Ιστορικό Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

“Στην υπηρεσία των πολιτών και της δικαιοσύνης από το 1958”

Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων: Οι ιστορικοί σταθμοί μιας μακρόχρονης αγωνιστικής πορείας με βασικό σκοπό την κατοχύρωση της δικαστικής ανεξαρτησίας στην Ελλάδα….

Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων: Οι ιστορικοί σταθμοί μιας μακρόχρονης αγωνιστικής πορείας με βασικό σκοπό την κατοχύρωση της δικαστικής ανεξαρτησίας στην Ελλάδα.

Το κείμενο επιμελήθηκε η Θεοδώρα Ντάλλη, δικηγόρος, υποψήφια Δ.Ν.

1958-1963: Τα πέτρινα χρόνια

Στις 25 Ιανουαρίου 1958 σαράντα οκτώ δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί, που υπηρετούν στο Εφετείο και την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, υπογράφουν την ιδρυτική πράξη και το καταστατικό του δικαστικού σωματείου με την επωνυμία «Ένωσις Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων». Καταστατικοί σκοποί της «Ενώσεως» είναι η διασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας και η εξύψωση της θέσης των δικαστών, η βελτίωση της δικαστηριακής οργάνωσης για την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης, η προαγωγή της Νομικής επιστήμης, η επιστημονική συμβολή στη βελτίωση της Νομοθεσίας και η επικοινωνία και συνεργασία με ομοειδείς οργανώσεις δικαστικών λειτουργών της αλλοδαπής. Η «Ένωσις» δεν έχει πολιτικό ή συνδικαλιστικό χαρακτήρα [1]. Στις 23 Μαρτίου  1958 εκλέγεται το πρώτο εννεαμελές Διοικητικό Συμβούλιο της «Ενώσεως», με πρόεδρο τον Ιωάννη Αθανασούλη, πρόεδρο Εφετών [2]. Τον Οκτώβριο του 1958 στη Ρώμη, η «Ένωσις» γίνεται πανηγυρικώς δεκτή με δύο αντιπροσώπους στο Διοικητικό Συμβούλιο της Διεθνούς Ενώσεως Δικαστών και αναπτύσσει συνεργασία με το Κέντρο Σπουδών της Περούτζια αποστέλλοντας δικαστές για την παρακολούθηση μαθημάτων [3].

Τον Ιανουάριο του 1960, εκλέγεται νέο Δ.Σ. με πρόεδρο τον αρεοπαγίτη Αντώνιο Φλώρο. Το ίδιο έτος, εκδίδεται το επιστημονικό περιοδικό της «Ενώσεως»- η «Ελληνική Δικαιοσύνη». Η προεδρία Φλώρου θέτει την επαγγελματική και οικονομική αναβάθμιση των δικαστικών λειτουργών ως προϋπόθεση για τη βελτίωση της κατάστασης της δικαιοσύνης στη χώρα. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το πρόβλημα της έλλειψης δικαστών, λόγω μειωμένης προσέλευσης στους διαγωνισμούς παρέδρων και διαρροής στα νεοσύστατα τότε φορολογικά δικαστήρια, με το Ν. 4126/1960, βάσει του οποίου μειώνονται τα προσόντα εισαγωγής στον κλάδο της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και διπλασιάζεται ο χρόνος παραμονής των νεοδιόριστων υπό καθεστώς δοκίμου. Η «Ένωσις» υποβάλλει Υπόμνημα στον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης Κων/νο Καλλία και αναδεικνύει την «ηθική και οικονομική υποτίμηση του δικαστή» παρά τη συνταγματική πρόνοια [4]. Το Υπόμνημα αυτό δημοσιοποιείται και προκαλεί πολιτικό κόστος στην κυβέρνηση της ΕΡΕ. Ο Υπουργός κατηγορεί την ένωση ως «εκτραπείσα εις συνδικαλιστικήν εκδήλωσιν» και με έγγραφό του ζητά τη σύμπραξη του προέδρου και του εισαγγελέα του Α.Π. «διά την καταστολήν τοιούτων εκδηλώσεων συνδικαλιστικών» [5]. Η κατάσταση ομαλοποιείται σταδιακά και κατά τη διάρκεια του 1961.

Στις αρχές του 1962 συγκαλείται Γ.Σ., κατά την οποία τονίζεται η προσήλωση των μελών στις καταστατικές αρχές, «αποκηρύσσεται πάσα συνδικαλιστική τάσις ή εκδήλωσις» και υπογραμμίζεται η υποχρέωση της Ενώσεως να μελετά την κατάσταση της δικαιοσύνης και να εκφράζει τεκμηριωμένες απόψεις, ώστε να συμβάλλει στην επίλυση των σχετικών προβλημάτων [6]. Στις 10 Μαρτίου 1962 δημοσιεύεται στον τύπο πρόσκληση για σύγκληση έκτακτης Γ.Σ., στις 13 Μαρτίου 1962, με μοναδικό θέμα την λήψη αποφάσεων σχετικώς με τον προαναγγελθέντα διαγωνισμό παρέδρων επί τη βάσει του ως άνω νόμου περί μειωμένων προσόντων. Η «Ένωσις» θέτει θέμα παραβίασης του Συντάγματος, δεδομένου ότι οι μισοί περίπου πρωτοβάθμιοι δικαστές θα στερούνται, εκτός των αναγκαίων προσόντων, και των συνταγματικών εγγυήσεων  ανεξαρτησίας, ως δόκιμοι και όχι ισόβιοι [7]. Ο Φλώρος πιέζεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και την ηγεσία του Αρείου Πάγου να ματαιώσει τη Γ.Σ. Αρνείται. Με έγγραφό του προς τον πρόεδρο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης, Κων/νος Παπακωνσταντίνου, ζητά τη «συμπαράστασή» τους για την «αποτροπή του απειλούμενου κακού… και προς αποκατάστασιν της ατόπως διασαλευθείσης τάξεως εν τω Σώματι» από τις «συνδικαλιστικές» εκδηλώσεις της «Ενώσεως» δια των οποίων «καταργείται αυτή αύτη η Πολιτειακή Τάξις» [8]. Στις 15 Μαρτίου 1962, συγκαλείται αιφνιδιαστικά η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για να αποφασίσει: α) εάν πρέπει η «Ένωσις» να ασχολείται με «επαγγελματικά ζητήματα» και β) εάν πρέπει να μετέχουν της «Ενώσεως» μέλη του Αρείου Πάγου. Στην πρότασή του, ο αντεισαγγελέας Α.Π. και μετέπειτα πρωθυπουργός της πρώτης χουντικής κυβέρνησης, Κων/νος Κόλλιας, χαρακτηρίζει τους δικαστικούς λειτουργούς που συμμετέχουν στην ένωση «σφετεριστάς της εξουσίας των ολομελειών…, αγνοούντας ή διαστρέφοντας το Σύνταγμα και τους Νόμους, εκθέτοντας το δικαστικόν σώμα, ως επιδιώκοντας καθαρώς συνδικαλιστικούς σκοπούς, υπό το πρόσχημα της εξυπηρετήσεως επιστημονικών σκοπών…». Με το πρακτικό 19/15.5.1962, η Ολομέλεια Α.Π. αποφασίζει ότι «… πάντα τα ειδικού ή γενικού ενδιαφέροντος την Δικαιοσύνην ζητήματα ανήκουσι κατά νόμον εις την αρμοδιότητα των Ολομελειών εν Συμβουλίω, η δε «Ένωσις των Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων» δέον να μη επιλαμβάνηται τοιούτων ζητημάτων, αλλά να περιορισθή επί του παρόντος εις την ανάπτυξιν καθαρώς επιστημονικών θεμάτων, γίνη δε αρμοδίως σύστασις εις τα μέλη του Αρείου Πάγου όπως παύσωσι να μετέχωσι της Ενώσεως…» [9]. Μετά τη λήξη της συνεδρίασης της Ολομέλειας, με παρέμβαση του Κ. Κόλλια, ματαιώνεται η προγραμματισθείσα Γ.Σ. της «Ενώσεως». Ο πρόεδρος του Α.Π., Κων/νος Καυκάς, απευθύνει στον Αντώνιο Φλώρο έγγραφη «σύσταση» να παύσει να αποτελεί μέλος της «Ενώσεως». Ο Φλώρος αρνείται να υπακούσει. Υπό το βάρος ανάλογων πιέσεων, όμως, παραιτούνται όλα τα μέλη του Δ.Σ. της «Ενώσεως», πλην του πρωτοδίκη Γεωργίου Κώνστα [10].

