεων. Ειδικότερα, πρότεινε να καταργηθεί το εδ. α΄ της διάταξης αυτής και να τεθεί η ακόλουθη διάταξη «Δεν αποτελεί λόγο παράλειψης από την προαγωγή στον επόμενο βαθμό η καθυστέρηση στη δημοσίευση και θεώρηση αποφάσεων που εκδίδει ο δικαστής, καθώς και η επεξεργασία δικογραφιών από τον εισαγγελικό λειτουργό, παρά μόνο με ειδική αιτιολογία του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου» και παράλληλα να τεθεί νέο εδάφιο ως εξής «Δεν είναι αδικαιολόγητη η καθυστέρηση που οφείλεται στην ιδιαίτερη δυσκολία ή στον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που χειρίζεται ο δικαστικός λειτουργός». Δικαιολογητικός λόγος για την πρόταση της πιο πάνω μεταβολής είναι οι προφανείς αδικίες στις οποίες μπορεί να οδηγήσει η υφιστάμενη σήμερα ρύθμιση, που έχει απόλυτο χαρακτήρα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η βαρύτητα των υποθέσεων που επεξεργάζεται ο δικαστικός λειτουργός. Τελικά η πρότασή μας αυτή δεν υιοθετήθηκε από την Επιτροπή.

Άρθρο 50 (άρθρο 61 Σχεδίου)

Σημαντική αλλαγή επέρχεται στο καθεστώς συνυπηρέτησης δικαστικών λειτουργών με συζύγους ή συνδεόμενους με σύμφωνο συμβίωσης. Ειδικότερα, με πρόταση της ΕΔΕ αναδιατυπώθηκε η παρ. 5, ώστε να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο η συνυπηρέτηση δικαστικού λειτουργού με σύζυγο ή μέρος συμφώνου συμβίωσης δημόσιο υπάλληλο ή υπάλληλο νπδδ, κατ’ αναλογία όσων ισχύουν σε άλλους κλάδους εργαζομένων στο Δημόσιο.

Παράλληλα, η ΕΔΕ πρότεινε την προσθήκη εδαφίου στην παρ. 3 με το εξής περιεχόμενο: «η απόφαση για την τοποθέτηση ή την μετάθεση δικαστικών λειτουργών λαμβάνεται με βάση την αρχαιότητα. Κατ’ εξαίρεση και για θέσεις που δεν υπερβαίνουν το 10% των κρινομένων επιτρέπεται η παρά την αρχαιότητα μετάθεση ή τοποθέτηση για κοινωνικούς λόγους, ιδίως για λόγους υγείας, συνυπηρέτησης και οικογενειακούς λόγους. Μετάθεση ή τοποθέτηση σε θέση καθ’ υπέρβαση των οργανικών θέσεων αποκλείεται». Η πρόταση αυτή της ΕΔΕ σεβόμενη πλήρως την θεμελιώδη αρχή της αρχαιότητας, η οποία αποτέλεσε βάση για τη διαμόρφωση του νέου τρόπου επιλογής των Ανωτάτων Δικαστικών Λειτουργών (κατά το άρθρο 60 του Σχεδίου, για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω), πρότεινε μία διαφανή και δίκαιη διαδικασία μεταθέσεων και τοποθετήσεων των δικαστικών λειτουργών. Τελικά, με οριακή πλειοψηφία και μετά από έντονες συζητήσεις η Επιτροπή δεν υιοθέτησε την πρότασή μας.

Άρθρο 51 (άρθρο 62 Σχεδίου)

Στο άρθρο 62 του Σχεδίου (αντίστοιχο του ισχύοντος σήμερα άρθρου 51 ΚΟΔΚΔΛ) προστέθηκε νέα παρ. 7, με υιοθέτηση της σχετικής πρότασης της ΕΔΕ, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το απαράδεκτο φαινόμενο της καθυστέρησης καταβολής στους δικαστικούς λειτουργούς των ποσών που οφείλονται σε αυτούς για τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό υπηρεσιακές μετακινήσεις.

