screen-shot-2017-07-27-at-11-16-55-am

ΕΝΑ ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ, ΔΥΟ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ- Εφέτη
Προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Την προηγούμενη εβδομάδα συζητήθηκε στη Βουλή νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Κύρωση του Πρωτοκόλλου υπ’ αριθμόν 16 στη Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών,…». Το άρθρο 22 του ν/σ τροποποιούσε το άρθρο 17 παρ. 7 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και προέβλεπε ότι οι Κανονισμοί των Δικαστηρίων δεν θα μπορούν πλέον  να συμπληρώνονται, να τροποποιούνται ή να ακυρώνονται από τις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων αλλά μόνο να αναπέμπονται στο Δικαστήριο ως προς όλα τα σημεία και ειδικότερα ως προς τον αριθμό των δικασίμων και των υποθέσεων που προσδιορίζονται. Στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου ως δικαιολογητική βάση της νομοθετικής αλλαγής σημειώνονταν «η ενίσχυση του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων η οποία είχε επιτυχημένα αποτελέσματα όσον αφορά στην αποδοτικότερη άσκηση της δικαιοσύνης». Όμοια ακριβώς διάταξη τέθηκε και στο νέο Σχέδιο του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων που κατατέθηκε στο Υπουργείο από την αρμόδια Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2018. Και πράγματι η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία του Υπουργείου χαιρετίστηκε από την Ένωσή μας με την από 15-2-2019 ανακοίνωση ως «διάταξη  που διαπνέεται από πνεύμα εμπιστοσύνης στις δυνατότητες των δικαστικών λειτουργών των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων Δικαστηρίων να ρυθμίζουν τον αριθμό των δικασίμων και των υποθέσεων που εισάγονται ενώπιον τους». Στην ακρόαση των φορέων στη Βουλή ενόψει της συζήτησης του νομοσχεδίου ταχθήκαμε θετικά ως προς το συγκεκριμένο άρθρο, ενώ αντίθετη άποψη δεν διατυπώθηκε από κανέναν. Εντελώς αιφνιδιαστικά και αναιτιολόγητα η διάταξη, που αποτιμήθηκε θετικά ως προς το περιεχόμενό της, τελικά αποσύρθηκε από το Υπουργείο και δεν ψηφίστηκε.  Δεν λάβαμε μέχρι σήμερα πειστικές απαντήσεις για την απόφαση του Υπουργείου να υπαναχωρήσει από την πρόταση που το ίδιο εισήγαγε προς ψήφιση.
Στο ίδιο νομοσχέδιο και στο άρθρο 18 προβλέπονταν τα προσόντα για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Ο θεσμός του Ευρωπαίου Εισαγγελέα θεσπίστηκε δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 και το υπό ψήφιση νομοσχέδιο εισήχθη σε εναρμόνιση με τον Κανονισμό. Είναι επίσης γνωστό ότι ο εθνικός νομοθέτης οφείλει να συμμορφώνεται πλήρως με το γράμμα και το πνεύμα του Κανονισμού, ο οποίος έχει άμεση εφαρμογή και υπερτερεί από άποψη τυπικής ισχύος. Σε αντίθετη περίπτωση είναι πρόδηλος ο κίνδυνος να βρεθεί η χώρα μας εκτεθειμένη ενώπιον της Ευρωπαϊκής Ένωσης για παραβίασή του. Ο συγκεκριμένος Κανονισμός, ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις που μπορεί κανείς να διατυπώσει για τις σκοπιμότητες που υπηρετεί στην ουσία του,  ορίζει στο άρθρο 16 παρ. 1 περ. α’, ότι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς διορίζονται όσοι «είναι ενεργά μέλη της εισαγγελικής αρχής ή του δικαστικού σώματος του κράτους μέλους». Επισημάναμε με την από 15-2-2019 ανακοίνωσή μας τους κινδύνους από μια στρεβλή νομοθέτηση, που αναγνωρίζει ότι Έλληνας Ευρωπαίος Εισαγγελέας διορίζεται μόνο από τον Εισαγγελικό κλάδο και εκφράσαμε την αντίθεσή μας τόσο γραπτά όσο και προφορικά κατά την ακρόαση των φορέων στη Βουλή. Το Υπουργείο αγνόησε τις επισημάνσεις μας και προχώρησε στην ψήφιση της συγκεκριμένης διάταξης. Και πάλι δεν εξηγήθηκε ο λόγος της επιμονής σε μια διάταξη που κατάφωρα παραβιάζει τον  Κανονισμό.
Σε ένα νομοσχέδιο δύο αντιφάσεις, δύο αντινομίες. Το θετικό μέτρο, που επικροτείται, αποσύρεται. Το αρνητικό, το προβληματικό, υιοθετείται. Ένα συμπέρασμα σταθερά και διαχρονικά μένει ίδιο: Η ακρόαση των φορέων στη Βουλή γίνεται εντελώς προσχηματικά, χωρίς κανένα απολύτως ουσιαστικό νόημα…