Λίγες μέρες μετά, ο Αντώνιος Φλώρος δημοσιεύει στην «Ελληνική Δικαιοσύνη» άρθρο με τίτλο «Η Ένωσις Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων και ο Άρειος Πάγος», με το οποίο αναδεικνύει τα προβλήματα της δικαιοσύνης, αποκαλύπτει τις μεθοδεύσεις για τη ματαίωση της Γενικής Συνέλευσης και καταρρίπτει με νομικά επιχειρήματα την απόφαση της Ολομέλειας του Α.Π [11]. Το άρθρο αυτό προκαλεί αίσθηση, αναδημοσιεύεται και σχολιάζεται από το σύνολο του ημερήσιου Αθηναϊκού τύπου και προκαλεί την παρέμβαση πέντε πρώην Υπουργών Δικαιοσύνης υπέρ των θέσεων Φλώρου και ανακοίνωση του αρχηγού της Ένωσης Κέντρου, Γ. Παπανδρέου, στην οποία τονίζεται ότι «… όλοι ανεξαιρέτως οι πολίται της ελληνικής δημοκρατίας, εις τους οποίους περιλαμβάνονται και οι δικασταί, έχουν το δικαίωμα και της οργανώσεως και της ελευθέρας διαδηλώσεως της γνώμης των» [12]. Ο Φλώρος διώκεται πειθαρχικώς από τον Υπουργό Δικαιοσύνης εξαιτίας του άρθρου αυτού και καταδικάζεται από το  Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο του άρθρου 111 του Συντ. 1952 σε ποινή 15μερης προσωρινής παύσης, για τα πειθαρχικά παραπτώματα της ανάρμοστης συμπεριφοράς και της παραβίασης του υπηρεσιακού καθήκοντος της εχεμύθειας, διότι στο επίδικο δημοσίευμα εκφράστηκε «ειρωνικώς και περιφρονητικώς» με «οξύ και εριστικό ύφος» κατά του Α.Π και δημοσιοποίησε τα διαμειφθέντα στην Ολομέλεια [13]. Ο Φλώρος ασκεί αίτηση ακυρώσεως κατά της πειθαρχικής αυτής απόφασης, η οποία απορρίπτεται από τη μείζονα Ολομέλεια του ΣτΕ [14]. Τα γεγονότα της δίωξης Φλώρου γίνονται πρωτοσέλιδα σε όλες σχεδόν τις πολιτικές εφημερίδες, ενώ οι πειθαρχικές αποφάσεις υφίστανται δριμεία κριτική από έγκριτους νομικούς και πολιτικούς της εποχής. Για πρώτη φορά, αναδεικνύονται τα χρόνια προβλήματα της δικαιοσύνης και των δικαστικών λειτουργών στην κοινή γνώμη. Ο Αντώνιος Φλώρος γίνεται λαϊκό σύμβολο του αγώνα για την κατοχύρωση της δικαστικής ανεξαρτησίας και απολαμβάνει της ένθερμης υποστήριξης όλων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας. Η κυβέρνηση της ΕΡΕ, για να αντιμετωπίσει το πολιτικό κόστος και την αναστάτωση στο δικαστικό Σώμα από τη δίωξη Φλώρου, καταβάλλει στους δικαστές ένα επίδομα εξόδων κινήσεως, γνωστό στην ιστορία και ως «επίδομα Φλώρου». Ωστόσο, οι μεθοδεύσεις για τη διάλυση της «Ενώσεως» έχουν ήδη δρομολογηθεί.  Η εγκύκλιος του εισαγγελέα του ΑΠ, Κων/νου Κόλλια, προς τους δικαστικούς λειτουργούς, με την οποία η «Ένωσις» καταγγέλλεται ως «ιδρυθείσα και υφισταμένη παρανόμως, εκτεθείσα εις συνδικαλιστικούς σκοπούς επί ανυπολογίστω βλάβη του γοήτρου και του κύρους του σώματος» επιφέρει το τελειωτικό πλήγμα στο σωματείο [15].  

Το σωματείο αδρανοποιείται, μετά την αδυναμία των τριών διαδοχικών προσωρινών διοικήσεων, οι οποίες διορίζονται με ισάριθμες δικαστικές αποφάσεις, να πραγματοποιήσουν αρχαιρεσίες για την ανάδειξη τακτικής διοίκησης [16]. Σε όλες τις περιπτώσεις και πιθανότατα σκοπίμως, κάποιο μέλος του Δ.Σ. παραιτείται σε κάποια χρονική συγκυρία, η οποία καθιστά αδύνατη την ανακήρυξη υποψηφίων και τη διεξαγωγή αρχαιρεσιών, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις [17].  

Εν τούτοις, ο αγώνας του Αντωνίου Φλώρου αποδίδει καρπούς πολύ σύντομα. Μετά τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963,  η «κυβέρνηση των 50 ημερών» του Γεωργίου Παπανδρέου, που σχηματίζεται με τη στήριξη της ΕΔΑ, διπλασιάζει τις βασικές αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, αρχής γενομένης από 1.1.1964 [18].  

1968: Οι απολύσεις των «συνδικαλιστών» δικαστών και οι δίκες στο ΣτΕ

Η πρώτη χουντική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον εισαγγελέα Α.Π. Κων/νο Κόλλια και υπουργούς τέσσερις αρεοπαγίτες και έναν εισαγγελέα εφετών, επενδύει στο κύρος των δικαστών για να προβληθεί ως εγγυήτρια της νομιμότητας κατά του επαπειλούμενου κομμουνιστικού κινδύνου. Η δικτατορία των συνταγματαρχών θεωρεί κρίσιμη την καθυπόταξη της δικαιοσύνης για την εδραίωση του καθεστώτος και προχωρεί σε σταδιακές κινήσεις «εκκαθάρισης» [19], αποφεύγοντας για μεγάλο διάστημα το πολιτικό κόστος απολύσεων με αναστολή συνταγματικών εγγυήσεων [20]. Οι προσπάθειες δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα και αρκετοί «μη αρεστοί» δικαστές παραμένουν στην υπηρεσία.