 

Άρθρο 63 Σχεδίου (νέα διάταξη)

Στο άρθρο 63 του Σχεδίου συγκεντρώθηκαν ισχύουσες διατάξεις, αλλά και εντάχθηκαν νέες ρυθμίσεις σχετικά με τη συμμετοχή δικαστών σε διεθνή και ευρωπαϊκά όργανα. Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού η ανάθεση των καθηκόντων εκπροσώπησης της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς γίνεται με σεβασμό στην αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας και με βάση τις σχετικές εγγυήσεις, ήτοι μετά από προηγούμενη κρίση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και σε ορισμένες περιπτώσεις του διευθύνοντος το δικαστήριο ή την εισαγγελία. Σημειώνεται ότι με τις νέες ρυθμίσεις καλύπτεται ένα κενό της νομοθεσίας μας σχετικά με θέσεις δικαστών μερικής απασχόλησης σε διεθνή όργανα ή που έχουν δημιουργηθεί σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς και οι οποίες μπορεί να καταλαμβάνονται και από δικαστικούς λειτουργούς χωρίς να απαιτείται πλήρης και αποκλειστική απασχόληση και χωρίς να καταβάλλεται μισθός παρά μόνο αποζημίωση των εξόδων ταξιδιού.

 

Άρθρο 74 (άρθρο 88 Σχεδίου)

Ενόψει του ότι το συσταθέν με το άρθρο 74 του ισχύοντος ΚΟΔΚΔΛ «Κέντρο Δικαστικών Σπουδών» ουδέποτε λειτούργησε, αλλά σήμερα η εκπαίδευση και επιμόρφωση των Δικαστικών Λειτουργών έχει ανατεθεί στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών (ΕΣΔΙ), η οποία μετέχει ως μέλος στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικαστικής Εκπαίδευσης, η νέα διάταξη του άρθρου 88 του Σχεδίου αφενός καταργεί το «Κέντρο Δικαστικών Μελετών», αφού δεν επαναλαμβάνεται η σχετική πρόβλεψη αφετέρου προβλέπει ότι η ΕΣΔΙ αναλαμβάνει την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών κατά τις κείμενες διατάξεις, ενώ παράλληλα προβλέπεται ότι εκπαιδευτικές δραστηριότητας μπορεί να αναλαμβάνουν και οι Γενικές Επιτροπείες της Επικρατείας, καθώς και τα κατ’ ιδίαν δικαστήρια και οι εισαγγελίες για τους δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν σ’ αυτά.

 

Άρθρο 75 (άρθρο 89 Σχεδίου)

Στο άρθρο αυτό επαναλαμβάνονται οι ισχύουσες και σήμερα διατάξεις των παρ. 7-18 του άρθρου 75 ΚΟΔΚΔΛ με κατάλληλη προσαρμογή στη νομοθεσία για την ΕΣΔΙ.

Εδώ αξίζει να σημειωθεί η πρόταση της ΕΔΕ για ρητή πρόβλεψη διενέργειας ειδικού χωριστού διαγωνισμού στην ΕΣΔΙ μεταξύ των υπηρετούντων ειρηνοδικών Γ΄ και Δ΄ Τάξης, που έχουν συμπληρώσει διετή τουλάχιστον υπηρεσία, από τον οποίοι θα καλύπτεται ποσοστό 10% από τον συνολικό αριθμό των εισακτέων κατά τον ετήσιο διαγωνισμό, χωρίς η συμμετοχή στο διαγωνισμό αυτό να αποκλείει τη συμμετοχή των ειρηνοδικών κάθε τάξης στον γενικό διαγωνισμό της ΕΣΔΙ. Η πρόταση αυτή με την αντίστοιχη εξειδίκευση στην Αιτιολογική Έκθεση, όπως προτάθηκε από την ΕΔΕ, δεν υιοθετήθηκε τελικά από την Επιτροπή.

