screen-shot-2017-07-27-at-11-16-55-am

ΘΕΣΕΙΣ ΟΜΑΔΑΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΣΤΕΝΙΩΤΗ, ΚΩΝ/ΝΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΔΗ & ΓΡΗΓΟΡΗ ΚΟΜΠΟΛΙΤΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ – ΘΕΣΕΙΣ ΟΜΑΔΑΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΤΕΘΕΝ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

 

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Κων/τίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ                      Αθήνα, 12-12-2018

Ενόψει της επερχόμενης Γενικής Συνέλευσης της Ένωσής μας και της ψηφοφορίας, που θα διεξαχθεί, με έντυπο ερωτηματολόγιο, στο οποίο θα εκφράσουμε τις απόψεις μας για τα ζητήματα της Συνταγματικής Αναθεώρησης όσον αφορά το Τμήμα Ε’ του ισχύοντος Συντάγματος για τη Δικαστική Εξουσία σας ενημερώνουμε για τις θέσεις μας.  

Ωστόσο, πρέπει να ξεκινήσουμε με κάποιες παραδοχές, που θα πρέπει να αποτελέσουν και τα κριτήρια, με τα οποία θα εκφέρει ο καθένας από εμάς την άποψή του:

Α) Η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι η κορυφαία νομική και πολιτική διαδικασία.

Β) Η μινιμαλιστική προσέγγιση της Αναθεώρησης υποδηλώνει άρνηση ν’ αρθούν διαπιστωμένες παθογένειες.

Γ) Η κανονιστική επάρκεια ή ανεπάρκεια του ισχύοντος Συντάγματος δεν πρέπει να κριθεί με κριτήρια συγκυριακά ( οικονομικής –  δημοσιονομικής κρίσης).

Δ) Η αναγκαιότητα Αναθεώρησης μίας διάταξης του Συντάγματος σχετικής με τη Δικαιοσύνη, όπως και κάθε συνταγματικής διάταξης, κρίνεται θεσμικά και όχι με βάση τα πρόσωπα, που υπηρετούν τους θεσμούς.

1) ΟΡΙΣΜΟΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Με βάση τις ισχύουσες διατάξεις οι  προαγωγές στις θέσεις Προέδρου, Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου και λοιπών Ανωτάτων Δικαστηρίων ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως ο νόμος ορίζει. Το ίδιο, δε, ισχύει και για την προαγωγή στη θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με τη διαφορά ότι η επιλογή γίνεται μεταξύ των μελών του Αρείου Πάγου και των Αντεισαγγελέων του, όπως νόμος ορίζει (άρθρο 90 παρ.5 Συντάγματος). Η εν λόγω συνταγματική διάταξη έχει τεθεί στο επίκεντρο κριτικής εδώ και δεκαετίες. Ενδεχόμενη συνταγματική αναθεώρηση της εν λόγω διάταξης οφείλει να λάβει αναγκαίως υπόψη της αφενός μεν τη θεμελιώδη αρχή του πολιτεύματος μας σύμφωνα με την οποία όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, αφετέρου, δε, τη θεμελιώδη, επίσης, αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

Πρότασή μας αποτελεί η προεπιλογή των υποψηφίων προσώπων, με διεξαγωγή ψηφοφορίας, από Εκλεκτορικό Σώμα Δικαστικών και Εισαγγελικών  Λειτουργών όλων των βαθμών και η τελική επιλογή μέσω Κοινοβουλευτικής Διαδικασίας.

2) ΟΡΙΑ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ    

Θεωρούμε ότι τα ισχύοντα όρια πρέπει να παραμείνουν αμετάβλητα ως προς τους αριθμητικούς συσχετισμούς (65-67). Να υπενθυμίσουμε, καταρχήν, ότι η Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου πρόσφατα έκρινε περί της μη αναγκαιότητας αύξησης των ορίων αποχώρησης από την υπηρεσία.  Σε κάθε περίπτωση, εάν αυτά τα όρια αυξηθούν (είναι αυτονόητο ότι κριτήριο για μια ενδεχόμενη αύξηση δεν μπορεί να αποτελεί η μείωση των συντάξιμων αποδοχών), η αύξηση αυτή πρέπει για λόγους υπηρεσιακής ευρυθμίας να τηρεί την ίδια σημερινή αριθμητική αναλογία, δηλαδή αν άλλαζε το 65-67 θα μπορούσε να γίνει ή 66-68 ή 67-69 δεδομένου ότι το υπηρεσιακό καθεστώς των Δικαστών έχει δομηθεί πάνω στην διαφορά των δύο ετών αποχώρησης από την υπηρεσία. Η πρόταση, δε, για προαιρετική παραμονή  στο Δικαστικό Σώμα ως το 70ο έτος της ηλικίας, μεταβάλλει τους Δικαστικούς Λειτουργούς από άμεσα Όργανα του Κράτους σε απλούς εργαζόμενους, που επιζητούν την παραμονή τους στην υπηρεσία για οικονομικούς λόγους.

3) ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΚΛΠ.   

Η απαγόρευση συμμετοχής συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών σε δημόσιες θέσεις για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά την αποχώρηση τους από την ενεργό υπηρεσία (π.χ. 2 ή 3 ετών), διατυπωμένη με γενικό τρόπο έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και την αρχή της οικονομικής ελευθερίας.

Το συγκεκριμένο ζήτημα, ανεξαρτήτως της ουσίας του θέματος, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του Συντάγματος, αλλά αποτελεί ζήτημα ρύθμισης, που ανήκει στον κοινό νομοθέτη για τους ακόλουθους λόγους (σε κάθε περίπτωση ενδεχόμενη νομοθετική απαγόρευση δεν μπορεί να είναι απόλυτη π.χ. σε αιρετές θέσεις):   

Η άνω απαγόρευση και μάλιστα για πρόσωπα, που αποχωρούν από την ενεργό υπηρεσία συνιστά περιορισμό του συνταγματικού δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Μία τυχόν νομοθετική ρύθμιση θα μπορεί κατά περιεχόμενο να ελεγχθεί ενόψει της σχετικής συνταγματικής διάταξης του άρθρου 5 αλλά και της αρχής της ισότητας (άρθρο 4 Συντάγματος). Η πρόβλεψη, όμως, μιας τέτοιας απαγόρευσης στο ίδιο το Σύνταγμα και μάλιστα για πρόσωπα, που δεν φέρουν την ιδιότητα του εν ενεργεία δικαστικού λειτουργού και δεδομένου ότι δεν νοείται στο Σύνταγμα η ύπαρξη αντισυνταγματικών διατάξεων θα συνιστούσε, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της, άτεγκτο και ανέλεγκτο περιορισμό και σε θεσμικό επίπεδο θα ήταν παντελώς αναιτιολόγητη αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη του ότι ασυμβίβαστα (λ.χ. σε σχέση με άσκηση επαγγέλματος) δεν υπάρχουν ούτε σε εν ενεργεία άμεσα όργανα του Κράτους (με εξαίρεση βέβαια τους Δικαστικούς Λειτουργούς). Πέραν αυτού η άνω απαγόρευση ως πρόταση και δεδομένου ότι αναφέρεται σε πρόσωπα που αποχωρούν από την ενεργό υπηρεσία δογματικά δεν θα ενέπιπτε καν στο ρυθμιστικό πεδίο του Συντάγματος. Στο πεδίο αυτό υπάγονται: η οργάνωση της εξουσίας, η σχέση εξουσίας και κοινωνίας, η θέση του ατόμου μέσα στο πολιτειακό σύνολο και η σχέση της έννομης τάξης της συγκεκριμένης πολιτείας με τη διεθνή έννομη τάξη (πρβλ. Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, τόμος Α΄, Θεωρητικό Θεμέλιο, σελ. 23). Το να υποστηρίζει, μάλιστα, κανείς να θεσπισθεί η ανωτέρω απόλυτη απαγόρευση σε συνταγματικό επίπεδο π.χ. επί τριετία μετά την αποχώρηση (και να αίρεται επομένως η απαγόρευση αυτή στα 70 χρόνια) και συγχρόνως να ζητά να παραμείνουν αμετάβλητα τα όρια αποχώρησης από την υπηρεσία με ανώτατο όριο το 67 επικαλούμενος βιολογικής φύσεως κριτήρια είναι αντιφατικό, διότι από τη μία δέχεται ότι βιολογικοί λόγοι επιβάλουν την αποχώρηση ενός Δικαστή από την ενεργό υπηρεσία στα 67 του χρόνια και από την άλλη ότι μπορεί ένας συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του π.χ. ως Πρόεδρος Ανεξάρτητης Αρχής ή ως άμεσο όργανο του Κράτους κλπ. μετά τα 70 του χρόνια. Σημειωτέον, ότι η δικαιολογητική βάση της όποιας επιλογής σε ότι αφορά τα όρια ηλικίας πρέπει να είναι θεσμικά συναπτόμενη με την άσκηση κοινωνικών δικαιωμάτων.

Περαιτέρω, θεωρούμε ότι βασική μας επιδίωξη θα πρέπει να είναι, μέσα από την Συνταγματική Αναθεώρηση, να ενισχυθεί η διάκριση των εξουσιών και η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των Δικαστικών Λειτουργών, να αναβαθμισθεί ο θεσμικός μας ρόλος, να αποτρέψουμε τη θέσπιση  διατάξεων που υπαλληλοποιούν τους Δικαστικούς Λειτουργούς (π.χ. συνταγματική πρόβλεψη δικαιώματος απεργίας, διακοπής συνεδριάσεων, αύξηση ορίου αποχώρησης από την υπηρεσία για οικονομικούς και μόνο λόγους κλπ.) και δεν τους αντιμετωπίζουν ισότιμα με τους λειτουργούς των άλλων δύο εξουσιών, όπως και διατάξεις που περιορίζουν την ανάπτυξη της προσωπικότητας των Δικαστικών Λειτουργών και αντιβαίνουν στην αρχή της ισότητας και της οικονομικής ελευθερίας.