Δυνάμει της ΚΔ΄/1968 Συντακτικής Πράξης της 28ης Μαΐου 1968 «Περί εξυγιάνσεως της Τακτικής Δικαιοσύνης» (ΦΕΚ Α΄118) αναστέλλεται για τρεις ημέρες η ισοβιότητα των δικαστικών και η μονιμότητα των εισαγγελικών λειτουργών, προκειμένου να καταστεί δυνατή η απόλυσή τους, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, «κατόπιν ερεύνης των περί τούτων στοιχείων», για τους εξής λόγους:

…. α) Εάν δι’ οιονδήποτε λόγον δεν κέκτηνται το απαιτούμενον διά την ενάσκησιν του λειτουργήματός των ηθικόν κύρος.- β) Εάν δεν εμφορούνται υπό υγιών κοινωνικών αρχών ή εάν η καθόλου εν τη κοινωνία ή τω Δικαστικώ Σώματι συμπεριφοράν των δεν δύναται να θεωρηθή ως συμβιβαζομένη προς τα καθήκοντα και την αξιοπρέπειαν του λειτουργήματός των, με αποτέλεσμα την μείωσιν του κύρους των μεταξύ των συναδέλφων και των πολιτών…

Κατά των εκδιδομένων Πράξεων απολύσεων «δεν χωρεί προσφυγή, ή αίτησις ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ουδ’ αγωγή επί αποζημιώσει ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων».

Το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του υπουργού Δικαιοσύνης και εν ενεργεία αρεοπαγίτη, Κων/νου Καλαμποκιά, αποφασίζει την απόλυση τριάντα δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, χωρίς καμία εξέταση στοιχείων και χωρίς να καλέσει τους απολυόμενους σε προηγούμενη ακρόαση [21]. Ακολουθεί, η έκδοση του σχετικού Βασιλικού Διατάγματος περί απολύσεων, στο οποίο αναφέρεται ως βασικός λόγος απόλυσης όλων η έλλειψη «τ[ου] απαιτούμεν[ου] διά την ενάσκησιν των καθηκόντων του ηθικ[ού] κύρ[ους], διότι η καθ’ όλου εν τε τη κοινωνία και τω Δικαστικώ Σώματι συμπεριφορά του δεν συμβιβάζεται προς τα καθήκοντα και την αξιοπρέπειαν του λειτουργήματός του, με αποτέλεσμα την μείωσιν του κύρους του μεταξύ των συναδέλφων του και των πολιτών…»  [22]. Πέντε δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί απολύονται, εκτός των άλλων, και για τον «διακεκριμένο» λόγο της «συνδικαλιστικής δράσης» τους. Πρόκειται για τους:

  1. Αρεοπαγίτη Αντώνιο Φλώρο- πρόεδρο της «Ενώσεως Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων»  κατά την περίοδο 1960-1962,
  2. Αρεοπαγίτη Δημήτριο Μαργέλλο- ιδρυτικό μέλος της «Ενώσεως» και Γενικό Γραμματέα στο πρώτο αιρετό Δ.Σ της «Ενώσεως» το 1958,
  3. πρόεδρο Πρωτοδικών Γεώργιο Κώνστα- αιρετό μέλος των Δ.Σ. της «Ενώσεως» κατά την περίοδο 1960-1962 και των μετέπειτα διορισμένων με δικαστικές αποφάσεις προσωρινών διοικήσεων κατά την περίοδο 1962-1963.
  4. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Γεώργιο Ξενάκη- αιρετό μέλος των Δ.Σ. της «Ενώσεως» κατά την περίοδο 1958-1962 και
  5. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αλέξανδρο Φλώρο- απλό μέλος της «Ενώσεως» και αδελφό του Αντωνίου Φλώρου.

Για κάθε έναν από τους παραπάνω «συνδικαλιστές», το Β.Δ. της απόλυσης επαναλαμβάνει, με τα ίδια σχεδόν λόγια, ότι:

συνείργησε μετ’ άλλων δικαστικών λειτουργών εις την δημιουργίαν συνδικαλιστικού εν τω Δικαστικώ Σώματι κινήματος όπερ απετέλεσεν αντικείμενον πολιτικής εκμεταλλεύσεως υπό διαφόρων κομματικών παραγόντων και δημιουργίας ανταγωνισμού μεταξύ τούτων, εις τρόπον ώστε να υποβιβασθή σπουδαίως το κύρος του Δικαστικού Σώματος επί ανυπολογίστω ζημία της δικαιοσύνης….

Για τον διωχθέντα το 1962 πρόεδρο της «Ενώσεως», Αντώνιο Φλώρο, το Β.Δ. αναφέρει, επίσης, ως λόγο απολύσεως, ότι:

…. εξετράπη και δια του τύπου, ανεπιτρέπτως, διά δικαστικόν λειτουργόν, εις ανοικείους χαρακτηρισμούς και ύβρεις κατά της ηγεσίας του Δικαστικού Σώματος ένεκεν της υπ’ αυτής εγειρομένης νομίμου αντιρρήσεως εις τον συνδικαλισμόν των δικαστών

Ο ίδιος λόγος, εκτός των λέξεων «και δια του τύπου», επαναλαμβάνεται στο Β.Δ. και για την απόλυση του Γεωργίου Κώνστα, ο οποίος παρέμεινε πιστός μέχρι τέλους στις επάλξεις της «Ενώσεως».

1969: Οι «δίκες των δικαστών» στο Συμβούλιο της Επικρατείας

Το «εκκαθαριστικό» εγχείρημα της χούντας προκαλεί μία σειρά δικών υψίστης νομικής και πολιτικής σημασίας, μέσω των οποίων εκτίθεται η φαυλότητα του καθεστώτος στον Ελληνικό Λαό και τη διεθνή κοινότητα.

Πρώτα, εκδικάζεται στο ΣτΕ η αίτηση ακυρώσεως κατά της πράξης απόλυσης του αρεοπαγίτη Αντωνίου Φλώρου. Ο Φλώρος, εκτός των άλλων, αμφισβητεί τη βασιμότητα του λόγου απόλυσης περί «συνδικαλιστικής» δράσης και επικαλείται πλάνη περί τα πράγματα εξαιτίας της αντικειμενικής ανυπαρξίας των πραγματικών περιστατικών που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν «συνδικαλιστική δράση». Υποστηρίζει ότι η συμμετοχή του στην «Ένωση» στηρίζεται στο κατοχυρωμένο για όλους τους Έλληνες πολίτες συνταγματικό δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι (άρθρ. 11 του Σ 1952). Επίσης, προβάλλει ως λόγο ακυρώσεως την έλλειψη προηγούμενης ακρόασης, δηλαδή την παραβίαση μιας θεμελιώδους δικαιικής αρχής που βασίζεται στο στοιχειώδες ανθρώπινο δικαίωμα της υπεράσπισης, το οποίο κάθε ευνομούμενη πολιτεία οφείλει να διασφαλίζει στους πολίτες της. Η Ολομέλεια του ΣτΕ με την 503/1969 απόφασή της, απορρίπτει ως απαράδεκτους και δεν εξετάζει κατ’ ουσίαν τους ανωτέρω λόγους. Απορρίπτει στο σύνολό της την αίτηση Φλώρου υπογραμμίζοντας ότι «[η πράξη απολύσεως] … δεν φέρει τον χαρακτήρα πειθαρχικής ποινής, αλλά δυσμενούς διοικητικού μέτρου…» επομένως δεν είναι απαραίτητη η τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας και άρα της κλήσης σε προηγούμενη ακρόαση, η οποία, άλλωστε δεν προβλέπεται, ούτε είναι δυνατόν εν τοις πράγμασι να τηρηθεί, εντός της σύντομης (τριήμερης) προθεσμίας που θέτει η ΚΔ΄/1968 Σ.Π.