Άρθρο 77 (άρθρο 91 Σχεδίου)

Καταργούνται οι προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό προαγωγές σε προσωποπαγείς θέσεις, που έχουν κριθεί αντισυνταγματικές (βλ. ΟλΣτΕ 11/2002). Στην παρ. 10 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι πλέον σε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου προάγεται Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και όχι και Αρεοπαγίτης. Περαιτέρω, για την ενίσχυση του εισαγγελικού θεσμού ορίζεται ότι στη θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προάγεται μόνο Αντεισαγγελέας ή Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και όχι Αρεοπαγίτης.

 

Άρθρο 77Α (άρθρο 92 Σχεδίου)

Η διάταξη αυτή αναμορφώθηκε, ώστε οι σχετικές με τον τρόπο διεξαγωγής του διαγωνισμού για την πρόσληψη ειρηνοδικών διατάξεις να εναρμονιστούν με τα ισχύοντα με τις εξετάσεις της ΕΣΔΙ, λαμβάνοντας υπόψη και την αναβάθμιση του κλάδου των ειρηνοδικών κατά τα τελευταία έτη. Σημειώνεται εδώ ότι κατά πάγιο αίτημα της ΕΔΕ ο διορισμός ειρηνοδικών πρέπει να γίνεται αποκλειστικά μέσω της ΕΣΔΙ με έκδοση του προβλεπόμενου στο άρθρο 45 παρ. 1 Ν. 3689/2008 προεδρικού διατάγματος και προς την κατεύθυνση αυτή εργάζεται το σημερινό προεδρείο της ΕΔΕ.

 

Άρθρο 77Β (άρθρο 93 Σχεδίου)

Μετά από πρόταση της ΕΔΕ προσαρμόζεται ο τρόπος άσκησης των ειρηνοδικών στις σύγχρονες ανάγκες και συγκεκριμένα η νέα διάταξη προβλέπει εξάμηνη ειδική άσκηση όχι μόνο στο πρωτοδικείο της έδρας, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα, αλλά και στο ειρηνοδικείο της έδρας της τοποθέτησης του δόκιμου ειρηνοδίκη, ενόψει του ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ορισμένων διαδικασιών καθιστούν αναγκαία την απόκτηση από τον ειρηνοδίκη ανάλογης γνώσης και εμπειρίας. Επιπλέον περιλαμβάνονται στον ΚΟΔΚΔΛ οι διατάξεις για τις προϋποθέσεις της προαγωγής των ειρηνοδικών σε τάξεις, που μέχρι τώρα προβλέπονταν σε άλλο νόμο.

 

Άρθρα 78 και 79 (άρθρο 94 Σχεδίου)

Η διάταξη αυτή αφορά στη συγκρότηση, αρμοδιότητα και λειτουργία του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (Α.Δ.Σ.). Με τη νέα διάταξη καταργείται η υποχρέωση των μελών που μετέχουν στο Α.Δ.Σ. χωρίς ψήφο να αποχωρούν πριν από την έναρξη της ψηφοφορίας, δεδομένου ότι τούτο δεν προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 τελ. εδ. Συντ.

Σε σχέση με τη λειτουργία του Α.Δ.Σ. η ΕΔΕ είχε προτείνει την προσθήκη νέας παραγράφου με το εξής περιεχόμενο: «Όταν στα θέματα του Α.Δ.Σ. συζητείται θέμα απόσπασης δικαστικών λειτουργών σε θέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή άλλων ειδικών νόμων η ημερομηνία συνεδρίασης και το θέμα γνωστοποιούνται δέκα ημέρες πριν εγγράφως σε όσους δικαστικούς λειτουργούς έχουν τα τυπικά προσόντα για την απόσπαση με κλήση για υποβολή υποψηφιότητας αν το επιθυμούν και αυτοπρόσωπη παράσταση κατά τη συνεδρίαση. Επίσης υποχρέωση κοινοποίησης της σχετικής εισήγησης με την ίδια προθεσμία υφίσταται και όταν πρόκειται να παραλειφθεί από προαγωγή ή να μετατεθεί χωρίς αίτησή στο δικαστικός λειτουργός, ο οποίος δύναται να παρασταθεί αυτοπροσώπως κατά τη συζήτηση». Τελικά η πρόταση αυτή δεν υιοθετήθηκε από την Επιτροπή.