Τέλος, είναι αυτονόητο ότι η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση δεν σταματάει εδώ και ότι θα συνεχισθεί, καθότι η αναθεωρητική διαδικασία αποτελεί σύνθετη πολιτειακή διαδικασία, όπως αυτή καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 110 του Συντάγματος.

Η Ομάδα μας θα προτείνει σε όλα τα θέματα πάντοτε λύσεις, οι οποίες εν προκειμένω και σε σχέση με τη Συνταγματική Αναθεώρηση θα πρέπει αφενός μεν να τελούν σε δογματική ακολουθία με το ρυθμιστικό πεδίο του Συντάγματος, αφετέρου, δε, να υπαγορεύονται από αντικειμενικούς λόγους.

Ειδικώς επί του ερωτηματολογίου ψηφίζουμε ως ακολούθως:

1) Τρόπος επιλογής ηγεσίας της Δικαιοσύνης: Ψηφίζουμε την πρόταση Β΄: Προεπιλογή από Εκλεκτορικό Σώμα Δικαστικών και Εισαγγελικών Λειτουργών όλων των βαθμών και εν συνεχεία επιλογή με Κοινοβουλευτική Διαδικασία

2) Όρια συνταξιοδότησης: Ψηφίζουμε πρόταση Α΄: Καμία αλλαγή στα υφιστάμενα όρια (βλ. και τις επισημάνσεις που εκθέσαμε, επικουρικώς ανωτέρω)

3) Απαγόρευση συμμετοχής συνταξιούχων δικαστικών λειτουργών σε άλλες θέσεις επί 2ετία μετά την αποχώρηση: Ψηφίζουμε πρόταση Γ: Αποτελεί ζήτημα του κοινού νομοθέτη

4) Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δικαστικής αποφάσεως: Ψηφίζουμε πρόταση Β΄: να προστεθεί στο τέλος της υφιστάμενης συνταγματικής διατάξεως η φράση ΄΄ως νόμος ορίζει΄΄

5) Επιτρεπτό της απεργίας και στους δικαστικούς λειτουργούς: Ψηφίζουμε πρόταση Β΄: Δεν συμφωνώ

6) Κατάργηση του Μισθοδικείου – αρμοδιότητα επίλυσης των διαφορών από το Α.Ε.Δ.: Ψηφίζουμε πρόταση Α΄:  Συμφωνώ

7) Κατάργηση του διάχυτου Συνταγματικού ελέγχου των νόμων: Ψηφίζουμε πρόταση Β΄: Δεν συμφωνώ

8) Εισαγωγή ηλεκτρονικών τεχνολογιών κλπ.: Ψηφίζουμε πρόταση Α΄: αποτελούν ζήτημα ρύθμισης από τον κοινό νομοθέτη

9) Έκφραση γνώμης από τους Δικηγορικούς Συλλόγους ενώπιον του Α.Δ.Σ. για την υπηρεσιακή κατάσταση των Δικαστικών Λειτουργών: Ψηφίζουμε Δεν συμφωνώ

10) Κατάργηση της παρέμβασης του Υπουργού Δικαιοσύνης στις προαγωγές και στα πειθαρχικά των δικαστικών λειτουργών: Ψηφίζουμε Συμφωνώ

11) Κατάργηση της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης: Το ζήτημα δεν έχει τύχει διεξοδικής συζήτησης και δεν έπρεπε κατά την άποψη μας να τεθεί, προς το παρόν, στο ερωτηματολόγιο

Να σημειώσουμε τέλος αυτό που ήδη από καιρό έχουμε επισημάνει και αυτό θα αποτελούσε και πραγματική Συνταγματική τομή:

Η Κατάρτιση του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων στα ζητήματα Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών από τη Δικαστική Εξουσία. Ότι συνιστά για τη Βουλή ο Κανονισμός, που ψηφίζεται από την Ολομέλεια αυτής (αρθρ. 65 παρ.1 Συντάγματος) και ρυθμίζει τα σχετικά με τη λειτουργία της, συνιστά και ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών για την εσωτερική λειτουργία της Δικαστικής Εξουσίας. Στο πλαίσιο της θεμελιώδους αρχής της διάκρισης των εξουσιών και της ισοτιμίας αυτών τον κυρίαρχο λόγο για την κατάρτιση αυτού στα θεμελιώδη ζητήματα της Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών πρέπει να έχει η Δικαστική Εξουσία.   

 

Μαργαρίτα Στενιώτη, Εφέτης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, Πρόεδρος Πρωτοδικών, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ

Γρηγόρης Κομπολίτης, Ειρηνοδίκης, μέλος του ΔΣ της ΕΔΕ