Ακολουθεί η εκδίκαση των αιτήσεων είκοσι ενός απολυθέντων δικαστικών λειτουργών, οι οποίοι επαναλαμβάνουν εν πολλοίς τα επιχειρήματα Φλώρου. Οι αποφάσεις ΟλΣτΕ 1811-1831/1969 δικαιώνουν τους αιτούντες και ακυρώνουν τις απολύσεις τους. Η στροφή της νομολογίας δικαιολογείται, εν μέρει, από τη νέα πραγματική και νομική κατάσταση που διαμορφώνουν οι μεθοδεύσεις του καθεστώτος, προκειμένου να αποτραπεί ο διορισμός των απολυθέντων δικαστών ως δικηγόρων. Μετά την απόφαση ΣτΕ 1450/1969, η οποία ακυρώνει την άρνηση του υπουργού Δικαιοσύνης να διορίσει απολυθέντα εισαγγελέα Πρωτοδικών ως δικηγόρο, διότι ο σχετικός διορισμός εμποδίζεται μόνο στην περίπτωση επισυμβάντος πειθαρχικού παραπτώματος, η χούντα εκδίδει το Ν.Δ. 192/1969 με το οποίο ορίζεται ως κώλυμα διορισμού δικηγόρου και η επιβολή διοικητικού μέτρου εις βάρος του «δι’ έλλειψιν νομιμοφροσύνης ή ηθικού κύρους, θεσπισθέντος δυνάμει οιασδήποτε ειδικής νομοθετικής πράξεως». Το ΣτΕ ακυρώνει τις απολύσεις των είκοσι ενός δεχόμενο, αυτή τη φορά, το λόγο της έλλειψης προηγούμενης ακρόασης, προσδίδοντας πλέον στις σχετικές πράξεις απολύσεως πειθαρχικό χαρακτήρα και μάλιστα «άκρως επαχθή».

Το καθεστώς παρακάμπτει τις ανωτέρω ακυρωτικές αποφάσεις. Με έγγραφη εντολή του υπουργού Δικαιοσύνης, Ηλία Κυριακόπουλου, προς τον πρόεδρο και τον εισαγγελέα του Α.Π διατάσσεται να μη συνταχθούν πράξεις εμφάνισης και ανάληψης καθηκόντων για τους δικαιωθέντες δικαστικούς λειτουργούς. Επίσης, με το Ν.Δ. 228/1969 καθίστανται ανυπόστατες και δεν εκτελούνται δικαστικές αποφάσεις επί αντικειμένου εξαιρεθέντος της δικαιοδοσίας του ΣτΕ, με αναδρομική ισχύ από 1ης Ιουνίου 1969.

Το ζήτημα του κύρους των ακυρωτικών αποφάσεων του ΣτΕ τίθεται εκ νέου ενώπιον της δικαιοσύνης με την υπόθεση Ξενάκη. Ο απολυθείς «συνδικαλιστής» δικαστής, με αφορμή μία τροχαία παράβαση, υποβάλει ένσταση αναρμοδιότητας κατά του επιληφθέντος Πταισματοδικείου Χανίων, επικαλούμενος ειδική δωσιδικία ανώτερου δικαστηρίου ως εν ενεργεία δικαστικός λειτουργός. Ο ισχυρισμός του γίνεται δεκτός από το κατ’ έφεση δικάζον Μονομελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με τις σκέψεις, ότι αφενός η ειδική δωσιδικία αφορά στην ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, ανεξαρτήτως εάν αυτός ασκεί πράγματι τα καθήκοντά του σε οργανική θέση και αφετέρου το Ν.Δ. 228/1969 δεν επιδρά στο κύρος της ακυρωτικής απόφασης του ΣτΕ. Η απόφαση 2566/1970 του Πρωτοδίκη, Νικολάου Γεωργίλη, συγκλονίζει το πανελλήνιο και  αποτελεί ιστορική παρακαταθήκη για το δικαστικό Σώμα της χώρας μας ως απόλυτο παράδειγμα ανεξάρτητου δικαστικού φρονήματος. Η απόφαση αυτή, τελικώς, αναιρείται, μετά από αιτήσεις του εισαγγελέα του Α.Π., Παναγιώτη Θεράπου [23] και του εισαγγελέα Πλημ/κών Χανίων, με τις αποφάσεις 489 και 496/1970 του Αρείου Πάγου, οι οποίες νομιμοποιούν απολύτως τις μεθοδεύσεις της χούντας.

1976-1982: Η επαναδραστηριοποίηση της «Ενώσεως Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων» υπό το φως της διάταξης του άρθρου 89 παρ.5 του Συντάγματος 1975

Οι αγώνες των «συνδικαλιστών» δικαστικών λειτουργών της «Ενώσεως» καταξιώνουν το σωματείο στη συνείδηση του ελληνικού λαού και διασώζουν, σε μεγάλο βαθμό, το καταρρακωμένο κύρος της πολιτικής δικαιοσύνης μετά την επτάχρονη δικτατορία των συνταγματαρχών. Το ιστορικό βάρος της «Ενώσεως Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων «επιβάλλει» την ψήφιση της διάταξης του άρθρου 89 παρ. 5 στο δημοκρατικό Σύνταγμα του 1975 («Επιτρέπεται η συγκρότησις ενώσεως δικαστικών λειτουργών, ως νόμος ορίζει»).

Στο κυβερνητικό Σχέδιο Συντάγματος δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη. Ο βουλευτής Απόστολος Κακλαμάνης θέτει, για πρώτη φορά, το ζήτημα της συνταγματικής κατοχύρωσης του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι των δικαστικών λειτουργών συνδέοντάς το με την ίδια την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, η οποία «στηρίζεται  στην ανεξαρτησία ενός εκάστου των λειτουργών της, προς τα έξω και εσωτερικώς» [24]. Μετά την αρχική αυτή πρόταση, ξεκινούν κοπιώδεις συζητήσεις στη Βουλή, αναφορικώς με την αναγκαιότητα ύπαρξης αυτής καθ’ αυτής της διάταξης στο συνταγματικό κείμενο. Στη συνέχεια, όταν επιλύεται θετικώς το προκαταρτικό αυτό ζήτημα, πολλοί βουλευτές προτείνουν διάφορες φραστικές διατυπώσεις μέχρι την τελική διατύπωση της διάταξης από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Κων/νο Στεφανάκη [25]. Εν τούτοις, στο Σχέδιο Συντάγματος, όπως διαμορφώνεται από τις Α΄ και Β΄ Υποεπιτροπές, δεν υπάρχει καμία σχετική πρόβλεψη, ενώ κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μαΐου 1975 της Ολομέλειας της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής επί του Συντάγματος, ο Γενικός Εισηγητής της πλειοψηφίας δηλώνει ότι η σχετική παράγραφος «είναι μάλλον διαγραπτέα».  Ο Απόστολος Κακλαμάνης επιχειρηματολογώντας υπέρ της διάταξης, υποστηρίζει ότι η ανασυγκρότηση της «Ενώσεως» επιβάλλεται για το συμφέρον της δικαιοσύνης, για να υπάρχει μια υπεύθυνη επαφή της πολιτικής ηγεσίας με το δικαστικό Σώμα. Ο βουλευτής Κ. Κάππος τονίζει ότι, δυνάμει της κυρωθείσας σύμβασης 87 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, η εθνική νομοθεσία είναι υποχρεωμένη να επιτρέπει το «συνδικαλισμό» στους δικαστικούς, ενώ ο βουλευτής Ν. Αλαβάνος, αναφέρεται στην επιτυχία του θεσμού της σωματειακής οργάνωσης των δικαστών διεθνώς και υποστηρίζει την ψήφιση διάταξης που να κατοχυρώνει ρητώς τη σωματειακή οργάνωση των δικαστικών λειτουργών, διότι μέσω αυτής αναβαθμίζεται το κύρος και το γόητρο του δικαστή και κατοχυρώνεται η δικαστική ανεξαρτησία. Τελικώς, ψηφίζεται και ισχύει μέχρι σήμερα η διάταξη του άρθρου 89 παρ. 5 «Επιτρέπεται η συγκρότηση ένωσης δικαστικών λειτουργών, όπως νόμος ορίζει» [26].  