Άρθρο 84 (άρθρο 101 Σχεδίου)

Με τις τροποποιήσεις στο άρθρο αυτό επιδιώκεται η αποσαφήνιση των κριτηρίων επιθεώρησης και του αντικειμένου αυτής με στόχο την κατά το δυνατό ομοιόμορφη εφαρμογή του θεσμού, ανεξαρτήτως των συγκεκριμένων προσώπων που κληρώνονται ως επιθεωρητές.

Με τη νέα διάταξη καταργείται η διάταξη του τελ. εδ. της παρ. 7 περί ειδικού ελέγχου από τους επιθεωρητές των αποφάσεων περί αναβολών, δεδομένου ότι η αναβολή των υποθέσεων μπορεί να οφείλεται σε πλείστα αίτια (ωράριο, κωλύματα ή αποχή δικηγόρων, κ.λ.π.) και όχι σε υπαιτιότητα δικαστών.

Τέλος, απαλείφεται η ρύθμιση του εδ. α΄ της παρ. 8 και αναδιατυπώνεται ανάλογα η διάταξη του εδ. β΄ της ίδιας παραγράφου.

Άρθρο 85 (άρθρο 102 Σχεδίου)

Με τη νέα διάταξη εμπλουτίζονται τα κριτήρια επί τη βάσει των οποίων διενεργείται η αξιολόγηση. Και με τη νέα διάταξη διατηρήθηκε η ισχύουσα κλίμακα αξιολόγησης. Από τη διάταξη της παρ. 2 απαλείφθηκαν ως περιττά τα εδάφια που αναφέρονται σήμερα στην επιθεώρηση σχετικά με τον χειρισμό των υποθέσεων που υπάγονται στο Ν. 4033/2011. Σε σχέση με τους προέδρους πρωτοδικών και προέδρους εφετών τα κριτήρια αξιολόγησής τους συνάπτονται με την αποτελεσματικότητα των τμημάτων τους, καθώς και με το περιεχόμενο των αποφάσεων των δικαστών που υπάγονται στο τμήμα τους. Ιδιαίτερες ρυθμίσεις περιλήφθηκαν για την αξιολόγηση των προϊσταμένων δικαστηρίων και εισαγγελιών.

 

Άρθρο 90 (άρθρο 107 Σχεδίου)

Στα πλαίσια επεξεργασίας του άρθρου αυτού η ΕΔΕ πρότεινε την προσθήκη εδ. γ΄ στην παρ. 9 με το εξής περιεχόμενο: «Όταν το πειθαρχικό παράπτωμα φέρεται να έχει τελεστεί στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων για την οποία διενεργείται ποινική προκαταρκτική εξέταση ή έχει κινηθεί ποινική δίωξη, τότε η πειθαρχική διαδικασία αναστέλλεται μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας». Η πρόταση αυτή δεν υιοθετήθηκε από την Επιτροπή.