Στις αρχές του 1976 αναβιώνει η «Ένωσις Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων», μετά από αίτηση ικανού αριθμού δικαστών και εισαγγελέων για το δικαστικό διορισμό προσωρινής διοίκησης [27]. Στις 6 Ιουνίου 1976 διεξάγονται οι πρώτες μετά τη Μεταπολίτευση αρχαιρεσίες, με καθολική σχεδόν συμμετοχή των μελών του σωματείου (ψηφίζουν 1187 από τα 1287 εγγεγραμμένα μέλη) και συγκροτείται εννεαμελές Δ.Σ. με πρόεδρο τον αρεοπαγίτη, Ορέστη Νικόπουλο και Γενικό Γραμματέα τον εφέτη Νικόλαο Παπαθανασίου. Κατά την πρώτη συνεδρίαση του Δ.Σ. αποφασίζεται ομοφώνως να ξεκινήσουν οι προσπάθειες για την ψήφιση ειδικού μισθολογίου των δικαστικών λειτουργών, σύμφωνα με τη συνταγματική πρόβλεψη του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος 1975 που ορίζει: «Αι αποδοχαί των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογοι προς το λειτούργημα αυτών. Τα της βαθμολογικής και μισθολογικής τους εξελίξεως, ως και τα της εν γένει καταστάσεως αυτών, καθορίζονται δι’ ειδικών νόμων».  

Ο Ορέστης Νικόπουλος εκλέγεται πρόεδρος και για δεύτερη θητεία με Γενικό Γραμματέα τον εφέτη Παναγιώτη Αθανασόπουλο (1978-1980). Μετά τη συνταξιοδότηση  Νικόπουλου (1979), αναλαμβάνει ως πρόεδρος ο αρεοπαγίτης Κων/νος Ποταμιάνος, ο οποίος επανεκλέγεται και για την επόμενη θητεία (1980-1982) .Η «Ένωσις» τονίζει, σε κάθε ευκαιρία, ότι το αίτημα της μισθολογικής αναβάθμισης δεν αποτελεί «συνδικαλιστική» διεκδίκηση δικαστών και εισαγγελέων με την ιδιότητά τους ως εργαζομένων υπό δυσμενείς συνθήκες, τις οποίες εν τούτοις προβάλλει.  Το αίτημα για ειδικό μισθολόγιο αποτελεί απαίτηση για την υλοποίηση των συνταγματικών εγγυήσεων που κατοχυρώνουν την αυτονομία, την αυτοτέλεια και την ανεξαρτησία της θέσης των δικαστών, ως αμέσων οργάνων μίας εκ των τριών εξουσιών της Πολιτείας. Ωστόσο, 6 χρόνια μετά την ψήφιση του δημοκρατικού Συντάγματος του 1975, η μισθολογική κατάσταση δικαστών και εισαγγελέων εξακολουθεί να προσδιορίζεται όχι με ειδικό νόμο, αλλά με βάση το γενικό μισθολόγιο και κατ’ αντιστοιχία των βαθμών της δικαστικής ιεραρχίας προς τους βαθμούς ιεραρχίας άλλων διοικητικών υπηρεσιών.  

1982- έως σήμερα: Η περίοδος της καταξίωσης και των επιτυχιών

1982: Η πρώτη τροποποίηση του καταστατικού. Η μετονομασία του σωματείου σε «Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων»

Στη Γ.Σ της «Ενώσεως», την 7η Φεβρουαρίου 1982, δύο πρωτοβάθμιοι δικαστές προτείνουν συζητηθεί η τροποποίηση του καταστατικού [28]. Τίθενται, κυρίως, τα ζητήματα της απαλείψεως της διατάξεως περί του μη συνδικαλιστικού χαρακτήρα της «Ενώσεως» και της τροποποιήσεως της διατάξεων περί του τρόπου εκπροσωπήσεως των μελών του σωματείου. Η συζήτηση αναδεικνύει τη βούληση μεγάλου αριθμού δικαστών για καταστατικές τροποποιήσεις που αφορούν στη στοχοθεσία και την οργανωτική δομή του σωματείου, με σκοπό μια πιο δυναμική και αποτελεσματική διεκδίκηση  της μισθολογικής αναβάθμισης και της βελτίωσης των εργασιακών όρων. Η Γ.Σ. αποφασίζει τη συγκρότηση ειδικής 16μελούς Επιτροπής για την εκπόνηση τροποποιημένου καταστατικού, με υποχρέωση να υποβάλει εντός μηνός τις προτάσεις της στο Δ.Σ., προκειμένου, εν συνεχεία, η Γ.Σ. να ψηφίσει τις νέες καταστατικές διατάξεις [29]. Το Μάρτιο του 1982, παραιτούνται όλα τα αναπληρωματικά μέλη και τρία εκ των τακτικών μελών του  Δ.Σ. Επίσης, ο Κων/νος Ποταμιάνος παραιτείται από το Σώμα και άρα παύει να είναι πρόεδρος του Δ.Σ. Μετά από αίτηση τριών πρωτοδικών, υπέρ της οποίας παρεμβαίνουν προσθέτως πολλοί πρωτοβάθμιοι δικαστικοί λειτουργοί από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, διορίζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας προσωρινή διοίκηση προκειμένου, εντός προθεσμίας 6 μηνών, να επιληφθεί των διαδικασιών της εκλογής νέου Δ.Σ. και να επιμεληθεί των επειγουσών υποθέσεων της «Ενώσεως». Πρόεδρος του προσωρινού Δ.Σ. ορίζεται ο Κων/νος Πούλος, πρόεδρος Εφετών. Αξίζει να σημειωθεί η συνεκδικασθείσα και τελικώς απορριφθείσα κύρια παρέμβαση εφέτη – αιρετού μέλους του  Δ.Σ.- για την απόρριψη της εν λόγω αιτήσεως των τριών πρωτοδικών [30]. Το γεγονότα αυτά αναδεικνύουν την κατάσταση πόλωσης στους κόλπους της «Ενώσεως» ενόψει της τροποποίησης του καταστατικού.

Στις 16 Μαΐου 1982, η προσωρινή διοίκηση συγκαλεί καταστατική Γ.Σ., η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της οποίας εγκρίνει την προταθείσα τροποποίηση καθώς και το «Προοίμιον» που καταθέτουν δικαστές της Θεσσαλονίκης την ίδια ημέρα.  Στο ισχύον μέχρι σήμερα «Προοίμιον», αναγνωρίζεται ως «Βασική και θεμελιώδης αρχή της Ενώσεως, η δημοκρατική λειτουργία της που με πνεύμα την πλήρη ισότητα όλων, εξασφαλίζει σε κάθε μέλος της το δικαίωμα να συμμετέχει και να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του σε κάθε ζήτημα που αφορά τη Δικαιοσύνη». Το «Προοίμιον» επίσης διακηρύσσει ως θεμελιώδεις αρχές του σωματείου την ανεξαρτησία και την ισότιμη συμμετοχή όλων των δικαστικών λειτουργών -μελών στη διοίκηση του σωματείου, χωρίς περιορισμούς που σχετίζονται με το βαθμό ή την ιδιότητα του καθενός, μέσα σε μία νέα αποκεντρωμένη οργανωτική δομή. Το «Προοίμιον» διακηρύσσει ότι η Ένωση παραμένει αδέσμευτη από τη Διοίκηση και από κάθε πολιτική επιρροή». Από τις νέες καταστατικές διατάξεις απαλείφεται ο «μη συνδικαλιστικός» χαρακτήρας του σωματείου.

Η συνήθως τυπική διαδικασία της έγκρισης των τροποποιήσεων του καταστατικού εξελίσσεται σε μία δικαστική αντιπαράθεση, η οποία αναδεικνύει τις έντονες  εσωτερικές αντιθέσεις που υποβόσκουν στην Ένωση την εποχή εκείνη, με σημεία αιχμής τη διαφαινόμενη νέα συνδικαλιστική φυσιογνωμία και τη ριζοσπαστικοποίηση των θέσεων  του σωματείου. Τελικώς, το νέο καταστατικό εγκρίνεται και μαζί του γεννιέται ένα «διαφορετικό» σωματείο με την επωνυμία «Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων» [31] , το οποίο  διακηρύσσει πλέον το συνδικαλιστικό του χαρακτήρα [32].  

1982-1988: Προεδρία Παναγιώτη Γαλάνη. Η «διπλή» διάσπαση της «Ένωσης.

Στις αρχαιρεσίες της 27ης Ιουνίου 1982 κατέρχονται δύο συνδυασμοί υποψηφίων- η «Ανεξάρτητη Πανδικαστική Αγωνιστική Κίνηση» με επικεφαλής τον εφέτη Παναγιώτη Γαλάνη και η «Κίνηση διά του εισαγωγικού βαθμού» αποτελούμενη από Ειρηνοδίκες, οι οποίοι διεκδικούν την ενοποίηση των πρωτοβάθμιων δικαστών, με σκοπό την ηθική και υλική αναβάθμιση των Ειρηνοδικών. Πρόεδρος εκλέγεται ο εφέτης Παναγιώτης Γαλάνης και Γενικός Γραμματέας ο πρωτοδίκης Παναγιώτης Αθανασόπουλος. Για πρώτη φορά στην ιστορία του σωματείου, απουσιάζει από αιρετή διοίκηση εκπρόσωπος του ανωτάτου βαθμού της ιεραρχίας. Η διοίκηση Γαλάνη- Αθανασόπουλου παραμένει στο τιμόνι της «Ένωσης» για τρεις θητείες, επικρατώντας, εκτός από τις αρχαιρεσίες του Μάιου 1984 (μέσα από ενιαίο ψηφοδέλτιο) και στις αρχαιρεσίες του Μαΐου 1986, στις οποίες κατέρχονται δύο συνδυασμοί- η «Ανεξάρτητη Δικαστική Κίνηση» με επικεφαλής τον Παναγιώτη Γαλάνη και ο «Αδέσμευτος Ενωτικός Συνδυασμός» με επικεφαλής τον εφέτη Παναγιώτη Κωστάκο.

Η συνδικαλιστική πλέον «Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων» αξιώνει, με διεκδικητικό τρόπο, από την εκτελεστική εξουσία και την ιεραρχία του Σώματος τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων για την κατοχύρωση της δικαστικής ανεξαρτησίας και τον εκδημοκρατισμό της εσωτερικής λειτουργίας του μηχανισμού της δικαιοσύνης. Την περίοδο αυτή προβάλλονται δύο κυρίως αιτήματα:

Α) Η ψήφιση νέων Δικαστικών Κωδίκων που αναφέρονται στον Οργανισμό των Δικαστηρίων, την Κατάσταση των Δικαστικών Λειτουργών, την Επιθεώρηση και το Πειθαρχικό Δίκαιο των Δικαστικών Λειτουργών, σε αντικατάσταση του σχετικού ισχύοντος αναχρονιστικού και αυταρχικού θεσμικού πλαισίου. Ειδικότερα, προβάλλονται, κυρίως, οι εξής διεκδικήσεις: α) η νομοθετική κατοχύρωση του κυρίαρχου ρόλου των Ολομελειών των Δικαστηρίων, με αποκλειστικό δικαίωμα καθορισμού του υποχρεωτικού κατ’ ανώτατο όριο αριθμού υποθέσεων για κάθε δικαστή ανά μήνα, β) η κατάργηση του θεσμού του διορισμένου Προϊσταμένου των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών και η αντικατάστασή του από πολυμελή συμβούλια διοίκησης που θα εκλέγουν οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί, γ) η κλήρωση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων σε αντικατάσταση του συστήματος του ορισμού τους απευθείας από τους Προϊσταμένους, δ) η ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας με την ένταξη των ειρηνοδικών και την υλική τους αναβάθμιση, ε) η κίνηση της πειθαρχικής δίωξης από τριμελές όργανο που θα αναδεικνύεται με κλήρωση, στ) ευνοϊκές μισθολογικές προαγωγές για πρωτοδίκες, αντεισαγγελείς Πρωτοδικών, προέδρους και εισαγγελείς Πρωτοδικών, εφέτες και αντεισαγγελείς Εφετών και μισθολογική και βαθμολογική προαγωγή για τους Ειρηνοδίκες Α΄ τάξεως με 21 χρόνια υπηρεσίας σε βαθμό Εφέτη, ζ) αντικειμενικά κριτήρια για τις υπηρεσιακές μεταβολές από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, η) απρόσκοπτη προσφυγή στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου σε κάθε περίπτωση δυσμενούς υπηρεσιακής μεταχείρισης δικαστικού λειτουργού.  

Β) Η εφαρμογή της συνταγματικής επιταγής περί ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των δικαστικών λειτουργών μέσω της ψήφισης ειδικού μισθολογίου.

Το Μάιο του 1983, η «Ένωση» κινητοποιεί τον κλάδο σε μία πρωτοφανή ενέργεια για τα δικαστικά δεδομένα- μία δίωρη στάση δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών από τα καθήκοντά τους, με αίτημα την εξασφάλιση ανθρώπινων όρων εργασίας και τη βελτίωση των όρων απονομής της δικαιοσύνης [33]. Έκτοτε, ακολουθούν αρκετές παρόμοιες στάσεις/αποχές από τα δικαστικά καθήκοντα ως δυναμικά μέσα διεκδίκησης αιτημάτων.

Το Δεκέμβριο του 1983 εκδίδεται το πρώτο τεύχος του κατεξοχήν συνδικαλιστικού εντύπου οργάνου της «Ένωσης», της εφημερίδας «ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΝΕΑ», η οποία εκδίδεται ανελλιπώς μέχρι σήμερα. Οι θέσεις της «Ένωσης» εκφράζονται και διαδίδονται ευρέως εντός και εκτός του δικαστικού Σώματος.

Το 1984, η «Ένωση» αντιμετωπίζει το ισχυρό πλήγμα μιας διπλής διάσπασης. Στις 7 Ιουνίου 1984, τριάντα επτά εισαγγελικοί λειτουργοί του πρώτου και δεύτερου βαθμού υπογράφουν την ιδρυτική πράξη και το καταστατικό ενός αμιγώς εισαγγελικού σωματείου με την επωνυμία «Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος». Οι ιδρυτές του νέου αυτού σωματείου επικαλούνται την ιδιαιτερότητα του εισαγγελικού κλάδου και την ελλιπή εκπροσώπηση και προβολή των αιτημάτων των εισαγγελέων από την ελεγχόμενη από δικαστές «Ένωση». Στις 10 Οκτωβρίου 1984, τριάντα πέντε δευτεροβάθμιοι δικαστές της πολιτικής δικαιοσύνης ιδρύουν το «Σύνδεσμο Ανωτάτων και Ανωτέρων Δικαστικών Λειτουργών», προβάλλοντας ως κύριες αιτίες της δημιουργίας ξεχωριστού σωματείου, την ανεπαρκή εκπροσώπηση ανωτέρων και ανωτάτων δικαστών στην «Ένωση» και την προσπάθεια ηθικής και υλικής υποβάθμισης των δικαστών αυτών. Η συγκριτική δικαστική ιστορία προσφέρει ανάλογα παραδείγματα διασπαστικών κινήσεων, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες αμφισβητείται η «ιεραρχική» και «συντηρητική» τάξη στο εσωτερικό του δικαστικού Σώματος από τη λειτουργία δικαστικών σωματείων που ελέγχονται από κατώτερους σε βαθμό ή/ και προοδευτικούς δικαστές [34]. Η νέα φυσιογνωμία της «Ένωσης» μετά την καταστατική τροποποίηση του 1982 είναι σαφές ότι δημιουργεί ισχυρά ρήγματα στο «ιεραρχικό» και «συντηρητικό» οικοδόμημα της Ελληνικής δικαιοσύνης.

Η «Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων» προσπαθεί ανεπιτυχώς να σταματήσει τη διπλή «διάσπαση» Εισαγγελέων και ανωτάτων/ανωτέρων δικαστικών λειτουργών, προσφεύγοντας ακόμη και σε ένδικα βοηθήματα/μέσα, προκειμένου να αποτρέψει τη δικαστική αναγνώριση των αντίστοιχων σωματείων [35].

Η «Ένωση», μέσω της αγωνιστικής συσπείρωσης των μελών της και της σύμπραξης με τις άλλες δικαστικές ενώσεις (Ένωση Δικαστικών Λειτουργών Συμβουλίου της Επικρατείας, Ένωση Διοικητικών Δικαστών, Ένωση Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου) ήδη από το 1983, επιτυγχάνει σταδιακώς την ικανοποίηση μεγάλου αριθμού από τα θεσμικά και οικονομικά αιτήματα του κλάδου. Με τον τρόπο αυτό, διατηρεί το κύρος της ως μεγαλύτερης και πλέον αντιπροσωπευτικής δικαστικής ένωσης της χώρας.

1988-1996: Η προεδρία του εφέτη Παναγιώτη Κωστάκου.

Κατά τις αρχαιρεσίες των ετών 1988, 1990, 1992, 1994 και 1996 το προεδρείο της Ένωσης συγκροτείται από τον Παναγιώτη Κωστάκο ως πρόεδρο, εφέτη (1988-1990), πρόεδρο εφετών (1990-1994) και αρεοπαγίτη (1994-1996) και τον Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη ως Γενικό Γραμματέα, πρωτοδίκη (1988-1990), πρόεδρο Πρωτοδικών (1990-1994) και εφέτη (1994-1996). Κατά την περίοδο αυτή, επιτυγχάνονται σημαντικές επιτυχίες όπως είναι η δεύτερη μισθολογική προαγωγή και η ψήφιση του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών που ικανοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις διεκδικήσεις του δικαστικού Σώματος για κατοχύρωση της δικαστικής ανεξαρτησίας στην πράξη και τον εκδημοκρατισμό της εσωτερικής λειτουργίας της δικαιοσύνης. Επί προεδρίας Κωστάκου επίσης πραγματοποιείται σταδιακά μία επαναπροσέγγιση της «Ένωσης» με τα «αδελφά» πλέον σωματεία των Εισαγγελέων και των Ανωτέρων και Ανωτάτων Δικαστικών Λειτουργών, η οποία εκφράζεται μέσα από κοινές ανακοινώσεις γ

1996-2000: Προεδρία Κων/νου Λυμπερόπουλου. Ψήφιση του ειδικού μισθολογίου. 2η τροποποίηση του καταστατικού της «Ένωσης».

Στις εκλογές του 1996 επικρατεί ο συνδυασμός του αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Λυμπερόπουλου, Η εκλογή Λυμπερόπουλου στην προεδρία, με Γενικό Γραμματέα τον πρόεδρο Πρωτοδικών Γεράσιμο Φουρλάνο,  σηματοδοτεί την ουσιαστική αδρανοποίηση του «Συνδέσμου», παρά το γεγονός ότι μέχρι σήμερα το σωματείο αυτό δεν έχει λυθεί τυπικώς.

Η μεγαλύτερη επιτυχία του προεδρείου αυτού είναι η ψήφιση του ειδικού μισθολογίου των δικαστικών λειτουργών (Ν.2521/1997), βάσει του οποίου υλοποιείται η συνταγματική πρόνοια (Σ 88 παρ. 2) και υπερδιπλασιάζονται οι δικαστικές αποδοχές. Κατά τη δεύτερη θητεία του (1998-2000), ο  αρεοπαγίτης Λυμπερόπουλος, με Γενικό Γραμματέα τον εφέτη Χαράλαμπο Αθανασίου, αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν την τροποποίηση του καταστατικού με κύριο στόχο την αλλαγή του τρόπου διεξαγωγής των αρχαιρεσιών. Το νέο καταστατικό που εγκρίνεται από τη Γενική Συνέλευση της 6ης Μαρτίου 1999 προβλέπει τη διεξαγωγή των αρχαιρεσιών με ενιαίο ψηφοδέλτιο και όχι με ξεχωριστούς συνδυασμούς υποψηφίων.

2000 έως σήμερα: Διαδοχικές εναλλαγές προσώπων στην προεδρία, σημαντικές επιτυχίες για την «Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων»

Στις αρχαιρεσίες του 2000 αναδεικνύεται νέο προεδρείο με πρόεδρο τον αρεοπαγίτη Κων/νο Βαλμαντώνη και Γενικό Γραμματέα τον εφέτη Παναγιώτη Αθανασόπουλο, το οποίο επικεντρώνει τις προσπάθειές του στην επίλυση του συνταξιοδοτικού προβλήματος των δικαστικών λειτουργών.

Μετά τις εκλογές του 2002, πρόεδρος της Ένωσης αναλαμβάνει ο αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης με Γενικό Γραμματέα τον εφέτη Χαράλαμπο Αθανασίου. Το προεδρείο αυτό επιτυγχάνει την ψήφιση του Ν. 3075/2003 με τον οποίο βελτιώνονται σημαντικά οι συντάξεις των δικαστικών λειτουργών, με την αναγνώριση του ειδικού επιδόματος ως συντάξιμης αποδοχής.

Από τις αρχαιρεσίες του 2004 αναδεικνύεται πρόεδρος της Ένωσης ο αρεοπαγίτης Αχιλλέας Ζήσης, με Γενικό Γραμματέα τον εφέτη Παναγιώτη Αθανασόπουλο, ο οποίος αναλαμβάνει την προεδρία του σωματείου μετά την παραίτηση Ζήση τον Οκτώβριο του 2005. Το ίδιο έτος, σε συνεργασία και με τις άλλες δικαστικές ενώσεις, συντάσσονται δικόγραφα αγωγών, τα οποία κατατίθενται από μεγάλο αριθμό δικαστικών λειτουργών ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρ. 88 του Συντάγματος (Μισθοδικείο) με αίτημα την εξίσωση των αποδοχών τους με τις υψηλότερες αποδοχές άλλου κρατικού αξιωματούχου. Τα Ειδικό Δικαστήριο, με απόφασή του το Νοέμβριο 2006, δέχεται την πρώτη εκ των ως άνω αγωγών. Οι Ενώσεις εν συνεχεία διαπραγματεύονται με τον Υπουργό Οικονομικών και επιτυγχάνουν την ψήφιση του Ν. 3691/2008 (ΦΕΚ Α΄ 166) για το μισθολόγιο και την υπογραφή της ΚΥΑ 2/1601/0022 (ΦΕΚ Β΄ 149/30.1.2008) για τη ρύθμιση των όρων καταβολής της «έκτακτης παροχής» (οφειλόμενα αναδρομικά).

Κατά τα έτη 2006-2008, εκλέγεται πρόεδρος ο αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης με Γενικό Γραμματέα τον πρόεδρο εφετών Χαράλαμπο Αθανασίου, ενώ για τις επόμενες δύο θητείες (2008-2010 και 2010-2012) πρόεδρος αναδεικνύεται ο αρεοπαγίτης πλέον Χαράλαμπος Αθανασίου με Γενικό Γραμματέα τον πρόεδρο Εφετών, Γεώργιο Μανωλίδη.  

Στις αρχαιρεσίες του 2012 Πρόεδρος της Ένωσης αναδεικνύεται η Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου και επανεκλέγεται το 2014. Παραιτείται από τη θέση της το καλοκαίρι του 2015 λόγω προαγωγής της σε Πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Τον Οκτώβριο του 2015 μεταβατική Πρόεδρος αναλαμβάνει η Εφέτης Μαργαρίτα Στενιώτη.

Από τις εκλογές του Μαϊου του 2016 προκύπτει για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια Ενωτικό Προεδρείο με την στήριξη τριών ομάδων. Πρόεδρος της Ένωσης εκλέγεται ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Χριστόφορος Σεβαστίδης, Γενικός Γραμματέας αναλαμβάνει ο Εφέτης Νικόλαος Σαλάτας και Α’ Αντιπρόεδρος ο Εφέτης Παναγιώτης Λυμπερόπουλος.

Βιβλιογραφικές παραπομπές

[1] Το καταστατικό εγκρίνεται με την 2242/20-2-1958 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών και καταχωρίζεται στο οικείο βιβλίο αναγνωρισμένων σωματείων με αύξοντα αριθμό 8555/19-4-1958.

[2] Μαργέλλος, Δ. (1981). Η Ελληνική Δικαιοσύνη (Κατάστασις-Προβλήματα), Τ.I., Αθήνα-Κομοτηνή: Α. Σάκκουλας, σ. 34-42.

[3] Φλώρος, Α. (1960). Ένωσις Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων, Ελληνική Δικαιοσύνη, έτος 1ο, σ. 1 επ.

[4] Πρακτικό 21/30-12-1960, Ελληνική Δικαιοσύνη, 1960, σ. 917-920.

[5] Φλώρος, Α. (1967). Μελέται Ιδιωτικού και Δημοσίου Δικαίου. Αθήναι: ιδίου.

[6] βλ. σχετ. Ελληνική Δικαιοσύνη, 1962, σ. 137.

[7] βλ. σχετ. Ελληνική Δικαιοσύνη, 1962, σ. 238 επ.

[8] βλ. το έγγραφο με αρ. πρωτ. 111/13-3-1962, στο Φλώρος (1964), όπ. παρ., σ. 525-526.

[9] όπ. αναφ. στη ΣτΕ 1966/1962.

[10] βλ. σχετ. Φλώρος, 1967, όπ. παρ.

[11] βλ. το άρθρο σε Ελληνική Δικαιοσύνη, 1962, σ. 230 επ.

[12] βλ ανακοίνωση Γ. Παπανδρέου στον ημερήσιο τύπο της 14ης Απριλίου 1962

[13] βλ. ΑΠΣ 7/1962, Ελληνική Δικαιοσύνη, 1962,  σελ. 401-404.

[14] ΟλΣτΕ 1966/1962, Νέον Δίκαιον, 19, σ. 156-159.

[15] βλ. σχετ. Φλώρος, 1967, όπ. παρ.

[16] βλ. ΠρΑθ 13059/1962, 23928/1962 και 7703/1963.

[17] Κακλαμανάκη, Ρ. (1995). Δικαιοσύνη. Μύθος και πραγματικότητα. Αθήνα: Πατάκης, σ. 253.

[18] Β.Δ. 769/8-12-1963.

[19] Δημόπουλος, Π. (2006). Ο Άρειος Πάγος. Ο θεσμός και τα πρόσωπα. Αθήνα: Π.Ν. Σάκκουλας.

[20] Πικραμένος, Μ.Ν. (2002). Η δικαστική ανεξαρτησία στη δίνη των πολιτικών κρίσεων. Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλας.

[21]  94/28.5.1968 Απόφαση Υπουργικού Συμβουλίου.

[22] Β.Δ. της 29ης Μαΐου 1968 (Εφ. Κυβ. Γ΄ 196).

[23] Ο Παναγιώτης Θεράπος εκλέγεται μέλος του Δ.Σ. της «Ενώσεως» κατά τις αρχαιρεσίες του Ιανουαρίου 1962. Αν και ενεργός «συνδικαλιστής», ως Γενικός Γραμματέας της «Ενώσεως» το 1962, όχι μόνο δεν απολύεται από τη χούντα των συνταγματαρχών, αλλά αντιθέτως προάγεται σε εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (1970-1974), μετά από «φωτογραφική» τροποποίηση του σχετικού θεσμικού πλαισίου. Επίσης, διορίζεται υπουργός Δημοσίας Τάξεως στη δικτατορική-μεταβατική Κυβέρνηση Σπ. Μαρκεζίνη (8.10 έως 25.11.1973), ασκώντας ταυτοχρόνως τα εισαγγελικά του καθήκοντα στον Άρειο Πάγο. Στη δίκη του Πολυτεχνείου αθωώνεται (1975).

[24] Πρακτικά Συντάγματος 1975, Συνεδρίαση 12η/11.02.1975 της Α΄ Υποεπιτροπής, σ. 206.

[25] Πρακτικά Συντάγματος 1975, Συνεδρίαση 24η/21.03.1975 της Ολομέλειας της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής επί του Συντάγματος, σ. 395 επ.  

[26] βλ. Πρακτικά Συντάγματος 1975, Συνεδρίαση της Ολομέλειας της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής επί του Συντάγματος της 10ης Μαΐου 1975,  σ. 602 επ.

[27]  ΕλλΔ/νη, 1976, σ. 70 και 333.

[28] Βλ. τα από 7.2.1982 Πρακτικά της Γ.Σ. της «Ενώσεως Ελλήνων Δικαστών και Εισαγγελέων».

[29] Η Επιτροπή αυτή αποτελείται από 3 εφέτες, 1 αντεισαγγελέα Εφετών, 2 προέδρους Πρωτοδικών, 6 πρωτοδίκες, 1 αντεισαγγελέα Πρωτοδικών, 1 πάρεδρο Πρωτοδικών και 2 Ειρηνοδίκες.

[30] Βλ. σχετ. ΜΠρΑθ 2625/1982.

[31] βλ. σχετ. ΜΠρΑθ 1816/1982.

[32] βλ. Δικαστικά Νέα, φ. 1, Δεκέμβριος 1983, σ. 1.

[33]  Έκθεση πεπραγμένων του Δ.Σ. της Ένωσής μας στη Γ.Σ. (18-12-1983), Δικαστικά Νέα, φ. 2, Ιανουάριος 1984.

[34] Ντάλλη, Θ. (2015). Οι δικαστικές συνδικαλιστικές ενώσεις στην Ευρώπη. Μία προσπάθεια συγκριτικής προσέγγισης μέσα από την ανάλυση τεσσάρων περιπτώσεων. Τιμητικός Τόμος για τα 50 χρόνια των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων. Αθήνα- Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Σάκκουλα, σ. 624 και 631 (υποσημ. 133).

[35] βλ. ΕφΑθ 612/1985 και ΠρΑθ 625/1985.