 

Άρθρο 91 (άρθρο 108 Σχεδίου)

Η ΕΔΕ πρότεινε σε σχέση με την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος της παρ. 2 περ. ε΄ (αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση καθηκόντων δικαστικών λειτουργών) την εισαγωγή εκτός του χρονικού κριτηρίου και ποσοτικού κριτηρίου, ήτοι ενός ελάχιστου αριθμού περαιωμένων πολιτικών υποθέσεων (150 αποφάσεις για τα πρωτοδικεία και τα ειρηνοδικεία και 50 αποφάσεις για τα εφετεία), ο οποίος εφόσον έχει συμπληρωθεί για το συγκεκριμένο δικαστικό έτος δεν θα κρίνεται αδικαιολόγητη η τυχόν καθυστέρηση ούτε θα αφαιρείται η δικογραφία από τον δικαστή που τη χειρίζεται. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε με οριακή πλειοψηφία.

Ιδιαίτερα σημαντικό σε σχέση με τη διάταξη αυτή είναι η διευκρίνιση και νομοθετική κατοχύρωση της νομολογιακά διαμορφωμένης αρχής ότι η κρίση που ο δικαστικός λειτουργός εκφέρει κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεν είναι πειθαρχικό παράπτωμα.

Άρθρο 98 (άρθρο 115 Σχεδίου)

Η νέα διάταξη διευκρινίζει ότι οι ανώνυμες αναφορές ιδιωτών σε βάρος δικαστικών λειτουργών δεν θα λαμβάνονται υπόψη, διότι πρέπει να αποφεύγεται ο άδικος διασυρμός των δικαστικών λειτουργών. Πάντως, η Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου διευκρινίζει αφενός ότι δεν εμποδίζεται ο λαβών την ανώνυμη αναφορά να ασκήσει αυτεπάγγελτα δίωξη αν στην αναφορά αυτή περιέχονται στοιχεία από τα οποία ενδεχόμενα μπορεί να προκύψει η τέλεση πειθαρχικών παραπτωμάτων αφετέρου ότι στις ανώνυμες αναφορές δεν περιλαμβάνονται τα δημοσιεύματα στον τύπο.

Στην παρ. 3 του νέου άρθρου προβλέπεται ότι οι αναφορές ιδιωτών είναι απαράδεκτες αν δεν συνοδεύονται από ηλεκτρονικό παράβολο 50 ευρώ υπέρ του Δημοσίου, το οποίο επιστρέφεται αν γίνουν ολικά ή μερικά δεκτές με την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης. Η θέσπιση παραβόλου κρίθηκε αναγκαία για να περιοριστεί το φαινόμενο των αστήρικτων αναφορών.

Άρθρο 99 (άρθρο 116 Σχεδίου)

Σε σχέση με τα αρμόδια για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης πρόσωπα η ΕΔΕ πρότεινε την απάλειψη από τη διάταξη αυτή της αναφοράς στους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, διότι η ειδική θεσμική τους αρμοδιότητα για εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων των δικαστικών λειτουργών προκαλεί χωρίς λόγο κίνδυνο σύγχυσης αρμοδιοτήτων. Τελικά η Επιτροπή διατήρησε τη σχετική αρμοδιότητά τους, διότι κρίθηκε από την πλειοψηφία της Επιτροπής ότι οι Πρόεδροι των Ανωτάτων Δικαστηρίων έχουν την εποπτεία επί των δικαστικών λειτουργών όλης της χώρας.

Περαιτέρω, υπερψηφίστηκε η πρόταση της ΕΔΕ να περιγράφονται με ακρίβεια σε γραπτή κλήση του ενεργούντος την (πειθαρχική) προκαταρκτική εξέταση προς τον ελεγχόμενο δικαστικό λειτουργό τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν το ερευνώμενο πειθαρχικό παράπτωμα και να αναγράφονται οι διατάξεις που το προβλέπουν. Με τον τρόπο αυτό δίνεται τέλος σε προκαταρκτικές εξετάσεις που πολλές φορές διενεργούνται χωρίς να υπάρχει στην πραγματικότητα οποιαδήποτε ένδειξη για τέλεση πειθαρχικού παραπτώματος ή πολύ περισσότερο σε περιπτώσεις που τα καταγγελλόμενα περιστατικά δεν στοιχειοθετούν οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα.